Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

ποιητικό δι΄ευχών



Στην καταιγίδα του σκοταδιού
ν'αντισταθείς με όπλα
κοσμικά μην πολεμήσεις
καιρό θα χάσεις πολεμώντας
χωρίς όπλα το ανυπόστατο.
*
Την παρουσία του φωτός
να αντιτάξει στην απουσία του,
η ζωή είναι η μόνη δυνατότητα
στου θανάτου το ανυπόστατο.

από το βιβλίο
ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΣΚΟΤΑΔΙ ΩΡΕΣ ΓΙΑ ΦΩΣ 
π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 
εκδόσεις Φιλοκαλία

Σάββατο 30 Αυγούστου 2025

π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου




ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΩΔΕΚΑΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ιθ΄ 16 - 26

 Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή  29 Αυγούστου του 1999 

Τὸ ἡχητικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία - σε mp3 εδώ 

Η περικοπή αυτού του διαλόγου του Χριστού με αυτόν τον νέο, γνωστότατη ούσα μεν, κρύβει μέσα της, όπως εξάλλου και όλες οι βιβλικές περικοπές, θησαυρούς ανεξάντλητους όσον αφορά και τα πολύ πρακτικά δεδομένα της καθημερινής μας ζωής και δη της πνευματικής ζωής. Να προσεγγίσουμε λίγο, με μια βαθύτερη ματιά το κείμενο που ακούσαμε, και εξάλλου το γνωρίζουμε αρκετά καλά, και να το προσδιορίσουμε βαθύτερα. Να θυμηθούμε τρία ουσιαστικά σημεία που μπορεί να μας βοηθήσουν στη βαθύτερη κατανόησή του.

Είναι η εκ προοιμίου υπάρχουσα ευσέβεια αυτού του νεανίσκου, του νεαρού ανθρώπου, ήταν ευσεβής εκ των πραγμάτων. Η πρόκληση του Χριστού, αυτή την ευσέβεια κάπου να την πάει. Και εκείνο, το πολλές φορές ακατανόητο, για τους πλουσίους που είναι αδύνατο να εισέλθουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Να δούμε βήμα προς βήμα αυτά τα πράγματα για να προσδιορίσουμε ειδικά την τελευταία φράση.

Έρχεται λοιπόν ο νεανίσκος «γονυπετῶν», δηλαδή κάνει και μια πράξη ευσεβείας. Απευθύνει στον Χριστό την επιφώνηση «διδάσκαλε ἀγαθέ» και μάλιστα ρωτάει «τί ποιήσω;» Έχει λοιπόν τα βασικά στοιχεία μιας ευσεβούς ζωής που προσαρμόζεται με τα δεδομένα της σχέσης μας με τον Θεό. Και έρχεται ο Χριστός αυτήν τη σχέση αγάπης και στροφής προς Εκείνον, προς τον Θεό, (έτσι φαίνεται) να την χτυπήσει. Δεν το αφήνει το πράγμα έτσι, δεν αφήνει δηλαδή, τη σχέση που θέλουμε να έχουμε μαζί Του την αγαπητική, τη σχέση προσεγγίσεως, να μείνει έτσι. Και τη χτυπάει και της δίνει μια άλλη μορφή. Γιατί αν την αφήσει έτσι, οτιδήποτε είναι στατικό, ακόμη και η σχέση μας με τον Θεό, μπορεί να λιμνάσει και να γίνει καρκίνος.

Και ο Χριστός ενδιαφέρεται να έχουμε εξόδους. Και παίρνει ακόμη και τη στροφή προς Αυτόν – μερικές φορές μπορεί και αυτή να είναι ψεύτικη, ας πούμε που είναι αληθινή – και αυτή να τη βγάλει σε άλλες διεξόδους. Και παίρνει όλη την ευσέβεια που έχουμε μπροστά Του να τη μεταθέσει στο πρόσωπο του αδελφού. Και όλη αυτή την κίνηση προς Αυτόν τη βγάζει κάπου αλλού, τη βγάζει προς τον άλλο. Και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει. Γιατί ανάγεσαι σε Αυτόν, πας πολύ ψηλά, και Εκείνος σε κατεβάζει πολύ χαμηλά για να σε πάει μετά πολύ ψηλά, γιατί στο τέλος του λέει: «καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Κάνει δηλαδή μια κίνηση που φαίνεται παλίνδρομη, αλλά σπάει αυτό το στατικό, αυτά  τα λιμνάζοντα τα νερά, ακόμη και στη σχέση μας με τον Θεό. Αυτά τα λιμνάζοντα νερά στη σχέση μας με τον Θεό δημιουργούν βαθύτατες διαστροφές σε αυτή τη σχέση με τον Θεό. Και αρρωστημένες καταστάσεις, δήθεν πνευματικής ζωής, οι οποίες μπορούν να μας αρρωστήσουν κιόλας. Γιατί ακριβώς δεν έχουν διεξόδους, δεν στρέφονται στον άλλο. Και μετά από αυτή την έξοδο προς τον άλλο, όπως είπα πριν από λίγο, λέει «δεῦρο ἀκολούθει μοι». Περνάς από αυτή την συγκλονιστική σχέση με τον άλλο· είναι σαν τη σχέση που έχει ο Χριστός με τους μαθητές Του: τους βάζει στον κόσμο να σταυρωθούν και μετά τους βάζει έτσι να Τον καταλάβουν βαθύτερα.

Αυτή η κίνηση είναι ουσιαστική. Και τότε μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό και τότε, αν πια μπορούμε να κάνουμε αυτή την κίνηση, από τον Χριστό στον άλλο και στον Χριστό, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τι σημαίνει αυτό: «πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα … καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Τότε πια, αυτή είναι μια εύκολη κίνηση. Και τότε, «δυσκόλως εἰσελεύσονται» οι τα χρήματα έχοντες «εἰς τὴν βασιλείαν» του Θεού, γιατί η βασιλεία του Θεού πρώτα-πρώτα βρίσκεται μέσα στην καρδιά μας. Και αυτή η καρδιά, για να γεμίσει από αυτή την βασιλεία, πρέπει να κενωθεί από όλα τα πράγματα του κόσμου. Αν μέσα της αυτή την καρδιά είναι γεμάτη άλλα πράγματα, δεν μπορεί να γεμίσει από την αγάπη του Θεού. Και η αγάπη του Θεού περνά μέσα από τον άνθρωπο. Αν πεις που αγαπάς τον Θεό και λες «εγώ θα τα δώσω όλα για Αυτόν» και δεν στραφείς προς τον άλλον δίδοντας αυτά που λέει ο Χριστός μας, τότε είσαι «γεμάτος». Είσαι γεμάτος, γιατί κρατάς όλα αυτά που έχεις και δεν μπορεί να γεμίσεις από την αγάπη του Θεού που έρχεται μόνο δια της σταυρικής στάσης προς τον άλλον.

Αυτό είναι ένα φοβερό μυστήριο της κοινωνικής ζωής της Εκκλησίας μας που, αν δεν το καταλάβεις, θα έχεις και λάθος κοίταγμα στον Θεό (λάθος  θεοσέβεια) και λάθος κοίταγμα προς τον άνθρωπο (λάθος ανθρωπισμό). Και για τα δυο μπορεί να μιλήσουν όλοι οι άνθρωποι και να πούνε «αγάπη στον Θεό και αγάπη στον άνθρωπο», αλλά και τα δύο να είναι στραβά και τα δύο να είναι καρκινογόνα, αν δεν έχουν αυτή τη βαθιά εσωτερική σχέση. Γι' αυτό λοιπόν η πνευματική μας ζωή, που παίζεται σε αυτό το μέγεθος και αυτό είναι πνευματική ζωή – η  πνευματική ζωή ορίζεται ως το μέγεθος της δυνατότητας να έχω μέσα μου τη βασιλεία του Θεού, και τότε μπορώ να γίνω, από τώρα και στο μέλλον, κάτοικος της βασιλείας Του – περνάει από αυτή την ισορροπία: να σπάσω τα λιμνάζοντα νερά της σχέσης με τον Θεό και να σπάσω την στατική αντίληψη προς τον άλλον· είναι ένας  ψεύτικος ουμανισμός, αγαπάμε τον άνθρωπο, όλοι λένε που αγαπάνε. Έρχεται λοιπόν αυτή η ισορροπία να αλλάξει τα πάντα! Και γίνεται η πνευματική ζωή ένα τρομερό άνοιγμα! Και γίνεται μια ελευθερία! Και τότε, επειδή ξέρεις που δίνοντας τα όλα, τα αποκτάς όλα, ε, τα δίνεις όλα και αρχίζει μέσα σου και μπαίνει βήμα-βήμα, σπόρο-σπόρο η βασιλεία του Θεού. Και αυτή είναι η βασιλεία του Θεού για την οποία μιλάει εδώ ο Χριστός, στην οποία δεν μπορούν να μπουν οι πλούσιοι.

Ποιοι είναι οι πλούσιοι; Δεν είναι απλώς εκείνοι μόνο που κατέχουν και έχουν κάποια υλικά πράγματα. Είναι εκείνοι που έχουν μια αποκλειστικότητα στην σχέση τους με τον Θεό, λένε εμείς έχουμε τον Θεό, έχουμε τα πάντα. Ακόμη και αυτοί που γνωρίζουν τον Θεό,  όλη την αλήθεια Του, εμείς οι Ορθόδοξοι. Είμαστε πλούσιοι. Αν αυτό τον πλούτο δεν τον εκβάλουμε μέσα από αυτήν την ισορροπία, βασιλεία του Θεού δεν μπορούμε να ζήσουμε. Είναι εκείνοι που νομίζουν που κατέχουν πολλά και δεν έχουν τίποτα. Τελευταία και πολύ υλική κατηγορία είναι εκείνοι που κατέχουν την έννοια των υλικών πραγμάτων. Μπορεί «πλούσιος» να είναι εκείνος ο οποίος αγαπάει τον άλλο και κάνει κάτι για τον άλλο, έχει μια ιδεολογία αγαπητική. Αν δεν αγαπήσει τον Θεό αγαπώντας και τον άλλο, δεν κάνει και πάλι τίποτε.

Αυτή είναι η ισορροπία λοιπόν του πλούτου  και της βασιλείας του Θεού. Και τότε η βασιλεία του Θεού αρχίζει από τώρα και γίνεται αγαλλίαμα καρδίας, όπως λέει η Αγία Γραφή, και γίνεται μια κατάσταση αγαθοπάροχος που έρχεται από τον Θεό. Γι’ αυτό στο τέλος λέει «ποιος μπορεί να το κάνει αυτό;» και λέει «ό,τι είναι αδύνατο για τον άνθρωπο είναι δυνατό για τον Θεό». Είναι κατάσταση αγαθοπάροχος· και όλα αυτά να τα κάνεις, έρχεται μετά η Χάρις του Θεού και τα ορίζει και τα σφραγίζει και τα ενδυναμώνει και τα καθορίζει. Και τότε είσαι πια πολίτης της βασιλείας του Θεού, γιατί άνοιξες το παράθυρο, όχι γιατί έχεις απαιτήσεις γι' αυτήν. Γιατί έρχεται ο Θεός και συγκαταβαίνει πάνω σου και γίνεσαι ολόκληρος μια δωρεά του Θεού και γίνεσαι η βασιλεία του Θεού.  Βασιλεία του Θεού σημαίνει να ζεις καθημερινά τη δωρεά Του και να μην έχεις τίποτε! Ούτε αυτήν δεν την έχεις – και αυτό δωρεά είναι! Τίποτε πια δεν κατέχεις και είσαι ξεκρέμαστος. Ούτε μπορείς να πεις ότι εγώ το έκανα και το έχω. Και αυτό το «ξεκρέμαστο», αυτό σου δίνει αυτή την αίσθηση της ελευθερίας. Γι' αυτό δεν μπορούν οι πλούσιοι να εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού, γιατί δεν έχουν αυτή την ελευθερία. Την ελευθερία μιας μικρής- μικρής κλωστής, που είναι τόσο ελεύθερη, τόσο «ξάλαφρη», που μπορεί να εισέλθει απ' όλες τις μικρές τρυπούλες. Αυτό το «ξάλαφρο», αυτό το ελεύθερο, που δεν μπορείς να πεις ότι «κατέχω» ούτε την Χάρη του Θεός, Εκείνος μου την δίνει.

Αυτή είναι η ελευθερία λοιπόν: Αγαπώ τον Θεό ξεκρέμαστα και, επειδή Τον αγαπώ, τα δίνω όλα για τους άλλους. Και επειδή τα δίνω  όλα για τους άλλους, τα ξαναδίνω όλα για τον Θεό. Και μετά έρχεται η Χάρις του Θεού και με κάνει πανάλαφρο. Και τότε μπορεί να χωρέσω μέσα από όλες τις μικρές ραφίδες και από όλες τις μικρές τρύπες, εκεί, των μικρών γεγονότων, που κανείς δεν χωρεί. Αυτοί οι Χριστιανοί εισχωρούν. Εισχωρούν παντού, είναι χωρητικοί παντού, μπορεί το μυαλό τους να χωρέσει παντού. Έχουν τη δυνατότητα να εισέλθουν σε όλα. Δεν υπάρχουν μερικά πράγματα τα οποία τους φοβίζουν, αντιπαλότητες, εχθρότητες, άλλα δεδομένα. Εισέρχονται παντού και είναι αγλαοφανείς. Και τότε είναι αυτοί που κατέχουν τη βασιλεία του Θεού.

Το κείμενο λοιπόν αυτό το σημερινό είναι «καταληκτήριο» για τη πνευματική μας ζωή. Και την ορίζει και την σφραγίζει. Αρκεί από εκεί να αρχίσουμε και από εκεί να περπατήσουμε: αγάπη στον Θεό, στροφή αυτής της αγάπης προς τον άνθρωπο, ξανά στον Θεό στρεφόμαστε. Και πια, έχοντες την εμπειρία τού τι σημαίνει να αγαπάς, τα δίνεις όλα. Και μετά, επειδή προσδοκάς  τη Χάρη του Θεού και επειδή Εκείνη πάντα έρχεται, γίνεσαι ελεύθερος και ποτέ δεν επιστρέφεις πίσω. Και όταν φτάσεις εκεί πια, θα έρθει η σφραγίδα εκείνη της δυνατής χριστιανικής ζωής: το να  είναι αδύνατο να αμαρτήσεις! Γιατί είσαι ξεκρέμαστος στα χέρια του Θεού! Αμαρτάνομε γιατί δεν είμαστε ξεκρέμαστοι. Αμαρτάνομε γιατί από κάτι εξαρτώμαστε. Και τότε είναι δυνατό πραγματικά να ζεις σ’ αυτόν τον κόσμο, που είναι γεμάτος από αμαρτίες, και να είναι αδύνατο να πέσεις! Γιατί είσαι ελεύθερος πια! Μπορεί αυτά τα πράγματα να φαίνονται πολύ μακρινά και απίθανα. Κι όμως είναι η όντως ζωή μας και η ζωή μας! Και πρέπει λίγο να τα ψάξουμε και να τα αναζητήσουμε, ξεκινώντας όπως ο νεανίσκος, «γονυπετών» προς Αυτόν και λέγων «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα αιώνιον ζωήν κληρονομήσω;» ….

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

  

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr   

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

Αββάς Μωυσής – διδακτικές ιστορίες


Πηγή:εδώ
Αββάς Μωυσήςδιδακτικές ιστορίες

Ένας αδελφός έσφαλε κάποτε στη Σκήτη. Για το θέμα αυτό έγινε συμβούλιο και κάλεσαν και τον αββά Μωυσή, εκείνος όμως δεν ήθελε να πάει. Ο πρεσβύτερος λοιπόν έστειλε να τον φωνάξουν λέγοντας: «Έλα, όλοι εσένα περιμένουν». Σηκώθηκε τότε ο γέροντας, πήρε ένα τρύπιο καλάθι, το γέμισε άμμο, το φορτώθηκε και πήγε. Οι αδελφοί βγήκαν να τον υποδεχτούν και τον ρώτησαν: «Τι είναι αυτό, πάτερ;» Ο γέροντας τους αποκρίθηκε: «Είναι οι αμαρτίες μου που κυλούν και πέφτουν πίσω μου και δεν τις βλέπω, και ήρθα εγώ σήμερα να δικάσω ξένα αμαρτήματα». Όταν τον άκουσαν, δεν είπαν τίποτε στον αδελφό και τον συγχώρησαν.


Άλλοτε έγινε συμβούλιο στη Σκήτη και οι πατέρες, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, τον εξευτέλισαν λέγοντας: «Και αυτός ο αράπης γιατί έρχεται ανάμεσά μας;» Εκείνος το άκουσε χωρίς να μιλήσει. Όταν έφυγαν από εκεί, τον ρώτησαν: «Αββά, την ώρα εκείνη δεν ταράχτηκες καθόλου;» «Ταράχτηκα», τους απάντησε, «αλλά δεν μίλησα».


Έλεγαν για τον αββά Μωυσή ότι, όταν χειροτονήθηκε κληρικός και του φόρεσαν τα άμφια, του είπε ο αρχιεπίσκοπος: «Τώρα έγινες ολόλευκος (1), αββά Μωυσή». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Μήπως από έξω μόνο, άγιε πάπα, ή και από μέσα;»

Ο αρχιεπίσκοπος, θέλοντας να τον δοκιμάσει, είπε στους κληρικούς: «Όταν θα μπει ο αββάς Μωυσής στο άγιο βήμα, να τον διώξετε και να τον ακολουθήσετε, για να ακούσετε τι θα πει». Όταν λοιπόν μπήκε ο γέροντας, τον αποπήραν και τον έδιωξαν λέγοντας: «Πήγαινε έξω, αράπη». Εκείνος βγαίνοντας έλεγε στον εαυτό του: «Καλά σου έκαναν, σταχτόδερμε, μαύρε. Αφού δεν είσαι άνθρωπος, γιατί πηγαίνεις μαζί με τους ανθρώπους;»


Άκουσε κάποτε για τον αββά Μωυσή ο άρχοντας και πήγε στη Σκήτη για να τον δει. Μερικοί πήγαν και το είπαν στον γέροντα, και αυτός σηκώθηκε και έφυγε για το Έλος. Στον δρόμο τον συνάντησαν (ο άρχοντας με τη συνοδεία του) και τον ρώτησαν: «Πες μας, γέροντα, πού είναι το κελλί του αββά Μωυσή;» Αυτός τους απάντησε: «Τι θέλετε από αυτόν; Ο άνθρωπος δεν είναι στα καλά του». Επέστρεψε τότε ο άρχοντας στην εκκλησία της Σκήτης και είπε στους κληρικούς: «Εγώ, ακούγοντας για τον αββά Μωυσή, ήρθα για να τον δω. Πριν από λίγο όμως μας συνάντησε ένας γέροντας που πήγαινε στην Αίγυπτο. Τον ρωτήσαμε· “Πού είναι το κελλί του αββά Μωυσή;” και μας απάντησε· “Τι θέλετε από αυτόν; Δεν είναι στα καλά του”». Στο άκουσμα αυτό οι κληρικοί λυπήθηκαν και ρώτησαν: «Πώς ήταν αυτός ο γέροντας που είπε τέτοια λόγια για τον άγιο;» «Ήταν γέρος με παλιά ρούχα, ψηλός και μελαψός», απάντησαν εκείνοι. «Ήταν ο αββάς Μωυσής», τους είπαν, «και σας τα είπε αυτά, επειδή ήθελε να σας αποφύγει». Και ο άρχοντας έφυγε πολύ ωφελημένος.


Κάποτε που οι αδελφοί κάθονταν μαζί του, ο γέροντας τους είπε: «Κοιτάξτε, σήμερα θα έρθουν βάρβαροι στη Σκήτη, εσείς όμως σηκωθείτε να φύγετε». «Εσύ λοιπόν δεν θα φύγεις, αββά;» τον ρώτησαν, και αυτός τους αποκρίθηκε: «Εγώ τόσα χρόνια περιμένω αυτή την ημέρα, για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού, του Κυρίου μας, που είπε· “Όλοι όσοι έπιασαν μαχαίρι, με μαχαίρι θα πεθάνουν” (2)». «Ούτε εμείς θα φύγουμε», είπαν οι αδελφοί, «αλλά θα πεθάνουμε μαζί σου». «Εγώ σε αυτό δεν ανακατεύομαι», τους απάντησε, «ο καθένας ας κοιτάξει πώς θα μείνει». Ήταν επτά οι αδελφοί, και τους είπε: «Να, οι βάρβαροι πλησιάζουν στην πόρτα». Πράγματι, μπήκαν μέσα και τους σκότωσαν, ένας όμως από αυτούς κρύφτηκε πίσω από τη στοίβα των καλαθιών· αυτός είδε επτά στεφάνια να κατεβαίνουν και να στεφανώνουν τους νεκρούς.


Είπε ο αββάς Μωυσής: «Αν ο άνθρωπος δεν έχει την πεποίθηση ότι είναι αμαρτωλός, ο Θεός δεν τον ακούει». Τον ρώτησε τότε ο αδελφός: «Τι σημαίνει να έχει κανείς την πεποίθηση ότι είναι αμαρτωλός;» Ο γέροντας αποκρίθηκε: «Όποιος σηκώνει τις δικές του αμαρτίες, δεν βλέπει τις αμαρτίες του συνανθρώπου του».

(1) Προφανώς τα άμφια που φόρεσαν στον αββά ήταν λευκά, ενώ ο ίδιος, ως Αιθίοπας, ήταν μελαψός.

(2) Ματθ. 26:52. Ο αββάς το λέει αυτό επειδή ο ίδιος ήταν προηγουμένως ληστής. 
Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 207.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2025

Αββάς Ποιμήν



 Αββάς Ποιμήν

Ὡς ἐκ λύκου χαίνοντος ἡρπάγη βίου,Ποιμήν, τὸ θρέμμα τοῦ μεγίστου ποιμένος.Ποιμένα εἰς μέγαν ἑβδόμῃ εἰκάδι ᾤχετο Ποιμήν.

Ο Όσιος Ποιμήν καταγόταν από την Αίγυπτο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών πήγε να βρει τα έξι αδέλφια του που ασκήτευαν στην έρημο της Σκήτης: ο Ανούβ [6 Ίουν.] ήταν ο μεγαλύτερος και ο Παΐσιος ο μικρότερος. Νέος ακόμη, ο Ποιμήν πήγε να ρωτήσει έναν Γέροντα για τρεις λογισμούς του, αλλά με την συζήτηση ξέχασε τον έναν από αυτούς. Όταν επέστρεψε στο κελί του, τον θυμήθηκε και αμέσως πήρε πάλι τον μακρύ δρόμο που τον χώριζε από τον Γέροντα για να του υποβάλει τον λογισμό του. Θαυμάζοντας την έγνοια του να παρουσιάσει μια καθαρή καρδιά στον Θεό, ο Γέροντας προ είπε σ’ αυτόν: «Ποιμένα, το όνομά σου θα ακουσθεί σέ όλη την Αίγυπτο και θα γίνεις πραγματικά ποιμένας Αγγέλων». Όταν οι βάρβαροι Μάζικες ερήμωσαν το μοναστικό κέντρο της Σκήτης (407), τα επτά αδέλφια γλύτωσαν από την σφαγή και παίρνοντας τον δρόμο των έμπορων του νίτρου εγκαταστάθηκαν στην Τερενούθι της Άνω Αίγύπτου, στις όχθες του Νείλου. Ο Ποιμήν απέκτησε εκεί μεγάλη φήμη σέ βαθμό που οι ευσεβείς άνθρωποι άφηναν τους γέροντες που συνήθιζαν να συμβουλεύονται για να έλθουν να λάβουν τις δικές του συμβουλές. Όταν ένας επισκέπτης ερχόταν να ρωτήσει τον αββά Ανούβ εκείνος τον έστελνε στον Ποιμένα, αναγνωρίζοντας ότι είχε λάβει το χάρισμα της διδασκαλίας, αλλά ο Ποιμήν δεν έπαιρνε ποτέ τον λόγο παρουσία του αδελφού του και αρνιόταν να μιλήσει μετά από κάποιον άλλο Γέροντα, παρόλο που τους ξεπερνούσε όλους.

Μαθαίνοντας η μητέρα τους που βρίσκονταν τα επτά αδέλφια, ήλθε να τους δει, αλλά βρέθηκε μπροστά στην σθεναρή άρνηση τους κι έτσι πήγε και στήθηκε μπροστά στην εκκλησία, περιμένοντας να έρθουν οι ασκητές για την εβδομαδιαία σύναξή τους. Οι γιοί της όταν την είδαν γύρισαν πίσω. Εκείνη έτρεξε στο κατόπι τους και, βρίσκοντας την πόρτα κλειστή, άρχισε να θρηνεί λέγοντας: «Ποιο το κακό να σας δω; Μήπως δεν είμαι η μητέρα σας; Μήπως δεν σας θήλασα; Είμαι πλέον κάτασπρη». Ό Ποιμήν τότε είπε από μέσα στην μητέρα του: «Εδώ θέλεις να μας δεις ή στον εκεί κόσμο;» ’Εκείνη αποκρίθηκε: «Αν δεν σας δω εδώ, θα σας δω στον εκεί κόσμο;» Της λέει εκείνος: «Αν πιέσεις τον εαυτό σου να μην μας δεις εδώ, θα μας δεις εκεί». Καί η θεοσεβής μητέρα έφυγε με χαρά λέγουσα: «Αν θα σας δω οπωσδήποτε εκεί, δεν θέλω να σας δω εδώ».

Στην αρχή ο Ποιμήν νήστευε πολύ περνώντας συχνά δύο ή τρείς ήμερες χωρίς τροφή και υπέβαλλε το σώμα του σέ μεγάλες κακουχίες. Μέ τον χρόνο όμως απέκτησε μεγάλη πείρα στην πνευματική επιστήμη και έχοντας γίνει ιατρός, οδηγός καί φωστήρας διακρίσεως για τούς κατοίκους τής ερήμου, τούς δίδασκε να τρώνε λίγο κάθε ήμερα για να μην πέσουν ούτε στην αλαζονεία ούτε στην γαστριμαργία και να ακολουθούν την βασιλική οδό πού είναι ελαφρά. Σέ έναν αδελφό πού τον είδε μια μέρα να βάζει λίγο νερό στα πόδια του και σκανδαλίσθηκε, αποκρίθηκε: «Εμείς δεν διδαχθήκαμε να είμαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Έλεγε επίσης συχνά: «Όλα όσα ξεπερνούν το μέτρο ανήκουν στους δαίμονες». 
Μετρημένος στην άσκηση, ήταν ωστόσο πολύ αυστηρός σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις με τους ανθρώπους και θεωρούσε το κελί του σαν έναν τάφο, στον οποίο ο μοναχός, σαν νεκρός, οφείλει να παραμένει ξένος προς κάθε επίγεια προσκόλληση. Μία ήμερα, ο διοικητής της περιοχής, θέλοντας να τον δει, έβαλε να συλλάβουν τον γιο τής αδελφής του Γέροντα με σκοπό να πάει εκείνος να μεσολαβήσει για χάρη του. Ο Ποιμήν ωστόσο έμεινε ασυγκίνητος μπροστά, στις ικεσίες της αδελφής του λέγοντας: «Ο Ποιμήν δεν γέννησε τέκνα». Και μήνυσε στον διοικητή να τον κρίνει σύμφωνα με τούς νόμους, αν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα.

Αν κάποιος επισκέπτης ήθελε να συζητήσει μαζί του για υψηλά θέματα, ο Γέροντας σιωπούσε, αλλά όταν τον ρωτούσαν για τα πάθη και τους τρόπους ιάσεως της ψυχής τότε απαντούσε μετά χαράς. Έδινε στους συνομιλητές του απαντήσεις ανάλογες με την νοημοσύνη και τις δυνατότητές τους, για να τους ενθαρρύνει να προοδεύουν στην αρετή. Τούς συμβούλευε πρωτίστως να μην αφήνουν τόπο στους εμπαθείς λογισμούς, αρεσκόμενοι ή προσπαθώντας να απαντήσουν σ’ αυτούς, και διαβεβαίωνε ότι θα εξαφανισθούν από μόνοι τους: «Δεν μπορείς να τους εμποδίσεις να έλθουν, αλλά στο χέρι σου είναι να αντισταθείς σ’ αυτούς». Δίδασκε ότι το να ρίπτει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, το να μην υπολογίζει τον εαυτό του και το να παραμερίζει το ίδιον θέλημα είναι τα μέσα για τον καθαρισμό της ψυχής, αλλά κυρίως με την αυτομεμψία και την επαγρύπνηση θα μπορούσε αυτή να υποδομηθεί και να προκόψει προς την τελείωση. Όταν τον ρώτησε κάποιος μία ήμερα αν έπρεπε να σκεπάσουμε το πταίσμα που βλέπουμε σε έναν αδελφό, εκείνος απάντησε: «Την στιγμή που θα σκεπάσουμε το πταίσμα του αδελφού μας και ο Θεός θα σκεπάσει το δικό μας και την ώρα που θα φανερώσουμε το πταίσμα του αδελφού και ο Θεός θα φανερώσει το δικό μας». Όταν έβλεπε έναν αδελφό να νυστάζει στην εκκλησία, αντί να τον ψέγξει, ο άγιος Γέροντας προτιμούσε να βάζει το κεφάλι του στα γόνατα του και να τον αναπαύει. Όσο για την επαγρύπνηση πάνω στον εαυτό του, την τηρούσε κάθε ώρα καί στιγμή, γνωρίζοντας πως απαρχή όλων των κακών είναι ο περισπασμός· κι όταν έπρεπε να βγει από το κελί του, περνούσε προηγουμένως μία ώρα εξετάζοντας τούς λογισμούς του.
Έλεγε επίσης ότι «ο άνθρωπος χρειάζεται την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο Θεού σαν την πνοή πού εξέρχεται από την μύτη του» , και ότι μόνο με την αύτομεμψία, πού μας κάνει να θεωρούμε τον αδελφό μας ανώτερο, μπορούμε να φθάσουμε στην ταπείνωση εκείνη που μας αναπαύει σέ κάθε περίσταση. Όσο για τον ίδιο, είχε φέρει την αύτοπεριφρόνηση σε τέτοιο βαθμό ώστε έλεγε με κάθε ειλικρίνεια: «Εγώ λέγω ό,τι ρίπτομαι στον τόπο πού θα ριχθεί ο Σατανάς. Είμαι κάτω από τα άλογα ζώα γνωρίζοντας ό,τι αυτά είναι ακατάκριτα». Όταν τον ρώτησαν πώς γίνεται να θεωρεί εαυτόν κατώτερο από κάθε πλάσμα, ακόμη καί από έναν φονιά, ο Γέροντας αποκρίθηκε: «Εκείνος έκανε μόνο την αμαρτία αυτή, ενώ εγώ φονεύω κάθε μέρα».

Βλέποντας μία ημέρα μια γυναίκα να θρηνεί στον τάφο του άνδρα και του γιου της, ο αββάς Ποιμήν είπε στον αδελφό του Ανούβ ό,τι αν δεν έφθανε κανείς σέ μία τέτοια διαρκή κατάσταση πένθους και ταπείνωσης της σαρκός δεν είναι δυνατό να γίνει μοναχός. Μιάν άλλη φορά έπεσε σέ έκσταση μπροστά σέ κάποιον δικό του, ο οποίος τον ρώτησε μετά που είχε μεταφερθεί. ’Εκείνος αποκρίθηκε: «Ό λογισμός μου ήταν όπου στεκόταν ή αγία Μαρία ή Θεοτόκος και έκλαιγε δίπλα στον Σταυρό. Κι εγώ θα ήθελα να κλαίω πάντα έτσι» .

Μία ήμερα έφθασαν επίσημοι επισκέπτες από την Συρία για να τον ρωτήσουν περί τής σκληροκαρδίας, αλλά ο γέροντας δεν γνώριζε ελληνικά καί δεν βρέθηκε διερμηνέας. Βλέποντας την στεναχώρια τους, ο Γέρων άρχισε αίφνης να μιλά ελληνικά λέγοντας: «Η φύση του νερού είναι απαλή, ή δε της πέτρας σκληρή, το δε κανάτι όταν κρέμεται πάνω από την πέτρα σταλαγματιά -σταλαγματιά τρυπά την πέτρα. Έτσι και ο λόγος του Θεού είναι απαλός, ή δε καρδιά μας σκληρή· ακούοντας δε πολλές φορές ο άνθρωπος τον λόγο του Θεού, ανοίγεται η καρδιά του στον φόβο του Θεού». 

Αφού διέλαμψε για πολλά χρόνια σαν αστέρας της ερήμου, διδάσκοντας από την δική του εμπειρία και γινόμενος ζωντανό παράδειγμα για όλες τις αρετές, ο αββάς Ποιμήν εκοιμήθει εν ειρήνη λίγο μετά τον άγιο Αρσένιο (μετά το 449), χωρίς όμως να δει ξανά την Σκήτη.


Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία


Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία

Η Παράκληση των Αγίων - εδώ 

Ο άγιος μάρτυς Αδριανός και η σύζυγός του Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο (ήτοι 302-305 μ.Χ.) της βασιλείας του Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) συνελήφθησαν είκοσι τρεις χριστιανοί άνδρες, οι οποίοι κρύπτονταν στα σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πλεί­στα όσα βασανιστήρια και κακώσεις. Αυτούς λοιπόν ο Αδριανός, προ του μαρτυρίου τους, τούς ρώτησε το εξής: «Για ποιό λόγο, καλοί μου άνθρωποι, υπομένετε αυτές τις ανυπόφορες και δεινές τιμωρίες;». Αυτοί του αποκρίθηκαν: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που έχει ετοιμάσει ο Θεός για όσους πάσχουν υπέρ Αυτού, τα οποία βεβαίως δεν εί­ναι δυνατόν ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος ανθρώπι­νος να τα περιγράψει». 
Αμέσως λοιπόν τότε ο μακαριστός Αδριανός, διεγερθείς από τη θεία χάρη, είπε στους γραμματείς που έγραφαν τα ονόματα των μελλόντων να υποστούν μαρτυρικό θάνατο χριστιανών: «Γράψτε και το δικό μου όνομα· στ’ αλήθεια, ευχαρίστως συναριθμούμαι με αυτούς». Εκείνοι, πράγματι, έγραψαν το όνομά του και, αφού του έδεσαν τα χέρια με αλυσίδες, τον έριξαν στη φυλακή. Πληροφορηθείσα δε η σύζυγός του Ναταλία τη σύλληψη και φυλάκισή του, νόμι­σε ότι αυτά έγιναν για άλλο λόγο και στενοχωρήθηκε πά­ρα πολύ. Ύστερα όμως έμαθε ποιά ήταν η αιτία της καθείρξεως του συζύγου της Αδριανού. Αμέσως, αφού φό­ρεσε λαμπρά ενδύματα, έσπευσε στο δεσμωτήριο, μπήκε μέσα και καταφιλούσε τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δε­μένα τα χέρια του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον, τον μακάριζε για την προθυμία του και τον συμβούλευε να υπομένει με καρτερία τους αφόρητους πόνους των βασανι­στηρίων, μένοντας ασάλευτος και ακλόνητος στην πίστη του στο Χριστό. Και, ακόμη, παρακαλούσε τους συνδεσμώ­τες του χριστιανούς να προσεύχονται γι’ αυτόν. 
Αλλά τότε, ύστερα από προτροπή του μάρτυρος Αδριανού, η Ναταλία επέστρεψε στην οικία της. Μετά δε από λίγο ο Μάρτυς, επειδή είχε την εντύπωση ότι θα οδη­γούνταν στον τύραννο, χαιρέτισε τους συνδεσμώτες του χριστιανούς και, αφού έδωσε χρήματα στους δεσμοφύλα­κες, έλαβε άδεια και πήγε στην οικία του, για να μηνύσει στη σύζυγό του Ναταλία να είναι παρούσα κατά την τελείωσή του. Εκείνη όμως, μόλις αντίκρισε το σύζυγό της, νόμιζε ότι φοβήθηκε τα βασανιστήρια και για το λόγο αυ­τό αρνήθηκε το Χριστό και, έτσι, αφέθηκε ελεύθερος. Αφού λοιπόν η Ναταλία έκαμε τη σκέψη αυτή, του έκλει­σε την πόρτα κατάμουτρα, ονειδίζοντας τον για την άρνη­ση του Χριστού και αποκαλώντας τον φιλόζωο και δειλό. Ακόμη δε η Αγία του υπενθύμισε την απειλή του Χριστού προς εκείνους που θα αθετήσουν την πίστη τους σ’ Αυτόν. Επιπλέον δε και τον εαυτό της τον αποκαλούσε άθλιο και δυστυχισμένο, γιατί ούτε μια ήμερα, έλεγε, δεν είχε την ευτυχία να ονομαστεί γυναίκα Μάρτυρος, αλλά την ευτυ­χία και τη μακαριότητα, που είχε την ελπίδα να λάβει, τη διαδέχτηκαν μεμιάς η δυσφημία και η αθλιότητα. Όταν όμως αυτή έμαθε το σκοπό για τον οποίον ο Άγιος πήγε στην οικία του, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και, αφού τον αγκάλιασε, τον ασπαζόταν με απέραντη αγαλλίαση και χαρά. Αμέσως δε, όπως ήταν, τον ακολούθησε στην πο­ρεία του προς τον τύραννο. 
Οδηγήθηκε λοιπόν ο άγιος Αδριανός στο βασιλιά, στον οποίο και διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός εί­ναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως τότε ο τύραννος πρόσταξε και υποβλήθηκε ο Άγιος σε βασανιστήρια. Και πρώτα – πρώτα, τον έριξαν στο έδαφος μπρούμυτα και τον έδειραν ανηλεώς με ξύλα. Έπειτα τον γύρισαν ανάσκελα και τον χτύπησαν τόσο πολύ στην κοιλιά, ώστε αυτή άνοιξε και φάνηκαν τα σπλάχνα του. Ήταν δε τότε ο Άγιος είκο­σι οχτώ χρόνων. Ακολούθως οι δήμιοι τον ακρωτηρίασαν μαζί με τους υπόλοιπους Αγίους. Και βέβαια ο πρώτος που του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια ήταν ο Αδριανός. Μάλιστα δε η σύζυγός του Ναταλία έθετε πάνω στο αμόνι κάθε μέλος και τον μεν δήμιο τον παρακαλούσε να χτυ­πάει δυνατά με το σφυρί την κοπίδα, τον δε σύζυγό της Αδριανό τον ενθάρρυνε και τον ενδυνάμωνε να υπομένει καρτερικά τους πόνους και να μην προδώσει από δειλία την υπέρ του Χριστού άθλησή του. 
Όταν λοιπόν ο άγιος Αδριανός ετελειώθη, και μαζί και οι άλλοι άγιοι Μάρτυρες, τα δε σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στο πυρ, για να καούν, η Ναταλία πήρε στην αγκαλιά της το ένα χέρι του συζύγου της Αδριανού και ακολουθούσε τα άγια λείψανα. Αλλά και με τα αίματα που έσταζαν από τα ιερά αυτά λείψανα άλειφε τον εαυτό της. 
Μόλις οι δήμιοι έφτασαν στον προκαθορισμένο τόπο, έριξαν στο πυρ τα άγια λείψανα. Αμέσως όμως τότε ξέ­σπασε μεγάλη νεροποντή, η οποία έσβησε το πυρ, και τα λείψανα έμειναν άθιχτα. Έτσι ένας χριστιανός, ονόματι Ευσέβιος, περισυνέλεξε τα άγια λείψανα και, αφού τα έβαλε σε ένα πλοιάριο, τα μετέφερε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο, και τα ενταφίασε. Εκεί και η αγία Ναταλία, μεταβάσα αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της στο Θεό και ενταφιάστηκε δίπλα στα λείψανα των αγίων Μαρτύρων. 
Πηγή: Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.148-152.


 Δόξα. 

Ἦχος α'. Ἐφραὶμ Καρίας 
Ζῆλος ἀνδρὸς εὐσεβοῦς, εἵλκυσε γυναῖκα θεοφιλῆ, πρὸς παραίνεσιν φαιδράν· Ἀδριανὸς γὰρ ὁ πανάριστος, Ναταλίας τῶν ῥημάτων ὑπαχθείς, ἀθλήσεως τὸν δρόμον ἐκτετέλεκεν· Ὢ γυναικὸς θεοφιλοῦς! οὐχ ὡς γὰρ Εὔα τῷ, Ἀδὰμ ἤνεγκε φθοράν, ἀλλὰ ζωὴν ἄληκτον τῷ συζύγῳ προεξένησε. Ταύτην σὺν τῷ ἀνδρὶ ἐπαινοῦντες, βοήσωμεν Χριστῷ· Δὸς ἡμῖν βοήθειαν, ταῖς πρεσβείαις τῶν Ἁγίων σου.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Λειτουργικές κινήσεις - 24η Αυγούστου

 


24η Αυγούστου


Τῶν Ἁγίων Ἱερομαρτύρων Εὐτυχοῦς, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Μνήμη τῆς μεταθέσεως εἰς Ζάκυνθον τοῦ σεπτοῦ Λειψάνου τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Διονυσίου, Ἐπισκόπου Αἰγίνης, τοῦ Θαυματουργοῦ.

Σημείωσις: πό σήμερον καί μέχρι τῆς 21ης Σεπτεμβρίου, ἐάν ἑορτάζηται Ἅγιος, Καταβασίαι· «Σταυρόν χαράξας...» καί Κοντάκιον μέχρι τῆς 12ης Σεπτεμβρίου· «Ἰωακείμ καί Ἄννα...»(πλὴν τῆς 31ης Αὐγούστου, 1ης καὶ 7ης Σεπτεμβρίου). Ἀπὸ αὔριον ἄρχεται ἡ χρῆσις τῆς Παρακλητικῆς, μέχρι τῆς 5ης Σεπτεμβρίου.


 




Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυόν).


Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυόν). 
23 Αυγούστου. 
Σπεύδει λιπεῖν γῆν ἐκ ξίφους Εἰρηναῖος.
ρωτιᾷ γὰρ τῶ πρὸς οὐρανοὺς πόθῳ.
Ο άγιος και θεοφόρος πατήρ ημών Ειρηναίος, που έλαβε από θεία Πρόνοια το όνομα της ειρήνης για να γίνει αγγελιαφόρος του αγίου Πνεύ­ματος, γεννήθηκε στην Μικρά Ασία περί το 140. Από την πρώτη κιόλας νεότητά του στη Σμύρνη ετράφη με την διδασκαλία του γέροντα επι­σκόπου αγίου Πολυκάρπου [23 Φεβρουαρίου], ο οποίος του μετέδιδε την παράδοση που είχε παραλάβει από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Με τον τρόπο αυτό έμαθε να παραμένει πιστός στην αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. «Στην Εκκλησία», δίδασκε, ο Θεός τοποθέτησε τους Αποστόλους, τους προφήτες και τους διδασκάλους και όλη την υπόλοιπη ενέρ­γεια του αγίου Πνεύματος. 
Από το Πνεύμα αυτό, λοιπόν, αποκλείονται όλοι εκείνοι που αρνούμενοι να προστρέξουν στην Εκκλησία, στερούν τον εαυτό τους από την ζωή, με τα σφαλερά δόγματά τους και τις ανήθι­κες πράξεις τους. Διότι εκεί που είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού· και εκεί που είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και παν χάρισμα. Και το Πνεύμα είναι η Αλήθεια.

Μετά από διαμονή στην Ρώμη, έγινε πρεσβύτερος της Εκκλησίας του Λουγδούνου (Λυόν) της Γαλατίας, κατά τους χρόνους του διωγμού του Μάρκου Αυρηλίου (περί το 177). Με την ιδιότητα του πρεσβυτέρου της Εκκλησίας εκείνης επιφορτίσθηκε να μεταφέρει στον πάπα Ελευθέριο της Ρώμης την θαυμαστή επιστολή των αγίων μαρτύρων του Λουγδού­νου, που απευθύνεται στους χριστιανούς της Ασίας και της Φρυγίας και περιγράφει τους ένδοξους αγώνες τους, για να αναιρέσει το αιρετικό δόγμα του Μοντανού. Το μαρτύριο αποτελεί στην πραγματικότητα την εξέχουσα μαρτυρία της αλήθειας, το σημείο της νίκης του Πνεύματος πάνω στην ασθένεια της σαρκός και τον αρραβώνα της προσδοκίας μας για την Ανάσταση. Επιστρέφοντας στην Λυόν, ο Ειρηναίος διαδέχθηκε τον άγιο Ποθεινό που μόλις είχε μαρτυρήσει [2 Ιουνίου] στο πηδάλιο των Εκκλησιών Λουγδούνου και Βιέννης. 
Επίσκοπος έκτοτε, που είχε λάβει από την αποστολική παράδοση το «ασφαλές χάρισμα της αλήθειας» για να κηρύσσει και να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο, αφιέρωσε την ζωή του στο να δίνει μαρτυρία για την αλήθεια αυτή μιμούμενος τους μάρτυρες. «Πρέ­πει να αγαπάμε με εξαιρετική σπουδή όσα προέρχονται από την Εκκλη­σία και να κρατάμε γερά την παράδοση της αλήθειας», δίδασκε. Με ακαταπόνητο ζήλο επιχείρησε την μεταστροφή στην Πίστη των βάρβα­ρων πληθυσμών, αλλά η έγνοια του αφορούσε επίσης και την Εκκλησία στο σύνολό της. Έτσι έγραψε στον πάπα Βίκτορα (189-198) εξ ονόμα­τος των επισκόπων της Γαλατίας, των οποίων ήταν πρώτος τη τάξει, για να τον αποτρέψει από το να διακόψει την κοινωνία με τις Εκκλησίες της Ασίας που εόρταζαν το Πάσχα την 14η ημέρα του μηνός Νισάν. Εφόσον το αρχαίο αυτό έθος μας παραδόθηκε από τους προγενέστερούς μας που παρά ταύτα ειρήνευαν μεταξύ τους, τίποτε δεν μας υποχρεώνει να επιβάλουμε την ομοιομορφία, υποστήριζε, διότι «η διαφωνία ως προς την νηστεία κατοχυρώνει την ομόνοια ως προς την πίστη».

Ο άγιος διέλαμψε κυρίως στον αγώνα κατά των αιρέσεων και συγ­κεκριμένα κατά της «ψευδωνύμου γνώσεως», η οποία από την Μικρά Ασία διαδόθηκε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας και παραπλάνησε πολλούς ανθρώπους με τον αποκρυφιστικό χαρακτήρα των δο­γμάτων της. Ο αγώνας κατά των γνωστικών επέτρεψε στον άγιο επί­σκοπο να αναπτύξει με τρόπο μεγαλειώδη το χριστιανικό δόγμα. Έδειξε πρώτα ότι η «γνώση» αυτή που αναζητούσαν μάταια οι αιρετικοί στις μυθικές διηγήσεις και στις περίπλοκες κατασκευές της διεστραμμένης διά­νοιάς τους είναι το υπερεξέχον δώρο της αγάπης που το άγιο Πνεύμα χο­ρηγεί στον χριστιανό μέσα στον ζωντανό οργανισμό της Εκκλησίας. Μο­νάχα εντός της μπορεί κανείς να πιει από το καθαρό νερό που ρέει από την λογχισθείσα πλευρά του Χριστού για να λάβει την αιώνια ζωή. Όλα τα άλλα δόγματα δεν είναι παρά λάκκοι συντετριμμένοι (βλ. Ιερ. 2, 13).

Και οι πραγματικοί «γνωστικοί» δεν είναι εκείνοι που απορρίπτουν και περιφρονούν το σώμα για να λατρέψουν έναν «ακατάληπτο Θεό» και τον «δημιουργό» του, αλλά οι «πνευματικοί» άνθρωποι που έλαβαν από το άγιο Πνεύμα τον αρραβώνα της αναστάσεως της σαρκός και της αφθαρ­σίας. Απομακρυνόμενος από την ελληνική δυαρχία σώματος και ψυχής, ο άγιος Ειρηναίος αναπτύσσει το ιωάννειο δόγμα του Ενσαρκωμένου Λόγου για να ερμηνεύσει το νόημα του προορισμού του ανθρώπου. Ο πρώτος Αδάμ πλάστηκε από τον πηλό με τα δύο χέρια του Θεού: τον Λόγο και το Πνεύμα, κατ’ εικόνα Θεού, σύμφωνα με το πρότυπο της ενδόξου σαρκός του Χριστού και του δόθηκε πνοή ζωής για να προοδεύσει από την εικόνα προς την ομοίωσιν του Θεού. Αφού εξαπατήθηκε από τον ζηλόφθονο διάβολο χάνοντας τα προνόμιά του και πέφτοντας στον θάνατο, δεν εγκαταλείφθηκε από τον Θεό, το προαιώνιο σχέδιο του οποίου ήταν να τον κά­νει κοινωνό της δόξης του.

Οι αποκαλύψεις και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και κυρίως η Ενανθρώπηση του Λόγου, ο θάνατός του, η Ανάστασή του και η ένδοξος Ανάληψή του, συνιστούν τα αναγκαία στάδια αυτής της Οικονομίας της Σωτηρίας. Αποβλέποντας σε τούτο τον έσχατο σκοπό για τον οποίο πλάσθηκε ο άνθρωπος, ο Λόγος σαρξ εγένετο, «ανακεφαλαιώνοντας» εν αυτώ τον πρώτο Αδάμ. Όπως ο πρώτος άνθρωπος, γεννημένος από παρθένα γη, με την ανυπακοή της παρθένου Εύας έπεσε στην αμαρτία μέσω του ξύλου της ζωής, ο Χριστός ήλθε στον κόσμο με την υπακοή της Παρθένου Μαρίας και κρεμάστηκε στο ξύλο του Σταυρού. «Έδωσε την ψυχή του για την ψυχή μας και την σάρκα, του για την σάρκα μας και εξέχεε το Πνεύμα του Πατρός για την ένωση και κοι­νωνία του Θεού μετά των ανθρώπων, μέσω της κατάβασης του Θεού στους ανθρώπους διά του Πνεύματος και της υψώσεως του ανθρώπου προς τον Θεό διά της σαρκώσεώς του». 
Ο Λόγος του Θεού, που δημιούργησε τον κόσμο διευθετώντας τον με αόρατο τρόπο εν είδει σταυρού, έγινε ορατός τον ορισμένο χρόνο πάνω στον Σταυρό, με σκοπό να συναγάγει στο Σώμα του όλα τα όντα που ήσαν διεσπαρμένα και να τα οδηγήσει στην γνώση του Θεού. Εμφα­νιζόμενος όχι στην άφατη δόξα του, αλλά ως άνθρωπος, έδειξε εν αυτώ την αποκατεστημένη εικόνα του Θεού προσανατολισμένη εκ νέου προς την ομοίωσιν. Και μας εθήλασε «στον μαστό της σαρκός του», με σκοπό να μας συνηθίσει στην βρώση και πόση του Λόγου του Θεού, ώστε ενισχυμένοι από τον «άρτο της αθανασίας» να προσεγγίσουμε την θέα του Θεού που χορηγεί την αφθαρσία. «Είναι αδύνατο να ζήσουμε χωρίς ζωή, και δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο μέσω της μετοχής στον Θεό και η μετοχή αυτή στον Θεό συνίσταται στο να ορώμεν τον Θεό και να απολαμβά­νουμε την χρηστότητά του… Διότι η δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος και η ζωή του ανθρώπου είναι η όρασις του Θεού». 
Για τον Ειρηναίο, μαθητή εκείνων που γνώρισαν τους αποστόλους, η πραγματική γνώση είναι έτσι η αγάπη και η θέωση του ανθρώπου στο Πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Πολύ περισσότερο από μια απλή ανατροπή της «ψευδωνύμου γνώσεως», η θεολογία του, θαυμαστή στην απλό­τητα και στο βάθος της, περιέχει εν σπέρματι όλα όσα οι μεταγενέστε­ροι Πατέρες θα αναπτύξουν στα θεόπνευστα συγγράμματά τους. 
Μετά την ειρηνική παρέμβασή του στον πάπα Βίκτορα, ο άγιος Ειρη­ναίος συνέχισε να εργάζεται για την στερέωση της Εκκλησίας. Αναφέρεται πως μαρτύρησε κατά τον διωγμό του Σεπτίμιου Σεβήρου περί το 202, αλλά δε διασώζεται καμία λεπτομέρεια για τις συνθήκες του θα­νάτου του. Το σώμα του κατατέθηκε στην κρύπτη του ναού του Αγίου Ιωάννη που αργότερα πήρε το όνομά του, μεταξύ των τάφων των αγίων μαρτύρων Επιπόδου και Αλεξάνδρου [22 Απριλίου]. 
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αύγουστος, εκδ. Ίνδικτος σ. 246-250.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2025

Ο άγιος Αλέξιος Μεντβέντκοφ ο πρωτοπρεσβύτερος


Ο άγιος Αλέξιος Μεντβέντκοφ ο πρωτοπρεσβύτερος


22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  

Η Παράκληση του Αγίου Εδώ  

Ο πατήρ Αλέξιος Μεντβέντκοφ γεννήθηκε το 1861 στην επαρχία Σμολένσκ και σπούδασε πρώτα στο ιεροδιδασκαλείο της περιοχής, κατόπιν δε στην Αγία Πετρούπολη. Μετά τις σπουδές του, όντας αναποφάσιστος ως προς την ιερατική του κλήση, πήγε να ζητήσει συμβουλή από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης [20 Δεκ.], ο οποίος του έδωσε την ευλογία του. Η συζήτηση αυτή τον σημάδεψε σε τέτοιο βαθμό ώστε η προσωπικότητα του αγίου Ιωάννη παρέμεινε υπόδειγμα γι’ αυτόν σε όλη την μετέπειτα ζωή του και στο ποιμαντορικό του λειτούργημα. 


Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1895 και του ανατέθηκε η μικρή ενορία του Βρούντυ, στην περιοχή της Αγίας Πετρούπολης. Για είκοσι τέσσερα χρόνια αφιερώθηκε με ζήλο στην πνευματική οικοδομή του ποιμνίου του, ιδιαίτερα δε των παιδιών. Διακρίθηκε για την ποιμαντική δραστηριότητά του και υπήρξε ένα από τα πρώτα θύματα του κομμουνισμού καθώς συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους το 1918. 

 

Ομολογώντας τον Χριστό στα βασανιστήρια καταδικάσθηκε σε θάνατο, αλλά την τελευταία στιγμή γλύτωσε το απόσπασμα χάρις στην πρωτότοκη θυγατέρα του που προσφέρθηκε ως όμηρος για να τον σώσει. Κατάφερε να μεταναστεύσει μαζί με την θυγατέρα του στην Εσθονία, που μόλις είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Πάμπτωχος, αναγκάστηκε να εργαστεί στα μεταλλεία και ως νυχτοφύλακας. Εν συνεχεία ορίστηκε ιερέας στον καθεδρικό ναό των Θεοφανίων στο Ίχβι και ανάλωσε τις δυνάμεις του στην οργάνωση της μικρής ενορίας του Κόχτλα-Ιάρβε και στην μόρφωση των νέων. 
Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο πατήρ Αλέξιος εγκαταστάθηκε στην Γαλλία μαζί με τις δύο κόρες του και τον εγγονό του (1930). Ο μητροπολίτης Ευλόγιος (Γκεργιέφσκυ) (1868-1946), που διοικούσε την εποχή εκείνη τις ρωσικές ενορίες της δυτικής Ευρώπης, τον δέχθηκε στον ρωσικό καθεδρικό ναό των Παρισίων και κατόπιν του εμπιστεύθηκε την μικρή ενορία του Αγίου Νικολάου του Ουζίν στην Άνω Σαβοΐα, κοντά στην Γκρενόμπλ, για να μεριμνά για τις πνευματικές ανάγκες των Ρώσων εργατών που εργάζονταν στο μεταλλουργικό εργοστάσιο. 
Εκτός από τις οικονομικές δυσχέρειές της, η ενορία αυτή αποδείχθηκε μία δύσκολη κοινότητα, διαιρεμένη σε πολλές τάσεις. Ορισμένοι ενορίτες δεν έπαυαν να ασκούν κριτική στον πατέρα Αλέξιο για τις Λειτουργίες του που έκριναν υπερβολικά μακρόσυρτες η για τον ταπεινό τρόπο ντυσίματός του. Τον κατηγόρησαν στον μητροπολίτη που τον κάλεσε στο Παρίσι, αλλά ο ιεράρχης κατάλαβε γρήγορα ότι ο γέροντας ιερέας, ταπεινός και γεμάτος καλοσύνη, είχε πέσει θύμα συκοφαντιών και αντικατέστησε το ενοριακό συμβούλιο. 
Συνθλιβόμενος από τα βάρη των δυσκολιών της ενορίας και της οικογένειάς του, αλλά ευχαριστώντας τον Θεό για όλα, δίχως να ζητά το παραμικρό, ο πατήρ Αλέξιος ήταν αφιερωμένος στην προσευχή και μοίραζε τα λιγοστά του χρήματα σε όσους είχαν μεγαλύτερη ανάγκη απ’ αυτόν. Τελούσε καθημερινά την θεία Λειτουργία και κατόπιν ήταν στην διάθεση των ενοριτών του, πηγαίνοντας ο ίδιος πρόθυμα για να τελέσει κατ’ οίκον Ακολουθίες. Πέρα από τις ομιλίες του, μεστές πατερικής ουσίας, αρεσκόταν να μαζεύει τα παιδιά και να τους μιλά για τα θαύματα του Θεού. 
Μετά από τέσσερα χρόνια προσβλήθηκε από καρκίνο των εντέρων και επειδή η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν ραγδαία μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Αννεσύ. Τα πνευματικά τέκνα του έρχονταν να του παρασταθούν και τους ζήτησε να συγκεντρώσουν τους ενορίτες που ήσαν δυσαρεστημένοι μαζί του για να τους ζητήσει συγχώρεση και να συμφιλιωθεί μαζί τους πριν πεθάνει. 
Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 22 Αυγούστου 1934. Με συμβουλή του γιατρού, που φοβόταν την γρήγορη αποσύνθεσή του, ενταφιάσθηκε χωρίς καθυστέρηση παρουσία όλου του ρωσικού πληθυσμού του Ουζίν. 
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, στις 22 Αυγούστου του 1956, επ’ ευκαιρία κάποιων έργων που γίνονταν στο κοιμητήριο, έγινε η εκταφή του και οι εργάτες έμειναν έκθαμβοι βρίσκοντας το σώμα του άφθορο, όπως και τα άμφια στα οποία ήταν τυλιγμένο, σαν να είχε αναπαυθεί λίγες ημέρες πριν, ενώ το φέρετρο είχε γίνει σκόνη. 
Η ανακομιδή του αγίου λειψάνου στο ρωσικό κοιμητήριο Sainte-Genevieve-des-Bois, κοντά στο Παρίσι, στις 4 Οκτωβρίου του 1957, παρουσία πιστών από όλες τις περιοχές μεταναστών, υπήρξε ένας αληθινός θρίαμβος της Ορθοδοξίας. Κατατέθηκε κατόπιν στην κρύπτη της εκκλησίας και έκτοτε επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων στους πιστούς που προσέρχονταν να ζητήσουν την πρεσβεία του αγίου Αλεξίου. 


Τα λείψανά του τιμώνται σήμερα στην Μονή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου του Bussy-en-Othe.


Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου ΕκκλησίαςΤόμος 11ος, Ιούλιος. Ίνδικτος, 

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025

Η Παναγία εμφανίζεται σε φωτογραφία μοναχών στο Άγιον Όρος

 

 Η Παναγία εμφανίζεται σε φωτογραφία μοναχών στο Άγιον Όρος

Σαν σήμερα, 3 Σεπτεμβρίου 1903, το θαύμα της εμφάνισης της Παναγίας σε φωτογραφία που τράβηξαν μοναχοί στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος. 
Η φωτογραφία βγήκε την 21.8/ 3 Σεπτεμβρίου 1903 και δόθηκε το 1997 στην δημοσιότητα, από το αρχείο της Αγιορείτικης Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό). 
Βγήκε σαν αναμνηστική φωτογραφία ενός παλιού εθίμου: Να δίνεται από το Ρωσικό Μοναστήρι στους φτωχούς κελλιώτες μοναχούς, ελεημοσύνη. 
Από την επόμενη χρονιά όμως αποφασίστηκε να μην ξαναδοθεί ελεημοσύνη, επειδή τα αποθεματικά του μοναστηριού είχαν ελαττωθεί. Σε αυτό ίσως να συνετέλεσε η άσχημη κατάσταση στην Ρωσία, η οποία μείωσε τις δωρεές στο μοναστήρι. 
Ο μοναχός Γαβριήλ επρόκειτο να φωτογραφίσει για τελευταία φορά το γεγονός, για ανάμνηση. Τότε όμως παρατήρησε μόνος αυτός, να κινείται κατά τρόπο θαυμαστό, ανάμεσα στους πατέρες, μια γυναίκα. 
Φωτογράφισε λοιπόν την σκηνή, και την γυναίκα που αυτός μόνο έβλεπε, η οποία αποτυπώθηκε και πάνω στο φωτογραφικό χαρτί, μέσα σε μια λάμψη. 
Οι πατέρες συμπέραναν ότι ήταν η Παναγία λυπημένη, και ανακάλεσαν την απόφαση τους να σταματήσουν την ελεημοσύνη.

Αμέσως μετά το θαυμαστό γεγονός, τα νέα μαθεύτηκαν σε ολόκληρο το Άγιον Όρος, ξεκίνησε η εκτίμηση της φωτογραφίας . Κατασκευάστηκαν αντίγραφα τα οποία κρατούσαν οι μοναχοί. 
Η φωτογραφία είχε φτάσει έως την Ρωσία. 
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την έναρξη της αναστήλωσης της ρωσικής Μονής Αγίου Όρους Παντελεήμονα, αναπαράχθηκε και πάλι μια θαυμάσια φωτογραφία με μια σύντομη περιγραφή της εκδήλωσης και διανεμήθηκε στους προσκυνητές. 
Για μια νέα γενιά των Ρώσων που υπέφεραν από αθεϊστική προπαγάνδα, η φωτογραφία χρησίμευσε ως παράγοντας για την εξασφάλιση της ύπαρξης του πνευματικού κόσμου, καθώς οι προσκυνητές επισκέπτονταν επανειλημμένα τη Μονή. 
Πηγή: agioritikesmnimes.blogspot.com

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΜΑΝΔΗΛΙΟΝ



ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΜΑΝΔΗΛΙΟΝ

Κατά τους χρόνους της επίγειας ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο βασιλιάς της Εδέσσης Μεσοποταμίας, Άβγαρος [1], που είχε προσβληθεί από λέπρα και αρθρίτιδα, άκουσε να γίνεται λόγος για τις αναρίθμητες ιάσεις που επιτελούσε ο Χριστός. Καθώς εκείνος δεν ήταν σε θέση να μετακινηθεί, έστειλε στην Ιερουσαλήμ τον αρχειοφύλακά του, ονόματι Ανανία, με μία επιστολή απευθυνόμενη στον Κύριο, στην οποία ο ηγεμόνας ζητούσε από τον Σωτήρα να μεταβεί κοντά του για να τον θεραπεύσει. Του πρότεινε, μάλιστα, να εγκατασταθεί στην Έδεσσα για να αποφύγει τις μηχανορραφίες των Εβραίων. Επιφόρτισε συν τοις άλλοις τον Ανανία, που ήταν ικανός ζωγράφος, να κάνει το πορτραίτο Εκείνου για τον Οποίον έλεγαν ότι ήταν Υιός του Θεού. Φθάνοντας στον προορισμό του, ο Ανανίας παρέδωσε την επιστολή στον Κύριο, που βρισκόταν εν μέσω μεγάλου πλήθους, και ανεβαίνοντας σε έναν βράχο απ’ όπου μπορούσε να Τον βλέπει καλύτερα, προσπάθησε να σχεδιάσει την μορφή Του. Ήταν όμως αδύνατο να συλλάβει με ακρίβεια τα θεία χαρακτηριστικά του Σωτήρος, γιατί το πρόσωπό Του έδειχνε να αλλάζει διαρκώς όψη, υπό την επενέργεια της άφατης χάριτος που ανέδιδε. Ο Χριστός, που ετάζει τις καρδιές και τις βουλές των ανθρώπων, διέβλεψε το σχέδιο του Ανανία και θέλοντας να δείξει ότι δεν μπορεί κανείς να διαχωρίσει την ανθρωπότητα από την θεότητά Του, ικανοποίησε την ευσεβή επιθυμία του επιτελώντας μέγα θαύμα. Είπε να Του φέρουν μία μικρή λεκάνη, ένιψε το πρόσωπό Του και το σκούπισε με μία πετσέτα διπλωμένη στα τέσσερα. Ευθύς τα χαρακτηριστικά Του αποτυπώθηκαν πάνω σε τούτο το Μανδήλιο, δίχως επέμβαση ανθρώπινου χεριού. Το έδωσε τότε στον Ανανία με μία επιστολή για τον Άβγαρο, στην οποία εξηγούσε ότι όφειλε να εκτελέσει στην Ιερουσαλήμ το αιώνιο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων. Του υποσχόταν όμως ότι όταν η αποστολή Του θα έληγε και θα ανερχόταν στον Ουρανό, θα του έστελνε έναν από τους μαθητές Του για να του χορηγήσει την ίαση της ψυχής και του σώματός του [2].

Ο βασιλιάς Άβγαρος υποδέχθηκε τον Ανανία με μεγάλη χαρά και γονάτισε μπροστά στην εικόνα του αγίου Μανδηλίου με πίστη και αγάπη, έτσι που θεραπεύθηκε τελείως σχεδόν από την λέπρα, εκτός μόνο από μία πληγή που του απέμεινε στο μέτωπο. Μετά την Ανάληψη του Σωτήρος μας και την Πεντηκοστή, ο άγιος Απόστολος Θαδδαίος [21 Αυγ.] στάλθηκε στην Έδεσσα, όπου κηρύττοντας το Ευαγγέλιο βάπτισε τον βασιλιά και μεγάλο τμήμα του λαού [3]. Βγαίνοντας από το βαπτιστήριο, ο Άβγαρος θεραπεύθηκε εντελώς και ανέπεμψε ευχαριστίες στον Θεό. Κατόπιν επέδειξε τόσο μεγάλη ευλάβεια προς την αχειροποίητη Εικόνα, ώστε πρόσταξε να την τοποθετήσουν σε μία κόγχη, όπου προηγουμένως βρισκόταν ένα είδωλο, πάνω από την βασική πύλη της πόλης με την επιγραφή: «Χριστέ, ὁ Θεός, ὁ εἰς Σὲ ἐλπίζων, οὐκ ἀποτυγχάνει ποτέ». Όλοι όσοι έμπαιναν στην πόλη όφειλαν να την τιμούν. Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο ο εγγονός του, ανέλαβε να στρέψει τον λαό πίσω στην ειδωλολατρία και σχεδίασε να καταστρέψει την Εικόνα. Προειδοποιημένος από ένα όραμα για το σχέδιο αυτό, ο επίσκοπος Εδέσσης, φρόντισε να φράξουν την κόγχη όπου βρισκόταν η Εικόνα, αφού τοποθέτησαν αναμμένο λύχνο μπροστά της.

Πολλά χρόνια πέρασαν και παρόλο που το βασίλειο είχε γίνει χριστιανικό, η ύπαρξη της Εικόνας λησμονήθηκε. Όταν την πόλη πολιόρκησε ο Πέρσης βασιλιάς Χορσόης (554) [4] βυθίζοντας τους κατοίκους σε αγωνία, αποκαλύφθηκε στον επίσκοπο Ευλάλιο σε όραμα το μέρος που βρισκόταν η Εικόνα του Σωτήρος, με την προστασία της οποίας θα μπορούσαν να νικήσουν. Ο επίσκοπος έβαλε να αποφράξουν την κόγχη και με μεγάλη έκπληξη ανακάλυψαν όχι μόνο άθικτη την εικόνα, αλλά και τον λύχνο να καίει μετά από τόσα χρόνια. Επιπλέον, πάνω στην πλίνθο που έφραζε την κοιλότητα, βρέθηκε αποτυπωμένο το ομοίωμα της εικόνας του αγίου Μανδηλίου [5]. Οι κάτοικοι σχημάτισαν αμέσως πομπή φέροντας τα δύο άγια τρόπαια με τόσο μεγάλο ορυμαγδό που έσπειρε τον φόβο στις τάξεις των επιτιθεμένων. Και όταν ο επίσκοπος τους ράντισε με λάδι από τον αναμμένο λύχνο, αυτό μετατράπηκε ευθύς σε φωτιά που τους έτρεψε σε φυγή.

Λίγα χρόνια αργότερα η πόλη της Έδεσσας έπεσε στα χέρια των Περσών, κατόπιν ανακαταλήφθηκε από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (628) και σύντομα καταλήφθηκε από τους Άραβες. Όταν ο χριστιανικός στρατός την ξαναπήρε, ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός (870-948) έσπευσε να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη το άγιο Μανδήλιο και τις επιστολές του Άβγαρου [15 Αυγ. 944]. Αμέτρητο πλήθος υποδέχθηκε την αγία Εικόνα, πρότυπο όλων των χριστιανικών εικόνων [6], που κατατέθηκε αρχικά στον ναό των Βλαχερνών, την επόμενη ημέρα στην Αγία Σοφία και από εκεί στον ναό της Θεοτόκου του Φάρου, στον περίβολο του παλατίου, για την προστασία της Βασιλεύουσας και όλου του λαού [7].


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ  
[1] Άβγαρος Ε΄ Ουχάμα (13-57), τοπάρχης της Οσροηνής, περιοχής ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη με πρωτεύουσα την Έδεσσα. 
[2]Την παράδοση αυτή όπως και το κείμενο των επιστολών μεταδίδει στις αρχές του 5ου αιώνα ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος ωστόσο δεν κάνει λόγο για το επεισόδιο του αγίου Μανδηλίου (Εκκλ. Ιστ. 1, 13). Η «Διδασκαλία Αδδαίου» (τέλη 5ου αιώνα) είναι το πρώτο κείμενο που αναφέρεται σ’ αυτό. Κατά την περίοδο της εικονομαχίας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και οι Πατέρες της Εκκλησίας της Εβδόμης Συνόδου (787) αναφέρονταν σ’ αυτό για να δείξουν την θεία πηγή της τιμής των εικόνων (βλ. Histoire du roi Abgar et de Jesus, εκδ. A. Desreumeaux, Turnhout 1993). Παράλληλα με την παράδοση αυτή αναπτύχθηκε στην Δύση και εκείνη της αγίας Βερονίκης [12 Ιουλ.], που φέρεται να σκούπισε το πρόσωπο του Χριστού καθώς ανέβαινε στον Γολγοθά. Το μαντήλι αυτό βρίσκεται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης. 
[3]Το βασίλειο της Εδέσσης υπήρξε πράγματι το πρώτο κράτος που έγινε επίσημα χριστιανικό, μετά την μεταστροφή του βασιλιά Άβγαρου Η΄ (197-212).

[4]Ο Προκόπιος Καισαρείας γράφει ότι η θαυματουργική σωτηρία έλαβε χώρα χάρις στην επιστολή του Ιησού Χριστού που είχε χαραχθεί πάνω από την πύλη της πόλης (Εκκλ. Ιστ. 2, 12). Σύμφωνα όμως με τον ιστορικό Ευάγριο Σχολαστικό (Εκκλ. Ιστ. 4, 27), στον τόπο εκείνο ήταν εκτεθειμένη η αχειροποίητος Εικόνα. Η Γαλάτισσα προσκυνήτρια Αιγερία (4ος αιώνας), επισκεπτόμενη την Έδεσσα, συνάντησε τον επίσκοπο, ο οποίος της διηγήθηκε πώς η επιστολή είχε απωθήσει τις επιθέσεις των Περσών την εποχή του Άβγαρου (19, SC 21, 167-69). 
[5]Η δεύτερη αυτή αχειροποίητος εικόνα μεταφέρθηκε κατόπιν στην Ιεράπολη της Συρίας και ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς φέρεται ότι την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το 965. Στον Συναξαριστή αναφέρονται κι άλλες αχειροποίητες Εικόνες [9 και 11 Αυγ.]. 
[6] Σε μία ορθόδοξη εκκλησία το άγιο Μανδήλιον απεικονίζεται συνήθως πάνω από την Ωραία Πύλη, που οδηγεί στο ιερό ή πάνω από τις «βασιλικές πύλες» που χωρίζουν τον νάρθηκα από τον ναό
[7]Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 χάθηκαν τα ίχνη του Μανδηλίου της Εδέσσης. Κατά ορισμένους φέρεται να βρισκόταν μεταξύ των λειψάνων που αγοράστηκαν από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο τον 9ο, το 1247, και αποτέθηκαν στο Άγιο Παρεκκλήσιο στο Παρίσι, όπου και καταστράφηκαν κατά την Επανάσταση. Πιστευόταν εξάλλου ότι ταυτιζόταν με το Μανδήλιο του Τουρίνου, του οποίου το αρνητικό της φωτογραφίας αποκαλύπτει ένα ομοίωμα που παρουσιάζει εντυπωσιακή ομοιότητα με τον εικονογραφικό τύπο του αγίου Μανδηλίου. Η υπόθεση αυτή ωστόσο παραμένει αμφισβητήσιμη.

 


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Δημοφιλείς αναρτήσεις