Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα 
Αββάς Δωρόθεος 
ΙΣΤ’ Διδασκαλία 
Με πολλή ευχαρίστηση θα σας μιλούσα λίγο για το νόημα των ψαλμών που ψάλλουμε στην Εκκλησία, για να μην σας απορροφάει η μελωδία, αλλά να συμμετέχει ανάλογα και ο νους σας στη δύναμη και το βάθος των λόγων. Τι λοιπόν ψάλαμε τώρα μόλις; 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως 
Ας προσφέρουμε σαν δώρο τους ίδιους τους εαυτούς μας 
Επειδή στην παλιά εποχή οι Ισραηλίτες στις γιορτές, δηλαδή στα θρησκευτικά πανηγύρια, πρόσφεραν, σύμφωνα με το νόμο, διάφορα δώρα στον Κύριο, όπως «θυσίες», «ολοκαυτώματα», «απαρχές» και άλλα παρόμοια, συμβουλεύει και εμάς ο Άγ. Γρηγόριος να γιορτάσουμε για τον Κύριο, όπως ακριβώς εκείνοι και μας προτρέπει λέγοντας. 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως. 
Αντί της αγίας ημέρας που γιόρταζαν οι Ισραηλίτες, έχουμε τώρα ημέρα θεϊκού πανηγυριού, την ημέρα του χριστιανικού Πάσχα. Τι είναι όμως το Πάσχα του Χριστού; Οι Ισραηλίτες γιόρταζαν το «Φασέχ» όταν έφυγαν από τη γη της Αιγύπτου. Το Πάσχα όμως που μας προτρέπει τώρα ο Άγιος να πανηγυρίσουμε, το γιορτάζει η ψυχή, που βγαίνει από τη νοητή Αίγυπτο, δηλαδή από την αμαρτία. Γιατί όταν διαβαίνει η ψυχή από την αμαρτία στην αρετή, τότε γιορτάζει το «Φασέχ» του Κυρίου, όπως είπε και ο Ευάγριος: «Το Πάσχα του Κυρίου είναι διάβαση, δηλαδή πέρασμα από το χώρο της κακίας στον χώρο της αρετής». 
Σήμερα λοιπόν είναι Πάσχα του Κυρίου, ημέρα λαμπρής γιορτής, ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που πέθανε και αναστήθηκε και κάρφωσε στο σταυρό για χάρη μας την αμαρτία. Ας προσφέρουμε λοιπόν και εμείς στον Κύριο δώρα, θυσίες και ολοκαυτώματα, όχι βέβαια αλόγων ζώων, που δεν τα θέλει ο Χριστός. Γιατί «θυσία και προσφορά αλόγων ζώων δεν θέλησες και ολοκαυτώματα μοσχαριών και προβάτων δεν σου είναι ευάρεστα» (Εβρ. 10, 5-6: Ψαλμ. 39, 7). Και ο Ησαΐας λέει: «Τι να τις κάνω τις πολλές θυσίες σας; λέει ο Κύριος κτλ.» (Ησ. 1, 11). Αλλ’ επειδή ο Αμνός του Θεού θυσιάστηκε για μας -όπως λέει ο Απόστολος: «Γιατί το δικό μας Πάσχα είναι ο Χριστός, που θυσιάστηκε για μας» (Α’ Κορ. 5, 7) -για ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την αμαρτία και «έγινε κατάρα για μας»- όπως λέει η Αγ. Γραφή: «Καταραμένος είναι όποιος κρεμιέται στο ξύλο» για να μας εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου (Γαλ. 3, 13) και «για ν’ αποκτήσουμε την υιοθεσία» (Γαλ 4, 5) - οφείλουμε και εμείς να του προσφέρουμε σαν δώρο κάτι από εκείνα που του είναι ευάρεστα. Ποιο λοιπόν δώρο και ποια θυσία οφείλουμε να προσφέρουμε στο Χριστό την Αναστάσιμη αυτή ημέρα, για να ευαρεστηθεί αφού δεν θέλει θυσίες αλόγων ζώων; Πάλι ο Άγ. Γρηγόριος μας το διδάσκει. Γιατί αφού είπε: 
Αναστάσεως ημέρα 
πρόσθεσε: 
Ας προσφέρουμε δώρο τους εαυτούς μας 
όπως λέει και ο Απόστολος: «Προσφέρετε σαν δώρο στο Θεό τα σώματά σας θυσία ζωντανή, άγια, ευάρεστη στο Θεό, τη λογική λατρεία σας» (Ρωμ. 12, 1). 
Πώς όμως οφείλουμε να προσφέρουμε στο Θεό τα σώματά μας θυσία ζωντανή και άγια; Με το να μην κάνουμε τα θελήματα που μας υπαγορεύει η σάρκα μας και ο λογισμός μας, αλλά ζώντας πνευματικά και μη εκπληρώνοντας κανένα σαρκικό μας θέλημα (Εφεσ. 2, 3). Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει το να νεκρώσουμε τα μέλη του σώματος που μας σπρώχνουν σε γήινες επιθυμίες (Κολ. 3, 5). Αυτή θεωρείται ζωντανή θυσία, άγια και ευάρεστη στο Θεό. Γιατί όμως ονομάζεται ζωντανή θυσία; Επειδή το άλογο ζώο που οδηγείται για θυσία, την ίδια στιγμή που θυσιάζεται, πεθαίνει. Οι άγιοι όμως που προσφέρουν τους εαυτούς τους στο Θεό, θυσιάζονται καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν στη ζωή, όπως λέει ο Δαυίδ: «Για χάρη Σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα, θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα που προορίζονται για σφαγή» (Ψαλμ. 43, 22). Αυτό σημαίνει εκείνο που λέει ο Άγ. Γρηγόριος: 
Ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας, 
δηλαδή, ας θυσιάσουμε τους εαυτούς μας, ας τους θανατώνουμε όλη την ημέρα, όπως όλοι οι άγιοι, για το Χριστό και Θεό μας, γι’ Αυτόν που πέθανε για χάρη μας. Πώς όμως οι άγιοι θανάτωσαν τους εαυτούς τους; Έπαψαν να αγαπούν τον κόσμο και τα εγκόσμια, όπως λέει ο Άγ. Ιωάννης στις Καθολικές επιστολές (Α’ Ιωάν. 2, 15) «αρνήθηκαν εντελώς τη σαρκική επιθυμία, την επιθυμία των ματιών και την υπερηφάνεια της κοσμικής ζωής, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, την κενοδοξία, σήκωσαν το σταυρό τους, ακολούθησαν το Χριστό» (Ματθ. 16, 24) και «σταύρωσαν όχι μόνον τους εαυτούς τους για τον κόσμο, αλλά και ό,τι κοσμικό είχαν μέσα τους» (Γαλ. 6, 14). Γι’ αυτό λέει κι ο Απόστολος: «Αυτοί που ανήκουν στον Ιησού Χριστό σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). Να λοιπόν, έτσι θανάτωσαν τους εαυτούς τους οι άγιοι. 
Πώς όμως πρόσφεραν τους εαυτούς τους; Ζώντας, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, αλλά σύμφωνα με τις εντολές του Θεού υποτάσσοντας και εγκαταλείποντας τα θελήματά τους για χάρη της εντολής και της αγάπης του Θεού και του πλησίον, όπως είπε και ο Απόστολος Πέτρος: «Να, εμείς τ’ αφήσαμε όλα και Σε ακολουθήσαμε» (Ματθ. 19, 27). Τι άφησε; Μήπως είχε χρήματα ή κτήματα ή χρυσάφι ή ασήμι; Μόνο το δίχτυ είχε και αυτό παλιό, όπως είπε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Άφησε όμως, όπως είπε, όλα τα θελήματά του, όλη την «προσπάθεια» αυτού του κόσμου -και όπως φαίνεται, και αν ακόμη είχε χρήματα ή περιουσία και εκείνα θα τα περιφρονούσε- και αφού σήκωσε το σταυρό, ακολούθησε το Χριστό, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Να, έτσι πρόσφεραν για δώρα τους εαυτούς τους οι άγιοι. Αφού νεκρώθηκαν, όπως είπαμε, από κάθε «προσπάθεια» και κάθε προσωπικό θέλημα, έζησαν δοσμένοι μόνο στο Χριστό και στις εντολές Του. 
Έτσι λοιπόν και εμείς 
«ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας», 
όπως διδάσκει ο Άγ. Γρηγόριος. Γιατί εμάς εννοεί όταν λέει: 
«το πιο πολύτιμο δημιούργημα του Θεού». 
Αληθινά, το πολυτιμότερο, απ’ όλα τα ορατά κτίσματα, είναι ο άνθρωπος. Γιατί εκείνα μεν τα δημιούργησε ο Θεός μόνο με το λόγο Του λέγοντας: «Να γίνει αυτό» και έγινε. Και πάλι: «Να φυτρώσει στη γη αυτό» και φύτρωσε ή «Να βγάλουν τα νερά της θάλασσας ψάρια και έβγαλαν» (Γεν. 1, 3, 11, 20) και όλα τ’ άλλα. Τον άνθρωπο όμως τον έπλασε με τα ίδια Του τα χέρια και τον καταστόλισε. Και όλα τα κτίσματα τα δημιούργησε με το σκοπό να υπηρετούν και ν’ αναπαύουν τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο όμως τον όρισε βασιλιά όλων αυτών των δημιουργημάτων και τον έπλασε για ν’ απολαμβάνει την τρυφή του παραδείσου. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι, όταν αυτός ξέπεσε από τη θέση του, από δικό του λάθος, πάλι τον αποκατέστησε στην πρώτη του κατάσταση, με το Αίμα του Υιού Του του Μονογενούς, ώστε να είναι ο άνθρωπος το πολυτιμότερο απ’ όλα τα ορατά δημιουργήματα. Και όχι μόνον το πολυτιμότερο, αλλά και το τιμιότερο και το πιο οικείο. 
Γιατί είπε: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν’» (Γεν. 1, 26). Και ακόμα η Αγ. Γραφή συμπληρώνει: «Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα’ Θεού τον δημιούργησε, και φύσηξε πάνω στο πρόσωπό του πνοή ζωής» (Γεν. 2, 7). Και ο ίδιος ο Κύριός μας, όταν σαρκώθηκε, πήρε ανθρώπινη μορφή, σάρκα ανθρώπου και ψυχή ανθρώπου. Και με λίγα λόγια, έγινε σ’ όλα άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία, φέρνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο κοντά Του τον άνθρωπο, κάνοντάς τον, όπως θα λέγαμε, δικό Του. Γι’ αυτό λοιπόν πολύ καλά και ταιριαστά είπε ο Άγ. Γρηγόριος: «Το πιο πολύτιμο και το πιο οικείο δημιούργημα για το Θεό είναι ο άνθρωπος».

Μετά πιο καθαρά προσθέτει: Ας αποκαταστήσουμε την εικόνα που μας έδωσε ο Θεός στην αρχική της κατάσταση. 
Πώς όμως θα γίνει αυτό; Μας το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε σωματικό και πνευματικό μολυσμό» (Β’ Κορ. 7, 1). Ας ξανακάνουμε καθαρή την εικόνα μας, όπως την παραλάβαμε. Ας την απαλλάξουμε από τη βρωμιά της αμαρτίας, για να φανεί με τις αρετές η ομορφιά της. Γι’ αυτήν την ομορφιά προσευχόταν και ο Δαυίδ λέγοντας: «Κύριε, Συ θέλησες και έδωσες τόση δύναμη σε κάθε αγαθό και ωραίο που έχω μέσα μου» (Ψαλμ. 29, 8). Ας καθαρίσουμε λοιπόν το «κατ’ εικόνα» μας. Γιατί ο Θεός το θέλει από μας όπως ακριβώς μας το έδωσε, χωρίς κηλίδες ή ρυτίδες, ή κάτι παρόμοιο. 
Ας αποκαταστήσουμε στο αρχαίο κάλλος του το «κατ’ εικόνα». 
Ας συνειδητοποιήσουμε τη μεγάλη αξία που μας έδωσε ο Θεός. 
Ας μάθουμε πόσα μεγάλα αγαθά μας δωρήθηκαν. Ας μάθουμε «κατ’ εικόνα» τίνος πλαστήκαμε. Ας μην παραγνωρίσουμε τα μεγάλα δώρα που μας δωρήθηκαν απ’ Αυτόν, όχι για την αξία μας, αλλά μόνο και μόνο από την αγαθότητά Του. Ας μάθουμε ότι δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του ίδιου του Θεού που μας έπλασε. 
Ας τιμήσουμε το Αρχέτυπο. Ας μην προσβάλουμε την εικόνα του Θεού, σύμφωνα με την οποία πλαστήκαμε. Ποιος από εκείνους, που θέλουν να ζωγραφίσουν την εικόνα του βασιλιά, τολμάει να χρησιμοποιήσει φτηνό και άχρηστο χρώμα και να προσβάλει το βασιλιά με κίνδυνο να τιμωρηθεί; Αντίθετα χρησιμοποιεί όλα τα πολύτιμα και λαμπρά χρώματα, που είναι αντάξια της εικόνας του βασιλιά. Πολλές φορές μάλιστα τοποθετεί στην εικόνα των βασιλιάδων φύλλα χρυσού και φροντίζει ν’ απεικονίζει, όσο είναι δυνατόν, όλα τα ενδύματα του βασιλιά, ώστε να περιέχει η εικόνα όλα τα βασιλικά χαρακτηριστικά και όποιος τη βλέπει να νομίζει ότι βλέπει τον ίδιο το βασιλιά, το ίδιο το Αρχέτυπο. Και τότε η εικόνα είναι πολύ όμορφη και λαμπρή. Και εμείς λοιπόν ας μην ατιμάσουμε το Αρχέτυπό μας. Δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του Θεού, ας φτιάξουμε την εικόνα μας καθαρή και έντιμη, αντάξια του Αρχέτυπου. Γιατί, αν τιμωρείται εκείνος που πρόσβαλε την εικόνα του βασιλιά, που είναι και αυτός άνθρωπος τι πρέπει να πάθουμε εμείς που καταφρονούμε τη θεία εικόνα που βρίσκεται μέσα μας, και όπως είπε ο Άγιος «δεν ξαναδίνουμε στην εικόνα του Θεού που έχουμε μέσα μας ολόκληρη την αρχική της δόξα;» Ας τιμήσουμε λοιπόν το Αρχέτυπο»; 
Ας μάθουμε του μυστηρίου τη δύναμη και για χάρη τίνος πέθανε ο Χριστός.

Η δύναμη του μυστηρίου του θανάτου του Χριστού είναι αυτή: Επειδή αφανίσαμε μέσα μας με την αμαρτία το «κατ’ εικόνα» και γι’ αυτό νεκρωθήκαμε, όπως λέει και ο Απόστολος, «με τα παραπτώματα και τις αμαρτίες» (Εφεσ. 2, 1), γι’ αυτό και ο Θεός - που μας έπλασε «κατ’ εικόνα» Του,- επειδή σπλαγχνίστηκε το πλάσμα και την ίδια την «εικόνα» Του έγινε για μας άνθρωπος, και καταδέχτηκε να υποστεί το θάνατο για χάρη όλων των ανθρώπων, για να επαναφέρει εμάς, τους νεκρωμένους στη ζωή, από την οποία ξεπέσαμε με την παράβαση της εντολής. Έτσι, αφού ανέβηκε και σταύρωσε πάνω στον άγιο σταυρό Του την αμαρτία, που εξαιτίας της βγήκαμε από τον παράδεισο, «αιχμαλώτισε την αιχμαλωσία μας» (Ψαλμ. 67, 19: Έφεσ. 4, 8). 
Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι από τότε που ο Αδάμ παρέβηκε την εντολή του Θεού, μας αιχμαλώτισε ο εχθρός και μας είχε υπόδουλους. Όταν λοιπόν οι ψυχές χωρίζονταν από τα σώματα των ανθρώπων πήγαιναν στον Άδη, επειδή ήταν κλεισμένος ο παράδεισος. Όταν όμως ο Χριστός ανέβηκε στο ύψος του αγίου και ζωοποιού σταυρού, μας λύτρωσε με το ίδιο Του το Αίμα, από τη σκλαβιά που μας είχε δεμένους ο εχθρός μας, ο διάβολος, εξαιτίας της παραβάσεως της εντολής. Δηλαδή, μας άρπαξε πάλι από τα χέρια του εχθρού και, κατά κάποιο τρόπο μας πήρε από την πρώτη σκλαβιά στη δική Του δουλεία, αφού νίκησε και κατατρόπωσε το διάβολο, που μας είχε πριν σκλαβώσει. Γι’ αυτό λέγεται «αιχμαλώτισε αιχμαλωσία». Αυτή είναι η δύναμη του μυστηρίου. Γι’ αυτό ο Χριστός πέθανε για χάρη μας, για να ξαναφέρει στη ζωή εμάς, που είχαμε απονεκρωθεί, όπως είπε ο Άγιος. Λυτρωθήκαμε λοιπόν από τον Άδη με τη φιλανθρωπία του Χριστού και τώρα είναι πια στο χέρι μας να γυρίσουμε στον Παράδεισο. Γιατί δεν μας τυραννάει πια, ούτε μας έχει δούλους όπως πρώτα ο εχθρός. 
Μόνο ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, και ας φυλάξουμε τους εαυτούς μας από την έμπρακτη αμαρτία. Γιατί, όπως πολλές φορές σας είπα, κάθε αμαρτία, που γίνεται έμπρακτα, μας ξανακάνει υπόδουλους στον εχθρό, επειδή με τη θέλησή μας παραδίνουμε και υποδουλώνουμε τους εαυτούς μας. Γιατί δεν είναι, αλήθεια, ντροπή και μεγάλη ταλαιπωρία, αφού ο Χριστός μας λύτρωσε από τον Άδη με το πανάγιο Αίμα Του και αφού τ’ ακούμε όλα αυτά, να ξαναγυρίσουμε και να ρίξουμε πάλι τους εαυτούς μας στον Άδη; Άραγε, δεν είμαστε τότε άξιοι για πιο χειρότερη και ελεινότερη κόλαση; Ο φιλάνθρωπος Θεός ας μας ελεήσει και ας μας δώσει πνευματική αγρύπνια για να έρθουμε σε συναίσθηση, να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας και να βρούμε λίγο έλεος την ημέρα της κρίσεως. 
Αββά Δωροθέου “Έργα Ασκητικά”, Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Από το Συναξάρι – Αγία Γοργονία: Ένας πρότυπος βίος για όλες τις γυναίκες



Η μακαρία Γοργονία [23 Φεβ.] ήταν αδελφή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (*) [25 Ιαν.] και θυγατέρα του Γρηγορίου Ναζιανζηνου του Πρεσβυτέρου [1η Ιαν.] και της αγίας Νόννας [5 Αυγ.]. Από το υποδειγμα­τικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Νυμφευμένη με έναν κάτοικο του Ικονίου, τον Αλύπιο, με τον οποίο έκανε τρεις κόρες, επεδείκνυε στον γάμο την διάθεση των παρθένων αποκλειστικά προς τον Θεό και συμπαρέσυρε πίσω της τον σύ­ζυγό της ως συναθλητή στους αγώνες της αρετής. Διαφυλάσσοντας το βλέμμα της από κάθε άσεμνο θέαμα, κλείνοντας τα αυτιά της στις μάταιες συζητήσεις ώστε να ακούν μονάχα τα θεία και σωτήρια λόγια, έλεγχε τα ανάρμοστα γέλια μεταμορφώνοντάς τα σε ένα χαμόγελο που φώτιζε ειρηνικά την όψη της και γνώριζε, όπως κανείς άλλος, να συγκρατεί την γλώσσα της και να νοστιμεύει με άλας τα λόγια της ώστε να αποτελούν αίνους στον Κύριο. Αντίθετα με τόσες άλλες γυναίκες, δεν έχανε τον καιρό της σε επιπολαιότητες, ούτε αντενεργούσε στην φυσική τάξη των πραγμάτων που θέλησε ο Θεός, φροντί­ζοντας για ενδύματα και στολίδια και παραμορφώνοντας το πρόσωπο της, εικόνα του Θεού, με πούδρες και ψιμύθια. Ένα καλλώπισμα μόνο γνώριζε, εκείνο της ψυχής από τις άγιες αρετές και το μόνο κοκκινάδι που έβαζε στο ωχρό από την νηστεία πρόσωπο της ήταν το ερυθρίασμα της αιδημοσύνης. Πρότυπο χριστιανής συζύγου, με την σοφία και την ευλάβειά της, ήταν για τους συγγενείς της, τους συμπολίτες αλλά και πολλούς ξένους, σύμβουλος εμβριθής σε πολλά λεπτά ζητήματα που αφορούν την συμ­περιφορά των χριστιανών στον κόσμο. Κανείς άλλος τα χρόνια εκείνα δεν μεριμνούσε τόσο για τους ναούς του Θεού, κανείς δεν απέτινε τόση τιμή στους ιερείς και στους κληρικούς, έχοντας πάντα γι’ αυτούς ορθάνοιχτη την θύρα της κατοικίας της. Δεν είχε εξάλλου τον όμοιό της στις ελεη­μοσύνες και στην συμπόνια για τους τεθλιμμένους, σε σημείο μάλιστα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν σαν τον δίκαιο Ιώβ: «οφθαλ­μός τυφλών, πους χωλών, η μητέρα των ορφανών...» (πρβλ. Ιώβ 29, 15). Μοίραζε όλα τα αγαθά της σε ελεημοσύνες κι έτσι όταν εξεδήμησε από την ζωή αυτή δεν άφησε πίσω της παρά μόνο το σώμα της· φρόν­τιζε, ωστόσο, πάντοτε να κρατά μυστικές τις αγαθοεργίες της. Μία ημέρα είχε ένα τρομερό ατύχημα: ανατράπηκε η άμαξά της που την έσυρε στο χώμα για πολύ μεγάλη απόσταση· παρά ταύτα η αγία αρνήθηκε από αιδώ να δείξει το καταμωλωπισμένο σώμα της στον για­τρό, εναποθέτοντας την ελπίδα της στον Θεό ο οποίος την θεράπευσε τότε θαυματουργικώς. Μιαν άλλη φορά που υπέφερε από μια αρρώστια μπροστά στην οποία οι γιατροί έμεναν ανίσχυροι, σηκώθηκε την νύχτα και πήγε στην εκκλη­σία να προσπέσει στην αγία Τράπεζα, υπενθυμίζοντας στον Θεό τα προη­γούμενα θαύματά Του προς όφελος των δούλων Του. Σαν την γυναίκα του Ευαγγελίου που έλουσε με τα δάκρυα της τα πόδια του Κυρίου, η Γοργονία πότισε με τα δικά της δάκρυα το ιερό θυσιαστήριο και βρήκε την ιατρειά της. Όταν έλαβε όψιμα, όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα, το άγιο Βά­πτισμα, τίποτε πια δεν την κρατούσε στην ζωή αυτή και παρακαλούσε για νύκτες τον Χριστό να πορευθεί προς συνάντησή Του χωρίς άλλη χρο­νοτριβή. Κατά την διάρκεια μιας τέτοιας αγρυπνίας της αποκαλύφθηκε η ημέρα του θανάτου της και το μόνο που της απέμενε πια ήταν να φροντίσει να βαπτισθεί ο σύζυγός της, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το έργο της ως μαθήτριας του Χριστού και εφάμιλλης των αγίων Αποστόλων. Όταν έφθασε η ημέρα, έπεσε άρρωστη και αφού συγκέντρωσε γύρω της συγγενείς και φίλους για να τους μεταδώσει την τελευταία διδαχή της για την αιώνια ζωή, εξεδήμησε προς τον χορό των αγίων ψιθυρίζοντας ανεπαίσθητα σχεδόν τον στίχο του ψαλμού: Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω (Ψαλμ. 4, 9) 

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, Τόμος 6ος Φεβρουάριος, Εκδόσεις Ορμύλια
(*) Συνοψίζεται εδώ ο Εις Γοργονίαν επιτάφιος, που εξεφώνησε ο άγιος Γρηγόριος προς τιμήν της αδελφής του· Λόγος 8, ΕΠΕ 6, Θεσσαλονίκη 1980, 346-381. 
Σχόλιο «Αλ. Όψ.»: Αφορμή για την προβολή του βίου της Αγίας ήταν η ακρόαση μιας ομιλίας του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου. Τον ευχαριστούμε από καρδίας.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Αποκρέω αναγινώσκομεν μετά την Στιχολογία τον Περί Φιλοπτωχίας λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου

Κυριακή της Αποκρέω 

αναγινώσκομεν  
μετά την Στιχολογία  τον Περί Φιλοπτωχίας λόγο
του Γρηγορίου του Θεολόγου

Το Τυπικό του Αγίου Σάββα ορίζει ως πατερικό ανάγνωσμα του Όρθρου όχι κάποια ομιλία για την Τελική Κρίση, αλλά το Λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΠΤΩΧΙΑΣ - εδώ

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Οι Τρεις Ιεράρχαι



του (†) Ιωάννη Φουντούλη 
Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν, την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου. 

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.
Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.
Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.
Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.
Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.
Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.
Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388. 
Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη
πηγή: ΕΔΩ

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Επιστολή [244] του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ.

 
Επιστολή [244] του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ 
Αν δεν είναι περιττό να προτρέψω σε εργασία αυτόν που εργάζεται· δε θα διστάσω, για χάρη της κοινής ασφάλειας, να ενισχύσω την προθυμία σου, όσο μπορώ. δε θα προσθέσω κάποια ακόμα ή κάποια ξένα παραγγέλματα, αλλά θα υπενθυμίσω αυτά που πολλές φορές σου έχω πει και που η εκτέλεσή τους είναι συνήθης για σένα. Κι αυτά είναι τα εξής· να ανεβάζεις την ψυχή πάνω από τα λυπηρά με την ενασχόληση σου με τα υψηλότερα· ν’ απομακρύνεις από τη σκέψη σου καθετί που είναι ξένο από την αρετή και ανάξιο της κρίσης σου· να την παρακίνησης σύντομα στην ευσέβεια και σε κάθε κοσμιότητα· να οξύνεις το νου σου, ώστε να μη δέχεται μήτε να εγκολπώνεται κάτι χωρίς εξέταση· να δυναμώνεις την φρόνηση σου σε κάθε περίσταση και με κάθε τρόπο με την αναστροφή σου με τις υποθήκες των οσίων που έφυγαν· να προτάσεις σε κάθε έχθρα και φιλιά τη δικαιοσύνη σε δικούς σου και ξένους, να έχεις συντροφιά σου παντοτινή τη σωφροσύνη, ριζωμένη γνήσια στην ψυχή κι αμετάθετα στερεωμένη σ’ αυτή· να μη μεταβάλεις τη διαγωγή σου ανάλογα με τις ανωμαλίες και τις μεταβολές της ζωής. Ούτε στην περίπτωση πλούτου είναι ασφαλές να μεγαλοφρονείς. Γι’ αυτό, το άριστο είναι στα ευχάριστα να ασκείς την εγκράτεια, στα λυπηρά την καρτέρια, να λησμονείς τα παλαιά πλούτη σου, να ζητείς την αυτάρκεια, να ικανοποιείσαι με ό,τι σου δίνουν, να ελπίζεις το καλύτερο, να υποφέρεις ήρεμα την αρρώστια, να μην μεμψιμοιρείς για τίποτα, να μην αγανακτείς. Αλλά να ευχαριστείς την πρόνοια, όπως σου εκδηλώνεται, να κρύβεις τις αιτίες αυτών που συμβαίνουν, αλλά να μην αμελείς ό,τι είναι άξιο για σένα, και σ’ αυτό αποβλέποντας να σκέφτεσαι προτού φανερώσεις ό,τι έχεις να πεις και προτού πράξεις ότι έχεις να πράξεις. Έτσι δεν θα μετανιώσεις για ό,τι πεις και ό,τι πράξεις. Μη θεωρείς ευσχημοσύνη τα εξωτερικά φορέματα. Να πιστεύεις ότι πλούτος γνήσιος και βεβαίως είναι η ολιγάρκεια. Ο σταθερός πλούτος δεν είναι να έχεις πολλά, αλλά το να μην έχεις ανάγκη από πολλά· γιατί αυτό εξαρτάται από σένα, το άλλο από εξωτερικά γεγονότα. Να κυβερνά τον τρόπο σου η επιείκεια, το χαρακτήρα σου η αταραξία, τη γλώσσα σου η ολιγολογία. Μαζί με αυτά, να στολίζεις την κεφαλή σου με ένα κάλυμμα, τα φρύδια κατεβάζοντάς τα, τα μάτια με ένα σύντομο και κόσμιο βλέμμα, το στόμα με το ν’ αποφεύγει να λέει όποια απρέπεια, τ’ αυτιά ανοίγοντάς τα μόνο στους αξιόλογους ανθρώπους, κι όλο το πρόσωπο με το ωραίο κοκκίνισμα της ντροπής. Σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο να φυλάγεις τον εαυτό σου καθαρό, ανέγγιχτο, σαν πολύτιμο κειμήλιο. Ο στολισμός που ταιριάζει στις γυναίκες είναι η σεμνότητα, η σταθερότητα, η σωφροσύνη. Τρυφή σου να θεωρείς άριστη μαζί κι ευκολότατη, την απέριττη τροφή. Αυτή είναι κι από μόνη της αξιέπαινη και προτιμότερη για τη ζωή της σωφροσύνης, άριστη για την υγεία, και την εφαρμογή του μέτρου σε όλα κι όχι ανώφελη στην άλλη κατάρτιση και την παιδεία.

*** 
ΣΜΔ΄. 
ΒΑΣΙΛΙΣΣΗι

Εἰ μὴ περιττὸν τὴν πονοῦσαν ἐγεῖραι πρὸς πόνους, οὐκ ὀκνήσω, τῆς κοινῆς ἕνεκεν ἀσφαλείας, ὅπως ἂν δύνωμαι, τὴν σὴν ἐπιρρῶσαι προθυμίαν οὐ κατὰ προσθήκην ἑτέρων τινῶν ἢ ξένων, ἀλλὰ πρὸς ὑπόμνησιν τῶν ἡμῖν τε πολλάκις εἰρημένων καὶ σοὶ συνήθως ἐκπονουμένων. Ταῦτα δέ ἐστιν· ἄγειν τὴν ψυχὴν τῶν λυπηρῶν ἀνωτέραν τῇ περὶ τὰ κράτιστα διατριβῇ, ἀποκρίνειν τῆς διανοίας πᾶν ὅσον ἀρετῆς ἀλλότριον καὶ τῆς σῆς ἀνάξιον γνώμης, συντείνειν ἑαυτὴν πρὸς εὐσέβειαν καὶ πᾶσαν εὐκοσμίαν, λεπτύνειν τὸν νοῦν εἰς τὸ μηδὲν μήτε δέχεσθαι μήτε φρονεῖν ἀνεξέταστον, κρατύνειν τὴν φρόνησιν κατὰ πάντα καιρὸν καὶ πάντα τρόπον τῷ προσομιλεῖν ἀεὶ ταῖς τῶν προλαβόντων ὑποθήκαις ὁσίων, προτάττειν πάσης ἀπεχθείας καὶ φιλίας τὴν πρὸς τοὺς οἰκείους καὶ ξένους δικαιοσύνην, σύνοικον ἔχειν καὶ συνόμιλον πάντοτε τὴν σωφροσύνην ἐρριζωμένην εἰλικρινῶς τῇ ψυχῇ καὶ παγίως ἱδρυμένην, μὴ συμμεταβάλλειν τὸν τρόπον ταῖς ἀνωμαλίαις τοῦ βίου καὶ μεταβολαῖς· οὔτε γὰρ ἐν πενίᾳ τὸ φρόνημα τοῦ βίου συστέλλειν εὐπρεπές, οὔτε ἐν περιουσίᾳ μέγα φρονεῖν ἀσφαλές, διὸ δὴ κράτιστον ἀσκεῖν ἐν μὲν τοῖς τέρπουσι τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τοῖς λυπηροῖς τὴν καρτερίαν· ἀμνημονεῖν τῆς παλαιᾶς περιουσίας, αἰτεῖν τὴν αὐτάρκειαν, στέργειν τὸ διδόμενον, ἐλπίζειν τὸ βέλτιον, καὶ φέρειν πράως τὴν τοῦ σώματος ἀρρωστίαν, ἐπὶ μηδενὶ μεμψιμοιρεῖν, μηδὲ σχετλιάζειν, ἀλλ' εὐχάριστον εἶναι περὶ τὴν Πρόνοιαν, ὅση τις εἴη, καὶ κρύπτειν πολλάκις τὰς αἰτίας τῶν γινομένων, ἀλλ' οὐκ ἀμελεῖν τοῦ πρὸς ἀξίαν πρὸς ἣν ἀποδιδοῦσα λογίζου πρὶν ἐξειπεῖν τὸ λεκτέον καὶ πρὸ τοῦ πρᾶξαι τὸ πρακτέον· οὕτω γὰρ δὴ ἔσται σοι πᾶν τὸ ῥηθὲν ἢ πραχθὲν ἀμεταμέλητον. Εὐσχημονεῖν ἡγοῦ μὴ τοῖς ἔξωθεν προκαλύμμασιν, ἀλλὰ τοῖς τῆς ψυχῆς πλεονεκτήμασιν. Πλοῦτον νόμιζε γνήσιον καὶ βέβαιον τὴν ὀλιγόδειαν· οὐ γὰρ ἐν τῷ πολλὰ κεκτῆσθαι τὸ πλουτεῖν ἐστι βεβαίως, ἀλλὰ τῷ μὴ πολλῶν δεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ ἐπὶ σοί, τὸ δὲ τῶν ἔξωθεν.Ῥύθμιζε τὸν μὲν τρόπον ἐπιεικείᾳ, τὸ δὲ ἦθος ἀταραξίᾳ, τὴν δὲ γλῶσσαν βραχυ-λογίᾳ. Διὰ δὲ τούτων κόσμει τὴν μὲν κεφαλὴν τῷ σκέπειν, τὰς δὲ ὀφρῦς τῷ κατεσταλμένας ἔχειν, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς τῷ συννεύειν καὶ κοσμίως βλέπειν, τὸ δὲ στόμα τῷ μηδὲν ἀπρεπῶς λαλεῖν, τὰ δὲ ὦτα τῷ μόνον τοῖς σπουδαίοις ὑπέχειν, σύμπαν δὲ τὸ πρόσωπον τῷ ἐξ αἰδοῦς χρώματι.Ἐν πᾶσι δὲ καὶ διὰ πάντων φύλασσε σεαυτὴν ἀμόλυντον, ὥσπερ τι κειμήλιον ἄψαυστον. Κόσμος γὰρ οἰκεῖος καὶ πρέπων γυναιξί, σεμνότης, εὐστάθεια, σωφροσύνη.Τρυφὴν νόμιζε καλλίστην ὁμοῦ καὶ ῥᾴστην τὴν χρειώδη τροφήν· αὕτη γὰρ καὶ καθ' ἑαυτὴν ἐπαινετὴ καὶ πρὸς τὸν ἐν σωφροσύνῃ βίον αἱρετὴ καὶ πρὸς ὑγίειαν ἀρίστη, καὶ συμμετρίαν καὶ τὴν ἄλλην εὐκοσμίαν καὶ παιδείαν οὐκ ἀνόνητος.

Ἄλλο στὸν ἑαυτό του


ϞΔ΄ 
Ἄλλο στὸν ἑαυτό του

λλάδα μου καὶ νιότη ἀγαπητή, κι ὅλα ὅσα ἀπόχτησα, καὶ σῶμα· πόσο πρόθυμα ὑποχωρήσατε στὸ Χριστό!
 
Κι ἂν ἡ προσευχὴ τῆς μάνας μου μ᾽ ἔκανε ἱερέα στὸ Θεὸ ἀγαπητό, καὶ τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου, γιατί νὰ μὲ φθονοῦν; 
Ἀλλά, Μακάριε στοὺς χορούς σου, Χριστέ μου, δέξου με καὶ δῶσε δόξα στὸ γιὸ τοῦ Γρηγορίου, στὸ λάτρη σου Γρηγόριο.

ϟΔ΄. 
Ἄλλο [εἰς ἑαυτόν].

λλὰς ἐμὴ, νεότης τε φίλη, καὶ ὅσσα πέπασμαι,
Καὶ δέμας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως!
Εἰ δ’ ἱερῆα φίλον με Θεῷ θέτο μητέρος εὐχὴ,
Καὶ πατρὸς παλάμη, τίς φθόνος; ἀλλὰ, Μάκαρ,
Σοῖς με, Χριστὲ, χοροῖσι δέχου, καὶ κῦδος ὀπάζοις
Υἱέϊ Γρηγορίου, σῷ λάτρι Γρηγορίῳ.

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ



ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
25 Ιανουαρίου 

Θεοῦ γινώσκειν ὀρθοδόξως οὐσίαν,
Χριστιανοῖς λεγάτον ἐκ Γρηγορίου.
Εἰκάδι Γρηγόριος Θεορρήμων ἔκθανε πέμπτῃ.
Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ
Ο άγιος Γρηγόριος, άνδρας με ουράνια ψυχή και στόμα καθαγιασμένο από το πυρ του Αγίου Πνεύματος, διείσδυσε τόσο βαθιά στα μυστήρια του Θεού, ώστε ανάμεσα σε όλους τους αγίους Πατέρες μόνος αυτός κρίθηκε άξιος της προσωνυμίας «Θεολόγος», όπως ο Ιωάννης ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου: όχι με την έννοια εκείνου ο οποίος κατ’ επάγγελμα διδάσκει τα θεία δόγματα, αλλά εκείνος ο οποίος κεκαθαρμένος ενώθηκε με τον Θεό διά της Χάριτος και στρέφεται προς τον λαό, όπως ο Μωυσής, για να του μεταδώσει τα θεία ρήματα και να του μεταλαμπαδεύσει το θείο Φως. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Μέγα Βασίλειο [1 Ιαν.] και τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο [13 Νοεμ.], η βιοτή του υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας απλής βιογραφίας και παρουσιάζεται μάλλον ως σθεναρό πρότυπο χριστιανικής αγιότητας, ενώ τα αθάνατα έργα του, ανυπέρβλητα σε κάλλος και βάθος, συνιστούν το πλέον αντάξιο κόσμημα της Νύμφης του Λόγου του Θεού, δηλαδή ολόκληρης της Εκκλησίας. 
Ο πατέρας του, ο άγιος Γρηγόριος [1 Ιαν.], άνδρας σοφός και ενάρετος, αρχικά είχε εμπλακεί στην αίρεση των Υψισταρίων. Κατόπιν, αφού επανήλθε στην αληθή Πίστη, χάρη στην αγάπη, την υπομονή και τις προσευχές της συζύγου του αγίας Νόννας [5 Αυγ.], εξελέγη επίσκοπος Ναζιανζού, μιας μικρής πόλεως της Καππαδοκίας κοντά στο οικογενειακό τους κτήμα της Αριανζού. Έμειναν για πολύ καιρό άτεκνοι και μετά ο Θεός τούς παραχώρησε διαδοχικά τρία παιδιά: την αγία Γοργονία [23 Φεβρ.], τον άγιο Γρηγόριο και τον άγιο Καισάρειο [25 Φεβρ.]. Μετά τη γέννηση της Γοργονίας, η αγία Νόννα παρακάλεσε τον Κύριο να αποκτήσει γιο, υποσχόμενη να τον αφιερώσει σε Αυτόν. Ο Θεός ανταποκρίθηκε στην πύρινη προσευχή της, δείχνοντας σε ενύπνιο τη μορφή του παιδιού που θα γεννιόταν και υποδεικνύοντας το όνομά του. Μόλις γεννήθηκε ο Γρηγόριος (330), η μητέρα του μερίμνησε να καλλιεργήσει μέσα του τα σπέρματα των αγίων αρετών, ώστε το παιδί γρήγορα έδωσε δείγματα γεροντικής σοφίας, έχοντας μεγάλη έλξη για τη μελέτη και ακατανίκητη έφεση για τη θεωρία και την προσευχή. Μια νύχτα, είδε σε ενύπνιο να παρουσιάζονται δύο νεαρές παρθένες, ντυμένες στα λευκά, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο. Τον χάιδεψαν τρυφερά, λέγοντάς του ότι η μία ήταν η «Αγνότητα» και η άλλη η «Σωφροσύνη», συνοδοί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και φίλες όσους ασπάζονται την οδό και τον τρόπο της εν Χριστώ παρθενίας ώστε να ζήσουν μια ουράνια βιοτή. «Με προέτρεψαν να ενώσω την καρδιά μου και το πνεύμα μου με το δικό τους, έτσι ώστε αφού με γεμίσουν με τη λαμπρότητα της αγιότητάς τους, να μπορούν να με παρουσιάσουν μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος», γράφει σ’ ένα αυτοβιογραφικό του ποίημα Ἔπος εἰς ἑαυτόν», Ι, 45, 231-258· PG 37, 1371· ΕΠΕ 10, 347). Αποφάσισε τότε ο Γρηγόριος να αφιερωθεί στον Θεό εν παρθενία και προσευχή, αρνούμενος την επιλογή του γάμου και αποφεύγοντας κάθε ηδονή και διασκέδαση τούτου του κόσμου. Από πόθο για την επιστήμη, πήγε μαζί με τον αδελφό του Καισάρειο να σπουδάσει ρητορική στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνώρισε και συναναστράφηκε τον άγιο Βασίλειο. Κατόπιν, μετέβη στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και στην Αλεξάνδρεια, όπου άφησε τον αδελφό του, ενώ ο ίδιος πήγε στη φημισμένη Αθήνα, η οποία διατηρούσε ακόμη τη φήμη της πρωτεύουσας της ρητορικής και της φιλοσοφίας. Το πλοίο όμως στο οποίο μετέβαινε, έπεσε σε φοβερή τρικυμία που κράτησε είκοσι μέρες. Γονατιστός στην πρύμνη, με το χλωμό πρόσωπο να δέρνεται από τον αέρα και τα κύματα, ο Γρηγόριος, ο οποίος κατά το έθιμο της εποχής δεν είχε βαπτισθεί ακόμη, από φόβο μήπως στερηθεί για πάντα το αγιασμένο ύδωρ που μας καθαίρει, μας αναγεννά και μας θεώνει, έστεκε με απλωμένα τα χέρια στον ουρανό παρακαλώντας με δάκρυα τον Θεό. Ξαφνικά, τη στιγμή ακριβώς που ανέφερε την υπόσχεσή του να αφιερωθεί στον Θεό, ο άνεμος κόπασε και οι ειδωλολάτρες που εν τω μεταξύ είχαν ενώσει τις προσευχές τους με τις δικές του, ασπάσθηκαν την Πίστη του Χριστού και το πλοίο έφθασε απρόσκοπτα στην Αθήνα. Εκεί ο Γρηγόριος συνδέθηκε με υπέροχη πνευματική φιλία με τον Μέγα Βασίλειο. Συμμερίζονταν τα πάντα: την αγάπη για τη γνώση, το ρητορικό τάλαντο, το βάθος του στοχασμού και, προπαντός, την καθαρότητα του ήθους, την αναζήτηση της τελειότητας και τη στροφή ολοκλήρου του είναι προς τον Θεό, αρετές που τους έκαναν να υπερβαίνουν τους συμμαθητές τους, ακόμη και τους διδασκάλους τους, τους καθιστούσαν δε αγαπητούς σε όλους και ασκούσαν μια ακαταμάχητη έλξη σε εκείνους οι οποίοι αναζητούσαν με ειλικρίνεια την αλήθεια, σε βαθμό ώστε, όταν ο Βασίλειος αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του κρίνοντας ότι είχε αποκτήσει επαρκείς γνώσεις, οι συμμαθητές τους κατάφεραν να κρατήσουν τον Γρηγόριο για αρκετό καιρό ώστε να τον έχουν για δάσκαλό τους. Κατόρθωσε τέλος ο άγιος Γρηγόριος να απαλλαγεί από την αταίριαστη αυτή στοργή, επέστρεψε στην Καππαδοκία (358) σε ηλικία είκοσι οκτώ ετών και βαπτίσθηκε. Στο εξής δεν επρόκειτο να ασχοληθεί με τις θύραθεν επιστήμες και τη ρητορική. Με όλη την ορμή της καρδιάς του ποθούσε να ζει μόνο για τον Θεό, να θεωρεί ήδη από την παρούσα ζωή τη Βασιλεία και τη Δόξα Του, αποσπώντας τον νου από κάθε κοσμικό δεσμό και φίλτρο. Μέχρι το τέλος του βίου του, ο Γρηγόριος υπέταξε το σώμα του σε αυστηρή άσκηση, παρά τις συχνές ασθένειες οι οποίες παρεμπόδιζαν το έργο του και τις οποίες υπέμενε με χαρά. Έχυνε άφθονα δάκρυα, όταν ύψωνε την προσευχή του προς τον Θεό ή όταν βυθιζόταν στη μελέτη της Αγίας Γραφής· και έθεσε τη λαμπρή ευγλωττία που απέκτησε κατά τις σπουδές του στην υπηρεσία του Λόγου. Περισσότερο απ’ όλα όμως, ποθούσε να δοθεί απερίσπαστα στη θεωρία διά του ησυχαστικού και μονήρους βίου. Για το λόγο αυτό, έσπευσε προς τον άγιο Βασίλειο, στο ησυχαστήριό του κοντά στον Ίρι ποταμό, ώστε να εγκαταβιώσουν μαζί μιμούμενοι τους αγίους Αγγέλους, σύμφωνα με τα καρδιακά σχέδια που είχαν καταστρώσει κατά την παραμονή τους στην Αθήνα. Εισέρχονταν μαζί, σαν μια ψυχή, στα μυστήρια του Θεού· μεταφέρονταν μαζί σε ουράνιες θεωρίες, ζωντανές προεικονίσεις της τρυφής, της ενότητας και της ομόνοιας των εκλεκτών στη Βασιλεία του Θεού, λαμβάνοντας έτσι από τον Κύριο μία ασύγκριτη γνώση για το μυστήριο του ανθρώπου και του πραγματικού προορισμού του καθώς και για την τέχνη της κάθαρσης της ψυχής από τα πάθη. Για το λόγο αυτό, παρά τη νεαρή τους ηλικία και το βραχύ διάστημα που είχαν διαγάγει ως μοναχοί, μπόρεσαν από κοινού να συντάξουν τους «Όρους», ένα Τυπικό του κοινοβιακού βίου, οι οποίοι κατέστησαν και έκτοτε παραμένουν ο καταστατικός χάρτης του Ορθόδοξου Μοναχισμού. 
Αυτός ο καθ’ όλα ουράνιος βίος δεν κράτησε πολύ, γιατί ο Γρηγόριος σύντομα εκλήθη να γηροκομήσει τον υπερήλικα πατέρα του και να αναλάβει στη θέση του τη διοίκηση της Εκκλησίας της Ναζιανζού, η οποία είχε δυστυχώς διχαστεί μετά την αιρετική σύνοδο του Ρίμινι (359). Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του ο Γρηγόριος, επιχείρησε εις μάτην να συμφιλιώσει όσους είχαν διακόψει κοινωνία με τον πατέρα του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη. Παρ’ όλο το δέος και τον σεβασμό του προς τη θεία ιερωσύνη και την ησυχία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος παρά τη θέλησή του από τον πατέρα του, ο οποίος έλπιζε με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το κήρυγμα του Ευαγγελικού λόγου και να τον προετοιμάσει για τη διαδοχή. Η χειροτονία αιφνιδίασε την ευαίσθητη καρδιά του Γρηγορίου όπως μια «τυραννίδα»· έφυγε και μετέβη στον Πόντο, για να μετριάσει τον εσωτερικό του πόνο κοντά στον αγαπημένο του Βασίλειο. Πολλοί κατέκριναν και κατακρίνουν ακόμη τον άγιο, κατηγορώντας τον για δειλία και για αδυναμία χαρακτήρος. Πώς όμως να αμφιβάλλει κανείς για την ισορροπία και το σθένος ψυχής ενός πνεύματος τόσο υπερκόσμια δυνατού, ο οποίος είχε κατακτήσει ήδη από τη νεότητά του τη μακάρια απάθεια και την πλήρη ψυχική αυτοκυριαρχία; Πρέπει μάλλον να διαβλέψουμε στον άγιο Γρηγόριο ένα σπάνιο παράδειγμα της άκρας ψυχοπνευματικής λεπτότητας και ευαισθησίας που αποκτούν οι άγιοι όσο πλησιάζουν εμπειρικά τον Θεό. Όπως εξηγεί ο ίδιος στον «Απολογητικό Λόγο» του, δεν απέφυγε τότε την ιερωσύνη από φόβο, αλλά από οξυμένη ευσυνειδησία για την ευθύνη του ποιμένα ψυχών και, προπαντός, επειδή προτιμούσε να ενωθεί με τον Θεό και, δι’ Αυτού, με τους ανθρώπους στην αέναη προσευχή. «Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω τη θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα, πέρα από τα απολύτως αναγκαία, να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε. Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με την ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των Αγγέλων, παραμένοντας στη γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Αγίου Πνεύματος. Αν κάποιος από εσάς κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε...» («Λόγοι» 2, 7· PG 35, 413C-416A· ΕΠΕ 1, 83). 
Μετά από τρεις μήνες όμως, με υπόδειξη του αγίου Βασιλείου και από φόβο μήπως παραβεί το θείο θέλημα, επέστρεψε στη Ναζιανζό και προσπάθησε να αποκαταστήσει την ομόνοια ανάμεσα στους ορθόδοξους και να γηροκομήσει τους καταβεβλημένους γονείς του. Επί μία δεκαετία υπήρξε για τη Ναζιανζό υπόδειγμα πνευματικής μέριμνας και στοργής· ταπεινός μαθητής του Κυρίου, όργανο του λόγου και της Χάριτός Του, κανόνας Πίστεως και ζωντανή εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας. Όταν το 361 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, τη ζοφερή μεταβολή του οποίου είχε προείπει ο άγιος Γρηγόριος όταν σπούδαζαν μαζί στην Αθήνα, αποπειράθηκε να αποκαταστήσει τη λατρεία των ειδώλων, απαγορεύοντας στα παιδιά των χριστιανών να διδάσκονται φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία, ο άγιος Γρηγόριος απάντησε δυναμικά σε αυτό το μεροληπτικό μέτρο συντάσσοντας λαμπρούς λόγους και θαυμαστά ποιήματα, όπου ανέπτυσσε τα μυστήρια της Πίστεως με λογοτεχνική δεινότητα και με πλούτο εικόνων και λεξιλογίου, κατά πολύ ανώτερων των περίφημων έργων των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας. Με τον άγιο Γρηγόριο και τους άλλους Πατέρες της εποχής εκείνης ολοκληρώθηκε όχι απλώς ο εκχριστιανισμός της Ελληνικής Παιδείας, αλλά η οριστική της υπέρβαση· και στη θέση της αναπτύσσεται μια παιδεία καθαρά χριστιανική, η οποία αφομοιώνει και μεταμορφώνει το απαύγασμα των έργων της αρχαιότητας. 
Το 370 ο άγιος Γρηγόριος και ο πατέρας του συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για την εκλογή του αγίου Βασιλείου στην επισκοπική έδρα της Καισαρείας και την αναγνώρισή του ως ηγέτη των Ορθοδόξων. Έχοντας μεγαλύτερη ελευθερία από τον Βασίλειο, ο οποίος λόγω θέσεως ήταν υποχρεωμένος να είναι κάπως επιφυλακτικός, ο Γρηγόριος κήρυξε τότε δημόσια και απροκάλυπτα τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος έναντι των αιρετικών οπαδών του Μακεδονίου και αντιστάθηκε με τόλμη στον διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Ουάλης. Οι δύο φίλοι είχαν αποκτήσει τόση εκτίμηση και αίγλη μεταξύ του λαού, ώστε ο αυτοκράτορας δεν τόλμησε να τους θίξει και ήταν οι μόνοι Ορθόδοξοι επίσκοποι που γλύτωσαν τότε την εξορία. 
Το 372, παρά τον πόθο του, τον οποίο επιδοκίμαζε ο Βασίλειος, να αποσυρθεί από τα ποιμαντικά καθήκοντα μόλις αποβιώσουν οι γονείς του, ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε από τον φίλο του επίσκοπος στα Σάσιμα, μια κωμόπολη θορυβώδη και άνυδρη, που βρισκόταν στα σύνορα της Καππαδοκίας και της Δευτέρας Καππαδοκίας, επαρχίας που δημιούργησε ο Ουάλης για να αναχαιτίσει τη δράση του επισκόπου Καισαρείας. Παρά την αγάπη του για τον Βασίλειο και τη φροντίδα για το καλό της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος δεν αποδέχθηκε το αξίωμα και κατέφυγε εσπευσμένα μόνος στο βουνό, ελπίζοντας να βρει εκεί από τον Θεό παρηγορία για τα δεινά του. Υποκύπτοντας στις πιέσεις του πατέρα του, δέχθηκε να επιστρέψει στη Ναζιανζό και ανέλαβε τη διοίκηση της εκεί Εκκλησίας, ως αναπληρωτής επίσκοπος, έως ότου εκοιμήθη ο γέροντας πατέρας του (374) σε ηλικία περίπου εκατό ετών. Λίγο μετά την κοίμηση του πατέρα του, εκοιμήθη και η αγία Νόννα, και ο Γρηγόριος υποχώρησε για μια ακόμη φορά στις παρακλήσεις των πιστών και δέχθηκε να παραμείνει μέχρι την εκλογή νέου επισκόπου, παρά τη μεγάλη εξάντληση που τον είχαν οδηγήσει η ασθένεια, οι στερήσεις και οι αγώνες του για την Πίστη. Όταν όμως αντελήφθη ότι οι συμπολίτες του, επιθυμώντας διακαώς να τον κρατήσουν κοντά τους, καθυστερούσαν την εκλογή επισκόπου, έφυγε κρυφά και μετέβη στη Σελεύκεια, μητρόπολη της Ισαυρίας (375), και αποσύρθηκε στη μονή της αγίας Θέκλας, για να διαβιώσει επιτέλους στην ησυχία. Και εκεί όμως χρειάστηκε να στηρίξει τον «καλό αγώνα της Πίστεως» έναντι των αρειανοφρόνων, οι οποίοι έσπειραν παντού σύγχυση. Στις αρχές του 379, η Εκκλησία πένθησε τον θάνατο του φάρου της Ορθοδοξίας αγίου Βασιλείου, γρήγορα όμως παρηγορήθηκε και ιλαρύνθηκε με τη θανή του αιρετικού Ουάλη και με την ανάρρηση στο θρόνο του Μεγάλου Θεοδοσίου, πιστού υπερασπιστή του δόγματος της Νικαίας. Όλα τα ορθόδοξα βλέμματα στράφηκαν τότε προς τον Γρηγόριο, ως τον πλέον άξιο υπέρμαχο της Πίστεως και τον λαμπρότερο κήρυκά της. 
Οι πιστοί της Βασιλεύουσας, η οποία βρισκόταν για περισσότερα από σαράντα χρόνια στα χέρια των αιρετικών, ζητούσαν τότε επίμονα από τον επίσκοπο Ναζιανζού να τους συνδράμει. Αποσπάσθηκε για μια ακόμη φορά ο Γρηγόριος από τη γλυκύτητα της θεωρίας χάριν της υπεράσπισης της Εκκλησίας, και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη φέροντας μαζί του την ακλόνητη δύναμη του λόγου του και την ισχύ των θαυμάτων του. Εγκαταστάθηκε σε οικία που ανήκε σε συγγενείς του, όπου οι ορθόδοξοι άρχισαν γρήγορα να συρρέουν ολοένα και περισσότεροι, για να ακούσουν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του, σε βαθμό που η οικία μετετράπη σύντομα σε ναό, γνωστό ως Αγία Αναστασία, επειδή η Πίστη, νεκρωμένη επί τόσα χρόνια στη Βασιλεύουσα, αναστήθηκε χάρη στον λόγο, την προσευχή, την παρουσία και τη ζωή του Γρηγορίου. Μόνος εναντίον πλειάδος αιρετικών και ποικίλων άλλων αιρέσεων, ο άγιος συνάρπαζε το ακροατήριό του με την ευγλωττία του κατακόπτοντας τα σοφίσματα και τα επιχειρήματα του σαρκικού φρονήματος με τη ρομφαία του θείου Λόγου. Σε σειρά πέντε ομιλιών («Λόγοι Θεολογικοί» 28-31· PG 36, 11- 172· ΕΠΕ 4), οι οποίες των αξίωσαν τον τίτλο του «Θεολόγου», κατέδειξε ότι δεν αρμόζει να συζητούμε για τα μυστήρια του Θεού ως κάτι το κοινό, υποτυπώδες και πρόχειρο, αλλά μόνο στην κατάλληλη στιγμή και αφού προηγουμένως έχουμε δεόντως καθαρθεί, και ανέπτυξε με καθοριστικό τρόπο το ακατάληπτο της θείας ουσίας και τη θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Περισσότερο από όλους τους άλλους αγίους Πατέρες, ο άγιος Γρηγόριος διακρίνεται για τις συνοπτικές και αντινομικές εκφράσεις με τις οποίες αναπτύσσει τα βαθύτερα μυστήρια της Πίστεως και τα μεγαλύτερα κεφάλαια της Σωτηρίας. Οι ορισμοί του είναι τόσο τέλειοι, ώστε στο πέρασμα των αιώνων οι δεινότεροι άγιοι θεολόγοι αφιέρωσαν συγγράμματα ολόκληρα στον ιδιαίτερο σχολιασμό τους· και είναι τέτοιας ωραιότητας, ώστε μεγάλος αριθμός τους χρησιμοποιήθηκε από τους μελωδούς μας στην σύνθεση λειτουργικών ύμνων των μεγάλων εορτών του έτους. Έτσι λοιπόν, μεγάλο μέρος του Κανόνα της Γεννήσεως του Χριστού είναι δανεισμένο από τον ΛΗ΄ Λόγο του αγίου Γρηγορίου· των Θεοφανείων από τον ΛΘ΄ Λόγο· του Πάσχα από τους Λόγους Α΄ και ΜΕ΄· της Πεντηκοστής από τον Λόγο ΜΑ΄ και πολλές άλλες δάνειες εκφράσεις βρίσκονται σε ακολουθίες και στις εορτές των αγίων μας. Η ανάγνωση και η αποστήθιση των έργων του αγίου Γρηγορίου, όπως της Αγίας Γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με την προσκύνηση μιας αγίας και χαριτόβρυτης εικόνας· μας μεταφέρουν ήσυχα και αγνά στον ουρανό και μας μυούν στα άρρητα μυστήρια του Θεού. Η γλώσσα του είναι τόσο τέλεια, ώστε αχρηστεύει κάθε άλλα λόγια και οδηγεί αβίαστα τον εραστή του Λόγου στη σιωπηλή προσευχή. 
Άκαμπτης αυστηρότητας όσον αφορά στην Πίστη, ο άγιος Γρηγόριος ήταν όλος πραότητα στη συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους, αμαρτωλούς ή παραστρατημένους. Διόρθωνε τα ήθη δίνοντας το υπόδειγμα της χριστιανικής διαγωγής με τη βιοτή του, που ήταν απαλλαγμένη από κάθε κοσμικότητα, με τη σκληραγωγία του και την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες, σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλοί από όσους άκουγαν τους λόγους του, μεταστρέφονταν ολότελα βλέποντας την ουρανόδρομη πολιτεία του. Οι επιτυχίες του προκάλεσαν ωστόσο γρήγορα ζωηρές αντιδράσεις από μέρους των αιρετικών, που ζηλόφθονοι διέδωσαν εναντίον του φρικτές συκοφαντίες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να υπερνικήσουν την υπομονή του και την ανεξικακία του απέναντι στους εχθρούς του. Τη νύχτα της Αναστάσεως του 379, αιρετικοί, οπαδοί του Απολλιναρίου, τους οποίους είχε αντικρούσει με έξοχο τρόπο, πήγαν στην Αγία Αναστασία, έσπειραν τον πανικό στο προσευχόμενο εκκλησίασμα και επιχείρησαν να λιθοβολήσουν τον άγιο. Δεν μπόρεσαν όμως να του καταφέρουν το θανάσιμο χτύπημα, που θα επιθυμούσε ο Γρηγόριος ώστε να τελειωθεί λαμβάνοντας τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ύστερα από αυτή τη δοκιμασία, παραδόθηκε στη δικαιοσύνη ως κακούργος, αλλά εξήλθε νικητής και παρότρυνε κατόπιν τα εν Κυρίω τέκνα του να τους συγχωρέσουν. Η μετριοπαθής αυτή στάση, η αγάπη, η μακροθυμία και η ευθύτητα του τέλειου αυτού μαθητή του Χριστού κίνησαν εναντίον του την εχθρότητα δύο παρατάξεων: των αιρετικών που τον μισούσαν και των υπερζηλωτών ορθοδόξων που αδυνατούσαν πλήρως να κατανοήσουν το ειρηνικό πνεύμα του. 
Ενώ, χάρη στους αγώνες του, η αίρεση έμοιαζε να υποχωρεί, ο διάβολος τον υπέβαλε σε νέες δοκιμασίες στο πρόσωπο ενός κυνικού φιλοσόφου ονόματι Μαξίμου, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Αποκρύπτοντας αρχικά το δόλιο σχέδιό του, ο Μάξιμος κέρδισε την εκτίμηση του Γρηγορίου. Αποκαλύφθηκε όμως σύντομα, όταν επιχείρησε να εκλεγεί αντικανονικά επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σπέρνοντας ταραχή και σκάνδαλο στην Εκκλησία. Πράος και καρτερικός ο άγιος Γρηγόριος, ήταν έτοιμος να αφήσει τον θρόνο του για να μην εναντιωθεί στον απατεώνα με αγώνα και μίσος· ο λαός όμως εξεγέρθηκε αυθόρμητα εναντίον του Μαξίμου και παρακάλεσε τον ποιμενάρχη του να μην εγκαταλείψει το ποίμνιο του Χριστού στους λύκους που το απειλούσαν, λέγοντάς του: «Εάν μας αφήσεις, Πάτερ, γνώριζε ότι παίρνεις μαζί σου και την Αγία Τριάδα!». Ο άγιος πείσθηκε και απηύθυνε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος διέμενε τότε στη Θεσσαλονίκη. Ο αυτοκράτορας έδιωξε τον σφετεριστή και λίγο αργότερα εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, μετά τη νίκη του κατά των βαρβάρων (24 Νοεμβρίου 380). Την επομένη κιόλας έδιωξε τους αρειανόφρονες από τους ναούς που κατείχαν και επέβαλε την εκλογή του αγίου Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γρηγόριος, φλεγόμενος πάντα από τον πόθο της ησυχίας, αρχικά αρνήθηκε· αλλά η επιμονή και ο ενθουσιασμός του λαού τον έκανε τελικά να ενδώσει και να δεχθεί. Ωστόσο, καθώς ήταν αντικανονικά επίσκοπος άλλης έδρας, η μετάθεση του Γρηγορίου στη Βασιλεύουσα έπρεπε να επικυρωθεί από Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό, ο Θεοδόσιος συνεκάλεσε το 381 την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία, αφού αναγνώρισε ομόφωνα την εκλογή του Γρηγορίου, καταδίκασε την αίρεση των πνευματομάχων (Μακεδονίων) και σημάδευσε έτσι το τέλος του αρειανισμού και την οριστική νίκη της Ορθοδοξίας. 
Τη χαρά για τον θρίαμβο αυτό διέκοψε όμως αμέσως κατόπιν ο θάνατος του προεδρεύοντος της Συνόδου αγίου Μελετίου, του ονομαστού επισκόπου Αντιοχείας [12 Φεβ.]. Ο Γρηγόριος επιφορτίσθηκε τότε την προεδρία των συνεδριάσεων, κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασισθεί ο διάδοχός του στην επισκοπή αυτή, στην οποία υφίστατο επί πολλά έτη σχίσμα μεταξύ των ορθοδόξων: οι μεν ήταν οπαδοί του Μελετίου, οι άλλοι του Παυλίνου. Καθώς είχε συμφωνηθεί να αναγνωρισθεί ο επιζών ως μόνος επίσκοπος, ο άγιος Γρηγόριος υποστήριξε τον Παυλίνο, αντιμετώπισε όμως αμέσως την αντίσταση και τις συνωμοσίες των επισκόπων της ανατολής, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο να πληρώσουν έναν νεαρό αιρετικό για να τον δολοφονήσει. Τη στιγμή όμως που ορμούσε πάνω στον άγιο, ο κακούργος στάθηκε απότομα, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Γρηγορίου και ομολόγησε τη φαύλη του πρόθεση. Ο Γρηγόριος τον σήκωσε όρθιο, τον ασπάσθηκε στοργικά και του ζήτησε να αφιερωθεί του λοιπού στον Θεό, αφού προηγουμένως απαρνηθεί την αίρεση. Άλλοι επίσκοποι, οπαδοί του Παυλίνου, κατήγγειλαν ότι η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε κατά παράβαση των ιερών Κανόνων. Κατάκοπος από τόσες ασυμφωνίες, έριδες και διαμάχες, και με την καρδιά συντετριμμένη, βλέποντας να σπαράσσεται η Εκκλησία του Χριστού, εκείνος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει τιμές και εξουσία, ανακοίνωσε στη Σύνοδο ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να συμβάλει στην ειρήνη και, εφόσον η θέση του στον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ήταν αιτία τόσης διαιρέσεως και διαμάχης, αυτός ήταν καθόλα έτοιμος να πέσει στην θάλασσα ως άλλος Ιωνάς, ώστε να κοπάσει η θύελλα και η ταραχή των πνευμάτων, με την προϋπόθεση όμως να διαφυλαχθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Λέγοντας αυτά τα λόγια, αποχώρησε από τη Σύνοδο, πήγε στα ανάκτορα και παρακάλεσε τον αυτοκράτορα να δεχθεί την παραίτησή του και να αναλάβει εκείνος με την εξουσία του να αποκαταστήσει την ενότητα και την ομόνοια στην Εκκλησία. Σ’ έναν τελευταίο και συγκινητικό λόγο του, αποχαιρέτησε τον αγαπημένο του ναό, την Αγία Αναστασία, «τιμή και καύχημά» του, την Αγία Σοφία και τους άλλους ναούς της Βασιλεύουσας, τις οποίες είχε αποκαταστήσει στην αληθινή Πίστη και την καθαρότητα των ηθών, ετοιμάζοντάς τις για υπερχιλιετή δόξα. Αποχαιρέτισε τους κληρικούς, τους μοναχούς, τις παρθένους, τους πτωχούς, ακόμη και τους αιρετικούς, παρακινώντας τους μια φορά ακόμα να μεταστραφούν· αποχαιρέτησε την Ανατολή και τη Δύση, ενωμένες στο εξής εν ειρήνη, τους Φύλακες Αγγέλους της Εκκλησίας του και την Αγία Τριάδα, στην πρόνοια της Οποίας εμπιστεύθηκε το ποίμνιό του. Έφυγε κατόπιν από την Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας διάδοχό του τον άγιο Νεκτάριο [11 Οκτ.], και επέστρεψε για λίγο στη Ναζιανζό, όπου επιδίωξε να χειροτονηθεί στη θέση του ένας τιτουλάριος επίσκοπος. Μετά την εκλογή του εξαδέλφου του Ευλαλίου, αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Αριανζό, όπου εξουδενωμένος από την ασθένεια και από τις τόσες θρονικές ευθύνες τις οποίες δεν επιθύμησε ποτέ, πέρασε τα τελευταία χρόνια του βίου του στη σιωπή και την ησυχία. Όμως, ωσάν φρουρός που δεν εγκαταλείπει ποτέ τη σκοπιά του, δεν έπαυε να επαγρυπνεί από μακριά για την ορθότητα και καθαρότητα της Πίστεως, γράφοντας θεσπέσιες δογματικές επιστολές που αντέκρουαν τις νεοσύστατες αιρέσεις, παροτρύνοντας τον Νεκτάριο και τους άλλους ορθόδοξους επισκόπους να είναι πιο δίκαιοι, συμβουλεύοντας σοφά τα πνευματικά του τέκνα ώστε να φθάσουν στην τελειότητα, συνθέτοντας θαυμαστά ποιήματα σε αρχαϊκή γλώσσα. Με την καρδιά συντετριμμένη και ταπεινωμένη, αλλά με τον νου σταθερά στραμμένο και προσηλωμένο στη θεωρία των ανεξιχνίαστων μυστηρίων της Αγίας Τριάδος, ο ταπεινός αυτός δούλος του Θεού, που έγινε παρά τη θέλησή του μαχητής, παρέδωσε την αγία, ευαίσθητη και ποιητική ψυχή του στον Κύριο της Δόξης. 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Άπαντα Έργα [11 Τόμοι]
 του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Άπαντα Έργα [11 Τόμοι] του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Άπαντα Έργα [11 Τόμοι]
 του Ἁγίου Γρηγορίου του Θεολόγου 
 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Όλοι οι τόμοι σε pdf εδώ  

 



Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως



ΙΓ΄

Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως 
ΠΗΓΗ :ΕΔΩ 
ἕνας τὸν ἄλλο ἐγὼ κι ὁ χρόνος σὰν πουλιὰ
ἢ καράβια στὸ πέλαγος προσπερνοῦμε χωρὶς νά ᾽χομε καμιὰ σταθερότητα· ἡ ἁμαρτία μου, δὲ θὰ περάσει, ἀλλὰ μένει· αὐτὸ εἶναι τῆς ζωῆς τὸ πιὸ βαρὺ καὶ δὲν ἔχω ὅ,τι εὔχομαι, νὰ ζήσω ἀκόμα ἢ νὰ πεθάνω. 
Φοβοῦμαι καὶ γιὰ τὰ δύο. 
Σκέψου μαζί μου ἔτσι: 
Γεμάτη μόχθους ἡ ζωή μου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ἐνῶ ἂν πεθάνω ἀλίμονο, δὲν βρίσκουν γιατρειὰ τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά μου.
Ἂν ἡ ζωὴ σοῦ δίνει τέτοιες ἀποδείξεις, ποὺ εἶναι τόσο τὸ βάρος της, οὔτε κι ὁ θάνατος δίνει τέλος στὰ βάσανα.
Κρημνὸς κι ἀπὸ τὴ μία κι ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τί νὰ κάνομε; 
Τοῦτο εἶναι τὸ ἄριστο· σ᾽ ἐσένα μόνο ν᾽ ἀποβλέπομε καὶ τὴν εὐσπλαχνία σου.

 

ΙΒ΄. Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. 
λλήλους μὲν ἐγώ τε καὶ ὁ χρόνος, ὡς πετεηνὰ
Ἢ νέες ἐν πελάγει ἀντιπαρερχόμεθα,
Ἑσταὸς οὐδὲν ἔχοντες· ὃ δ’ ἤμπλακον, οὐ παραθρέξει,
Ἀλλὰ μένει· ζωῆς τοῦτο μογηρότατον.
Οὐδ’ ὅ τι εὔξομ’ ἔχω, ζῆσαι πλέον, ἠὲ λυθῆναι·
Τάρβος ἐπ’ ἀμφοτέροις· ὧδε δὲ φράζεό μοι.
Ζωή μοι πολύμοχθος ἁμαρτάσιν. Εἰ δὲ θάνοιμι,
Αἲ αἲ, τῶν προτέρων οὐδὲν ἄκος παθέων.
Εἰ ζωὴ τόδε σοι τεκμαίρεται, ἧς τόσον ἄχθος,
Οὐδὲ τὸ λυθῆναι λῦσιν ἔχει καμάτων,
Κρημνὸς δ’ ἀμφοτέρωθε. Τί ῥέξομεν; ἦ τόδ’ ἄριστον,
Λεύσσειν πρὸς σὲ μόνον, σήν τ’ ἀγανοφροσύνην.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις