Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Αλεξανδρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Αλεξανδρείας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου


Διονύσιος Αλεξανδρείας
Μου έγραψες, πιστότατε και λογιότατε γιε μου, ρωτώντας ποια ώρα πρέπει να λήγει η νηστεία την ημέρα του Πάσχα. Λες ότι μερικοί από τους αδελφούς υποστηρίζουν πως αυτό πρέπει να γίνεται τα ξημερώματα, όταν λαλούν οι πετεινοί, ενώ άλλοι λένε ότι πρέπει να γίνεται από το βράδυ. Οι αδελφοί στη Ρώμη, όπως λένε, περιμένουν τον πετεινό, ενώ για τους εδώ αδελφούς έλεγες ότι το κάνουν νωρίτερα. Ζητάς να τεθεί ένας ακριβής κανόνας και μια πολύ συγκεκριμένη ώρα, πράγμα που είναι δύσκολο και επισφαλές.

Το ότι πρέπει να αρχίζουμε τη γιορτή και τη χαρά μετά τον χρόνο της Ανάστασης του Κυρίου μας, ταπεινώνοντας τις ψυχές μας με τις νηστείες μέχρι εκείνη τη στιγμή, είναι κάτι που όλοι ομολογούν. Έχοντας κατανοήσει σωστά όσα μου έγραψες και έχοντας μελετήσει τους θείους Ευαγγελιστές, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει στα Ευαγγέλια ακριβής αναφορά για την ώρα που αναστήθηκε. Οι Ευαγγελιστές, πράγματι, κατέγραψαν με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικούς χρόνους την επίσκεψη στο μνημείο, αλλά όλοι ανέφεραν ότι βρήκαν τον Κύριο ήδη αναστημένο. Ο Ματθαίος λέει «αργά το Σάββατο», ο Ιωάννης γράφει «νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι», ο Λουκάς «πολύ πρωί, βαθιά χαράματα» και ο Μάρκος «πολύ πρωί, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Κανείς δεν δήλωσε με σαφήνεια πότε ακριβώς αναστήθηκε. Ωστόσο, είναι ομολογημένο ότι από αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας (Κυριακή), μέχρι την ανατολή του ηλίου της Κυριακής, όσοι πήγαν στο μνημείο δεν τον βρήκαν πλέον εκεί.

Ας μη θεωρήσουμε ότι οι Ευαγγελιστές διαφωνούν ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ακόμα κι αν φαίνεται να υπάρχει κάποια μικρή ασάφεια στο ζήτημα, όλοι συμφωνούν ότι εκείνη τη νύχτα ανέτειλε το φως του κόσμου, ο Κύριός μας, απλώς διαφέρουν ως προς την ακριβή ώρα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, με καλή διάθεση και πίστη να εναρμονίσουμε τα λεγόμενά τους.

Αυτό που αναφέρει ο Ματθαίος έχει ως εξής: «Αργά το Σάββατο, καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, ήρθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία να δουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε μεγάλος σεισμός, γιατί Άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό, πλησίασε, κύλησε την πέτρα από την είσοδο του μνημείου και κάθισε πάνω της. Η όψη του ήταν σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι. Από τον φόβο τους, οι φρουροί ταράχτηκαν και έγιναν σαν νεκροί. Ο Άγγελος απευθύνθηκε στις γυναίκες λέγοντας: "Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού τον εσταυρωμένο. Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε, όπως είχε πει." Αυτό το «αργά» (ὀψέ), μερικοί θα το εκλάβουν, σύμφωνα με τη συνηθισμένη σημασία της λέξης, ως το βράδυ του Σαββάτου. Άλλοι όμως, ερμηνεύοντάς το βαθύτερα, θα πουν ότι δεν σημαίνει το βράδυ, αλλά προχωρημένη νύχτα, δηλώνοντας βραδύτητα και μεγάλο χρονικό διάστημα. Και για να δείξει ότι εννοεί νύχτα και όχι βράδυ, πρόσθεσε «καθώς ξημέρωνε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας». Και ήρθαν, όχι για να φέρουν αρώματα όπως λένε οι άλλοι, αλλά για να δουν τον τάφο, και βρήκαν ότι είχε γίνει ο σεισμός και ο Άγγελος καθόταν πάνω στην πέτρα, και άκουσαν από αυτόν: «Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε».

Ομοίως ο Ιωάννης λέει: «Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή ήρθε στο μνημείο νωρίς το πρωί, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι, και είδε την πέτρα σηκωμένη από το μνημείο». Σύμφωνα με αυτόν, είχε έρθει ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι.

Ο Λουκάς λέει: «Το Σάββατο αναπαύθηκαν σύμφωνα με την εντολή. Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, πολύ πρωί, βαθιά χαράματα, ήρθαν στο μνημείο, φέρνοντας τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει. Βρήκαν την πέτρα κυλισμένη από το μνημείο». Τα «βαθιά χαράματα» (ὄρθρου βαθέος) πιθανόν υποδηλώνουν την αυγή που μόλις χάραζε την Κυριακή, επειδή είχε ήδη περάσει ολόκληρο το Σάββατο μαζί με τη νύχτα που ακολούθησε και άρχιζε μια άλλη ημέρα, όταν ήρθαν φέρνοντας τα αρώματα και τα μύρα. Από αυτό γίνεται φανερό ότι είχε αναστηθεί πολύ νωρίτερα.

Σε αυτό συμφωνεί και ο Μάρκος, λέγοντας: «Αγόρασαν αρώματα για να έρθουν να τον αλείψουν. Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνημείο, μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Και αυτός είπε «πολύ πρωί», που είναι το ίδιο με το «βαθιά χαράματα», και πρόσθεσε «μόλις ανέτειλε ο ήλιος». Είναι φανερό ότι ξεκίνησαν τον δρόμο τους βαθιά χαράματα και πολύ πρωί, αλλά καθυστέρησαν κατά τη διαδρομή και μένοντας γύρω από το μνημείο μέχρι την ανατολή του ηλίου. Και τότε τους λέει ο νεαρός άνδρας με τα λευκά ρούχα: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ».

Έχοντας αυτά υπόψη, απαντούμε σε όσους θέλουν ακρίβεια, για το ποια ώρα ή ποιο μισάωρο ή τέταρτο της ώρας πρέπει να αρχίζει η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου μας από τους νεκρούς. Αυτούς που βιάζονται υπερβολικά και διακόπτουν τη νηστεία πριν καν μεσολαβήσει καλά η νύχτα, τους επικρίνουμε ως ολιγόψυχους και ακρατείς, σαν να εγκαταλείπουν τον αγώνα λίγο πριν το τέλος, καθώς λέει ένας σοφός άνδρας: «Δεν είναι μικρό στη ζωή το "παρά λίγο"». Αυτούς που καθυστερούν και παρατείνουν τη νηστεία για πολύ, υπομένοντας μέχρι την τέταρτη φυλακή της νύχτας (δηλ. 3-6 π.μ.), την ώρα που ο Σωτήρας μας εμφανίστηκε στους μαθητές περπατώντας πάνω στη θάλασσα, τους επαινούμε ως γενναίους και φιλόπονους. Όσο για αυτούς που αναπαύονται στο ενδιάμεσο, ανάλογα με το πώς παρακινήθηκαν ή πόσο άντεξαν, ας μην τους ενοχλούμε ιδιαίτερα. Άλλωστε, ούτε τις έξι ημέρες της νηστείας (της Μεγάλης Εβδομάδας) δεν τις περνούν όλοι το ίδιο ή με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι παρατείνουν τη νηστεία για όλες τις ημέρες μένοντας εντελώς άσιτοι, άλλοι για δύο, άλλοι για τρεις, άλλοι για τέσσερις, και κάποιοι για καμία. Σε όσους κοπίασαν πολύ παρατείνοντας τη νηστεία (ὑπερθέσεις) και μετά εξαντλήθηκαν και σχεδόν λιποθύμησαν, είναι συγχωρητέο να φάνε νωρίτερα. Αν όμως κάποιοι, όχι μόνο δεν παρέτειναν τη νηστεία, αλλά ούτε καν νήστεψαν, ή και πέρασαν με πολυτέλεια τις προηγούμενες τέσσερις ημέρες, και έπειτα, φτάνοντας στις δύο τελευταίες, τη Μεγάλη Παρασκευή και το Μεγάλο Σάββατο, τις παρατείνουν μόνο αυτές, νομίζοντας ότι κάνουν κάτι μεγάλο και σπουδαίο αν αντέξουν μέχρι την αυγή, δεν θεωρώ ότι ο αγώνας τους είναι ισάξιος με αυτών που ασκήθηκαν για περισσότερες ημέρες.

Αυτά σου έγραψα, συμβουλεύοντάς σε για το θέμα αυτό, σύμφωνα με τη γνώμη μου.

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

Περὶ τοῦ δεῖν νηστεύειν ἕως μεσονυκτίον τοῦ μεγάλου Σάββατου...

Διονύσιος Αλεξανδρείας 

  Στα νέα ελληνικά εδώ

πέστειλάς μοι, πιστότατε καὶ λογιώτατε υἱέ μου, πυνθανόμενος καθ' ἣν ὥραν ἀπονηστίζεσθαι δεῖ τὴν τοῦ Πάσχα ἡμέραν, τινὰς μὲν γὰρ τῶν ἀδελφῶν λέγειν φής, ὅτι χρὴ τοῦτο ποιεῖν πρὸς τὴν ἀλεκτοροφωνίαν, τινὰς δέ, ὅτι ἀφ΄ ἑσπέρας χρή. Οἱ μὲν γὰρ ἐν Ῥώμῃ ἀδελφοί, ὥς φασι, περιμένουσι τὸν ἀλέκτορα, περὶ δὲ τῶν ἐνταῦθα ἔλεγες, ὅτι τάχιον. Ἀκριβῆ δὲ ὅρον τιθέναι ἐπιζητεῖς καὶ ὥραν πάνυ μεμετρημένην, ὅπερ καὶ δύσκολον καὶ σφαλερόν ἐστί. Τὸ μὲν γὰρ ὅτι μετὰ τὸν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν καιρὸν χρὴ τῆς ἑορτῆς καὶ τῆς ευφροσύνης ἐνάρχεσθαι, μέχρις ἐκείνου τὰς ψυχὰς ταῖς νηστείαις ταπεινοῦντας, ὑπὸ πάντων ὁμοίως ὁμολογήσεται. Κατασκεύασας δὲ δι' ὧν ἔγραψάς μοι πάνυ ὑγιῶς καὶ τῶν θείων Εὐαγγελιστῶν αἰσθόμενος, ὅτι μηδὲν ἀπηκριβωμένον ἐν αὐτοῖς περὶ τῆς ὥρας, καθ' ἣν ἀνέστη, φαίνεται. Διαφόρως μὲν γὰρ οἱ Εὐαγγελισταὶ τοὺς ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἐλθόντας ἀνέγραψαν κατὰ καιροὺς ἐνηλλαγμένους, καὶ πάντες ἀνεστηκότα ἤδη τὸν Κύριον ἔφασαν εὑρηκέναι, καὶ ὀψὲ σαββάτων, ὡς ὁ Ματθαῖος εἶπε, καὶ πρωΐας ἔτι σκοτίας οὔσης, ὡς ὁ ᾽Ιωάννης γράφει, καὶ ὄρθρου βαθέος, ὡς ὁ Λουκᾶς, καὶ λίαν πρωί ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου, ὡς ὁ Μᾶρκος. Καὶ πότε μὲν ἀνέστη, σαφῶς οὐδεὶς ἀπεφήνατο, ὅτι δὲ ὀψὲ σαββάτων τῇ ἐπιφωσκούσῃ μιᾷ σαββάτων, μέχρις ἀνατολῆς ἡλίου τῆς μιᾶς σαββάτων, οἱ ἐπὶ τὸ μνημεῖον παραγενόμενοι οὐκέτι κείμενον αὐτὸν ἐν αὐτῷ κατέλαβον, τοῦτο ἀνωμολόγηται. Καὶ μηδὲ διαφωνεῖν, μηδὲ εναντιοῦσθαι τοὺς Εὐαγγελιστὰς πρὸς ἀλλήλους ὑπολάβωμεν, ἀλλ' εἰ καὶ μικρολογία τις εἶναι δόξει περὶ τὸ ζητούμενον, εἰ συμφωνοῦντες πάντες ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ τὸ τοῦ κόσμου φῶς, τὸν Κύριον ἡμῶν, ἀνατεταλκέναι, περὶ τὴν ὥραν διαφέρονται. Ἀλλ' ἡμεῖς εὐγνωμόνως τὰ λεχθέντα καὶ πιστῶς ἁρμόσαι προθυμηθῶμεν. Τὸ μὲν οὖν ὑπὸ τοῦ Ματθαίου λεχθὲν οὕτως ἔχει· Ὀψὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, θεωρῆσαι τὸν τάφον. Καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· Ἂγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ, προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸ λίθον, καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ῏Ην δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών, ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες, καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἄγγελος, εἶπε ταῖς γυναιξί· Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, οἶδα γὰρ ὅτι ᾽Ιησοῦν τὸν ἐσταυρωμένον ζητεῖτε· οὐκ ἐστιν ὧδε· ἠγέρθη, καθὼς εἶπε. Τοῦτο δὲ τὸ λεχθὲν ὀψέ, οἱ μέν τινες οἰήσονται, κατὰ τὴν κοινότητα τοῦ ῥήματος, τὴν ἑσπέραν δηλοῦν τοῦ σαββάτου, οἱ δὲ σοφώτερον ἐξακούοντες, οὐ τοῦτο, ἀλλὰ νύκτα βαθεῖαν ἐροῦσιν εἶναι, βραδύτητα καὶ μακρὸν χρόνον τοῦ, ὀψέ, δηλοῦντος· καὶ ὅτι νύκτα λέγει, καὶ οὐχ ἑσπέραν, ἐπήγαγε, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων. Καὶ ἦκον, οὔπω, ὡς οἱ λοιποί φασι, τὰ ἀρώματα φέρουσαι, ἀλλὰ θεωρῆσαι τὸν τάφον, καὶ εὗρον τὸν σεισμὸν γεγονότα καὶ καθήμενον τὸν Ἄγγελον ἐπὶ τοῦ λίθου, καὶ ἀκηκόασι παρ' αὐτοῦ· Οὐκ ἔστιν ὧδε, ἠγέρθη. Ὁμοίως ὁ ᾽Ιωάννης, ἐν μιᾷ τῶν σαββάτων, φησί, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἦλθε πρωί, σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον καὶ τὸν λίθον ᾐρμένον ἐκ τοῦ μνημείου· πλὴν παρὰ τούτῳ σκοτίας ἔτι οὔσης προεληλύθει. ῾Ο δὲ Λουκᾶς φησί· Τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν, τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων, ὄρθρου βαθέος, ἐπὶ τὸ μνῆμα ἦλθον, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου. Ὁ βαθὺς ὄρθρος, ἴσως προϋποφαινομένην αὐγὴν ἑωθινὴν ἐμφανίζει τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων, διὰ τὸ παρῳχηκέναι ἤδη τελείως σὺν τῇ μετ' αὐτὸ νυκτὶ πᾶν τὸ σάββατον καὶ ἑτέραν ἄρχεσθαι ἡμέραν, ὅτε ἦλθον τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα φέρουσαι. Ὅθεν δῆλον, ὡς ἀνειστήκει πρὸ πολλοῦ. Τούτῳ κατακολουθεῖ καὶ ὁ Μάρκος, λέγων· Ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν· καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου∙ λίαν μὲν γὰρ πρωΐ, καί οὕτος εἶπεν, ὅπερ ταυτόν ἐστι τῷ βαθέος ὄρθρου, καὶ ἐπήγαγεν, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Ἡ μὲν γὰρ ὁρμὴ καὶ ἡ ὁδὸς αὐτῶν, δῆλον ὡς ὄρθρου βαθέος καὶ λίαν πρωΐ κατήρχθη, παρέτειναν δὲ κατά τε τὴν πορείαν, καὶ περὶ τὸ μνημεῖον διατρίβουσαι μέχρις ἀνατολῆς ἡλίου· καὶ λέγει καὶ τότε ταύταις ὁ νεανίσκος ὁ λευχείμων· Ήγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε. 
Τούτων οὕτως ἐχόντων, τοῦτο τοῖς ἀκριβολογουμένοις ἀποφαινόμεθα, κατὰ ποίαν ὥραν ἢ καὶ ποῖον ἡμιώριον ἢ ὥρας τέταρτον ἄρχεσθαι προσῆκε τῆς ἐπὶ τῇ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ νεκρῶν Ἀναστάσει χαρᾶς. Τοὺς μὲν λίαν ἐπιταχύνοντας καὶ πρὸ νυκτὸς ἐγγὺς ἤδη μεσούσης ἀνιέντας, ως ὀλιγώρους καὶ ἀκρατεῖς μεμφόμεθα, ὡς παρ᾽ ὀλίγον προκαταλύοντας τὸν δρόμον, λέγοντος ἀνδρὸς σοφοῦ· Οὐ μικρὸν ἐν βίῳ τὸ παρὰ μικρόν. Τοὺς δὲ ἐφυστερίζοντας καὶ διαρκοῦντας ἐπὶ πλεῖστον, καὶ μέχρι τετάρτης φυλακῆς ἐγκαρτεροῦντας, καθ' ἣν καὶ τοῖς πλέουσιν ὁ Σωτὴρ ἡμῶν περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἐπεφάνη, ὡς γενναίους καὶ φιλοπόνους ἀποδεχόμεθα. Τοῖς δὲ μεταξύ, ὡς ἐκινήθησαν ἢ ὡς ἠδυνήθησαν, ἀναπαυσαμένοις, μὴ πάνυ διοχλῶμεν, ἐπεὶ μηδὲ τὰς ἓξ τῶν νηστειῶν ἡμέρας ἴσως, μηδὲ ὁμοίως πάντες διαμένουσιν. Ἀλλ' οἱ μὲν καὶ πάσας ὑπερτιθέασιν, ἄσιτοι διατελοῦντες, οἱ δὲ δύο, οἱ δὲ τρεῖς, οἰ δὲ τέσσαρας, οἱ δὲ οὐδεμίαν. Καὶ τοῖς μὲν πάνυ διαπονηθεῖσιν ἐν ταῖς ὑπερθέσεσιν, εἶτα ἀποκαμοῦσι καὶ μόνον οὐκ ἐκλείπουσι, συγγνώμη τῆς ταχυτέρας γεύσεως. Εἰ δέ τινες, οὐχ ὅπως οὐχ ὑπερτιθέμενοι, ἀλλὰ μηδὲ νηστεύσαντες, ἢ καὶ τρυφήσαντες τὰς προαγούσας τέσσαρας, εἶτα ἐλθόντες ἐπὶ τὰς τελευταίας δύο, καὶ μόνας αυτὰς ὑπερτιθέντες, τήν τε παρασκευὴν καὶ τὸ σάββατον, μέγα τι καὶ λαμπρὸν ποιεῖν νομίζουσιν, ἂν μέχρι τῆς ἕω διαμείνωσιν, οὐκ οἶμαι τὴν ἄθλησιν αὐτοὺς πεποιῆσθαι ἴσην τοῖς τὰς πλείονας ἡμέρας προησκηκόσι. Ταῦτα μέν, ὡς φρονῶ, συμβουλεύων περὶ τούτων ἔγραψα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις