Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2025

Νηστεία μὲ φιλότιμο




Άγιος Παΐσιος, 
Νηστεία με φιλότιμο

Μὲ τὴν νηστεία ὁ ἄνθρωπος δείχνει τὴν προαίρεσή του. Κάνει ἀπὸ φιλότιμο μιὰ ἄσκηση καὶ ὁ Θεὸς βοηθάει. Ἄν ὅμως ζορίζη τὸν ἑαυτό του καὶ πῆ «τί νὰ κάνω; εἶναι Παρασκευή, πρέπει νὰ νηστέψω», θὰ βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν μπῆ στὸ νόημα καὶ νηστέψη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, θὰ χαίρεται. «Αὐτὴν τὴν ἡμέρα, νὰ σκεφθῆ, ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε· οὔτε νερὸ δὲν Τοῦ ἔδωσαν νὰ πιῆ· ξίδι Τοῦ ἔδωσαν. Κι ἐγὼ δὲν θὰ πιῶ νερὸ ὅλη τὴν ἡμέρα». Ἄν τὸ κάνη αὐτὸ, τότε θὰ νιώθη ἀνώτερη χαρὰ μέσα του ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πίνει τὰ καλύτερα ἀναψυκτικά! Καὶ βλέπεις, πολλοὶ κοσμικοὶ μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν μποροῦν νὰ νηστέψουν, ἀλλὰ ἔξω ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο μποροῦν νὰ κάθωνται καὶ νὰ κάνουν ἀπεργία πείνας γιὰ ἕνα πεῖσμα, γιὰ νὰ πετύχουν κάτι. Ἐκεῖ ὁ διάβολος τούς δίνει κουράγιο. Αὐτοκτονία εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνουν. Ἄλλοι πάλι, ὅταν ἔρχεται τὸ Πάσχα, ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὅλη τους τὴν δύναμη, γιατὶ θὰ φᾶνε καλά. Μοιάζουν μὲ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἤθελαν νὰ κάνουν βασιλιὰ τὸν Χριστό, ἐπειδὴ τοὺς τάισε στὴν ἔρημο. Θυμᾶστε τί λέει καὶ ὁ Προφήτης; «Ἐπικατάρατος ὁποιῶν τὰ ἔργα κυρίου ἀμελῶς». Ἄλλο εἶναι, ὅταν κανεὶς ἔχη καλὴ διάθεση νὰ νηστέψη, ἀλλὰ δὲν μπορῆ, γιατὶ, ἄν δὲν φάη, τρέμουν τὰ πόδια του, πέφτει κάτω –δὲν τὸν βοηθάει δηλαδὴ ἡ ἀντοχή του, ἡ ὑγεία του κ.λ.π.- καὶ ἄλλο νὰ ἔχη δυνάμεις καὶ νὰ νηστεύη. Ποῦ εἶναι ἡ καλὴ διάθεση τότε; Καὶ ἡ στενοχώρια αὐτοῦ ποὺ θέλει νὰ κάνη ἕναν ἀγώνα καὶ δὲν μπορεῖ, ἀναπληρώνει πολλὴ ἄσκηση, καὶ αὐτὸς ἔχει πιὸ πολὺ μισθὸ ἀπὸ τὸν ἄλλο ποὺ ἔχει κουράγιο καὶ κάνει ἕναν ἀγώνα, γιατὶ ἐκεῖνος νιώθει καὶ μιὰ εὐχαρίστηση. Ἦρθε σήμερα μιὰ φουκαριάρα, πενῆντα πέντε χρονῶν περίπου, καὶ ἔκλαιγε, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ νηστέψη. Τὴν ἔχει χωρίσει ὁ ἄνδρας της. Ἕνα παιδὶ, τὸ ἔχασε καὶ αὐτὸ σὲ κάποιο δυστύχημα καὶ ἔμεινε μόνη της. Ἡ μάνα της πέθανε, δὲν ἔχει οὔτε σπίτι οὔτε φαγητὸ, καὶ τὴν παίρνειπότε ἡ μιὰ καὶ πότε ἡ ἄλλη στὸ σπίτι της καὶ κάνει καμμιὰ δουλειὰ ἐκεῖ. «Ἔχω βάρος μεγάλο στὴν συνείδησή μου, Πάτερ, μοῦ εἶπε ἡ καημένη, γιατί δὲν κάνω τίποτε· καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα εἶναι, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ κάνω νηστεῖες. Ὅ,τι μοῦ δίνουν τρώω. Μερικὲς φορὲς Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μοῦ δίνουν νηστήσιμα, ἀλλὰ συχνὰ μοῦ δίνουν ἄρτυμένα καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ τρώω, γιατὶ ἐξαντλοῦμαι καὶ δὲν μπορῶ νὰ σταθῶ στὰ πόδια μου». «Φάε, τῆς λέω, ἀφοῦ δὲν ἔχεις κουράγιο». Πρέπει νὰ παρακολουθῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Ἄν δῆ ὅτι δὲν ἀντέχει, θὰ φάη λίγο παραπάνω. «Μέτρησον τὸν ἑαυτὸ σου», λέει ὁ Ὅσιος Νεῖλος. 
-Γέροντα, παλιά, πῶς μερικὲς γυναῖκες στὰ χωρὰ δὲν ἔτρωγαν τίποτε ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου; Μὲ ἕνα σωρὸ δουλειές, σπίτι, παιδιά, ζῶα, χωράφια, πῶς ἄντεχαν; 
-Μὲ τὸν λογισμό τους ἔλεγαν: «Κανονικὰ πρέπει νὰ φᾶμε τὸ Μέγα Σάββατο». Ὁπότε, σοῦ λέει, αὐτὸ τὸ Σάββατο εἶναι κοντά. Ἤ μπορεῖ νὰ ἔλεγαν: «Ὁ Χριστὸς σαράντα μέρες νήστεψε, ἐγὼ τί εἶναι νὰ νηστέψω μιὰ ἑβδομάδα;». Ὕστερα εἶχαν ἁπλότητα, γι’ αὐτὸ ἄντεχαν. Ἄν ἔχη κανεὶς ἁπλότητα, ταπείνωση, δέχεται τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νηστεύει ταπεινὰ καὶ τρέφεται θεϊκά. Τότε ἔχει θεϊκὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχὴ σὲ μεγάλες νηστεῖες. Στὴν Αὐστραλία ἕνας νέος περίπου εἴκοσι ἑπτὰ χρονῶν ἔφθασε σὲ σημεῖο νὰ μὴ φάη τίποτε γιὰ εἴκοσι ὀκτὼ ἡμέρες. Τὸν εἶχε στείλει ὁ Πνευματικὸς του νὰ μοῦ τὸ πῆ. Ἦταν πολὺ εὐλαβὴς καὶ εἶχε πολὺ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα. Ἐξομολοτεῖτο, ἐκκλησιαζόταν, μελετοῦσε πατερικὰ βιβλία, καὶ κυρίως τὴν Καινὴ Διαθήκη. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ διάβαζε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Χριστὸς νήστεψε σαράντα μέρες συγκινήθηκε πολὺ καὶ σκέφτηκε: «Ἄν ὁ Κύριος ποὺ ἦταν Θεὸς καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀναμάρτητος νήστεψε σαράντα μέρες, ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος πολὺ ἁμαρτωλός, τί πρέπει νὰ κάνω;». Γι’ αὐτὸ ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικό του νὰ νηστέψεη καὶ αὐτὸς, ἀλλὰ δὲν σκέφτηκε νὰ τοῦ πῆ τὸν λογισμό του ὅτι ἤθελε νὰ μὴ φάη τίποτε σαράντα μέρες. Ἄρχισε λοιπὸν τὴν νηστεία του ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, πέρασε καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, χωρὶς νὰ πιῆ οὔτε νερό, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ ἐργοστάσιο καὶ ἔκανε μάλιστα βαρειὰ δουλειὰ -στοίβαζε κιβώτια. Ὅταν ἔφθασε ἡ εἰκοστὴ ὀγδόη ἡμέρα, αἰσθάνθηκε μιὰ μικρὴ ζάλη τὴν ὥρα ποὺ δούλευε, γι’ αὐτὸ κάθησε λίγο. Ὕστερα ἤπιε ἕνα τσάι καὶ ἔφαγε λίγο παξιμάδι, γιατὶ σκέφτηκε πώς, ἄν πέση κάτω καὶ τὸν μεταφέρουν σὲ νοσοκομεῖο, θὰ διαπιστώσουν ὅτι τὸ ἔπαθε ἀπὸ νηστεία καὶ θὰ ποῦν: «Γιὰ δές, οἱ Χριστιανοὶ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν νηστεία». «Γέροντα, μοῦ εἶπε, μετὰ ἀπὸ τὴν νηστεία τόσων ἡμερῶν, ἀπεχθανόμουν τὶς τροφὲς, ἀλλὰ πίεζα τὸν ἑαυτό μου κάτι νὰ τρώω, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἐργάζωμαι». Τὸν πείραζε ὅμως ὁ λογισμὸς του ποὺ δὲν συμπλήρωσε τὶς σαράντα μέρες καὶ τὸ εἶπε στὸν Πνευματικό του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε μὲ διάκριση: «Καὶ αὐτὲς οἱ ἡμέρες ποὺ νήστεψες ἦταν ἀρκετὲς· μὴν ἔχης λογισμούς». Στὴν συνέχεια τὸν ἔστειλε σ’ ἐμένα, γιὰ νὰ μὴν τοῦ μείνη κανένας λογισμὸς καὶ βασανίζεται. Γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος ὅτι τὰ κίνητρά του ἦταν ἁγνά, τὸν ρώτησα: «Ἔκανες ὅρκο νὰ νηστέψης σαράντα μέρες;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Ὅταν πῆρες εὐλογία ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ σου νὰ νηστέψης, δὲν σκέφθηκες ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ πῆς τὸν λογισμό σου, ὅτι δηλαδὴ ἤθελες νὰ μὴ φᾶς τίποτε σαράντα μέρες ἤ ἔκρυψες τὸν δῆθεν καλὸ λογισμό σου, γιὰ νὰ νηστέψης μὲ τὸ θέλημά σου σαράντα μέρες;» «Ὄχι, Πάτερ», μοῦ εἶπε. Τότε τοῦ εἶπα: «Αὐτὸ φυσικά τὸ ἤξερα· ἁπλῶς σὲ ρώτησα, γιὰ νὰ καταλάβης μόνος σου ὅτι ἔχεις μισθὸ οὐράνιο γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ νήστεψες, οἱ ὁποῖες ἦταν ἀρκετές, καὶ νὰ μὴν ἀνησυχῆς ποὺ δὲν μπόρεσες νὰ κρατήσης σαράντα μέρες. Ἄλλη φορὰ ὅμως νὰ λὲς στὸν Πνευματικό σου καὶ τοὺς καλοὺς λογισμοὺς ποὺ ἔχεις καὶ ὅ,τι καλὸ κρύβεις στὴν καρδιὰ σου, καὶ ὁ Πνευματικός σου θὰ κρίνη, ἄν πρέπη νὰ κάνης μιὰ ἄσκηση κ.λπ». Ἐπειδὴ εἶχε πολλὴ ταπείνωση, χάρη στοὺς ταπεινοὺς λογισμοὺς ποὺ καλλιεργοῦσε, καὶ ἔκανε τὴν νηστεία αὐτὴ ἀπὸ πολὺ φιλότιμο γιὰ τὸν Χριστὸ, ἑπόμενο ἦταν νὰ τὸν ἐνισχύη ὁ Χριστὸς μὲ τὴν θεία Του Χάρη. Ἄν πάη καὶ κάποιος ἄλλος νὰ κάνη μιὰ τέτοια νηστεία καὶ πῆ ἐγωιστικὰ «γιατί νὰ μὴν τὸ κάνω καὶ ἐγώ, ἀφοῦ τὸ ἔκανε αὐτος;» μιά-δυὸ μέρες μόνο θὰ νηστέψη καὶ θὰ σωριαστῆ κάτω. Θὰ σκοτιστῆ καὶ τὸ μυαλὸ του, γιατὶ θὰ τὸν ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ λυπηθῆ ἀκόμη καὶ τὸν κόπο ποὺ ἔκανε. Μπορεῖ νὰ φθάση νὰ πῆ: «Καὶ τί βγῆκε μ’ αὐτό;». Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία γίνεται ἀρνί. Ὅταν γίνεται θηρίο, σημαίνει ὅτι ἡ ἄσκηση ποὺ κάνει ἤ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του ἤ τὴν κάνει ἀπὸ ἐγωσιμό, γι’ αὐτὸ δὲν δέχεται θεία βοήθεια. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια ζῶα, τὰ θηρία, μερικὲς φορὲς τὰ ἡμερεύει, τὰ ταπεινώνεται ἡ νηστεία. Βλέπεις, ὅταν πεῖνουν, πλησιάζουν τὸν ἄθρωπο. Ἀπὸ ἔνστικο νιώθουν ὅτι ἀπὸ τὴν πεῖνα θὰ ψοφήσουν, ἐνῶ, ἄν πλησιάσουν τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ βροῦν τροφή, μπορεῖ νὰ μὴν πάθουν τίποτε. Ἐγὼ εἶδα λύκο ποὺ ἦταν σὰν ἀρνάκι, γιατὶ ἦταν νηστικὸς. Εἶχε κατεβῆ στὴν αὐλή μας μιὰ φορὰ τὸν χειμώνα μὲ χιόνια πολλά. Εἴχαμε βγῆ μὲ τὸν ἀδελφό μου νὰ ταΐσουμε τὰ ζῶα καὶ ἐγὼ κρατοῦσα τὸ λυχνάρι. Πῆρε ὁ ἀδελφός μου τὸ φουρνόξυλο καὶ τὸν χτυποῦσε καὶ δὲν ἀντιδροῦσε καθόλου. Ἄν δὲν φθάση κανείς, ὅ,τι κάνει, νὰ τὸ κάνη ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν συνάνθρωπο του, κάνει σπατάλη. Ἄν νηστεύη καὶ ἔχη ὑπερήφανο λογισμὸ ὅτι κάτι κάνει, πάει χαμένη ἡ νηστεία του. Εἶναι μετὰ σὰν ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο ποὺ δὲν κρατάει τίποτε. Ρίξε νερὸ μέσα σὲ ἕνα τρύπιο ντεπόζιτο σιγὰ-σιγὰ φεύγει ὅλο.

Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. 
Λόγοι Δ΄. 

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2025

Μερικοί δείχνουν υπομονή όταν ζουν μόνοι τους, όχι όμως και όταν δοκιμάζονται από κάποιον αδελφό




Κεφάλαιο 19: 
Μερικοί δείχνουν υπομονή όταν ζουν μόνοι τους, όχι όμως και όταν δοκιμάζονται από κάποιον αδελφό.

Αν κάποιος προφασίζεται ότι κάνει υπομονή όταν είναι μόνος του, αλλά όχι όταν προκαλείται από τον αδελφό του, είναι σαν αυτός να ισχυρίζεται ότι τα πιο επικίνδυνα είδη των ερπετών ή των αγρίων θηρίων θα έπαυαν να είναι επικίνδυνα, αν αυτά ζούσαν απομονωμένα μέσα στη φωλιά τους. Αλλά και τότε δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως ακίνδυνα. Γιατί αυτά δεν κάνουν κακό σε κανέναν, επειδή μένουν μέσα στη φωλιά τους. Αυτό βέβαια, δεν οφείλεται σε κάποιο φυσικό τους ιδίωμα, αλλά είναι αποτέλεσμα της απομόνωσης τους. Μόλις όμως τους παρουσιασθεί κάποια ευκαιρία, αμέσως ξεχύνουν όλο το δηλητήριο τους και εκδηλώνουν όλη την αγριότητα που φωλιάζει μέσα τους.

Επομένως, και γι’ αυτούς που αναζητούν την τελειότητα, δεν είναι αρκετό το να μην εξοργίζονται εναντίον κάποιου ανθρώπου. Γιατί θυμόμαστε καλά ότι όταν ήμασταν κι εμείς στην έρημο, θυμώναμε με κάποιο καλάμι, επειδή αυτό ήταν πολύ χοντρό ή πολύ λεπτό. Άλλοτε, όταν βιαζόμασταν, μας έφταιγε ένα μαχαίρι, επειδή αυτό δεν έκοβε καλά, ή συχνά τα βάζαμε με μια τσακμακόπετρα, επειδή αυτή δεν έβγαζε αμέσως σπίθα. Και τότε λοιπόν, δεν ηρεμούσαμε, αν δεν βρίζαμε τα άψυχα αυτά αντικείμενα ή αν δεν καταριόμασταν ως αίτιο της δυσκολίας μας τον διάβολο.

Για να πετύχουμε λοιπόν την τελειότητα, δεν είναι απαραίτητη η απουσία κάποιου συνανθρώπου μας, ο οποίος να μας προκαλεί την οργή, εφόσον, εξαιτίας της έλλειψης υπομονής, μπορεί να θυμώσουμε ακόμα και ενάντια σε άψυχα και αναίσθητα αντικείμενα. Για όσο χρόνο λοιπόν, παραμένει μέσα μας ζωντανό αυτό το πάθος, δεν θα κατορθώσουμε, εξαιτίας της ύπαρξης του να απολαύσουμε την τέλεια ησυχία, ούτε θα μπορέσουμε να ελευθερωθούμε από τα άλλα πάθη. Εκτός κι αν θεωρούμε ως θεραπεία του πάθους μας, το ότι τα άψυχα αυτά και βουβά αντικείμενα δεν αντιδρούν καθόλου στις βρισιές που εξαπολύουμε εναντίον τους και έτσι δεν μας δίνουν αφορμή για να εξαγριωθούμε ακόμη περισσότερο. 

Αββά Κασσιανού. 
Συνομιλίες με τους Πατέρες της ερήμου. 
Τόμος Β΄. 
εκδ. Ετοιμασία. 
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, 
Καρέας 2006.

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


 

ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ 
Ἀπόστιχα 
Ἦχος β'
Ἰδιόμελον
τοῦ Κυρίου Σταυρός, τοῖς ἀκλινῶς αὐτὸν προσκυνοῦσι, πάσης ἡδονῆς χαλινός ἐστι, καὶ νόμος ἐγκρατείας· οἱ γὰρ ἀπαύστως ἀφορῶντες, εἰς τὸν ἐν αὐτῷ παγέντᾳ, σταυροῦσι τὴν σάρκα, σὺν τοῖς παθήμασι, καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις, ἐξ ὧν καὶ ἡμεῖς, γενέσθαι σπεύδοντες διὰ νηστείας καθαρᾶς, οἰκειωθῶμεν, τῷ φιλανθρώπως ἡμᾶς οἰκειωσαμένῳ τῷ πάθει, καὶ τῆς οἰκείας ἀπαθείας τὴν φύσιν μεταδόντι, τῷ ἔχοντι τὸ μέγα ἔλεος. (Δίς)  
Ἦχος β'
Μαρτυρικὸν
Οἱ τὴν ἐπίγειον ἀπόλαυσιν μὴ ποθήσαντες Ἀθλοφόροι, οὐρανίων ἀγαθῶν ἠξιώθησαν, καὶ Ἀγγέλων συμπολῖται γεγόνασι· Κύριε πρεσβείαις αὐτῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. 
Σταυροθεοτοκίον
Ἦχος β'
Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Βότρυν, τὸν παμπέπειρον Ἁγνή, ὃν ἀγεωργήτως ἐν μήτρᾳ, ἐκυοφόρησας, ξύλῳ ὡς ἑώρακας, τοῦτον κρεμάμενον, θρηνῳδοῦσα ἠλάλαζες, καὶ ἔκραζες· Τέκνον, γλεῦκος ἐναπόσταξον, δι' οὗ ἡ μέθη ἀρθῇ, πᾶσα τῶν παθῶν Εὐεργέτα, δι' ἐμοῦ τῆς σὲ τετοκυῖας, θείαις παρακλήσεσιν, ὡς εὔσπλαγχνος.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν β' Στιχολογίαν, 
Κάθισμα
Ἦχος βαρὺς
Ὡς ἔχουσα τὸ συμπαθὲς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἀνύψωσον Ἐκκλησιῶν, τὸ κέρας τίμιε Σταυρέ, κατάβαλε αἱρετικῶν, τῇ σῇ δυνάμει τὴν ὀφρύν, καὶ εὔφρανον τῶν Ὀρθοδόξων τὰς χορείας, ἀξίωσον προφθάσαι σου πάντας ἡμᾶς τὴν προπομπήν, καὶ καταπροσκυνῆσαί σε τὸ ὑποπόδιον Χριστοῦ· ἐν σοὶ γὰρ ἐγκαυχώμεθα, Ξύλον εὐλογημένον. (Δίς) 
Σταυροθεοτοκίον
Ὡς ἔχουσα τὸ συμπαθές, εἰς τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν, καὶ βλέπουσα τοὺς ἐπὶ γῆς, εἰς εὐπερίστατον λαόν, σπλαγχνίσθητι, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐπίμεινον πρεσβεύουσα, μὴ ἀπολλώμεθα δεινῶς, ἱκέτευε ὡς ἄχραντος, τὸν εὐδιάλλακτον Θεόν, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, Παναγία Παρθένε.

Κανών α', Ποίημα τοῦ κυρίου Ἰωσήφ, ᾨδὴ α' 
Ἦχος πλ. δ'
Ὑγρὰν διοδεύσας ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ὁ τῆς ἐγκρατείας θεῖος καιρός, ἐπέλαμψε πᾶσι, μετανοίας τὸν φωτισμόν, τὸ σκότος ἐξαίρων τῶν πταισμάτων, τοῦτον προθύμῳ καρδίᾳ δεξώμεθα.

Ἰδοὺ μετανοίας ἡ καλλονή, ψυχὰς μεταπλάττει, τῆς νηστείας προσαγωγή· ταύτῃ νηφαλέως εἰσελθόντες, καὶ τῶν πταισμάτων πιστοὶ λύσιν λάβωμεν.

Ἀρχαὶ Ἐξουσίαι καὶ Χερουβίμ, καὶ πᾶσαι δυνάμεις, δυσωπήσατε τὸν καιρόν, ἡμᾶς τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, ἐν μετανοίᾳ καὶ πάσῃ σεμνότητι.
Θεοτοκίον
Ἁγία Παρθένε ἡ τῶν πιστῶν, ἀντίληψις μόνη τὴν πρεσβείαν σου συνεργόν, καιρῷ τῆς νηστείας πᾶσι δίδου, τοῖς Θεοτόκον ἁγνήν σε γινώσκουσι.

Κανών α', ᾨδὴ γ'
Ἦχος πλ. δ'
Οὐρανίας ἁψῖδος ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τὰ ὀλέθρια πάθη, τὰ τῆς ψυχῆς φύγωμεν, τῇ ὑποδοχῇ τῆς νηστείας καὶ κατανύξεως, ἐπιδειξώμεθα, καρποὺς οἱ πρὶν ἁμαρτίαις, τὸν Θεὸν τὸν εὔσπλαγχνον παραπικράναντες.

Τὰς λαμπάδας ἐλαίῳ, τῶν ἀγαθῶν πράξεων, πάντες νῦν ἐφάψαι σπουδαίως προθυμηθείημεν, ὅπως εἰσέλθωμεν, σὺν ταῖς φρονίμοις Παρθένοις, εἰς τὸν φωτεινότατον νυμφῶνα χαίροντες.

Θεηγόροι Προφῆται, θεοειδεῖς Μάρτυρες, θεῖοι Μαθηταὶ τοῦ Σωτῆρος, τοῦτον αἰτήσασθε, καλῶς ἀπάρξασθαι, καὶ εὐαρέστως τελέσαι, τὸ νηστείας στάδιον πάντας δεόμεθα.
Θεοτοκίον
Ὡς αἰτίαν σε πάντων, τῶν ἀγαθῶν Δέσποινα, πάντες ἐκτενῶς δυσωποῦμεν, συνεισελθεῖν ἡμᾶς, τῇ μεσιτείᾳ σου, τῷ τῆς νηστείας ἀγῶνι, καὶ πέρας δωρήσασθαι, τούτου σωτήριον.
Ὁ Εἱρμὸς
«Οὐρανίας ἁψῖδος, ὀροφουργὲ Κύριε, καὶ τῆς ἐκκλησίας δομῆτορ, σύ με στερέωσον, ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ σῇ, τῶν ἐφετῶν ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε».

Κανών α', ᾨδὴ δ'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
«Εἰσακήκοα Κύριε, τῆς οἰκονομίας σου τὸ μυστήριον, κατενόησα τὰ ἔργα σου, καὶ ἐδόξασά σου τὴν Θεότητα».

Ὥσπερ ὄρθρος προκύψασα, νῦν ἡ τῆς νηστείας χάρις προβάλλεται, μετανοίας τὸν καιρὸν ἡμῖν, ὀφλημάτων σκότος διαλύοντα.

Διαθρέψωμεν πένητας, ἔλεον ἐλέῳ ἀντιλαμβάνοντες, καὶ νηστείας θείῳ ὕδατι, ψυχικὰς κηλῖδας ἀποπλύνωμεν.

Ἐπουράνιοι Ἄγγελοι, τὸν ἀγαθοδότην ἐκδυσωπήσατε, τὴν οἰκτρὰν ἡμῶν μετάνοιαν, οἰκτιρμοῖς ἀμέτροις ὑποδέξασθαι.
Θεοτοκίον
Καθαρὸν ἱλαστήριον, τῶν ἁμαρτανόντων ἁγία Δέσποινα, μεσιτείᾳ σου διάρρηξον, τῶν ἁμαρτιῶν μου τὸ χειρόγραφον.

Κανών α', ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
«Ἵνα τί με ἀπώσω, ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον, καὶ ἐκάλυψέ με, τὸ ἀλλότριον σκότος τὸν δείλαιον, ἀλλ' ἐπίστρεψόν με, καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου, τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον δέομαι».

Τὴν παροῦσαν ἡμέραν, ἀπαρχὴν ποιούμενοι βίου σεμνότητος ἑαυτοὺς προθύμως, πρὸς ἀγῶνας πιστοὶ εὐτρεπίσωμεν, τῆς σαρκὸς τοὺς πόνους, καὶ τῆς ψυχῆς τὴν εὐκαρπίαν, τῷ τῶν ὅλων Δεσπότῃ προσάγοντες.

Μωϋσῆν ἡ νηστεία, θείας θεοπτίας ἀνέδειξε μέτοχον, τοῦτον οὖν ψυχή μου, μιμουμένη νηστείᾳ ἀνάλαβε, θείας ἀναβάσεις, ἐν σεαυτῇ διαθεμένη, ὅπως ἴδῃς Θεοῦ τὴν λαμπρότητα.

Ἱερῶν Ἀποστόλων, καὶ ἱερωνύμων Μαρτύρων δεήσεσι, τῆς νηστείας χρόνον, διανύσαι ἡμᾶς καταξίωσον, Ἰησοῦ οἰκτίρμον, ἐν μετανοίᾳ καὶ παντοίᾳ, ἀποχῇ ἁμαρτίας δεόμεθα.
Θεοτοκίον
Τῆς νηστείας τὴν πύλην, μέλλοντες εἰσέρχεσθαι ἐκδυσωποῦμέν σε, τοῦ Θεοῦ τὴν πύλην, συνελθεῖν τοῖς οἰκέταις σου Δέσποινα, καὶ πλατύναι πάντως, τοὺς λογισμούς καὶ διανοίας, τὰ σωτήρια πράττειν θελήματα.

Κανών β', Ποίημα τοῦ κυρίου Ἰωσήφ, ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. β'
Τῷ θείῳ φέγγει σου ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Σταυρῷ τὰς χεῖρας προσηλωθείς, λόγχῃ τὴν πλευρὰν διανυγείς, τὸ γραμματεῖον φιλάνθρωπε, τοῦ παραπεσόντος Ἀδὰμ διέρρρηξας· διό σε Ζωοδότα ὕμνοις δοξάζομεν.

Δολίως ὄφις ὁ πονηρός, πάθη ἐπιθείς μοι ψυχικά, τοῦ Παραδείσου ἐξώρισε, σὺ δὲ τὰς παλάμας, ἐν τῷ Σταυρῷ προσπαγείς, πρὸς ὕψος ἀφθαρσίας Σῶτερ ἀνείλκυσας.

Ὁ τῆς νηστείας θεῖος καιρός, πάθη ἐκκαθαίρων ψυχικά, καὶ ψυχικοὺς πλύνων μώλωπας, ἦλθε νῦν ἐπέστη, πιστοὶ συνδράμωμεν, καὶ τοῦτον φιλοφρόνως ὑποδεξώμεθα.

Καιρὸς ἐπέφανεν ἀγαθός, θείαν εὐφροσύνην τῆς ψυχῆς, ἄπαν ἐνδύων τὸ πρόσωπον· δεῦτε γηθοσύνως τοῦτον δεξώμεθα, νηστείᾳ καὶ δεήσει προκαθαιρόμενοι.

Νηστείαν, δάκρυα, προσευχήν, ἦθος ταπεινὸν τῷ δι' ἡμᾶς, ταπεινωθέντι προσάξωμεν, ὅπως ἐν ἡμέρᾳ τῆς ἐγκρατείας, συγχώρησιν βραβεύσῃ τῶν ἐπταισμένων ἡμῖν.
Θεοτοκίον
Ταῖς φωτοβόλοις σου ἀστραπαῖς, Δέσποινα τοῦ κόσμου ἀγαθή, τὸ τῆς ψυχῆς μου ἀπέλασον σκότος, καὶ τὴν νύκτα τῆς ἁμαρτίας μου, προθύμως ἵνα ψάλλω, καὶ μακαρίζω σε.

Κανών γ', ᾨδὴ ε'
Ἦχος πλ. δ'
Ἵνα τί με ἀπώσω ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Τὸν Σταυρὸν προσκυνῶ σου, Κύριε φιλάνθρωπε, δι' οὗ με ἔσωσας, καὶ ὑμνῶ τὰ πάθη, τὰ σωτήρια καὶ θεῖα Δέσποτα, δι' ὧν τῶν παθῶν μου, τῶν ἀλγεινῶν ἐρρύσθην Λόγε, εἰς ζωὴν μετελθὼν τὴν ἀπήμονα.

Τῷ Σταυρῷ πεποιθότες, τὴν τῶν ἐναντίων ἀπάτην τρεπόμεθα, ἐν αὐτῷ παγέντες, οἱ πιστοὶ γνωρισθέντες ἐγνώσθημεν, τῷ Θεῷ ὡς ἄρνες, νεογενεῖς ἐκλελεγμένοι, καὶ τὸ ἄδολον γάλα πεπώκαμεν.
Δόξα...
Τὸν Πατέρα καὶ Λόγον, πάντες καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα δοξάζομεν, ἐν μιᾷ τῇ φύσει, γνωρισμόν, τηλαυγῆ ἐκτιθέμενοι, προσκυνοῦντες ἄμφω, καὶ διαιροῦντες τοῖς προσώποις, ἀσυγχύτως ἀτρέπτως λατρεύοντες.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ἡ ἐλπὶς τῶν περάτων, ἡ χαρὰ τῶν δούλων σου, σὺ εἶ Παρθένε ἁγνή, τοὺς τιμῶντας πόθῳ, τὴν Εἰκόνα σου φύλαττε Πάναγνε, καὶ ταῖς σαῖς πρεσβείαις, πάντας ἡμᾶς τοῦ ἀλλοτρίου, ἐλευθέρωσον ὡς συμπαθέστατος. 
Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Τὴν εὐθεῖαν ὁδόν σου, Κύριε κατεύθυνον, πᾶσι τοῖς δούλοις σου, τοῖς τιμῶσι πόθῳ, τῆς νηστείας τὸ στάδιον στήριξον, καὶ ταῖς εἰς τὸ κρεῖττον, ἐπαγωγαῖς τῆς σῆς ἁγίας, Βασιλείας ἡμᾶς καταξίωσον. 
Ὁ Εἱρμὸς
«Ἵνα τί με ἀπώσω, ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον, καὶ ἐκάλυψέ με, τὸ ἀλλότριον σκότος τὸν δείλαιον· ἀλλ' ἐπίστρεψόν με, καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου, τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον δέομαι».

Κανών α', ᾨδὴ ς'
Ἦχος πλ. δ'
Ἱλάσθητί μοι Σωτὴρ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Νηστεύσας ὁ Λυτρωτής, τὸν ἐνεστῶτα καιρὸν ἡμῖν, ὡρίσατο ψυχικῶν, κηλίδων καθάρσιον, ζεούσῃ προσέλθωμεν, οἱ πιστοὶ καρδίᾳ, ὅπως λάβωμεν συγχώρησιν.

Ὁ τοῦ Τελώνου Χριστέ, τὸν στεναγμὸν προσδεξάμενος, καὶ Πόρνης τὸν ἐκ ψυχῆς, κλαυθμὸν προσαγόμενος, δέξαι ὡς φιλάνθρωπος, τὰς ἡμῶν δεήσεις, ἱλασμὸν ἡμῖν δωρούμενος.

Κηρύκων καὶ Προφητῶν, Μαρτύρων καὶ Ἀποστόλων σου, Ὁσίων Ἱεραρχῶν, καὶ Χριστὲ παρακλήσεσιν, πάντων Δικαίων σου, ἱλασμὸν πταισμάτων, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν κατάπεμψον. 
Θεοτοκίον
Ἡ μόνη τὸ ἀσθενές, τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τῷ θείῳ σου τοκετῷ, Ἁγνὴ ἐπιρρώσασα, συνεργός μοι φάνηθι, πρὸς τὸ τῆς νηστείας, εἰσιόντι θεῖον στάδιον. 
Ὁ Εἱρμὸς
«Ἱλάσθητί μοι Σωτήρ· πολλαὶ γὰρ αἱ ἀνομίαι μου, καὶ ἐκ βυθοῦ τῶν κακῶν ἀνάγαγε δέομαι· πρὸ σὲ γὰρ ἐβόησα, καὶ ἐπάκουσόν μου, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου».

Κανών α', ᾨδὴ ζ'
Ἦχος πλ. δ'
Παῖδες Ἑβραίων ἐν καμίνῳ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Πάλαι ἐν ἅρματι πυρίνῳ, ἀνεφέρετο Ἠλίας τῇ νηστείᾳ, λαμπρυνθείς, ὦ ψυχή, τοῦτον ἐκμιμουμένη, τὰς τῆς σαρκὸς θανάτωσον, ἀκρασίας ἐγκρατείᾳ.

Ἴδε καιρὸς τῆς ἐγκρατείας, ὑπεμφαίνων σοι τὸ φῶς τῆς σωτηρίας, μὴ ἀμέλει ψυχή, Θεοῦ μακροθυμοῦντος, ἀλλὰ προθύμως βόησον, Ἀγαθὲ οἰκτείρησόν με.

Παῖδας στομώσασα νηστεία, διετήρησε τὸ πῦρ ἀκαταφλέκτους, Ἰησοῦ ταῖς αὐτῶν δεήσεσι πυρός με, τοῦ αἰωνίου λύτρωσαι, τῇ πολλῇ σου εὐσπλαγχνίᾳ. 
Θεοτοκίον
Μόνη βοήθεια ἀνθρώπων, βοηθὸς ἡμῖν καιρῷ τῆς ἐγκρατείας, τοῖς σοῖς δούλοις γενοῦ, ὅπως ἐν μετανοίᾳ, εὐαρεστοῦντες λάβωμεν, οὐρανῶν τὴν βασιλείαν.

Κανών α', ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
«Ἑπταπλασίως κάμινον, τῶν Χαλδαίων ὁ Τύραννος, τοῖς θεοσεβέσιν, ἐμμανῶς ἐξέκαυσε, δυνάμει δὲ κρείττονι, περισωθέντας τούτους ἰδών, τὸν Δημιουργόν, καὶ Λυτρωτήν ἀνεβόα· οἱ Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Τῆς μετανοίας κάμινον, προθυμίᾳ ἐκκαύσωμεν, καὶ τὰς ἡδονάς, ἐν αὐτῇ καταφλέξωμεν, ἁπάσας τοῦ σώματος, καὶ τοῦ πυρὸς τοῦ μέλλοντος, πεῖραν μὴ λαβεῖν, τόν πλούσιον ἐν ἐλέει, αἰτήσωμεν βοῶντες· Ἱερεῖς εὐλογεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὁ εἰσιὼν καιρὸς ἡμῖν, τῆς νηστείας γενήσεται, πάσης ἁμαρτίας, ἀποχῆς παραίτιος· μὴ οὖν κάτω κλίνωμεν, μηδὲ ῥαθύμως δράμωμεν, ὅπως ἐν βραχείαις, καὶ ὀλίγαις ἡμέραις, ἐτῶν πολλῶν κηλῖδας, κατανύξει καρδίας, ἐκπλύνωμεν τὸν μόνον, Θεὸν ἡμῶν ὑμνοῦντες.

Τὰ τῶν Ἀγγέλων τάγματα, τῶν Μαρτύρων ὁ σύλλογος, θείων Ἀποστόλων ὁ χορὸς ὁ ἅγιος, Ὁσίων ὁμήγυρις, Ἱεραρχῶν τε καὶ Προφητῶν, σὲ ἐκδυσωποῦσιν, Ἀγαθὲ πανοικτίρμον, μετάνοιαν γνησίαν, τοῖς σοῖς δούλοις παράσχου, καιρῷ τῆς ἐγκρατείας, τῆς νῦν εἰσαγομένης. 
Θεοτοκίον
Θεοκυῆτορ πάναγνε, ἐπὶ σὲ καταφεύγομεν, οἴκτειρον ἡμᾶς, τῇ ἀγαθῇ πρεσβείᾳ σου, καὶ δίδου εὐΐλατον, τὸν σὸν Υἱὸν καὶ Κύριον, ἅπασιν ἡμῖν ἐν τῷ καιρῷ τῆς νηστείας, τῆς νῦν, εἰσαγομένης, εἰς πιστῶν σωτηρίαν, τῶν σὲ ὑμνολογούντων, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Κανών β', ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. β'
Νόμων πατρῴων ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Κλῆρον πατρῷον μὴ φυλάξαντες, τῆς ἁμαρτίας νόμῳ κατεδουλώθημεν, ἀλλ' ἐκτείνας τὰς παλάμας σου, ἐν τῷ Σταυρῷ τῷ θείῳ, ἐλευθερίαν πᾶσιν, ἐδωρήσω δι' αὐτοῦ, ὃν σοι πίστει προσάγομεν, ἐν ἡμέραις ἁγίαις. Ἐλέησον ἡμᾶς Ἐλεῆμον, σὲ ὑπερυψοῦντας, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ὁ τῷ Σταυρῷ σου τὴν διάστασιν, καὶ τοῦ φραγμοῦ ἐξάρας τε τὸ μεσότοιχον, εἰρήνην ἐν τοῖς πέρασιν, ἐγκαινίσας πλουσίαν, εἰρηνευούσῃ δίδου, διελθεῖν ἡμᾶς Χριστέ, καταστάσει τὴν μέλλουσαν νηστείαν, σὲ Κύριον ὑμνοῦντας ἀπαύστως, καὶ ὑπερυψοῦντας, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ἡ τῆς νηστείας χάρις σήμερον, ἡλιακὰς ἀκτῖνας, πᾶσι προβάλλεται, προκαθαίρουσα τὴν ζόφωσιν, τὴν ἐκ τῆς ἁμαρτίας, οἱ συσχεθέντες πάθεσι, ποικίλοις ἐν χαρᾷ, προσελθόντες δεξώμεθα τὸ δῶρον φιλοφρόνως. Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε βοῶντες, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Πικρῶς τρυγήσας ὁ Πρωτόπλαστος, ἐν Παραδείσῳ πάλαι, βρῶσιν παράλογον, ἀπερρίφη καὶ κατάκριτος, τῆς τρυφῆς ἐξεβλήθη, ἀλλ' ἐπὶ ξύλου, ἥλοις προσπαγείς, τὸ πονηρὸν γραμματεῖον, προσήλωσας τῆς αὐτοῦ ἁμαρτίας· διό σου τὴν πολλὴν εὐσπλαγχνίαν, ἀνυμνολογοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας,

Νόμον νηστείας ἀπωσάμενοι, τῆς ἁμαρτίας, βόθρῳ, κατωλισθήσαμεν, καὶ νηστείας ἐδεήθημεν, τῆς νῦν εἰσαγομένης, ἥν περ Οἰκτίρμον, χάριν διανύουσιν ἡμῖν, οὐρανόθεν κατάπεμψον, καὶ εἰρήνην πλουσίαν. Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε βοῶσι, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. 
Θεοτοκίον
Καταπιπτόντων ἐπανόρθωσις, ἁμαρτωλῶν μεσῖτις, ξένων ἀνάψυξις, λυπουμένων ἡ παράκλησις, Παναγία Παρθένε, τὴν τῆς ψυχῆς μου λύπην διασκέδασον ἁγνή, καὶ παράκλησιν ἄνωθεν, ἐκ Θεοῦ μοι δοθῆναι, δυσώπει μελῳδοῦντι προθύμως, σὲ ὑπερυψοῦντι, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Κανών γ', ᾨδὴ η'
Ἦχος πλ. δ'
Ἄγγελοι καὶ οὐρανοὶ ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Καθηλούμενον σαρκί, ἐν τῷ Σταυρῷ Οἰκτίρμον, κατιδοῦσά σε, ἡ τῶν κτισμάτων φύσις, διεστρέφετο, φῶς ἡμέρας εἰς σκότος, ἐσαλεύετο ἡ γῆ, καὶ πάντα ἐκλονεῖτο.

Ἐν τῷ ὕψει τοῦ Σταυροῦ, τὴν τῶν ἀνθρώπων φύσιν, συνανύψωσας, καὶ ἐκ πλευρᾶς σου θείας, πλοῦτον ἔβλυσας σωτηρίας, τοῖς πίστει προσκυνοῦσι Σωτήρ, τὸ ἄχραντόν σου Πάθος. 
Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα. 
Εἷς Θεὸς οὖν ἡ Τριάς, οὐ τοῦ Πατρὸς ἐκστάντος εἰς υἱότητα, οὐδὲ Υἱοῦ τραπέντος εἰς ἐκπόρευσιν, ἀλλ' ἴδια καὶ ἄμφω, φῶς Θεὸν τὰ τρία, δοξάζω εἰς αἰῶνας. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Πῶς ἐγέννησας, εἰπέ, τὸν ἐκ Πατρὸς ἀχρόνως προεκλάψαντα, καὶ σὺν ἁγίῳ Πνεύματι ἀνυμνούμενον; ἢ ὡς οἶδεν ὁ μόνος, εὐδοκήσας τεχθῆναι, ἐκ σοῦ εἰς τοὺς αἰῶνας. 
Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. 
Τὴν μετάνοιαν ἡμῶν, ὡς ἀγαθὸς τῇ φύσει προσδεξάμενος, τῶν τοῦ ἐχθροῦ παγίδων ῥῦσαι Κύριε, ἵνα πίστει καὶ πόθῳ, σὴν νῦν ἀνυμνῶμεν, ἁγίαν δεσποτείαν. 
Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν... 
Ὁ Εἱρμὸς
«Ἄγγελοι καὶ οὐρανοί, τὸν ἐπὶ θρόνου δόξης ἐποχούμενον, καὶ ὡς Θεὸν ἀπαύστως δοξαζόμενον, εὐλογεῖτε, ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Κανών α', ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. δ'
Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
«Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ ὁ οὐρανός, καὶ τῆς γῆς κατεπλάγη τὰ πέρατα, ὅτι Θεός, ὤφθη τοῖς ἀνθρώποις σωματικῶς, καὶ ἡ γαστήρ σου γέγονεν, εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν· διό σε Θεοτόκε, Ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων, ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν».

Ἰδοὺ ὁ φωτοφόρος ἦλθε καιρός, ἡ ἁγία ἡμέρα, ἐπέλαμψε, τὰ σκοτεινά, πάθη σου ἀπόφευγε, ὦ ψυχή, καὶ τὰς αὐγὰς ὑπόδεξαι, τὰς καθοδηγούσας σε πρὸς τὸ φῶς, κατάνυξιν ὡς οἶνον, πίνουσα ἐπευφραίνου, καὶ ἡδονῶν τὴν μέθην μίσησον.

Ὡς ὄντως ἀγαθώτατος ὁ καιρός, τῆς νηστείας Χριστέ, ὅν περ δέδωκας, πᾶσι πιστοῖς, εἰς ἁμαρτημάτων ἀποτροπάς, καὶ ἱλασμὸν σωτήριον, καὶ τῶν χαρισμάτων ὑποδοχήν, ἐν ᾧ σε δυσωποῦμεν, μετόχους Σωτὴρ πάντας, τῶν ἀγαθῶν σου ἡμᾶς ποίησον.

Συνήθως τὰ ἐλέη σου ἐφ' ἡμᾶς, ἐπιρραίνων Οἰκτίρμον τὰ πλούσια, δίδου ἡμῖν, δάκρυα καθαίροντα μολυσμούς, καὶ λογισμοὺς ποθοῦντάς σε, πίστιν καὶ ἀγάπην εἰλικρινῆ, μετάνοιαν πλουσίαν, οἰκείωσιν τελείαν, πρὸς σὲ τὸν μόνον Πολυέλεον.

Ἡ πάντων τῶν Ἀγγέλων θεία πληθύς, καὶ Ἁγίων χοροὶ ἀξιάγαστοι, τὸν ἀγαθόν, νῦν ἐκδυσωπήσατε ἐκτενῶς, ὅπως τὸ θεῖον στάδιον, τοῦτο τῆς νηστείας τὸ ἐνεστώς, δραμεῖν ἀνεμποδίστως, ἡμᾶς ἐνδυναμώσῃ, καὶ νικηφόρους ἀπεργάσηται. 
Θεοτοκίον
Φιλάγαθε Παρθένε τὸν ἀγαθόν, ἡ τεκοῦσα Σωτῆρα ἀγάθυνον, πάντας ἡμᾶς, πάθεσιν ἀμέτροις καὶ λογισμοῖς, κεκακωμένους Δέσποινα, καὶ βεβαρημένους ἁμαρτιῶν, φορτίοις δυσβαστάκτοις, ἵνα σε κατὰ χρέος, ὡς Θεοτόκον μεγαλύνωμεν.

Κανών β', ᾨδὴ θ'
Ἦχος πλ. β'
Ὁ Εἱρμὸς (Ἦχος β' γρήγορα) ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ
Ἀτονεῖ πᾶσα φύσις, καὶ βροτῶν καὶ Ἀγγέλων, τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, εὐχαριστεῖν Εὐεργέτα, ὅτι σάρκα θέλων, δι' ἡμᾶς ἐπτώχευσας, καὶ ἐπὶ ξύλου ὑπὲρ ἡμῶν ἐτάθης, κατάρα γεγονώς, ἵνα τὴν πρὶν κατάραν ἀνέλῃς, τῆς ἀνθρωπότητος.

Φαιδρὰ ἡμέρα, ἡ τῆς ἐγκρατείας ἐπέστη, φαιδρῷ τῷ προσώπῳ, δεῦτε ὑπαντήσωμεν, ψυχή μου τῷ Δεσπότῃ, χάριν ἐκπεμφθῆναι ἄνωθεν, ἡμῖν αἰτοῦντες, καὶ τῶν πολλῶν σφαλμάτων διόρθωσιν εὑρεῖν, ὅπως φρικωδεστάτης γεέννης, μὴ πειραθῶμεν ἐκεῖ.

Τοῖς ἐν τῷ σκότει, τῶν ἁμαρτιῶν συσχεθεῖσι, τῆς μετανοίας νῦν τὰ ἱερά εἰσόδια ἐπέστη, πάντων τὰς ψυχὰς φωτίζοντα· διὸ ψυχή μου, τὸν σκοτασμὸν ἔκκλινον, τοῦ κόρου τῶν παθῶν, σπεῦσον ἵνα τρυφῆς αἰωνίου, ἐπαπολαύσῃς ἐκεῖ.

Ἐπὶ τοῦ ξύλου χεῖρας, ἑκουσίως ἁπλώσας, τὰ διεστῶτα πάντα συνηγάγω Ζωοδότα, τῇ δὲ λόγχῃ, σὴν διανυγεὶς μακρόθυμε πλευράν, τὴν ἥτταν τὴν ἐκ πλευρᾶς φυεῖσαν, ἠνώρθωσας ἡμῶν· ὅθεν εὐχαριστοῦντες, ὑμνοῦμεν τὴν εὐσπλαγχνίαν σου.

Ἡ φωτοφόρος, νῦν ἐπιδημοῦσα νηστεία, προσδεξιοῦται τράπεζαν ἀγώνων, προτιθεῖσα· διὰ τοῦτο, ταύτης νηφαλέως ἅπαντες, σεπτὸν κρατῆρα καθαρτικῶν δακρύων ληψώμεθα πιστοί, ἵνα τῶν ἀνηκέστων δακρύων, μὴ πειραθῶμεν ἐκεῖ. 
Θεοτοκίον
Ἡ προστασία, πάντων τῶν εἰς σὲ πεποιθότων, ἡ ἐν ἀνάγκαις, ἄγρυπνος ὑπάρχουσα προστάτις Θεοτόκε, τῆς αἰωνιζούσης λύτρωσαι, ὑμᾶς γεέννης, καὶ τῶν ἀποκειμένων, κολάσεων πικρῶν, ὅπως χρεωστικῶς ὑμνῶμεν, τὰ μεγαλεῖά σου. 
Ὁ Εἱρμὸς
«Ἀπορεῖ πᾶσα γλῶσσα, εὐφημεῖν πρὸς ἀξίαν, ἰλιγγιᾷ, δὲ νοῦς καὶ ὑπερκόσμιος, ὑμνεῖν σε Θεοτόκε· ὅμως ἀγαθὴ ὑπάρχουσα, τὴν πίστιν δέχου· καὶ γὰρ τὸν πόθον οἶδας, τὸν ἔνθεον ἡμῶν· σὺ γὰρ Χριστιανῶν εἶ προστάτις, σὲ μεγαλύνομεν».

Ἀπόστιχα
Ἦχος πλ. β'
Ἰδιόμελον
Πρὸ τοῦ σωτηρίου Σταυροῦ, τῆς ἁμαρτίας βασιλευούσης, τῆς ἀσεβείας ἐπικρατούσης, τῶν ἀνθρώπων ἐμακαρίζετο, τρυφὴ σωματικὴ καὶ σαρκικῶν ὀρέξεων, ὀλίγοι κατεφρόνουν, ἀφ' οὗ δέ, τὸ τοῦ Σταυροῦ μυστήριον πέπρακται, καὶ δαιμόνων ἐσβέσθη τυραννὶς τῇ θεογνωσίᾳ, ἡ τῶν οὐρανῶν ἐπὶ γῆς ἀρετὴ πολιτεύεται· διὸ νηστεία τιμᾶται, ἐγκράτεια λάμπει, προσευχὴ κατορθοῦται, καὶ μάρτυς καιρός, ὁ παρὼν δεδομένος ἡμῖν, ὑπὸ τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν. (Δίς)
Ἦχος πλ. β'
Μαρτυρικὸν
Κύριε, ἐν τῇ μνήμῃ τῶν Ἁγίων σου, πᾶσα ἡ κτίσις ἑορτάζει, οὐρανοὶ ἀγάλλονται σὺν τοῖς Ἀγγέλοις, καὶ ἡ γῆ εὐφραίνεται σὺν τοῖς ἀνθρώποις, αὐτῶν ταῖς παρακλήσεσιν, ἐλέησον ἡμᾶς. 
Σταυροθεοτοκίον
Ἦχος πλ. β'
Ἡ πάναγνος ὡς εἶδέ σε, ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον, θρηνῳδοῦσα, ἀνεβόα μητρικῶς·Υἱέ μου καὶ Θεέ μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πῶς φέρεις πάθος ἐπονείδιστον.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΘΕΚΤΗΝ 
Τροπάριον τῆς Προφητείας
Ἦχος πλ. β'
Δὸς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως Κύριε, καὶ σῶσον ἡμᾶς, ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου, φιλάνθρωπε.

Προκείμενον  Ἦχος α'
Γένοιτο Κύριε τὸ ἔλεός σου ἐφ' ἡμᾶς.
Στίχ. Ἀγαλλιᾶσθε δίκαιοι ἐν Κυρίῳ. 
Προφητείας Ζαχαρίου τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ Η' 7-17)
Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ· Ἰδού, ἐγὼ σῴζω τὸν λαόν μου ἀπὸ γῆς ἀνατολῶν, καὶ ἀπὸ γῆς δυσμῶν, καὶ εἰσάξω αὐτὸν εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ, καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ Ἱερουσαλήμ, καὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν, καὶ ἐγὼ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐν δικαιοσύνῃ. Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ· Κατισχυέτωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν τῶν ἀκουόντων ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις τοὺς λόγους τούτους, ἐκ στόματος τῶν Προφητῶν, ἀφ' ἧς ἡμέρας τεθεμελίωται ὁ οἶκος Κυρίου Παντοκράτορος, καὶ ὁ Ναός, ἀφ' οὗ ᾠκοδόμηται. Διότι πρὸ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ὁ μισθὸς τῶν ἀνθρώπων οὐκ ἔσται εἰς ὄνησιν, καὶ ὁ μισθὸς τῶν κτηνῶν οὐχ ὑπάρξει, καὶ τῷ ἐκπορευομένῳ, καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ, οὐκ ἔσται εἰρήνη ἀπὸ τῆς θλίψεως, καὶ ἐξαποστελῶ πάντας τοὺς ἀνθρώπους, ἕκαστον ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ. Καὶ νῦν, οὐ κατὰ τὰς ἡμέρας τὰς ἔμπροσθεν ἐγὼ ποιῶ τοῖς καταλοίποις τοῦ λαοῦ τούτου, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ, ἀλλ' ἢ δείξω εἰρήνην· ἡ ἄμπελος δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς, καὶ ἡ γῆ δώσει τὰ γεννήματα αὐτῆς, καὶ ὁ οὐρανὸς δώσει τὴν δρόσον αὐτοῦ, καὶ κατακληρονομήσω τοῖς καταλοίποις τοῦ λαοῦ μου ταῦτα πάντα. Καὶ ἔσται, ὃν τρόπον ἦτε ἐν κατάρᾳ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὁ οἶκος Ἰούδα, καὶ ὁ οἶκος Ἰσραήλ, οὕτω διασώσω ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε ἐν εὐλογίᾳ, θαρσεῖτε, καὶ κατισχύετε ἐν ταῖς χερσὶν ὑμῶν, διότι τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Ὃν τρόπον διενοήθην τοῦ κακῶσαι ὑμᾶς, ἐν τῷ παροργίσαι με τοὺς πατέρας ὑμῶν, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ, καὶ οὐ μετενόησα, οὕτω παρατέταγμαι καὶ διανενόημαι, ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις, τοῦ καλῶς ποιῆσαι τῇ Ἱερουσαλήμ, καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα, θαρσεῖτε. Οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ποιήσετε, λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, ἀλήθειαν καὶ κρῖμα εἰρηνικὸν κρίνετε ἐν ταῖς πύλαις ὑμῶν, καὶ ἕκαστος τὴν κακίαν τοῦ πλησίον αὐτοῦ μὴ λογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, καὶ ὅρκον ψευδῆ μὴ ἀγαπᾶτε· διότι ταῦτα πάντα ἐμίσησα, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. 
Προκείμενον  Ἦχος γ'
Ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν, ψάλατε.
Στίχ. Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας.

Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Β’) Γέροντας Κλεόπας Ηλίε


Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Β’)
Γέροντας Κλεόπας Ηλίε
Ο δέκατος πέμπτος καρπός που γεννιέται από τη νοερά προσευχή συνίσταται στο γεγονός ότι με την επιστροφή του νου στην καρδιά, την επίμονη παραμονή του σ’ αυτήν, τη νήψη και την παρακολούθηση των νοημάτων, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου γίνεται σαν ένας καθαρός καθρέφτης, κατά τον άγιο Κάλλιστο Ξανθόπουλο, στον οποίο ο νους βλέπει πολύ καθαρά τις πονηρές διαθέσεις της καρδιάς του, τις προσβολές και τις παγίδες των ακάθαρτων πνευμάτων. Συνοπτικά λέμε ότι ο νους αρχίζει να βλέπει καθαρά όλα τα παραπτώματά του, ακόμη και το πιο τελευταίο, και καλεί με μεγάλο πόνο τον Ιησού σε βοήθεια· ζητά να τον συγχωρήσει, μετανοεί, κλαίει, πέφτει κάτω ενώπιον του Κυρίου και προσθέτει δάκρυα επάνω στα δάκρυα, ταπείνωση επάνω στην ταπείνωση και κάνει ό,τι μπορεί για να διορθωθεί και να μην αμαρτήσει πλέον. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος είπε για την προσευχή ότι αυτή θα σου δείξει σε ποια κατάσταση βρίσκεσαι, διότι αυτή είναι το κάτοπτρο του θεολόγου μοναχού, το οποίο δείχνει καθαρά την εσωτερική σου κατάσταση. 
Ο δέκατος έκτος καρπός, που είναι και καρπός της επιστροφής του νου στην καρδιά, είναι η εξομοίωση της φύσεώς μας με την καθαρότητα του Θεού που γίνεται με την υπέρ φύση ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Διότι, όπως οι θείοι Πατέρες βρήκαν μερικούς τρόπους και φυσικές μεθόδους για να καθαρίσουν την ανθρώπινη φύση από τα παρά φύση πάθη που εισήλθαν σ’ αυτήν, όπως τη νηστεία, αγρυπνία, χαμευνία, κλίση των γονάτων, εδαφιαίες μετάνοιες, εγκράτεια και άλλες ασκήσεις του σώματος, κατά τον ίδιο τρόπο βρήκαν και αυτή την τέχνη της επιστροφής του νου στην καρδιά, για να καθαρίζονται πληρέστερα και γρηγορότερα τόσο ο νους όσο και η καρδιά. Αυτά τα δύο μέρη της ανθρώπινης υπάρξεως είναι πολύ λεπτά και ευάλωτα στο κακό και με την είσοδο της αμαρτίας μέσα σ’ αυτά επηρεάζονται ταυτόχρονα και τα άλλα μέρη και μέλη του σώματος· διότι πρώτα προσβάλλονται τα λεπτότερα μέρη και κατόπιν τα μεγαλύτερα. Γι’ αυτό, αν καθαριστούμε από τα πρώτα, καθαρίζεται ολοκληρωτικά η φύση μας από τα πάθη και έτσι διευκολύνουμε τον εαυτό μας να δεχθεί την χάρη και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
Αυτή η τέχνη μας καθαρίζει ευκολότερα από οποιαδήποτε άλλη εργασία, επειδή έχει ως έργο και απασχόληση τη μεγαλύτερη, καθολικότερη και περιεκτικότερη από όλες αρετή, δηλαδή το να αγαπά ο άνθρωπος τον Θεό με όλη του την ψυχή, την καρδιά, τη δύναμη και τη διάνοιά του (Ματθ. 22:37). Για την εκπλήρωση ιδιαίτερα αυτής της εντολής, αλλά και για όλες τις άλλες, προσφέρεται στον άνθρωπο η υπέρ φύση χάρη του Θεού για την υπέρ φύση ζωή. 
Ο δέκατος έβδομος καρπός της νοεράς και καρδιακής προσευχής είναι: Όταν ο νους συνηθίσει να μπαίνει στην καρδιά και να ομιλεί με τον ενδιάθετο λόγο, βλέπει τον εαυτό του και όλες τις δυνάμεις του· και αυτή η βύθιση του νου στην καρδιά δεν μένει χωρίς ευτυχία και πνευματική χαρά. Όπως ακριβώς όταν κάποιος απουσιάσει για λίγο από το σπίτι του και πάλι επιστρέψει, χαίρεται και ευθυμεί, διότι αξιώθηκε να δει τη σύζυγό του και τα παιδιά του, έτσι συμβαίνει και με τον νου, καθώς λέει ο όσιος Νικηφόρος ο Μονάζων. Με αυτή την νοερά εκ καρδίας προσευχή μπορεί ο άνθρωπος να φυλάει τον νου και την καρδιά του, αν δεν έφθασε ακόμη στην τέλεια καθαρότητα και απάθεια, δεδομένου ότι αυτό το έργο είναι πολύ δύσκολο στον κόσμο, μάλιστα ακόμη και στην έρημο και ησυχία, λόγω της φιλαυτίας και πλάνης του γένους μας, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Πλην όμως μπορούμε να αγωνιζόμαστε όσο είναι δυνατόν για τη κάθαρση από τα πάθη μας, διότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την εντολή να φυλάει τη καρδιά του από τα πάθη και τις κακές σκέψεις, λέγοντας: «Πρόσεχε σεαυτώ, μη γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα» (Δευτ. 15:9). Γι’ αυτή την εντολή έγραψε μια ολόκληρη ερμηνευτική πραγματεία ο Μέγας Βασίλειος. Παράλληλα και ο Σολομών λέει τα εξής: «Πάση φυλακή τήρει την καρδίαν, εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής» (Παροιμ. 4:23). 
Ο δέκατος όγδοος και μεγαλύτερος καρπός της προσευχής είναι η απόκτηση της αγάπης του Θεού, η οποία είναι μητέρα όλων των αρετών, επειδή είναι το πλήρωμα όλων των αγαθών έργων, και μέσα στην αγάπη του Θεού περιέχεται και η αγάπη προς τον πλησίον, κατά τη μαρτυρία του ευαγγελιστή Ιωάννη που λέει: «Ο αγαπών τον Θεόν αγαπά και τον πλησίον αυτού» (Α’ Ιω. 4:21). Και σ’ αυτές τις δύο εντολές, δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον, περιέχεται όλος ο νόμος και οι προφήτες (Ματθ. 22:40). Με παρόμοιο τρόπο και ο μέγας απόστολος Παύλος λέει ότι η αγάπη είναι το πλήρωμα του νόμου, όταν γράφει στους Ρωμαίους (13:8) «Ο γαρ αγαπών τον έτερον νόμον πεπλήρωκε». 
Αυτοί λοιπόν και άλλοι πολλοί είναι οι καρποί της καρδιακής προσευχής. Οπότε, μακάρια και τρισμακάρια είναι η ψυχή εκείνη που εργάζεται μυστικά και αληθινά στο ταμείο της καρδιάς και συνομιλεί εκεί με τον Νυμφίο Χριστό· επειδή εργάσθηκε μυστικά εδώ στη γη, θα αμειφθεί στα φανερά από τον επουράνιο Πατέρα μας κατά την ημέρα της μελλούσης κρίσεως, όπου θα αποκαλυφθούν όλα τα μυστικά έργα των ανθρώπων. 

Από το περιοδικό 
Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 9 (1984), σελ. 36.

«Ὅταν ἔρθει ἡ χάρις ξεχνᾶς καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, χαλάλι νὰ γίνουν ὅλα»


 

πηγή:εδώ 

«ταν ἔρθει ἡ χάρις ξεχνᾶς καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα, χαλάλι νὰ γίνουν ὅλα»
Άγιος  Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης, ἔκδ. α´ 2000, σ. 216

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Α’)


Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (Α’)
Γέροντας Κλεόπας Ηλίε

πηγή: εδώ  

Κατά τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων και των μεγάλων εργατών της προσευχής, ο πρώτος καρπός αυτής είναι η προσοχή και μετά η σεμνότητα. Αυτοί οι δύο καρποί, αν και φαίνονται πολύ μικροί, όμως εκδηλώνονται πριν από τους άλλους στον αγωνιστή της ιεράς προσευχής. Αποκτούνται με την επίμονη εξάσκηση σε οποιοδήποτε είδος προσευχής, αλλά ιδιαίτερα και εμφανέστερα στην εξάσκηση της νοεράς μνήμης του Ιησού, που είναι έργο ανώτερο από την ανάγνωση των ψαλμών, την ψαλμωδία και τις άλλες προφορικές προσευχές. 
Ο τρίτος καρπός αυτής της νοεράς προσευχής που γεννιέται κατά σειρά με τη βοήθεια των άλλων δυο καρπών, είναι η ταπείνωση. Όλοι αυτοί οι καρποί, καθώς και η αληθινή προσευχή, είναι δώρα του Θεού. Ο τέταρτος καρπός είναι η συγκέντρωση των σκέψεών μας. Ο πέμπτος είναι η ευλάβεια. Ο έκτος είναι ο φόβος του Θεού, ο έβδομος η μνήμη του θανάτου, ο όγδοος η ειρήνη των λογισμών, ο ένατος η θερμότητα της καρδιάς, ο δέκατος η συγκέντρωση της προσοχής στην καρδιά, ο ενδέκατος καρπός είναι η συνεχής παρακολούθηση στα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, από τη μνήμη των οποίων αυξάνεται μέσα μας η ταπείνωση και μετατρέπεται σε πένθος. 
Ο δωδέκατος καρπός είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού, του θανάτου, της μελλούσης κρίσεως και οι σκέψεις για τα βάσανα της κολάσεως. Ο δέκατος τρίτος καρπός είναι η απομάκρυνση και το μίσος του νου μας για καθετί απολαυστικό αυτού του κόσμου και η παραμονή του στην καρδιά μας. Διότι με αυτή την συνήθεια της βυθίσεως και παραμονής τού νου στην καρδιά μας, αυτή η ίδια η καρδιά αποκρούει και μισεί όλες τις αισθητές απολαύσεις και τα έργα των εμπαθών ανθρώπων. Αυτό το γεγονός το επιβεβαιώνει και ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, όταν λέει: «Αυτός που εισέρχεται πάντοτε στην καρδιά του, περιφρονεί όλες τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Και τούτο διότι επισκιάζεται από το Πνεύμα του Θεού και δεν μπορεί πλέον να αγαπά τις σωματικές απολαύσεις». 
Επίσης απαλλάσσεται από την πλάνη των φαντασιών, από την εισβολή των κακών λογισμών και μισεί καθετί το φανταστικό και ψεύτικο. Έτσι λοιπόν, αφού κατέβει ο νους με εσωτερική ησυχία και χωρίς κακές σκέψεις στην καρδιά για να ενωθεί με τον ενδιάθετο λόγο, αποβάλλει όλες τις παραστάσεις και αμαρτωλές μορφές και φανταστικές εικόνες η καρδιά, όπου είναι η κατοικία τους, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του, όταν περάσει μέσα από ένα στενό τόπο. 
Ο άνθρωπος που θα συνηθίσει να κρατά τον νου στην καρδιά, θα επιθυμεί πάντοτε να κλείνει την πόρτα του κελλιού του και να ησυχάζει, να κλείνει την πόρτα του στόματός του και να σιωπά, και την εσωτερική πόρτα του ενδιάθετου λόγου της καρδιάς, για να εμποδίζει τους διαφόρους κακούς λογισμούς, με τους οποίους ο άνθρωπος γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Θεού που εξετάζει «νεφρούς και καρδίαν» (Αποκ. 2:23). Γι’ αυτό μας συμβουλεύει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Κλείσε την θύρα του κελλιού σου για το σώμα, την θύρα του στόματός σου για να μη συνομιλείς με άλλους ανθρώπους και την εσωτερική θύρα για την απόκρουση των κακών πνευμάτων». 
Ο δέκατος τέταρτος καρπός που γεννιέται από την εργασία της προσευχής του Ιησού συνίσταται στο ότι, όταν βυθίζεται ο νους στην καρδιά και βλέπει με τα νοερά μάτια την φοβερή μορφή της αμαρτίας, η οποία εκδηλώνεται με αηδιαστικές παραστάσεις που φέρνει μέσα του με την επιρροή των αισθήσεων και του κόσμου, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, τότε αρχίζει η καρδιά και αποκτά ταπείνωση, πένθος και δάκρυα. Και πώς να μην ταπεινωθεί μια αμαρτωλή ψυχή, όταν βλέπει την άθλια καρδιά να κυριεύεται από ένα βαθύ σκοτάδι που προήλθε από τις αμαρτίες της, τις οποίες έκανε με τη σκέψη, τον λόγο και το έργο; Διότι, όπως λέει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, «αυτός που έχει λογισμούς κακίας, πώς να δει τις αμαρτίες του; Επειδή αυτός που καλύπτεται από διάφορες σκέψεις, σκεπάζει την θύρα της ψυχής. Και αυτό το σκοτάδι έχει την αρχή του στις πονηρές έννοιες και τα έργα». 
Πώς να μην κλάψει και να μην λυπηθεί ο χριστιανός, όταν βλέπει το νοερό μέρος της ψυχής γεμάτο από λογισμούς αλαζονείας, από ασεβείς επιθυμίες, από σκέψεις βλασφημίας και διαβολικές προτροπές; Πώς να μη θρηνήσει, όταν βλέπει το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να είναι αιχμαλωτισμένο από θεομίσητους λογισμούς και την ψυχή κυριευμένη από πονηρές σκέψεις να καταφέρεται επαναστατικά κατά του πλησίον; Με ένα λόγο, πώς να μην ταπεινωθεί και να μη χύσει ματωμένα δάκρυα ή πώς να μην κραυγάσει προς τον Ιησού με ψυχική οδύνη, για να σωθεί και να θεραπευθεί, όταν βλέπει την καρδιά του δεμένη με τόσα αναρίθμητα πάθη, τυφλή από αναισθησία, σκληρή και τραυματισμένη από τόσες πληγές; Κατόπιν, όταν ο άνθρωπος δει ότι μέσα του δεν είναι πλέον ναός του Θεού και του Πνεύματός Του, αλλά σπήλαιο ληστών και άβυσσος αμαρτίας και κατοικία δαιμόνων, τότε μπορεί με ταπείνωση, πένθος και δάκρυα να ελεηθεί από τον Θεό, να ελευθερωθεί από τα πάθη και να λυτρωθεί από τις εφόδους των πονηρών λογισμών με τη θεία συνέργεια. 
(Συνεχίζεται)

 

Από το περιοδικό Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 9 (1984), σελ. 34.

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

Τῌ ΤΕΤΑΡΤῌ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ


 ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Τῌ ΤΕΤΑΡΤῌ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Ἀπόστιχα
Ἦχος α'
Ἰδιόμελον
Περιχαρῶς δεξώμεθα πιστοί, τὸ θεόπνευστον διάγγελμα τῆς Νηστείας, ὡς πρῴην οἱ Νινευῖται, καὶ αὖθις πόρναι καὶ τελῶναι, τὸ τῆς μετανοίας κήρυγμα, παρὰ τοῦ Ἰωάννου, δι' ἐγκρατείας ἑτοιμασθῶμεν πρὸς μετουσίαν, τῆς ἐν τῇ Σιὼν δεσποτικῆς ἱερουργίας, διὰ δακρύων προκαθαρθῶμεν τοῦ ἐν αὐτῇ θείου Νιπτῆρος, προσευξώμεθα ἰδεῖν τὴν τοῦ τυπικοῦ ἐνταῦθα, Πάσχα τελείωσιν, καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνάδειξιν, παρασκευασθῶμεν εἰς προσκύνησιν τοῦ Σταυροῦ, καὶ τῆς Ἐγέρσεως Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, βοῶντες πρὸς αὐτόν· Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀπὸ τῆς προσδοκίας ἡμῶν φιλάνθρωπε! (Δίς)
Μαρτυρικὸν
Ἦχος α'
τῆς καλὴς ὑμῶν πραγματείας Ἅγιοι! ὅτι αἵματα ἐδώκατε, καὶ οὐρανοὺς ἐκληρονομήσατε, καὶ προσκαίρως πειρασθέντες, αἰωνίως ἀγάλλεσθε, ὄντως καλὸν ὑμῶν τὸ ἐμπόρευμα! Φθαρτὰ γὰρ καταλιπόντες, τὰ ἄφθαρτα ἀπελάβετε, καὶ σὺν Ἀγγέλοις χορεύοντες, ὑμνεῖτε ἀπαύστως Τριάδα ὁμοούσιον. 
Σταυροθεοτοκίον
Ἦχος α'
Πανεύφημοι Μάρτυρες 
Παρθένος ἡ ἄσπιλος ποτέ, ἐπὶ ξύλου βλέπουσα· ὃν ἐξ ἀσπόρου γὰρ ἔτεκε, γαστρὸς μὴ φέρουσα, τὴν τῶν σπλάγχνων τρῶσιν, τρυχομένη ἔλεγεν· ὁ νεύματι κρατῶν κτίσιν ἅπασαν, πῶς ὡς κατάκριτος, ἐν Σταυρῷ ἐναπῃώρησαι; πάντως θέλων, σῶσαι τὸ ἀνθρώπινον.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν β' Στιχολογίαν, Κάθισμα
Ἦχος β'
Εὐσπλαγχνίας ὑπάρχουσα 
Μετ' εἰρήνης διελθεῖν ἡμᾶς τοὺς ταπεινούς, τὴν προκαθάρσιμον εὐδόκησον τῶν Νηστειῶν, τῇ ἀφάτῳ φιλανθρωπίᾳ σου Χριστὲ ὁ Θεός, κατάβαλε τοῦ ἐχθροῦ τὰ πανουργεύματα, καὶ τῷ Σταυρῷ σου πάντας διάσωσον, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια. (Δίς) 
Σταυροθεοτοκίον, Ὅμοιον
Παρεστῶσα τῷ Σταυρῷ σου, ἡ ἀσπόρως τεκοῦσά σε, καὶ μὴ φέρουσα ὁρᾶν ἀδίκως πάσχοντα, ὠλοφύρετο κλαυθμῷ καὶ ἀνεβόα σοι· Πῶς πάσχεις ὁ τῇ φύσει ἀπαθής, γλυκύτατε Υἱέ; Ὑμνῶ σου τὴν ἄκραν ἀγαθότητα.

Κανών α', ᾨδὴ α', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«σομαί σοι Κύριε ὁ Θεός μου, ὅτι ἐξήγαγες λαὸν δουλείας Αἰγύπτου, ἐκάλυψας δὲ ἅρματα, Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν».

Νηστεύων ὁ Κύριος ἀνθρωπίνως, πρὸς ὑποτύπωσιν ἡμῶν, νικᾷ τὸν πειράζοντα, δεικνὺς τὸ ἡμέτερον, καὶ ὅρους ὑπογράφων ἡμῖν.

Μωσῆς ὁ θειότατος ἐν Σιναίῳ, δι' ἐγκρατείας τῷ Θεῷ, πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, λαλεῖν κατηξίωται· Αὐτὸν πιστοὶ ζηλώσωμεν.

λάσθητι Κύριε τῷ λαῷ σου, καὶ ἐπιβλέψας ὡς Θεός, ἱλέῳ σου ὄμματι, ἐπίσκεψαι ἅπαντας, τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου.
Θεοτοκίον
Σοὶ πάντες προστρέχομεν Θεοτόκε, ὡς ὑπερμάχῳ ἀσφαλεῖ, εἰς πρεσβείαν κινοῦντές σε, λυτρώσασθαι τὴν ποίμνην σου ἐκ πάσης περιστάσεως.

Κανών α', ᾨδὴ γ', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
ν Κυρίῳ Θεῷ μου, ἐστερεώθη ἡ καρδία μου· διὸ οἱ ἀσθενοῦντες περιεζώσαντο δύναμιν.

θαυμάσιος Ἐνώχ, δι' ἐγκρατείας μετετέθη ἐκ γῆς, αὐτὸν ζηλοτυποῦντες, μετατεθῶμεν ἐκ φθορᾶς πρὸς ζωήν.

Προσευχαῖς καὶ νηστείαις, τὸν Λυτρωτὴν ἱλεωσώμεθα· συγχαίρει γὰρ ὁ Κτίστης, τῇ μετανοίᾳ τῶν κτισμάτων αὐτοῦ.

τοιμάζου ὦ ψυχή, καὶ προκαθαίρου, πρὸ τοῦ πάθους Χριστοῦ, ἵνα τῇ ἀναστάσει, πνευματικῶς συνεορτάσῃς αὐτῷ. 
Θεοτοκίον
ς τεκοῦσα Θεόν, ὑπὲρ ἡμῶν ἀπαύστως πρέσβευε· πρὸς σὲ γὰρ Θεοτόκε, ἁμαρτωλοὶ καταφεύγομεν.

Κανών β', ᾨδὴ γ', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Ἐν πέτρᾳ με τῆς πίστεως 
ξέτεινας παλάμας ἐν τῷ Σταυρῷ σου, ἐνέκρωσας νεκρώσει σου τὴν κατάραν, ἐζώωσας τῷ πάθει σου τοὺς ἀνθρώπους· διὸ ὑμνοῦμέν σου, τὴν θείαν Σταύρωσιν, Ἰησοῦ φιλάνθρωπε ὁ Θεὸς ἡμῶν.

Τῇ βρώσει τῇ τοῦ ξύλου θανατωθέντες, τῷ ξύλῳ ἐζωώθημεν τοῦ Σταυροῦ σου. Αὐτὸν οὖν σοι προσάγομεν εἰς πρεσβείαν, χάριν καὶ ἔλεος, ἡμῖν κατάπεμψον, εὐεργέτα Δέσποτα πολυέλεε.

Τὰ πρόθυρα ἠνέῳκται τῆς νηστείας, τὸ στάδιον ἐγγίζει τῆς ἐγκρατείας, ζεούσῃ προθυμίᾳ διανιστῶμεν, ὑποδεξόμενοι, δῶρον θεόσδοτον, ἀναστέλλον καύσωνα παραπτώσεων.

χρόνος ὁ μακάριος τῆς νηστείας, ἀκτῖνας ἀποστίλβων τῆς μετανοίας, ἀνέτειλε, προσέλθωμεν φιλοτίμως, ἐκτιναξάμενοι, σκότος βαθύτατον, ῥαθυμίας ἅπαντες ἀγαλλόμενοι.

Νηστείαν ἁγιάσωμεν φιλοφρόνως, κηρύξωμεν ἐγκράτειαν παθημάτων, βοήσωμεν ἐν δάκρυσι, τῷ Δεσπότῃ· Δὸς ἡμῖν Κύριε, χάριν συμπράττουσαν, εἰς τὰ σὰ θελήματα πολυέλεε.

Δεξάμενοι τὸ δώρημα τῆς νηστείας, δοξάσωμεν τὸν δόντα εἰς σωτηρίαν, καὶ τοῦτο ἐργασώμεθα ἐπιπόνως, ἵνα τὴν ἄφεσιν, τῶν ἐπταισμένων ἡμῖν, ἐκ χειρὸς δεξώμεθα τοῦ ποιήσαντος. 
Θεοτοκίον
Κατεύνασον τὸν τάραχον τῶν παθῶν μου, θεράπευσον τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς μου, ἐξέγειρον ἐξ ὕπνου με ῥαθυμίας, τῇ μεσιτείᾳ σου, τῇ προστασίᾳ σου, Παναγία Δέσποινα Μητροπάρθενε.

Κανών γ', ᾨδὴ γ', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Στειρωθέντα μου τὸν νοῦν 
ψωθέντος σου Σωτήρ, ἑκουσίως ἐν Σταυρῷ, ἡ κτίσις πᾶσα, ἐδονήθη τῆς γῆς, καὶ ἐρράγη τοῦ Ναοῦ τὸ καταπέτασμα.

μαστίχθης ἐν Σταυρῷ ὦ Ἰησοῦ μου δι' ἐμέ, καὶ ἐκεντήθης, τὴν πλευρὰν ἀγαθέ· ὅθεν πίστει προσκυνῶ, τὸ θεῖον κράτος σου. 
Δόξα...
Κλίνας γόνυ ἐν τῇ γῇ, τὸν Πατέρα προσκυνῶ, Υἱὸν δοξάζω, καὶ τὸ πνεῦμα ἀνυμνῶ, τὴν μονόθελον ἀρχήν, καὶ τρισυπόστατον. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
κατάληπτόν ἐστι τὸ μυστήριον σεμνή, τῆς σῆς λοχείας· τίκτεις γὰρ Μαριάμ, ἀπειράνδρως τὸν Θεόν, καὶ μένεις ἄφθορος.
Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Τῆς νηστείας τὸν καιρόν, τῇ δυνάμει σου Χριστέ, καθαγιάσας, σῶσον πάντας ἡμᾶς, τῶν παγίδων τοῦ ἐχθροῦ, τοὺς προσκυνοῦντάς σε. 
Ὁ Εἱρμὸς 
«Στειρωθέντα μου τὸν νοῦν, καρποφόρον ἀρετῶν, ἀνάδειξόν με, γεωργὲ τῶν καλῶν, φυτουργὲ τῶν ἀγαθῶν, τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου».

Κανών α', ᾨδὴ δ', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου 
Ἀβραὰμ δι' ἀρετῆς καὶ φιλοξενίας, τὴν Τριάδα ὑπεδέξατο, ἀγγελικῶς ἐνδημήσασαν.

Πλοῦτος ἄσυλος τῆς ἐγκρατείας ἐστί, τὸ δῶρον, καὶ ὁ τούτῳ πλουτιζόμενος, καταπλουτήσει Θεότητα.

Δεῦτε κλαύσωμεν ἅμα τῷ λόγῳ, πίστει βοῶντες· ὁ Θεὸς ἡμῖν Ἱλάσθητι, τοῖς πολλὰ πλημμελήσασι. 
Θεοτοκίον
Μήτηρ ἄχραντε εὐλογημένη, ἁγνὴ Παρθένε, τὸν Υἱόν σου καὶ Θεὸν ἡμῶν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου ἱκέτευε.

Κανών α', ᾨδὴ ε', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ ἀνατείλας τὸ φῶς 
Νηστεύσας πάλαι Μωσῆς, ἐν Σιναίῳ τῷ ὄρει, θεόπτης ἀνεδείχθη, καὶ Ἠλίας ἔμπυρος, ἁρματηλάτης ἀνεφέρετο.

Διὰ νηστείας ποτέ, ὁ σοφὸς Ἡσαΐας τοῦ ἄνθρακος ἐκείνου, τῇ λαβίδι γεύεται, ὅτε χειλέων αὐτοῦ καθήψατο.

Νηστεύσας πρὶν ὁ Δανιήλ, καὶ οἱ τρεῖς Παῖδες ἅμα, τὰς μύλας τῶν λεόντων θλάσαντες, καιομένης φλογὸς κατεπάτησαν. 
Θεοτοκίον
Θεογεννῆτορ Ἁγνή, Θεὸν ἐν γαστρί σου, βαστάσασα ἀφθόρως, φύλαττε τὴν ποίμνην σου, καὶ διατήρησον ἄτρωτον.

Κανών α', ᾨδὴ ς', 
Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὡς Ἰωνᾶν τὸν Προφήτην 
Τὸν Ἰωνᾶν ἐν τῷ κήτει, ἡ σεμνὴ διασῴζει νηστεία ποτέ. Νηστεύσωμεν οὖν ἐκ καρδίας, καὶ φύγωμεν ἐκείνην, τὴν ἐν γεέννῃ φθοράν.

Οἱ Νινευῖται δὲ πάλιν, τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ μετεποίησαν, θερμῇ μετανοίᾳ καὶ πόθῳ, αὐτοὺς νῦν ἐκ πόθου, πάντες ζηλώσωμεν.

ἐνεστῶσα νηστεία, συγκαλεῖται ἡμᾶς εἰς μετάνοιαν· προσδράμωμεν, οὖν ἐκ πόθου, καὶ γνῶμεν, τί τὸ δῶρον τῆς ἐγκρατείας ἐστίν. 
Θεοτοκίον
ἀφράστως τεκοῦσα, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, αὐτὸν δυσωποῦσα μὴ παύσῃ, τὸ γένος ἅπαν σῶσαι τῶν ἀνυμνούντων σε. 
Ὁ Εἱρμὸς 
«ς Ἰωνᾶν τὸν Προφήτην, ἐλυτρώσω τοῦ κήτους, Χριστὲ ὁ Θεός, κᾀμὲ τοῦ βυθοῦ τῶν πταισμάτων ἀνάγαγε, καὶ σῶσόν με, μόνε φιλάνθρωπε».

Κανών α', ᾨδὴ ζ', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ τῶν Πατέρων Θεὸς 
Γενώμεθα καὶ ἡμεῖς, ὡς ὁ Δανιὴλ ἐκεῖνος, ὁ τοὺς λέοντας ποτέ, διὰ νηστείας ἐν λάκκῳ, ἐξημερώσας βρύχοντας.

Τοὺς νεανίας τοὺς τρεῖς, ζηλώσωμεν ἐν φόβῳ, ἵνα φύγωμεν, καὶ τὸ πῦρ τῆς γεέννης, ὡς οὗτοι τὴν Βαβυλῶνος κάμινον.

Νηστεύσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἐν καθαρᾷ τῇ καρδίᾳ, καὶ ἁγνίσωμεν σῶμα, καὶ ὅλον ὅλως τὸ πνεῦμα, Θεῷ καθιερώσωμεν. 
Θεοτοκίον
Παρθενομῆτορ Ἁγνή, τὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα, προαιώνιον Λόγον, ἐκδυσωποῦσα μὴ παύσῃ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κανών α', ᾨδὴ η', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὸν Βασιλέα Χριστόν, ὡμολόγησαν οἱ αἰχμάλωτοι Παῖδες, ἐν τῇ καμίνῳ, λέγοντες μεγάλῃ τῇ φωνῇ· Πάντα τὰ ἔργα ὑμνεῖτε τὸν Κύριον».

Νηστεύσας πρὶν Ἰωσήφ, μίξιν ἔφυγε παρανόμου γυναίου, καὶ βασιλείας ἔτυχε· διὸ καὶ ἡμεῖς σβέσωμεν, διὰ νηστείας τὰ πεπυρωμένα βέλη, τοῦ ἐχθροῦ Βελίαρ.

Διὰ νηστείας Δαυΐδ, νίκην ἐστήσατο κατὰ τοῦ ἀλλοφύλου, καὶ βασιλείαν εὕρατο· διὸ καὶ ἡμεῖς λάβωμεν, δι' ἐγκρατείας νίκην κατ' ἐχθρῶν καὶ ἐν Κυρίῳ στεφανωθῶμεν.

Φυλάξωμεν καὶ ἡμεῖς, τὰς ἀρετὰς αὐτῶν, τοῦ Ἰὼβ τὴν ἀνδρείαν, τοῦ Ἰακὼβ τὸ ἄπλαστον, τὴν πίστιν Ἀβραάμ, τὴν σωφροσύνην τὴν τοῦ Ἰωσήφ, καὶ τοῦ Δαυῒδ τὰς ἀριστείας. 
Θεοτοκίον
Τὸν Βασιλέα Χριστόν, ὃν ἡμῖν ἔτεκεν ἡ Παρθένος Μαρία καὶ μετὰ τόκον ἔμεινε παρθένος ἁγνή, πάντα τὰ ἔργα ὑμνεῖτε τὸν Κύριον.

Κανών β', ᾨδὴ η', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Τὸν ἐν καμίνῳ τοῦ πυρὸς 
Σταυροφανῶς ὁ Μωϋσῆς, τὰς παλάμας ἀνυψῶν ἐπὶ τοῦ ὄρους, τοὺς ἐχθροὺς ἐτροποῦτο, σὺ δὲ Σωτὴρ ἐν Σταυρῷ, τὰς χεῖρας ἐκτείνας ἐνέκρωσας, τὴν ὀλεθροτόκον, τοῦ ᾍδου τυραννίδα.

λοις παγεὶς ἐπὶ Σταυροῦ, καὶ πλευρὰν διανυγείς, Χριστὲ Σωτήρ μου, τῆς κατάρας ἐρρύσω τοὺς γηγενεῖς, καὶ χαρᾶς ἀλήκτου, μετόχους ἀνέδειξας· ὅθεν εὐλογοῦμεν, τὴν σὴν φιλανθρωπίαν.

Τῆς ἐγκρατείας ὁ καιρός, ἀνατείλας νοητῶς καταφωτίζει, τῆς ψυχῆς τὰς αἰσθήσεις, καὶ παθῶν τὴν ἀχλὺν ἐλαύνει· διὸ ἀσπασώμεθα, τοῦτον ἐκ καρδίας, Χριστόν ὑπερυψοῦντες.

Πάθη ὀλέθρια ψυχῆς, ἡδονὰς θανατηφόρους ἡ νηστεία, θανατοῖ καὶ τῷ ὄντι ἐν καταστάσει ποιεῖ, καρδίας ὁρμὰς καὶ κινήματα· ταύτην οὖν ἐν πίστει, δεξώμεθα προθύμως.

Οὐχὶ νηστείας ἀπαρχήν, τὴν παροῦσαν ἱερὰν πιστοὶ ἡμέραν, ἐπιστάμενοι, ταύτην εἰλικρινεῖ λογισμῷ, τιμῶμεν, ἀλλ' εἴσοδον λέγοντες, καὶ τῶν τῆς νηστείας, παρείσβασιν προθύρων.

Προδεξιοῦται δεξιῶς, τὴν φιλόθεον ψυχὴν τοῖς προοιμίοις, ἡ καλλίστη νηστεία, προκαθαρσίων γερῶν, οἷα βαθμίσι καὶ κλίμακι, ταύτῃ προστεθεῖσα τὴν σήμερον ἡμέραν. 
Θεοτοκίον
νοιξον κρούουσιν ἡμῖν, καὶ τὸ ἔλεος, τὸ σὸν προσκαλουμένοις, ταχινὴ τῶν ἀνθρώπων καταφυγὴ καὶ στερρά, ἐν πᾶσι Παρθένε βοήθεια, καὶ τῶν ἐν ἀνάγκαις βεβαία προστασία.

Κανών γ', ᾨδὴ η', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Τὸν ἐν τῇ βάτῳ Μωσεῖ 
ναρτηθεὶς ἐν Σταυρῷ, ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης, τὸν Ἀδὰμ σὺν τῇ Εὔᾳ, πάλιν ἀνεκαλέσω, καὶ ἐν τῷ Παραδείσῳ Χριστὲ Σωτὴρ εἰσῆξας, σὲ ἀνυμνολογοῦσιν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Σοῦ ὑψωθέντος Χριστέ, ἐν Σταυρῷ ἑκουσίως, αἱ αὐγαὶ τοῦ ἡλίου, συνεστάλησαν φόβῳ, καὶ ἔδυ ἡ ἡμέρα· ὅθεν ὁ Λῃστὴς σὲ Θεὸν καθωμολόγει, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα.
σον Πατρὶ τὸν Υἱόν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, πεπιστεύκαμεν εἶναι, τὴν ἁγίαν Τριάδα, ἐν Θεότητι μιᾷ, ἣν πίστει προσκυνοῦμεν, τὸ τοῦ Ἀρείου δόγμα, ἀεὶ καταπατοῦντες. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Πῶς σε ὑμνήσω ὡς δεῖ, Θεοτόκε Παρθένε, δυσωδῶν ἁμαρτίαις ἐγὼ νῦν ὁ σκοτεινός; ἀλλ' οὖν Ὑπεραγία, σύγγνωθί μοι τῇ τόλμῃ, τοῦ πενιχροῦ μου ἔπους. 
Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Σταυρὲ πιστῶν ἡ ἐλπίς, Βασιλέων τὸ ὅπλον, Ἱερέων ἡ δόξα, Μοναζόντων τὸ σθένος, τῇ σῇ δυνάμει πάντας, τοὺς σὲ δοξολογοῦντας, σῷζε εἰς αἰῶνας.
Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν... 
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὸν ἐν τῇ βάτῳ Μωσεῖ, τῆς Παρθένου τὸ θαῦμα, ἐν Σιναίῳ τῷ ὄρει προτυπώσαντα ποτέ, ὑμνεῖτε εὐλογεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας».

Κανών α', ᾨδὴ θ', Ποίημα τοῦ Κυρίου Ἀνδρέου Κρήτης
Ἦχος δ'
Ὁ Εἱρμὸς 
«Μεγαλύνομεν πάντες, τὴν φιλανθρωπίαν σου Χριστὲ Σωτὴρ ἡμῶν, ἡ δόξα τῶν δούλων σου, καὶ στέφανος τῶν πιστῶν, ὁ μεγαλύνας τὴν μνήμην τῆς τεκούσης σε».

Μωϋσῆς ἐν Αἰγύπτῳ, θάλασσαν διέρρηξε, καὶ λαὸν διήγαγε, καὶ τοῦτον ἔθρεψεν, ἐν ἐρήμῳ ἀβάτῳ, διὰ νηστείας ἐκτελῶν τεράστια.

ησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, διὰ τῆς ἐγκρατείας λαὸν καθηγίασε, καὶ ἐκληροδότησεν, εἰς γῆν ἐπαγγελίας, τὸν Ἰορδάνην διαβιβάσας τὸ πρότερον.

Γεδεὼν ἐκεῖνος, μόνοις τριακοσίοις, ἀνδράσι τοῖς λάμψασι, νικᾷ τὸν ἀλλόφυλον, ἐγκρατείᾳ καὶ εὐχῇ, αὐτὸν ζηλοῦντες, καὶ ἡμεῖς μιμησώμεθα. 
Θεοτοκίον
Χαῖρε πάνσεμνε Ἁγνή, παρθενίας τὸ καύχημα, Ἀγγέλων τὸ στήριγμα, ἀνθρώπων βοήθεια, κόσμου ἡ χαρά, Μαρία, καὶ Μήτηρ, καὶ δούλη τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Κανών β', ᾨδὴ θ', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Τὸν ἐκ Θεοῦ Θεὸν Λόγον 
Σταυρῷ τὰς θείας παλάμας ἐξαπλώσας, συνῆψας, τὰ πρῴην διεστῶτα Λυτρωτά, καὶ τῷ Πατρὶ τὴν κατάκριτον, μεσιτεύσας ὡς δῶρον, προσήγαγες οὐσίαν τῶν βροτῶν· διὰ τοῦτο ὑμνοῦμεν, τὴν ἄχραντόν σου Σταύρωσιν.

τῆς ἁγίας Νηστείας, ἐπιλάμψασα χάρις, ἀκτῖνας ἐπαφίησιν ἡμῖν, προκαθαιρούσας παλίρροιαν λογισμῶν, καὶ τοῦ κόρου, τὸ σκότος ἐλαυνούσας· οἱ πιστοί, διὰ τοῦτο προθύμως, ταύτην ὑποδεξώμεθα.

φωτοφόρος Νηστεία, χαρισμάτων ἐνθέων, κρατῆρα συγκεράσασα ἡμῖν, σήμερον πᾶσι προδείκνυσιν, ὡς βουλόμενοι τούτων μεθέξειν, εἰς ὠφέλειαν ψυχῆς, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων, συμπρᾶξαι δυσωπήσωμεν.

λοις τῶν θείων χειρῶν σου, προσηλώσας Οἰκτίρμον, ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας ἐν Σταυρῷ, Λόγχῃ πλευράς σου διέρρηξας, πονηρὰ γραμματεῖα, σφαλμάτων καὶ πταισμάτων χαλεπῶν· διὰ τοῦτο ὑμνοῦμεν, τὴν ἄχραντόν σου Σταύρωσιν.

Τῶν ἀρετῶν ἡ καλλίστη, ἐξανοίγεται τρίβος, τὸ στάδιον τῶν θείων Νηστειῶν, πᾶσιν ἰδοὺ εὐτρεπίζεται· οἱ ἀθλῆσαι νομίμως, βουλόμενοι αἰτήσατε Χριστόν, εἰρηναῖον ἐξ ὕψους, καιρὸν ἡμῖν δωρήσασθαι. 
Θεοτοκίον
Τῇ ὀξυτάτῃ πρεσβείᾳ, τῇ ἀγρύπνῳ σου σκέπῃ, τῇ κραταιᾷ σου Δέσποινα ἁγνή, νῦν βοηθείᾳ συντήρησον, τοὺς πιστούς σου οἰκέτας, ἐκ πάσης ἐναντίας προσβολῆς, καὶ παθῶν καὶ πταισμάτων, καὶ πειρασμῶν διάσωσον.

Κανών γ', ᾨδὴ θ', τοῦ Τριῳδίου
Ἦχος β'
Τὴν ὑπερφυῶς σαρκὶ 
ν τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ, ἑκουσίως προσπαγείς, πάντας ἡμᾶς ἐρρύσω, τῆς κατάρας τοῦ νόμου· διό σε κατὰ χρέος μεγαλύνομεν Χριστέ.

Πάντες προσκυνοῦμέν σου, τὰ παθήματα Σωτήρ, ἅπερ ἑκὼν ἐδέξω, ἵνα ἐλευθερώσῃς, τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ. 
Δόξα...
ϊδίως ὁ Πατήρ, καὶ ἀρρεύστως τὸν Υἱόν, ἐγέννησε, καὶ Πνεῦμα ἐκπεπόρευκεν· ὅθεν, ἀμέριστος πέλει, καὶ ὁμότιμος Τριάς. 
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Νέμειν τὴν συγχώρησιν, τῶν πταισμάτων Μαρία, ὑπερευλογημένη, τὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα, ἱκέτευε Σωτῆρα, ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς. 
Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Τοὺς ἀσπαζομένους σε, τῇ δυνάμει σου Σταυρέ, τὸν τῆς νηστείας χρόνον, διελθεῖν ἐν εἰρήνῃ, ἀξίωσον καὶ ῥῦσαι, τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ. 
Ὁ Εἱρμὸς 
«Τὴν ὑπερφυῶς σαρκί, συλλαβοῦσαν ἐν γαστρί, τὸν ἐκ Πατρὸς ἀχρόνως, προεκλάμψαντα Λόγον, τὴν μόνον Θεοτόκον, μεγαλύνομεν πιστοί».

Ἀπόστιχα τῶν Αἴνων 
Ἦχος α'
Ἰδιόμελον
Βρωμάτων νηστεύουσα ψυχή μου, καὶ παθῶν μὴ καθαρεύουσα, μάτην ἐπαγάλλῃ τῇ ἀτροφίᾳ· εἰ μὴ γὰρ ἀφορμή σοι γένηται πρὸς διόρθωσιν, ὡς ψευδὴς μισεῖσαι παρὰ Θεοῦ, καὶ τοῖς κακίστοις δαίμοσιν ὁμοιοῦσαι, τοῖς μηδέποτε σιτουμένοις· μὴ οὖν ἁμαρτάνουσα, τὴν νηστείαν ἀχρειώσῃς, ἀλλ' ἀκίνητος, πρὸς ὁρμὰς ἀτόπους μένε, δοκοῦσα παρεστάναι ἐσταυρωμένῳ τῷ Σωτῆρι, μᾶλλον δὲ συσταυροῦσθαι, τῷ διὰ σὲ σταυρωθέντι, ἐκβοῶσα πρὸς αὐτόν· Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. (Δίς) 
Ἦχος α'
Μαρτυρικὸν
μᾶς πανεύφημοι Μάρτυρες, οὐ θλίψις, οὐ στενοχωρία, οὐ λιμός, οὐ διωγμός, οὐδὲ κίνδυνος, οὐ θυμὸς θηρῶν, οὐ ξίφος, οὐδὲ πῦρ ἀπειλοῦν, χωρίσαι Θεοῦ δεδύνηνται, πόθῳ δὲ μᾶλλον τῷ πρὸς αὐτόν, ὡς ἐν ἀλλοτρίοις ἀγωνισάμενοι σώμασι, τὴν φύσιν ἐλάθετε, θανάτου καταφρονήσαντες· ὅθεν καὶ ἐπαξίως, τῶν πόνων ὑμῶν μισθόν ἐκομίσασθε, οὐρανῶν βασιλείας κληρονόμοι γεγόνατε, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. 
Σταυροθεοτοκίον
Ἦχος α'
Τῶν οὐρανίων ταγμάτων 
ναρτηθέντα ὡς εἶδεν, ἐπὶ Σταυροῦ τὸν Ἀμνόν, ἡ ἄμωμος Παρθένος, θρηνῳδοῦσα ἐβόα· Γλυκύτατόν μου Τέκνον, τί τὸ καινόν, καὶ παράδοξον θέαμα; πῶς ὁ κατέχων τὰ πάντα ἐν τῇ δρακί, ἐπὶ ξύλου προσηλώθης σαρκὶ;

ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΘΕΚΤΗΝ

Τροπάριον τῆς Προφητείας
Ἦχος γ'
Βασιλεῦ ἅγιε παντοδύναμε, ὃν φρίσσει καὶ τρέμει τὰ σύμπαντα, σῶσον ἡμᾶς· δύνασαι γὰρ συγχωρεῖν ἁμαρτίας, ὡς εὔσπλαγχνος. (Δίς)

Προκείμενον Ἦχος πλ. β'
Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου.
Στίχ. Πρὸς σὲ Κύριε, κεκράξομαι ὁ Θεός μου.
Προφητείας Ἰωὴλ τὸ Ἀνάγνωσμα
(Κεφ Β' 1-26)
Τάδε λέγει Κύριος· Ἐπιστράφητε πρός με ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν, ἐν νηστείᾳ, καὶ ἐν κλαυθμῷ, καὶ ἐν κοπετῷ, καὶ διαρρήξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, καὶ μὴ τὰ ἱμάτια ὑμῶν, καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν, ὅτι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ἐστί, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος, καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις. Τίς οἶδεν, εἰ ἐπιστρέψει καὶ μετανοήσει, καὶ ὑπολείψεται ὀπίσω αὐτοῦ εὐλογίαν, καὶ θυσίαν καὶ σπονδὴν Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν; Σαλπίσατε σάλπιγγι ἐν Σιών, ἁγιάσατε νηστείαν, κηρύξατε θεραπείαν, συναγάγετε λαόν, ἁγιάσατε ἐκκλησίαν, ἐκλέξασθε πρεσβυτέρους, συναγάγετε νήπια θηλάζοντα μαστούς, ἐξελθέτω νυμφίος ἐκ τοῦ κοιτῶνος αὐτοῦ, καὶ νύμφη ἐκ τοῦ παστοῦ αὐτῆς. Ἀνὰ μέσον τῆς κρηπῖδος τοῦ θυσιαστηρίου κλαύσονται οἱ Ἱερεῖς, οἱ λειτουργοῦντες τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐροῦσι· Φεῖσαι, Κύριε, τοῦ λαοῦ σου, καὶ μὴ δῷς τὴν κληρονομίαν σου εἰς ὄνειδος, τοῦ κατάρξαι αὐτῶν ἔθνη, ὅπως μὴ εἴπωσιν ἐν τοῖς ἔθνεσι· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; Καὶ ἐζήλωσε Κύριος τὴν γῆν αὐτοῦ, καὶ ἐφείσατο τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Καὶ ἀπεκρίθη Κύριος, καὶ εἶπε τῷ λαῶ αὐτοῦ· Ἰδού, ἐγὼ ἐξαποστελῶ ὑμῖν τὸν σῖτον, καὶ τὸν οἶνον, καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ ἐμπλησθήσεσθε αὐτῶν, καὶ οὐ δώσω ὑμᾶς οὐκέτι εἰς ὀνειδισμὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι. Καὶ τὸν ἀπὸ Βορρᾶ ἐκδιώξω ἀφ' ὑμῶν, καὶ ἐξώσω αὐτὸν εἰς γῆν ἄνυδρον, καὶ ἀφανιῶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν θάλασσαν τὴν πρώτην, καὶ τὰ ὀπίσω αὐτοῦ εἰς τὴν θάλασσαν τὴν ἐσχάτην, καὶ ἀναβήσεται ἡ σαπρία αὐτοῦ, καὶ ἀναβήσεται ὁ βρῶμος αὐτοῦ, ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὰ ἔργα αὐτοῦ, θάρσει ἡ γῆ, χαῖρε καὶ εὐφραίνου, ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι, θαρσεῖτε, κτήνη τοῦ πεδίου, ὅτι βεβλάστηκε τὰ πεδία τῆς ἐρήμου, ὅτι ξύλον ἤνεγκε τὸν καρπὸν αὐτοῦ, συκῆ καὶ ἄμπελος ἔδωκαν τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Καὶ τὰ τέκνα Σιὼν χαίρετε, καὶ εὐφραίνεσθε ἐπὶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν, ὅτι ἔδωκεν ὑμῖν βρώματα εἰς δικαιοσύνην, καὶ βρέξει ὑμῖν ὑετὸν πρώϊμον καὶ ὄψιμον, καθὼς ἔμπροσθεν, καὶ πλησθήσονται αἱ ἅλωνες σίτου, καὶ ὑπερεκχυθήσονται οἱ ληνοὶ οἴνου καὶ ἐλαίου. Καὶ ἀνταποδώσω ὑμῖν ἀντὶ τῶν ἐτῶν, ὧν κατέφαγεν ἡ ἀκρίς, καὶ ὁ βροῦχος, καὶ ἡ ἐρυσίβη, καὶ ἡ κάμπη, ἡ δύναμίς μου ἡ μεγάλη, ἥν ἐξαπέστειλα εἰς ὑμᾶς. Καὶ φάγεσθε ἐσθίοντες, καὶ ἐμπλησθήσεσθε, καὶ αἰνέσετε τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὃς ἐποίησε μεθ' ὑμῶν θαυμάσια, καὶ οὐ μὴ καταισχυνθῇ ὁ λαός μου εἰς τοὺς αἰῶνας.
Προκείμενον Ἦχος βαρὺς
Κύριος ἰσχὺν τῷ λαῷ αὐτοῦ δώσει.
Στίχ. Ἐνέγκατε τῷ Κυρίῳ υἱοὶ Θεοῦ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις