Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Περί καταλαλιάς


ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ 
Περί καταλαλιάς 
1. Κανείς από όσους σκέπτονται ορθά δεν θα έχη, νομίζω, αντίρρησι ότι η καταλαλιά γεννάται από το μίσος και την μνησικακία. Γι΄ αυτό και την ετοποθετήσαμε στην σειρά της μετά τους προγόνους της. Καταλαλιά σημαίνει γέννημα του μίσους, ασθένεια λεπτή, αλλά και παχειά∙ παχειά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, πού απορροφά και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης. Σημαίνει υπόκρισις αγάπης, αιτία της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνισις της αγνότητος. 
2. Υπάρχουν κόρες που διαπράττουν αίσχη, χωρίς να κοκκινίζουν. Υπάρχουν και άλλες οι οποίες φαίνονται ντροπαλές, και όμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αίσχη από τις προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στα πάθη της ατιμίας. Τέτοιες κόρες είναι η υποκρισία, η πονηρία, η λύπη, η μνησικακία, η εσωτερική καταλαλιά της καρδιάς. Άλλη εντύπωσι δημιουργούν εξωτερικά και άλλος είναι ο στόχος τους. 
3. Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μου απήντησαν ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθή εκείνος που είπε: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον»(Ψαλμ.ρ΄5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και άς μη τον κακολογής. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον.

4. Επί πλέον άς μη λησμονής και τούτο, και έτσι οπωσδήποτε θα συνέλθης και θα παύσης να κρίνης αυτόν πού έσφαλε: Ο Ιούδας ανήκε στην χορεία των μαθητών, ενώ ο ληστής στην χορεία των φονέων. Και είναι άξιο θαυμασμού πώς μέσα σε μία στιγμή ο ένας επήρε την θέσι του άλλου!

5. Όποιος θέλει να νικήση το πνεύμα της καταλαλιάς, ας επιρρίπτη την κατηγορία όχι στον άνθρωπο που αμάρτησε, αλλά στον δαίμονα πού τον έσπρωξε στην αμαρτία. Διότι κανείς δεν θέλει να αμαρτήση στον Θεόν, μολονότι όλοι αυτοπροαίρετα αμαρτάνομε.

6. Είδα άνθρωπο πού φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετενόησε. Και αυτόν πού εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο, ο Θεός τον εθεωρούσε αγνό, διότι με την μετάνοιά του Τον είχε πλήρως εξευμενίσει.

7. Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθής, αλλά μάλλον να του ειπής: «Σταμάτησε, αδελφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πώς μπορώ να κατακρίνω τον άλλον»; Έτσι θα έχης δύο οφέλη, με ένα φάρμακο θα θεραπεύσης και τον εαυτό σου και τον πλησίον.

8. Μία οδός, και μάλιστα από τις σύντομες πού οδηγούν στην άφεσι των πταισμάτων, είναι το να μη κρίνωμε, εφ΄ όσον είναι αληθινός ο λόγος του Κυρίου «μη κρίνετε, και ού μη κριθήτε» (Λουκ. στ΄ 37). Όπως δεν συμβιβάζεται η φωτιά με το νερό, έτσι και η κατάκρισις με εκείνον που αγαπά την μετάνοια.

9. Ακόμη και την ώρα του θανάτου του, αν ιδής κάποιον να αμαρτάνη, μήτε τότε να τον κατακρίνης. Διότι η απόφασις του Θεού είναι άγνωστη στους ανθρώπους. Μερικοί έπεσαν φανερά σε μεγάλα αμαρτήματα, κρυφά όμως έπραξαν πολύ μεγαλύτερα καλά. Έτσι εξαπατήθηκαν οι φιλοκατήγοροι, και εκείνο πού εκρατούσαν στα χέρια τους ήταν καπνός και όχι ήλιος.

10. Ας με ακούσετε, ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριταί των ξένων αμαρτιών. Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι «έν ώ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ΄ 2), τότε ας είσθε βέβαιοι, ότι για όσα αμαρτήματα κατηγορήσαμε τον πλησίον είτε ψυχικά είτε σωματικά, θα περιπέσωμε σ΄αυτά. Και δεν είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά.

11. Όσοι είναι αυστηροί και σχολαστικοί κριταί των σφαλμάτων του άλλου, νικώνται από αυτό το πάθος, επειδή δεν απέκτησαν ακόμη για τα ιδικά τους αμαρτήματα ολοκληρωτική φροντίδα (γνώσι) και μνήμη. Διότι όποιος αφαιρέση «το περικάλυμμα της φιλαυτίας» και ιδή με ακρίβεια τα ιδικά του κακά, για τίποτε άλλο δεν θα φροντίση πλέον στην ζωή του, αναλογιζόμενος ότι ο χρόνος της ζωής του δεν του επαρκεί για να πενθήση τις ιδικές του αμαρτίες, έστω και αν θα εζούσε εκατό έτη, και αν θα έβλεπε ολόκληρο τον Ιορδάνη ποταμό να βγαίνη από τους οφθαλμούς του ως δάκρυ.

12. Περιεργάσθηκα καλά την κατάστασι του πένθους και δεν ευρήκα σ΄ αυτήν ίχνος καταλαλιάς ή κατακρίσεως.

13. Οι δαίμονες μας σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν, ώστε με το δεύτερο να μολύνουν οι κακούργοι το πρώτο. Ας γνωρίζης ότι γνώρισμα των μνησικάκων και φθονερών ανθρώπων είναι και τούτο: Τις διδασκαλίες, τά πράγματα ή τα κατορθώματα του άλλου τα κατηγορούν και τα διαβάλλουν με ευχαρίστησι και ευκολία, (νικημένοι και) καταποντισμένοι άθλια από το πνεύμα του μίσους.

14. Είδα μερικούς οι οποίοι μυστικά και κρυφά διαπράττουν σοβαρώτατα αμαρτήματα, και στηριζόμενοι στην υποκριτική καθαρότητά τους, επιτιμούν με αυστηρότητα αυτούς που υποπίπτουν σε μερικά μικρά σφάλματα, τα οποία και φανερώνουν.

15. Η κρίσις είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, ενώ η κατάκρισις όλεθρος της ψυχής αυτού ο οποίος κατακρίνει.

16. Όπως η «οίησις» και χωρίς να υπάρχη άλλο πάθος, μπορεί να καταστρέψη τον άνθρωπο, έτσι και η κατάκρισις, εάν και μόνη υπάρχη μέσα μας, μπορεί να μας καταστρέψη ολοσχερώς, αφού άλλωστε και ο Φαρισαίος εκείνος της παραβολής εξ αιτίας αυτής κατεδικάσθη.

17. Ο καλός «ραγολόγος» τρώγει τις ώριμες ρώγες των σταφυλιών και δεν πειράζει καθόλου τις άγουρες. Παρόμοια ο καλόγνωμος και συνετός άνθρωπος, όσες αρετές βλέπει στους άλλους τις σημειώνει με επιμέλεια, ενώ ο ανόητος αναζητεί τα ελαττώματα και τις κατηγορίες. Γι΄ αυτόν μάλιστα έχει λεχθή: «Εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ΄ 7).

18. Μη κατακρίνης και όταν ακόμη βλέπης κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται. 
Βαθμίς δεκάτη! 
Όποιος την κατέκτησε είναι εργάτης της αγάπης ή του πένθους.

 

Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Ήχος Βαρύς

 

 

Ήχος Βαρύς

Οπλιτικής φάλαγγος οικείον μέλος,
ο του βάρους συ κλήσιν ειληφώς φέρεις.
Ήχον τον απλούν, τον βάρους επώνυμον,
ο τους λογισμούς εν βοαίς μισών φιλεί.
Ανδρών δε άσμα δευτερότριτε βρέμεις.
Ων ποικίλος δε, τους απλούς έχεις φίλους.

Δηλαδή: Εσύ που φέρεις την ονομασία του βάρους, έχεις μέλη που θυμίζουν στρατιωτική φάλαγγα. Αυτόν τον ήχο τον απλό, τον επονομαζόμενο βαρύ, ιδιαίτερα αγαπούν όσοι αποστρέφονται τις σκέψεις και έννοιες, που εκφέρονται με φωνές και κραυγές. Άσμα σοβαρό, που αρμόζει σε άνδρες αποδίδεις εσύ με σοβαρότητα, ο δεύτερος εναρμόνιος ήχος μετά τον τρίτο. Κι ενώ έχεις μέλη διάφορα, και εναρμόνια αλλά και διατονικά, εντούτοις φίλοι σου είναι οι απλοί άνθρωποι, που αγαπούν την απλότητα στο μέλος.

 Το ήθος των ήχων - εδώ 

Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία.


Οσία Ματρώνα η Ανυπόδητη, η δια Χριστόν σαλή από τη Ρωσία. 
30 Μαρτίου.
Η Ματρώνα Πέτροβνα Μυλνίκοβα ήταν γνωστή στην Πετρούπολη με το όνομα «Ματρώνα η Ανυπόδητη». 
Γεννήθηκε στο χωριό Βανίνα, της περιοχής Όντελενσκ, της επαρχίας Κοστρόμα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της το πέρασε στην Αγία Πετρούπολη. Υπηρέτησε αρχικά την πατρίδα της στο στρατό, κοντά στον άνδρα της κι όταν αυτός πέθανε, αφοσιώθηκε στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. 
Τον πρώτο καιρό περιπλανιόταν σε διάφορα προσκυνήματα. Παντού βάδιζε ξυπόλητη γι’ αυτό και της έδωσαν την προσωνυμία «ανυπόδητη». Πεζή και ξυπόλητη έκανε και το προσκύνημα ως τους Αγίους Τόπους και μάλιστα τέσσερις φορές. Κι αφού έζησε αρκετό διάστημα υπηρετώντας τους φτωχούς συνανθρώπους της και τους προσκυνητές, αποφάσισε ν΄ ακολουθήσει την πιο επίπονη κι αυστηρή άσκηση, εκείνην της διά Χριστόν σαλής. 
Οι γονείς της ήταν χωρικοί και κατάγονταν από την ίδια περιοχή. Πατέρας της ήταν ο Πιότρ Εφστιγκνίεβιτς Στσερμπίνιν και μητέρα της η Αγάπη, από το χωριό Αντόνοβο της ίδιας επαρχίας. Εκτός από την Ματρώνα είχαν τρείς γιούς: Το Μακάριο, τον Αλέξανδρο και τον Ιβάν. Όλοι τους ήταν αγράμματοι, όπως και η Ματρώνα, και ζούσαν με την γεωργία. Από τους συγγενείς της Ματρώνουσκα μόνο δύο εγγόνια ήταν γνωστά στην Πετρούπολη: Ο Παύλος Ιβάνωφ Πουμυάντσεφ και η αδερφή του Ελισάβετ. Η ίδια η Ματρώνα είχε παντρευτεί τον Γέγκορ Τιχόνοβιτς Μυλνίκωφ, έναν άνθρωπο από την κατώτερη τάξη της Κοστρόμα. Ο γάμος όμως γι’ αυτήν ήταν μια σκληρή δοκιμασία. 
Σ’ όλο το διάστημα που ήταν παντρεμένη δοκίμασε πολλές θλίψεις. Στην Κοστρόμα η Ματρώνα Πέτροβνα είχε ένα μικρό σπίτι στην οδό Σέργιεφ κι ένα μικρό παντοπωλείο. Στον Τουρκικό πόλεμο του 1877 - 1878 ο άντρας της επιστρατεύτηκε και πέθανε στο στρατό. Η Ματρώνα τον είχε ακολουθήσει ως νοσοκόμα. Για την υπηρεσία της αυτή πληρωνόταν με 25 ρούβλια το μήνα. Με το που έπαιρνε το μισθό της όμως τον μοίραζε στους στρατιώτες εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι. 
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος η Ματρώνουσκα αφιέρωσε το υπόλοιπο της ζωής της στην υπηρεσία του Θεού και του πλησίον. Πούλησε όλη την περιουσία που είχε στην Κοστρόμα και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς. Η ίδια από τότε ανέλαβε τη δύσκολη και σκληρή άσκηση της διά Χριστόν Σαλής κι άρχισε να περιπλανιέται από δω κι από κει σε διάφορα προσκυνήματα. 
Το πρώτο της προσκύνημα το ‘κανε ξυπόλητη στους θαυματουργούς του Σολόφκι. Από τότε, δηλαδή από την εποχή της τουρκικής επίθεσης, η γερόντισσα ταξίδεψε σε πολλούς άγιους τόπους της Ρωσίας και της Παλαιστίνης (στα Ιεροσόλυμα πήγε τέσσερις φορές). 
Παντού πήγαινε ξυπόλητη. Δεν ξαναφόρεσε παπούτσια στην ζωή της. Δεν έδινε καμία σημασία αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι, αν έκανε κρύο ή ζέστη. Περπατούσε πάντα ξυπόλητη για σχεδόν τριαντατρία χρόνια. Ρούχα ζεστά δεν είχε. Φορούσε πάντα ελαφρά καλοκαιρινά και άσπρα, σαν ένδειξη της αγγελικής αγνότητάς της. 
Στην Αγία Πετρούπολη έζησε περίπου τριάντα χρόνια. Στην αρχή ζούσε στην πλευρά της Πετρούπολης. Έπειτα, τα τελευταία δεκάξι χρόνια τα πέρασε στο παρεκκλήσι «Χαρά των Θλιβομένων», που είναι δίπλα στο Υαλουργείο. 
Στη γειτονιά αυτή, κοντά στο παρεκκλήσι, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μπορούσε να συναντήσει κανείς την Ματρώνουσκα. Ήταν πάντα ντυμένη στα λευκά, μ’ ένα μπαστουνάκι στο χέρι, μα πάντα ξυπόλητη. 
Σπάνια τύχαινε να περνάει κανείς κοντά από το διαμέρισμα της Ματρώνουσκα και να μην σταματάει να της ζητήσει να κάνει προσευχή για τις διάφορες δύσκολες περιστάσεις της ζωής του. Και πολλοί από τους θαυμαστές της της έδιναν ελεημοσύνες ανάλογα με τη δύναμή τους. Μερικοί δεν ντρέπονταν να της αφήνουν έστω κι ένα καπίκι, ενώ άλλοι της έδιναν γενναία ποσά. 
Η Κα Λ. για παράδειγμα της έδωσε κάποτε πεντακόσια ρούβλια, ο έμπορος Ρ. της έδινε είκοσι πέντε ρούβλια το μήνα, πολλοί άλλοι της έδιναν πότε πότε διάφορα αξιόλογα ποσά. Κι η Ματρώνουσκα χρησιμοποιούσε όλες αυτές τις δωρεές για ελεημοσύνες. Έδινε στους φτωχούς, βοηθούσε τις οικογένειές τους, έστελνε δωρεές σε Μοναστήρια και σε φτωχές Ενορίες. Αγόραζε Ευαγγέλια και άγιες Εικόνες και τα έδινε ευλογία στους επισκέπτες της, που ανέρχονταν σε χιλιάδες κάθε χρόνο. Κι ακόμα έστελνε κάθε χρόνο περίπου χίλια οκτακόσια κιλά λάδι για τα καντήλια σε διάφορα Μοναστήρια κι ενοριακές Εκκλησίες. Με τις προσευχές της Ματρώνουσκα πολλοί αλκοολικοί ελευθερώθηκαν από το ολέθριο πάθος τους τη μέθη. 
Ιδιαίτερα αγαπητή η Ματρώνουσκα ήταν ανάμεσα στους φτωχούς της Πετρούπολης, στους απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους, αυτούς που κατέφευγαν σε κείνην για να τη συμβουλευτούν και να παρηγορηθούν στις περιόδους των θλίψεων και των δοκιμασιών. Δεν μπορεί να πει κανείς όμως πως οι θαυμαστές της Ματρώνουσκα ήταν αποκλειστικά οι φτωχοί κι οι δυστυχισμένοι. Είχε πολλούς θαυμαστές κι από τους μορφωμένους, από τη μεσαία αλλά κι από την υψηλή κοινωνία. Γινόταν δεκτή και σε σπίτια αρχόντων, που κατέφευγαν σ’ αυτήν για πνευματική βοήθεια, γιατί είχε το χάρισμα της προόρασης και τους προειδοποιούσε για πολλά κακά που τους περίμεναν, πρόλεγε το μέλλον τους. 
Η αγία Ματρώνα γνώριζε προσωπικά και είχε μάλιστα πνευματική συγγενεια με τον Ιωάννη της Κρονστάνδης . Έχει διατηρηθεί μια αρχειακή φωτογραφία στον αγιασμό κάποιου κτιρίου Συμμετείχε επίσης σε πολλά από τα διάσημα ταξίδια του Αγ. Ιωάννη της Κρονστάνδης στη Ρωσία. 
Το μακάριο τέλος της. 
Από τις αρχές του 1909 η Ματρώνουσκα είχε αρχίσει να προετοιμάζεται για το θάνατο. για δύο χρόνια συνέχεια, ως την ευλογημένη της κοίμηση, κοινωνούσε τα άγια μυστήρια κάθε Κυριακή. Δύο φορές αυτήν την περίοδο έκανε ευχέλαιο. Σ’ όλη της τη ζωή είχε κάνει δεκατρείς φορές ευχέλαιο. Το Μάρτιο του 1911 η Ματρώνουσκα άρχισε να νιώθει πολύ αδιάθετη. Πονούσε πολύ και μέρα με τη μέρα έχανε δυνάμεις. στις 28 Μαρτίου ένιωθε τόσο αδύναμη, ώστε αναγκάστηκε να ξαπλώσει. την άλλη μέρα όμως ήταν πάλι καθιστή στο κρεβάτι της. Όσοι την επισκέφτηκαν δεν πίστευαν πως ο θάνατος ήταν τόσο κοντά. Η προορατική γερόντισσα όμως το έβλεπε πως ο θάνατος την πλησίαζε και είπε: - Θά σάς αποχαιρετήσω με το νερό και τον πάγο. Τα λόγια της αποδείχθηκαν προφητικά, στις 30 Μαρτίου η Ματρώνουσκα ένιωθε τον εαυτό της ακόμα χειρότερα. και γύρω στη μία η ώρα το μεσημέρι, την ώρα που ο πάγος έλιωνε και γινόταν νερό, αναπαύτηκε ειρηνικά εν Κυρίω. 
Η είδηση του θανάτου της διαδόθηκε αστραπιαία σ’ όλη την Αγία Πετρούπολη. Σύντομα στο σπίτι όπου έμενε, στη λεωφόρο Σλίσελμπουργκ, μαζεύτηκε τόσος κόσμος, ώστε οι αρχές αναγκάστηκαν να στείλουν εκεί μια αστυνομική ομάδα για να τηρήσει την τάξη. το πλήθος που μαζεύτηκε για ν’ αποτίσει τον ύστατο φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης και να προσκυνήσει τη νεκρή γερόντισσα προέρχονταν από διάφορες τάξεις. Ήταν εκεί φτωχοί άνθρωποι που είχαν ευεργετηθεί από την γερόντισσα. Μα ήταν και εύποροι, που της έδιναν χρήματα για τις ελεημοσύνες της. Εκείνοι που ήθελαν να περάσουν στο σπίτι και να προσκυνήσουν το λείψανό της ήταν πάρα πολλοί. Έτσι αναγκάστηκαν να κρατήσουν κάποια σειρά και να τους περνούν μέσα ανά δέκα κάθε φορά. 
Το σώμα της το έβαλαν σ’ ένα φέρετρο και το τοποθέτησαν στο αγαπημένο της κελλί, που ήταν γεμάτο εικόνες. Ήταν ντυμένη με το μεγάλο σχήμα και στο στήθος φορούσε ένα ξύλινο σταυρό, επειδή σκόπευε να πάει στα Ιεροσόλυμα και να καρεί εκεί μεγαλόσχημη με το όνομα Μαρία. Είχε υποσχεθεί στο Θεό πως αυτό θα το κρατούσε μυστικό απ’ όλους. Σύμφωνα με πολλές εφημερίδες της πρωτεύουσας, ο συνολικός αριθμός εκείνων που παρακολούθησαν την κηδεία ήταν γύρω στους είκοσι ως είκοσι πέντε χιλιάδες κόσμος. 
Από τα θαύματά της. 
Ο Προκόπιος Βασίλιεβιτς Λαμπούτιν ήταν χωρικός από το χωριό Σλόμποντα, της περιοχής Τβερ... Ζούσε στην Αγία Πετρούπολη, στη λεωφόρο Ζαμπαλκάνσκυ... Αυτός μας διηγήθηκε πως τον Οκτώβριο του 1910 ήταν άνεργος. Όλα τ' αποθέματά του είχαν εξαντληθεί. 
Όσο κι αν προσπαθούσε δεν τα κατάφερνε να βρει μια δουλειά ή να κερδίσει λίγα χρήματα για να ζήσει. Σ’ αυτή τη θλιβερή κι απελπιστική κατάσταση επισκέφτηκε τη Ματρώνουσκα, της διηγήθηκε την ελεεινή του θέση και τη δυστυχία του και την παρακάλεσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν. Η Ματρώνουσκα προσευχήθηκε αμέσως. Μετά σταύρωσε τον Λαμπούτιν με μία Εικόνα, τον ράντισε με Αγιασμό και του είπε: -Λοιπόν, μην απελπίζεσαι τόσο εύκολα. Θα προσευχηθώ πάλι για σένα κι ο Θεός θα δώσει. Αύριο θα 'χεις δουλειά. Με το που γύρισε στο σπίτι του από τη Ματρώνουσκα, ο Λαμπούτιν έλαβε ευχάριστα νέα από το θείο του πως είχε βρει κάποια δουλειά. Την άλλη μέρα δούλευε κιόλας, όπως ακριβώς το προείπε η Ματρώνουσκα... 
Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του Πέτρου Μπότση

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ 
Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας. 
Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο[1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου[23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2]. 
Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα»[3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου. 
Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας[8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της[4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου[5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της[6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω -επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες-, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας(πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο -εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14) - και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί -γι’ αυτό που ήδη είναι- Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30). 
Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως»[7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν»(Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα. 
Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου». 
Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε -και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση- την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν. 
Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς»[9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας. 
Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19). 
Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).
-ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ- 
[1]Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα. 
[2]Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251. 
[3]Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. 
[4]Πρβλ. 21 Νοεμβρίου. 
[5]Πρβλ.τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο. 
[6]Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία. 
[7]Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.]. 
[8]Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756). 
[9]Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».

Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα

  A perspektíva jelentősége a rajzolásban - Művészház

Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Κυριακή 25 Μαρτίου 2001.

   γιορτή, ἡ κάθε γιορτή, μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο πού λέγεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει πάντοτε ἕναν διττό χαρακτήρα. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὄχι μόνο μνημειακό κι οὔτε κἄν μουσειακό. Διττό χαρακτήρα ἐκφραζόμενο κατά τήν οὐράνια καί [κατά] τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση. Οὐράνια, καταπῶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἐκφράζεται καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό ἀκοῦμε καί τό δεχόμαστε καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα, εἶναι τί προεκτάσεις ἀνθρωπολογικές ἔχει πάνω μας αὐτή ἡ γιορτή, δηλαδή πόσο βαθιά θεραπευτικές προεκτάσεις μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ γιορτή. Καί ἀξίζει τόν κόπο αὐτή τή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καί ὅπως καί ὅλες τίς γιορτές, ἄν θέλουμε νά τίς συλλάβουμε πρακτικά γιά τή ζωή μας χωρίς νά τίς χάσουμε σέ μιά μνημειακή μόνο ἀναμέτρηση μαζί τους, νά τή δοῦμε καί ἔτσι. Τό οὐράνιο εἶναι δεδομένο. Ὁ Θεός ἐκφράζεται καί συγκαταβαίνει. Νά δοῦμε τό ἀνθρώπινο καί τί προεκτάσεις ἔχει πάνω μας. Τό πρῶτο μέρος εἶναι κατά τά ἀνθρώπινα κατανοητό, γίνεται ὁ Θεός ἄνθρωπος καί ἀλλάζει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου καί αὐτό ἔχει ἀπροσμέτρητες συνέπειες πάνω στή ζωή μας. Προσέξτε τώρα τό βαθύ ἀνθρωπολογικό πού λειτουργιέται στό κάθε μέρα τῆς ζωῆς μας καί λειτουργεῖ μιά βαθιά θεραπεία καί μιά ἰσορροπία ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. 

  Τί εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός; Ἡ λειτουργία δύο προσώπων, τοῦ Ἀγγέλου καί τῆς Παναγίας. Ἀκοῦστε τί κάνει ὁ Ἄγγελος. Ὁ Ἄγγελος πρῶτα-πρῶτα, εἶναι ἕνα πνεῦμα λειτουργικό πού ἀποστέλλεται γιά νά διακονήσει τόν ἄνθρωπο. Βλέπετε τί κάνει; Εἶναι λειτουργικό πνεῦμα, ὑπηρετεῖ τόν Θεό, Τόν λειτουργεῖ καί ταυτόχρονα, ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο. Διττός ὁ χαρακτήρας του. 

  Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ Παναγία, πού φαίνεται νά δέχεται ἕνα μήνυμα, κάνει ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πράγμα. Αὐτή ἡ ἀποδοχή εἶναι λειτουργία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπηρετεῖ καί διακονεῖ τόν ἄνθρωπο. Καί οἱ δύο, πού φαίνεται νά ἀντιτάσσονται σέ μία διαλογική ἀναμέτρηση, κάθε ἄλλο παρά σέ αὐτή βρίσκονται. Καί οἱ δύο ἀπό τό μέρος τους, μέσα ἀπό τό δικό τους κοίταγμα καί μέ τόν τρόπο τους, ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο ταυτόχρονα σκοπό διττῶς: ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο.  
  Γι᾽ αὐτό ἡ γιορτή εἶναι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ὄχι ἁπλῶς τῆς Συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ γίνεται ἕνα ἄγγελμα τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ σέ μία διπλή ἰσορροπία. Τό «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τό] «ὑπηρετεῖν» τόν ἄνθρωπο πού σημαίνει, προσέξτε τώρα τίς ἀπίθανες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις τῆς καθημερινότητας: Ἄν ἔχεις στόχους, παραδείγματος χάριν, νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους καί [νά] γίνεις ἀνθρωπιστής καί κάνεις μόνο αὐτό, κάνεις μισή δουλειά, γιατί ἡ λειτουργία, τοῦ «τούς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖν», δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει ἄν δέν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει δαιμονιώδης. Μπορεῖ νά γίνει καταστροφική, μπορεῖ νά γίνει ἀπάνθρωπη. Καί πόσες τέτοιες ἐκφράσεις δέν ἔχουμε μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί [στήν ἱστορία] τοῦ κόσμου. Ἡ ἱστορία τοῦ «λειτουργεῖν τῷ Θεῷ» καμία προοπτική [δέν ἔχει], ἄν δέν ἔχει μέσα της τό «λειτουργεῖν» τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά γίνει μέσα της μιά διαλογιστική ἀτομικιστική κίνηση δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς εὐωχίας. Δηλαδή ἕνα ἀπίθανο κλείσιμο, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ἄλλη ἀνθρωπολογική καταστροφή καί σέ πολύ βαθιές διαταραχές τῆς ψυχοσωματικῆς μας ἰσορροπίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει παρά μόνο ἀπό αὐτή τήν καθημερινή ἔκφραση, σέ αὐτό τό διπλό σχῆμα, τοῦ «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τοῦ] «ὑπηρετεῖν» τούς ἀνθρώπους. Ἄν δέν ἀντέχεις νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Καί τά δύο λειτουργοῦν μαζί. Καί αὐτό πιά ἀποκτάει ἕνα κάλλος μέσα στήν Ὀρθόδοξη ζωή καί μᾶς δίνει ἰσορροπίες οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς δίνουν ἀπαντήσεις στό πῶς θά σταθοῦμε καί πῶς θά ζήσουμε πάνω στή ζωή μας.  
  Γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί αὐτή ἡ ἰσορροπία, πού ἄν τή διαταράξουμε, διαταραχθήκαμε ὁλόκληροι. Οὔτε ἀνθρωπιστές εἴμαστε, οὔτε θεϊστές εἴμαστε. Ἐμεῖς λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τῆς προσφορᾶς μας, τῆς ζωῆς μας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καί τά δύο μαζί. Καί τότε ἀκριβῶς, ὁ Εὐαγγελισμός βρίσκει τό κάλλος του καί τότε ἡ ζωή μας ἰσορροπεῖ, γιατί ἀκριβῶς αὐτή ἡ γιορτή δηλώνει αὐτή τήν ἰσορροπία τοῦ Θείου μέ τό ἀνθρώπινο, σέ μία, προσέξτε, μυστική συνάφεια. Δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε πῶς ἔγινε τό γεγονός, εἶναι ἄφραστο. Καί εἶναι πράγματι ἄφραστο. Ἄν ρωτήσετε δηλαδή, πόσα χιλιοστά τῆς ζωῆς μου νά βάλω γιά τόν Θεό καί πόσα γιά τούς ἀνθρώπους, αὐτό δέν γίνεται. Τά βάζεις καί τά δύο πέρα ἀπό ποσοστά. Καταπῶς μπορεῖς καί καταπῶς ζεῖς καί καταπῶς ὑπάρχεις. Δηλαδή τά βάζεις ὅλα. Τά ὅλα εἶναι ὅλα καί δέν εἶναι ποσοστά. Γι’ αὐτό, αὐτό εἶναι μυστήριο, αὐτή ἡ συνάφεια. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ τό τί συμβαίνει. Εἶναι μυστήριο καί ἡ ζωή μας γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο. Δέν μπορεῖς νά πεῖς τί ποσοστά δίνεις γιά τόν Θεό καί τί γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία προγραμματική μαθηματική ἔκφραση καί τίποτα ἄλλο. Τά δίνεις ὅλα καί στά δύο καί χωρᾶνε ὅλα σέ ὅλα, καί τότε ἔχουμε ἰσορροπία. Καί ἐπειδή οἱ ὧρες μου εἶναι εἴκοσι τέσσερις, ἔτσι μοῦ τίς ἔδωσε ὁ Θεός, σημαίνει ὅτι καί τά δύο χωρᾶνε μέσα σέ εἴκοσι τέσσερις ὧρες, ταυτόχρονα μ’ ἕναν μυστικό τρόπο νά λειτουργήσουνε καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ θεραπεία [τοῦ] ἀνθρώπου καί δέν λέει τώρα θά δώσω τόσες ὧρες γιά τόν Θεό καί τόσες γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, πού ἡ ζωή μας εἶναι ἀνθρώπινη κατεξοχήν καί κατεξοχήν Θεία. Καί δέν ὑπάρχουν ὧρες μεμονωμένες καί τότε ἀποκτοῦμε ἰσορροπία καί τότε βρίσκουμε τό κάλλος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.

Ο άγιος ιερομάρτυρας Παρθένιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Ο άγιος ιερομάρτυρας Παρθένιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 24 Μαρτίου 

Ο άγιος αυτός Παρθένιος [1] καταγόταν από τη Μυτιλήνη και ήταν γιος ευσεβών γονέων, οι οποίοι τον ανέθρεψαν καλώς και τον έστειλαν σε σχολείο, όπου έμαθε τα ιερά γράμματα σε λίγο καιρό, διότι ήταν ευφυής. 
Όταν ενηλικιώθηκε προχώρησε και σε ανώτερα μαθήματα, γραμματικά και φιλοσοφικά, στα οποία πρόκοψε πολύ και έγινε ένας από τους σοφούς του καιρού εκείνου. Καθώς μάλιστα ήταν πολύ ευλαβής και καλός, άφησε τον κόσμο και τα βιωτικά και καταγινόταν με τη μελέτη των θείων γραφών και την παρακολούθηση όλων των ιερών ακολουθιών της Εκκλησίας μας. 
Έτσι χειροτονήθηκε κατά σειρά αναγνώστης, υποδιάκονος, διάκονος και ιερέας, και όταν πέθανε ο αρχιερέας της Χίου, εκλέχθηκε από το Πατριαρχείο διάδοχός του και εποίμαινε θεάρεστα το ποίμνιο του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια, με απόφαση της Αγίας και ιεράς Συνόδου των αρχιερέων, ανήλθε και στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, το έτος 1656. 
Ο μισόκαλος όμως διάβολος δεν υπέφερε να βλέπει τον λύχνο να λάμπει επάνω στη λυχνία, και για να τον βγάλει από τη μέση ετοίμασε την ακόλουθη επιβουλή. 
Ο ηγεμόνας των Τατάρων (Ταταρ-χαν) του καιρού εκείνου έστειλε για κάποια υπόθεση έναν πρέσβη στον Χάτμανο, δηλαδή τον αρχηγό (αταμάν) των Κοζάκων [2]. Ο πρέσβης αυτός, όταν πήγε εκεί, είδε έναν Μητροπολίτη πρώην Νικαίας να κάθεται τιμητικά με τον ηγεμόνα και να έχει πολλή παρρησία εκεί, και τον φθόνησε. Επιστρέφοντας λοιπόν στον ηγεμόνα των Τατάρων είπε πολλά σε βάρος αυτού του Μητροπολίτη, και ότι σίγουρα είναι σταλμένος εκεί από τον Πατριάρχη ως επίβουλος και προδότης της βασιλείας των Τούρκων. 
Ο ηγεμόνας έγραψε στον βεζύρη όσα του είπε ο πρέσβης, και ο βεζύρης έστειλε αμέσως και έφεραν μπροστά του τον Πατριάρχη. Αφού τον εξέτασε με επιμέλεια για όλες εκείνες τις κατηγορίες, τον βρήκε εντελώς αθώο. Όμως για να μην προσβάλει τον ηγεμόνα των Τατάρων, ότι λέει ψέμματα, παρέδωσε τον Πατριάρχη στον έπαρχο της Πόλης για να τον θανατώσει ως προδότη, εκτός αν θελήσει να τουρκέψει, οπότε θα τους βεβαίωνε ότι είναι ένα με αυτούς και δεν τους επιβουλεύεται. 
Τον παρέλαβε ο έπαρχος και τον παρακινούσε να τουρκέψει, λέγοντάς του ότι όχι μόνο θα γλιτώσει τη ζωή του, αλλά και μεγάλες τιμές, πλούτη και υψηλά αξιώματα θα λάβει από τον Σουλτάνο. 
Όταν τ’ άκουσε αυτά ο Άγιος, άνοιξε το ευλογημένο του στόμα και του είπε: 
- Ότι δεν είμαι επίβουλος της βασιλείας και είμαι εντελώς αθώος και πάσχω άδικα, κι εσείς οι ίδιοι το ξέρετε πολύ καλά, αν θέλετε να ομολογήσετε την αλήθεια. Αυτό όμως που μου λέτε, να αφήσω την πίστη μου, για να γλιτώσω από τον θάνατο, ποτέ και με κανένα τρόπο δεν πρόκειται να το κάνω, να αρνηθώ τον γλυκύτατό μου Κύριο και Θεό, τον Ιησού Χριστό. Ακόμα και μύριους θανάτους να λάβω για το άγιο όνομά Του, το έχω χαρά μου και αγαλλίαση, ενώ τις δικές σας τιμές και τα αξιώματα ούτε να τ’ ακούσω δεν θέλω.
Τότε ο έπαρχος άρχισε να τον βασανίζει χωρίς έλεος με πολλά και διάφορα βασανιστήρια, ελπίζοντας ότι με αυτά θα τον κάνει να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά ο Μάρτυρας του Χριστού τα υπέμενε όλα με μεγάλη γενναιοψυχία, και βλέποντας στο σώμα του τα στίγματα του Χριστού ευχαριστούσε τον Κύριο που τον αξίωσε να πάθει για το όνομά του το άγιο, και τον παρακαλούσε να του δώσει υπομονή μέχρι τέλους. 
Βλέποντας λοιπόν ο τύραννος ότι ο Άγιος μένει στερεός και ασάλευτος στην πίστη του Χριστού, τον πήρε με όλη τη φρουρά και τον πήγε δεμένο στο Παρμάκ-καπί (Καγγελωτή Πύλη), κι εκεί τον κρέμασε το Σάββατο του δικαίου Λαζάρου (1657), κι έτσι έλαβε ο τρισμακάριος το στεφάνι του μαρτυρίου. 
Το πανάγιο λείψανό του έμεινε κρεμάμενο στην αγχόνη τρεις μέρες, και κάθε νύχτα φως ουράνιο άστραφτε γύρω από την αγία του κεφαλή. Έπειτα το έριξαν στη θάλασσα, οι Χριστιανοί όμως το βρήκαν, το πήραν κρυφά και το έθαψαν με τιμή και ευλάβεια στα νησιά της Πόλης [3], εις δόξαν Χριστού του Θεού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 
[1]Το «Νέον Μαρτυρολόγιον» στον τίτλο αναφέρει: Παρθένιος ο και Παρθενάκης επικαλούμενος. Αυτό ίσως δείχνει ότι ο Άγιος ήταν μικρόσωμος. 
[2]Ας σημειωθεί ότι οι Τάταροι ήταν Μουσουλμάνοι ενώ οι Κοζάκοι Χριστιανοί. 
[3]Συγκεκριμένα στην Ι. Μονή Καμαριωτίσσης στη Χάλκη. Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Μαρτίου. 
Από το βιβλίο «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Αγίου Νικοδήμου (1799), σελ. 80. 

 

Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ Ἦχος πλ. β’ ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

ΗΧΟΣ πλ.β’

  

ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΑΝΥ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΣ, ΠΟΙΗΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΙΤΩΝ.

ᾨδή ἆ’. 

Ἦχος πλ. β’. Ὡς ἐν ἠπείρω.
ανίδος δίκην ὀλίγης αἱ πονηραί, καί μικραί ἡμέραι μου, χρονικῇ περιφορᾷ, δαπανώμεναι καταβραχύ, ἐκλελοίπασιν ἰδού· Δέσποινα σῶσον με.

Συνέχει νῦν τῇ ψυχῇ μου φόβος πολύς· τρόμος ἀδιήγητος· καί κατώδυνος ἐστιν, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτήν, ἐκ τοῦ σώματος Ἀγνή, ἥν παρακάλεσον.

Ἁμαρτωλῶν ἡ βεβαίᾳ καταφυγῇ, ἐπ᾽ ἐμοί βεβαίωσον, τό σόν ἔλεος Ἀγνή· καί δαιμόνων ῤῦσαί μέ χειρός· ὡσεί κύνες γάρ πολοῖ περιεκύκλωσαν.

Ἰδού καιρός βοηθείας ἰδού καιρός, τῆς σῆς ἀντιλήψεως· ἰδού Δέσποινα, καιρός, περί οὗ ἡμέρας καί νυκτός, παρεκάλουν σε θερμῶς καί καθικέτευον.

ᾨδή γ΄. Οὐκ ἔστιν ἅγιος.
Μακρόθεν ταύτην προορῶν, Δέσποινα τήν ἡμέραν, καί αὐτήν ὡς παροῦσαν, λογιζόμενος ἀεί, ἐν δάκρυσι σε θερμοῖς, ἐδυσώπουν· μή ἐγκαταλίπῃς μέ.

Σβεσθέντος ἤδη παντελῶς, τοῦ ὀργάνου τῶν λόγων· καί δεθείσης τῆς γλώττης· καί κλεισθείσης τῆς φωνῆς, καρδίας ἐν συντριβῇ, δυσωπῶ σε Δέσποινά μου σῶσον με.

Ἐν ἀνομίαις συλληφθείς, ἵνα τί ἐγεννήθην; καί ἰδού παροργίσας τόν Θεόν τόν ἀγαθόν, ἀπέρχομαι ἐν πυρί, αἰωνίω βασανισθησόμενος.

Μή ἀποστρέψῃς ἀπ᾽ ἐμοῦ, τούς πολλούς οἰκτιρμούς σου· μή τά σπλάγχνα σου κλείσῃς τά φιλάνθρωπα σεμνῇ· ἀλλά μου πρόστηθι νῦν, καί ἐν ὥρᾳ, μνήσθητι τῆς κρίσεως.

ᾨδή δ’. Χριστός μου δύναμις.
Νεφέλαι ῥάνατε, δρόσον ὡς δάκρυα· οἱ βουνοί καί τά ὄρη περιπαθῶς, ἐπ᾽ ἐμοί θρηνήσατό, τῷ μακρυνθέντι τόν Θεοῦ, καί ἐγγίσαντι τοῖς δαίμοσιν.

Ἡ ἀκαταίσχυντος, καί ἀναστόχητος, πάντων τῶν ἐν ἀνάγκαις καταφυγῇ, Δέσποινα Πανάμωμε, κάμοι γενοῦ καταφυγή ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης μου.

Διαπετάσασα, τάς παναχράντους σου, καί πανάγνους ὠλένας ἅ ὡς ἱεράς, περιστερᾶς πτέρυγας, ὑπό τήν σκέπην καί σκιάν, αὐτῶν σκέπασόν με Δέσποινα.

Ἰδού μοι Δέσποινα φόβος συνήντησεν, ὅν ἀεί ἐφοβούμην· ἰδού ἀγών, μέγας με κατέλαβεν, ἐν ᾧ γενοῦ μοι βοηθός, ἡ ἐλπίς τῆς σωτηρίας μου.

ᾨδή ε΄. Τῷ θείῳ φέγγει σου.
Οἱ κατά σάρκα μου σεγγενεῖς· καί οἱ κατά πνεῦμα, ἀδελφοί· φίλοι συνήϑεις καί γνώριμοι, κλαύσατε στενάξατε σκυθρωπάσατε· ἰδού γάρ ἡμῶν ἄρτι διαχωρίζομαι.

Νῦν ὁ λυτρούμενος οὐδαμοῦ, καί ὁ βοηθῶν ὄντως οὐδείς· σύ μοι βοήθησον Δέσποινα· ἵνα μή ὡς ἄνθρωπος ἀβοήθητος, εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν ὕου περικλεισθήσωμαι.

Ὡς πῶς τήν ὄντως ἐλεεινήν, καί ὀδυνυράν ὑπομενῶ, σοῦ Θεομῆτορ διάζευξιν· καί τήν τοῦ Σωτῆρός μου πικράν ἐκπτῶσιν! καί πάντων τῶν ἁγίων τήν ἀλλοτρίωσιν.

Νικήσαι πλῆθος ἁμαρτιῶν, σοῦ τήν εὐσπλαγχνίαν τήν πολλήν, μή ἐξισχύσειε Δέσποινα· ἀλλά κυκλωσάτω με τό σόν ἔλεος, καί πάσας καλυψάτω τάς ἀνομίας μου.

ᾨδή ς’. Τοῦ βίου τήν θάλασσαν.
Τά χείλη σιγῶσι μου, καί ἡ γλῶσσα. σιωπᾷ· ἀλλ᾽ ἤ καρδία φλέγεται· πῦρ ὑποσμύχον ταύτην γάρ συντριβῇς, ἐντός ἀνακαίεται, καί φωναῖς ἀλαλήτοις. Κόρη κράζει σε.

Ὑψόθεν ἐπίβλεψον, ἐπ᾽ ἐμέ Μῆτερ Θεοῦ, καί συμπαθῶς ἐπίνευσον, νῦν εἰς ἐμήν ἐπίσκεψιν κατελθεῖν, ὡς ἄν θεωρήσας σε, ἐκ τοῦ σκήνους ἐξέλθω ἀγαλλόμενος.

Ἁγίων Ἀγγέλων με, ἱεραῖς καί καθαραῖς, χερσί παράθου Δέσποινα, ὡς ἄν τούτων ταῖς πτέρυξι σκεπασθείς, μή ἴδω τήν ἄτιμον, καί αἰσχράν καί ζοφώδη τῶν δαιμόνων μορφήν.

Νυμφῶν Θεοῦ πάντιμε οὐρανίου νουτοῦ, νυμφῶνος με ἀξίωσον, τήν ἐμή ἐσβεσμένῃ καί ἀλαμπῆ, λαμπάδα, ἀνάψασα,, τῷ ἁγίῳ ἐλαίῳ σου Πανάμωμε.

Κάθισμα. 

Πολλά τά πλήθη.
Ταῖς τῶν δαιμόνων προσβολαῖς κλονουμένην Παρθένε, τήν παναθλίαν μου ψυχήν ἐν τῇ πέτρα στερέωσον, τῶν θείων προσταγμάτων τοῦ Χριστοῦ· μή καταποντισάτω με Ἀγνή πταισμάτων καταιγίς, καί λογισμῶν φαύλων ἡ τρικυμίᾳ.

ᾨδή ζ’. Δροσοβόλον.
Νύξ θανάτου με κατέλαβεν ἀνέτοιμον, ζοφώδης καί ἀσέληνος, παραπέμπουσα ἀπαράσκευον πρός τήν μακράν, ἐκείνην ὁδόν καί φοβεράν· συνοδευσάτω με τό σόν ἔλεος Δέσποινα.

Διά ῥέουσαν καί πρόσκαιρον ἀπόλαυσιν, ἀθάνατα κολάζεσθαι μέλλω Δέσποινα, καί διά βραχεῖαν ἡδονήν σαρκός ὀδυνᾶσθαι ἐν πυρί· ἀλλά τό ἔλεος τό σόν προκαταλάβῃ με.

Οἱ ἀπάγοντες ἐντεῦθεν κατεπείγουσι, συνέχοντες με πάντοθεν, ἡ ψυχή μοῦ ὅέ ἀναβάλλεται καί δειλιᾷ, πολλῆς πληρουμένη ταραχῆς· ἥν παρακάλεσον Ἀγνή ἐπιστασίᾳ σου.

Συλλυπούμενον οὐδένα τῇ καρδίᾳ μου, οὐδέ παρακλοῦντά με, εὗρον Δέσποινα· οἱ γάρ φίλοι μοῦ καί οἱ γνωστοί, κοινῶς ἐγκατέλιπον με νῦν· ἀλλ’ ἡ ἐλπίς μου μηδαμῶς ἐγκαταλίπῃς με.

ᾨδή ἡ’. Ἐκ φλογός τοῖς Ὁσίοις.
ς Θεοῦ φιλανθρώπου Μήτηρ φιλάνθρωπος, εὐμενεῖ καί ἱλέῳ πρόσχες μοι ὄμματι, ὅτε τῆς σαρκός ἡ ψυχή μου χωρίζεται· ἴνα σε δοξάζω ἁγία Θεοτόκε.

Ὑψηλόν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ παλάτιον, τήν σήν χάριν ἐξ ὕψους ἐξαποστείλασα, πρόφθασόν με ὡς νῦν ἐν ἡμέρᾳ τῆς βίας μόυ· ἵνα σε δοξάζω Ἀγίᾳ Θεοτόκε.

Διαδρᾶναι βαρβάρων ἀσάρκων φάλαγγας, καί ἀέριον ἄβυσσον διανήξασθαι· καί πρός οὐρανόν ἀνελθεῖν με ἀξίωσον· ἵνα σε δοξάζω Ἀγίᾳ, Θεοτόκε.

Ἡ γεννήσασα, Κύριον Παντοκράτορα, τούς πικρούς τελωνάρχας τοῦ κοσμοκράτορος, δίωξον μακράν, ἐν τῷ μέλλε ἵν’ ἐκλείπειν με· ἵνα σε δοξάζω ὁ Ἀγνή εἰς τούς αἰῶνας.

Ὁ Εἱρμός.
κ φλογός τοῖς ὁσίοις δρόσον ἐπήγασας· καί δικαίου θυσίαν ὕδατι ἔφλεξας· ἅπαντα γάρ δράς, Χριστέ μόνῳ τῷ βούλεσθαι· σέ ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδή θ’. Θεόν ἀνθρώποις ἰδεῖν.
ς δοῦλος αἴρει τά ἔξω ὄμματα, τοῦ ἑαυτοῦ, Κυρίου, εἰς τάς χεῖρας Πανύμνητε· ὀφθαλμούς τούς ἔξω καί τούς ἔνον κάγω, οὕτω πρός σε ἐπαίρω τήν ἐμήν Δέσποινα· τήν ἐμήν Κυρίαν, καί ζωήν ὅπως οἰκτείρῃς με.

Ἁγία Κόρη Θεοχαρίτωτε, εἰς τήν ἐμήν ταπείνωσιν εὐσπλάγχνως ἐπίβλεψον, τήν οἰκτράν καί ἐσχάτην μου δέησιν, ταύτην προσδεχομένῃ, καί τοῦ κολάζοντος, καί διαιωνίζοντος πυρός σπεῦσον με λύτρωσαι.

Νεκρῶν καί ζώντων Θεόν ἡ τέξασα, νεκροποιῶν Παρθένε νοσημάτων με λύτοωσαι· καί ζωήν καί ὑγείαν παράσχου μοι· ῥῶσόν με ἀρρωστοῦντα, πέριζωννύουσα, δύναμιν ἐξ ὕψους, καί ἰσχύν ἐξασθενήσαντα.

Ναόν Θεοῦ σε ζῶντα καί ἔμψυχον, καί λογικόν γινώσκων ἐνδιαίτημα, Πάναγνε· προσφυγῶν τῷ ναῷ σου ἐν πίστει θερμῇ, νῦν πρό τοῦ ἀπελθεῖν με, ἄνες μοι δέομαι· ἵνα ἀναψύξω, ἀνυμνῶν τά μεγαλεῖα σου.

Προσόμοια. 

Τριήμερος ἀνέστης.
Χαῖρε τό σεμνολόγημα, τῶν Ἀποστόλων ἄχραντε τῶν Ἀγγέλων ἀγαλλίαμα, λαμπρόν· Χαῖρε τῆς οἰκουμένης, τό καύχημα, Παρθένε· καί τῶν πιστῶν τό ἐγκαλλώπισμα.

Χαῖρε ὅρος ἀλάξευτον, Παρθένε Παναμώμητε· ὅ προεῖδεν, ὁ Προφήτης Δανιήλ, ἐξ οὗ ἐτμήθη λίθος, τά εἴδωλα συντρίβων, Χριστός ὁ μόνος βασιλεύς ποῦ παντός.

Χαῖρε παστάς ὁλόφωτε· Χαῖρε ἔμψυχε τράπεζα, ἄρτου θείου, ἐν ἡ πρόκειται Χριστός· Χαῖρε τῆς εὐσεβείας͵ τό κάλλος Θεοτόκε· Χαῖρε ἡ σκέπη τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Πανύμνητε κατάβαλε, ἐχθρῶν μιαφονούντων ὀφρῦν, καί τήν λύπην, τοῦ λαοῦ σοῦ εἰς χαράν, μετάστρεψον Παρθένε· καί τήν ἰσχύν παράσχου· ὅπως σωθέντες ἀνυμνῶμεν σε.

Δημοφιλείς αναρτήσεις