Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ο δρόμος της θεραπευτικής μας είναι όπως πάντοτε τριαδολογικός: σοφία, αγάπη και ταυτόχρονα σταυρός. - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Λόγος 
στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού

Πρὸς Κορινθίους Α’ 
Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 1:18-24

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακης 14 Σεπτεμβρίου του 2008  

Το ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία : εδώ 

  Η σημερινή εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έχει μεν αφετηρία της ιστορική ένα γεγονός που συνέβη πριν από δεκαπέντε περίπου αιώνες και ήταν σπουδαίο γεγονός, αλλά η Εκκλησία δεν στέκεται στην ανάμνηση απλώς του ιστορικού γεγονότος, η Εκκλησία και θεολογεί – και θεολογεί όχι αφηρημένα, θεολογεί   πρακτικά και θεραπευτικά. Προβάλλεται λοιπόν αυτό το γεγονός ως γεγονός κεντρικό της πορείας της πνευματικής του λαού του Θεού. Και σε αυτό θα πάμε να σταθούμε, αξιοποιώντας κατ' εξοχήν το κείμενο του Αποστόλου Παύλου που ακούσαμε πριν από λίγο. 

  Να το πω με απλά λόγια. Ο Θεός μέσα στην απέραντη αγάπη Του μας έδωσε και σοφία και μάλιστα πλεονάζουσα σοφία. Τόση σοφία που επιτρέπει να φτάνουμε και σε Εκείνον, να ομοιάζουμε σε Εκείνον. Αυτή την αγάπη του Θεού, που ήταν δεμένη με τη σοφία που μας έδωσε, εμείς την αποκόψαμε από την πηγή της και θελήσαμε να γίνουμε σοφοί χωρίς Αυτόν. Αυτή η αποκοπή είναι τραγωδία για τον άνθρωπο και αυτό είναι μια αρρώστια. Να γίνεσαι  σοφός, χωρίς την πηγή της σοφίας και χωρίς να καταλαβαίνεις τον Δωρεοδότη, αυτό είναι τραγωδία. Και ο Θεός, μέσα στην απέραντη αγάπη Του, αντί να δώσει μια άλλη απάντηση, θα έλεγα τιμωρίας – που δεν το έκανε – πάει  παρακάτω την αγάπη και τη σοφία Του. 

 Προσέξτε το συνδυασμό των λέξεων: η αγάπη συνδυάζεται πάντοτε με τη σοφία. Πάει παρακάτω την αγάπη και τη σοφία Του. Αφού δεν καταλάβαμε ότι σε Αυτόν θα στραφούμε για να είμαστε πραγματικά σοφοί και να καταλαβαίνουμε και τα πράγματα του κόσμου, αν το θέλουμε και μέσα στην επιστημονική τους διάσταση, ο Θεός λοιπόν,  αντί να τιμωρήσει, πήγε παρακάτω τη σοφία Του και την αγάπη Του ταυτόχρονα. Αυτό το παρακάτω για τα μάτια του κόσμου λέγεται «μωρία». Είναι μια υπερβολή πια, μια υπέρβαση. Αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, ο άλλος κάνει τα αντίθετα, και δεν γίνεται τίποτα. Και αγαπάς περισσότερο! Και τότε στην έννοια της σοφίας και της αγάπης Του ο Θεός έβαλε τον σταυρό. Αλλά έβαλε το δικό Του σταυρό! Όχι το δικό μας σταυρό. Άρα στην έννοια της σοφίας και της αγάπης Του έρχεται να προσθέσει τον σταυρό Του. Και αυτό είναι μια τρέλα, είναι μια μωρία. Γι' αυτό το κείμενο το αποστολικό το είπε «μωρία». Και το σχήμα πια ολοκληρώνεται: Αγάπη, σοφία και σταυρός. 

  Και αυτό το σχήμα δένεται πάνω στον άνθρωπο, και όποιος δεν το βιώνει αρχίζει να καταλαβαίνει τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Πο σοφς; Πο γραμματες;» Πού μελετητής σε αυτόν τον κόσμο; Ποιος μπορεί να πει που είναι σοφός, ποιος είναι αυτός ο οποίος αναλύει τα πράγματα και τα ξέρει γραμματειακά; Ποιος είναι ο συζητητής που αναλύει τα θέματα; Η απάντηση δίνεται, αλλά δεν έχει αυτή την τριπλή σύνδεση της αγάπης, της σοφίας και του σταυρού πια μαζί. Και τότε ο Θεός, αφού δεν τον κατάλαβαν μες στη Σοφία Του, ήρθε να Τον καταλάβουν μέσα στη «μωρία» – έτσι το λέει ο Απόστολος Παύλος – σε αυτή τη μωρία, σε αυτή την υπέρβαση της αγάπης και την υπέρβαση της σοφίας! Πού λοιπόν σοφός; πού γραμματεύς; Και «μρανεν Θες» τους σοφούς, οι σοφοί εμωράνθησαν γιατί αποσύνδεσαν το σχήμα· ούτε αγάπη, ούτε σταυρός, απλώς σοφία.

  Και έρχεται πια η Εκκλησία, αξιοποιώντας αυτό το βαθύ θεολογικό και θεραπευτικό σχήμα, να μιλήσει – σήμερα και πάντα για μας – μέσα από το γεγονός μεν που συνέβη πριν από 15 αιώνες, αλλά να μιλήσει σε εμάς πια! Και να μας θυμίσει: Θέλετε να έχετε σοφία; Πρώτα θα καταλάβετε τη σοφία του Θεού. Θέλετε να έχετε σοφία; Αυτό συνδυάζεται με την αγάπη. Θέλετε να έχετε σοφία και αγάπη; Αυτό συνδυάζεται με τον σταυρό. Το σχήμα πια είναι τριπλό, τρι-σύνθετο και άρρηκτο. Όποιος το αποσυνδέσει και το βιώσει αποσυνδεδεμένο, βιώνει μια τραγωδία στη ζωή του. Και θα τολμούσα να πω, η κάθε τραγωδία σε όλα τα επίπεδα που ζούμε, τα προσωπικά μας, τα κοινωνικά, τα επιστημονικά, βιώνεται  λόγω της αποσυνδέσεως αυτού του βαθέως σταυρικού σχήματος της «μωρίας». Και τότε γινόμαστε γελοίοι για τα μάτια του κόσμου· και ο Χριστός εθέλησε να «μωρανθεί» ο Ίδιος, να μωρανθεί η σοφία του κόσμου. Και τότε γινόμαστε «σκύβαλα» για τον κόσμο αλλά ζούμε αυτό το τριπλό, σύνθετο αξίωμα το θεραπευτικό της αγάπης του Θεού!

  Γι’ αυτό αυτή η Γιορτή σήμερα έχει πολύ μεγάλη σημασία για μας· υπενθυμίζει και ανοίγει και πάλι το δρόμο της θεραπευτικής μας! Και αυτός ο δρόμος της θεραπευτικής μας είναι όπως πάντοτε τριαδολογικός: σοφία, αγάπη και ταυτόχρονα σταυρός.

  

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

  

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   

Ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (2023) Κανόνες - Ιερά Μονή Ξηροποτάμου Ἅγιον Ὄρος

 

ᾨδὴ α'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι, τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿ εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον, διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν· τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται».

Τὸν τύπον πάλαι Μωσῆς, τοῦ ἀχράντου πάθους, ἐν ἑαυτῷ προέφηνε, τῶν ἱερῶν μεσούμενος, Σταυρῷ δὲ σχηματισθείς, τεταμέναις τρόπαιον, παλάμαις ἤγειρε, τὸ κράτος διολέσας, Ἀμαλὴκ τοῦ πανώλους· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.

νέθηκε Μωϋσῆς, ἐπὶ στήλης ἄκος, φθοροποιοῦ λυτήριον, καὶ ἰοβόλου δήγματος· καὶ ξύλῳ τύπῳ Σταυροῦ, τὸν πρὸς γῆν συρόμενον, ὄφιν προσέδησεν, ἐγκάρσιον ἐν τούτῳ, θριαμβεύσας τὸ πῆμα· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται.

πέδειξεν οὐρανός, τοῦ Σταυροῦ τὸ τρόπαιον, τῷ εὐσεβείας κράτορι, καὶ Βασιλεῖ θεόφρονι, ἐχθρῶν ἐν ᾧ δυσμενῶν, κατεβλήθη φρύαγμα· ἀπάτη ἀνετράπη δέ· καὶ πίστις ἐφηπλώθη, γῆς τοῖς πέρασι θεία· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται. 
Καταβασία 
Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τὴν Ἐρυθρὰν διέτεμε, τῷ Ἰσραὴλ πεζεύσαντι, τὴν δὲ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραὼ τοῖς ἅρμασι κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿εὔρους διαγράψας, τὸ ἀήττητον ὅπλον· διὸ Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται. 
Κανών α', ᾨδὴ γ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Ῥάβδος εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γὰρ προκρίνει τὸν ἱερέα, τῇ στειρευούσῃ δὲ πρώην, Ἐκκλησία νῦν ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καὶ στερέωμα». 
ς ἐπαφῆκε ῥαπιζομένη ὕδωρ ἀκρότομος, ἀπειθοῦντι λαῷ, καὶ σκληροκαρδίῳ, τῆς θεοκλήτου ἐδήλου, Ἐκκλησίας τὸ μυστήριον, ἧς ὁ Σταυρός, τὸ κράτος καὶ στερέωμα. 
Πλευρᾶς ἀχράντου λόγχῃ τρωθείσης, ὕδωρ σὺν αἵματι ἐξεβλήθη, ἐγκαινίζον διαθήκην, καὶ ῥυπτικὸν ἁμαρτίας· τῶν πιστῶν γὰρ Σταυρὸς καύχημα, καὶ Βασιλέων κράτος καὶ στερέωμα. 
Καταβασία 
άβδος εἰς τύπον τοῦ μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γὰρ προκρίνει τὸν ἱερέα, τῇ στειρευούσῃ δὲ πρώην, Ἐκκλησία νῦν ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καὶ στερέωμα. 
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ'
Τὸ προσταχθὲν 
ν Παραδείσῳ με τὸ πρίν, ξύλον ἐγύμνωσεν, οὗπερ τῇ γεύσει, ὁ ἐχθρὸς εἰσφέρει νέκρωσιν, τοῦ Σταυροῦ δὲ τὸ ξύλον, τῆς ζωῆς τὸ ἔνδυμα, ἀνθρώποις φέρον, ἐπάγη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ κόσμος ὅλος ἐπλήσθη πάσης χαρᾶς· ὃν ὁρῶντες ὑψούμενον, Θεῷ ἐν πίστει λαοί, συμφώνως ἀνακράξωμεν· Πλήρης δόξης ὁ οἶκός σου. 
Δόξα... Καὶ νῦν... τὸ αὐτὸ

 ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα». 
Πικρογόνους μετέβαλε, ξύλῳ Μωϋσῆς πηγὰς ἐν ἐρήμῳ πάλαι, τῷ Σταυρῷ πρὸς τὴν εὐσέβειαν, τῶν ἐθνῶν προφαίνων τὴν μετάθεσιν. 
βυθῷ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ἀνέδωκεν Ἰορδάνης ξύλῳ, τῷ Σταυρῷ καὶ τῷ Βαπτίσματι, τὴν τομὴν τῆς πλάνης τεκμαιρόμενος. 
ερῶς προστοιβάζεται, ὁ τετραμερὴς λαὸς προηγούμενος, τῆς ἐν τύπῳ μαρτυρίου σκηνῆς, σταυροτύποις τάξεσι κλεϊζόμενος. 
Θαυμαστῶς ἐφαπλούμενος, τὰς ἡλιακὰς βολὰς ἐξηκόντισεν, ὁ Σταυρός· καὶ διηγήσαντο, οὐρανοὶ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 
Καταβασία 
Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα.
 ᾨδὴ ε',
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
« τρισμακάριστον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος· δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοὶ δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν». 
Σὲ τὸ ἀοίδιμον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, τὴν Ἐδὲμ φυλάττουσα, στρεφομένη ῥομφαία, Σταυρὲ ᾐδέσθη, τὸ φρικτὸν δὲ Χερουβίμ, εἶξε τῷ σοὶ παγέντι Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
ποχθονίων δυνάμεις, ἀντίπαλοι τοῦ Σταυροῦ, φρίττουσι χαραττόμενον, τὸ σημεῖον ἐν ἀέρι ᾧ πολοῦσιν· οὐρανίων γηγενῶν, γένος δὲ γόνυ κάμπτει Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
Μαρμαρυγαῖς ἀκηράτοις, φανεὶς ὁ θεῖος Σταυρός, ἐσκοτισμένοις ἔθνεσι, τοῖς ἐν πλάνῃ ἀπάτης τὸ θεῖον φέγγος, ἀπαστράψας οἰκειοῖ, τῷ ἐν αὐτῷ παγέντι Χριστῷ, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
Καταβασία 
τρισμακάριστον ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθῃ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος, δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοὶ δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τὴν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 
 ᾨδὴ ς',
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Νοτίου θηρὸς ἐν σπλάγχνοις, παλάμας Ἰωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τὸ σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τὴν ὑπερκόσμιον Ἀνάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκὶ προσπαγέντος, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τριημέρῳ ἐγέρσει, τὸν κόσμον φωτίσαντος». 
γήρᾳ καμφθείς, καὶ νόσῳ τρυχωθείς, ἀνωρθοῦτο Ἰακὼβ χεῖρας ἀμείψας, τὴν ἐνέργειαν φαίνων τοῦ ζωηφόρου Σταυροῦ· τὴν παλαιότητα καὶ γάρ, τοῦ νομικοῦ σκιώδους, γράμματος ἐκαινογράφησεν, ὁ ἐν τούτῳ σαρκὶ προσπαγεὶς Θεός, καὶ τὴν ψυχόλεθρον νόσον, τῆς πλάνης ἀπήλασε. 
Νεαζούσαις θεὶς παλάμας, ὁ θεῖος Ἰσραήλ, σταυροειδῶς κάραις ἐδήλου, ὡς πρεσβύτερον κλέος ὁ νομολάτρης λαός· ὑποπτευθεὶς ὅθεν οὕτως ἐξηπατῆσθαι, οὐκ ἠλλοίωσε τὸν ζωηφόρον τύπον· ὑπερέξει λαὸς γὰρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, νεοπαγὴς ἀνεβόα, Σταυρῷ τειχιζόμενος. 
Καταβασία 
Νοτίου θηρὸς ἐν σπλάγχνοις, παλάμας Ἰωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τὸ σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τὴν ὑπερκόσμιον Ἀνάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκὶ προσπαγέντος, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τριημέρῳ ἐγέρσει, τὸν κόσμον φωτίσαντος.

Κανών α', ᾨδὴ ζ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«κνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβοῦς, λαοὺς ἐκλόνησε, πνέον ἀπειλῆς καὶ δυσφημίας θεοστυγοῦς· ὅμως τρεῖς Παῖδας οὐκ ἐδειμάτωσε, θυμὸς θηριώδης, οὐ πῦρ βρόμιον· ἀλλ᾿ ἀντηχοῦντι δροσοβόλῳ πνεύματι, πυρὶ συνόντες ἔψαλλον· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».

Ξύλου γευσάμενος ὁ πρῶτος ἐν βροτοῖς, φθορᾷ παρῴκησε· ῥίψιν γὰρ ζωῆς ἀτιμοτάτην κατακριθείς, ὅλῳ τῷ γένει σωματοφθόρος τις, ὡς λύμη τῆς νόσου μετέδωκεν· ἀλλ᾿ εὑρηκότες γηγενεῖς ἀνάκλησιν, Σταυροῦ τὸ ξύλον κράζομεν· Ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

λυσε πρόσταγμα Θεοῦ παρακοή, καὶ ξύλον ἤνεγκε θάνατον βροτοῖς, τὸ μὴ εὐκαίρως μεταληφθέν· ἐν ἀσφαλείᾳ τῆς ἐριτίμου δέ, ἐντεῦθεν ζωῆς τὸ ξύλον εἴργετο, ὃ νυκτιλόχου δυσθανοῦς ἠνέῳξεν, εὐγνωμοσύνης κράζοντος· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

άβδου προσπτύσσεται τὸ ἄκρον, Ἰωσήφ, ὁ γενησόμενον, βλέπων, Ἰσραήλ, τῆς βασιλείας τὸ κραταιόν, ὅπως συνέξει ὁ ὑπερένδοξος Σταυρὸς προδηλῶν· οὗτος γὰρ τοῖς βασιλεῦσι, τροπαιοῦχον καύχημα, καὶ φῶς τοῖς πίστει κράζουσιν· ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. 
Καταβασία 
κνοον πρόσταγμα τυράννου δυσσεβοῦς, λαοὺς ἐκλόνησε, πνέον ἀπειλῆς καὶ δυσφημίας θεοστυγοῦς· ὅμως τρεῖς Παῖδας οὐκ ἐδειμάτωσε, θυμὸς θηριώδης, οὐ πῦρ βρόμιον· ἀλλ᾿ ἀντηχοῦντι δροσοβόλῳ πνεύματι, πυρὶ συνόντες ἔψαλλον, ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

 ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν· ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα· καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας».

ψουμένου ξύλου, ῥαντισθέντος ἐν αἵματι, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου Θεοῦ, ὑμνεῖτε αἱ τῶν οὐρανῶν Δυνάμεις, βροτῶν τὴν ἀνάκλησιν ἑορτάζουσαι· Λαοὶ προσκυνεῖτε Χριστοῦ τὸν Σταυρόν, δι' οὗ τῷ κόσμῳ ἀνάστασις εἰς τοὺς αἰῶνας.

Γηγενεῖς παλάμαις, οἰκονόμοι τῆς χάριτος, Σταυρὸν οὗ ἔστη Χριστὸς ὁ Θεός, ὑψοῦτε ἱεροπρεπῶς καὶ Λόγχην, Θεοῦ Λόγου σῶμα ἀντιτορήσασαν. Ἰδέτωσαν ἔθνη πάντα τὸ σωτήριον, τοῦ Θεοῦ δοξάζοντα εἰς τοὺς αἰῶνας.

Οἱ τῇ θείᾳ ψήφῳ, προκριθέντες ἀγάλλεσθε, Χριστιανῶν πιστοὶ Βασιλεῖς· καυχᾶσθε τῷ τροπαιοφόρῳ ὅπλῳ, λαχόντες θεόθεν, Σταυρὸν τὸν τίμιον· ἐν τούτῳ γὰρ φῦλα πολέμων, θράσος ἐπιζητοῦντα, σκεδάννυνται εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Καταβασία 
Εὐλογεῖτε Παῖδες, τῆς Τριάδος ἰσάριθμοι, δημιουργὸν Πατέρα Θεόν, ὑμνεῖτε τὸν συγκαταβάντα Λόγον, καὶ τὸ πῦρ εἰς δρόσον μεταποιήσαντα, καὶ ὑπερυψοῦτε, τὸ πᾶσι ζωὴν παρέχον, Πνεῦμα πανάγιον εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Ἡ Τιμιωτέρα οὐ στιχολογεῖται 
Κανών α', ᾨδὴ θ', τῆς Ἑορτῆς
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ' οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν».

γαλλέσθω τὰ δρυμοῦ ξύλα σύμπαντα, ἁγιασθείσης τῆς φύσεως αὐτῶν, ὑφ᾿ οὗ περ ἐξ ἀρχῆς, ἐφυτεύθη Χριστοῦ, τανυθέντος ἐν ξύλῳ· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦμεν αὐτὸν καὶ μεγαλύνομεν.

ερὸν ἠγέρθη κέρας θεόφροσι, τῆς κεφαλῆς τῶν ἁπάντων ὁ Σταυρός, ἐν ᾧ ἁμαρτωλῶν νοουμένων, συνθλῶνται τὰ κέρατα πάντα, δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦμεν αὐτὸν καὶ μεγαλύνομεν. 
Εἱρμὸς ἄλλος  
« διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσι».

Μὴ τὴν πικρίαν τὴν τοῦ ξύλου, ἐάσας ἀναιρέσιμον Κύριε, διὰ Σταυροῦ τελείως ἐξήλειψας· ὅθεν καὶ ξύλον ἔλυσε ποτέ, πικρίαν ὑδάτων Μερρᾶς, προτυποῦν τοῦ Σταυροῦ τὴν ἐνέργειαν· ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσιν.

διαλείπτως βαπτομένους, τῷ ζόφῳ τοῦ προπάτορος Κύριε, διὰ Σταυροῦ ἀνύψωσας σήμερον· ὡς γὰρ τῇ πλάνῃ ἄγαν ἀκρατῶς, ἡ φύσις προκατηνέχθη, παγκλήρως ἡμᾶς πάλιν ἀνώρθωσε, τὸ φῶς τὸ τοῦ Σταυροῦ σου· ὃν οἱ πιστοὶ μεγαλύνομεν.

να τὸν τύπον ὑποδείξῃς, τῷ κόσμῳ προσκυνούμενον Κύριε, τόν τοῦ Σταυροῦ ἐν πᾶσιν ὡς ἔνδοξον, ἐν οὐρανῷ ἐμόρφωσας, φωτὶ ἀπλέτῳ ἠγλαϊσμένον, Βασιλεῖ πανοπλίαν ἀήττητον· ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλύνουσιν. 
Καταβασίαι  
Μυστικῶς εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τὸ τοῦ Σταυροῦ, ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτὸν σὲ μεγαλύνομεν.
 
διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον· τῆς γὰρ Προμήτορος ἡ παγγενὴς κατάρα διαλέλυται, τῷ βλαστῷ τῆς ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, τῶν οὐρανῶν μεγαλυνουσι.


Οι Χαιρετισμοί εις την νοητήν κλίμακα του Τιμίου Σταυρού

Οι Χαιρετισμοί εις την νοητήν κλίμακα του Τιμίου Σταυρού
Κοντάκιον. 
Ἦχος πλ. δ’’. Τῆ Υπερμάχω.
τρισμακάριστε Σταυρέ καί πανσεβάσμιε, σε προσκυνοῦμεν οἱ πιστοῖ καί μεγαλύνομεν, ἀγαλλόμενοι τῆ θεία σου ἀνυψώσει. Ἀλλ’ ὡς τρόπαιον καί ὅπλον ἀπροσμάχητον, περιφρούρει τε καί σκέπε τῆ σή χάριτι, τοῖς σοι κράζοντας·
Χαῖρε Ξύλον μακάριον.

γγελοι οὐρανόθεν, ἀοράτως κυκλοῦσι, Σταυρόν τόν ζωηφόρον ἐν φόβω• καί φωτοπάροχον χάριν λαμπρῶς παρεχόμενον, νῦν τοῖς πιστοῖς βλέποντες, ἐξίστανται, καί ἵστανται βοῶντες πρός αὑτόν τοιαύτα·

Χαῖρε, Σταυρέ, οἰκουμένης φύλαξ·
χαῖρε, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας.
Χαῖρε, ὁ πηγάζων ἀφθόνως ἰάματα·
χαῖρε, ὁ φωτίζων τοῦ κόσμου τά πέρατα.
Χαῖρε, ξύλον ζωομύριστον, καί θαυμάτων θησαυρέ·
χαῖρε, συνθετοτρισόλβιε, καί χαρίτων παροχεῦ.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις ὑποπόδιον θεῖον·
χαῖρε, ὅτι ἐτέθης εἰς προσκύνησιν πάντων.
Χαῖρε, κρατήρ τοῦ νέκταρος ἔμπλεως·
χαῖρε, λαμπτήρ τῆς ἄνω λαμπρότητος.
Χαῖρε, δι’ οὐ εὐλογεῖται ἡ κτίσις·
χαῖρε, δι’ οὐ προσκυνεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Βλέπουσα ἡ Ἑλένη ἑαυτήν ἐν ἐφέσει, φησί τῷ Βασιλεῖ θαρσαλέως Τό παμπόθητον σου τῆς ψυχῆς εὐχερέστατον μου τῆ σπουδή φαίνεται ζητοῦσα γοῦν τό κράτιστον σοι τρόπαιον, ὡς λέγεις, κράζω·

Ἀλληλούϊα. 
Γνῶσιν ἄγνωστον πρώην Βασίλισσα γνοῦσα, ἐβόησε πρός τούς ὑπουργοῦντας Ἐκ λαγόνων τῆς γῆς εὑρεῖν ἐν τάχει, καί δοῦναι τόν Σταυρόν σπεύσατε, πρός ὀν ἰδοῦσα ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλήν κράζουσα οὕτω·

Χαῖρε, χαράς τῆς ὄντως σημεῖον·
χαῖρε, ἀράς τῆς ἀρχαίας λύτρον.
Χαῖρε, θησαυρός ἐν τῆ γῆ φθόνῳ κρυπτόμενος·
χαῖρε, ὁ φανείς ἐν τοῖς ἄστροις τυπούμενος.
Χαῖρε, τετρακτινοπύρσευτε καί πυρίμορφε Σταυρέ·
χαῖρε, κλῖμαξ υψοστήρικτε προοραθείσά ποτέ.
Χαῖρε, τό τῶν Ἀγγέλων γαληνόμορφον θαῦμα·
χαῖρε, τό τῶν δαιμόνων πολυστένακτον τραῦμα.
Χαῖρε, τερπνόν τοῦ Λόγου κειμήλιον·
χαῖρε, πυρός τῆς πλάνης σβεστήριον.
Χαῖρε, Σταυρέ, ἀπορούντων προστάτα·
χαῖρε, στερρέ εὐδρομούντων ἀλεῖπτα.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον. 
 
Δύναμις ἡ τοῦ Ξύλου, ἐπιδέδεικται τότε, πρός πίστωσιν ἀληθῆ τοῖς πᾶσι καί τήν ἄφωνον τε καί νεκράν πρός ζωήν ἀνέστησε, φρικτόν θέαμα τοῖς μέλλουσι καρποῦσθαι σωτηρίαν, ἐν τῷ μέλπειν οὕτως·

Ἀλληλούϊα.

χουσα ἡ Ἑλένη, τό ἀήττητον ὅπλον, ἀνέδραμε πρός τόν ταύτης γόνον ὁ δε, μέγα σκιρτήσας εὐθύς, ἐπιγνούς τόν μέγιστον Σταυρόν, ἔχαιρε, καί ἄλμασιν ὡς ἄσμασιν ἐβόα πρός αὑτόν τοιαῦτα·

Χαῖρε, Σταυρέ, τοῦ φωτός δοχεῖον·
χαῖρε, Σταυρέ, τῆς ζωῆς ταμεῖον.
Χαῖρε, ὁ δοτήρ χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος·
χαῖρε, ὁ λιμήν ποντοπόρων ἀχείμαστος.
Χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα ὤσπερ θύμα τόν Χριστόν·
χαῖρε, κλῆμα, βότρυν πέπειρον, φέρον οἶνον μυστικόν.
Χαῖρε, ὅτι τά σκῆπτρα τῶν ἀνάκτων φυλάττεις·
χαῖρε, ὅτι τάς κᾶρας τῶν δρακόντων συνθλάττεις.
Χαῖρε, λαμπρόν τῆς πίστεως γνώρισμα·
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου διάσωσμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρός θνητούς εὐλογία·
χαῖρε, θνητῶν πρός Θεόν μεσιτεία.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Ζῆλον ἔνδοθεν θεῖον, ἡ Ἑλένη λαβοῦσα, ἐζήτησε καί εὗρε σπουδαίως, τόν ἐν γῆ κρυπτόμενον Σταυρόν, καί δεικνύμενον ἐν οὐρανῶ Άνακτι• ὀν ύψωσε• καί βλέπων τό πολίτευμα, ἐν πίστει ἔφη·

Ἀλληλούϊα.

λιόμορφος ὤφθη, ὁ Σταυρός ἐν τῷ κόσμῳ, καί πάντες φωτισμοῦ ἐμπλησθέντες, καί δραμόντες ὡς πρός ἀστέρα θεωροῦσι τοῦτον ὡς καλῶν αἴτιον, ἐν ταῖς χερσί ταῖς θείαις ὑψωθέντα ὀν ὑμνοῦντες εἶπον·

Χαῖρε, αὐγή νοητοῦ Ἠλίου·
χαῖρε, πηγή ἀκενώτου μύρου.
Χαῖρε, τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀνάκλησις·
χαῖρε, τῶν ἀρχόντων τοῦ ᾄδου ἡ νέκρωσις.
Χαῖρε, ὅτι ἀνυψούμενος συνανυψοίς νῦν ἡμᾶς·
χαῖρε, ὅτι προσκυνούμενος καθαγιάζεις τάς ψυχάς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων κοσμοκήρυκτον κλέος·
χαῖρε, τῶν ἀθλοφόρων εὐμενέστατον σθένος.
Χαῖρε, Σταυρέ, Ἑβραίων ὁ ἔλεγχος·
χαῖρε, πιστῶν ἀνθρώπων ὁ ἔπαινος.
Χαῖρε, δι’ οὐ κατεβλήθη ὁ ᾄδῃς·
χαῖρε, δι’ οὐ ἀνατέταλκε χάρις.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Θεοβράβευτον Ξύλον, θεωρήσαντες πάντες, τῆ τούτου νῦν προσέλθωμεν σκέπη• καί ὡς ὅπλον κρατοῦντες αὑτό, δι’ αὑτοῦ τροποῦμεν τῶν ἐχθρῶν φάλαγγας, καί ψαύοντες τόν ἄψαυστον, τοῖς χείλεσιν αὑτῷ βοῶμεν·

Ἀλληλούϊα. 
 
δε φώς οὐρανόθεν, ὁ Κωνσταντῖνος ὁ μέγας, δεικνύμενον Σταυροῦ τό σημεῖον, δι’ ἀστέρων, ἐν ὦ καί νικᾶν πολεμίων πληθύν, ἔσπευσε τό Ξύλον φανερώσαι, καί βοήσαι πρός αὑτό τοιαῦτα·

Χαῖρε, βουλῆς τῆς ἀρρήτου πέρας·
χαῖρε, λαοῦ ευσεβούντως κέρας.
Χαῖρε, πολεμίων ὁ τρέπων τάς φάλαγγας·
χαῖρε, φλόξ καθάπερ φλέγων τούς δαίμονας.
Χαῖρε, σκῆπτρον ἐπουράνιον τοῦ Βασιλέως τοῦ στρατοῦ·
χαῖρε, τρόπαιον ἀήττητον τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ.
Χαῖρε, ὁ τῶν βαρβάρων τήν αφρύν καταβάλλων·
χαῖρε, ὁ τῶν ἀνθρώπων τάς ψυχάς περιέπων.
Χαῖρε, κακῶν πολλῶν ἀμυντήριον·
χαῖρε, καλῶν πολλῶν βραβευτήριον.
Χαῖρε, δι’ οὐ Χριστοφόροι σκιρτῶσι·
χαῖρε, δι’ οὐ Ἰουδαῖοι θρηνοῦσι.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Κλῖμαξ οὐρανομήκης, ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου εγένετο• τούς πάντας ἀνάγων ἀπό γῆς πρός ὕψος οὐρανοῦ, τοῖς χοροῖς Ἀγγέλων συνοικεῖν πάντοτε, ἀφέντας τά νῦν ὄντα ὡς μή ὄντα, καί εἰδότας ψάλλειν·

Ἀλληλούϊα.

Λάμψας φώς ἐπί πᾶσιν, ὁ Σωτήρ τοῖς ἐν ᾄδῃ ἐφώτισας τούς κάτω κειμένους πυλωροί δε ᾄδου τήν αὐγήν μή ἐνέγκαντες σου, ὡς νεκροί πεπτώκασιν οἱ τούτων δε ῥυσθέντες, νῦν ὁρῶντες τόν Σταυρόν βοῶσι·

Χαῖρε, ἀνάστασις τεθνεώτων·
χαῖρε, παράκλησις τῶν πενθούντων.
Χαῖρε, τῶν ταμείων τοῦ ᾄδου ἡ κένωσις·
χαῖρε, Παραδείσου τρυφῆς ἡ ἀπόλαυσις.
Χαῖρε, ῥάβδος ἡ ποντίσασα τόν Αἰγύπτιον στρατόν·
χαῖρε αὖθις, ἡ ποτίσασα Ἰσραηλίτην λαόν.
Χαῖρε, ἔμψυχον Ξύλον, τοῦ Λῃστοῦ σωτηρία·
χαῖρε, εὔοσμον ῥόδον, εὐσεβῶν εὐωδία.
Χαῖρε, τροφή πεινώντων ἐν πνεύματι·
χαῖρε, σφραγίς, ἤν ἔλαβον ἄνθρωποι.
Χαῖρε, Σταυρέ, μυστυρίων ἡ θύρα·
χαῖρε, ἐξ οὐ ῥεῖθρα χέονται θεία.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Μέλλοντος Μωυσέως, τό πολύμοχθον γένος, λυτρώσασθαι ἐκ τοῦ λυμεῶνος, ἐπεδόθης ὡς ῥάβδος αὑτῷ, ἀλλ’ ἐγνώσθης τοῦτο καί Θεοῦ σύμβολον διόπερ κατεπλάγη σου Σταυρέ, τήν δυναστείαν κράζων·

Ἀλληλούϊα.

Νόμον ὁ ἐν Σιναίω, τῷ Θεόπτῃ δούς πάλαι, Σταυρῶ ἐθελοντί προσηλοῦται, ὑπέρ άνομων ἀνόμως ἀνδρών, καί κατάραν νόμου παλαιάν ἔλυσεν, ἶνα Σταυροῦ τήν δύναμιν ὁρῶντες, ἅπαντες νῦν, βοῶμεν·

Χαῖρε, ἀνόρθωσις πεπτοκότων·
χαῖρε, κατάπτωσις κοσμολάτρων.
Χαῖρε, Ἀναστάσεως Χριστοῦ τό εγκαίνισμα·
χαῖρε, μοναζόντων τό θεῖον ἐντρύφημα.
Χαῖρε, δένδρον ευσκιόφυλλον, ὑφ’ οὐ σκέπονται πιστοί·
χαῖρε, ξύλον προφητόφθεγκτον, πεφυτευμένον ἐν γῆ.
Χαῖρε, τῆς Βασιλείας κατ’ ἐχθρῶν συμμαχία·
χαῖρε, τῆς πολιτείας κραταιά προστασία.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου φανέρωσις·
χαῖρε, βροτῶν πταιόντων κατάκρισις.
Χαῖρε, Σταυρέ, ὀρφανῶν ἀντιλῆπτορ·
χαῖρε, Σταυρέ, πλουτιστά τῶν πενήτων.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Ξένον θαῦμα ἰδόντες, ξένον βίον βιῶμεν, τόν νοῦν εἰς οὐρανόν ἀνυψοῦντες διά τοῦτο γάρ ἐν τῷ Σταυρῶ ὁ Χριστός ἐπάγη, καί σαρκί πέπονθε, βουλόμενος ἑλκύσαι πρός τό ὕψος, τούς αὑτῷ βοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

λος ἦλθεν ἐξ ὕψους, τήν Θεότηταν ἔχων, ὁ μόνος προαιώνιος Λόγος καί τεχθείς ἐκ Παρθένου Μητρός, καί φανείς τῷ κόσμῳ ταπεινός ἄνθρωπος, Σταυρόν καταδεξάμενος, εζώωσε αὑτῷ βοῶντας·

Χαῖρε, Σταυρέ τῆς εἰρήνης ὅπλον·
χαῖρε, βαλβίς τῶν ὁδοιπορούντων.
Χαῖρε, σῳζομένων σοφία καί στήριγμα·
χαῖρε, ἀπολλυμένων μωρία καί σύντριμμα.
Χαῖρε, εὔκαρπον, ἀθάνατον, καί ζωηφόρον φυτόν·
χαῖρε ἄνθος, ὅπερ ἤνθησε τήν σωτηρίαν ἡμῶν.
Χαῖρε, ὅτι συνάπτεις τά ἐν γῆ σύν τοῖς ἄνω·
χαῖρε, ὅτι φωτίζεις τάς καρδίας τῶν κάτω.
Χαῖρε, δι’ οὐ φθορά ἐξωστράκισται·
χαῖρε, δι’ οὐ ἡ λύπη ἠφάνισται.
Χαῖρε, κάλων μυριάριθμος ὄλβος·
χαῖρε, πιστῶν μυριώνυμον εὖχος.

Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

Πέπτωκε τῶν δαιμόνων, ἡ παμβέβηλος φάλαγξ, καί γένος τῶν Ἑβραίων ᾐσχύνθη, προσκυνούμενον τόν Σταυρόν παρά πάντων, μετά πόθου βλέποντες, ἀεί δε ἀναβλύζοντα ἰάματα τοῖς ἐκβοῶσιν·

Ἀλληλούϊα.

εύματα συνεστάλη, λογισμῶν κακοδόξων, παγέντος σου Χριστέ ἐπί ξύλου ἀποροῦσι γάρ ὄντως τό, Πως καί Σταυρόν ὑπέστης, καί φθοράν πέφευγας ἡμεῖς δε τήν Ἀνάστασιν δοξάζοντες, ἀναβοῶμεν·

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ τό ὕψος·
χαῖρε, προνοίας αὑτοῦ τό βάθος.
Χαῖρε, μωρολόγων ἀλόγων ἡ ἄγνοια·
χαῖρε, μαντιπόλων ἀφρόνων ἀπώλεια.
Χαῖρε, ὅτι τήν Ἀνάστασιν ἐμφανίζεις τοῦ Χριστοῦ·
χαῖρε, ὅτι τά παθήματα ἀνακαινίζεις αὑτοῦ.
Χαῖρε, τῶν πρωτοπλάστων τήν παράβασιν λύσας·
χαῖρε, τοῦ Παραδείσου τάς εἰσόδους ἀνοίξας.
Χαῖρε Σταυρέ, τοῖς πᾶσι σεβάσμιε·
χαῖρε, ἐθνῶν ἀπίστων ἀντίπαλε.
Χαῖρε Σταυρέ, ἰατρέ τῶν νοσούντων·
χαῖρε, ἀεί βοηθέ τῶν βοώντων.

Χαῖρε Ξύλον μακάριον.

Σώσει θέλων τῶν κόσμον, ὁ τοῦ κόσμου κοσμήτωρ, κατῆλθε πρός αὑτόν ἀπορρήτως καί Σταυρόν ὑπέστη, Θεός ὤν, δι’ ἡμᾶς, τά πάντα καθ’ ἡμᾶς δέχεται διό καί λυτρωσάμενος ἡμᾶς, ἀκούει παρά πάντων·

Ἀλληλούϊα.

Τεῖχος τῆς οἰκουμένης, ὦ Σταυρέ ζωηφόρε, ἀπόρθητον καί θεῖον νοοῦμεν ὁ γάρ τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, κατασκευάσας σε Ποιητής, τάννυσι τάς χεῖρας, ξένον άκουσμα• καί ἅπαντας ἐκφωνεῖν διδάσκει·

Χαῖρε, ἡ βάσις τῆς εὐσεβείας·
χαῖρε, τό νῖκος τῆς κληρουχίας.
Χαῖρε, Αμαλήκ νοητόν ὁ τροπούμενος·
χαῖρε, Ιακώβ ταῖς χερσί προτυπούμενος.
Χαῖρε, σύ γάρ ανεμόρφωσας τάς παλαιτάτας σκιάς·
χαῖρε, σύ γάρ ἀνεπλήρωσας προφητοφθέγκτους φωνάς.
Χαῖρε, ὁ τόν Σωτῆρα τῶν ἁπάντων βαστάσα·
χαῖρε, ὁ τόν φθορέα τῶν ψυχῶν καταργήσας.
Χαῖρε, δι’ οὐ Ἀγγέλοις ἡνώθημεν·
χαῖρε, δι’ οὐ φωτί κατηυγάσθημεν.
Χαῖρε, σε γάρ προσκυνοῦμεν τιμῶντες·
χαῖρε, σοι γάρ προσφωνοῦμεν βοῶντες.

Χαῖρε Ξύλον μακάριον.

μνος ἅπας μειοῦται, συνακολουθεῖν θέλων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν σου θαυμάτων ἐγκωμίων πληθύν καί γάρ ἀν προσάξωμέν σοι, ὦ Σταυρέ τίμιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὤν δέδωκας ἡμῖν ἀλλ’ οὑν βοῶμεν·

Ἀλληλούϊα.

Φωτοπάροχχον αἴγλην, τοῖς ἐν σκότει δωρεῖται, Σταυρός ὁ ζωοδώρητος οὗτος τό γάρ άϋλον δέδεκται φώς, καί πρός γνῶσιν θείαν δᾳδουχεῖ άπαντας• ὑψοῖ δε νῦν ὑψούμενος τόν νοῦν ἡμῶν, ἀναμέλπειν ταύτᾳ·

Χαῖρε, φωστήρ, τοῖς ἐν σκότει φαίνων·
χαῖρε, ἀστήρ τόν κόσμον αὐγάζων.
Χαῖρε, ἀστραπή, χριστοκτόνους ἀμβλύνουσα·
χαῖρε, ἡ βροντή, τούς ἀπίστους ἐκπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι κατελάμπρυνας Ὀρθοδόξων τούς χορούς·
χαῖρε, ὅτι κατηδάφισας τῶν εἰδώλων τούς βωμούς.
Χαῖρε, οὗπερ ὁ τύπος οὐρανόθεν ἐφάνη·
χαῖρε, οὗπερ ἡ χάρις πονηρίας ἐλαύνει.
Χαῖρε, σαρκός σημαίνων τήν νέκρωσιν·
χαῖρε, παθών ὁ κτείνων ἐπέγερσιν.
Χαῖρε, ἐν ὦ ὁ Χριστός ἐσταυρώθη·
χαῖρε, δι’ οὐ πᾶς ὁ κόσμος ἐσώθη.

Χαῖρε Ξύλον μακάριον.

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὁ Χριστός τοῖς ἀνθρώποις, τάς χεῖρας ἐπί ξύλου ἐκτείνει, καί τά ἔθνη πάντα συγκαλεῖ, καί βασιλείαν πᾶσιν οὐρανῶν δίδωσι, τοῖς μέλπουσι τόν ὕμνον ἐπαξίως, καί πιστῶς βοῶσιν·

Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντες σου τόν ὕμνον, εὐφημοῦμεν ἐκ πόθου, ὡς ἔμψυχον Κυρίου σε Ξύλον ἐπί σοι γάρ παγείς ἐν σαρκί, ὁ δεσπόζων τῶν δυνάμεων, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι ταύτᾳ·

Χαῖρε, Σταυρέ, νοητή ῥομφαία·
χαῖρε, Ἁγίων ἅγιον βλέμμα.
Χαῖρε, Προφητῶν καί Δικαίων προκήρυγμα·
χαῖρε, τοῦ Χριστοῦ λαμπροφόρον στρατήγημα.
Χαῖρε, κάλλος καί διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν·
χαῖρε, κράτος καί ὀχύρωμα ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς ἀληθείας εὐκλεέστατος κόσμος·
χαῖρε, τῆς σωτηρίας εὐτυχέστατος ὅρμος.
Χαῖρε, φαιδρόν ἁπάντων ἀγλάϊσμα·
χαῖρε, υἱῶν τῆς Άγαρ φυγάδευμα.
Χαῖρε, φωτός ἀκηράτου λυχνία·
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς θυμηδία.

Χαῖρε Ξύλον μακάριον. 
 
Ω πανύμνητον Ξύλον, τό βαστάσαν τόν πάντων Ἁγίων, ἁγιώτατον Λόγον (τρίς) δεδεγμένων ημώς τά λιτάς, ἀπό πάσης ῥῦσαι συμφοράς ἅπαντας, καί αἰωνίου λύτρωσαι κολάσεως τούς σοι βοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

γγελοι οὐρανόθεν, ἀοράτως κυκλοῦσι, Σταυρόν τόν ζωηφόρον ἐν φόβῳ καί φωτοπάροχον χάριν λαμπρῶς παρεχόμενον, νῦν τοῖς πιστοῖς βλέποντες, ἐξίστανται, καί ἵστανται βοῶντες πρός αὑτόν τοιαῦτα·

Χαῖρε, Σταυρέ, οἰκουμένης φύλαξ·
χαῖρε, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας.
Χαῖρε, ὁ πηγάζων ἀφθόνως ἰάματα·
χαῖρε, ὁ φωτίζων τοῦ κόσμου τά πέρατα.
Χαῖρε, ξύλον ζωομύριστον, καί θαυμάτων θησαυρέ·
χαῖρε, συνθετοτρισόλβιε, καί χαρίτων παροχεῦ.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις ὑποπόδιον θεῖον·
χαῖρε, ὅτι ἐτέθης εἰς προσκύνησιν πάντων.
Χαῖρε, κρατήρ τοῦ νέκταρος ἔμπλεως·
χαῖρε, λαμπτήρ τῆς ἄνω λαμπρότητος.
Χαῖρε, δι’ οὐ εὐλογεῖται ἡ κτίσις·
χαῖρε, δι’ οὐ προσκυνεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε Ξύλον μακάριον.

Κοντάκιον. 
Ἦχος πλ. δ’’. Τῆ Υπερμάχω.
Ω τρισμακάριστε Σταυρέ καί πανσεβάσμιε, σε προσκυνοῦμεν οἱ πιστοί καί μεγαλύνομεν, ἀγαλλόμενοι τῆ θεία σου ἀνυψώσει. Ἀλλ’ ὡς τρόπαιον καί ὅπλον απροσμάχητον, περιφρούρει τε καί σκέπε τῆ σή χάριτι, τοῖς σοι κράζοντας Χαῖρε, Ξύλον μακάριον.

 


Κατά την ώρα της προσκυνήσεως και του ασπασμού του Τιμίου Σταυρού στους αίνους...



Θαυμαστή οπτασία του μοναχού Γενναδίου
Κατά την 24η Οκτωβρίου ήλθε στην Ιερά Μονή μας του Διονυσίου για ελεημοσύνη κάποιος φτωχός μοναχός από τη Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου, ονομαζόμενος Γεννάδιος. Γεροντάκι άνω των εβδομήντα ετών. Τούτον ο Καθηγούμενός μας Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ τον οικονόμησε ό,τι ήθελε, και κατά τη συνομιλία, και μάλιστα περί πνευματικής ζωής, το Γεροντάκι μεταξύ άλλων για τη ζωή του, του εξομολογήθηκε και την ακόλουθη θαυμαστή οπτασία, από την οποία πιστοποιείται η ενάρετη και αγία ζωή του.

Κατά την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 1967, κατά την οποία ιδιαιτέρως εορτάζει η Μονή Ξηροποτάμου, καθώς έχει τον Μέγα Τίμιο Σταυρό και μάλιστα με την οπή που προσηλώθηκε ο Κύριος, για χάρη της εορτής πήγε και αυτός να συνεορτάσει, και συνάμα να προσκυνήσει και να ασπασθεί το Πανάγιο Ξύλο.

Κατά την ώρα της προσκυνήσεως και του ασπασμού στους αίνους, ο Γέροντας ήλθε σε έκσταση και έβλεπε ότι από το Τίμιο Ξύλο ανέβλυζαν φλόγες πυρός και όλος ο γύρω χώρος σαν να φλεγόταν από φωτιά. Βλέποντας αυτά θαύμαζε και έλεγε μέσα του: Πώς οι αδελφοί μοναχοί πλησιάζουν και ασπάζονται τον Τίμιο Σταυρό και δεν κατακαίγονται; Και πώς και αυτός θα μπορέσει να πλησιάσει και να ασπασθεί; Του φαινόταν τελείως αδύνατον. Γι’ αυτό, όταν ήλθε η σειρά του να προσκυνήσει και αυτός, παρακάλεσε την Παναγία από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς του να τον βοηθήσει να πλησιάσει και αυτός. Και, ω του θαύματος, οι φαινόμενες φλόγες σβήσθηκαν, και έτσι με θάρρος και πολλή ευλάβεια προσήλθε και προσκύνησε. 
Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 12 (1987), άρθρο: «Διονυσιατικές διηγήσεις Γ’», σελ. 64.

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Όταν το 312 ο Μέγας Κωνσταντίνος εξεστράτευσε εναντίον του τυράννου της Ρώμης Μαξεντίου, την παραμονή της οριστικής μάχης είδε να σελαγίζει στον ουρανό, σχηματισμένο από άπλετο φως ηλιακών αχτίνων, το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Ἐν τούτῳ νίκα» [21 Μαΐου]. Ύστερα από την θαυμαστή αυτή επιφάνεια περικόσμησε τα πολεμικά του λάβαρα με το τρόπαιο του Σταυρού και, θέτοντας αυτά επί κεφαλής των στρατευμάτων του, κέρδισε περίλαμπρη νίκη, η οποία τον κατέστησε κύριο ολόκληρου του ρωμαϊκού κόσμου και του επέτρεψε να εξασφαλίσει τον θρίαμβο του χριστιανισμού.

Από τότε ο ευσεβής βασιλεύς έτρεφε τον πόθο να βρει το Τίμιο Ξύλο. Η ευκαιρία του δόθηκε κατά την διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), όταν πληροφορήθηκε από τον επίσκοπο Αιλίας (Ιεροσολύμων) Μακάριο περί της Αγίας Πόλεως. Στο εικοστό λοιπόν έτος της βασιλείας του (326) έστειλε την μητέρα του αγία Ελένη στους Αγίους Τόπους, με σκοπό να τους καθαρίσει από τα είδωλα και να ανεύρει τον Τίμιο Σταυρό και τόπους του Πάθους του Κυρίου, που είχαν καλυφθεί από τον αυτοκράτορα της Ρώμης Αδριανό Αίλιο (117-138).

Ως αντίποινα σε εξέγερση των Ιουδαίων (132-135) ο Αδριανός είχε ανασκάψει όλη την Αγία Πόλη και είχε καταχώσει κάτω από τις επιχωματώσεις τα ιερά της, ώστε να εξαφανισθεί κάθε μνήμη της ιουδαϊκής και χριστιανικής θρησκείας. Στην νέα πόλη που ανίδρυσε, στην Αιλία Καπιτωλίνα, δέσποζε η ειδωλολατρία με κύριους ναούς της το Καπιτώλιο, στην θέση του ναού του Σολομώντος, και τον ναό της Αφροδίτης, στην θέση του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου.

Με οδηγό τις πληροφορίες της τοπικής παράδοσης οι εργάτες του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατεδάφισαν το μυσαρό ειδωλείο της Αφροδίτης, έσκαψαν το έδαφος σε μεγάλο βάθος και πέταξαν μακριά από την πόλη όλα τα χώματα και τα υλικά, ως μολυσμένα από τις δαιμονικές θυσίες. Τότε αποκαλύφθηκε ο Γολγοθάς και το σπήλαιο του Παναγίου Τάφου. Λίγο πιο πέρα βρέθηκαν καταχωμένοι οι τρεις σταυροί, τα τρία καρφιά, που είχαν χρησιμοποιηθεί για να προσηλώσουν επάνω στον Σταυρό οι Ιουδαίοι το ζωοποιό Σώμα του Κυρίου και η ξύλινη πινακίδα με την επιγραφή.

Για να διακρίνει ποιος από τους τρεις σταυρούς ήταν του Σωτήρος, ο σοφότατος Μακάριος ακούμπησε με θερμή προσευχή τον καθένα χωριστά επάνω σε βαριά ασθενή γυναίκα. Ο Σταυρός του Κυρίου αμέσως θαυματούργησε, χαρίζοντας στην ασθενή την υγεία της.

Ευθύς ο επίσκοπος, η βασίλισσα και όλοι οι άρχοντες της συνοδείας της τον προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια και τον ασπάσθηκαν. Επειδή δεν ήταν εύκολο να τον ασπασθούν όλοι οι χριστιανοί, ζήτησαν τουλάχιστον να τον δουν από μακριά το όργανο της απολυτρώσεώς μας. Ο μακαριότατος επίσκοπος ανέβηκε επάνω στον άμβωνα και, υψώνοντας τον Σταυρό με τα δυο του χέρια, τον έδειξε στον λαό του Θεού, που κραύγαζε το «Κύριε, ελέησον».

Από τότε οι θείοι Πατέρες εθέσπισαν να εορτάζεται κάθε χρόνο η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού από όλες τις Εκκλησίες, όχι μόνον για την ανάμνηση του γεγονότος, αλλά για να δειχθεί ότι το σύμβολο αυτό της κατάρας έγινε το καύχημα και το αγαλλίαμά μας.

Σήμερα, με την επανάληψη της πράξεως αυτής του επισκόπου Μακαρίου, υψώνοντας δηλαδή τον Σταυρό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και ψάλλοντας το «Κύριε, ελέησον», ομολογούμε ότι ανεβαίνοντας ο Χριστός στον Σταυρό ήθελε να αποκαταλλάξει τα πάντα εις Αυτόν, να ενώσει τα πέρατα της γης, το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος εν τω Σώματί Του, ώστε να έχουμε δι’ Αυτού την προσαγωγή προς τον Πατέρα  (πρβλ. Κολ. 1, 20· Εφ. 3, 18).

Ο Τίμιος Σταυρός ήταν κατασκευασμένος από τριών ειδών ξύλα: κυπαρίσσι, πεύκο και κέδρο, για να εκπληρωθεί η προφητεία του Ησαΐου  (Ησ. 60, 13).   Αναρίθμητα τεμάχια διαμοιράσθηκαν σε όλον τον χριστιανικό κόσμο,          τα οποία έχουν την ιδιότητα να παραμένουν άφθαρτα και μεταδίδουν σε όσους τα προσκυνούν με πίστη την χάρη της Αναστάσεως. Ας σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο τεμάχιο τιμίου Ξύλου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, έχει δε και τον τύπο ενός εκ των ήλων.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 187–189
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δημοφιλείς αναρτήσεις