Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα - ΣΥΝΑΞΑΡΙ


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 
Η Αγία και Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα 
Συναξάριον 
Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ Κυριακῇ τοῦ Πάσχα, αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου, καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Στίχοι
Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν.  
Την αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα εορτάζουμε τη ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού

Την παρούσα εορτή την ονομάζουμε Πάσχα, το οποίο στα εβραϊκά σημαίνει διάβαση· διότι αυτή είναι η μέρα -η Κυριακή- κατά την οποία ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον κόσμο από το μηδέν· κατά την ημέρα αυτή και τον ισραηλιτικό λαό τον άρπαξε από τα χέρια του Φαραώ διαπερνώντας τον από την Ερυθρά Θάλασσα· σ’ αυτή πάλι κατέβηκε από τον ουρανό και κατοίκησε στη μήτρα της Παρθένου· και τώρα όλο το ανθρώπινο γένος το άρπαξε από τους πυθμένες του Άδη και το ανέβασε στους ουρανούς και το έφερε στο αρχαίο αξίωμα της αφθαρσίας. 
 
Ωστόσο, όταν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, δεν τους ανέστησε όλους, αλλά μόνο όσους πίστεψαν σ’ αυτόν. Τις ψυχές όμως των Αγίων όλων των αιώνων, τις οποίες ο Άδης βίαια κρατούσε, τις ελευθέρωσε, και χάρισε σε όλους την ανάβαση στους ουρανούς.

Γι’ αυτό πλημμυρισμένοι από χαρά εορτάζουμε με λαμπρότητα την Ανάσταση, εικονίζοντας τη χαρά που έλαβε πλούσια η φύση μας χάρη στην ευσπλαχνία του Θεού. Επίσης, δείχνοντας την κατάλυση της έχθρας και την ένωση με τον Θεό και τους αγγέλους, κάνουμε και τον συνήθη ασπασμό. 
 
Η δε Ανάσταση του Κυρίου έγινε ως εξής. Καθώς οι στρατιώτες φύλαγαν τον τάφο, κατά τα μεσάνυχτα έγινε μεγάλος σεισμός, διότι κατέβηκε άγγελος και αποκύλισε τον λίθο από τη θύρα του μνημείου. Όταν το είδαν οι φύλακες έφυγαν, και έτσι μπόρεσαν να έρθουν οι γυναίκες «οψέ Σαββάτου» (Ματθ. 28:1), δηλαδή στη μέση περίπου της νύχτας του Σαββάτου.

Η πρώτη που είδε τον αναστημένο Χριστό ήταν η Μητέρα του Θεού που καθόταν απέναντι από τον τάφο, όπως λέει ο Ματθαίος (27:61), μαζί με τη Μαγδαληνή. Αλλά για να μην αμφισβητηθεί η Ανάσταση από τη στενή συγγενική σχέση της Μητέρας, γι’ αυτό οι ευαγγελιστές λένε ότι πρώτα εμφανίστηκε στη Μαγδαληνή Μαρία. Αυτή είδε και τον άγγελο στον λίθο, και επίσης σκύβοντας είδε και τους αγγέλους που ήταν μέσα στον τάφο, οι οποίοι και ανήγγειλαν την ανάσταση του Κυρίου λέγοντας: «Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ· να ο τόπος όπου τον είχαν βάλει». 
 
Όταν τ’ άκουσε αυτά η Μαρία η Μαγδαληνή, έτρεξε και πήγε στους φλογερούς μαθητές Πέτρο και Ιωάννη και είπε σ’ αυτούς τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης. Και καθώς επέστρεφε μαζί με την άλλη Μαρία, τις συνάντησε ο Χριστός λέγοντας «Χαίρετε»· διότι έπρεπε το φύλο που πρώτο άκουσε «Με λύπες θα γεννήσεις τα παιδιά σου», αυτό πρώτο να ακούσει και τη χαρά.

Αυτές πάλι, με πολλή λαχτάρα, πλησίασαν τον Χριστό και έπιασαν τα άχραντα πόδια του για να σιγουρευτούν.

Οι δε απόστολοι πήγαν στον τάφο, και ο Πέτρος κοίταξε μόνο μέσα και έφυγε, ενώ ο Ιωάννης μπήκε μέσα και παρατήρησε με προσοχή και ψηλάφησε το σάβανο και το κάλυμμα της κεφαλής. 

Τα χαράματα η Μαγδαληνή ξαναπήγε μαζί με άλλες γυναίκες για να εξακριβώσει καλύτερα αυτά που είχε δει. Καθώς έκλαιγε έξω από τον τάφο, έσκυψε μέσα και βλέπει δυο αγγέλους που άστραφταν και έλαμπαν και που της είπαν, σαν να τη μάλωναν: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητάς; Τον Ιησού ζητάτε, τον Ναζαρηνό, τον εσταυρωμένο; Αναστήθηκε, δεν είναι εδώ». 
Και αμέσως οι άγγελοι σηκώθηκαν με φόβο, γιατί είδαν τον Κύριο. Γι’ αυτό κι εκείνη στράφηκε πίσω και είδε τον Χριστό να στέκεται· και νομίζοντάς τον κηπουρό –γιατί το μνήμα ήταν σε κήπο– είπε: «Κύριε, αν τον πήρες εσύ, πες μου πού τον έβαλες, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί» Και καθώς η Μαγδαληνή στράφηκε πάλι προς τους αγγέλους, ο Σωτήρας της είπε: «Μαρία!» (Ιω. 20:14-16)
 
Μόλις εκείνη άκουσε τη γλυκιά και οικεία φωνή τού Χριστού, ήθελε να τον αγγίξει, αυτός όμως είπε: «Μη με αγγίζεις, γιατί δεν ανέβηκα ακόμα προς τον Πατέρα μου, όπως σκέφτεσαι νομίζοντας ότι ακόμη είμαι άνθρωπος. Αλλά πήγαινε στους αδελφούς μου και πες σ’ αυτούς όσα είδες και άκουσες» -πράγμα που η Μαγδαληνή το έκανε. 
Όταν ξημέρωνε, πήγε πάλι στον τάφο με τις άλλες, ενώ η Ιωάννα με τη Σαλώμη ήρθαν μετά την ανατολή του ήλιου. Και γενικά, σε διάφορες ώρες πήγαν στον τάφο οι γυναίκες, και ανάμεσά τους ήταν και η Θεοτόκος· διότι αυτή είναι η Μαρία Ιωσή που λέει το Ευαγγέλιο, και ο Ιωσής αυτός ήταν γιος του Ιωσήφ. 
Είναι πάντως άγνωστο ποια ώρα αναστήθηκε ο Κύριος. Κάποιοι είπαν στο πρώτο λάλημα των πετεινών, άλλοι όταν έγινε ο σεισμός και άλλοι άλλα. 
Αυτά λοιπόν έτσι έγιναν. Και να, μερικοί από τη φρουρά πήγαν και είπαν στους αρχιερείς τα γεγονότα· αυτοί τότε, δίνοντάς τους χρήματα, τους έπεισαν να πουν ότι οι Μαθητές του πήγαν νύχτα και τον έκλεψαν. 
Κατά το απόγευμα αυτής της ημέρας, και ενώ οι Μαθητές ήταν μαζεμένοι σ’ ένα μέρος για τον φόβο των Ιουδαίων και οι πόρτες ήταν καλά κλεισμένες, ήρθε μέσα ο Χριστός -διότι πλέον είχε άφθαρτο σώμα- και τους χαιρέτησε ως συνήθως λέγοντας «Ειρήνη». Αυτοί, όταν τον είδαν, χάρηκαν υπερβολικά, και με το φύσημά Του έλαβαν τελειότερα την ενέργεια του παναγίου Πνεύματος. 
Πώς τώρα είναι τριήμερη η ανάσταση του Κυρίου, μάθε: Το απόγευμα της Πέμπτης και η μέρα της Παρασκευής (διότι έτσι μετρούν το νυχθήμερο οι Εβραίοι), μία μέρα· η νύχτα πάλι της Παρασκευής και όλο το Σάββατο, άλλο ένα· να η δεύτερη μέρα. Άλλο τέλος νυχθήμερο η νύχτα του Σαββάτου και η μέρα της Κυριακής (διότι από το μέρος λαμβάνεται το όλο), να και η τρίτη μέρα. Ή και ως εξής: Την τρίτη ώρα της Παρασκευής σταυρώθηκε ο Χριστός· έπειτα, από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη, έγινε σκοτάδι· αυτό σκέψου το ως νύχτα· επομένως μέχρι την έκτη ώρα ένα νυχθήμερο. Έπειτα μετά το σκοτάδι πάλι μέρα, και η νύχτα της Παρασκευής· δεύτερο νυχθήμερο. Η μέρα του Σαββάτου και η νύχτα του, να τα τρία νυχθήμερα. Ο Σωτήρας δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να μας ευεργετήσει την τρίτη μέρα, συντομότερα διέπραξε την ευεργεσία. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ...

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ 


Δοχειαρίτες "Ιδού σκοτία"μέλος Γ.Ραιδεστηνού 
ΕΩΘΙΝΟΝ Ζ' 
Ἦχος βαρὺς 
δοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῑς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν.

 

Ἦχος πλ. α'
Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καὶ δοξάσατε Χριστόν, τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν. 
Ἦχος πλ. β'
Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς, καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν.

 

ΜΑΡΚΟΝ 16,1-8
Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς, Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος, ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. ὁ δὲ λέγει αὐταῖς, Μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὦδε, ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον, ἐφοβοῦντο γάρ.
Τῌ ΑΓΙᾼ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛῌ 
ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ 
Δόξα τῇ ἁγίᾳ, καὶ ὁμοουσίῳ, καὶ ζωοποιῷ, καὶ ἀδιαιρέτῳ Τριάδι πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 

Ἦχος πλ. α'
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.

 


Το σώμα δεν ήταν εκεί, αλλά ο χώρος δεν ήταν κενός. Δεν υπάρχει τίποτε κενό σε όλη τήν κτίση. «Ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών» δεν αφήνει κενά.

 


Πασχαλινή εγκύκλιος του μακαριστού Μητροπολίτου Γλυφάδας κ. Παύλου
Αγαπητοί μου αδελφοί,
«Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε»,
Αναστήθηκε, δεν είναι πλέον εδώ το νεκρό σώμα, ακούστηκε να λέει η φωνή του Αγγέλου.
Το σώμα δεν ήταν εκεί, αλλά ο χώρος δεν ήταν κενός.
Δεν υπάρχει τίποτε κενό σε όλη τήν κτίση.
«Ο πανταχού Παρών και τα πάντα Πληρών» δεν αφήνει κενά.
Τα πάντα γεμίζουν από φως.
Όπου υπάρχει φως, δεν υπάρχει κενό, κι᾽ επειδή ο Χριστός, είναι
«Φως εκ Φωτός», όλο το σύμπαν, και πέρα από το σύμπαν, είναι πλήρες φωτός.
«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».

«Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε», λένε οι Άγγελοι
και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός,
συγγραφέας του Κανόνος της εορτής τονίζει:
«Τον εν φωτί αϊδίω υπάρχοντα,
μετά νεκρών, τι ζητείτε ως άνθρωπον;».
Που όμως είναι το φως;
Που είναι ο αναστημένος Χριστός;
θα έλεγε κάποιος απογοητευμένος, από την τραγωδία του κόσμου.
«Πάσχα πανσεβάσμιον» η πανμνημονιακόν;
«Πάσχα των πιστών» η των ανέργων;
θα έλεγε κάποιος άλλος.
Οι σταυρωτές του Χριστού,
δεν θριάμβευσαν, για πολλές μέρες.
Οι σταυρωτές των λαών,
δεν θα μπορούν να θριαμβολογούν, για πολύ καιρό.
Την Ελλάδα την πωλούν φθηνά,
ούτε για τριάκοντα αργύρια,
στους εμπόρους των εθνών.
Την ψυχή μας, όμως δεν θα μπορέσουν,
επειδή έχουμε ανάσταση και τα «πάντα πεπλήρωται φωτός».
Αυτός ο βασανισμένος λαός,
και μόνο αυτός,
που μπορεί να πανηγυρίζει σήμερα
και να στρέφει το νου και την ελπίδα του, στην Ανάσταση
και να πληρούται η καρδιά του, από το φως του Ζωηφόρου Τάφου,
έχει τη δυνατότητα, να δώσει την απάντηση στα Συμβούλια των ανόμων.

«Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα,
τω απροσίτω φωτί της Ανάστασεως», λέει το τροπάριο της εορτής.
Γράφει για το φως αυτό, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Γνώρισμα του φωτός εκείνου, είναι
η κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών μέσα στην ψυχή,
η ειρήνευσις και καταπράϋνση των λογισμών».
Αυτό το φως, το της Αναστάσεως,
χρειάζονται οι άνθρωποι, λαός και άρχοντες,
προκειμένου να δώσουν «φωτισμένες» λύσεις,
στην πολυεπίπεδη κρίση, που ταράσσει
τα θεμέλια της κοινωνίας μας.
Αυτό το φως το της αναστάσεως
δεν είναι μία αφηρημένη φιλοσοφική ιδέα,
και όπως γράφει ο Άγιος Μακάριος:
«Δεν είναι φωτισμός νοημάτων και γνώσεως,
αλλά έλλαμψη της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος,
καθ¶ υπόσταση μέσα στην ψυχή». Κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, αυτό το φως:
Είναι« άρρητη ενέργεια, ορωμένη αοράτως και νοουμένη αγνώστως».

Χωρίς τη βίωση αυτού του φωτός,
που καταυγάζει το νου και την καρδιά μας,
οι καθημερινές σκέψεις και αποφάσεις μας,
θα είναι περιπεπλεγμένες και σκοτισμένες.
Τον δρόμο για την βίωση, πρακτικά, αυτού του φωτός,
τον περιγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος:
«Όπου υπάρχει τήρηση των εντολών του Χριστού,
υπάρχει κάθαρση της σαρκός από το νέφος, που κάθεται στην ψυχή
και εμποδίζει να δούμε καθαρά το Θείο Φως,
και όπου υπάρχει κάθαρση, υπάρχει έλλαμψη αυτού του Φωτός».

Όπου υπάρχει κάθαρση νοός,
υπάρχουν λύσεις καθαρές και πρακτικές, για όλες τις κρίσεις,
και όπου εφαρμόζεται η Ορθόδοξη νηπτική μέθοδος της καθάρσεως,
κάνει τον κάθε άνθρωπο, μέτοχο του Ακτίστου Φωτός της Αναστάσεως,
και τότε γίνεται πάντοτε υπέρβαση των κρίσεων.
Υπήρξε ποτέ οικονομική κρίση στην κοινωνία των μαθητών του Χριστού;
Υπήρξε ποτέ οικονομική κρίση στην κοινωνία των πρώτων χριστιανών;
Ήταν αδύνατον, αφού ο ένας ζούσε για τον άλλο.
Και αυτό το άθλημα του καθενός, που ζει για τους υπόλοιπους,
λέγεται ξεπέρασμα του ατομικού εγωισμού.
Είναι δυνατό αυτό το επίτευμα, να βιωθεί μόνο μέσα στην Εκκλησία,
και μόνο μέσα, από την κάθαρση των παθών,
που αφήνει χώρο στο Άκτιστο Φως της Αναστάσεως,
προκειμένου να πληρώσει τον νουν και την καρδιά μας.
Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα, κάποιας πολιτικής μεθοδολογίας,
κομμουνιστικού η σοσιαλιστικού τύπου,
η ακόμη και εκμεταλλεύσεως των λαών
καπιταλιστικής και μνημονιακής τραγωδίας.

Χριστός ανέστη.
Δεν χρειαζόμαστε ψευδοσωτήρες,
που θάπτουν τους λαούς στο σκοτάδι της απογνώσεως.

Χριστός ανέστη.
Δεν χρειαζόμαστε νέες ιδέες και νέα προγράμματα,
μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα,
που ανακοινώνουν μια μελλοντική, πιο πολυτελή κόλαση.

Χριστός ανέστη.
Αυτός ο τόπος έχει πολύμορφη εμπειρία τάφων,
που όλους, τους αντιμετώπισε αναστάσιμα.
Ο Τάφος δεν είναι άδειος,
αρκεί να αποκτήσουμε καθαρές αισθήσεις,
και μέσα από την
απελπισία ενός τάφου, που έχει οσμή θανάτου,
να αναδύεται οσμή ευωδίας Αναστάσεως,
Ο Τάφος δεν είναι άδειος,
μέσα του βρίσκονται Άγγελοι με λευκή ενδυμασία.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέει για τους Αγγέλους, που παρίστανται:
«Είναι ντυμένοι στα λευκά, όχι μόνο εξ αιτίας
του καθαρού και φωτοειδούς της φύσεως των Αγγέλων,
αλλά και διότι διαλευκαίνουν και επεξηγούν το μυστήριο της Αναστάσεως,
συγχρόνως όμως, επειδή στην πράξη συνεορτάζουν μαζί μας,
την πραγματικά λαμπροφόρο ημέρα της δεσποτικής αναστάσεως».
Για κείνους, που μετέχουν στη ζωή του Θεού, δεν υπάρχουν κενά.

Χριστός ανέστη.
Το ερώτημα των Αγγέλων,
προς την Μαρία, που βρίσκεται στον τάφο:
«Γύναι, τι κλαίεις;»,
προλαβαίνει οποιοδήποτε κενό απελπισίας,
στον νου και στην καρδιά της.
Τα δάκρυα μεταμορφώνονται σε χαρά.
Και ενώ «μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι».

Χριστός ανέστη.
Αγαπητά μου τέκνα εν Κυρίω,
Εύχομαι εκ βαθέων, προς όλους σας να εορτάσουμε
«Πάσχα ιερόν, Πάσχα καινόν, άγιον,
Πάσχα μυστικόν, Πάσχα πανσεβάσμιον»,
μέσα στο αναστάσιμο πανηγύρι της ανεκλάλητης αγάπης,
του νικήσαντος τον θάνατο, Κυρίου μας.

Ο Επίσκοπος και Ποιμενάρχης Σας.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΓΛΥΦΑΔΑΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ, ΒΟΥΛΑΣ, ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΒΑΡΗΣ ΠΑΥΛΟΣ ο Α

Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν;

 


ΕΩΘΙΝΟΝ 
Ζ' 
 Ἦχος βαρὺς  
δοὺ σκοτία καὶ πρωΐ, καὶ τί πρὸς τὸ μνημεῖον Μαρία ἕστηκας, πολὺ σκότος ἔχουσα ταῖς φρεσίν; ὑφ' οὗ ποῦ τέθειται ζητεῖς ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ' ὅρα τοὺς συντρέχοντας Μαθητάς, πῶς τοῖς ὀθονίοις καὶ τῷ σουδαρίῳ, τὴν Ἀνάστασιν ἐτεκμήραντο, καὶ ἀνεμνήσθησαν τῆς περὶ τούτου Γραφῆς. Μεθ' ὧν, καὶ δι' ὧν καὶ ἡμεῖς, πιστεύσαντες, ἀνυμνοῦμέν σε τὸν ζωοδότην Χριστόν.

Το Πάσχα του Ισαάκ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Το Πάσχα του Ισαάκ   


Εκείνη την ιστορία, που θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μου την έλεγε η γιαγιά μου και έχει χαραχθεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου. Ο πατέρας της ήταν παπάς σ’ ένα από τα χωριά τού άνω Βοσπόρου, που σήμερα έχει την ονομασία «Μπέηκοζ». Ο πατήρ Αντώνιος, έτσι έλεγαν τον παπά, είχε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και το Χριστόδουλο. Ο Χριστόδουλος ήταν 10 ετών όταν έγιναν εκείνα τα τρομερά γεγονότα. Μια Μεγάλη Παρασκευή οι Εβραίοι έκλεψαν το παιδί και το πήραν μαζί τους. Την ίδια κιόλας μέρα το κάρφωσαν, το παιδί, σ’ ένα σταυρό, όπως το Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν, την άλλη μέρα, το Χριστόδουλο αναίσθητο στο δρόμο. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα, πέθανε. Αυτή η διήγηση ήταν αληθινή πέρα για πέρα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις και θύμησες ανασκάλευαν το νου μας και μπαίναμε σε ένα πολεμικό κλίμα με τους Εβραίους. Αποκορύφωμα τού κλίματος αυτού ήταν και το κάψιμο τού Εβραίου που γινόταν Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την περιφορά τού επιταφίου.

Στη γειτονιά μας, εκεί στο Σταυροδρόμι, έμεναν πολλοί Εβραίοι. Κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς είχαμε στις παρέες μας εβραιόπουλα. Μάς ένωνε η αντίθεσή μας με τα τουρκάκια. Αυτές όμως τις ημέρες όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσαν οι Εβραίοι να παίζουν τα «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Η Μεγάλη Εβδομάδα μας προσέφερε μια καταπληκτική ευκαιρία για παιχνίδια που άρχιζαν από το ιερό τού Ναού της Παναγίας και συνεχίζονταν στον αυλόγυρο και στα περίχωρα.

Ο Ισαάκ έμενε σε ένα γωνιακό σπίτι στη μεγάλη κατηφόρα, στο Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Ήταν από ΄κείνα τα εβραιόπουλα που ήταν καλοί μας φίλοι. Δεν υπήρχε ζαβολιά στην οποία να μην μετείχε. Το κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό απεδείχθη σπουδαίο σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι, μια φορά, που ήρθε μια γειτόνισσα να διαμαρτυρηθεί, επειδή χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πόρτες των σπιτιών και φεύγαμε τρέχοντας. Ο Ισαάκ, τότε, με πολύ σοβαρό ύφος, είπε:
- Για το καλό σας το κάναμε εμείς. Πρόκειται να βρέξει και σάς ειδοποιήσαμε να μαζέψετε τα ρούχα που είχατε απλώσει στην ταράτσα να στεγνώσουν.
- Πού είδες μπρέ παλιόπαιδο τη βροχή; Φώναξε η κυρά Κατίνα η Μπαλού.

- Το είπε το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο, απάντησε ο Ισαάκ.

Ο Ισαάκ, λοιπόν, με το κοφτερό μυαλό, που τόσες φορές μας έβγαλε από δύσκολες καταστάσεις, αυτή τη φορά γινόταν «αποσυνάγωγος». Ήταν Εβραίος. Δεν μπορούσε τώρα να είναι μαζί μας. Αυτός, αυτή την Εβδομάδα τη Μεγάλη, δεν μπορούσε να παίξει. Εμείς το βλέπαμε φυσικό. Ο Ισαάκ έπρεπε να τιμωρηθεί επειδή οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό. 
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα τού μεγάλου παιχνιδιού. Η εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη τη μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τον κόσμο με κολώνια, κρατούσαμε την τάξη στο ναό, κάναμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας την περιφορά τού επιταφίου κι ένα σωρό άλλα πράγματα που μας ενθουσίαζαν. 
Κατά τη διάρκεια της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών ήρθε μέσα στο ιερό, όπου ήμαστε μαζεμένοι, η είδηση: Ο Ισαάκ φάνηκε στον αυλόγυρο. Ο Ισαάκ στον αυλόγυρο; Αυτό ήταν απαράδεκτο. Τέτοια μέρα; 
-Ήρθε σίγουρα για να μας βεβηλώσει, είπε ο Σούλης ο χερούκλας. 
- Ναι, σίγουρα, φώναξαν όλοι οι άλλοι. 
- Θα πρέπει να μάθει πώς δεν μπορεί εβραίος τέτοια μέρα να γυρνάει με το μέτωπο ψηλά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Καί το Χριστό σταύρωσαν και από το παιχνίδι θέλουν να επωφεληθούν, φώναξε ο Λάμπης ο Γό. 
Έτσι τον αποκαλούσαν γιατί το γράμμα Ρ το πρόφερε Γό. 
Ο Σούλης ο χερούκλας έλαβε αμέσως το λόγο, αφού εθεωρείτο και ο φυσικός αρχηγός των παιδιών τού ιερού. Στράφηκε σε μένα λέγοντας: 
- Ντίνο, θα πας να τού πεις πώς είναι ανεπιθύμητος. Εσύ τον γνωρίζεις πιο καλά. Είναι και γείτονάς σου. 
- Ναι, είπα. Έδειχνα όμως διστακτικός. 
- Φοβάσαι, ρε; μου είπε ο Σούλης και συνέχισε: 
- Εβραίος είναι, το κατάλαβες; Την εβδομάδα αυτή δεν πρέπει να τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί. Αυτοί σταύρωσαν το Χριστό. Θα τους σταυρώσουμε κι εμείς. 
- Ο Χριστός, όμως, δε σταύρωσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τόλμησα να πω. 
- Τι λες ρε; Τι λες ρε; Τι είναι αυτό που άκουσαν τ΄ αυτιά μου; Χρονιάρα μέρα με τους Εβραίους είσαι; Έ; λέγε. 
- Όχι, τού είπα. 
- Άσε, λοιπόν, τα λόγια και κάνε αυτό που λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δε θα κάνεις εσύ. Και στο παιχνίδι κομμένος. 
- Καλά, τού είπα φοβισμένος. 
Βγήκα έξω. Ο Ισαάκ πράγματι βρισκόταν έξω. Τόν πλησίασα αφού πήρα ύφος αυστηρό. 
- Ισαάκ τι γυρεύεις εδώ; 
- Γιατί να μην είμαι; Ποιος μπορεί να μ΄ εμποδίσει; Μετά, αφού άλλαξε τόνο, μου είπε εμπιστευτικά: 
- Ντίνο, τι έπαθες; Πού είναι η καρδιακή μας φιλία; 
- Ο Χριστός μας χωρίζει Ισαάκ. Εσείς οι Εβραίοι σταυρώσατε το Χριστό, δεν μπορείτε να πατάτε εδώ τέτοια μέρα. 
- Ο Χριστός σας, όμως, δεν έδιωξε κανένα από κοντά του. 
- Ισαάκ, τώρα δε γίνεται τίποτε. Μετά το Πάσχα θα είμαστε και πάλι φίλοι, είπα κι έφυγα τρέχοντας επειδή δεν άντεχα την αναμέτρηση. 
Όταν τελείωσε η ακολουθία κι άρχισαν τα γνωστά παιχνίδια στον αυλόγυρο, ένιωθα μια πλάκα να πιέζει το στήθος μου. Σαν να ήμουν ένας από τους σταυρωτές τού Χριστού. Είχα δίκαιο ή άδικο; Δεν μπορούσα να χαρώ τη μέρα. Τότε βρήκα τη λύση. Τη βρήκα καθώς στεκόμουν αφηρημένος μπροστά στον επιτάφιο. Μπροστά στην άκρα ταπείνωση. Έπρεπε να κάνω κάτι. Αυτός που ήταν μέσα στον επιτάφιο έκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πήρα την απόφασή μου. Πήγα στο σπίτι τού Ισαάκ. Καθόταν στα σκαλοπάτια βλοσυρός. Μια λάμψη διαπέρασε τη ματιά του, αλλά εξωτερικά δεν το έδειξε. 
- Ισαάκ, τού είπα, συγγνώμη για το πρωί. Εκπροσωπούσα ξέρεις, μια ομάδα παιδιών. Γνωρίζεις τη νοοτροπία. Σκέφθηκα όμως κάτι σπουδαίο. Θα πούμε στα παιδιά πώς είσαι μεν Εβραίος, αλλά μέσα στην καρδιά σου αγαπάς το Χριστό και λυπάσαι που οι Εβραίοι τον σταύρωσαν. Θα πεις πώς δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. 
Ο Ισαάκ με παρατηρούσε με προσοχή. Με ένα βλέμμα κοφτερό και αντρίκιο. 
- Ντίνο, μου είπε, ούτε προφήτης να ήσουν, έτσι σκέπτομαι αλήθεια. Εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα. 
- Σε περιμένω το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου. Τα παιδιά θα τα αναλάβω εγώ. 
Τα παιδιά, όμως, δεν με πίστευαν με τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ήταν αμετάπειστοι. 
- Μα, ο Χριστός συγχώρησε τους σταυρωτές του. 
- Μη μιλάς, σταμάτα, αν δε θέλεις απόψε βράδυ, να σε κάψουμε μαζί με τον Εβραίο, είπε ο Σούλης. 
Το βράδυ στην περιφορά τού επιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στην περιφορά τού επιταφίου. Εμείς όλοι, τα χριστιανόπουλα, περιφέραμε αγέρωχα τον επιτάφιο στο μεγάλο αυλόγυρο της Παναγίας. 
Μέσα στον κόσμο ξεχώρισα τον Ισαάκ. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ήταν οι ψιχάλες ή τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια τού φίλου μου, τού Ισαάκ. Κι αν έκλαιγε, έκλαιγε επειδή δεν τον δέχτηκαν τα παιδιά παρά την ομολογία του, ή επειδή λυπόταν για τη σκληροκαρδία μας; 
Μετά την περιφορά δεν γλύτωσα από τη σχετική καρπαζιά τού Σούλη τού χερούκλα. 
- Σε είδα βρε, σε είδα, άλλαξες φιλικές ματιές με τον εβραίο. Και πρόσθεσε: 
- Εσύ απόψε Εβραίο δεν καις. 
- Δεν πειράζει, είπα, θα πάρω πάνω μου την ευθύνη για τον Ισαάκ. 
Από το παράθυρο τού σπιτιού μου παρατηρούσα το άτυπο τελετουργικό. 
Στο τέλος της καύσεως, πέρασε ένας απεσταλμένος τού Σούλη, κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας: 
- Άκου Ντίνο, εσύ Ανάσταση φέτος δεν θα κάνεις, ούτε και ο Εβραίος. 
Η κρίσιμη στιγμή ήταν κατά την Ανάσταση. Στην Πόλη πολλές χρονιές η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, αλλά στις πέντε το πρωί. Η Ανάσταση είναι πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή. Το συναπάντημα τού Χριστού με τον Άδη. Η ήττα τού Άδη. Η απελευθέρωση των νεκρών. 
Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το πρωί μέσα στη λειτουργία της Αναστάσεως. Τα παιδιά είχαν φθάσει εκεί με τις τσέπες γεμάτες από αυγά και βαρελότα. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη», στις πέντε το πρωί, θα γινόταν χαμός. 
Αυγά ανάμεικτα με βαρελότα θα ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια μας. 
Είχα φθάσει φοβισμένος. Δεν τόλμησα να μπω στο ιερό. Τα παιδιά εξάλλου με παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στην εξέδρα, εκεί που θα γινόταν η Ανάσταση. «Δεύτε λάβετε Φώς!» 
«Χριστός Ανέστη». 
Χαρά ανεκλάλητη. Ξέχασα τα πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δεν φοβόμουν το Σούλη το χερούκλα, ούτε κανέναν. Χαιρόμουν ατελείωτα. Τα βαρελότα έδιναν τόνο πολεμικής ατμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαράς. Και ανάμεσα στο θόρυβο άκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ανθρώπων. Σα να μάλωναν ή να έδερναν κάποιον. Στράφηκα προς τα εκεί μαζί με όλα τα παιδιά, που ήταν σε απόσταση βολής. Ναι, ήταν πραγματικές κραυγές. Ο πατέρας τού Ισαάκ είχε παρακολουθήσει το γιό του που έφυγε κρυφά από το σπίτι. Την ώρα τού «Χριστός Ανέστη» άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα. Πώς τόλμησε ένας Εβραίος να πει: «Χριστός Ανέστη»; 
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, για την οικογένεια. Είδα τον Ισαάκ να ποδοπατείται από τον πατέρα του με μίσος. 
- Τι είπες; Τι είπες; Χριστός Ανέστη; Φώναζε ξέφρενα εκείνος. 
Ο Ισαάκ ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του. Τόλμησε να πει. 
- Ναι, πατέρα, Χριστός Ανέστη. Γιατί εμείς οι Εβραίοι τον σταυρώσαμε. Χριστός Ανέστη. 
Κυλιόταν κάτω σαν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας. 
- Χριστός Ανέστη… 
Μάς θύμισε το μαρτύριο τόσων και τόσων που φώναξαν αυτό το «Χριστός Ανέστη» στα ματωμένα χώματα της Πόλης. 
Μετά έμεινε αναίσθητος. Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε. Τα παιδιά είχαν παγώσει. Ο πατέρας τού Ισαάκ τον άρπαξε στα χέρια του. Ή μάλλον τον έσερνε. Εμείς μείναμε άφωνοι. Ο Σούλης με κοίταξε. Τον κοίταξα. Με φίλησε. 
- Αληθώς Ανέστη, είπε δακρυσμένος. 
- Ναι, Αληθώς Ανέστη. 
Τον Ισαάκ, μετά, τον χάσαμε. Μάθαμε πώς έμεινε μήνες στο κρεβάτι. Έφυγαν από τη γειτονιά. 
Μετά από χρόνια, κάποιος μου μίλησε για έναν ιερομόναχο σε μια σκήτη τού Αγίου Όρους, που παλιά ζούσε στην Πόλη και ήταν Εβραίος. Και μετά έγινε χριστιανός. Για έναν ιερομόναχο που ήταν κυρτός από κάποιο ατύχημα. Ήταν σιωπηλός πάντα και έλεγε «Χριστός Ανέστη», σε όσους τον συναντούσαν. 
Έτσι μου είπαν και το πιστεύω, ναι, πως είναι ο φίλος μου ο Ισαάκ.
Χριστός Ανέστη! 

Το Πάσχα του Ισαάκ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου

Πηγή 
Αυτοτελές απόσπασμα μέσα από το βιβλίο 
«Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου», Σελίδα 9, εκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή...



Πασχαλινή νύχτα στη φυλακή
πηγή:εδώ 
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ 
Ο ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου (1925-2006) πέρασε 21 χρόνια στη φυλακή για την ομολογία της πίστεως. Το 1948, σε ηλικία 23 χρονών, έλαβε την πρώτη του καταδίκη, την οποία πέρασε υπό τις δυσκολότερες συνθήκες. Έτσι, φυλακίστηκε στην πόλη Ζιλάβα, στο σωφρονιστικό κατάστημα Κασίμκα, το οποίο βρισκόταν σε βάθος μερικών μέτρων κάτω από τη γη, χωρίς φως, με τον αέρα να διεισδύει εκεί μόνο μέσω τριών μικρών οπών στην πόρτα. Ένας από τους κρατούμενους εκεί ήταν άρρωστος με φυματίωση και, μη λαμβάνοντας ιατρική βοήθεια, έχασε πολύ αίμα. Για να τον βοηθήσει, ο μελλοντικός ιερέας Γεώργιος άνοιξε τις φλέβες του κι έδινε το αίμα του, για να πιει ο ασθενής. 
Το 1964, λόγω της πίεσης δυτικοευρωπαϊκών οργανώσεων, όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι της Ρουμανίας αμνηστεύθηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο πατήρ Γεώργιος μπήκε στη Σχολή Φιλολογίας και στη Σχολή Θεολογίας. Μετά από την αποφοίτηση, έκανε το διδακτορικό του στην ειδικότητα «Θεολογία». Ύστερα έλαβε τη χάρη της ιεροσύνης κι έγινε καθηγητής της Θεολογικής Σχολής στο Βουκουρέστι. 
Το 1979 συνελήφθη ξανά και κρατήθηκε υπό απάνθρωπες συνθήκες. Διάσημοι Ρουμάνοι εμιγκρέδες, όπως ο Μιρτσέα Ελιάντε, ο Ευγένιος Ιονέσκο και άλλοι, τον υπερασπίστηκαν ενεργά. Το 1984, ο πατήρ Γεώργιος απελευθερώθηκε, όμως ήταν εξαναγκασμένος να μετακομίσει στις ΗΠΑ. Μετά την πτώση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, κάθε χρόνο επισκεπτόταν την πατρίδα του, όπου και αναπαύτηκε η ψυχή του, στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Πέτρου Βόντα. 
Ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη εορτή. Καθάριζα την ψυχή μου όσο μπορούσα, έκλεισα τ’ αυτιά μου στις προσβολές, έγινα αναίσθητος για τα χτυπήματα, απρόσιτος για την πείνα. Ζεσταινόμουν με τη νοερά προσευχή και τη νύχτα, η οποία, όσο γνώριζα, ήταν Πασχαλινή, άκουσα τις καμπάνες της φυλακής. Ο ήχος τους έφτανε στο κλουβί μου σιγά-σιγά. Δεν ήταν εκείνο το εκκωφαντικό κουδούνισμα, το οποίο ακούει κάποιος που βρίσκεται δίπλα στις καμπάνες, αλλά διαπερνούσε τους τοίχους. Αυτός ο ήχος διείσδυε σαν μια αναγγελία από τον εξωτερικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού. 
Κι εγώ εκφώνησα «Χριστός Ανέστη!». Στην αρχή το είπα από μέσα μου και μετά ήθελα να το ψάλλω φωναχτά, όμως χωρίς να το ακούσει κανένας άλλος. Στη φυλακή κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία και κάθε κίνηση στα κλουβιά αντηχούσε έξω, στον διάδρομο. Ο φύλακας, μάλιστα, άκουσε ότι ψάλλω, γι’ αυτό ήρθε και με μάλωσε. Κι εγώ αποφάσισα να σιωπήσω, ώστε να μη χαλάσω αυτήν την αγία πασχαλινή νύχτα. Άρχισα ν’ αναθυμούμαι τα παιδικά μου χρόνια, τις πιο πολύτιμες για την ψυχή μου αναμνήσεις. 
Στο τμήμα, όπου βρισκόμουν, υπήρχαν 6 φύλακες. Αυτοί έκαναν την επιτήρηση με βάρδιες. Ο φύλακας, του οποίου τελείωνε τη βάρδια, έκανε ένα βήμα μπροστά και πήγαινε να σταθεί στη φαλάγγα. Ο άλλος, που ξεκινούσε τη βάρδια, πήγαινε ν’ ανοίξει την πόρτα στο κλουβί μας. Εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς έπρεπε να στεκόμαστε με τα πρόσωπα στραμμένα προς τον τοίχο. Εκείνος έμπαινε μέσα, κοιτούσε γύρω, ήλεγχε αν είναι όλα εντάξει. Μας απαγορευόταν να στραφούμε προς την πόρτα, μέχρι ν’ ακούσουμε το κλείδωμά της. 
Εκείνο το πασχαλινό πρωινό αποφάσισα να μη γυρίσω το πρόσωπό μου προς τον τοίχο. Και ο φρουρός τότε ήταν ένας «όμορφος διάβολος». Εκείνος ο νεαρός, μάλιστα, ήταν ένα απλό παλληκάρι από χωριό, ψηλός, λεπτός, με γαλάζια αγγελικά μάτια, με όμορφο κορμί, πάντα ωραία και καθαρά ντυμένος. Οι άλλοι ήταν πιο ασυγύριστοι, ενώ αυτός ήταν πάντα κομψός. Αλλά ήταν φοβερά σκληρός. 
Είναι δύσκολο να καταλάβω πως μπορεί ένας άνθρωπος, που έχει τέτοια κομψότητα και ανδρική ομορφιά, να συμπεριφέρεται τόσο άγρια. Αν δεν χτυπούσε 5-6 κρατούμενους, τότε, μάλλον, αισθανόταν άβολα. 
 
Γενικά, στη φυλακή, μέσα στην καταπιεστική ατμόσφαιρα φόβου και απειλής, ήταν πιο εύκολα να υποφέρουμε τα βασανιστήρια. Αλλά, όταν ακούς τις φωνές κάποιων άλλων... Πιο συχνά χτυπούσαν τους ποινικούς καταδικασμένους, επειδή οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν λίγοι. Και αυτοί φώναζαν όταν τους χτυπούσαν. Ενώ εμείς δεν φωνάζαμε ποτέ. Όταν εκείνοι φώναζαν, η φαντασία μας αμέσως άρχιζε να οργιάζει και φανταζόμασταν φοβερά πράγματα. Η ψυχή μας πονούσε τόσο πολύ από αυτές τις φωνές, που θα προτιμούσαμε να χτυπούν εμάς παρά αυτούς. Λοιπόν, εκείνος ο νεαρός ήταν ο τύπος που έβρισκε απόλαυση στο να βασανίζει τους ανθρώπους. 
Εκείνο το πρωί, όταν άνοιξε η πόρτα, ήμουν ακόμα όρθιος, χωρίς να κλείσω μάτι, επειδή προσευχόμουν στον Θεό όλη τη νύχτα. Εκατοντάδες ή ίσως και χιλιάδες φορές είπα: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνημασι ζωήν χαρισάμενος!». Πιο πιθανόν, χιλιάδες φορές, ώστε η αλήθεια για την Ανάσταση ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη μου. 
Στάθηκα με το πρόσωπό μου στραμμένο προς την πόρτα και, όταν μπήκε εκείνος, του είπα: 
– Χριστός Ανέστη! 
Ο φρουρός με κοίταξε, μετά γύρισε πίσω, κοιτάζοντας τη φρουρά, και μετά στράφηκε προς εμένα και είπε: 
– Αληθώς Ανέστη! 
Ήταν σαν να με χτύπησε κεραυνός. Κι εγώ κατάλαβα ότι το «Αληθώς Ανέστη» δεν το είπε ο φύλακας, αλλά ο Άγγελος του Θεού. Εκείνος ο Άγγελος, που στεκόταν δίπλα στον Τάφο και είπε στις μυροφόρες: 
– Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών. Ουκ εστίν ώδε, αλλ’ ηγέρθη (Λουκ. 24, 5-6). Δεύτε ίδετε τον τόπον όπου έκειτο ο Κύριος (Ματθ. 28,6).
Με το στόμα του αγγέλου, εκείνος με διαβεβαίωσε για την αλήθεια της Αναστάσεως, επειδή είχα μεγάλη ανάγκη από αυτήν τη διαβεβαίωση. Ο Θεός θέλησε, με το στόμα του εχθρού μου, να μου επιβεβαιώσει την εγκυρότητα εκείνου του Πάσχα. 
Το κλουβί μου γέμισε αμέσως με φως. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη, που τις 5-6 ώρες πριν το μεσημεριανό φαγητό τις πέρασα μέσα στην ακτινοβολία του φωτός και της πνευματικής χαράς[1]. 
Ιερέας Γεώργιος Κάλτσιου
Μετάφραση από τα Ρωσικά στα Ελληνικά της Κατερίνα Πολονέιτσικ


[1] Από το βιβλίο του ιερέα Γεωργίου Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα «Τα βάσανα ως ευλογία»
(Părintele Gheorghe Calciu-Dumitreasa. Suferinţa ca binecuvântare. Bucureşti: Editura Cathisma, 2007. Р. 31–35).

Δημοφιλείς αναρτήσεις