Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Αγία Αγγελίνα Μπράνκοβιτς – Κομνηνή της Σερβίας.

 
Αγία Αγγελίνα Μπράνκοβιτς – Κομνηνή της Σερβίας. 
 1η Ιουλίου και 10 Δεκεμβρίου. 
Ήταν θυγατέρα του Γεωργίου Καστριώτη - Σκεντέρ Μπέη, Ηγεμόνα της Αλβανίας και συζεύχθηκε τον Δεσπότη της Σερβίας άγιο Στέφανο, γιό του Δεσπότη Γεωργίου Μπράνκοβιτς, με τον οποίο απέκτησε δύο γιούς, τον Μητροπολίτη Βλαχίας άγιο Μάξιμο (+ 1546) και τον Δεσπότη της Σερβίας Άγιο Ιωάννη (+1493). 
Μετά την ατυχή έκβαση του πολέμου του συζύγου της Στεφάνου κατά των Τούρκων και την τύφλωσή του από αυτούς, τον ακολούθησε αυτοεξόριστη στην Ιταλία και μετά τον θάνατό του έγινε μοναχή. Με την βοήθεια του Μεγ. Ηγεμόνα της Ρωσίας Βασιλείου Γ', ίδρυσε στη Σερβία την Μονή του Κουπίνοβο, όπου μετέφερε και εναπόθεσε το αδιάφθορο Λείψανο του συζύγου της. 
Κοιμήθηκε ειρηνικά και ενταφιάσθηκε στην ίδια Μονή. Το Λείψανό της ανακομίσθηκε αδιάφθορο και σήμερα φυλάσσεται στη Μονή του Κουπίνοβο. Στην ίδια Μονή ενταφιάσθηκαν και οι γιοί της Άγιοι Μάξιμος Μητροπολίτης Βλαχίας και Ιωάννης Δεσπότης των Σέρβων, των οποίων τα Λείψανα ανακομίσθηκαν επίσης αδιάφθορα και φυλάσσονται εκεί. Η μνήμη της τιμάται στις 1 Ιουλίου. 
Επίσης εορτάζει στις 10 Δεκεμβρίου μαζί με τον σύζυγό της Στέφανο και τον γιό της Ιωάννη

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Όσιος Άνθιμος ο Δια Χριστόν Σαλός.



Όσιος Άνθιμος ο Δια Χριστόν Σαλός. Ημέρα Μνήμης: 9 Δεκεμβρίου.



1. Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας και τα πρώτα του χρόνια τα έζησε με πολλή ευλάβεια και προσήλωση στις Ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας. Νέος νυμφεύθηκε και κατόπιν χειροτονήθηκε Ιερεύς. Μετά τον θάνατο της συζύγου του ήλθε στο Άγιον Όρος, περί το 1830, κι έγινε μοναχός στη μονή Σίμωνος Πέτρας.


Το 1841 επέλεξε ένα δύσκολο δρόμο αγιότητος, την διά Χριστόν σαλότητα, και αναχώρησε για τις αθωνικές ερημιές. Συχνά πήγαινε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος και του άρεσε ν'ακούει την ακολουθία από τον νάρθηκα προσποιούμενος, για να ταπεινώνεται, τον σαλό. Όταν τον αντιλαμβάνονταν, αναχωρούσε για τα σπήλαια, τα δάση και τις ρεματιές του Άθωνα. Μ'ένα τριμένο τσουβάλι αντί για ράσο, με μεγάλη αυτομεμψία και αυταπάρνηση, ζούσε στις παγωνιές και τους καύσωνες με υπομονή κι ελπίδα. Σε ορισμένους με το διορατικό του χάρισμα αποκάλυπτε τους κρυφούς τους λογισμούς και τους διόρθωνε κατανύσσοντάς τους. Ορισμένοι τον θεωρούσαν πραγματικά σαλό. Εκείνος όμως τηρούσε πάντα τον αυστηρό κανόνα της ακτημοσύνης, της νηστείας και της προσευχής, μισώντας τις τιμές και τους επαίνους. Για κατοικία είχε τους βράχους, τα φαράγγια και τις κουφάλες των δένδρων. Περιδιάβαινε όλο το Άγιον Όρος νουθετώντας πολλούς με την άκρα ασκητική του ζωή.


Το τέλος του, πού από καιρό το προγνώρισε, τον βρήκε στο νοσοκομείο της μονής Ζωγράφου, στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 9 Δεκεμβρίου.


2. Ο πατήρ Άνθιμος γεννήθηκε στη Σόφια και υπήρξε στον κόσμο ιερέας σε ενορία. Μετά το θάνατο της πρεσβυτέρας του, περί το 1830, αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου στην αρχή μόνασε στην μονή της Σιμωνόπετρας και έλαβε το μοναχικό σχήμα.


Από το έτος 1841 άρχισε να κάνει τον δια Χριστό Σαλό, αλλά δεν έγινε γνωστό τι τον οδήγησε να ακο­λουθήσει αυτό τον δύσκολο και μαρτυρικό δρόμο της πνευματικής ζωής. Αγαπούσε πολύ το ρωσικό μονα­στήρι του Αγίου Παντελεήμονα, του άρεσε πολύ να παρακολουθεί τις ρωσικές ακολουθίες, γι’ αυτό και πήγαινε συχνά εκεί, μερικές φορές έμενε για μια εβδο­μάδα, ίσως και περισσότερο.


Ο π. Άνθιμος πάντοτε προσπαθούσε να κρύβει την εσωτερική ζωή του, κάνοντας τον τρελό, συχνά μιλούσε άσκοπα και αλλόκοτα και μερικές φορές συ­μπεριφερόταν παράξενα. Όταν καταλάβαινε ότι οι άν­θρωποι άρχιζαν να αντιλαμβάνονται την πνευματική του νοερή εργασία και να του δείχνουν σεβασμό, σκο­πίμως κάτι παράλογο θα έβρισκε να κάνει, για να ανατρέψει την εκτίμηση προς το πρόσωπό του ή θα έφευ­γε για την έρημο, για να ησυχάσει για δύο ή τρεις μή­νες, ή πάλι θα έτρεχε στις σπηλιές και στα απόμακρα μέρη του Άθωνα και έπειτα πάλι θα επέστρεφε στο μοναστήρι.


Στην αρχή της σαλότητάς του και για πέντε περίπου χρόνια, φορούσε κανονικό ράσο και ζωστικό, έ­τρωγε στην κοινή τράπεζα και δεν απομακρυνόταν για πολύ στην ερημιά. Έτσι, σιγά σιγά προσπαθούσε να γίνεται πιο ολιγαρκής και στο φαγητό και στα εν­δύματα, ώσπου τα παπούτσια του τρύπησαν, τα ρούχα του άρχισαν να σχίζονται και αυτός κατέληξε να ζει σαν ρακένδυτος. Πολλοί, βλέποντας την υπερφυσική του συμπεριφορά, πνευματικά δυνάμωναν, αλλά μερι­κοί σκανδαλίζονταν γιατί τον θεωρούσαν ασυλλόγιστο. Εκείνος νουθετώντας διόρθωνε, ενδυνάμωνε και τις ψυχές των αδελφών με την κάθε ευκαιρία ωφελού­σε, όμως, την εσωτερική του ζωή απέκρυπτε με προ­σοχή. Λίγοι ήσαν αυτοί που είχαν την ευλογία να τους αποκαλυφθεί, αλλά οι περισσότεροι γνώριζαν ό­τι είχε το χάρισμα της προορατικότητας.


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, πολύ συχνά πήγαινε στο Ρωσικό, αλλά δεν έμπαινε πάντοτε μέσα, εκτός αν τον καλούσαν επιτακτικά. Έμενε συχνά πί­σω από το μοναστήρι κοντά στην κουζίνα ή στην τρα­πεζαρία για τους εργάτες, όπου τον καιρό που έκανε πολύ κρύο πήγαινε για να ζεσταίνεται και να τρέφε­ται. Ο ηγούμενος είχε πει στον εκεί τραπεζάρη να υ­ποδέχεται τον γέροντα και να τον περιποιείται. αυτός εγκάρδια τηρούσε την εντολή του ηγουμένου και κα­τάφερε να αποκτήσει ιδιαίτερα την εμπιστοσύνη του π. Άνθιμου, έτσι διδάχθηκε και τα μυστικά του πνευ­ματικά γυμνάσματα.


Ο π. Άνθιμος είχε μεγάλο χάρισμα από τον Θεό για αρκετό διάστημα να νηστεύει, πράγμα το οποίο πρόσεχε να μη γίνεται ορατό, αλλά μερικές φορές, ό­χι σκόπιμα, στο οικείο περιβάλλον του, αποκάλυπτε τα χαρίσματα τα οποία ο Κύριος τον αξίωνε να γευθεί. Έτσι μια φορά κατά το χρόνο της νηστείας των αγίων Πέτρου και Παύλου, ο γέροντας πήγε στο Ρω­σικό πολύ κουρασμένος και ο μοναχός που τον υποδέ­χθηκε τον περιποιήθηκε με χαρά και του παρέθεσε τράπεζα. Ο π. Άνθιμος άρχισε να τρώει, ο μοναχός τότε έφυγε προς στιγμήν από την τραπεζαρία, κοιτάζοντας λίγο προς το μέρος του γέροντα. Ο π. Άνθι­μος μη γνωρίζοντας ότι τον κοιτάει, άρχισε να τρώει γρήγορα και λαίμαργα. Αυτό σκανδάλισε τον τραπε­ζάρη ο οποίος άρχισε να κατηγορεί τον γέροντα με τον λογισμό του, γιατί τάχα ο τόσο ξηρός και αδύνα­τος μοναχός τρώει τόσο πολύ. Έχοντας τέτοιους λο­γισμούς βγήκε από την τραπεζαρία. Ο γέροντας αφού τελείωσε το φαγητό, βγήκε και αυτός και κάθισε δί­πλα στην πόρτα. Βλέποντας τον φίλο μοναχό, που τον περιποιήθηκε, τον κάλεσε να καθίσει δίπλα του και τον πήρε από το χέρι, ρωτώντας τον:


-Αλήθεια, γνωρίζεις λοιπόν αδελφέ μου, τί σημαίνει ταπείνωση;
Ο μοναχός με ταπείνωση απάντησε:
-Δεν γνωρίζω.


-Ταπείνωση σημαίνει, κανένα να μη κατακρίνεις και τον εαυτό σου να θεωρείς τον χειρότερο από όλους. Ιδού, εσύ πριν λίγο σκανδαλίστηκες και με κατέκρινες γιατί έφαγα τόσο πολύ, αλλά δεν ξέρεις πόσες μέ­ρες έχω να φάω… Θυμάσαι, όταν για τελευταία φορά έφαγα εδώ;
-Θυμάμαι πάτερ, ότι ήσουν εδώ την Κυριακή των Βαΐων, από τότε δεν σε ξαναείδα.
-Βλέπεις λοιπόν πόσες ήμερες έχω να φάω; Και συ με κατακρίνεις γιατί τρώω πολύ. Αδελφέ. τα χαρίσματα του Θεού είναι διάφορα και στον καθένα κάτι έχει δώσει ξεχωριστό. Έτσι σε μένα ο Θεός έδωσε την δύναμη να υπομένω την πείνα και την δίψα. Μπο­ρείς όμως εσύ σ’ αυτά να υπομένεις τόσο, όσο εγώ; Κάνε δοκιμή, βγάλε τα ενδύματά σου και ανυπόδητος έλα μαζί μου, τουλάχιστον μέχρι το κοντικό μοναστή­ρι. Εσύ είσαι ψάλτης, πώς ψέλνεις στον Θεό; Οι λο­γισμοί σου τρέχουν σε όλες τις κατευθύνσεις, άκουσε πώς εγώ τώρα θα ψάλλω.


Ο γέροντας ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και με φωνή όλο συγκίνηση έψαλλε:


-Αλληλούια…


Δάκρυα μεγάλα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια του. Ο τραπεζάρης εθλίβη και άρχισε να κλαίει. Τότε ο γέροντας του είπε:


-Λοιπόν, αδελφέ, μη κατακρίνεις κανένα, γιατί δεν γνωρίζεις τι χαρίσματα μπορεί να διαθέτουν άλ­λοι. προσοχή να δίνεις στα της δικής σου ψυχής.


Ο αδελφός, έβαλε μετάνοια στον γέροντα και τον παρακάλεσε να τον συγχωρέσει και από τότε δημιουρ­γήθηκε μεταξύ τους μια πνευματική φιλία.


Ένας άλλος αδελφός, κάποτε, σκανδαλίστηκε από κάποιες ενέργειες του γέροντα και τον ενόχλησε ο λο­γισμός: Είναι δυνατόν να είναι διορατικός, ενώ έτρω­γε τόσο πολύ;


Ο γέροντας κατάλαβε τους λογισμούς του και τον κάλεσε κοντά του λέγοντας:
-Εσύ, αδελφέ, θέλεις να γίνεις μοναχός καλός, ενώ οι λογισμοί σου βρίσκονται στην Ρωσία. Θα πας εκεί, θα κάνεις το θέλημά σου και αφού θα ξαναγυρί­σεις εδώ, τότε ο πνευματικός σου θα σου δώσει το μέγα και αγγελικό σχήμα. Τα λόγια του Στάρετς επαληθεύθηκαν, όπως είχε προβλέψει. Εκείνος ο αδελφός είχε πολλούς λογισμούς γι’ αυτό εγκατέλειψε το κοινόβιο και έφυγε για την πατρίδα του τη Ρωσία, αλλά έπειτα από ένα χρό­νο πάλι επέστρεψε στο Άγιο Όρος και αξιώθηκε του μεγάλου σχήματος.


Ο μοναχός που διακονούσε τον π. Άνθιμο τον εκτιμούσε σαν άγιο, όμως συγχρόνως, φοβόταν να το εκφράσει, γιατί γνώριζε ότι ο γέροντας δεν ήθελε ε­παίνους. Μια φορά ο τραπεζάρης περίμενε τον γέρο­ντα, τον τακτοποίησε στην τράπεζα, ενώ ο ίδιος από σεβασμό δεν κάθησε δίπλα του, αλλά προσποιήθηκε ότι έχει κάποιο διακόνημα. Ο γέροντας έτρωγε σιω­πηλός με δυσκολία και έβλεπε τον αδελφό, ο οποίος πήγαινε εδώ κι εκεί. Όταν τελείωσε το φαγητό ο π. Άνθιμος, σηκώθηκε από το κάθισμα λέγοντας:
-Καλά, καλά αδελφέ, τώρα σταμάτησε. Είθε να σε βοηθήσει ο Κύριος και να σου δίνει δύναμη.


Ένας ιερομόναχος του είχε πει ότι ο τραπεζάρης νοσταλγούσε την ιδιαίτερή του πατρίδα και σκεφτό­ταν να αφήσει το Άγιον Όρος. Όταν πάλι εκείνος ο αδελφός σκεφτόταν αυτά, ξαφνικά στο κελλί του μπή­κε ο π. Άνθιμος, πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί πριν και του είπε:


-Η μητέρα του Θεού μου αποκάλυψε να σου πω, να μη πας στην Ρωσία γιατί, αν ξαναφύγεις για τον κόσμο, να ξέρεις πως θα πέσεις σε μεγάλες αμαρτίες.


Κάποτε για πολύ καιρό ο γέροντας είχε μείνει με προσευχή στις κορυφές του Άθωνα. Ο τραπεζάρης, ο οποίος για αρκετό καιρό είχε να δει τον γέροντα ανη­σύχησε και γι’ αυτό έκανε προσευχή στο Θεό να τον οδηγήσει πίσω στο μοναστήρι. Γιατί συλλογιζόταν ό­τι ίσως ο γέροντας από την πολλή άσκηση στην έρη­μο κουράστηκε και ίσως έπρεπε κάποιος να του πάει φαγητό και τσάι. Την επομένη ημέρα το πρωί ο γέρο­ντας επέστρεψε στη μονή και όταν συνάντησε τον τραπεζάρη φίλο του, τον κοίταξε με ελαφρό χαμόγελο και του είπε:


-Ορίστε, για το θέλημά σου κατέβηκα από τον Άθωνα, είμαι κατάκοπος και τα πόδια μου πλήγιασαν α­πό τις πέτρες. Χρειάζομαι λοιπόν το τσάι σου, έπειτα από τέτοια κούραση.


Ο αδελφός ξαφνιάστηκε για το προορατικό του χάρισμα και του ζήτησε συγγνώμη για την ταλαιπω­ρία.


Μια φορά, αρχές Οκτωβρίου, όταν στο Ρωσικό είχαν αγρυπνία προς τιμήν της Τιμίας Εσθήτος (Ζώ­νης) της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο π. Άνθιμος βάδιζε προς το μοναστήρι κουρασμένος και με δυσκολία α­ναπνέοντας. Όταν συνάντησε τον γνωστό του μονα­χό, του είπε:


-Αυτή την νύκτα βρισκόμουν σε μια τοποθεσία κοντά στη μονή Ζωγράφου και προσευχόμουν πάνω σε μια πέτρα. Κατά την ώρα της προσευχής είδα την Μητέρα του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό προς το μοναστήρι σας. Χάρηκα γι’ αυτή την αποκάλυψη και έτρεξα προς τα εδώ για να προφθάσω, να βρεθώ υ­πό την σκέπη της, μαζί με όλους εσάς. Όμως, όταν άρχισα να τρέχω, ξαφνικά εμφανίστηκε ένα φίδι και με ορμή πετάχθηκε πάνω μου και με δύναμη με δά­γκωσε στο πόδι. Αλλά κατάλαβα ότι αυτό ήταν πειρα­σμός, ο οποίος ήλθε κατά παραχώρηση Θεού, για να με κάνει να ξεχάσω την πνευματική ωφέλεια και την αγρυπνία, γι’ αυτό και δεν έδωσα σημασία και άρχισα να τρέχω, έως το μοναστήρι.


Ο αδελφός κοίταξε το πόδι του γέροντα: Η πατούσα ήταν τραυματισμένη και το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Η μεγάλη αγάπη του γέροντα προς τον Θεό τον έκανε να μη αισθάνεται τον σαρκικό πόνο.


Ο χειμώνας του 1862 ήταν πολύ κρύος και γεμά­τος χιόνια. Ο π. Άνθιμος ζούσε τότε στην έρημο, σε μια σπηλιά στους πρόποδες του Άθωνα. Το χιόνι σε ‘κείνο το σημείο ήταν τόσο πολύ, που έφραξε την έ­ξοδο της σπηλιάς. Έτσι ο γέροντας αποκλείστηκε για σαράντα έξι ήμερες, δίχως ψωμί. Επειδή τον χει­μώνα τον περνούσε μέσα στο μοναστήρι και οι πατέ­ρες του Ρωσικού έβλεπαν ότι με τέτοιο δυνατό κρύο δεν ερχόταν, άρχισαν να ανησυχούν, μήπως του συνέ­βη κάτι στην έρημο. Τότε μια μέρα ο γέροντας κατέ­βηκε στο μοναστήρι κατάκοπος και με παγωμένο πρό­σωπο και τα χέρια. Ο αδελφός που έδειχνε πάντα ενδιαφέρον γι’ αυτόν, βλέποντάς τον απροσδόκητα ανα­φώνησε χαρούμενος:


-Πάτερ εσύ είσαι; Εμείς ανησυχούσαμε, ότι δεν θα σε ξαναδούμε. Πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό;


-Καθόμουν στην σπηλιά.


-Και τί έτρωγες εκεί πάτερ;


-Αδελφέ μου π. Βίκτωρα, πόσο εκεί υπέφερα από το κρύο και τον διάβολο, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Νόμι­σα ότι είχε έρθει το τέλος της ζωής μου, αλλά εμφανί­στηκε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και με γλύτωσε από τον θάνατο.


Κάποτε πάλι συνέβη, να μην εμφανιστεί στο μο­ναστήρι ο γέροντας για πέντε μήνες. Οι μοναχοί και πάλι ανησύχησαν μήπως του συνέβη τίποτα κακό. Ο πνευματικός Ιερώνυμος γνώριζε έναν ησυχαστή στον οποίο ο π. Άνθιμος είχε εμπιστοσύνη και τον παρα­κάλεσε να αναζητήσει τον γέροντα και να μάθει την αιτία που τόσο καιρό δεν έχει εμφανισθεί στο μοναστήρι. Βλέποντας τον π. Άνθιμο εκείνος ο πνευματι­κός τον ρώτησε, γιατί δεν πηγαίνει πια στο Ρωσικό. Ο γέροντας του απάντησε:


-Όσο καιρό δεν με επαινούσαν και δεν με θεωρούσαν άγιο, πήγαινα, τώρα ό­χι μόνο δεν έχω όφελος να πάω, αλλά ίσως είναι και προς ζημία της ψυχής μου. Την τελευταία φορά που πήγα, ένας ιερομόναχος έπεσε στα πόδια μου και είπε: προσευχήσου για μένα, άγιε πάτερ, τον αμαρτωλό. Ό­ταν έφυγε αυτός, άλλος ένας ιερομόναχος ήρθε να μου πει τα ίδια. Βλέπεις λοιπόν, μπορώ να ξαναπάω σ’ αυ­τούς; Αν και αγαπώ τόσο αυτό το μοναστήρι, γι’ αυτό θα τους επισκέπτομαι σπάνια.


Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο π. Άνθιμος πήγαινε στο Ρωσικό, αλλά δεν έμπαινε μέσα, παρά ήταν φιλοξε­νούμενος του φίλου του μοναχού έξω από το μοναστή­ρι. Μ’ αυτόν συζητούσε για όλα και του αποκάλυπτε ακόμα, τα θαυμαστά σημεία. Μια φορά ο γέροντας πήγε και μίλησε στην ώρα της τράπεζας, όπου τον εί­χαν προσκαλέσει και είπε τα εξής:


-Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, χθες την Κυρια­κή επισκέφθηκε το μοναστήρι σας, γιατί είχατε φιλοξενήσει πολλούς ερημίτες στην τράπεζά σας, δίνοντάς τους και ευλογίες.


Ο π. Άνθιμος δεν είχε μόνιμη κατοικία, αλλά ό­λο το Άγιον Όρος ήταν δικό του. (Περιπατητές, ονομάζονταν εκείνοι οι μοναχοί που δεν ανήκαν σε κά­ποιο μοναστήρι, δηλαδή ενταγμένοι σε κάποιο μοναχολόγιο). Πήγαινε σε όλα τα μοναστήρια και τις σκή­τες και σε όλα τα μέρη, μα πιο συχνά στο Ρωσικό. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε γύρω από τη μο­νή Ζωγράφου και εργαζόταν στο κτίσιμο του νέου μο­ναστηριού, μεταφέροντας πέτρες και νερό.
Τον Αύγουστο του 1867, ο μεγάλος ασκητής για τελευταία φορά επισκέφθηκε το Ρωσικό, πήγε κατευ­θείαν μέσα στο αρχονταρίκι και για πολλή ώρα συνο­μίλησε με τον γνωστό του αδελφό μοναχό. Τον νουθέτησε πώς να νικάει τους λογισμούς και τα πάθη και στο τέλος του είπε:


-Εγώ πλέον δεν θα ξανάρθω σε σας, γιατί σύντομα θα πεθάνω.


Στο τέλος του Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο π. Άνθιμος πήγε στου Ζωγράφου και εκεί αρρώστησε. Τον έβαλαν στο νοσοκομείο, στο οποίο παρέμεινε δώ­δεκα ημέρες. Στις εννέα Δεκεμβρίου (1867) έφυγε από αυτή την ζωή και εν ειρήνη αναπαύθηκε εις τας ουρανίους μονάς.


Πηγές: 1. Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους, Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2007.


2. Από το Περιβόλι της Παναγίας, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ


Παρακλητικός Κανών της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννας εδώ
Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ
Μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου 
Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο Οποίος επιθυμούσε ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη αρχικά στον Ιωακείμ και την Άννα, τους δίκαιους Θεοπάτορες, να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής τους στείροι -συμβολίζοντας έτσι κατ’ ακρίβεια την ανθρώπινη φύση, τη στρεβλωμένη και την αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου-, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν εκτενώς τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. 
Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν ένα υπερευλογημένο τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού. 
Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης που χωρίσθηκε από τον Θεό διά του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής, που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και της αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα άχραντα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. 
Παρ’ ότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία, προήλθε από κατά πάντα φυσιολογική σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3, 16). Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός προ των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου διά του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2, 14), για να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν και η Μητέρα Του, στα σπλάχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μη τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς τους απογόνους του Αδάμ. 
Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι με τυχαίο τρόπο, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της. Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος. 
Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητας και της καθαρότητας, αγνεύοντες μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε τα πάντα ώστε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας εν Πνεύματι ο Σωτήρας Χριστός. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος)
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ



Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 

 

ΣΤΗΝ ἔρημο ὅταν ἤμεθα ἡ ἀγρυπνία μας ἄρχιζε μὲ τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Καὶ παρατείνονταν μέχρι τῶν ὀρθρινῶν ὡρῶν. 
Ὁ μακαριστός Γεροντάς μου Ἰωσήφ, διδάσκοντάς μας τὰ καθήκοντα τῆς μοναχικῆς πολιτείας ἐπέμενε πολὺ στὴν πρακτική μέθοδο τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καθὼς ἡ δική του ζωὴ ἦταν μια συνεχής βία στὸ θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε καὶ ἡμεῖς νὰ βιάζωμε ὅσο ἡμποροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας γιὰ νὰ στερεώσωμε βαθειὰ στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι ὁ ἀκρογωνιαίος λίθος τῆς ὅλης πνευματικῆς οἰκοδομῆς. 
Μετὰ τὸν ὕπνο, μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ξεκούραστος, καθαρός. Εἶναι ὅ,τι πρέπει γιὰ νὰ τοῦ δώσωμε ὡσὰν πρώτη πνευματική ὕλη τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Τοῦτο ὅμως γνωρίζοντάς το ὁ Διάβολος σπεύδει καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῆς ἐξυπνήσεως νὰ σπείρη ἀστραπιαίως τὰ ζιζάνια τῶν πονηρῶν λογισμῶν του, οὕτως ὥστε μὲ αὐτὰ νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀλέθῃ ὁ μύλος τῆς μνήμης καὶ νὰ ἀκούεται τὸ γύρισμά του ὡσὰν ἦχος ἰδικῆς του προσευχῆς. 
Οἱ μυλωνάδες στὴ γλῶσσα τους, ἐκεῖνο τὸ μέρος ὅπου βάζουν τὸ σιτάρι, τὸ κριθάρι, τὸ καλαμπόκι ἢ ὅ,τι ἄλλο εἶναι γιὰ ἄλεσμα, τὸ λέγουν «πόθο». Ἐπάνω ἀνοιχτὸς καὶ φαρδὺς ὁ πόθος καταλήγει κάτω τόσο στενὸς ποὺ ἀφήνει λίγα μόνο σπυριὰ νὰ πέφτουν ρυθμικά στις μυλόπετρες. 
Λοιπόν, ὅ,τι μπὴ στὸν πόθο θὰ περάση τὶς μυλόπετρες, θὰ ἀλεσθῆ, ᾿Αλλὰ ὅ,τι στην καρδιά, ποὺ ἔχει ὅλους τοὺς ἀνθρώπινους πόθους δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀνεβῆ καὶ νὰ περάση ἀπ᾿ τὶς μυλόπετρες τοῦ νοῦ. Ἐκ τῆς καρδίας εἶπεν ὁ Κύριος ὅτι ἐξέρχονται οἱ πονηροί λογισμοί. Καὶ ἀνεβαίνουν καὶ περνοῦν ἕνας - ἕνας καὶ ἀλέθονται. Ὅσο πιὸ ἀκάθαρτη καὶ γήϊνη ἡ καρδία, τόσο πιὸ αἰσχροὶ καὶ χαμερπεῖς οἱ λογισμοί. 
Λοιπὸν γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ ὅλη ἡ θολούρα τῶν λογισμῶν στὸν νοῦ, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καθαρισθῇ ἡ καρδία καθὼς τὸ ἐπιθυμεῖ ὁ Πλαστουργός της, κατεβάζομε διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς τὸν νοῦν μας εἰς τὸν καρδιακὸν οὐρανὸν καὶ μετατρέπομε τὸν χῶρο τῆς ἐμπαθείας καὶ τῆς ἐμμέσου λατρείας τοῦ Σατανᾶ σὲ ναὸν τοῦ Θεοῦ ἅγιον, σὲ κατοικητήριον τῆς ῾Αγίας Τριάδος. 
Μὲ τὰ λόγια αὐτὸ τὸ σχῆμα ποὺ διαγράψαμε εἶναι ἁπλό, ἀλλὰ στὴν ἐφαρμογήν του ἀπαιτεῖ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀμέριστον συνέργειαν τῆς θείας χάριτος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς πάντοτε προσφέρεται καὶ μάλιστα παρακαλῶντας «Δός μοι, υἱέ, σὴν καρδίαν», ἀπαραίτητον εἶναι νὰ προσφέρωμε καὶ ἡμεῖς τὸν ἑαυτόν μας διλόκληρον καὶ πειθήνιον εἰς τοὺς ἀσκητικοὺς κανόνας τῶν Νηπτικῶν Πατέρων μας. 
Λοιπὸν προσοχή στοὺς πρώτους λογισμοὺς μετὰ τὸν ὕπνο. Όνειρα, φαντασίες, καλὰ - ἄσχημα, ὅ,τι μᾶς κληροδότησε ὁ ὕπνος τὰ σβήνουμε ἀμέσως. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως παίρνομε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ σὰν ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς μας. 
Ἐν τῷ μεταξὺ ἀφοῦ ρίξωμε λίγο νερό στὸ πρόσωπο γιὰ νὰ ξυπνήσωμε, καὶ ἀφοῦ πάρωμε ἕνα καφέ ἢ κάτι ἄλλο γιὰ τόνωσι · ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀγρυπνία μας ἀρχίζει πολύ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυκτα – λέγομε τὸ Τρισάγιο, ἀπαγγέλλομε τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως καὶ τὸ ῎Αξιόν ἐστιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ καθήμεθα στὸν τόπο τῆς προσευχῆς μας μὲ τὸ ὅπλον κατὰ τοῦ Διαβόλου στὸ χέρι – τὸ κομποσχοίνι. 
Κάθισες στὸ σκαμνάκι σου; Ἔλεγε ὁ Γέροντας. Μιὰ στιγμή! Μὴν ἀρχίσης νὰ προσεύχεσαι κατὰ τὸν ἐνδιάτακτον τρόπον, πρὶν συγκεντρώσης τὴν διάνοιά σου, καὶ πρὶν ἀδολεσχήσης ὀλίγον μὲ τὸν θάνατον καὶ τὰ ἐπακόλουθα. 
Συλλογίσου ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία νύχτα τῆς ζωῆς σου. Γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες καὶ νύχτες εἶσαι σίγουρος ὅτι πέρασαν καὶ διαδοχικὰ σὲ παρέπεμψαν μέχρις σ' αὐτὸ τὸ χρονικὸ ὅριο τοῦ βίου σου, Γιὰ τούτη ὅμως τὴ νύχτα ποὺ ἔχεις μπροστὰ δὲν εἶσαι σίγουρος ἂν θὰ σὲ παραδώση στὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἔρθη ἢ στὸν θάνατο ποὺ ἔρχεται. Πόσοι θὰ ἀποθάνουν αὐτὴ τὴ νύχτα! Πῶς τὸ ξέρεις ὅτι δὲν θὰ εἶσαι ἀνάμεσα σ' αὐτούς; 
Συλλογίσου λοιπὸν πώς, φεύγοντας σὲ λίγο, θὰ ἔρθουν νὰ διεκδικήσουν τὴν ψυχή σου οἱ ῎Αγγελοι ἢ οἱ Δαίμονες κατὰ τὰ πεπραγμένα σου. Πικροί κατήγοροι οἱ Δαίμονες τὴν ὥρα τοῦ θανάτου παρουσιάζουν στη μνήμη ὅλα τὰ ἔργα ὅλης τῆς ζωῆς καὶ ὠθοῦν στὴν ἀπόγνωση. Οἱ ῎Αγγελοι ἀντιπροβάλλουν τὰ κατὰ Θεὸν εἶργασμένα. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πρόχειρο πρωτοδικείο προσδιορίζεται ἡ πορεία τῆς ψυχῆς. Ἔπειτα τὰ ἐναέρια τελώνια. Ἔπειτα τὸ φοβερὸν βῆμα τοῦ Κριτοῦ. Καὶ ἔπειτα ἡ ἀπόφασις. 
Καὶ ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς διαδικασίας θὰ εἶναι κόλασις, τότε τι θὰ κάμης, ψυχὴ ταλαίπωρη; Τι θὰ ἔδινες τὴν ὥρα ἐκείνη γιὰ νὰ λυτρωθῆς; Ἐλθὲ εἰς ἑαυτὸν καθὼς ὁ ἄσωτος ἐκεῖνος υἱὸς καὶ μετανόησε καὶ ζήτησε τὸ ἔλεος τοῦ πολυελέου Θεοῦ. Ὅ,τι θὰ ἤθελες τότε νὰ κάμης, κάμε το τώρα. Ἥμαρτες; μετανόησον. Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος. 
Ἐὰν μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις, χωρὶς εἰκόνες καὶ φαντασίες, ἀδολεσχήση ἔστω καὶ γιὰ λίγη ώρα ὁ ἄνθρωπος κατανύσσεται, Μαλακώνει ἡ καρδία του σὰν τὸ κερί, καὶ ἡ διάνοιά του παύει νὰ μετεωρίζεται. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἔχει αὐτὸ τὸ προνόμιο, νὰ νικᾶ ὅλα τὰ ἀπατηλὰ τῆς ζωῆς, καὶ νὰ γεννᾶ στὴν καρδιὰ τὸ κατὰ Θεὸν πένθος. Μέσα σ' αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς κατανύξεως μπορεῖς νὰ ἀρχίσης τὴν μονολόγιστη, ἀδιάλειπτη, νοερά προσευχή σου. 
Καθώς εἶναι συναγμένη ἡ διάνοιά σου, καθὼς εἶναι συντετριμμένο καὶ τεταπεινωμένο τὸ πνεῦμα σου, κλίνε ἐλαφρὰ τὴν κεφαλή σου καὶ στρέψε τὴν προσοχὴ πρὸς τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς. Εἶναι καὶ αὐτὴ συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καὶ περιμένει τὸν νοῦν νὰ κατεβῆ διὰ νὰ προσφέρουν ἱκεσία στὸν πολυεύσπλαγχνο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐξουδενώσῃ. 
᾿Απὸ τὴν εἰσπνοὴ τῶν μυκτήρων ἀρχίζει ἡ διαδικασία τῆς ἀναπνοῆς τοῦ σώματος. Ἐκεῖ σύναψε διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τὴν ἀναπνοὴν τῆς ψυχῆς σου. Εἰσπνέοντας λέγε μια φορὰ τὴν προσευχὴ παρακολουθώντας την μέχρι τὴν καρδιὰ καὶ ἐκπνέοντας ἐπαναλάμβανε την ἄλλη μια φορά. Ἐκεῖ ποὺ σταματᾶ ἡ εἰσπνοὴ στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς ἐκεῖ στερέωσε καὶ τὸν νοῦν σου καὶ ἀμετεωρίστως παρακολούθει διὰ τῆς εἰσπνοῆς καὶ ἐκπνοῆς συνεισπνεομένην καὶ συνεκπνεομένην τὴν προσευχήν: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! 
Επιστράτευσε ὅσην ἀγαπητικὴν διάθεσιν ἔχεις καὶ ἀφαντάστως καὶ ἀνεικονίστως μνημόνευε διὰ τοῦ ἐνδιαθέτου λόγου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. ᾿Απομάκρυνε κάθε σκέψη. Ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ ὄμορφη καὶ τὴν πιὸ ἁγνὴ καὶ τὴν πιὸ σωτήρια. Εἶναι τοῦ πονηροῦ, ἐκ δεξιῶν γιὰ νὰ σταματήση τὴν προσευχή. 
Καταφρόνησε ὅλους τοὺς πονηρούς λογισμούς, ὅσο αἰσχροὶ καὶ βέβηλοι καὶ βλάσφημοι καὶ ἂν εἶναι. Δὲν εἶναι ἰδικοί σου, μὴ σὲ νοιάζει, δὲν εὐθύνεσαι· βλέπει ὁ Θεὸς πόθεν προέρχονται. Μόνον ἐσὺ μὴ δελεασθῆς, μὴ φοβηθῆς, μὴ συναρπασθῆς, μὴ συνδυάσης μαζί τους. 
Καὶ ἂν πρὸς ὀλίγον μετεωρισθῆς, εὐθὺς μόλις ἀντιληφθῆς τὴν φυγὴν ἀπὸ τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον τῆς προσευχῆς σου ἐπίστρεψε. Καὶ, ἐὰν πάλιν συναρπασθῆς, πάλιν ἐπίστρεψε. Καί, ἐάν, ὅσες φορές μετεωρισθῆς, τόσες καὶ ἐπιστρέψης, ὁ Θεὸς θὰ ἰδῇ τὸν κόπον σου καὶ τὴν προθυμία σου καὶ διὰ τῆς χάριτός Του ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον θὰ στερεώση τὴν διάνοιάν σου. 
Επειδή, συνήθεια ἔχει ὁ νοῦς νὰ τρέχῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμένη ἐκεῖ ὅπου πονᾶμε, συγκράτησε ὀλίγον τὴν ἀναπνοήν σου. Μὴ ἐκπνέης ἀμέσως. Τοῦτο θὰ προξενήση ἕνα μικρὸ ἀβλαβὲς ἄλγος στὴν καρδιά, ἐκεῖ ὅπου θέλουμε να στερεώσωμε τὸν νοῦν μας. Αὐτὸς ὁ μικρὸς πόνος θὰ συντείνη τὰ μέγιστα ὡσὰν μαγνήτης γιὰ νὰ τραβᾶ καὶ νὰ κρατᾶ ἐκεῖ τὴν διάνοια, σὰν θεραπαινίδα τρόπον τινὰ γιὰ νὰ τὸν θεραπεύση. 
Καὶ ὄντως τὸ γλυκὺ ὄνομα τοῦ Κυρίου, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ἐπικαλούμενον μετὰ πόνου καὶ συντριβῆς κάμνει ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, χρόνῳ – σὺν τῷ χρόνῳ, τὴν ἀλλοίωσιν τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, εἰς τὸν χῶρον ὅπου προλαβόντως εἶχε σκηνώσει ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἀνακύκληση τῆς προσευχῆς στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς διευρύνει τόσο τὰ ὅριά της, ὥστε νὰ γίνεται ἄλλος οὐρανὸς καρδιακός, ἱκανὸς νὰ χωρέση τὸν ᾿Αχώρητον. 
Πόλεμος, ἀγῶνας κραταιὸς θὰ γίνη γιὰ τὸν θρόνο τῆς καρδιᾶς. Διάβολος κατ' ἀρχὴν θὰ ἐνεργῆ διὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀναθυμιάσεών των, δηλαδὴ τῶν ποικίλων ἀντιστρατευομένων εἰς τὴν προσευχὴν λογισμῶν. Καὶ ὅσον διὰ νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχῆς καὶ τῶν ἄλλων ἀσκητικῶν προσπαθειῶν θὰ χάνη ἔδαφος, τόσον καὶ θὰ ὠρύεται, καὶ τόσον θὰ ἐπιχειρῆ, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, ὅλο καὶ δυναμικώτερα νὰ ἐκδηλώνη τὴν κακία του καὶ τὴν πανουργία του διὰ ποικίλων ἐπηρειῶν καὶ πειρασμῶν καὶ θλίψεων. Πλὴν τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του θὰ τὰ διαγράφη πάντοτε ἡ στοργική πρόνοια τοῦ Οὐρανίου Πατρὸς ἀνάλογα μὲ τὴν δυνατότητα τῆς ἀντικρούσεως τῶν προσβολῶν. 
Πάντοτε πρὶν ἀπὸ τὸν πειρασμὸ χορηγεῖ κρυπτὴ χάρι στὸν ἀγωνιζόμενον ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός, οὕτως ὥστε δι' αὐτῆς νὰ συντρίβεται ἡ μανία τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐπιστρέφη νικημένος καὶ κατησχυμένος. Πρέπει νὰ δώσωμε στὸν Κύριο τόση χαρὰ ὑπομένοντας τὶς θλίψεις, ὅση θλίψη τοῦ προξενήσαμε δελεαζόμενοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τότε ἐχαίρετο ὁ Διάβολος καὶ ἐλυπεῖτο ὁ Θεός, τώρα σειρὰ νὰ χαρῆ ὁ Θεὸς καὶ νὰ λυπηθῆ, νὰ διαρραγή ὁ Διάβολος. 
Β'. 
᾿Αλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο οὐκ ἔστι μιᾶς ἡμέρας ἢ δύο, ἀλλὰ χρόνου πολλοῦ, καὶ καιροῦ, παρατηρεῖ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «πολλοῦ γὰρ ἀγῶνος καὶ χρόνου χρεία, ὅπως ἐκβληθῇ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἐνοικήσῃ ὁ Χριστός... Σχολάσατε τοίνυν καὶ παραμείνατε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτερησῃ ἡμᾶς καὶ μηδέν έτερον ζητεῖτε ἢ μόνον ἔλεος παρὰ τοῦ Κυρίου τῆς δόξης ζητοῦντες δὲ ἔλεος ἐν ταπεινῇ καὶ ἐλεεινῇ καρδίᾳ ζητεῖτε καὶ βοᾶτε ἀπὸ πρωὶ ἕως ἑσπέρας, εἰ δυνατὸν καὶ ὅλην τὴν νύκτα, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με καὶ βιάσασθε τὸν νοῦν ὑμῶν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἕως θανάτου». 
Παρόμοιες συμβουλές δίδουν ὅλοι οἱ Πατέρες μας καθένας μὲ τὸν τρόπο του καὶ μὲ τὰ λόγια του, πάντως μὲ τὴν ἐμπειρία τοῦ πολέμου καὶ τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, τὸν ὁποῖον κυριολεκτικῶς ἐκνευρίζει καὶ τελείως ἀποδυναμώνει ἡ συνεχὴς ἀδιάλειπτος νοερά προσευχή. 
«Αδελφοί, τὸν Χριστὸν ἀεὶ ἀναπνέετε», παροτρύνει ὁ καθηγητής τῆς ἐρήμου Μέγας ᾿Αντώνιος. 
«᾿Αεὶ μνημόνευε τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐρανὸς ἡ διάνοιά σου γίνεται», ἀποφαίνεται ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Σοφός. 
Ὅσον ἐπιμένει ὁ εὐχόμενος, τόσον καθαρίζεται ἡ καρδιά, τόσον φωτίζεται ὁ νοῦς, τόσον ἀγαθύνεται ἡ διάθεσις, τόσον ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἁπλώνει τὴν χαρὰν καὶ τὴν παρουσίαν της μέσα στὸν κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἄνθρωπον, χάριν τοῦ ὁποίου ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἐκάλυψε ὅλες τὶς διαστάσεις τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἑαυτοῦ ᾿Αναστάσεως. 
᾿Απὸ ἐδῶ προγεύεται τῶν ἀγαθῶν τῆς οὐρανίου Βασιλείας ἐκεῖνος ὅπου θὰ μαράνη τὴ γεύση του, θὰ συστείλη τὶς αἰσθήσεις του ἀπὸ ὅλα τὰ τερπνὰ τοῦ κόσμου, καὶ θὰ σταθῆ ἀνδρείως μέχρι τέλους ἔναντι τῶν ἐπηρειῶν τοῦ κοσμοκράτορος. 
Γαλήνη λογισμῶν, εἰρήνη καρδίας, γλυκύρροα δάκρυα, ἁρπαγή νοός, γνῶσις μυστηρίων, ἀγάπης ὑπερβολή, θεωρία Θεοῦ, τελείωσις «κατὰ τὸ ἐνδεχόμενον τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει». 
Ὅλα αὐτὰ μὲ ἕνα συστηματικόν, διαρκή, ἐπίμονον, ἀνυποχώρητον ἀγῶνα διὰ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. 
᾿Αλλὰ προκειμένου νὰ εἰσακουσθῆ ἡ ἀδιάλειπτος αὐτὴ νοερὰ ἀδολεσχία ἀπαιτεῖται ἀπὸ μέρους τοῦ προσευχομένου καὶ ἡ παράλληλος βοηθητικὴ ἐκπλήρωσις τῶν μοναχικῶν καὶ χριστιανικῶν ἐν γένει ὅρων τῆς πνευματικῆς ζωῆς. 
Προκειμένου περὶ τοῦ ὑποτακτικοῦ Μοναχοῦ ἀπαρασάλευτος ἀπαιτεῖται ἡ ὑπακοή εἰς τὸν Γέροντα, τὸν ὁρατὸν τύπον τῆς ζωῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ρύθμισις τῆς ζωῆς των κατὰ τὶς ὑποδείξεις τῶν πνευματικῶν των πατέρων καὶ ὑπακοὴ εἰς τοὺς Κανόνας τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδίαν ὁδὸν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν θελημάτων του, καθὼς συνιστᾶ νὰ προσέχωμεν ἡ ᾿Αγία Γραφή. 
᾿Αναφέρεται εἰς τὸ Γεροντικὸν πολὺ ἁπλῆ καὶ πολὺ περιεκτικὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀββᾶ Μίνωος: «Ἡ ὑπακοὴ ἀντὶ ὑπακοῆς ἐστιν εἴ τις ὑπακούει τῷ Θεῷ, ὁ Θεὸς ὑπακούει αὑτόν». Καὶ ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας διευκρινίζει ἐκτενέστερα: « Αδύνατον γὰρ ἐστι τὸν Θεὸν μὴ εἶσακοῦσαι τοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν μὴ παρακούσῃ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι γὰρ μακρὰν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὰ θελήματα ἡμῶν οὐκ ἐᾷ αὐτὸν ἀκοῦσαι». 
Τὰ θελήματά μας δὲν ἀφήνουν νὰ εἶσακουσθῆ ἡ προσευχή μας. Ἐὰν προσεύχεσαι καὶ δὲν εἰσακούεσαι, πρόσεχε μήπως παρακούης. Ἐὰν προσεύχεσαι τὴν νύκτα καὶ δὲν προσέχης τὴ ζωή σου τὴν ἡμέρα εἶναι σὰν νὰ χτίζης καὶ νὰ χαλᾶς συγχρόνως. Ἐὰν ἀδιαφορῆς εἰς τὰ μικρά, θὰ παραχωρηθῆ ὁπωσδήποτε νὰ πέσης εἰς τὰ μεγάλα. Πρόσεχε σεαυτῷ. 
Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στέλνη διαπαντὸς ὁ Θεὸς τὴν χάριν Του στὴν καρδιὰ ἐκείνη ποὺ δὲν θέτει φραγμὸ στις ἐπιθυμίες της, καὶ στὴ διάνοια ἐκείνη ποὺ δὲν λέει νὰ περιμαζευθῆ ἀπὸ τὴν ἄσκοπη περιπλάνησή της. Δίδει ὁ Θεὸς κατ' ἀρχὴν τὴν χάριν Του διὰ νὰ μᾶς βοηθήση, νὰ μᾶς διεγείρη, νὰ γλυκάνη τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς μας, νὰ μᾶς προσελκύση᾿ ἀλλ᾽ ἐὰν δὲν συγκοπιάσωμε καὶ ἡμεῖς ἡ χάρις θὰ συσταλῆ ἀνενέργητος. 
Ἐκ τοῦ τρώγειν ἔρχεται ἡ ὄρεξις καὶ ἐκ τοῦ προσεύχεσθαι γεννᾶται ἡ Προσευχή. Εἶσαι στὸ διακόνημά σου, στὴν ἐργασία του; Ἐνθυμοῦ τοὺς ἁγίους Πατέρας οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι ἔλεγον καθ' ἑαυτούς: Σῶμα ἔργασαι, ἵνα τραφῇς Ψυχή, νῆφε, ἵνα σωθῇς. 
Περισπᾶται ὁ νοῦς σου; Λέγε ψιθυριστά τὴν εὐχή. Καὶ μὴν ἀργολογῆς. Διότι βλάππεις ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἄλλον καὶ ἄλλους διὰ τῆς ἀργολογίας. 
Λέγει ὁ ᾿Αββᾶς Φιλήμων, ὅτι «Πολλοί τῶν ἁγίων Πατέρων ἐθεώρουν τοὺς ᾿Αγγέλους παραφυλάττοντας ἑαυτούς· διὸ καὶ τῇ σιωπῇ ἐφύλαττον ἑαυτούς, πρός τινα μὴ διαλεγόμενοι». 
᾿Αντὶ νὰ χάνης τὸν χρόνον σου, λέγε τὴν προσευχή. Καὶ ὅσον σοὶ ἔρχεται ἀκηδία καὶ ἀμέλεια τόσον νὰ φοβῆσαι περὶ τῆς ἀπειλῆς τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε ὁ Κύριος πρὸς τὸν δοῦλον τὸν πονηρὸν καὶ ὀκνηρόν. 
Ἐὰν ἀφήνης νὰ σὲ παραπέμπη διαδοχικῶς ἡ ἡμέρα πρὸς τὴν νύχτα καὶ ἡ νύχτα πρὸς τὴν ἡμέρα ἀμελῆ καὶ ἀμελέστερο, εἰς ὀλίγον διάστημα θὰ καταντήσης ἀμελέστατος. Μήπως διὰ τὴν ἀμέλειάν σου θὰ καυχηθῆς σύ, ὅταν οἱ ἄλλοι θὰ λαμβάνουν τοὺς στεφάνους διὰ τοὺς κόπους των; 
Κοπίασε ὀλίγον, ἀδελφὲ εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὴν νῆψιν καὶ θὰ ἴδῆς χαρὰν νὰ ἀναβρύη εἰς τὴν καρδίαν σου καὶ φῶς νὰ ἀνατέλλη εἰς τὸ τὸ στερέωμα τῆς διανοίας σου. Χαρὰν ὄχι ὡσὰν αὐτὴν ὅπου πρὶν τὴν χαρῆς χάνεται, ἀλλὰ γλυκεῖαν ὡσὰν τὸν γλυκασμὸν τῶν ᾿Αγγέλων, καὶ φῶς ἀνέσπερον τοῦ ἄλλου κόσμου, τὸ ὁποῖον ὁ Χριστός, τὸ φῶς τοῦ κόσμου, διὰ τῆς εὐχῆς ἐρχόμενος θὰ σοὶ δωρήση πρὶν ἀναχωρήσης τούτου τοῦ κόσμου. Μήπως δὲν ἔγιναν αὐτὰ εἰς τοὺς Πατέρας μας, ἢ μήπως δὲν ἡμποροῦν νὰ γίνουν καὶ εἰς ἡμᾶς, ἐὰν δὲν τὰ ἐμποδίση ἡ ὀλιγοπιστία μας καὶ ἡ ἀκηδία μας; 
Καὶ πάλιν ἔλεγε ὁ Γέροντάς μου: Κοπίασε ὀλίγον, διὰ νὰ κάμης χρεώστην τὸν Θεὸν καὶ νὰ σοῦ στείλη ἐν καιρῷ ὑπερεκπερισσοῦ ἀπὸ ὅσα ἐκοπίασες ἢ ἐζήτησες. 
᾿Αλλὰ μὴ λησμονῆς τὸν λόγον τοῦ ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ὅτι «πρῶτον μὲν ὁ Διάβολος ἀγωνίζεται νὰ καταργήση τὴν ἀδιάλειπτον εὐχὴν τῆς καρδίας, καὶ ἔπειτα πείθει τὸν μοναχὸν νὰ καταφρονήση καὶ τοὺς ωρισμένους καιροὺς τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ κανόνος, ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ προσκυνημάτων καὶ γονυκλισιῶν». 
Λοιπὸν μὴν ἀκοῦς τοὺς ψιθύρους τῆς ἀμελείας, καὶ ἐὰν θέλης νὰ σκεπάζη ὁ Θεὸς τὰ σφάλματά σου, σκέπαζε καὶ σὺ τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ὑπόμεινέ τον ἐν ἡμέρᾳ πειρασμοῦ καὶ ὀδύνης του, 
Μὴ ἀντιλέγης καὶ μὴ κρύπτης τοὺς λογισμοὺς ἀπὸ τοῦ πνευματικοῦ πατρός σου, διότι ματαίως θὰ κοπιᾶς εἰς ὅλην σου τὴν ζωὴν καὶ ἀτελεσφόρητος θὰ παραμείνῃ ἡ προσευχή σου. 
Ἐὰν δὲν καθαρισθῆς διὰ καθαρᾶς ἐξομολογήσεως, πῶς θὰ προσέλθης νὰ κοινωνήσης τῶν ἀχράντων καὶ ζωοποιῶν τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων; Δὲν ἤκουσες ὅτι εἰς τοὺς ἀξίως μεταλαμβάνοντας γίνονται ζωή, καὶ εἰς τοὺς ἀναξίως θάνατος; Μὴ εἶπης, καθὼς οἱ ἄλλοι καὶ ἐγώ. Διότι αὐτὸ εἶναι λόγος ἀφροσύνης, καὶ ὁ Κριτὴς εἶναι ἀπαραλόγιστος. 
Κάθε λογισμὸς ὅπου φέρνει ἀπόγνωσιν καὶ λύπην πολλὴν εἶναι τοῦ Διαβόλου καὶ εὐθὺς νὰ τὸν ἀποβάλης, διότι θὰ σοῦ κόψη τὸ νῆμα τῆς προσευχῆς. Κάθε λογισμὸς ὅπου γεννᾶ μετρίαν λύπην εἰς τὴν ψυχὴν μεμιγμένην μετὰ χαρᾶς καὶ δακρύων εἶναι ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἀπελπίζει τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁδηγεῖ μόνον πρὸς μετάνοιαν. 
Λοιπὸν ἐν καιρῷ εἰρήνης σου μὴ ἀμελῆς, ἀλλὰ προσεύχου, κάμνε διόρθωσιν, ἑτοιμάζου πρὸς πόλεμον. Δίδε θάρρος τοῦ ἑαυτοῦ σου. Μὴ φοβεῖσαι τοὺς πειρασμούς. Εἰς ὅλους συμβαίνουν ἀλλοιώσεις ἀλλὰ θέλει ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονὴν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ὁ δίκαιος μυρίας φοράς τὴν ἡμέραν ἐὰν πέση, πάλιν ἐγείρεται καὶ νίκη λογίζεται. Τοῦτο σημαίνει ἡ εὐχή: Διαρκή μετάνοιαν, ἀκατάπαυστον ἐπίκλησιν τοῦ θείου ἐλέους. 
Τῷ δὲ διδόντι εὐχὴν τῷ εὐχομένω, Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, δόξα καὶ εὐχαριστία εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 
ἡγ. Ε.Φ.

ΑΘΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ 

Αριθμός τεύχους 49-50 

Αύγουστος - Οκτώβριος 1977 

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Μια λάθος σχέση με την χάρη του Αγίου Πνεύματος - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΚΑΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιγ΄ 10- 17


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 29  Νοεμβρίου του 1998

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ 

Στην συνέχεια των θαυμάτων που περιγράφει η Αγία Γραφή, έχουμε δει πολλούς αρρώστους να γίνονται καλά. Στην περίπτωση αυτή εδώ της συγκύπτουσας υπάρχει μια ιδιομορφία πολύ συγκεκριμένη που ο Ευαγγελιστής Λουκάς την τονίζει, θα έλεγα και για να δώσει έμφαση, με έναν τρόπο διπλό. Και αν μελετήσεις το κείμενο, και δυσκολεύεσαι να το κατανοήσεις και μπορεί αρκετά να σκανδαλιστείς.

Ποια είναι τα δύο επικίνδυνα σημεία τα οποία τα τονίζει εδώ, εκτάκτως φαίνεται, ο Λουκάς; Πρώτον, ομιλεί για «πνεύμα» ασθενείας και μετά λέει για την άρρωστη ο Χριστός ότι την «έδεσε» ο Σατανάς δεκαοκτώ χρόνια. Είναι εμφανής η δυσκολία που βγαίνει: Λέει «πνεύμα» ασθενείας, και έτσι λέει ότι η αρρώστια δεν είναι απλώς μια κατάσταση μόνο σωματική σε αυτή την περίπτωση. Και, το πιο σκανδαλιστικό, ότι δεν ήταν απλώς μια αρρώστια, ήταν μια κατάσταση που την είχε «δεμένη» ο Σατανάς – το  λέει συγκεκριμένα – με  την αρρώστια. Και μπορεί κάποιος να βγάλει φυσικά άμεσα το λανθασμένο συμπέρασμα που η κάθε αρρώστια είναι ένας δαιμονισμός.

Να δούμε το κείμενο, γιατί πραγματικά μπαίνει το κείμενο διεισδυτικά  στη θεραπευτική αυτής της απορίας και αυτού του σκανδαλισμού μας. Προσέξτε πρώτα-πρώτα τη λέξη «πνεύμα» ασθενείας. Ξέρουμε όλοι ότι, αν δεν ήμασταν μακριά από τον Χριστό και ζούσαμε στην κατάσταση την προ-πτωτική, μες στην κατάσταση της χάρης του Αγίου Πνεύματος, θα παραμέναμε άφθοροι και θα συνεχίζαμε εν αθανασία τη ζωή μας. Αυτό το γεγονός [η πτώση] μπήκε μες στη ζωή μας που, σε μια πρώτη πρόσβαση, είναι μια λάθος σχέση με την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη και αν κάποιος ερμήνευε και έλεγε «πνεύμα» ασθενείας είναι το πνεύμα του διαβόλου, και εκεί οι Πατέρες λένε: πώς βρήκε και είναι πνεύμα ο διάβολος; Απ’ τον Θεό πήρε  αυτή τη χάρη και είναι πνεύμα· και το χρησιμοποιεί αρρωστημένα. Άρα μπορούμε πρώτα-πρώτα να πούμε ότι το «πνεύμα» ασθενείας είναι μια λάθος σχέση με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, και φυσικά σε κάθε πτώση και σε κάθε αμαρτία «παίζεται» αυτή η λάθος σχέση με τη χάρη του Αγίου  Πνεύματος. Κάτω από αυτή την έννοια, δηλαδή αρρωστημένη όντας η σχέση με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, πολύ εύκολα μπορούμε να ζήσουμε την κατάρρευση του σώματός μας.

Τι είναι όμως εκείνο το πιο βαρύ; ότι ήτανε «δεμένη» δεκαοκτώ χρόνια από τον Σατανά, δηλαδή τι σημαίνει «την έδεσε» ο Σατανάς; Εδώ γίνεται λόγος πια συγκεκριμένος, ότι είχε συγκεκριμένες αμαρτίες αυτή η γυναίκα, όπου δεν πέρασε από τη θεραπευτική που κάνει ο Χριστός. Δηλώνεται πια μια ασθένεια σωματική, που οπωσδήποτε είχε υπόβαθρο πνευματικό και αγιοπνευματικό – και όλες οι αρρώστιες έχουν υπόβαθρο αγιοπνευματικό – χωρίς ακριβώς να ξέρουμε πού είναι το ένα ή το άλλο. Ζούμε μέσα σε μια κατάσταση μη αγιοπνευματική και γενικά αρρωσταίνουμε χωρίς να προσδιορίζουμε άμεσα γιατί η αρρώστια μας οφείλεται στα δύο εκείνα. Κοιτάξτε τώρα τη θεραπευτική που δίνει απάντηση σε αυτό το κείμενο.

Τι κάνει ο Χριστός; Λέει, «επέθηκεν» επ’ αυτήν «τας χείρας» και αυτή «εδόξαζε τον Θεό». Πρώτα, πρώτα ο Χριστός την προσλαμβάνει. Εδώ γίνεται μια πρόσληψη. Αν δεν γίνει αυτή η πρόσληψη, τότε η θεραπεία βαθιά δεν έρχεται. Η πρόσληψη τι σημαίνει; Τώρα ο Θεός ξεπερνάει τα όρια της δικής της χαμένης σχέσης με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και την προσλαμβάνει. Και αυτή τι κάνει; Ξεπερνάει τη δική της λανθασμένη σχέση με τον Θεό, που μέχρι τώρα ζούσε άλλη σχέση, και Τον δοξάζει. 

Σε αντίθεση με αυτούς που είναι γύρω, που όχι μόνο δεν δοξάζουν τον Θεό, αλλά κρίνουν τον Θεό. Βλέπετε εδώ είναι το σημείο το καίριο, το σημείο το κομβικό για θεραπευτική. Προσλαμβάνεται από τον Χριστό και αυτή Τον «δοξάζει». Όπου το «πνεύμα», δηλαδή η λάθος σχέση που έχει με τον Θεό, θεραπεύεται γι’ αυτήν η σχέση με τον Θεό. Και όταν πια δοξάζεις τον Θεό θεραπεύεσαι. Και προσέξτε εδώ πια, δεν σημαίνει που δεν θα ξαναρρωστήσεις, δεν είπε στην γυναίκα ότι δεν θα ξαναρρωστήσεις. Αλλά τώρα πια, η αρρώστια, μια κι είναι μέσα στη ζωή μας, θα είναι ένα άλλο στοιχείο δοξολογίας του Θεού. Αρρωσταίνοντας, θα συνεχίζεις τη θεραπευτική, όπου αρρωσταίνοντας θα δοξάζεις τον Θεό. Όπου πια η αρρώστια, η επόμενη από τη θεραπεία της, γίνεται μια πρόκληση. Όπου πια κυριαρχεί πάνω στην αρρώστια τώρα, δεν είναι «δεμένη» με μια μοίρα, με ένα στοιχείο μοίρας, που δεν ήξερε τι να κάνει. Την κυριαρχούσε η αρρώστια και ήτανε καταβεβλημένη από αυτήν, σωματικά και ψυχικά. Τώρα η σωματική καταβολή δεν είναι τίποτε, γιατί η ίδια δοξάζει τον Θεό και κυριαρχεί πάνω στην αρρώστια. Και λένε οι Πατέρες που ο Θεός πια επιτρέπει να έχουν αρρώστια και οι άγιοι. Γιατί με αυτόν τον τρόπο γελοιοποιούν οτιδήποτε ακριβώς δηλώνει φθορά μέσα από μια αρρώστια, γελοιοποιούν τα πάντα. Κυριαρχούν πάνω στην αρρώστια. Όπως κυριαρχούν και πάνω στο θάνατο.

Έτσι λοιπόν, δεν μπορείς πια να πεις «γιατί» είσαι άρρωστος. Αλλά ένα πράγμα ξέρεις: που έχεις μια σχέση χαμένη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και όταν αφήσεις τον Χριστό να σκεπάσει με τη χάρη Του τη ζωή σου και όταν Τον δοξολογείς ένα πράγμα ξέρεις: που οπωσδήποτε θα ξαναρρωστήσεις. Αλλά πια θα κυριαρχείς την αρρώστια. Γιατί θα μπορείς να δοξάζεις τον Θεό. Εδώ είναι αυτό το μυστικό της θεραπευτικής της συγκύπτουσας γυναίκας, το οποίο μυστικό πια προσδιορίζει τη δική μας ζωή.

Αντί να γκρινιάζουμε και να διαμαρτυρόμαστε, να δοξάζουμε! Κυριαρχούμε την αρρώστια και δεν μας κυριαρχεί η αρρώστια! Και πέρα απ’ αυτό, προχωρούμε βαθύτερα και βαθύτερα στην πνευματική ζωή! Δηλαδή ο Χριστός πια αξιοποιεί την ενυπάρχουσα αρρώστια για να μας κάνει πιο προκλητικά αγιασμένους και πιο προκλητικά δοξολογούντες τον Θεό! Να λοιπόν τι σημαίνει για μας το περπάτημα και το βάδισμα στα καίρια σημεία δυσκολίας αυτής της ζωής. Αν πριν μας κατέβαλλαν και ήμασταν «δεμένοι» από αυτά, με απογοήτευση και με δαιμονική γκρίνια, τώρα τα πιάνουμε στα χέρια μας και τα πάμε όπου θέλουμε.

Και επειδή έτσι είναι η ζωή μας, είναι πια μια πορεία μέσα από στοιχεία πόνου και σταυρικά, αν αυτό δεν το πάρουμε ως θεραπευτική (και δεν υπάρχει κι άλλη θεραπευτική, καμία άλλη δεν υπάρχει!) τότε η ζωή μας θα είναι πραγματικά «δεμένη», αγχώδης και θα ζούμε πια ως δούλοι της ζωής και όχι ως ελεύθεροι και κυρίαρχοι της ζωής. Αν λοιπόν θέλετε να κυριαρχήσετε στη ζωή σας, κυριαρχήστε έτσι πάνω στον πόνο, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος! Και τότε θα αναδειχθεί αυτό που θέλει ο Χριστός: η ελευθερία του προσώπου του Χριστιανού μέσα στα δύσκολα πράγματα του κόσμου.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

 

Η ΖΩΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ «ΚΙΝΗΣΗΣ» ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Η ΖΩΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ» ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΚΙΝΗΣΙΑ ΤΗΣ «ΚΙΝΗΣΗΣ» ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 13ο, στίχοι 10 ἔως 17, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 5-12-2004.  
Θά ἔλεγε κάποιος πώς ἀκούσαμε ἕνα ἀκόμη θαῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἐπειδή τό θαῦμα ἀκριβῶς κινεῖται στόν χῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης Του, παρόλο πού φαινομενικά δηλώνει τί γίνεται, μέσα σέ αὐτό τό θαῦμα κρύβεται μιά ὁλόκληρη διεργασία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῆς καρδιακῆς ἀνταποκρίσεως τοῦ ἀνθρώπου σέ αὐτό τό θαῦμα πού κάνει. Αὐτή ἡ περικοπή πού ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο, τόσο ἁπλά κατανοητή, προσδιορίζει, στά ἐσωτερικά της πολύ μυστικά μεγέθη, πολύ βαθιές καρδιακές διεργασίες πού εἶναι ἀνοιχτές καί γιά μᾶς, φυσικά, γιά τή λειτουργία τοῦ δρόμου τοῦ θαύματος μέσα ἀπό ἄλλες διαδικασίες, πέρα ἀπό τόν τρόπο πού ἐμεῖς τό καταλαβαίνουμε σάν ἔκτακτο γεγονός, μέσα ἀπό τό ὁποῖο γίνεται κάτι ξαφνικά ἐπάνω μας. 
Προσέξτε -καί πρέπει νά προσέξουμε- τίς λεπτομέρειες τῆς περικοπῆς. Ἐδῶ προσδιορίζεται πάρα πολύ συγκεκριμένα, σχεδόν μέ τρεῖς λέξεις (κάτι πού δέν εἶναι σύνηθες), τό εἶδος τῆς ἀρρώστιας τῆς γυναίκας, θαρρεῖς καί γράφει κάποιος ἕνα ἰατρικό δελτίο. Λέει «συγκύπτουσα, μή δυναμένη ἀνακῦψαι» καί μάλιστα «εἰς τό παντελές». Δέν εἶναι σύνηθες τό γεγονός τῆς περιγραφῆς τῆς ἀρρώστιας «τριτῶς», μέ αὐτόν τόν τρόπο πού γίνεται ἐδῶ πέρα καί θέλει κάτι νά προκαλέσει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, γιά τή διεργασία τῆς βαθιᾶς ἑρμηνείας τοῦ κειμένου. Δηλώνεται λοιπόν μιά ἀκινησία τῆς γυναίκας: «Συγκύπτουσα», «μή δυναμένη ἀνακῦψαι» καί «εἰς τό παντελές». Ταυτόχρονα ὅμως, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται, ἀπ᾽ ὅ,τι ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες πού προσεγγίζουν τήν περικοπή, μές στήν καρδιά τῆς γυναίκας τῆς ἐξωτερικά ἀκίνητης λειτουργεῖται μιά πολύ βαθιά κίνηση. Εἶναι μυστική κίνηση πού δέν φαίνεται στό κείμενο. Ἁπλῶς συλλαμβάνουμε τήν κίνησή της μέ ἕναν τρόπο ἀποφατικό ὄχι γιατί κάνει κάτι, οὔτε λέει τίποτε (εἶναι τελείως σιωπηλή), [ἀλλά] ἀπό τή λέξη πού λέει τό κείμενο, ὅτι ὁ Χριστός «προσεφώνησε» αὐτή. 
Ὁ Χριστός, παρόλο πού μᾶς ἀγαπάει ἀτέλειωτα, δέν παρεμβαίνει ποτέ διά ἐξωτερικῶν γεγονότων γιά νά παρέμβει στήν ἐλευθερία μας. Ἐδῶ τό «προσεφώνησε» καί μάλιστα «προσεφώνησε» (δίνεται ἐπίφαση στό γεγονός τοῦ ἤχου τῆς φωνῆς) σημαίνει πού ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται σέ αὐτή τή βαθιά ἐσωτερική μυστική κίνηση πού κάνει ἡ γυναίκα, ἡ ἀκίνητη γυναίκα, ἀλλά κινούμενη καρδιακά πρός τόν Χριστό, ἀπ᾽ ὅ,τι φαίνεται μέ ἕναν τρόπο ἡσυχαστικό, βαθιά νηπτικό, ἀσκητικό. Αὐτή ἡ γυναίκα, πολύ μυστικά, πολύ κρυφά ἀσκήθηκε σέ αὐτή τήν κίνηση πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται προσφωνῶν αὐτήν. Καί φαίνεται πού ἔτσι εἶναι τά πράγματα, πώς ἡ γυναίκα οὔτε διαμαρτύρεται γιά τήν ἀρρώστια, οὔτε περιγράφει τήν ἀρρώστια ἡ ἴδια, δέν κάνει τίποτε, παρά μόνο καταλήγει νά ἐμφανιστεῖ αὐτό τό μυστικό δομικό στοιχεῖο πού ἔχει πάνω της μέ τό ὅτι δοξολόγησε τόν Θεό. Καμιά ἄλλη κουβέντα. Ἐκρήγνυται ὅλη αὐτή ἡ ἐσωτερική κίνηση σέ μιά δοξολογία καί ἔρχεται ἕνα πρῶτο βασικό συμπέρασμα μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς περικοπῆς, ὅτι ἡ βαθιά κίνηση ἡ ἐσωτερική ὁρίζει τά πράγματα γιά τή ζωή μας, ὅπου ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται κι Ἐκεῖνος μέ ἕναν μυστικό τρόπο, ἔστω μέ μιά φωνή πού προσεφώνησε, σέ αὐτή μας τήν κίνηση. 
Εἶναι ὁλόκληρη ἡ πνευματική ζωή τοῦ χριστιανοῦ, πού εἶναι μιά πολύ βαθιά κίνηση, ἐν ἀντιδιαστολῇ μέ τόν περίγυρο τῆς περικοπῆς πού ἀκούσαμε (ὅλοι ἐκεῖνοι πού ἔβλεπαν καί ἀνέλυαν τό γεγονός, γιατί καί πῶς, εἶναι Σάββατο…). Μιά ἀνάλυση, μιά λογοκρατία, μιά κυριαρχία πληθωρικότητας τοῦ λόγου, πού εἶναι οὐσιαστικά μιά ἀκινησία γιά τή λύση τῶν προβλημάτων τοῦ κόσμου. Ὅλη αὐτή ἡ δεδηλωμένη ἀναζήτηση μέ ἕνα δυναμικό τρόπο, μέ λόγια, μέ ἐκφράσεις, μέ φιλοσοφίες, γιά τό τί θά γίνει γιά τόν κόσμο, δηλώνει αὐτή τήν ὁριζόντια, τελείως δαιμονιώδη κίνηση. Δαιμονιώδης εἶναι ἡ κίνηση ἡ ὁποία δέν καταλήγει στόν Θεό. Εἶναι ἁπλῶς μιά κίνηση πού παλινδρομεῖ συνεχῶς μέ ἕναν σπειροειδῆ τρόπο καί δέν καταλήγει πουθενά, μιά συνεχής ἀναζήτηση. Αὐτό κάνει ὁ περίγυρος. Ἔχει φαινομενικά κίνηση καί ἔχει μιά νεκρή ἀκινησία καί κάνει ἡ περικοπή ἐδῶ πέρα αὐτή τήν ἀντιπαραβολή τῆς πληθωρικῆς σιωπῆς μέ τήν πληθωρική κίνηση καί ἀπορρίπτεται ἡ πληθωρική κίνηση ἄν δέν ὑπάρχει πληθωρική αὐτή ἡ ἡσυχία καί ἡ βαθιά κίνηση πρός τόν Χριστό μας. Καί γίνεται τό θαῦμα καί ἁπλῶς ὁ κόσμος γύρω χαίρει, χωρίς νά προσδιορίζει τί ἔγινε. Ξέρουν ὅτι κάτι βαθύ ἔγινε. 
Καί ἀνοίγεται ἕνας δρόμος στή ζωή μας. Εἶναι πολύ βαθιά μυστικός. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνα μυστήριο, δέν ὁρίζεται μέ συντεταγμένες. Ἡ Ἐκκλησία ἁπλῶς δίνει τρόπους καί αὐτοί οἱ τρόποι χαράζουν ἕνα βαθύ μυστήριο μέσα μας. Λέει «μετάνοια», λέει «νηστεία», λέει αὐτά πού λέει. Μέσα ἐκεῖ πέρα ὑπάρχει μιά ὁλόκληρη σιωπηλή κίνηση πρός τόν Χριστό πού καταργεῖ καί ἀναιρεῖ ὁποιαδήποτε διαμαρτυρία, ὁποιαδήποτε ἀνάλυση τοῦ «πῶς» καί τοῦ «γιατί», τοῦ «ἔτσι» καί τοῦ «ἀλλιῶς», «γιατί εἴμαστε;». Καί καταλήγει αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν Χριστό καί γίνεται ἁπλῶς μιά δοξολογία. Στή χαρά καί στή λύπη ὅλα εἶναι δοξολογία καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται μυστικά καί ἡ γυναίκα ἡ ὁποία δέν κινεῖται πιά εἶναι κινούμενη, γιατί ὁ ἅγιος εἶναι κινούμενος καί ἔχει μιά ἀτέλειωτη κίνηση, πού πάει στόν οὐρανό. Αὐτή λοιπόν ἡ ἀντιπαραβολή τῆς κίνησης καί τῆς ἀκινησίας ὁρίζει πραγματικά καί μπορεῖ πραγματικά νά δώσει νόημα στή συνεχῶς ταραγμένη καί κινούμενη, ἀναζητοῦσα ἐποχή μας μέ τόσο πολλά λόγια. 
Ἡ ὀρθόδοξη ζωή ἔχει αὐτή τή βαθιά κίνηση καί τότε, ὅταν τή βρεῖς, καί μιλᾶς καί σωπαίνεις εἶσαι στόν Χριστό κοντά. Ἄν δέν τήν βρεῖς, καί μιλᾶς καί σωπαίνεις εἶσαι δαιμονιώδης. Ἀκολουθεῖς αὐτήν τήν πορεία, εἰδάλλως, πραγματικά, καί μή ζώντας τήν Ὀρθοδοξία καί μιλώντας γιά τό κάλλος της, γιά τούς μεγάλους θησαυρούς της, δέν θά κάνουμε αὐτή τή βαθιά κίνηση, καί κρίνεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Καί τότε ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται φωνάζοντας πρός ἐμᾶς, προσφωνῶν πρός ἐμᾶς καί ἐμεῖς πιά δοξολογοῦμε τόν Θεό καί τίποτε ἄλλο καί ἐκεῖ τελειώνει ὅλη ἡ ἱστορία. Τελειώνει καί ἀρχίζει ξανά, καί εἶναι καί πάλι μιά κίνηση καί πάλι μιά σιωπή καί πάλι μιά θεραπεία ἀπό τόν Χριστό. 
Εὐχόμαστε, λοιπόν, αὐτόν τόν μυστικό τρόπο τῆς ἀναιρέσεως τῆς δυναμικῆς τοῦ κόσμου τοῦ δικοῦ μας ἔτσι νά τόν ζήσουμε καί τότε πραγματικά θά βροῦμε τό κάλλος τῶν προτάσεων τῆς ὀρθοδόξου Παραδόσεώς μας.

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ

 

 ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ 

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ

7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ  

Πυρσός ακτινοβολών άκτιστο φως, ο εν αγίοις πατήρ ημών Αμβρόσιος -το όνομα του οποίου υπενθυμίζει τη θεϊκή αθανασία!-, ήταν γόνος αρχοντικής και ισχυρής οικογένειας Ρωμαίων που είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Γεννήθηκε το 339 στα Τρέβηρα (σημ. Τριέρ, στη Γερμανία), όπου ο πατέρας του κατείχε το υψηλό αξίωμα του επάρχου της Γαλατίας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του επέστρεψε στη Ρώμη μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά της, Αμβρόσιο, Μαρκελλίνα και Σάτυρο, που επρόκειτο να τιμηθούν και τα τρία ως άγιοι της Εκκλησίας. Μία ημέρα, όταν ο Αμβρόσιος ήταν ακόμη βρέφος στην κούνια του, ένα σμήνος μέλισσες τον τριγύρισε και μπήκε μέσα στο στόμα του πριν ανεβεί στον ουρανό, προλέγοντας έτσι με αυτό το παράδοξο γεγονός την ουράνια και θεόσδοτη ευφράδειά του. Ο νεαρός Αμβρόσιος διδάχθηκε από τους καλύτερους διδασκάλους και απέκτησε λαμπρή μόρφωση· είχε ιδιαίτερη επίδοση στις επιστήμες, αλλά όλοι τον θαύμαζαν για τα ρητορικά του χαρίσματα. Μόλις ολοκλήρωσε τις νομικές σπουδές του, ο αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Α΄ (+375) τον διόρισε διοικητή της επαρχίας της Λιγουρίας-Αιμιλίας, που είχε πρωτεύουσα τα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο) (370). Ο έπαρχος Πρόβος τού είπε τότε: «Να διοικείς σαν επίσκοπος μάλλον παρά σαν δικαστής!»· επρόκειτο ασφαλώς για παραίνεση που απλά τόνιζε την ανάγκη συμπόνιας και φιλανθρωπίας στην άσκηση της εξουσίας, αποδείχθηκε όμως στη συνέχεια άκρως προφητική. Πράγματι, με τη φρόνηση και τις αρετές του, ο νεαρός Αμβρόσιος γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη και την αναγνώριση του λαού.

Την εποχή εκείνη, παρά τους μακρόχρονους αγώνες μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325), η αίρεση του Αρείου ήταν ακόμη ισχυρή και διαιρούσε σκληρά την Εκκλησία, κυρίως την Ανατολή, όπου είχε την υποστήριξη του νέου αυτοκράτορα Ουάλη (364-378). Μετά τον θάνατο του αρειανού επισκόπου Μεδιολάνων, Αυξεντίου (373), έγινε συνέλευση στον καθεδρικό ναό για να εκλεγεί νέος επίσκοπος, αλλά ο κόσμος είχε χωρισθεί σε δύο παρατάξεις, τους ορθόδοξους και τους αρειανούς, και δεν υπήρχε προοπτική και δυνατότητα συμφωνίας. Κάλεσαν τότε τον Αμβρόσιο να μεσολαβήσει ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να σταματήσουν οι ταραχές. Ο λόγος του διοικητή, η πραότητα, η πειθώ και το ειρηνοποιό πνεύμα του, προκάλεσαν τόση εντύπωση, ώστε ξαφνικά όλοι οι πιστοί με ένα στόμα επαναλάμβαναν το ηχηρό σύνθημα ενός παιδιού που φώναξε: «Αμβρόσιος επίσκοπος!». Εξεπλάγη και φοβήθηκε ο Αμβρόσιος και πρόβαλε αντίρρηση ότι ήταν ακόμη κατηχούμενος -ήταν διαδεδομένη τότε η συνήθεια να καθυστερεί το άγιο Βάπτισμα ώστε να μην κηλιδωθεί από κατοπινά αμαρτήματα του βίου- και κατέφυγε στο ανάκτορό του ακολουθούμενος από το πλήθος που επαναλάμβανε την ίδια κραυγή. Τη νύχτα, ο Αμβρόσιος πήρε το άλογό του και προσπάθησε να διαφύγει· έχασε όμως τον δρόμο του και τα χαράματα ξαναβρέθηκε εκεί που είχε ξεκινήσει. Προσπάθησε να αποφύγει το επισκοπικό αξίωμα συντάσσοντας μια επιστολή προς τον αυτοκράτορα· εκείνος όμως, αν και γενικά αδιάφορος ως προς τα εκκλησιαστικά ζητήματα, στην παρούσα κατάσταση υποστήριξε ένθερμα την εκλογή του Αμβροσίου. Υποτάχθηκε τέλος ο Αμβρόσιος στη βούληση του Θεού και, σε ηλικία μόλις τριάντα τεσσάρων ετών, ο εξαίρετος αυτός ρήτορας και ικανός κρατικός λειτουργός χειροτονήθηκε επίσκοπος, οκτώ μόλις ημέρες μετά το βάπτισμά του, προς ικανοποίηση και των δύο παρατάξεων (7 Δεκεμβρίου 374).

Ο Αμβρόσιος αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο ουράνιο λειτούργημά του, αποποιήθηκε όλα του τα πλούτη και υπάρχοντα και απέρριψε κάθε εγκόσμια ηδονή. Μοίρασε τα χρήματά του στους πτωχούς και δώρισε τα απέραντα κτήματά του στην Εκκλησία. Δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του· περνούσε σχεδόν όλη την εβδομάδα σε αυστηρότατη νηστεία, αφιέρωνε τις νύχτες του στην προσευχή και στη μελέτη της αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων, ενώ την ημέρα ασχολείτο με τις υποθέσεις της Εκκλησίας και με την καθοδήγηση του πνευματικού ποιμνίου του. Με την καθοδήγηση του ιερέα Σιμπλικιανού, απέκτησε βαθειά γνώση της φιλοσοφίας και των Ελλήνων Πατέρων (ιδίως του Ωριγένη) και ανέλαβε την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας με τέτοιο ζήλο που έφερε σε μεγάλη αμηχανία τους αρειανούς, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει αρχικά στην εκλογή του πρώην μετριοπαθούς επάρχου ευελπιστώντας ότι έτσι θα τον έκαναν υποχείριό τους. Στα συγγράμματά του και στις ομιλίες ο άγιος Αμβρόσιος απεδείχθη επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια ο πλέον ακατάβλητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας στη Δύση, μετά τον άγιο Ιλάριο [13 Ιαν.]. Ανέδειξε τα Μεδιόλανα, όπου από το 381 και εξής διέμενε ο αυτοκράτορας της δυτικής αυτοκρατορίας, μητροπολιτικό κέντρο όπου λαμβάνονταν σημαντικές αποφάσεις για όλες τις εκκλησιαστικές υποθέσεις των επισκοπικών περιφερειών της Ιταλίας: της Παννονίας (σημ. Ουγγαρία), Δακίας (σημ. Ρουμανία) και Μακεδονίας. Με σθένος αντιτάχθηκε στην αυτοκράτειρα Ιουστίνα και στο περιβάλλον του νεαρού διαδόχου Ουαλεντινιανού Β΄, που είχαν ασπασθεί την αίρεση του Αρείου, και κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα της Δύσης Γρατιανού (375-383), χάρις στην υποστήριξη του οποίου συγκάλεσε τη Σύνοδο του Σιρμίου (Ιούλιος 378), η οποία εξέδωσε διατάγματα που απαγόρευαν τον αρειανισμό. Μετά τον θάνατο του Ουάλη (379), ανήλθε στον θρόνο της Ανατολικής αυτοκρατορίας ο ευλαβής Θεοδόσιος [17 Ιαν.], ο οποίος έτρεφε μεγάλη αγάπη και σεβασμό για το πρόσωπο του σεπτού ιεράρχη. Βαθύτατα ορθόδοξος ο νέος αυτοκράτορας, συγκάλεσε τη Μεγάλη και Αγία Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (Β΄ Οικουμενική Σύνοδος) τον Ιούλιο του 381, ενώ ο Γρατιανός, ακολουθώντας τη συμβουλή του Αμβροσίου, συγκάλεσε τη Σύνοδο της Ακουιλείας που σφράγισε το τέλος του αρειανισμού στη Δύση. Ωστόσο, οι φιλίες του αυτές με τους δυνατούς του κόσμου δεν έκαναν τον άγιο Αμβρόσιο να παραβλέπει τη διαχρονική αρχή της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας από την κοσμική εξουσία. Παρακινούμενος από την αρειόφρονα μητέρα του Ιουστίνα, ο νεαρός Ουελεντινιανός Β΄, διέταξε τον ιεράρχη να παραδώσει σε αυτόν την εκκλησία του. «Πηγαίνετε και πείτε τον κύριό σας», είπε τότε αποφασιστικά ο Αμβρόσιος προς τους αποσταλμένους του αυτοκράτορα, «ότι ο επίσκοπος ποτέ δεν παραδίδει τον ναό του Κυρίου!». Κλείσθηκε στον ναό μαζί με πολύ κόσμο, αποφασισμένο να πεθάνει μαζί με τον ποιμενάρχη του· με μόνο όπλο το φλογερό κήρυγμα του επισκόπου, τις ψαλμωδίες και τους ύμνους, από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη, αντιστάθηκαν στους στρατιώτες του αυτοκράτορα που είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον ναό.

Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Θεοδόσιος βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του, κατέστειλε με απίστευτη σκληρότητα μια εξέγερση που ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη, σφαγιάζοντας περισσότερους από επτά χιλιάδες ανθρώπους (390). Η θλιβερή είδηση έφθασε στα Μεδιόλανα και όταν, κατά την διάρκεια μιας επίσκεψής του στην ιταλική μεγαλούπολη, παρουσιάσθηκε ο Θεοδόσιος στην πύλη του καθεδρικού ναού για να παρακολουθήσει την θεία Λειτουργία, ο άγιος ιεράρχης, όργανο της πανδίκαιης μήνιος του Θεού, δεν δίστασε να του απαγορεύσει αυστηρά την είσοδο και να τον αφορίσει για περισσότερο από οκτώ μήνες. Σεβόμενος τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας ο ηγεμόνας, μπροστά στον οποίο έτρεμε όλη η οικουμένη, αποσύρθηκε οδυρόμενος στο ανάκτορό του και υπέστη με ταπεινότητα τη δημόσια μετάνοια. Την ημέρα των Χριστουγέννων πήγε ξανά στον ναό, έκανε εδαφιαία μετάνοια μπροστά στα πόδια του αγίου Αμβροσίου, ποτίζοντας το δάπεδο με τα δάκρυά του και ικέτευσε να κριθεί εκ νέου άξιος της μεταλήψεως των αγίων Μυστηρίων. Αφού έλαβε συγχώρεση από τον επίσκοπο, την ώρα της θείας μετάληψης, εισήλθε στο ιερό Βήμα, για να μεταλάβει μαζί με τους κληρικούς, όπως ήταν το έθιμο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αμβρόσιος όμως στράφηκε προς το μέρος του και τον ταπείνωσε και πάλι δημοσίως, λέγοντάς του τα εξής: «Βγες και στάσου στη θέση της τάξεως των λαϊκών, γιατί η αλουργίδα (το πορφυρό ένδυμα των αυτοκρατόρων κατά τους βυζαντινούς χρόνους) δεν χρίει ιερείς αλλά βασιλείς!». Δίχως καν ν’ απαντήσει ο Θεοδόσιος, βγήκε αδιαμαρτύρητα από το ιερό και πήρε τη θέση του μεταξύ των μετανοούντων· τόσο μεγάλος ήταν ο σεβασμός του για τον άγιο Αμβρόσιο! Και όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, ποτέ ξανά δεν τόλμησε να εισέλθει στο ιερό Βήμα για να μεταλάβει.

Οικείος των ισχυρών του κόσμου, ο άγιος Αμβρόσιος έδειχνε την πατρική στοργή του ακόμα και προς τον ελαχιστότερο των πιστών. Όταν κάποιος αμαρτωλός πήγαινε να εξομολογηθεί, τον αγκάλιαζε και τον έλουζε με τα δάκρυά του. Διάπυρος υπέρμαχος της Πίστεως, απέσπασε πολλούς ειδωλολάτρες από τον ζόφο της πλάνης και τους κατήχησε στα μυστήρια του Χριστιανισμού είτε με δημόσιες ομιλίες είτε με κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Ο πλέον ονομαστός μαθητής του ήταν ο ιερός Αυγουστίνος [15 Ιουν.], ο οποίος χάρις στον επίσκοπο Μεδιολάνων μεταστράφηκε από τον μανιχαϊσμό, προσήλθε στην Εκκλησία του Χριστού και διέλαμψε υπηρετώντας Την. Χάρις επίσης στον άγιο Αμβρόσιο η βασίλισσα των Μακρομάνων, ενός γερμανικού φύλου, βαπτίσθηκε και έφερε στην αγία και αληθή Πίστη τους υπηκόους της.

Παρά τις πολυσχιδείς δραστηριότητές του, ο μέγας αυτός ποιμενάρχης βρήκε τον χρόνο να συντάξει πολλά συγγράμματα, ερμηνευτικής και ηθικής κυρίως φύσεως, που αντανακλούν την ευρύτατη μόρφωσή του στα ιερά γράμματα και στη θύραθεν παιδεία και που συνέβαλαν τα μέγιστα στη διάδοση των δογμάτων των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας στη Δύση. Πέρα από το ρητορικό έργο του, ο άγιος Αμβρόσιος συνέθεσε εξαίρετους λειτουργικούς ύμνους, που προορίζονταν να ψάλλονται από το εκκλησίασμα σε δύο αντιφωνικούς χωρούς, και οι οποίοι επί πολλούς αιώνες αποτέλεσαν τον λειτουργικό και πνευματικό πλούτο της Δυτικής Εκκλησίας.

Ο άγιος Αμβρόσιος εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις 4 Απριλίου του 397, χαράματα του Μεγάλου Σαββάτου, δυο χρόνια μετά την εκδημία του αυτοκράτορα, φίλου και μαθητή του Θεοδοσίου, στην κηδεία του οποίου εκφώνησε τον επικήδειο λόγο. Το σκήνωμά του κατατέθηκε και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου (Ντουόμο). 

 

 «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Δημοφιλείς αναρτήσεις