Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Αρχιμ.Βασιλείου Γοντικάκη απο το βιβλίο ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ στοιχεία λειτουργικής βιώσεως του μυστηρίου της ενότητος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία από τις εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ
16197-story
Ε'. Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
1. Το αληθινό επιβάλλεται με την παρουσία του
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ Του, με τη διαβεβαίωση: «ἐγώ εἰμι»1. Δεν αντιτίθεται σ’ αυτούς πού έρχονται να Τον συλλάβουν σαν ληστή. Δεν έχει τίποτε να πει σ’ αυ­τούς πού Τον δικάζουν. Δεν έχει σκοπό ούτε τους πρώτους να κτυπήσει, ούτε από τους δεύτερους να δικαιωθεί. Άλλου βρίσκεται ό αγώνας Του: με τον Πα­τέρα Του μόνον ομιλεί.
Στη Γεθσημανή, «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο»2. Έπεσε κατά πρόσωπον μέχρι τη γη. Έφτασε η παναγία Του ψυχή στη λύπη, τη μέ­χρι θανάτου. Παρεκάλεσε:
«Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο»3.
Είναι πικρό το ποτήριο, το όποιο έφτασε ή ώρα να πιει· είναι όλη ή πίκρα της αμαρτίας μας.
Και καταλήγει:
«μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω»4.
Τότε τα πάντα έχουν τελειώσει: «ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν»5.
Ότι έχει να κάμει ό καθένας ας το κάμει το συν­τομότερο. Δεν πρόκειται να θιγεί στο ελάχιστο το έρ­γο του Θεού. Το κάθε τι θα φανέρωση τη δύναμη της καταφάσεως. Το ναι στο Πατρικό θέλημα.
Προχωρεί ελεύθερα. Και ή αλήθεια ομολογείται με την ήρεμη διαβεβαίωση της παρουσίας Του:
«ἐγώ εἰμι».
Αυτό έχει Τριαδική δύναμη και θεμελίωση.
Εγώ είμαι, πού δεν φοβάμαι τίποτε. Δεν έχω τί­ποτε δικό μου σαν σχέδιο ή θέλημα.
Εγώ είμαι, πού είπα: «Μη το θέλημα μου άλλα το σον γινέσθω».
Εγώ είμαι ελεύθερος από κάθε φόβο ή αγωνία. Γιατί «ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι το θέλημα»6 του Θεού.
«ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.»7.
Το Αληθινό σώζει τον άνθρωπο, σώζει όλους και όλα. Όταν είναι βίαιο, είναι και γαλήνιο. Όταν έρχεται ήρεμα, έχει τη δύναμη της παντοκρατορίας. Όταν εύλογη, καθαιρεί. Όταν ρίπτει χαμαί τους ερχόμενους εναντίον του, τους ευεργετεί- αυτό είναι ευλογία και θεραπεία γι' αυτούς.
Το ίδιο και ό Ορθόδοξος: προετοιμάζεται για τη μαρτυρία της αλήθειας της πίστεως όχι συζητώντας με τη λογική τούτου του κόσμου, όχι τροχίζοντας τα σπαθιά της αμύνης σε ανθρώπινη διαλεκτική ή έξαψη πάθους, άλλα παίρνοντας μια γεύση και μια γνώση ξένη στη «σχόλη» και την εν λευκώ παράδοση στον θεό. «Σχολάσατε και γνώτε»8.
Σχολάσατε: μείνατε σ’ εγρήγορση πνευματική, μ’ ανοιχτό πρόγραμμα και αισθήσεις, για να ακούτε ποιο είναι το θέλημα του θεού σε κάθε στιγμή. Και το «γενηθήτω το θέλημα Σου»9 να είναι ή ασπίδα και το φως σας.
Σ’ αυτή τη νίψη ζήτησε ό Κύριος να μείνουν οι μαθητές Του, αγρυπνώντας μαζί Του: «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε»10.
6828_1230237437273_1269234149_670860_7646080_n
Εκείνοι δεν το κατόρθωσαν. Γι' αυτό και μόλις ήρθε ό κίνδυνος αντέδρασαν σπασμωδικά. Έβγαλαν σπαθιά, όπως κάνει ή δειλία του κόσμου και ή θρασύτης του ψεύδους.
Έβγαλαν μαχαίρια για να υποστηρίξουν τον Κύ­ριο. Δεν είχαν καταλάβει, βεβαρημένοι από τον ύπνο, ότι Αυτός - ό Λόγος του θεού - είναι «τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον»11 και ότι με την παρουσία Του τέμνει νέους δρόμους ζωής, αγάπης και ελευθε­ρίας.
6828_1230237477274_1269234149_670861_2167256_n
Ό Κύριος δεν ακούει τον Πέτρο και δεν κτυπά τους ερχόμενους για να σώσει το άτομο Του. Νίκη Του δεν είναι να δη τους εχθρούς Του στα πόδια Του νεκρούς.
Δεν έχει εχθρούς. Δεν βλέπει τον άνθρωπο σαν εχθρό Του, έστω και αν έρχεται εναντίον Του. Τον βλέ­πει σαν άρρωστο μη γινώσκοντα τί ποιεί. Και πεθαί­νει Αυτός, για να ζήσουν οι εχθροί Του.
Δεν σκοτώνει τον άνθρωπο- κατακρίνει την αμαρ­τία. Δεν την κατακρίνει στο σώμα του άλλου -έπρε­πε τότε όλοι να πεθάνωμε12· την κατακρίνει εν τη Σαρκί Αυτού.
Αντί να θανάτωση στη στιγμή τους επιτιθεμέ­νους, σωζόμενος ατομικά (πράγμα πού θα ήταν δι­κή Του ήττα), προτιμά να θανατωθεί Εκείνος, σώ­ζοντας στο διηνεκές τους πάντας. Τους πάντας, που δεν είναι κάτι ξένο από τον εαυτό Του. Τους πάντας, πού αποτελούν την Εκκλησία Του, πού είναι το Σώ­μα Του.
Νίκη Του είναι ή σωτηρία των πάντων. Σκοπός Του «ἀλλ' ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν»13. «Ίνα ανακεφαλαίωση έν έαυτώ τά πάντα»14. Και δι’ αυτού του τρόπου όχι μόνο τους «εχθρούς» Του σώζει, άλλα εξαρθρώνει το μίσος και εξαφανίζει την εχθρότητα. «Τήν έχθραν κτείνας, ύπερέχουσαν πάντα νουν είρήνην χαρίζεται»15.
Διδάσκει άλλο τρόπο επιβολής, πού βασιλεύει στα πέρατα: δεν απομονώνει, δεν νεκρώνει, άλλα προσ­λαμβάνει και θεώνει.
Ή ατομική σωτηρία είναι μόνωση. Ή θυσία, ή κάθοδος από αγάπη, είναι άνοδος. «ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς»16. «κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν».17
Όταν Εκείνος προσφέρεται εκούσια από αγάπη σε θάνατο, για να σώσει τους φίλους Του, τότε εισέρ­χεται μέσα στον κόσμο ακτίνα τρισηλίου φέγγους. Καινός τρόπος ζωής αναγεννά τα πάντα. Αυτή είναι ή αρχή της καθολικότητος, της ενσωματώσεως των πάντων εν Χριστώ.
«ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι»18. Τούτη είναι ή Καινή Εντολή της αγάπης, ή αποκάλυψη της φύσεως μας, πού ουκ έξωθεν, «άλλ’ όμοΰ τη συστάσει του ζώου, του άνθρωπου φημί, σπερ­ματικός τις λόγος ήμίν έγκαταβέβληται οίκοθεν έχων τας αφορμάς της προς το αγαπάν οίκειώσεως»(19) . Αυ­τός είναι ό τρόπος με τον όποιο ζούμε και ομολογούμε την πίστη μας.
Το πώς υποστηρίζει κάνεις και ομολογεί την αλή­θεια του μαρτυρεί για το ποια είναι ή φύση της.
Τον Θεό πρέπει να Τον γνωρίζομαι θεοπρεπώς και να μιλούμε ανάλογα γι' Αυτόν. Έτσι, μόνο αυτοί πού είναι ελεύθεροι από το άγχος και τη στένωση του Ιδίου θελήματος και έχουν παραδοθεί στο θέλημα του Θεού μπορούν να κινηθούν άνετα στο μαρτύριο της Αλήθειας, κινούμενοι σε χώρο ελευθερίας (επέκεινα της αγωνίας) από το ίδιο το Πνεύμα του Θεού.
Οι παλληκαρισμοί του Αποστόλου Πέτρου είναι φάσματα παροδικά, ανίσχυρα στους πειρασμούς της ζωής. Λυγίζει το παλληκάρι το μεγάλο μπροστά, σε μια παιδίσκη. Ό ληστής δεν φοβήθηκε, γιατί ήταν σταυ­ρωμένος. Ό Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό, γιατί φοβή­θηκε το σταύρωμα. Ελεύθερος είναι ό σταυρωμένος.
Δεν φοβάται ό νεκρός τον θάνατο. Δεν χάνει κα­νείς αυτό που δεν έχει.
Κανείς ασφαλισμένος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό. Κανείς που αμύνεται κοσμικά, σαν τον Πέτρο, δεν πιστεύει. Θα ομολογήσει αναπόφευκτα την αλή­θεια (μετ’ αναθεματισμού και όρκου) οτι δεν γνωρί­ζει τον Χριστό.
Και τότε, μετά την επώδυνη αυτή κένωση και αίσθηση της ολικής αγνοίας, θα έλθει το κλάμα, ή συν­τριβή, ή Χάρι. Και από εκεί θα ανατείλει ό ήλιος, θα βλάστηση ή πίστη. Λιωμένος από το πολύ κλάμα, σαν μωρό παιδί, γίνεται πάλι ό βράχος της πίστεως. Γι' αυτό ό Κύριος θα παραγγείλει: «Είπατε τοις μαθηταίς και τω Πέτρω»20.
Κανείς οπλισμένος δεν έχει νικήσει τον φόβο. Μό­νο ό εκούσια έκθετος σε κάθε κίνδυνο έχει εν έαυτω τον Θεό. Γνωρίζει τον Θεό όντας μέσα σ’ Αυτόν.
Εάν βλέπεις μπροστά σου εχθρούς και αμύνεσαι, δεν είσαι ελεύθερος. Ή βασιλεία σου είναι εκ του κό­σμου τούτου, του καταργουμένου. Είσαι δούλος.
Εάν βλέπεις τους άλλους ξένους από σένα, αγνο­είς τον εαυτό σου.
Οι Ιουδαίοι χλεύαζαν τον Κύριο στον Σταυρό: «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι·»21. Δεν ή­ξεραν ότι οι άλλοι τους οποίους έσωσε ήταν ό εαυτός Του. Αυτός δεν έχει ανάγκη σωτηρίας ούτε αμύνης. Είναι ή σωτηρία και ή ασφάλεια μας.
Είμαι Ορθόδοξος ομολογητής σημαίνει: είμαι σταυρωμένος. Γίνομαι τοις πασι τά πάντα, για να μπορέσουν οι πάντες να κοινωνήσουν στη μια ζωή. Γιατί, μια φορά να γεύτηκες απ' αυτήν αληθινά, δεν πρόκειται ποτέ να την ξεχάσεις. Δεν τη θυμάσαι απλώς σε κατακλύζει, γίνεται πηγή ύδατος άλλομένου22.
Γίνεσαι «άφρων»23, για να γίνουν οι άλλοι αδελ­φοί σου κοινωνοί της ποιότητος Του. Τα τέκνα του προπάτορος Αδάμ να γίνουν μέτοχοι του Νέου Αδάμ, του Παραδείσου της τρυφής, και της τροφής πού μελίζεται και δεν διαιρείται24.
Θυσιάζομαι, εδώ σημαίνει: χάνομαι στη ζωή, κα­τακλύζομαι από αιωνιότητα. Ό άλλος είναι ό εαυ­τός μου. «Ό άλλος, ό Θεός μου»25.
Ό Ορθόδοξος, ό Άγιος, αγαπά τους πάντες και τα πάντα, πριν τα γνωρίσει. Τα γνωρίζει με την αγά­πη. Πλησιάζοντας τον Ορθόδοξο τον βλέπεις να πονά για σένα- να σε γνωρίζει, να σε αγκαλιάζει, πριν σε δη. Να σε αγαπά, πριν το καταλάβεις. Να αποτελεί εσώτατο εαυτό σου- οικείο και άγνωστο βάθος σου, όχι κάτι ξένο.
Σ’ αυτόν γνωρίζεις την αγάπη. Ή αγάπη προη­γείται του εαυτού του. Ό εαυτός του αναδύεται από την αγάπη και τρέφεται προσφερόμενος σ' Αυτήν: «Ό Θεός αγάπη εστί»26.
Στο σημείο αυτό της θυσιαστηρίου αγάπης ό Ορθόδοξος κατά χάριν εικονίζει τον Υιό του Θεού πού «ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»27, και πού προαιώνια, μυστηριακά αίμάσσει ως το από καταβολής κόσμου έσφαγμένον Άρνίον της Άποκαλύψεως28.
Δεν είναι ελεύθερος οποίος δεν αγαπά. Ή αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον»29. Κατακαίει τα πάντα. Ελε­ήμων καρδία είναι «καύσης καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτί­σματος. Και εκ της μνήμης αυτών και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί αυτού δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδρας ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ πολλής καρτερίας σμικρύνεται ή καρ­δία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι ή άκουσαι ή ιδείν βλάβην τινά ή λύπην μικράν εν τη κτίσει γινομένην. Καί διά τούτο και υπέρ των αλόγων, και υπέρ των έχθρων της αληθείας, και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εν πάση ώρα εύχήν μετά δακρύων προσφέρει, του φυλαχθήναι αυτούς και ίλασθήναι αύτοϊς· ομοί­ως, και υπέρ της φύσεως των ερπετών, εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης της κινούμενης εν τη καρδία αυτού αμέτρως, καθ' ομοιότητα του Θεου»30.
Τεταμένος πάνω στο ξύλο του σταυρού αναπαύ­εται ό άνθρωπος, όταν αυτό γίνεται σαν προσφορά αγάπης προς τους άλλους. Δεν υπάρχει τρόπος και τόπος πού αναπαύει την ανθρώπινη φύση βαθύτερα (πιο αληθινά και διανθρώπινα) από το σταύρωμα και τον σταυρό της αγάπης. Δεν υπάρχει μεγαλύτε­ρη παρηγοριά απ’ αύτη την οδύνη. Τότε δεν υποστη­ρίζει ένα κομμάτι. Δεν τον ενδιαφέρει το επί μέρους και δεν μπορεί να ζήση στην κόλαση του μισού και του μίσους. Δεν μπορεί να δη τον άλλο να υποφέρει. Αγκαλιάζει το όλον. Όλα είναι δικά του. Σταυρώνε­ται για όλα. Είναι καθολικός, ήρεμος.
icon07
Και ή Ορθόδοξη εικόνα της Σταυρώσεως του Κυρίου δεν μας παρουσιάζει τον πόνο κάποιου πού υποφέρει από τις πληγές των καρφιών του, αλλά φα­νερώνει τη γαλήνη του Ενός, του «Βασιλέως της Δό­ξης», πού αναπαύεται στην κατάπαυση της αγάπης. Βρίσκεται στον Σταυρό καθηλωμένος, προσφερόμε­νος εκούσια υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας. Και αυτή ή πράξη δεν λέγεται θάνατος, αλλά είναι ατελεύτητη ζωή και αύξηση.
Όταν ό Ορθόδοξος θεολογεί, εργάζεται, σταυ­ρώνεται, «απόλλυται», για να αφήσει τον χώρο ελεύ­θερο, να έλθει Εκείνος πού σώζει όλους. Αυτή ή κα­τοχή, έλευση και προσδοκία της καθολικής σωτηρίας, πού στοιχίζει τον θάνατο της εαυτού ψυχής, αποτελεί την προσωπική σωτηρία του ανθρώπου, του χαρίζει
τις πραγματικές του διαστάσεις, την αποκαραδοκούμενη παραδείσια γαλήνη, και τον αναλαμβάνει στον χώρο της Τριαδικής αυτοσυνειδησίας.
«ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς»31.
Αυτό το «εν» έτι λείπει πάντα από όλους. Αυτό πρέπει να κάνωμε πάντα όλοι μας για να ζούμε: να πουλούμε ότι έχομε και να το δίδωμε, να το χάνωμε. Ότι βγαίνει απ' αύτη την ατέλειωτη πώληση, προσ­φορά, να το δίνωμε στους «φτωχούς». Έτσι μαζεύε­ται θησαυρός εν ουρανό. Αυτόν δεν πρέπει και δεν μπορούμε να τον πουλήσωμε ή να τον δώσωμε σε κα­νένα, γιατί ανήκει ολόκληρος σ' όλους. Αυτός είναι το σύμβολο και το γεγονός της ενότητας και ενοποι­ήσεως των πάντων και -ταυτόχρονα- της διαστολής του καθενός στις διαστάσεις των πάντων.
Ό Ορθόδοξος είναι καθολικός: το Ορθόδοξο άφο­ρα, ανακεφαλαιώνει και σώζει το καθ' όλου. Δεν αφή­νει τίποτε έξω. Διάσταση του είναι το αδιάστατον του θανάτου- διάρθρωση του είναι ή ελευθερία του Πνεύ­ματος.
Το μη Ορθόδοξο είναι επί μέρους, ανεπαρκές, ακατάστατο, προκλητικό και παραπλανητικό για όλους.
Ή Εκκλησία φέρει το σημείο του Σταύρου και της ηρεμίας στο μέτωπο της32, φέρει τον Τριαδικό χα­ρακτήρα ως σύσταση της ζωής και της υπάρξεως της.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
1. Ίω. 18, 5.
2. Λουκ. 22, 44.
3. Ματθ. 26, 39.
4. Λουκ. 22, 42.
5. Ίω. 14, 31.
6. Πρβλ. Έβρ. 10, 9.
7. Ίω. 10, 30.
8. Ψαλμ. 45, 11.
9. Ματθ. 26, 42.
10. Ματθ. 26, 41.
11. Έβρ. 4, 12.
12. Βλ. Μ. Αθανάσιο, Ρ.& 26, 261-264.
13. Ίω. 11, 52.
14. Πρβλ. Έφ. 1, 10.
15. Μηναίον Ιανουαρίου, 6η, Είρμός της ε' ώδης τοΰ Κανόνος.
16. Έφ. 4, 10.
17. Ίω. 12, 32.
18. Α' Ίω. 3, 16.
19. Μ. Βασίλειος, Ρ.Ο. 31, 9080.
20. Πρβλ. Μαρκ. 16, 7.
21. Ματθ. 27, 42.
22. Βλ. Τω. 4,14.
23. Βλ. Αββά Ισαάκ, Λόγος λη', β. 163.
24. Βλ. θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, όπισθάμβωνο ευχή.
25. Πρβλ. Αββά Απολλώ, Γεροντικον, σσ. 20-21.
26. Α' Ίω. 4, 16.
27. Α' Ίω. 4, 19.
28. Βλ. Αποκ. 13, 8.
29. Α' Ίω. 4, 18.
30. Αββάς Ισαάκ, Λόγος πα', σ. 306.
31. Λουκ. 18, 22.
32. Βλ. Άποκ. 7, 3.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

καλη Ανασταση ευχαριστουμε που μας ωφελειτε με τις αναρτησεις σας...

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email