Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΒΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΟΒΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2024

Ο ζωώδης φόβος και ο φόβος του Θεού…

 

Γέρων Θαδδαίος: 
Ο ζωώδης φόβος και ο φόβος
του Θεού…

Ο φόβος του Θεού δεν είναι ο ζωώδης φόβος αυτού του κόσμου. 
Εμείς διαρκώς φοβόμαστε με έναν ζωώδη φόβο. 
Αυτόν πρέπει να τον ξεπεράσουμε. 
Αυτός αποτελεί ιδιότητα της κόλασης. 
Η ζωή μας είναι με φόβο: για το αύριο, για το μέλλον, για το τι θα γίνει; 
…αυτό είναι ζωώδης φόβος. 
Ο φόβος Θεού είναι: όταν κάποιον αγαπάτε και μάλιστα όταν πραγματικά τον αγαπάτε με την καρδιά σας, προσέχετε με ολόκληρο το είναι σας, όχι μόνο με τα λόγια, τις πράξεις και τον τρόπο ζωής, να μην τον προσβάλλετε, να μην τον πικράνετε, και με τις σκέψεις επίσης. 
Δηλαδή προσπαθείτε να κάνετε κατά το θέλημά του, για να είναι ικανοποιημένος. 
Κι αυτό είναι ο φόβος του Θεού: με τίποτε να μην πικράνουμε τον Γονέα μας. 
Είτε με τη ζωή μας, είτε με τις σκέψεις μας, επειδή ο νους μας επιθυμεί να ανακατώνεται εκεί, και παντού να χώνει τη μύτη του -κι εκεί που πρέπει κι εκεί που δεν πρέπει. 
Και μετά μας φταίνε οι άλλοι. 
Οι ίδιοι φταίμε, αφεθήκαμε. 
Εκεί που εργαζόμαστε, εκεί μαλώνουν, εκεί διαπληκτίζονται. 
Γι’ αυτό λένε οι άγιοι Πατέρες, στις συγκεντρώσεις καλύτερα να σιωπούμε. 
Ας κάνουν οι άλλοι προτάσεις, εσύ σιώπα και άκου.
Κι αν ζητήσουν, αν πρέπει κάτι να πεις, πες εκείνο που δεν προσβάλλει κανέναν, κανενός την αξιοπρέπειαν. 
Καλύτερα να μην ανακατεύεσαι. 
Κοίταζε τη δουλειά σου και διαφύλαξε την ησυχία σου.  

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντα Θαδδαίου της Βιτόβνιτσας, 
“Όποιον
σκέπτεσαι σ’ αυτόν ανήκεις”

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Περί δειλίας - Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου



ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ

Περί δειλίας
(Διά την άνανδρον δειλίαν)


1. Όποιος εργάζεται την αρετή σε Κοινόβιο ή σε συνοδία, δεν είναι συνηθισμένο να πολεμήται από την δειλία. Εκείνος όμως πού ευρίσκεται σε ησυχαστικώτερους τόπους, ας αγωνίζεται μήπως και τον κυριεύση το γέννημα της κενοδοξίας και η θυγατέρα της απιστίας, δηλαδή η δειλία.

2. Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιας ψυχής πού εγήρασε στην κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις της πίστεως, με την ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά.

3. Ο φόβος είναι κίνδυνος που προμελετάται. Ή διαφορετικά, ο φόβος είναι μία έντρομη καρδιακή αίσθησις, πού συγκλονίζεται και αγωνιά από αναμονή απροβλέπτων συμφορών. Ο φόβος είναι μία στέρησις της εσωτερικής πληροφορίας. Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη της δειλίας∙ έχοντας πεποίθησι στον εαυτόν της και όχι στον Θεόν, φοβείται τους κρότους των κτισμάτων και τις σκιές.

4. Όσοι πενθούν και όσοι καταπονούνται χωρίς να υπολογίζουν κόπους και πόνους, δεν αποκτούν δειλία. Πολλές φορές όσοι υποκύπτουν στην δειλία χάνουν το μυαλό τους. Και είναι φυσικό αυτό, διότι είναι δίκαιος Εκείνος πού εγκαταλείπει τους υπερηφάνους, ώστε και οι υπόλοιποι να μάθωμε να μη υψηλοφρονούμε.

5. Όλοι όσοι φοβούνται είναι κενόδοξοι, αλλ΄ όμως όλοι όσοι δεν φοβούνται δεν σημαίνει ότι είναι ταπεινόφρονες, αφού και οι λησταί και οι τυμβωρύχοι δεν υποκύπτουν εύκολα στην δειλία.

6. Σε όποιους τόπους συνηθίζεις να φοβήσαι, μη διστάζης να πηγαίνης, όταν ακόμη δεν έχη ξημερώσει. Εάν δείξεις κάποια χαλαρότητα στο σημείο αυτό, τότε θα γηράση μαζί σου το νηπιακό και αξιογέλαστο τούτο πάθος. Ενώ βαδίζεις προς τα εκεί οπλίζου με την προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ εκείνους τους τόπους, ανύψωσε τα χέρια σου. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους εχθρούς, διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στην γη ισχυρότερο όπλο. Αφού απαλλαγής από την αρρώστεια αυτή, ας ανυμνήσης τον Λυτρωτή σου∙ διότι εάν τον ευγνωμονής, θα σε σκεπάζη παντοτινά.

7. Ποτέ δεν μπορείς διά μιας να γεμίσης την κοιλία. Παρόμοια βέβαια δεν μπορείς διά μιας να νικήσης την δειλία. Όταν έχωμε πολύ πένθος, θα υποχωρήση πιο γρήγορα∙ όταν όμως αυτό μας λείπη, θα παραμένουμε συνεχώς δειλοί. «Έφριξάν μου τρίχες και σάρκες» είπε ο Ελιφάζ (Ιώβ δ΄ 15), περιγράφοντας την πανουργία τούτου του δαίμονος.

8. Άλλωτε εδειλίασε πρώτα η ψυχή και άλλοτε το σώμα, και εν συνεχεία μεταβίβασε το ένα στο άλλο το πάθος. Αν συμβή να φοβηθή το σώμα, χωρίς όμως να εισδύση ο άκαιρος φόβος στην ψυχή, ευρισκόμεθα πλησίον στην θεραπεία. Όταν δε όλα τα δυσάρεστα και απροσδόκητα τα δεχώμεθα πρόθυμα, με συντριμμένη καρδιά, τότε ελευθερωθήκαμε πραγματικά από την δειλία.

9. Δεν ενισχύει τους δαίμονας εναντίον μας το σκότος και η ερημία των τόπων, αλλά η ακαρπία της ψυχής μας. Μερικές φορές όμως πρόκειται για οικονομική παίδευσι εκ μέρους του Θεού.

10. Εκείνος που έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθή μόνο τον ιδικό του Δεσπότη. Και εκείνος πού δεν φοβείται ακόμη Αυτόν, φοβείται πολλές φορές την σκιά του.

11. Όταν πλησιάση αοράτως ένα πονηρό πνεύμα, φοβείται το σώμα. Όταν όμως πλησιάση κάποιος Άγγελος, αγάλλεται η ψυχή των ταπεινών. Γι΄αυτό, μόλις από την ενέργεια αυτή αντιληφθούμε την παρουσία του, ας τρέξουμε γρήγορα στην προσευχή, διότι ήλθε να προσευχηθή μαζί μας ο αγαθός μας φύλαξ.
Όποιος ενίκησε την δειλία, είναι φανερό ότι ανέθεσε στον Θεόν και την ζωή και την ψυχή του.
Κλίμαξ 
του 
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

 


Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

Οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς


 

Οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς

Τέσσερις εἶναι οἱ λυτρώσεις τῆς ψυχῆς: ὁ φόβος καὶ ἡ μετάνοια, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπίδα. Οἱ δύο πρῶτες τὴν προστατεύουν στὴ γῆ, οἱ ἄλλες δύο τὴν ἀνεβάζουν στὸν οὐρανό.

 

 ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ

Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου

Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

Σκοτάδι πάνω στους εχθρούς του Θεού

 
ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 17
Σκοτάδι πάνω στους εχθρούς του Θεού
1Εκπληκτικές είναι οι εκδηλώσεις της κρίσης σου, Κύριε! Κανένας δεν μπορεί εύκολα να τις διηγηθεί· γι’ αυτό όσοι δεν θέλησαν να διδαχτούν γι’ αυτές, πλανήθηκαν. 2Οι ασεβείς νόμισαν ότι θα καταδυναστεύσουν το δικό σου έθνος και γι’ αυτό έγιναν δέσμιοι του σκότους και αιχμάλωτοι μεγάλης νύχτας· κλείστηκαν στα σπίτια τους και βρίσκονταν εκεί αποξενωμένοι από την αιώνια πρόνοιά σου. 3Νόμισαν ότι θα μείνουν άγνωστοι μαζί με τα κρυφά τους αμαρτήματα κάτω από το σκοτεινό πέπλο της λησμονιάς· διασκορπίστηκαν, όμως, γιατί τους έπιασε πανικός και τρόμαξαν απ’ τα φαντάσματα. 4Το βαθύ καταφύγιο δεν τους απάλλαξε από το φόβο, και ήχοι τρομακτικοί αντηχούσαν γύρω τους, και παρουσιάζονταν μπροστά τους φαντάσματα σκυθρωπά με αγέλαστα πρόσωπα. 5Καμιά φωτιά δεν είχε τη δύναμη να φωτίσει το σκοτάδι εκείνο ούτε οι ακτίνες των άστρων μπορούσαν να φωτίσουν την τρομερή αυτή νύχτα. 6Κάποτε παρουσιαζόταν σ’ αυτούς μια φωτιά που άναβε μόνη της αλλά κι αυτή τους προκαλούσε φόβο. Έτσι, τρομαγμένοι από τις δυσδιάκριτες μορφές, τα έβλεπαν όλα αυτά χειρότερα απ’ ό,τι ήταν. 7Όλοι οι μάγοι και οι εξορκιστές ήταν ανίσχυροι μπροστά σ’ αυτή τη φωτιά και η υπερηφάνεια της σοφίας τους αποδείχτηκε γελοία· 8γιατί αυτοί που υπόσχονταν ότι μπορούσαν ν’ απομακρύνουν τους φόβους και τις ταραχές από τους ασθενείς τους, ήταν αυτοί οι ίδιοι άρρωστοι από έναν γελοίο φόβο. 9Κι αν ακόμα τίποτα δεν υπήρχε να τους τρομάξει, αυτοί τρόμαζαν από το πέρασμα των θηρίων ή το σφύριγμα των ερπετών· πέθαιναν από τον τρόμο τους, χωρίς να τολμούν ν’ αντικρύσουν τον αέρα γύρω τους. 10Η κακία αυτοαποκαλύπτεται από τη δειλία και αυτοτιμωρείται· ο ένοχος έχει πάντοτε βαριά συνείδηση και φοβάται για το χειρότερο. 
11Ο φόβος δεν είναι τίποτε άλλο παρά αδυναμία να βοηθηθούμε από το λογικό. 12Όσο μικρότερη είναι η εμπιστοσύνη στο λογικό μας, τόσο περισσότερο υποχωρούμε μπροστά στο φόβο, γιατί αγνοούμε από πού προέρχεται. 13Οι ασεβείς, λοιπόν, κοιμούνταν τη νύχτα, όπου κάθε δύναμη αναστέλλεται, τη νύχτα που προέρχεται από τα βάθη του άδη, όπου κάθε δύναμη εκλείπει· κοιμούνταν όλοι τον ίδιο ύπνο 14αλλά καταδιώκονταν από τρομερά φαντάσματα και τους εγκατέλειπε κάθε ψυχικό θάρρος, γιατί είχαν καταληφθεί από έναν ξαφνικό και απροσδόκητο φόβο. 15Βυθισμένοι όλοι σ’ αυτόν το φόβο, ήταν κλεισμένοι σε μια φυλακή χωρίς αλυσίδες και κάγκελα. 16Είτε ήταν γεωργοί είτε βοσκοί είτε εργάτες που μοχθούσαν στις ερημιές, υπέμεναν όλοι την αναπόφευκτη ανάγκη εκεί που βρίσκονταν, γιατί είχαν δεθεί με τις ίδιες αλυσίδες σκότους. 17Ο άνεμος που σφύριζε ή το αρμονικό κελάδημα των πουλιών ανάμεσα στα πυκνά κλαδιά, η βουή του νερού που κυλούσε ορμητικά ή ο τρομερός ήχος των βράχων που κατρακυλούσαν, 18οι μετακινήσεις των ζώων που χοροπηδούσαν πριν κανείς τα δει ή οι βρυχηθμοί των άγριων θηρίων ή οι αντίλαλοι στις κοιλάδες ανάμεσα στα βουνά, όλα αυτά τους παρέλυαν από τρόμο. 
19Κι αυτά συνέβαιναν, όταν όλος ο άλλος κόσμος φωτιζόταν με λαμπρό φως και ήταν απασχολημένος με τα έργα του με πλήρη ελευθερία. 20Μόνο στους ασεβείς είχε πέσει πάνω τους νύχτα βαριά, εικόνα του σκότους που τους περίμενε· μέσα τους η θλίψη ήταν πιο ζοφερή από το εξωτερικό σκοτάδι.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Περί μετανοίας - Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

ΛΟΓΟΣ ΕΞΗΚΟΣΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ: Περί μετανοίας (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
ΠΗΓΉ: ΕΔΩ
α. Περί μετανοίας· και τί λογής αγώνα ψυχής, και πόνον καρδίας έχει εκείνος οπού μετανοεί με Πνεύμα συντετριμμένον, και με κατάνυξιν. 
β. Ποία είναι εκείνα οπού λέγει, και εύχεται προς τον φιλάνθρωπον Θεόν. 
γ. Και περί φόβου Θεού.

α. Ποίος άνθρωπος ευρίσκεται ποτέ εις τον κόσμον, οπού ώντας φαρμακευμένος με θανατηφόρον φαρμάκι, και έχωντας πό­νους πολλούς, και σφοδρούς μέσα εις τα εντόσθιά του ημπορεί να βάλη εις τον νουν του, ή να φροντίση τελείως διά καμμίαν μικράν πλη­γήν οπού να έχει επάνω εις το δέρμα τού κορ­μιού του; Ότι ο πόνος οπού είναι μέσα του, σκε­πάζει κάθε άλλον πόνον, ή πληγήν οπού να εί­ναι έξωθεν, και η πολλή θλίψις τής καρδίας του, δεν τον αφίνει να στοχασθή, και να ιδή τας εξωτερικάς πληγάς· αλλά από τον πολύν πόνον, και την ανυπόφορον οδύνην του, αλησμονεί τας πληγάς οπού έχει απέξω, και ξεσχίζει τα ρούχα του με τα χέρια του, και με τα ονύχια των χειρών του ξύει τας πληγάς τού σώματός του, και αλησμονεί και τους γονείς του, και τους φί­λους του, και δεν γυρίζει να ιδή κανένα άνθρω­πον, ουδέ γυρίζει να κοιτάξη αυστηρώς εκείνον οπού τον καταράται, ουδέ φροντίζει διά τα πράγ­ματά του, αλλά αφίνει τον πλούτον του να τον αρπάζει όποιος θέλει· και ούτε ψωμί τρώγει με όρεξιν, ότι είναι όλος φαρμάκι, ούτε κρασί πί­νει με νοστιμάδα, ότι ο πόνος του είναι άμε­τρος (Ταύτα όλα τα λέγει ο Αγιος διά εκείνον οπού έλθη εις αίσθησιν, και συλλογιζόμενος τας αμαρτίας του, και τον ψυχικόν θάνατον οπού του επροξένησαν, μετανοεί τη αληθεία, και κρίνωντας τον εαυτόν του καθώς είπεν ο Πατήρ εις τον νζ’ λόγον, κάνει αυτά οπού λέγει εδώ και περισσότερα από αυτά) όθεν και εις εκείνους οπού τον προσκαλούν εις φαγοπότια αποκρίνεται με οργήν μεγάλην. Φύγετε από εμένα, ότι θάνατος συντρί­βει την ψυχήν μου, και τί ιξεύρω, αν εις ολίγην ώραν την μεγάλη, διατί και να ζω πλέον εις την παρούσαν ζωήν δεν το θέλω, ότι από τέτοιαν ζωήν οπού ζω με τόσους πόνους καλ­λίτερος είναι ο θάνατος. Από τότε πλέον δεν θέλει πέση να αναπαυθή εις το κρεββάτι, αλλά θέλει κυλίεται, και σπαράττεται κάτω εις την γην με μεγάλαις φωναίς, και κλαυθμούς, και δεν τον μέλλει τελείως διά εκείνους οπού τον βλέπουν οπού ατακτεί, ή διά εκείνους οπού ακούουν τας φωνάς του, και τον κατηγορούν· τα μάτια του γίνονται δύω βρύσαις, και ευγάνουν δάκρυα περισσότερον, πάρεξ οπού βλέπουν. Ε­κείνος ο άνθρωπος μακαρίζει κάθε άνθρωπον ωσάν Αγγελον, και τους ζωντανούς, και τους απεθαμένους, και εκείνους ακόμι οπού δεν εγεννήθησαν εις τούτον τον κόσμον, και κάθε άλογον ζώον, και κάθε ερπετόν όλα τα μακαρίζει, και λέγει. Αληθινά ευλογημένα είναι όλα τα ποιήματα του Θεού, διατί δεν έχουν τους εδικούς μου πόνους, αλλά απερνούν την ζωήν τους με χαράν, χωρίς πόνους· εγώ δε μόνος έχω βάρος, και φορτίον βαρύτατον αμαρτημάτων, και κρίνομαι από τώρα με το πυρ τής κρίσεως, και μοναχός εγώ αισθάνομαι πόνους δρυμυτάτους επάνω εις την γην. Κάθε άλλην ψυχήν την λογίζεται σεβασμίαν, και την ευλαβείται ως αγίαν· και μοναχός εκείνος συστέλλεται από όλους, ωσάν ακάθαρτος. Δεν διακρίνει δίκαιον από άδικον, αλλά έχει όλους ομοίως Αγίους, και καθαρούς, και ακαθάρτους, και μόνος εκείνος χωρίζεται από όλα τα κτίσματα οπού είναι υποκάτω εις τον ουρανόν, και κάθεται ε­πάνω εις κοπρίαν αμέτρων αμαρτημάτων, και ευρίσκεται εις ένα σκότος αγονοίας, και λύπης οπού δεν έχει τέλος· και ξύει τας σαπημένας του πληγάς όχι με όστρακον ωσάν τον Ιώβ, αλλά με τα ονύχια των χειρών του, διά τον μεγάλον πόνον τής καρδίας του· ότι ο Ιώβ αγκαλά και ήτον πληγωμένος εις το κορμί, όμως η ψυχή του ήτον σκεπασμένη, και φυλαγμένη από τον Θεόν. Αλλά αυτός έχει την ψυχήν μαζή με το κορμί φαρμακευμένην, και πληγωμένην από αμαρτήματα· και διά τούτο η πλη­γή τού τοιούτου ανθρώπου είναι μύριαις φοραίς χειρότερη από την πληγήν τού Ιώβ. Και μετά ταύτα τον αφίνουν και οι κατά σάρκα συγγενείς του, και όλοι οι φίλοι, και γνώριμοι οπού είχεν εις τον κόσμον τούτον. Ότι αφ’ ού τον συντροφεύσουν ολίγον, και συγκλαύσουν με αυτόν βλέποντες την απαρηγόρητον, και άμετρον θλίψιν του, και νομίζοντες αυτόν, ωσάν ένα βδέλυγμα, πηγαίνει κάθε ένας εις το σπήτι του. και τότε πλέον ωσάν μείνη αυτός μοναχός, και ιδή την ερημίαν, και απορίαν, και θλίψιν, και πόνον του, θέλει κλαύσει με λύπην τής ψυχής του άμετρον, και θέλει φωνάξει με απελπισίαν εις τον Παντο­κράτορα Κύριον. 
β. Ιδού βλέπεις, ω Κύριε, τα πάντα, και δεν είναι κανένα πράγμα οπού εσύ δεν το βλέπεις. Εγώ δε αγκαλά και είμαι έργον των χειρών σου, όμως έργα των προσταγμάτων σου δεν έπραξα, αλλά με μεγάλην μου ανοησίαν έκαμα κάθε κακίαν, με όλον οπού συ ο Ποιητής μου, και Θεός είσαι αγαθός και εγώ δεν σε εγνώριζα. Τώρα όμως οπού ήκουσα περί σου ετρόμαξα και δεν ιξεύρω τι να κάμω· αισθάνθηκα την κρίσιν σου, και λόγος απολογίας δεν ευρέθη εις το στόμα μου· διατί δεν έκαμα καμμίαν αρετήν, ή κανένα έργον μετανοίας οπού να είναι άξιον, διά να συγχωρηθή ένας αργός λόγος τού στόματός μου. Ότι ανίσως τινάς κάμη όλας τας αρετάς, και όλα τα καλά έργα, τα κάμνει ως δούλος, και χρεώστης· αμή διά την αμαρτίαν του δεν θέλει εύρη κανένα αντάλλαγμα, μόνον το έλεός σου να προφθάση. Ότι η αμαρτία είναι θάνατος, και ποίος είναι εκείνος οπού αποθαίνει διά μέσου αυτής, και ανασταίνεται αφ’ εαυτού του; βεβαιότατα κανένας· ιδατί συ μόνος απέθανες, και ανέστης ότι αμαρ­τίαν ουκ εποίησας, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί σου. Και ποιός θέλει αποθάνη με α­μαρτίας, και δεν θέλει μετανοήσει; όμως τότε πλέον δεν έχει κανένα όφελος από την μετάνοιαν. Έτζι Δέσποτα Παντοκράτορ, και εγώ οπού έκαμα κακά έργα μετανοώ, αλλά η μετάνοιά μου δεν δύναται να με δικαιώση. Διότι με­τάνοια είναι το να γνωρίση τινάς τας αμαρτίας του· και αγκαλά βλέπης, ω Παντεπόπτα Κύ­ριε, ότι τώρα δέν έχω άλλο τίποτε, έξω από το κορμί μου, όμως δεν είναι κανένα όφελος εις εμένα από την στέρησιν του πλούτου, ότι είμαι σχεδόν όλος μία πληγή, και δεν απέμεινε πουθενά εις εμένα αφορμή σωτηρίας, διατί έμεινα μόνος, και με κατέπιεν ο άδης ζωντανόν. Εσύ μόνος, δύνασαι να με ελευθερώσης, και να ιατρεύσης τον πόνον τής καρδίας μου, ότι η χειρ σου είναι δυνατή εις όλα, και φθάνει και αυτά τα βάθη των αβύσσων, και όλα τα ενερ­γεί με μόνον το νεύμα σου. Να ειπώ ελέησόν με Κύριε, δεν τολμώ, διότι είμαι ανάξιος του ελέους σου, ωσάν οπού είμαι κατά αλήθειαν πάσης κολάσεως άξιος. Συ δε Κύριε ιξεύρεις πάν­τα και καθώς ιξεύρει η φιλανθρωπία σου, κάμε εις εμένα τον ανάξιον και αυτής της ζωής. Όθεν ο εύσπλαγχνος Θεός θέλει τόν εισακούσει ογλίγωρα, και θέλει τού δώσει χωρίς αργοπο­ρίαν άνεσιν των πόνων του, και ελευθερίαν τής θλίψεώς του. Ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, και δεν υποφέρει να βλέπη το πλάσμα τών χει­ρών του να ευρίσκεται εις τόσην μεγάλην ανάγκην, και ανυπόφορον λύπην· και εις τον άνθρω­πον εκείνον οπού κάμη όλα τα προειρημένα ανελλειπώς, και εις εκείνους οπού τα ακούουν με πίστιν, και μιμούνται αυτήν την αληθινήν εικόνα τής μετανοίας, (η οποία εικών πρώτον έγινε με το έργον, και τότε εγράφη με τον λό­γον) θέλει κάμη ο Θεός το μέγα και ανεκλάλητόν του έλεος, και θέλει τού δείξη την αγαθότητά του, και αλλάξει εις χαράν τον πόνον του, και την λύπην τής καρδίας του εις πολλήν γλυκύτητα, και θέλει τον κάμει να ξεράση το φαρ­μάκι τού δράκοντος οπού κατατρώγει τα εντόσθιά του και από τότε και εις το εξής δεν θέλει ενθυμηθή τους προτέρους του κόπους, και πόνους και κανένα άλλο από εκείνα τα κακά οπού έπαθεν· αλλ’ ουδέ θέλει γυρίσει να ζητήση τα άσπρα, και τα κτήματα οπού άφησεν εις τον καιρόν τής πληγής τής μετανοίας του, ουδέ θέλει επιθυμή­σει άλλο τίποτε. Διατί ο ύψιστος Θεός θέλει δώ­σει εις αυτόν υγείαν, η οποία θέλει είναι καλλί­τερα από όλους τους θησαυρούς τής γης· η δε υγεία θέλει προξενήσει εις την καρδίαν του χα­ράν ανεκλάλητον μυριοπλασίως περισσότερον από την προτέραν του θλίψιν. Και αυτή πάλιν η χαρά θέλει αποδιώξει από την καρδίαν του κά­θε πόνον εξωτερικόν οπού να γίνεται εις τό κορ­μί του· και ο άνθρωπος εκείνος θέλει γνωρίσει ότι από τότε και εις το εξής η καρδία του δεν αισθάνεται πλέον τας πληγάς τού σώματός του, και ότι εξωτερική θλίψις δεν εγγίζει την χαράν οπού είναι μέσα εις την καρδίαν του· και αφ’ ού γνωρίσει αυτό θέλει χαρή περισσότερον και οι συγγενείς, και οι φίλοι του οπού έβλεπαν προτήτερα τας εξωτερικάς θλίψεις οπού είχε, μην ιξεύροντες την κρυπτήν χαράν οπού ήλθεν ύστερα εις αυτόν, αναστενάζουν διά αυτόν, και λέγουν· αυτός ο άνθρωπος δεν εδοκίμασε ποτέ χαράν εις την ζωήν του, και η ζωή του είναι γεμάτη από θλίψιν, και λύπην, και αι ημέραι του δεν διαφέρουν τελείως από τας ημέρας τών καταδίκων οπού παιδεύονται εις τα κριτήρια διά τας κακίας τους· Εκείνος δε μόνος ιξεύρωντας, ότι ο καιρός εκείνος της ζωής του είναι γεμάτος από χαράν και αγαλλίασιν, και ότι η χαρά τής καρδίας του περιπαίζει τον θάνατον, και ο άδης δεν την κυριεύει, διατί η χαρά εκείνη δεν έχει τέλος ποτέ. Χαίρεται διά αυτά μύριαις φοραίς περισσότερον από όλους τους βασι­λείς της γης, και από όλους εκείνους οπού έχουν υγείαν, και ευμορφίαν σώματος, και από όλους τους πλουσίους οπού φορούν την πορφυράν και βυσσίνην στολήν, και από όλους εκείνους οπού μακαρίζονται εις τούτον τον κό­σμον από στόματα οπού λαλούν ψεύματα. Ότι ιξεύρει ο άνθρωπος εκείνος πως η πτωχεία ο­πού είναι μαζή με τοιαύτην χαράν, είναι καλλιτέρα από όλον τον κόσμον, και τα καλά του· διατί όλα εκείνα οπού είναι εις το σώμα του, και εις τον παρόντα κόσμον θέλει τα σκεπάσει η γη, και θέλει τα φάγη ο άδης, και θέλει τα κυ­ριεύσει ο θάνατος. Αμή η χαρά οπού έλαβεν εκείνος διά την υγείαν τής ψυχής του, δεν είναι δυνατόν να κυριευθή από κανένα από αυτά, ότι δεν είναι από τούτον τον κόσμον. Διατί αυτή η χαρά δεν έγινεν εις αυτόν, ούτε από δόξαν ανθρωπίνην, ούτε από πλούτον πολύν, ούτε από υγείαν σώματος, ούτε από επαίνους ανθρώπων, ούτε από κανένα άλλο πράγμα, από όσα είναι υποκάτω εις τον ουρανόν, αλλά εκατασκευάσθη από πόνον πικρίας τής ψυχής του, και από συναπάντημα, και συνεργίαν τού Αγίου Πνεύμα­τος του Θεού υπέρ άνω των ουρανών. Διότι με το να εστίφθη, και εστραγγίσθη, ήτοι με το να επόνεσε ελυπήθη και εκατανύχθη η καρδία του, εγέννησε χαράν άδολον, και άμικτον από θλί­ψιν· και διά τούτο θάνατος δεν θέλει την κυ­ριεύσει, ότι δεν θέλει ευρεθή εις αυτήν κανένα ψεγάδι, αλλά θέλει είναι ωσάν το στραγγισμένον κρασί οπού εκλάμπει μάλιστα, και λαμ­πρύνεται αντικρύ εις τον ήλιον, και δείχνει καθαρώτερον το χρώμα του, και ευφραίνει, και υπεραστράπτει το πρόσωπον εκείνου οπού το πί­νει άντικρυ εις τον ήλιον. Όμως εις αυτά όπου είπα· ένα είναι δυσκολονόητον εις εμέ, ότι δεν ιξεύρω ποίον με ευφραίνει περισσότερον η θεω­ρία, και η τέρψις, ήτοι το κάλλος, και η λάμψις η χαροποιά τής καθαρότητος των ακτίνων του Ηλίου, η πόσις και η γεύσις τού κρασιού οπού έχω μέσα εις το στόμα μου· διατί θέλω να ιδώ τούτο, τας ακτίνας τού Ηλίου δηλ. και με σύρνει εκείνο, το κρασί δηλ. της κατανύξεως και φαίνεται γλυκύτερον· και όταν αποβλέψω εις εκείνο, ήγουν εις το φώς τής θείας χάριτος, πάλιν ηδύνομαι περισσότερον από την γλυκύτητα της γεύσεως του κρασιού, και ούτε το να βλέπω τας ακτίνας τού Ηλίου χορταίνω, ούτε το να πίνω το κρασί εκείνο χορταίνω. Διότι όταν μου φανή πως εχόρτασα από το να, πίνω, τότε το κάλλος των εκπεμπομένων ακτίνων με κάνει να διψώ πολλά, και ευρίσκομαι πάλιν πεινασμένος, και διψασμένος, και όσω πάλιν συνερισθώ διά να γεμίσω την κοι­λίαν μου, τόσον καίεται και ανάπτει το στόμα μου από την δίψαν δέκα φοραίς περισσότερον, και καταφλογίζομαι και κατακαίομαι από την δί­ψαν, και επιθυμίαν τού λαμπροτέρου πιοτού. Λοιπόν κάθε ένας οπού κρίνεται με αυτήν την καλήν κρίσιν τής μετανοίας, δεν θέλει φοβηθή άλλην τιμωρίαν, ή βάσανον ουδέ θέλει δειλιάσει τους πειρασμούς οπού έρχονται κατεπάνω του· διατί η δίψα του δεν θέλει παύσει εις τον αιώνα, και το γλυκύ, και άσπρον, και λαμπρόν πιοτόν δεν θέλει τού λείψει· και η γλυκύτης οπού προέρχεται από το πιοτόν, και η χαροποιά λάμψις οπού εξέρχεται από τον ήλιον, διώχνει από την ψυχήν του κάθε λύπην, και κάνει τον άνθρωπον εκείνον να χαίρεται πάντοτε, και δεν θέλει δυνηθή τινάς να τον βλάψη, ουδέ θέλει είναι κανένας οπού να τον εμποδίση από το να χορτάση από την πηγήν τού σωτηρίου. Ότι ο κοσμοκράτωρ οπού κυριεύει τον κό­σμον με την κακίαν του ο εξουσιαστής των γηίνων, ο άρχων τού σκότους, ο πονηρός διάβολος οπού βασιλεύει επάνω εις όλα τα ύδατα της θαλάσσης, και οπού εμπαίζει τον κόσμον, ωσάν να εκρατούσε τινάς εις τα χέρια του ένα μικρόν πουλλί, δεν θέλει τολμήσει με όλα του τα στρατεύματα, και με όλην του την δύναμιν να πλησιάση εις αυτόν, και να τον εγγίση μήτε εις την πτέρναν τού ποδίου του, ουδέ να τον κοιτάξη με θάρρος· ότι η λαμπρότης τού κρασιού, και οι ακτίνες τού Ηλίου αστράπτουν πολλά εις το πρόσωπον εκείνου οπού το πίνει, και απερνούν έως μέσα εις τα εντόσθιά του, και δια­δίδονται έως εις τα χέρια, και πόδια, και οπίσθιά του· και τον κάμνουν όλον φωτιάν, και τον δυναμώνουν από όλα τα μέρη, διά να κατακαίη τους εχθρούς οπού πλησιάζουν εις αυτόν, και γίνεται αγαπητός με το φως τού Ηλίου, και φίλος με τον ήλιον, και υιός ηγαπημένος με το καθαρόν, και λαμπρόν κρασί οπού χύνεται, ωσάν ακτίνες από τον ήλιον, και από το φώς [Ήλιος ο Πατήρ, φως ο Υιός, ακτίνες τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος οπού πέμπονται εξ αυτών, καθώς λέγει ο Κύριος. «Όταν δε έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω υμίν παρά τού Πατρός, (το Πνεύμα τής αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται) εκείνος μαρτυρή­σει περί εμού»] ότι το πιοτόν τού κρασιού γίνεται εις αυτόν τροφή, και κάθαρσις του μολυσμού τών σαπημένων σαρκών του, και η κάθαρσις γίνεται εις αυτόν υγεία τελεία· και η υγεία δεν τον αφίνει να φάγη άλλο τίποτε βλαβερόν φαγητόν, αλλά του προξενεί μίαν επιθυμίαν άπειρον, και θερμοτάτην διά να πίνη από το κρασί εκείνο, και να καθαρίζη περισσότερον τον εαυτόν του, και το πιοτόν να κάνη υγείαν, ότι το κάλλος τής υγείας, και η χάρις τής ευμορφίας οπού προξενείται από την υγείαν, δεν έχει χορτασμόν.

γ. Τοιούτος λοιπόν θέλει γένη, τέκνα μου ηγαπημένα, εκείνος οπού ήμαρτεν εμπρός εις τον παντοκράτορα Θεόν, και έρχεται εις αίσθησιν φό­βου, ήγουν φοβείται την μέλλουσαν κρίσιν, και την αποστροφήν, και το μίσος τού Θεού. Ότι ο φόβος τού Κυρίου, και η αίσθησις της δικαίας αυτού ανταποδόσεως, κατατήκουν την σάρκα και συντρίβουν τα κόκκαλα, ωσάν την πέτραν οπού είναι κρεμασμένη με μηχανήν, και σφίγγει δυνατά τα σταφύλια οπού πατούνται μέσα εις τον ληνόν. Ότι οι άνθρωποι πρώτον πατούν τα στα­φύλια με τα πόδια τους, και ύστερον τα σφίγγουν με την πέτραν, και ευγάνουν από αυτά όλην τους την υγρότητα. Έτζι και ο φόβος τού Θεού κάμνει τον τοιούτον άνθρωπον να γένη εις όλους καταπάτημα· και οπόταν συντρίψη τελείως το υπερήφανον, και κενόδοξον φρόνημα της σαρκός του, τότε πίπτει επάνω εις αυτόν άνωθεν η νοητή πέτρα η ελαφροτάτη, και καλή, ήγουν η Αγία ταπείνωσις, και ευγάνει όλην την υγρότητα των σαρκικών ηδονών, και παθών, και κάμνει εύχρηστον, και καλήν την ψυχήν εκείνην οπού ταπεινωθή, και συντριφθή· και προς τούτοις την καταβρέχει και με τα δάκρυα οπού τρέχουν ωσάν ποτάμι, και την κάμνει να αναβρύη το ζωντανόν νερόν, και ιατρεύει τας πληγάς οπού έχει από τα αμαρτήματα, και αποπλύνει, και παστρεύει τα βρωμισμένα αίματα, και τα έμπυα αυτών, και κάμνει εκείνον τον άνθρωπον, όλον λαμπρότερον από το χιόνι. Ώστε μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος οπού ακούει τούτους τους λόγους, και τους δέχεται με πίστιν και τους κάμνει, ότι θέλει εύρη μεγάλα αγαθά οπού υπερβαίνουν και νουν, και λόγον, και διάνοιαν, και θέλει μακαρί­σει την αθλίαν μου χείρα οπού έγραψεν αυτά, και θέλει δοξάσει τον ελεήμονα, και πολυέλεον Κύριον οπού παρέδωκεν αυτά διά μέσου τής ρυπαράς μου γλώσσης, και του ακαθάρτου μου στόματος εις παράδειγμα μετανοίας, και επιστροφής, και εις οδόν απλανή, και αληθεστάτην, εκείνων οπού θέλουν εξ όλης τους ψυχής να σωθούν, και να κληρονομήσουν την βασιλείαν των ουρανών εν αυτώ τω Θεώ, και Σωτήρι ήμών· ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν. 
ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

 

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Την απόκτηση της πίστεως την ακολουθούν τα εξής: ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια των ηδονών, η υπομονή των κόπων, η ελπίδα στο Θεό, η απάθεια και η αγάπη.

61.Την απόκτηση της πίστεως την ακολουθούν τα εξής: ο φόβος του Θεού, η εγκράτεια των ηδονών, η υπομονή των κόπων, η ελπίδα στο Θεό, η απάθεια και η αγάπη.

Όσιος Θαλάσσιος ο Λύβιος 

Δ΄ Εκατοντάδα 
Κεφαλαίων Περί Αγάπης και Εγκράτειας και της κατά Νουν Πολιτείας

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο

 


Αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ καὶ ἄλλη αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία φοβόμαστε τὸ θάνατο; Γιατί δὲν ζοῦμε ἐνάρετη ζωὴ καὶ δὲν ἔχουμε καθαρὴ συνείδηση. Ἀλλιῶς ὁ θάνατος δὲν θὰ μᾶς τρόμαζε. Ἀπόδειξέ μου ὅτι θὰ κληρονομήσω τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ σφάξε μὲ τώρα κιόλας. Θὰ σοῦ χρωστάω μάλιστα καὶ χάρη γιὰ τὴ σφαγή μου, ἀφοῦ θὰ μὲ στείλεις γρήγορα σ’ ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά.

“Αλλά φοβᾶμαι νὰ πεθάνω ἄδικα”, ἴσως θὰ μοῦ πεῖς. Ὥστε ἤθελες νὰ πεθάνεις δίκαια; Καὶ ποιὸς εἶναι τόσο ταλαίπωρος, ποῦ, ἐνῶ μπορεῖ νὰ πεθάνει ἄδικα, προτιμάει νὰ πεθάνει δίκαια; Ἂν πρέπει νὰ φοβόμαστε θάνατο, πρέπει νὰ φοβόμαστε ἐκεῖνον ποὺ μᾶς βρίσκει δίκαια. Ὅποιος πεθαίνει ἄδικα, μοιάζει στοὺς ἁγίους. Γιατί οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ εὐαρέστησαν τὸ Θεό, θανατώθηκαν ἄδικα. Καὶ πρῶτος ὁ Ἀβελ. Δὲν δολοφονήθηκε γιατί ἔφταιξε στὸν Κάιν, ἀλλὰ γιατί τίμησε τὸ Θεό. Καὶ ὁ Θεὸς παραχώρησε νὰ γίνει αὐτὸς ὁ φόνος γιατί ἀγαποῦσε τὸν Ἀβελ ἢ γιατί τὸν μισοῦσε; Ὁλοφάνερα γιατί τὸν ἀγαποῦσε καὶ ἤθελε νὰ τοῦ προσφέρει πιὸ λαμπρὸ στεφάνι, λόγω τῆς ἄδικης σφαγῆς του.

Βλέπεις ποῦ δὲν πρέπει νὰ φοβᾶσαι μήπως πεθάνεις ἄδικα, ἀλλὰ μήπως πεθάνεις φορτωμένος μὲ ἁμαρτίες; Ὁ Ἀβελ πέθανε ἄδικα, μὰ ὁ Κάιν πέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ ἔχοντας τὴν κατάρα τοῦ Θεοῦ, στενάζοντας καὶ τρέμοντας ἀκατάπαυστα. Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἦταν πιὸ μακάριος; Ἐκεῖνος ποῦ ἔπαψε νὰ ζεῖ μέσα στὴ ἀρετὴ ἢ αὐτὸς ποῦ ἔζησε μέσα στὴν ἁμαρτία; Ἐκεῖνος ποῦ ἄδικα πέθανε ἢ αὐτὸς ποῦ δίκαια τιμωρήθηκε;

Ἃς μὴν κλαῖμε, λοιπόν, ἀδιάκριτα ὅλους ὅσοι πεθαίνουν, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ πεθαίνουν ἔχοντας πολλὲς ἁμαρτίες. Σ’ αὐτοὺς πρέπουν τὰ δάκρυα καὶ οἱ θρῆνοι. Γιατί ποιὰ ἐλπίδα ἔχουν, ἀφοῦ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ καθαριστοῦν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους; Ὅσο βρίσκονταν στὴν παροῦσα ζωή, ὑπῆρχε ἐλπίδα νὰ μετανοήσουν. Ἐκεῖ ποὺ πῆγαν, ὅμως, δὲν κερδίζει κανεὶς τίποτα μὲ τὴ μετάνοια. Ἃς τοὺς κλαῖμε, ναί, ὄχι ὅμως μὲ τρόπο ὑστερικὸ καὶ ἄπρεπο, ὄχι τραβώντας τὰ μαλλιά μας, ξεσκίζοντας τὸ πρόσωπό μας, οὐρλιάζοντας καὶ τσιρίζοντας, ἀλλὰ μὲ σεμνότητα, ἀφήνοντας τὰ δάκρυα νὰ κυλοῦν ἤρεμα ἀπὸ τὰ μάτια μας. Αὐτὸ ὠφελεῖ κι ἐμᾶς. Γιατί, πενθώντας ἔτσι τὸν νεκρό, πολὺ περισσότερο θὰ προσπαθήσουμε νὰ μὴν πέσουμε καὶ οἱ ἴδιοι σὲ παρόμοια ἁμαρτήματα. Μὲ τὸ τράβηγμα τῶν μαλλιῶν καὶ τὶς κραυγὲς ὁ νοῦς σκοτίζεται, ἐνῶ μὲ τὸ ἤρεμο πένθος διατηρεῖ τὴ διαύγειά του καὶ μπορεῖ νὰ φιλοσοφήσει ὠφέλιμα γύρω ἀπὸ τὸ θάνατο.

Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ φιλοσοφεῖς ὄχι μόνο ὅταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μὰ κι ὅταν βλέπεις ἕναν ἄγνωστο νεκρὸ νὰ ὁδηγεῖται μὲ πομπὴ μέσ’ ἀπὸ τοὺς δρόμους στὴν τελευταία του κατοικία καὶ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ὀρφανὰ παιδιά του, τὴ χήρα γυναίκα του, τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του, ὅλους κλαμένους καὶ συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πὼς ἡ ζωὴ καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἔχουν καμιὰν ἀξία καὶ καμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τὶς σκιὲς καὶ τὰ ὄνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα καὶ παλάτια βασιλιάδων, ἡγεμόνων καὶ ἀρχόντων εἶναι σωριασμένα σὲ ἐρείπια! Σκέψου, πόση δύναμη καὶ πόσο πλοῦτο εἶχαν κάποτε! Τώρα ἔχουν ξεχαστεῖ καὶ τὰ ὀνόματά τους. Λέει ἡ Γραφή: «Πολλοὶ ἄρχοντες ἔχασαν τὴν ἐξουσία τους καὶ κάθησαν στὸ χῶμα· κι ἕνας ἄσημος, ποὺ κανεὶς δὲν φανταζόταν ὅτι θὰ γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σόφ. Σείρ. 11:5).

Δὲν σοῦ φτάνουν αὐτά; Συλλογίσου τότε, ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία σου ὅταν κοιμᾶσαι; Μήπως δὲν μπορεῖ κι ἕνα ζωύφιο νὰ σὲ θανατώσει; Ναί, πολλοὶ πέθαναν ἔτσι στὸν ὕπνο τους. Ἀλήθεια, ἀπὸ μιὰ κλωστὴ κρέμεται ἡ ζωή μας! Κόβεται ἡ κλωστὴ καὶ τελειώνουν ὅλα.

Ἔτσι νὰ φιλοσοφεῖς καὶ νὰ μὴ σαγηνεύεσαι ἀπὸ τὴν ὀμορφιά, τὰ πλούτη, τὴ δόξα, τὶς ἀπολαύσεις. Ἕνα μόνο νὰ σὲ ἀπασχολεῖ: Ποὺ τελειώνουν ὅλα αὐτά. Θαυμάζεις ὅσα βλέπεις ἐδῶ στὴ γῆ; Πιὸ ἀξιοθαύμαστα, ὅμως, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἅγιες Γραφές.

Δεῖξε μου ἕναν ἀγέρωχο ἄρχοντα ἢ ἕναν λαμπροντυμένο πλούσιο, ὅταν ψήνεται ἀπὸ τὸν πυρετό, ὅταν ψυχομαχεῖ, καὶ τότε θὰ σὲ ρωτήσω: “Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καμαρωτὸς καὶ περήφανος μὲ ἀκολούθους καὶ σωματοφύλακες; Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποῦ φοροῦσε πανάκριβα ροῦχα; Ποῦ εἶναι ἡ χλιδὴ τῆς ζωῆς του, ἡ πολυτέλεια τῶν συμποσίων του, οἱ ὑπηρέτες, οἱ παρατρεχάμενοι, τὰ γέλια, οἱ ἀνέσεις, οἱ σπατάλες; Ὅλα ἔφυγαν καὶ πέταξαν. Τί ἀπέγινε τὸ σῶμα, ποῦ ἀπολάμβανε τόση ἡδονή; Πλησίασε στὸν τάφο καὶ κοίτα τὴ σκόνη, τὴ σαπίλα, τὰ σκουλήκια. Κοίτα καὶ στέναξε πικρά. Καὶ μακάρι τὸ κακὸ νὰ περιοριζόταν σὲ τούτη τὴ σκόνη, ποὺ βλέπεις. Ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὰ σκουλήκια φέρε τὴ σκέψη σου στὸ ἀκοίμητο σκουλήκι τῆς ἄλλης ζωῆς, στὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν, στὸ αἰώνιο σκοτάδι, στὴν ἄσβεστη φωτιά, στὶς πικρὲς καὶ ἀφόρητες ἐκεῖνες τιμωρίες, ποὺ δὲν θὰ ἔχουν τέλος. Ἐδῶ, στὴ γῆ, καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ κάποτε, ἀργὰ ἢ γρήγορα, τελειώνουν ἐκεῖ, ὅμως, καὶ τὰ δύοδιαρκουν αἰώνια. Και διαφέρουν ὡς πρὸς τὴν ποιότητα από τα καλὰ καὶ τὰ κακά του κόσμου τούτου τόσο, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐκφράσει κανεὶς μὲ λόγια.

Τί ἔγιναν, λοιπόν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ μεγαλεῖα; Τί ἔγιναν τὰ χρήματα καὶ τὰ κτήματα; Ποιὸς ἄνεμος φύσηξε καὶ τὰ πῆρε καὶ τὰ σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αὐτή η ἀνώφελη δαπάνη γιὰ τὴν κηδεία, ποὺ καὶ τὸν νεκρὸ δὲν ὠφελεῖ καὶ τοὺς οἰκείους του ζημιώνει; Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γυμνὸς ἀπὸ τὸν τάφο. Ἃς μὴ γίνεται, λοιπόν, ἡ κηδεία ἀφορμὴ ἱκανοποιήσεως τῆς μανίας μας γιὰ ἐπίδειξη. Ὁ Κύριος εἶπε: «Πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω· δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ· ἤμουνα γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Ὅμως δὲν εἶπε: «Ἤμουνα νεκρὸς καὶ μὲ θάψατε». Γιατί, ἂν μᾶς παραγγέλλει νὰ μὴν ἔχουμε τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα σκέπασμα, ὅταν ζοῦμε, πολὺ περισσότερο ὅταν πεθάνουμε. Ποιὰν ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸ Θεό, λοιπόν, ὅταν ξοδεύουμε τεράστια ποσὰ γιὰ νὰ κηδέψουμε ἕνα νεκρὸ σῶμα, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστός, μὲ τὴ μορφὴ τῶν φτωχῶν συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος καὶ γυμνός, κι ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε γι’ αὐτό;

Ὅλα ὅσα σᾶς λέω, βέβαια, εἶναι ἀνώφελα γιὰ κείνους ποὺ ἔχουν ἤδη πεθάνει. Ἃς τ’ ἀκούσουν, ὅμως, οἱ ζωντανοὶ καὶ ἃς συνέλθουν, ἃς λογικευτοῦν, ἃς διορθωθοῦν. Ὅπου νὰ ‘ναὶ θὰ ἔρθει καὶ ἡ δική τους ὥρα. Δὲν θ’ ἀργήσουν νὰ βρεθοῦν κι αὐτοί, δὲν θ’ ἀργήσουμε νὰ βρεθοῦμε ὅλοι μας, μπροστὰ στὸ φοβερὸ Κριτήριο, ὅπου θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὶς πράξεις μας. Ας ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νὰ γίνουμε καλύτεροι, ἐγκαταλείποντας τὴν ἁμαρτία καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἀρετή, γιὰ νὰ μὴ χάσουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά, ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ μᾶς ὁ φιλάνθρωπος Κύριος.

http://www.alopsis.gr

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Γιατί, όταν βαδίζω στην έρημο,φοβάμαι;


Κάποιος ρώτησε ένα γέροντα:  Γιατί, όταν βαδίζω στην έρημο, φοβάμαι; Εκείνος αποκρίθηκε: Γιατί ακόμη ζεις.
 ***
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τι να κάνω, πάτερ, πού δειλιάζω τις νύχτες;» 

Ο γέροντας του αποκρίθηκε «Οι κάτοικοι της πόλης φοβούνται τούς βαρβάρους όσον καιρό δεν έχουν τη βοήθεια του βασιλιά. Όταν όμως πληροφορηθούν ότι έφτασε στην πόλη είτε στρατιωτικός διοικητής είτε στρατηγός, δεν νοιάζονται πια γιατί ξέρουν ότι εκείνοι θα φροντίσουν γι’ αυτούς. Ακόμη και αν ακούσουν ότι επαναστάτησαν βάρβαροι, δεν ανησυχούν, γιατί έχουν ποιόν να πολεμήσει για χάρη τους. Και εμείς λοιπόν, αν πιστεύουμε στον Θεό, δεν φοβόμαστε τούς δαίμονες, γιατί ο Θεός στέλνει σ’ εμάς τη βοήθειά του και διασκορπίζει όλους τούς εχθρούς μας».
Ευεργετινός,
λόγοι και διδασκαλίες αγίων πατέρων, 
Δ΄Εκδόσεις: 
ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις