Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).
Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).
Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.
Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.
Φώτα Ολόφωτα
Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.
Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης. Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης.
Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν. Και τότε η Πλανταρού είδε, κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ.
* * *
Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών. Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον.
Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε.
Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς. Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού.
Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».
Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!… Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε πεθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς;
* * *
Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα. Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου.
Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον.
* * *
Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα. Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου.
Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων.
Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον.
Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια.
Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον.
Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον. Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης.
Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών».
* * *
Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».
Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα.
Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως.
Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος. Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια.
Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι. Το λοιπόν του χώρου κατείχετο από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.
Ήρχισαν να τρώγουν. Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα. Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν. Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά. Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ. Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί. Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.
Ήρχισαν αι προπόσεις. Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση». Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή.
Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της, ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής·
– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις… Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!
Όλοι γνωρίζουν, όσοι ασχολούνται έστω στοιχειωδώς με τα της Εκκλησίας και τα του Ευαγγελίου, πως η είσοδος του Χριστού μας στον κόσμο για το δημόσιο έργο Του ξεκινάει από αυτό το κήρυγμα μετανοίας, που προαναγγέλλει ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής. Αλλά δεν ξέρω κατά πόσον συνειδητοποιήσαμε πως αυτή η εισαγωγική περπατησιά του Χριστού μας πάνω στη γη έχει μέσα της αυτό το φόντο και το πλαίσιο της μετανοίας. Και μάλιστα το κείμενο το σημερινό μίλησε για βάπτισμα μετανοίας.
Αν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τα πράγματα στον χώρο της βιβλικής
θεολογίας, θα βλέπαμε πως στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο
της μετανοίας, μόνο που είναι πάντοτε αποσπασματικό. Υπάρχει δηλαδή μια πτώση,
κάπου αλλάζεις, κάπου αποκαθαίρεσαι, εκτελείς μια τυπική διάταξη στο ναό, και
μετά αποκαθίστασαι. Σε αυτό το καίριο σημείο, το κομβικό, όπου έρχεται ο Ιωάννης
ο Πρόδρομος, εκεί τα πράγματα γίνονται όντως μετάνοια, δηλαδή ακόμη και η λέξη
καταξιώνεται. Η λέξη έχει μέσα της έναν κρυφό κώδικα και ένα κρυφό μυστικό.Η ίδια λέξη λέει μετά-νοια, ο «νους» πάει
«μετά», παραπέρα. Είναι δηλαδή ένα άλλο κοίταγμα. Δεν είναι μια απλώς αλλαγή
επιμέρους.Ο νους πάει παραπέρα και όταν ο νους πάει
παραπέρα, όλα τα βλέπουμε με άλλο τρόπο. Βλέπετε, αν κοιτάζετε τώρα την
εκκλησία από μια γωνιά οπτική θα τη βλέπετε αλλιώς. Από μια οπτική γωνιά από το
αεροδρόμιο, θα τη δείτε αλλιώς.Είναι ένα
ολοκληρωτικό αλλαγμένο κοίταγμα. Και θέλοντας το Ευαγγέλιο το σημερινό, που μας
ετοιμάζει για την εορτή των Θεοφανείων, να προσδιορίσει βαθύτερα αυτό το
αλλαγμένο κοίταγμα και την ουσία της μετανοίας, λέει πράγματα απλά αλλά τόσο
καταπληκτικά βαθιά. Κοιτάξτε πώς ορίζει αυτό το άλλο κοίταγμα, την αλλαγή του
νου ολόκληρη, το «μετά-νου», πάει ο «νους» «μετά», με τις απλές αδρές λέξεις
που χαράσσει ο Ευαγγελιστής Μάρκος, μέσα από εκείνα τα οποία αποδίδονται στον Πρόδρομο.
Είναι πρώτα-πρώτα λέει μία φωνή, είναι μία ετοιμασία των οδών, των τρίβων,
του Κυρίου και είναι άγγελος προ προσώπου. Τρία πράγματα λέει γι’ αυτόν. Είναι
μία φωνή ολόκληρη.
«Φωνή βοώντος εν τη ερήμω», θαρρείς και ο Πρόδρομος
δεν είχε τίποτα άλλο παρά να είναι φωνή! Εμείς θεωρούμε που φωνή μας είναι
απλώς μία έκφραση της ζωής μας· και βιολογικά είναι μία έκφραση, δεν είμαστε
ολόκληροι [μια]φωνή.Αλλά εδώ τον λέει «φωνή». Είναι όλος φωνή.
Αν έλεγες «τι είναι ο Πρόδρομος;» είναι φωνή· και μάλιστα μία φωνή παράξενη,
γιατί πρώτα-πρώτα φωνάζει κάπου όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι να ακούσουνε, είναι «ἐν τῇἐρήμῳ», κι όμως αυτός φωνάζει, και είναι ολόκληρος φωνή. Αυτό είναι ένα πρώτο
χαρακτηριστικό για να καταλάβουμε αυτό το βάθος της μετανοίας. Την ώρα που
βλέπεις τα πράγματα αλλιώτικα γίνεσαι μία φωνή πέρα από το ότι σε καταλαβαίνουν
ή όχι, σε «πιάνουν» διανοητικά ή όχι. Γιατί αυτή η φωνή έχει κάτι να πει, έχει
κάτι να αφήσει, έχει κάτι να χαράξει, έστω και στους κυματισμούς των ηχητικών κυμάτων
πάνω, κάτι να αλλάξει στην ισορροπία του κόσμου. Είναι μία φωνή· και είναι
ολόκληρος φωνή.Δηλαδή αυτή η φωνή πρέπει να ακουστεί
παντού και γι’ αυτό καλλιεργείται ως φωνή. Και το κείμενο αναγιγνώσκεται φυσικά
σήμερα όχι απλώς για να κατανοήσουμε τα ιδιώματα του Ιωάννου αλλά και για να
μπούμε στην προοπτική και στη δική του περπατησιά. Και ουσιαστικά μας φωνάζει
και λέει να γίνουμε μια φωνή, αλλά ουσιαστικά μια φωνή μετανοίας που να
αλλάξουμε τη φωνή που έχουμε. Να δούμε αλλιώς τη φωνή μας. Να δούμε αλλιώς την
έκφραση της ζωής μας. Να δούμε αλλιώς γιατί μιλούμε, γιατί φωνάζουμε. Ακόμη και
αλλιώς γιατί σιωπούμε. Γιατί η σιωπή μας μπορεί να είναι μία αρνητική
καταστρεπτική φωνή.Ακόμη και η σιωπή είναι φωνή. Πώς θα
γίνει η φωνή μας; Να δούμε αλλιώς λοιπόν τη φωνή μας. Τι έχουμε να αφήσουμε;
Και επειδή η δική μας η φωνή, μέσα απ’ τα κενά των δικών της
διαστημάτων, δεν έχει να αφήσει τίποτε, γίνεται μια φωνή του Κυρίου γίνεται.
Και ας είναι ο τόπος γύρω έρημος.Προσέξτε
πολλές φορές την απελπισία μας, την καχεξία μας και τη δυσκολία μας όταν οι
άλλοι δεν μας καταλαβαίνουν, όταν οι άλλοι δεν μας ακούν, όταν δεν
καταλαβαίνουμε που υπάρχουν.Εδώ λέει το
κείμενο «ξεπέρασέ τα όλα αυτά», και αν δεν σε ακούν και αν δεν σε
καταλαβαίνουν, γίνε φωνή. Και κάτι μετά μπορεί να γίνει, γιατί τα υπόλοιπα τα
κάνει ο Χριστός.Αυτό είναι πολύ σπουδαίο στοιχείο
μετανοίας. Να ξεκινήσεις από εκεί την αλλαγή της ζωής σου. Να μην σε πειράζει
αν δεν σε ακούν – αυτό δεν περιφρόνηση του άλλου.Να είσαι αληθινός και να είσαι μια φωνή. Γιατί αυτή η φωνή είναι όχι
για να σε ακούσουν. Είναι μια φωνή που θα δεις τον κόσμο και θα δει ο κόσμος τα
πράγματα αλλιώτικα.
Και μετά είναι αυτός ο δρόμος. Να «ποιεῖτε», λέει, «εὐθείας τὰς τρίβους αὐτοῦ». Να ανοίγετε δρόμο στον Χριστό.Θαρρείς και ο Χριστός δεν θα μπορούσε να
ανοίξει δρόμους… Και μπορεί να ανοίξει χίλιους δρόμους! Κι όμως Εκείνος παίρνει
την πρώτη ύλη από εμάς.Και περιμένει εμείς να ανοίξουμε δρόμους.
Και εμείς είμαστε αδύνατοι, είμαστε χαμένοι, εμείς δεν έχουμε δυνάμεις, εμείς
μπορούμε λίγα,λίγα μπορούμε να κάνουμε, λίγα μπορούμε
να καταφέρουμε. Και Εκείνος λέει, ό,τι και να είστε, ναι, πείτε που είστε αποτυχημένοι,
πείτε το όπως θέλετε, εσείς θα ανοίξετε δρόμους!Και εμείς λέμε, ξέρεις, μπορούμε ένα χιλιοστό τον χρόνο, ένα χιλιοστό
τον αιώνα. Και λέει ένα χιλιοστό τον αιώνα! Αλλά πρέπει εσείς να ανοίξετε δρόμο!
Και τότε ξυπνάς.Και λες, ναι, εγώ μπορώ ένα χιλιοστό τον
αιώνα. Και μετά λες, μπας και μπορώ κάτι παραπάνω; Και ο Χριστός τα πάει
παραπάν!Βλέπετε τι λέει ο κόσμος. Είμαστε λέει
στην καινούρια χιλιετία παρά ένα. Τι σημαίνει αυτό;Να αναμετρηθούμε κατά πόσον μπορούμε, σε
μια χιλιετία μέσα, να χαράξουμε ένα χιλιοστό δρόμο για τον Χριστό. Και Εκείνος,
λέει, εγώ θα περιμένω εσάς.Και δεν θα κάνω
τίποτε παρά μόνο με εσάς. Και εδώ ξυπνάει κάτι άλλο μέσα σου. Και λες, μπας και
μπορώ κάτι παραπάνω;Να γίνω φωνή και να γίνω δρόμος για τον
Χριστό σε αυτό το λίγο που μπορώ· δεν ζητάει τίποτε, παρά μόνο αυτό που μπορώ να κάνω.
Και τελικά εκείνο το στοιχείο, το πραγματικά κορυφαίο, ένα κρεσέντο σε
αυτή την ιστορία είναι, που λέει, «τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου». Είναι, τον χαρακτηρίζει ως
άγγελο.Ένας άνθρωπος σαν άγγελος· «αγγέλλει» δηλαδή.
Όλη η ζωή του πια είναι ένα άγγελμα, ένα επάγγελμα, επάγγελμα ουσιαστικά που
είναι δικό μας. Η ζωή μας είναι ένα άγγελμα πια.Είναι μια φωνή. Είναι ένας δρόμος που ανοίγει. Και αυτή είναι όλη η
ζωή μας.Ό,τι και να κάνουμε δηλαδή, είσαι
μοναχός, είσαι παντρεμένος, κάνεις αυτή τη δουλειά, την άλλη δουλειά,έχεις παιδιά, δεν έχεις παιδιά, είσαι
αυτό, είσαι το άλλο, είσαι μόνο αυτό και τίποτα πέρα απ’ αυτό. Αν δεν είσαι
αυτό και τίποτα πέρα απ’ αυτό, τότε δεν έχεις μετάνοια, τότε ο νους σου δεν
πάει παραπέρα, τότε αφήνεις κάποια ποσοστά για αυτά και κάποια ποσοστά για την άλλη
ζωή σου. Μα δεν υπάρχει άλλη ζωή, αλλά μόνο αυτή είναι η ζωή! Δεν μπορείς να
λες εδώ είναι ο χώρος του Θεό και εδώ ο χώρος ο δικός μου, δεν κρίνεται με ποσοστά,
είναι η ζωή και η ζωή δεν κομματιάζεται, δεν γίνεται ποσοστά, δεν γίνεται
κλάσματα! Είναι ή δεν είναι! Και τότε έρχεται η μετάνοια πια, όχι πια σαν μια
μίζερη κατάσταση που πιάνεις να παλεύεις με τις αδυναμίες σου και πώς θα τις
ξεπεράσω και μπορώ ή δεν μπορώ. Αυτό είναι πολύ μίζερο – ο Θεός και αυτό το
δέχεται γιατί τα δέχεται όλα – αλλά είναι πολύ μίζερο να λες θα το ξεπεράσω, δεν
θα το ξεπεράσω· είναι φτωχό. Και να το ξέρεις: δεν θα το ξεπερνάς, θα σηκώνεσαι
και θα πέφτεις. Και εδώ λέει μετάνοια, να πάει ο νου σου αλλιώτικα, να γίνει κάτι άλλο, να
γίνεις δρόμος, να γίνεις φωνή, να γίνεις άγγελος του Κυρίου προ προσώπου Του,
τίποτα άλλο!
Και εδώ ακριβώς μπορεί να προσδιοριστεί το οτιδήποτε έχει να δώσει ουσιαστικά στοιχεία στη
μεταμόρφωση του κόσμου. Κοιτάξτε πόσες ευχές δώσαμε αυτές τις μέρες γιατί
άλλαξε ο χρόνος. Πρέπει όλες οι ευχές να είχανε χαριτωμένο περιεχόμενο και να
είχανε και ευγενή περιεχόμενο, για χαρά, αγάπη, ειρήνη, υγεία και όλα αυτά… Και
να ήταν την ίδια ώρα ένα χαμένο στοιχείο, ένα φύρδην μίγδην, μια αποτυχία να
ήταν οι ευχές μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αν δεν είχανε μέσα αυτό το
στοιχείο το προσδιοριστικό, ο «νους» να πάει «μετά», τι σημαίνει αγάπη, τι
σημαίνει ειρήνη, τι σημαίνει υγεία, τι σημαίνει φιλία, τι σημαίνει να περνάμε
καλά; Όλα είναι όμορφα.Αλλά αν δεν βάλεις αυτό το στοιχείο, ο «νους»
να τα δει «μετά», από κάπου αλλού, τότε όλα καταστράφηκαν! Και του χρόνου τα
ίδια θα λέμε και δεν θα γίνεται τίποτε! Και έρχεται πια η γιορτή των Θεοφανείων.
Και πριν από Αυτόν έρχεται ο Πρόδρομος, πριν από τον Χριστό, και ανοίγει τον
δρόμο. Και εμείς είμαστε «προδρομικά» στοιχεία για τη ζωή του κόσμου, όπως και να
το θέλουμε έτσι ή αλλιώς, είμαστε προδρομικά στοιχεία.
Γι’ αυτό λοιπόν η Εκκλησία μας, τάσσοντας αυτήν την Κυριακή ως «Κυριακή
προ των Φώτων», διαβάζει αυτό το κείμενο, για να συνταράξει και πάλι τα βαθέα
της υπάρξεώς μας, για μια πολύ βαθιά αναδρομή: των δεδομένων του κόσμου, της
ζωής μας, των παιδιών μας! Δηλαδή όλοι λέμε «κάτι πρέπει να γίνει» και όμως
αυτό το κάτι που πρέπει να γίνει το αφήνουμε κάπου αλλού, το αφήνουμε στις
προσδοκίες και στα ευχολόγια! Και δεν γινόμαστε τέτοια «προδρομικά», δυναμικά
στοιχεία – πέρα από την έρημο που έχουμε γύρω μας, πέρα από το πόσοι μας ακούνε
ή δεν μας ακούνε! Ευχή λοιπόν να γίνουμε «προδρομικά» στοιχεία και να είναι οι
φωνές μας, έστω «εν την ερήμω»! Και ξέρετε, πίσω απ’ όλα και απ’ τις ερήμους,
επειδή κρύβεται ο Θεός μας, στο τέλος αυτή η φωνή δεν θα είναι φωνή ερήμου αλλά
είναι μέσα στην έρημο και φαίνεται.Ευχή
λοιπόν, για την περίοδο που έρχεται των Θεοφανείων και την χρονιά που άρχισε,
να αντέξουμε να γίνουμε προδρομικά στοιχεία, σ’ έρημους τόπους και σ’ έρημες
περιοχές.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
※
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα:www.floga.gr