Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Ο δρόμος της θεραπευτικής μας είναι όπως πάντοτε τριαδολογικός: σοφία, αγάπη και ταυτόχρονα σταυρός. - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Λόγος 
στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού

Πρὸς Κορινθίους Α’ 
Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 1:18-24

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακης 14 Σεπτεμβρίου του 2008  

Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία : εδώ 

Η σημερινή εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έχει μεν αφετηρία της ιστορική ένα γεγονός που συνέβη πριν από δεκαπέντε περίπου αιώνες και ήταν σπουδαίο γεγονός, αλλά η Εκκλησία δεν στέκεται στην ανάμνηση απλώς του ιστορικού γεγονότος, η Εκκλησία και θεολογεί – και θεολογεί όχι αφηρημένα, θεολογεί   πρακτικά και θεραπευτικά. Προβάλλεται λοιπόν αυτό το γεγονός ως γεγονός κεντρικό της πορείας της πνευματικής του λαού του Θεού. Και σε αυτό θα πάμε να σταθούμε, αξιοποιώντας κατ' εξοχήν το κείμενο του Αποστόλου Παύλου που ακούσαμε πριν από λίγο. 

Να το πω με απλά λόγια. Ο Θεός μέσα στην απέραντη αγάπη Του μας έδωσε και σοφία και μάλιστα πλεονάζουσα σοφία. Τόση σοφία που επιτρέπει να φτάνουμε και σε Εκείνον, να ομοιάζουμε σε Εκείνον. Αυτή την αγάπη του Θεού, που ήταν δεμένη με τη σοφία που μας έδωσε, εμείς την αποκόψαμε από την πηγή της και θελήσαμε να γίνουμε σοφοί χωρίς Αυτόν. Αυτή η αποκοπή είναι τραγωδία για τον άνθρωπο και αυτό είναι μια αρρώστια. Να γίνεσαι  σοφός, χωρίς την πηγή της σοφίας και χωρίς να καταλαβαίνεις τον Δωρεοδότη, αυτό είναι τραγωδία. Και ο Θεός, μέσα στην απέραντη αγάπη Του, αντί να δώσει μια άλλη απάντηση, θα έλεγα τιμωρίας – που δεν το έκανε – πάει  παρακάτω την αγάπη και τη σοφία Του. 

Προσέξτε το συνδυασμό των λέξεων: η αγάπη συνδυάζεται πάντοτε με τη σοφία. Πάει παρακάτω την αγάπη και τη σοφία Του. Αφού δεν καταλάβαμε ότι σε Αυτόν θα στραφούμε για να είμαστε πραγματικά σοφοί και να καταλαβαίνουμε και τα πράγματα του κόσμου, αν το θέλουμε και μέσα στην επιστημονική τους διάσταση, ο Θεός λοιπόν,  αντί να τιμωρήσει, πήγε παρακάτω τη σοφία Του και την αγάπη Του ταυτόχρονα. Αυτό το παρακάτω για τα μάτια του κόσμου λέγεται «μωρία». Είναι μια υπερβολή πια, μια υπέρβαση. Αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, ο άλλος κάνει τα αντίθετα, και δεν γίνεται τίποτα. Και αγαπάς περισσότερο! Και τότε στην έννοια της σοφίας και της αγάπης Του ο Θεός έβαλε τον σταυρό. Αλλά έβαλε το δικό Του σταυρό! Όχι το δικό μας σταυρό. Άρα στην έννοια της σοφίας και της αγάπης Του έρχεται να προσθέσει τον σταυρό Του. Και αυτό είναι μια τρέλα, είναι μια μωρία. Γι' αυτό το κείμενο το αποστολικό το είπε «μωρία». Και το σχήμα πια ολοκληρώνεται: Αγάπη, σοφία και σταυρός. 

Και αυτό το σχήμα δένεται πάνω στον άνθρωπο, και όποιος δεν το βιώνει αρχίζει να καταλαβαίνει τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Πο σοφς; Πο γραμματες;» Πού μελετητής σε αυτόν τον κόσμο; Ποιος μπορεί να πει που είναι σοφός, ποιος είναι αυτός ο οποίος αναλύει τα πράγματα και τα ξέρει γραμματειακά; Ποιος είναι ο συζητητής που αναλύει τα θέματα; Η απάντηση δίνεται, αλλά δεν έχει αυτή την τριπλή σύνδεση της αγάπης, της σοφίας και του σταυρού πια μαζί. Και τότε ο Θεός, αφού δεν τον κατάλαβαν μες στη Σοφία Του, ήρθε να Τον καταλάβουν μέσα στη «μωρία» – έτσι το λέει ο Απόστολος Παύλος – σε αυτή τη μωρία, σε αυτή την υπέρβαση της αγάπης και την υπέρβαση της σοφίας! Πού λοιπόν σοφός; πού γραμματεύς; Και «μρανεν Θες» τους σοφούς, οι σοφοί εμωράνθησαν γιατί αποσύνδεσαν το σχήμα· ούτε αγάπη, ούτε σταυρός, απλώς σοφία.

Και έρχεται πια η Εκκλησία, αξιοποιώντας αυτό το βαθύ θεολογικό και θεραπευτικό σχήμα, να μιλήσει – σήμερα και πάντα για μας – μέσα από το γεγονός μεν που συνέβη πριν από 15 αιώνες, αλλά να μιλήσει σε εμάς πια! Και να μας θυμίσει: Θέλετε να έχετε σοφία; Πρώτα θα καταλάβετε τη σοφία του Θεού. Θέλετε να έχετε σοφία; Αυτό συνδυάζεται με την αγάπη. Θέλετε να έχετε σοφία και αγάπη; Αυτό συνδυάζεται με τον σταυρό. Το σχήμα πια είναι τριπλό, τρι-σύνθετο και άρρηκτο. Όποιος το αποσυνδέσει και το βιώσει αποσυνδεδεμένο, βιώνει μια τραγωδία στη ζωή του. Και θα τολμούσα να πω, η κάθε τραγωδία σε όλα τα επίπεδα που ζούμε, τα προσωπικά μας, τα κοινωνικά, τα επιστημονικά, βιώνεται  λόγω της αποσυνδέσεως αυτού του βαθέως σταυρικού σχήματος της «μωρίας». Και τότε γινόμαστε γελοίοι για τα μάτια του κόσμου· και ο Χριστός εθέλησε να «μωρανθεί» ο Ίδιος, να μωρανθεί η σοφία του κόσμου. Και τότε γινόμαστε «σκύβαλα» για τον κόσμο αλλά ζούμε αυτό το τριπλό, σύνθετο αξίωμα το θεραπευτικό της αγάπης του Θεού!

Γι’ αυτό αυτή η Γιορτή σήμερα έχει πολύ μεγάλη σημασία για μας· υπενθυμίζει και ανοίγει και πάλι το δρόμο της θεραπευτικής μας! Και αυτός ο δρόμος της θεραπευτικής μας είναι όπως πάντοτε τριαδολογικός: σοφία, αγάπη και ταυτόχρονα σταυρός.

  

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

  

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Όταν το 312 ο Μέγας Κωνσταντίνος εξεστράτευσε εναντίον του τυράννου της Ρώμης Μαξεντίου, την παραμονή της οριστικής μάχης είδε να σελαγίζει στον ουρανό, σχηματισμένο από άπλετο φως ηλιακών αχτίνων, το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Ἐν τούτῳ νίκα» [21 Μαΐου]. Ύστερα από την θαυμαστή αυτή επιφάνεια περικόσμησε τα πολεμικά του λάβαρα με το τρόπαιο του Σταυρού και, θέτοντας αυτά επί κεφαλής των στρατευμάτων του, κέρδισε περίλαμπρη νίκη, η οποία τον κατέστησε κύριο ολόκληρου του ρωμαϊκού κόσμου και του επέτρεψε να εξασφαλίσει τον θρίαμβο του χριστιανισμού.

Από τότε ο ευσεβής βασιλεύς έτρεφε τον πόθο να βρει το Τίμιο Ξύλο. Η ευκαιρία του δόθηκε κατά την διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), όταν πληροφορήθηκε από τον επίσκοπο Αιλίας (Ιεροσολύμων) Μακάριο περί της Αγίας Πόλεως. Στο εικοστό λοιπόν έτος της βασιλείας του (326) έστειλε την μητέρα του αγία Ελένη στους Αγίους Τόπους, με σκοπό να τους καθαρίσει από τα είδωλα και να ανεύρει τον Τίμιο Σταυρό και τόπους του Πάθους του Κυρίου, που είχαν καλυφθεί από τον αυτοκράτορα της Ρώμης Αδριανό Αίλιο (117-138).

Ως αντίποινα σε εξέγερση των Ιουδαίων (132-135) ο Αδριανός είχε ανασκάψει όλη την Αγία Πόλη και είχε καταχώσει κάτω από τις επιχωματώσεις τα ιερά της, ώστε να εξαφανισθεί κάθε μνήμη της ιουδαϊκής και χριστιανικής θρησκείας. Στην νέα πόλη που ανίδρυσε, στην Αιλία Καπιτωλίνα, δέσποζε η ειδωλολατρία με κύριους ναούς της το Καπιτώλιο, στην θέση του ναού του Σολομώντος, και τον ναό της Αφροδίτης, στην θέση του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου.

Με οδηγό τις πληροφορίες της τοπικής παράδοσης οι εργάτες του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατεδάφισαν το μυσαρό ειδωλείο της Αφροδίτης, έσκαψαν το έδαφος σε μεγάλο βάθος και πέταξαν μακριά από την πόλη όλα τα χώματα και τα υλικά, ως μολυσμένα από τις δαιμονικές θυσίες. Τότε αποκαλύφθηκε ο Γολγοθάς και το σπήλαιο του Παναγίου Τάφου. Λίγο πιο πέρα βρέθηκαν καταχωμένοι οι τρεις σταυροί, τα τρία καρφιά, που είχαν χρησιμοποιηθεί για να προσηλώσουν επάνω στον Σταυρό οι Ιουδαίοι το ζωοποιό Σώμα του Κυρίου και η ξύλινη πινακίδα με την επιγραφή.

Για να διακρίνει ποιος από τους τρεις σταυρούς ήταν του Σωτήρος, ο σοφότατος Μακάριος ακούμπησε με θερμή προσευχή τον καθένα χωριστά επάνω σε βαριά ασθενή γυναίκα. Ο Σταυρός του Κυρίου αμέσως θαυματούργησε, χαρίζοντας στην ασθενή την υγεία της.

Ευθύς ο επίσκοπος, η βασίλισσα και όλοι οι άρχοντες της συνοδείας της τον προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια και τον ασπάσθηκαν. Επειδή δεν ήταν εύκολο να τον ασπασθούν όλοι οι χριστιανοί, ζήτησαν τουλάχιστον να τον δουν από μακριά το όργανο της απολυτρώσεώς μας. Ο μακαριότατος επίσκοπος ανέβηκε επάνω στον άμβωνα και, υψώνοντας τον Σταυρό με τα δυο του χέρια, τον έδειξε στον λαό του Θεού, που κραύγαζε το «Κύριε, ελέησον».

Από τότε οι θείοι Πατέρες εθέσπισαν να εορτάζεται κάθε χρόνο η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού από όλες τις Εκκλησίες, όχι μόνον για την ανάμνηση του γεγονότος, αλλά για να δειχθεί ότι το σύμβολο αυτό της κατάρας έγινε το καύχημα και το αγαλλίαμά μας.

Σήμερα, με την επανάληψη της πράξεως αυτής του επισκόπου Μακαρίου, υψώνοντας δηλαδή τον Σταυρό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και ψάλλοντας το «Κύριε, ελέησον», ομολογούμε ότι ανεβαίνοντας ο Χριστός στον Σταυρό ήθελε να αποκαταλλάξει τα πάντα εις Αυτόν, να ενώσει τα πέρατα της γης, το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος εν τω Σώματί Του, ώστε να έχουμε δι’ Αυτού την προσαγωγή προς τον Πατέρα  (πρβλ. Κολ. 1, 20· Εφ. 3, 18).

Ο Τίμιος Σταυρός ήταν κατασκευασμένος από τριών ειδών ξύλα: κυπαρίσσι, πεύκο και κέδρο, για να εκπληρωθεί η προφητεία του Ησαΐου  (Ησ. 60, 13).   Αναρίθμητα τεμάχια διαμοιράσθηκαν σε όλον τον χριστιανικό κόσμο,          τα οποία έχουν την ιδιότητα να παραμένουν άφθαρτα και μεταδίδουν σε όσους τα προσκυνούν με πίστη την χάρη της Αναστάσεως. Ας σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο τεμάχιο τιμίου Ξύλου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, έχει δε και τον τύπο ενός εκ των ήλων.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 187–189
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (2023) Κανόνες - Ιερά Μονή Ξηροποτάμου Ἅγιον Ὄρος

 

ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι, τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿ εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον, διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν· τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται».

Τὸν τύπον πάλαι Μωσῆς, τοῦ ἀχράντου πάθους, ἐν ἑαυτῷ προέφηνε, τῶν ἱερῶν μεσούμενος, Σταυρῷ δὲ σχηματισθείς, τεταμέναις τρόπαιον, παλάμαις ἤγειρε, τὸ κράτος διολέσας, Ἀμαλὴκ τοῦ πανώλους· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.

νέθηκε Μωϋσῆς, ἐπὶ στήλης ἄκος, φθοροποιοῦ λυτήριον, καὶ ἰοβόλου δήγματος· καὶ ξύλῳ τύπῳ Σταυροῦ, τὸν πρὸς γῆν συρόμενον, ὄφιν προσέδησεν, ἐγκάρσιον ἐν τούτῳ, θριαμβεύσας τὸ πῆμα· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.

πέδειξεν οὐρανός, τοῦ Σταυροῦ τὸ τρόπαιον, τῷ εὐσεβείας κράτορι, καὶ Βασιλεῖ θεόφρονι, ἐχθρῶν ἐν ᾧ δυσμενῶν, κατεβλήθη φρύαγμα· ἀπάτη ἀνετράπη δέ· καὶ πίστις ἐφηπλώθη, γῆς τοῖς πέρασι θεία· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται. 
Καταβασία 
Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι, τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται. 
Κανών α', ᾨδὴ γ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ῥάβδος εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γὰρ προκρίνει τὸν ἱερέα, τῇ στειρευούσῃ δὲ πρώην, Ἐκκλησία νῦν ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καὶ στερέωμα». 
ς ἐπαφῆκε ῥαπιζομένη ὕδωρ ἀκρότομος, ἀπειθοῦντι λαῷ, καὶ σκληροκαρδίῳ, τῆς θεοκλήτου ἐδήλου, Ἐκκλησίας τὸ μυστήριον, ἧς ὁ Σταυρός, τὸ κράτος καὶ στερέωμα. 
Πλευρᾶς ἀχράντου λόγχῃ τρωθείσης, ὕδωρ σὺν αἵματι ἐξεβλήθη, ἐγκαινίζον διαθήκην, καὶ ῥυπτικὸν ἁμαρτίας· τῶν πιστῶν γὰρ Σταυρὸς καύχημα, καὶ Βασιλέων κράτος καὶ στερέωμα. 
Καταβασία 
άβδος εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γὰρ προκρίνει τὸν ἱερέα, τῇ στειρευούσῃ δὲ πρώην, Ἐκκλησία νῦν ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καὶ στερέωμα. 
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ'
Τὸ προσταχθὲν 
ν Παραδείσῳ με τὸ πρίν, ξύλον ἐγύμνωσεν, οὗπερ τῇ γεύσει, ὁ ἐχθρὸς εἰσφέρει νέκρωσιν, τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ξύλον, τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυμα, ἀνθρώποις φέρον, ἐπάγη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κόσμος ὅλος ἐπλήσθη πάσης χαρᾶς· ὃν ὁρῶντες ὑψούμενον, Θεῷ ἐν πίστει λαοί, συμφώνως ἀνακράξωμεν· Πλήρης δόξης ὁ οἶκός σου. 
Δόξα... Καὶ νῦν... τὸ αὐτὸ

 ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα». 
Πικρογόνους μετέβαλε, ξύλῳ Μωϋσῆς πηγὰς ἐν ἐρήμῳ πάλαι, τῷ Σταυρῷ πρὸς τὴν εὐσέβειαν, τῶν ἐθνῶν προφαίνων τὴν μετάθεσιν. 
βυθῷ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ἀνέδωκεν Ἰορδάνης ξύλῳ, τῷ Σταυρῷ καὶ τῷ Βαπτίσματι, τὴν τομὴν τῆς πλάνης τεκμαιρόμενος. 
ερῶς προστοιβάζεται, ὁ τετραμερὴς λαὸς προηγούμενος, τῆς ἐν τύπῳ μαρτυρίου σκηνῆς, σταυροτύποις τάξεσι κλεϊζόμενος. 
Θαυμαστῶς ἐφαπλούμενος, τὰς ἡλιακὰς βολὰς ἐξηκόντισεν, ὁ Σταυρός· καὶ διηγήσαντο, οὐρανοὶ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 
Καταβασία 
Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα.
 ᾨδὴ ε',
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
« τρισμακάριστον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος· δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοὶ δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν». 
Σὲ τὸ ἀοίδιμον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, τὴν Ἐδὲμ φυλάττουσα, στρεφομένη ῥομφαία, Σταυρὲ ᾐδέσθη, τὸ φρικτὸν δὲ Χερουβίμ, εἶξε τῷ σοὶ παγέντι Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
ποχθονίων δυνάμεις, ἀντίπαλοι τοῦ Σταυροῦ, φρίττουσι χαραττόμενον, τὸ σημεῖον ἐν ἀέρι ᾧ πολοῦσιν· οὐρανίων γηγενῶν, γένος δὲ γόνυ κάμπτει Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
Μαρμαρυγαῖς ἀκηράτοις, φανεὶς ὁ θεῖος Σταυρός, ἐσκοτισμένοις ἔθνεσι, τοῖς ἐν πλάνῃ ἀπάτης τὸ θεῖον φέγγος, ἀπαστράψας οἰκειοῖ, τῷ ἐν αὐτῷ παγέντι Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
Καταβασία 
τρισμακάριστον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθῃ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος, δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοὶ δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
 ᾨδὴ ς',
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Νοτίου θηρὸς ἐν σπλάγχνοις, παλάμας Ἰωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τὸ σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τὴν ὑπερκόσμιον Ἀνάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκὶ προσπαγέντος, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τριημέρῳ ἐγέρσει, τὸν κόσμον φωτίσαντος». 
γήρᾳ καμφθείς, καὶ νόσῳ τρυχωθείς, ἀνωρθοῦτο Ἰακὼβ χεῖρας ἀμείψας, τὴν ἐνέργειαν φαίνων τοῦ ζωηφόρου Σταυροῦ· τὴν παλαιότητα καὶ γάρ, τοῦ νομικοῦ σκιώδους, γράμματος ἐκαινογράφησεν, ὁ ἐν τούτῳ σαρκὶ προσπαγεὶς Θεός, καὶ τὴν ψυχόλεθρον νόσον, τῆς πλάνης ἀπήλασε. 
Νεαζούσαις θεὶς παλάμας, ὁ θεῖος Ἰσραήλ, σταυροειδῶς κάραις ἐδήλου, ὡς πρεσβύτερον κλέος ὁ νομολάτρης λαός· ὑποπτευθεὶς ὅθεν οὕτως ἐξηπατῆσθαι, οὐκ ἠλλοίωσε τὸν ζωηφόρον τύπον· ὑπερέξει λαὸς γὰρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, νεοπαγὴς ἀνεβόα, Σταυρῷ τειχιζόμενος. 
Καταβασία 
Νοτίου θηρὸς ἐν σπλάγχνοις, παλάμας Ἰωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τὸ σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τὴν ὑπερκόσμιον Ἀνάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκὶ προσπαγέντος, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τριημέρῳ ἐγέρσει, τὸν κόσμον φωτίσαντος.

Κανών α', ᾨδὴ ζ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«κνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβοῦς, λαοὺς ἐκλόνησε, πνέον ἀπειλῆς καὶ δυσφημίας θεοστυγοῦς· ὅμως τρεῖς Παῖδας οὐκ ἐδειμάτωσε, θυμὸς θηριώδης, οὐ πῦρ βρόμιον· ἀλλ᾿ ἀντηχοῦντι δροσοβόλῳ πνεύματι, πυρὶ συνόντες ἔψαλλον· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».

Ξύλου γευσάμενος ὁ πρῶτος ἐν βροτοῖς, φθορᾷ παρῴκησε· ῥίψιν γὰρ ζωῆς ἀτιμοτάτην κατακριθείς, ὅλῳ τῷ γένει σωματοφθόρος τις, ὡς λύμη τῆς νόσου μετέδωκεν· ἀλλ᾿ εὑρηκότες γηγενεῖς ἀνάκλησιν, Σταυροῦ τὸ ξύλον κράζομεν· Ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

λυσε πρόσταγμα Θεοῦ παρακοή, καὶ ξύλον ἤνεγκε θάνατον βροτοῖς, τὸ μὴ εὐκαίρως μεταληφθέν· ἐν ἀσφαλείᾳ τῆς ἐριτίμου δέ, ἐντεῦθεν ζωῆς τὸ ξύλον εἴργετο, ὃ νυκτιλόχου δυσθανοῦς ἠνέῳξεν, εὐγνωμοσύνης κράζοντος· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

άβδου προσπτύσσεται τὸ ἄκρον, Ἰωσήφ, ὁ γενησόμενον, βλέπων, Ἰσραήλ, τῆς βασιλείας τὸ κραταιόν, ὅπως συνέξει ὁ ὑπερένδοξος Σταυρὸς προδηλῶν· οὗτος γὰρ τοῖς βασιλεῦσι, τροπαιοῦχον καύχημα, καὶ φῶς τοῖς πίστει κράζουσιν· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. 
Καταβασία 
κνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβοῦς, λαοὺς ἐκλόνησε, πνέον ἀπειλῆς καὶ δυσφημίας θεοστυγοῦς· ὅμως τρεῖς Παῖδας οὐκ ἐδειμάτωσε, θυμὸς θηριώδης, οὐ πῦρ βρόμιον· ἀλλ᾿ ἀντηχοῦντι δροσοβόλῳ πνεύματι, πυρὶ συνόντες ἔψαλλον, ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

 ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν· ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα· καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας».

ψουμένου ξύλου, ῥαντισθέντος ἐν αἵματι, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου Θεοῦ, ὑμνεῖτε αἱ τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, βροτῶν τὴν ἀνάκλησιν ἑορτάζουσαι· Λαοὶ προσκυνεῖτε Χριστοῦ τὸν Σταυρόν, δι' οὗ τῷ κόσμῳ ἀνάστασις εἰς τοὺς αἰῶνας.

Γηγενεῖς παλάμαις, οἰκονόμοι τῆς χάριτος, Σταυρὸν οὗ ἔστη Χριστὸς ὁ Θεός, ὑψοῦτε ἱεροπρεπῶς καὶ Λόγχην, Θεοῦ Λόγου σῶμα ἀντιτορήσασαν. Ἰδέτωσαν ἔθνη πάντα τὸ σωτήριον, τοῦ Θεοῦ δοξάζοντα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Οἱ τῇ θείᾳ ψήφῳ, προκριθέντες ἀγάλλεσθε, Χριστιανῶν πιστοὶ Βασιλεῖς· καυχᾶσθε τῷ τροπαιοφόρῳ ὅπλῳ, λαχόντες θεόθεν, Σταυρὸν τὸν τίμιον· ἐν τούτῳ γὰρ φῦλα πολέμων, θράσος ἐπιζητοῦντα, σκεδάννυνται εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Καταβασία 
Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν, ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα, καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ἡ Τιμιωτέρα οὐ στιχολογεῖται 
Κανών α', ᾨδὴ θ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ' οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν».

γαλλέσθω τὰ δρυμοῦ ξύλα σύμπαντα, ἁγιασθείσης τῆς φύσεως αὐτῶν, ὑφ᾿ οὗ περ ἐξ ἀρχῆς, ἐφυτεύθη Χριστοῦ, τανυθέντος ἐν ξύλῳ· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦμεν αὐτὸν καὶ μεγαλύνομεν.

ερὸν ἠγέρθη κέρας θεόφροσι, τῆς κεφαλῆς τῶν ἁπάντων ὁ Σταυρός, ἐν ᾧ ἁμαρτωλῶν νοουμένων, συνθλῶνται τὰ κέρατα πάντα, δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦμεν αὐτὸν καὶ μεγαλύνομεν. 
Εἱρμὸς ἄλλος  
« διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσι».

Μὴ τὴν πικρίαν τὴν τοῦ ξύλου, ἐάσας ἀναιρέσιμον Κύριε, διὰ Σταυροῦ τελείως ἐξήλειψας· ὅθεν καὶ ξύλον ἔλυσε ποτέ, πικρίαν ὑδάτων Μερρᾶς, προτυποῦν τοῦ Σταυροῦ τὴν ἐνέργειαν· ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσιν.

διαλείπτως βαπτομένους, τῷ ζόφῳ τοῦ προπάτορος Κύριε, διὰ Σταυροῦ ἀνύψωσας σήμερον· ὡς γὰρ τῇ πλάνῃ ἄγαν ἀκρατῶς, ἡ φύσις προκατηνέχθη, παγκλήρως ἡμᾶς πάλιν ἀνώρθωσε, τὸ φῶς τὸ τοῦ Σταυροῦ σου· ὃν οἱ πιστοὶ μεγαλύνομεν.

να τὸν τύπον ὑποδείξῃς, τῷ κόσμῳ προσκυνούμενον Κύριε, τόν τοῦ Σταυροῦ ἐν πᾶσιν ὡς ἔνδοξον, ἐν οὐρανῷ ἐμόρφωσας, φωτὶ ἀπλέτῳ ἠγλαϊσμένον, Βασιλεῖ πανοπλίαν ἀήττητον· ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσιν. 
Καταβασίαι  
Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν.
 
διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλυνουσι.


Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2024

Παρακλητικός Κανών εις τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν


Παρακλητικός Κανών εις τον Τίμιον και Ζωοποιόν Σταυρόν 
Ποίημα Νικηφόρου Ίερομονάχου του Κρητός.

Εΰλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον
ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εῖτα τό Τροπάριον.

Ἦχος δ’. Ό ύψωθεΐς έν τω Σταυρῶ.
Τῷ ζωηφόρῳ νῦν Σταυρῷ προσπελάσωμεν, οἱ μακρυνθέντες τοῖς κακοῖς καί προσψαύσωμεν, ἐν ἐπιστρόφῳ λέγοντες καρδίᾳ πιστῶς· πρόφθασον, βοήθησον, ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου, φάνηθι λυτρούμενος ἐκ παντοίων κινδύνων· μή ἐποφθῶμεν ἄπρακτα ζητεῖν· τήν σήν γάρ σκέπην βεβαίαν ἐλπίζομεν.

Δόξα.
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει, Χριστέ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου, τήν δόξαν σου καθώς ἠδύναντο, λάμψον καί ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τό φῶς σου τό ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι

Καί νΰν.
Οὐ δυνησόμεθα Σταυρέ τοῦ Κυρίου, τά σά θαυμάσια ὑμνεῖν οἱ κατάκριτοι. Εἰ μή γάρ σύ παρεῖχες τά δωρήματα, τίς ἡμῖν τήν ἴασιν τῶν τοῦ σώματος νόσων; τίς δέ καί τήν κάθαρσιν τῶν ψυχῶν ἄν ἐδίδου; οὐκ ἀπομακρυνθῶμεν πώποτε ἐκ σοῦ· σύ γάρ σκέπεις πάντας θνητούς ἐκ παντοίων κακῶν.

Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

καί ό Κανών.

ᾨδῇ α’. 
Ἦχος πλ. δ’. Υγρών διοδεύσας.
Στίχος. Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἠμᾶς τῆ δυνάμει σου.
Σταυρέ σκῆπτρον ἄγιον καὶ σεπτον, τοῦς έν εύλαβεια προσκυνοϋντάς την ίεράν σκεπήν σου άτρώτους άπό βλάβης, και πειρασμῶν καὶ κίνδυνον διάσωσον.

Σταυρέ σκῆπτρον άγιον τοῦ Χριστοῦ, τοῦς σέ προσκυνούντας καταξίωσον ἐσαεί, τῷ Κτίστῃ Θεῷ καθυπακούειν, καί ὑπ’ αὐτοῦ βασιλεύεσθαι ποίησον.

Σταυρέ ἡ βοήθεια τῶν πιστῶν, δίδου βοηθείας τοῖς ὑμνοῦσι τό ἱερόν, κράτος σου καί αἴρειν τά βραβεῖα, κατά παθῶν
ψυχοφθόρων ἐνίσχυσον.

Θεοτοκιον.
Σταυρόν καθορῶσα Ἁγνή ἀμνάς, τοῦ ἁγνῶς τεχθέντος ἐξ αὐτῆς, οὗτος νῦν ἐστι, πιστῶν σωτηρία ἀνεβόα, καί κραταιά προστασία καί στήριγμα.

ᾨδῇ γ ‘. Οὐρανίας ἀψϊδος.
Ό Σταυρός τοῦ Δεσπότου, χαῖρε νεκρῶν ἔγερσις, χαῖρε ἀσθενούντων ἡ ρῶσις, χαῖρε ἀντίληψις· τούς προσκυνοῦντάς σε, φύλαττε φρούρει καί σκέπε, ἐκ τῶν ὁρωμένων τε, καί ἀοράτων ἐχθρῶν.

Ό Σταυρός τοῦ Κυρίου, χαῖρε πιστῶν καύχημα, χαῖρε κραταιά προστασία, χαῖρε παράκλησις· τούς προσκυνοῦντάς σε, ἐκ περιστάσεως ῥῦσαι, καί δεινῆς κακώσεως καί πάσης θλίψεως.

Ό Σταυρός τού Κυρίου χαῖρε στερρόν έρρεισμα, χαῖρε των ΰμνούντων σε φύλαξ, χαῖρε προπύργιον τους προσκυνοΰντάς σε ἐκ τῶν τοῦ βίου σκανδάλων, ‘ρΰσαι καὶ διάσωσον θεία δυνάμει σου.

Θεοτοκίον.
Ό Σταυρός τοῦ Υἱοῦ σου, παρθενικόν καύχημα, πᾶσί σου τόν Τόκον ὑμνοῦσι, δύναμις πέφυκεν, οὗ ἡ προσκύνησις καί τό πρός σέ καταφεύγειν, πάθη θεραπεύουσι ψυχῆς καί σώματος.

ᾨδῇ δ’. Είσακήκοα Κύριε.
Ό Σταυρός ὁ Πανάγιος, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσιν αὐτόν τήν ἴασιν, καί πταισμάτων ἀπολύτρωσιν, ἐμφανῶς ὁρᾶται χαριζόμενος.

Τῶν ἀμέτρων πταισμάτων μου, ῥοῦν τόν θολερώτατον ἀποξήρανον, ὁ βαστάσας τόν ξηράναντα, ἀθεΐας ὕλην, Σταυρέ Τίμιε.

μαρτίαις συμπέφυρμαι, καί ἐκ τούτων ἦλθον εἰς ἀλλεπάλληλον, ἀρρωστίαν· ὅθεν κράζω σοι, ἄμφω τάς ἰάσεις, Σταυρέ
δώρησαι.

Θεοτοκίον .
Οἱ Σταυρόν καί τήν Ἄχραντον, ἔχοντες ἐλπίδα οὐκ αἰσχυνθήσονται· ἡ πρεσβεία γάρ καί δύναμις, τῆς Μητρός καί σκήπτρου σφόδρα δύνανται.

ᾨδῇ ε’. Φώτισον ημάς.
Γλύκανον ἡμῶν, τήν πικρίαν τῶν θλίψεων, Σταυρέ Κυρίου, ὁ πάλαι τῆς Μεῤῥᾶς, πικρῶν ὑδάτων τήν πικρίαν ἰασάμενος.

Σκέπασον ἡμᾶς, τῇ δυνάμει σου πανάγιε, Σταυρέ Κυρίου, ἐν σοί γάρ τοῦ Πατρός, Ἰσχύς ἐπήρθη, τό σόν κράτος ἐνισχύουσα.

Κούφισον ἡμῶν, ἅπαν ἄλγος τε καί κάκωσιν, καί σκυθρωπότητα ἐκ τῶν καρδιῶν, Σταυρέ Κυρίου· δέδοταί σοι γάρ τό δύνασθαι.

Θεοτοκίον.
χομεν πιστοί, προστασίαν πρός τόν Κύριον, τήν Παναγίαν Παρθένον καί τόν Σταυρόν, ὧν καταπλήττει καί τούς δαίμονας ἡ δύναμις.

ᾨδῇ ς’. Τῆν δέησιν ἐκχεῶ.
Τό ὅπλον τῶν βασιλέων ὑμνῶ σε, τήν στολήν τῶν Ἱερέων ὑψῶ σε, Χριστιανῶν τήν ἐλπίδα ἁπάντων, ὑμνολογῶ σε Σταυρέ Παμμακάριστε, τό καύχημα κἀμοῦ ὅν σε, ὅπλον ὡς μέγα ἀμπέχομαι.

Σέ σκέπην Xριστιανοί γινώσκομεν, καί καυχώμεθα ἐν σοί Ξύλον θεῖον· εἰς πάντα γάρ σέ εὑρίσκομεν κράτος, καί παντελῆ σωτηρίαν καί σύμμαχον, τήν χάριν ὅθεν καί ἡμῖν, τοῖς ὑμνοῦσί σε πόθῳ κατάπεμψον.

Κύριος ἰσχυρόν ἡμῖν τεῖχος, καί προστάτην καί φρουρόν σε παρέσχε, καί γάρ ἐν σοί ἐναντίαι δυνάμεις, ἐξηφανίσθησαν σθένει τοῦ κράτους σου. Ὡς ἔχεις οὖν πᾶσαν ἰσχύν, ἀσθενοῦντας ἡμᾶς ἰσχύν ἔνδυσον.

Θεοτοκίον.
Σωτῆράς μου ἐπιγράφομαι πόθῳ, τούς τόν Κτίστην μου σαρκί δεξαμένους, τήν μέν Ἁγνήν, ὡς ζωήν ἀφθαρτοῦσαν· τόν δέ Σταυρόν, ὡς νεκρῶν ζωοπάροχον. Νεκρώσει οὖν ζωοποιῷ, ὁ Σταυρός καί ἡ Κόρη ζωώσατε.

Διάσωσον Σταυρέ Κυρίου τήν ποίμνην σου ἀπό βλάβης, ὅτι πάντες ἐν σοί καυχόμεθα, καί γινώσκομεν τήν σκέπην σου, σωτηρίαν καί κράτος.

πίσκεψαι τῇ σῇ δυνάμει τούς πίστει σε προσκυνοῦντας, Τίμιε Σταυρέ, ἐξ ἐχθρῶν παντοίας κακώσεως, καί δίωξον τάς αὐτῶν περιστάσεις.

Αῖτησις καί τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Τό ξύλον τῆς ζωῆς καί δύναμις ὑπέροπλος, ἐλπίς τῶν πιστῶν καί σκέπη καί κραταίωμα, ἐκ ψυχῆς βοῶμέν σοι, Σταυρέ Κυρίου φύλαξ φάνηθι, καί ἐκ σκανδάλων τῶν τοῦ πονηροῦ, προφθάσας ῥῦσαι ἡμᾶς τούς ὑμνοῦντάς σε.

Καί εύθύς τό προκείμενον.
ψοῦτε Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν καί προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι Ἅγιος ἐστί (δίς).
Στίχος. Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο.

Εύαγγέλιον. 
Έκ τοϋ κατά Ίωάννην (Κεφ. γ’ 13 – 17).
Είπεν ό Κύριος. Ούδείς άναβέβηκεν εις τόν ούρανόν, είμή ό έκ τοιΰ ούρανοΰ καταβάς, ο Υίός τοΰ άνθρώπου, ό ών έν τω ούρανω. Καί καθώς Μωσής ύψωσε τόν όφιν έν τή έρήμω, ούτως ύψωθήναι δει τόν Υίόν τοΰ ανθρώπου, ϊνα πας ό πιστεύων εις αυτόν μή άπόληται, άλλ’ εχη ζωήν αιώνιον. Ούτω γάρ ήγάπησεν ό Θεός τον κόσμον, ωστε τον Υιόν αύτοΰ τον μονογενή έδωκεν, ϊνα πας ό πιστεύων είς αυτόν μή άπόληται, άλλ’ έχη ζωήν αιώνιον. Ού γάρ άπεστειλεν ό Θεός τον Υίόν αύτοΰ είς τον κόσμον, ϊνα κρίνη τον κόσμον, άλλ’ ϊνα σωθη ό κόσμος δι’ αύτου.

Δόξα.
Τῇ τοῦ Θείου Σταυροῦ σου δυνάμει Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν.
Ταῖς τῆς Παναχράντου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Έλεήμον, έλέησόν με ό Θεός…
Καί τό παρόν Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β’. “Ολην ἀποθέμενοι.
Σταυρέ πανσεβάσμιε, ὅν περιέπουσι τάξεις, Ἀγγέλων γηθόμεναι· σήμερον ὁρώμενος θείῳ πνεύματι, δικαιοῖς ἅπαντας, τούς κλοπῇ
βρώσεως, ἀπωσθέντας καί εἰς θάνατον καθυποκύψαντας· ὅθεν σε καρδίᾳ καί χείλεσι πιστῶς περιπτυσσόμενοι, τόν ἁγιασμόν ἀρυόμεθα· ὑμνεῖτε, βοῶντες, Χριστόν τόν ὑπεράγαθον Θεόν, καί τό αὐτοῦ προσκυνήσωμεν θεῖον ὑποπόδιον.

Σῶσον ό Θεός τόν λαόν σου…

ᾨδῇ ζ’. Οί έκ της Ίουδαίας.
Τό κράτος τοῦ θανάτου, τεθανάτωται πάλαι τῆς κρεμασθείσης ζωῆς, θανάτῳ ζωηφόρῳ, Σταυρέ ἐν σοί διό σε, ἱκετεύω κραυγάζων σοι, τῶν θανατούντων παθῶν, ρῦσαι με νῦν καί σῶσον.

Τήν βροτῶν σωτηρίαν, ὁ Σωτήρ ἠβουλήθη ἐναπεργάσασθαι, ἐν ξύλῳ ζωηφόρῳ, διδούς τοῖς σωζομένοις, μελωδεῖν τά σωτήρια· χαῖρε Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, πιστῶν ἁπάντων σῶστα.

Τοῦ ξύλου τῆς κατάρας, οἱ τρυφήσαντες εὗρον τάς ἀφεσίμους ἐν σοί, ἐκτάσει εὐλογίας χειρῶν τῶν τοῦ Δεσπότου, διό πάντες σοι κράζομεν· τήν εὐλογίαν Σταυρέ δίδου τοῖς σέ τιμῶσι.

Θεοτοκίον.
Καυχῶμαι τήν δυάδα, προβαλλόμενος πρέσβεις πρός τόν Σωτῆρα Χριστόν, Μητέρα καί τό σκῆπτρον· ἰσχύει γάρ ἡ Μήτηρ, καί τό σκῆπτρον κρατύνει με, χαῖρε τό σκῆπτρον Χριστοῦ, χαῖρε ἡ Μήτηρ τούτου.

ᾨδῇ η’. Τόν Βασιλέα τῶν Οὐρανών.
Τούς προσκυνοῦντάς σε, ὦ Σταυρέ διατήρει, πειρασμῶν καί κινδύνων ἀτρώτους· ἔχεις γάρ σήν σκέπην φρουροῦσαν πιστούς πάντας.

Τάς ἀῤῥωστίας τάς τῆς σαρκός ἰατρεύεις, καί σπιλάδας ψυχῶν ἐκκαθαίρεις. Ὅθεν σέ ὑμνοῦμεν, Σταυρόν τόν τοῦ Κυρίου.

Τούς τῷ σημείῳ σου ἑαυτούς σημειοῦντας, τῶν παγίδων λυτροῦσαι τοῦ σκότους, Σταυρέ τοῦ Κυρίου διά τοῦ σοῦ σημείου.

Θεοτοκίον.
Τοῦ Βασιλέως τῶν Οὐρανῶν τήν Μητέρα, καί Σταυρόν τοῦ Σωτῆρος ἐν πίστει, πάντες προσκυνοῦμεν, ὥσπερ κοινούς προστάτας.

ᾨδῇ θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
ν φέρω σοι ἐκ πόθου, δέησιν Κυρίου, δέξαι Σταυρέ, καί τήν χάριν παράσχου πιστῶς, σέ προσκυνοῦντι ἐν πίστει καί μεγαλύνοντι.

Σημεῖον νικηφόρον, πάντες οἴδασί σε, οἱ διά σοῦ βραβεῖα καί νίκας αὐτῶν, σύν εὐλαβείᾳ λαβόντες, καί μεγαλύνουσι.

Τό χαῖρε τοῦτο τέλος, τοῦ μικροῦ μου ὕμνου, τοῦ διά σοῦ νικηφόρου ὀφθέντος Σταυροῦ, δέξαι Χριστέ μου τό χαῖρε, καί δίδου μοι τά χαρμόσυνα.

Θεοτοκίον.
Οὐ θέλω σιωπῆσαι τά τῆς Θεοτόκου, καί τόν Σταυρόν μή κηρύττειν, ὅς σκέπει πιστούς· οὐ σιωπῶ, ἀλλά λέγω, εἰ καί ἐσίγησα.

ξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ· τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια,
Τόν Σταυρόν τόν τίμιον τοῦ Χριστοῦ, σήμερον ἐκ πόθου προσκυνήσωμεν εὐλαβῶς, καί ἐν κατανύξει βοήσωμεν συμφώνως, Σταυρέ ζωῆς τό ξύλον πιστούς στερέωσον.

Πάντες προσκυνοῦμεν πανευλαβῶς, καί φόβῳ καί πόθῳ, σύν ἀγάπῃ τε καί χαρᾷ τιμῶντες ὑμνοῦμεν τό πανάγιον ξύλον, χείλεσιν ἀναξίοις κατασπαζόμενοι.

Σκῆπτρον ἁγιώτατον τοῦ Χριστοῦ, ζωηφόρον ξύλον, ἱερέων ἡ καλλονή, Βασιλέων νῖκος, στήριγμα ὀρθοδόξων, πάντας τούς σέ τιμῶντας, Σταυρέ διάσωσον.

λαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μή προσκυνούντων τόν Σταυρόν τόν ζωοποιόν, τόν ἁγιασθέντα Αἵματι τῷ πανσέπτῳ, Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου ὅν μεγαλύνομεν.

Θέλων ἐπιδεῖξαι τοῖς Μαθηταῖς, δύναμιν ἐξ ὕψους, καί σοφίαν παρά Πατρός, ἐν ὄρει ἀνῆλθες, Χριστέ τῷ Θαβωρίῳ, καί
λάμψας ὡς Δεσπότης, τούτους ἐφώτισας.

ς ὑπέρ τήν ψάμμον τῶν θαλασσῶν, ὑπέρ ἀριθμόν τε τῶν ἀστέρων τοῦ Οὐρανοῦ, μόνος ἁμαρτήσας καί μόνος κατεκρίθην, ὦ Δέσποινα τοῦ Κόσμου, σύ με διάσωσον.

Τρισάγιον
γιος ὁ Θεός, γιος Ἰσχυρός, γιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Τροπάριον Ἦχος α΄.
Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου, καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατά βαρβάρων δωρούμενος, καί τό σόν φυλάττων διά τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς

Ἦχος β’. ‘Ότε έκ τοΰ ξύλου σε νεκρόν.
Λάμψον φῶς ἀπρόσιτον ἡμῖν· ἔργον γάρ ἐσμέν τῶν χειρῶν σου, πάντες Χριστέ Βασιλεῦ· νίκῃ δέ στεφάνωσον, τούς σέ ὑμνοῦντας πιστῶς, κατ’ ἐχθρῶν ἀοράτων τε, καί ὁρατῶν ἅμα, τεῖχος καί ὀχύρωμα, ἰσχύν καί ἄσυλον, ὄλβον τόν Σταυρόν σου πλουτοῦντας, Σῶτερ, ὁ τήν ἄφθορον μήτραν, ὑποδύς ἀῤῥήτως τῆς Θεόπαιδος.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὅ Θεός ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.
’Ἀμήν.

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2024

Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ...


Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Οἱ χοροί κατέρχονται καί μεταβαίνουσι εἰς τήν Βόρειον Πύλην τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Εἰς τό· «Δόξα Πατρί...» τοῦ· «Ἅγιος ὁ Θεός...» τῆς Δοξολογίας, ὁ Ἱερεύς λαμβάνει τό θυμιατόν καί θυμιᾷ ἐννεάκις τόν ἐπί τῆς Ἁγίας Τραπέζης εὑρισκόμενον, ηὐτρεπισμένον διά βασιλικοῦ καί τριῶν κηρῶν δίσκου, Τίμιον Σταυρόν καί θυμιάσας, ποιεῖ τρεῖς μετανοίας, ἀσπάζεται τήν Ἁγίαν Τράπεζαν καί αἴρει τόν δίσκον μετά τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπί κεφαλῆς καί ἐξέρχεται ἀπό τῆς Βορείου Πύλης τοῦ Ἱ. Βήματος, τῶν χορῶν ψαλλόντων τό ᾀσματικόν· «Ἅγιος ὁ Θεός...», προπορευομένων τῶν Λαμπαδούχων μετά ἑξαπτερύγων (πλήν τοῦ Σταυροῦ) καί τῶν Ἱεροψαλτῶν.

Ἡ πομπή, ὅταν φθάσῃ εἰς τό μέσον τοῦ Σολέα, περιφέρεται τρίς πέριξ τοῦ τρισκελίου. Ἀκολούθως ὁ Ἱερεύς βλέπων πρός ἀνατολάς, ὑψώνει τόν δίσκον καί ἐκφωνεῖ τό· «Σοφία· Ὀρθοί» καί ἐν συνεχείᾳ τίθησι τόν δίσκον ἐπί τοῦ τρισ­κελίου καί λαβών τό θυμιατόν καί θυμιῶν κυκλοτερῶς τοῦ τρισκελίου τόν Τίμιον Σταυρόν ψάλλει τό· «Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου...», ὅπερ ἐπαναλαμβάνουσιν οἱ δύο Χοροί.

Λαβών ἐν συνεχείᾳ ἀπό τόν δίσκον τόν Τίμιον Σταυρόν μετά κλάδων βασιλικοῦ, κρατεῖ αὐτόν ὑψηλά καί ἐκφωνεῖ·

«Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου...». Οἱ Χοροί ψάλλουσι μ΄ φοράς τό· «Κύριε, ἐλέησον». Ὁ Διάκονος ἤ ἄλλος τις, ραντίζει μέ κανίον τόν ὑπό τοῦ Ἱερέως κρατούμενον Τίμιον Σταυρόν καί βασιλικόν καί κλίνει μέχρι τοῦ ἐδάφους καί κατ’ ὀλίγον ἀνίσταται. Ἐλθών πρός τά δεξιά τοῦ τρισκελίου, βλέπων πρός βορρᾶν ἐκφωνεῖ·

«Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» καί ποιεῖ τήν β΄ Ὕψωσιν. Ἐλθών εἰς τήν ἀνατολικήν πλευράν καί βλέπων πρός δυσμάς ἐκφωνεῖ·

«Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν...» καί ποιεῖ τήν γ΄ Ὕψωσιν. Ἐλθών πρός βορρᾶν (ἀριστερά) ἐκφωνεῖ·

«Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ, τῶν ἐνοριτῶν, ἐπιτρόπων καί συνδρομητῶν τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης σύν γυναιξί καί τέκνοις αὐτῶν» καί ποιεῖ τήν δ΄ Ὕψωσιν. Ἐλθών δέ πάλιν πρό τοῦ τρισκελίου καί βλέπων πρός ἀνατολάς ἐκφωνεῖ·

«Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ πάσης ψυχῆς Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, ὑγείας τε καί σωτηρίας καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» καί ποιεῖ τήν ε΄ Ὕψωσιν.

Μετά τό· «Κύριε, ἐλέησον» τίθησι τόν Τίμιον Σταυρόν καί τόν βασιλικόν ἐπί τοῦ δίσκου. Εἶτα ὁ Ἱερεύς ἤ ὁ Ἀρχιερεύς, (ὅστις ἄν ᾖ χοροστατῶν κατέρχεται τοῦ θρόνου), λαμβάνει ἐκ τοῦ δίσκου τόν Τίμιον Σταυρόν μετά κλάδων βασιλικοῦ, ὑψώνει τοῦτον καί ψάλλει τό Κοντάκιον· «Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ...». Εἶτα ἀποθέτει αὐτόν ἐπί τοῦ δίσκου, ποιεῖ τρεῖς μετανοίας μετά Σταυροῦ, ἀσπάζεται τόν Τίμιον Σταυρόν καί ψάλλει τό· «Τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα...», ὅπερ ἐπαναλαμβάνουσι καί οἱ δύο χοροί καί γίνεται ὑπό τοῦ λαοῦ ἡ προσκύνησις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τῶν Χορῶν ψαλλόντων τά Ἰδιόμελα· «Δεῦτε, πιστοί...» κτλ. Ὁ Ἀριστερός χορός ψάλλει τό Ἀπολυτίκιον· «Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου...».

Δημοφιλείς αναρτήσεις