Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων - Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Κυριακή των Μυροφόρων

Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία -ταφή και ανάσταση- είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*) 
Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει. 
Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα. 
Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά -η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες. 
Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά. 
Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη. 
Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε. 
Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν: 
Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο. 
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του. 
Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα. 
Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους. 
Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν. 
(*)Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα και τη θεότητα του Κυρίου. 
 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ  

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 28 Απριλίου του 1996   




Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ο Θωμάς θέλει να δεί, αν υπάρχει αυτός που τον αγαπάει

 


 
 ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
 ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
κ΄ 19 – 31
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 18 Απριλίου του 1999 
Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3εδώ  
O άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τον Θεό για να πιστεύει. Όταν λέμε για να πιστεύει εννοούμε ότι έχει ανοίγματα πολύ βαθιά μέσα του, που τα εκφράζει προς τα έξω και αρχίζει και γίνεται κοινωνία. Αν μπροστά του βρει αγαπητική και θυσιαζόμενη κοινωνία, την εμπιστεύεται βαθύτατα, ανοίγεται, και τότε ακριβώς, εμπιστευόμενος και πιστεύοντας αυτό που βρήκε, ανοίγεται πιο πολύ και ο κόσμος γίνεται όντως κοινωνία. Ο Θεός μας ακριβώς επειδή είναι η ατέλειωτη αγάπη, η άκρα ταπείνωση και η άκρα συγκατάβαση, είναι μοναδική προϋπόθεση πίστεως. Δεν υπάρχει ακρότατο όριο προσφοράς, αγάπης και θυσίας και συγκαταβάσεως [άλλο] από τον Χριστό μας. Γι’ αυτό ακριβώς η πίστη εκφράζεται αφετηριακά προς τον Θεό μας. 
Χωρίς να αρνούμεθα πως και άλλοι άνθρωποι, που κάνουν πράξη αγαπητική, συγκαταβατική και θυσιαζόμενη για μας, μπορούν να προκαλέσουν για μας αυτό το αίσθημα της εμπιστοσύνης και μπορούμε να ανοιχτούμε και να γίνουμε κοινωνία. Γι’ αυτό λοιπόν, ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει. Αν μπροστά του δεν βρει αυτή την εκδήλωση της θυσίας, της αγάπης και της ταπεινώσεως, τότε ο άνθρωπος ή κλείνεται στον εαυτό του και γίνεται απομονωμένος, δηλαδή αρρωστημένος, ή αρχίζει και πιστεύει σε πράγματα σάπια και φρούδα, τα οποία ξέρει ότι δεν τον καλύπτουν, ξέρει ότι δεν θυσιάζονται για αυτόν, αλλά δεν έχει άλλη λύση. Και έτσι μέσα του βαθύτατα παλινδρομεί. 
Λέει πανέμορφα ένας πατερικός λόγος πως ο Θεός, όταν έδωσε τις αισθήσεις μας, τις έδωσε για δυο λόγους. Πρώτα, λέει, για να μπορούμε να βλέπουμε, να κοινωνούμε με τη φύση και το περιβάλλον ή να ψηλαφούμε το περιβάλλον ή να ερχόμαστε σε κοινωνία με αυτό κουβεντιάζοντας μαζί του. Αλλά αυτό είναι, λέει, το πρώτο πράγμα των αισθήσεων. Το δεύτερο είναι ακριβώς για να μπορούμε μέσα από τις αισθήσεις να συλλαμβάνουμε τα μηνύματα της πίστεως. 
Βλέπετε τον Θωμά; Πολύ σωστά, πολύ όμορφα, ζήτησε να ψηλαφήσει. Γι’ αυτό και τα τροπάρια της εκκλησίας μας μιλούν για την «καλή απιστία» του Θωμά. Ζητάει να εκφράσει τις αισθήσεις που του έδωσε ο Θεός και θέλει να βρει το όριο των δυνατοτήτων του, για να εξέλθει και να πιστέψει. Θέλει να δει, αν υπάρχει αυτός που τον Αγαπάει. Και τι θέλει να ακουμπήσει; Τους τύπους των ήλων, τους τύπους των μαρτυρίων του Χριστού. Τους τύπους που δεικνύουν ότι Αυτός πραγματικά τον αγάπησε. Να λοιπόν που ο Θωμάς καταξιώνει μια «καλή απιστία», όπου εκφράζει την αγωνία όλων των ανθρώπων να δούνε κάποιον που γι’ αυτούς θυσιάζεται και να δουν «τον τύπο των ήλων». 
Αν δεν τον δουν, όπως είπα, ή κλείνονται, αρρωστημένοι, ή αρχίζουν και πιστεύουν και να εμπιστεύονται τα είδωλα. Και ο Χριστός μας ακριβώς είναι το άκρο της προσφοράς και το άκρο της θυσίας. Και εκεί ακριβώς στρεφόμαστε και ακουμπούμε και εμείς αναζητώντας Αυτόν, τους τύπους των ήλων, και εκεί αναπαυόμαστε. Δεν αναπαυόμαστε σε έναν οποιοδήποτε Θεό που λέει λόγια και σοφίες. Ακόμη δεν αναπαυόμαστε σε έναν Θεό ο οποίος κάνει απλώς θαύματα και ο οποίος μας ενθουσιάζει. Θαύματα φαίνεται ότι πολλοί μπορούν να κάνουν, έστω ψεύτικα· και αν τα κάνουν χωρίς να θυσιάζονται, απλώς θα επιβάλλονται πάνω μας δια της βίας, όχι διά τον τύπον του Σταυρού και της θυσίας. Να λοιπόν γιατί είπαμε στη αρχή ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει και να βρίσκει την έξοδό του εκεί στον τύπο των ήλων. 
Και τέλος, αν αυτό το καταλάβουμε, τότε υποχρεωνόμαστε να μιμηθούμε τον Χριστό μας και να αποκτήσουμε πάνω μας και εμείς κάποιους τύπους κάποιων ήλων, κάποια σημάδια κάποιας ελαχίστης και μικρής προσφοράς, αν τη συγκρίνουμε με αυτό που έκανε ο Χριστός μας. Αλλά κάτι γίνεται πάνω μας και αποκτώντας πάνω μας και εμείς αυτούς τους τύπους των ήλων και αυτά τα κάποια, στοιχειώδη, ελάχιστα, σημεία προσφοράς μας για τη ζωή του κόσμου, και μιμούμεθα τον Χριστό και γινόμαστε κι εμείς πόλοι και ερείσματα για να μπορεί ο κόσμος να εξέλθει και κάπου να ακουμπήσει. Και ακουμπώντας, βλέπετε, στους αγίους, ακουμπάει στον Χριστό. Ακουμπώντας στους μάρτυρες, ακουμπάει στον Χριστό και έτσι η κοινωνία γίνεται όντως κοινωνία. Τελειώνοντας, να θυμίσω πως «έχασαν» την ζωή τους εκείνοι που δεν απόκτησαν πάνω τους κάποιους τύπους κάποιων ήλων· και τότε η ζωή τους έγινε μια ζωή κλειστή και μια ζωή που προσκυνούσαν τα είδωλα. 
Αυτή η Κυριακή μας προκαλεί και να στραφούμε στη μοναδική έκφραση αγάπης και θυσίας του Χριστού μας και, παράλληλα, ακολουθώντας τους τύπους και τα ίχνη των δικών του ήλων, αγαλλόμενοι να ζητήσουμε να χαραχθούν πάνω μας έστω αυτά τα πράγματα τα δύσκολα του κόσμου, και απ’ την βία του κόσμου, κάποιοι τύποι και κάποιοι ήλοι, για να προσθέσουμε και εμείς μια ελάχιστη προσφορά στην προσφορά του Χριστού μας για τη ζωή του κόσμου.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα: www.floga.gr

 

Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών.


Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, 
Προηγούμενος Ι.Μ. Ιβήρων
- Φοβᾶμαι ὅτι πολλοί, ἂν καὶ πηγαίνωμε στὴν ἐκκλησία, ἔχομε ἕνα κενὸ στὴν πίστι μας, δὲν πιστεύομαι οὐσιαστικὰ στὸν Θεό. Ποῦ νομίζεται ὅτι ὀφείλετε αὐτό; 
Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικό, ποὺ ἕνας πατέρας πῆγε τὸ ἄρρωστο παιδί του στὸν Κύριο καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήση. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐὰν πιστεύεις, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασανισμένος, ἦταν εἰλικρινὴς καὶ εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τὴ ἀπιστία» (Μαρκ. θ´, 24). Πιστεύω καὶ ταυτόχρονα εἶμαι ἄπιστος βοήθησέ με νὰ πιστέψω. Νομίζω ὅτι, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ εἴμαστε, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, εἰλικρινεῖς καὶ νὰ μὴν παριστάνομε τὸ κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, εἶναι μιὰ πραγματικὴ κόλαση ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ παράδεισο». Κ ἂν τυχὸν ἐμένα μου λέτε καλὰ λόγια καὶ δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν κακομοιριά μου, ἀλλὰ πιστέψω αὐτὰ ποὺ λέτε, κι ἀρχίζω νὰ κυκλοφορῶ, σὰν νὰ εἶμαι αὐτὰ ποὺ νομίζουν οἱ ἄλλοι, τότε κάτι δὲν πάει καλά. 
Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μία πίστη, θὰ πρέπει νὰ πῶ: «Δόξα τῷ Θεῷ, νοιώθω μίαν ἀνάπαυση». Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μίαν ἀμφιβολία. Θὰ πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ τὸν λογισμό μου. Κι ἔτσι κενούμενος, ἀδειάζοντας κανεὶς καὶ ὄντας τίμιος με τὸν ἑαυτό του, προχωρεῖ στὴν ἀλήθεια καὶ βρίσκει τὴ μία πίστη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοξασία, ἀλλ᾿ εἶναι φανέρωση τῆς δυνάμεως, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σῴζει τὸν ἄνθρωπο· καὶ τὸν ἐλάχιστο ἄνθρωπο, τὸν καθένα, τὸν κάνει Θεό, κατὰ χάρη· καὶ ταυτόχρονα εἶναι αὐτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία δυνάμει σῴζει τὴν οἰκουμένη.
Σᾶς λέω: Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών. Καὶ νὰ ἐξασφαλίσετε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, ποὺ θὰ εἶναι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ μάθετε νὰ λέτε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός, ὁ δυνατός· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδύναμος, ὁ ἁμαρτωλός. Σὲ γνωρίζω καὶ δὲν Σὲ γνωρίζω. Ξέρω ὅτι εἶμαι ἀδύναμος, ξέρω ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾷς καὶ ζητῶ τὸ ἔλεός Σου».Ἐὰν τυχὸν αὐτὸ γίνει, τότε θὰ βροῦμε σιγὰ - σιγὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἐὰν τυχὸν δὲν ἐπισκεπτόμαστε τὸν ἑαυτό μας, ἐὰν δὲν ἔχομε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, τότε θὰ εἴμαστε συνέχεια ζαλισμένοι καὶ συνέχεια μαριονέτες, ποὺ μᾶς κινοῦν ἄλλες δυνάμεις: εἴτε ἡ τηλεόραση, εἴτε οἱ ἐφημερίδες, εἴτε τὰ μαθήματα, εἴτε ἡ ἐπιπολαιότης, εἴτε τὰ πάθη τὰ δικά μας... Ἐνῷ τὸ βαθύτερο εἶναι μας, αὐτὸ τὸ ὁποῖο φέρει τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θέλει νὰ πεῖ: «Κοίταξε, δὲν εἶμαι τίποτε, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχω μία δύναμη, ποὺ δὲν φοβᾶται οὔτε τὸ χάρο». 
Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ πρέπει κανεὶς νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του. Καὶ θὰ βρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ἂν μπορεῖ νὰ εἶναι εἰλικρινής, κατ᾿ ἀρχήν, μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τότε θὰ νοιώσει ὅτι εἶναι, σὰν ἄνθρωπος, ἕνα μπόλι ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο μπολιάζεται στὴν καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ᾿ ἕνα δένδρο βαθύρριζο, καὶ νοιώθει ὅτι τὸ μπόλι αὐτὸ ἔπιασε. Μεγαλώνουν τὰ κλαδιά, ἀνθίζει τὸ μπόλι καὶ βγάζει καρπούς. Κι αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μπόλι ἔχει δικὲς τὸ ρίζες, τὶς ρίζες τὶς βαθύτατές του αἰωνόβιου δένδρου. Τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι, αὐτὰ ποὺ ζεῖ μέσα του, ἢ αὐτὰ ποὺ λέει, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὰ διάβασε καὶ κρατάει ἕνα χαρτὶ καὶ τὰ λέει, ἀλλ᾿ εἶναι κάτι ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα του. Καὶ τί βγαίνει ἀπὸ μέσα του; Βγαίνει, μιὰ στιγμή, ἕνα «Δόξα τῷ Θεῷ». 
Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μέσα του ἔχει «μορφωθεῖ» ὁ Χριστός, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία ὑγεία πνευματική, ἔχει μία ἠρεμία καὶ μία ἐλευθερία, καὶ νοιώθει ὅτι δὲν ἔχει κανένα παράπονο γιὰ τίποτε καὶ γιὰ κανένας ἄνθρωπο. Γιατί ἂν τυχὸν ἐμεῖς παραπονιόμαστε καὶ μουρμουρίζουμε καὶ δυσανασχετοῦμε, σημαίνει ὄχι ὅτι μας φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλ᾿ ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομε τὴν ὑγεία τὴν μεγάλη, τὸ δυνατὸ σῶμα γιὰ νὰ χωνέψει τὴν κάθε τροφή, ἐμεῖς δὲν ἔχομε ἐλάχιστη ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὸ δυναμισμὸ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. 
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος ἐν Χριστῷ, ἕνας ἄνθρωπος μικρὸς ἐν Χριστῷ, δηλαδὴ μεγάλος, εἶναι ἥσυχος, ἤρεμος, δὲν ἀπειλεῖ κανέναν. Ἀλλ᾿ ὅλα τὸ κάνουν καλὸ καὶ λέει μόνο: «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Κι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια δὲν χάνει δύναμη, ἀλλ᾿ αὐξάνεται ἡ δύναμή του. Καὶ ὅταν γεράσει, τότε νοιώθει ὅτι τὰ γεράματα εἶναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Καὶ ὅταν πεθάνει, νοιώθει ὅτι διὰ τοῦ θανάτου μπαίνει σὲ μία πλήμυρα ζωῆς, τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀντέξει ὅσο ἦταν ζωντανός.

 

Οἱ ἐρωτήσεις ἔγιναν εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998
ἀπὸ πιστοὺς πρὸς τὸν τότε καθηγούμενο 
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους π. Βασίλειο, 
ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλία του μὲ τὸν τίτλο: 
«Ἡ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό».

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Συναξάρι Πεντηκοσταρίου - Η Κυριακή του Θωμά


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Η Κυριακή του Θωμά
Αυτή την Κυριακή, που είναι δεύτερη από το Πάσχα, εορτάζουμε τα εγκαίνια της Αναστάσεως του Χριστού και την ψηλάφηση του αποστόλου Θωμά. 
Τα εγκαίνια, δηλαδή η υπενθύμιση σπουδαίων γεγονότων, ήταν αρχαία συνήθεια· κάθε χρόνο, όταν ερχόταν η μέρα κατά την οποία έγινε κάτι σπουδαίο, έκαναν την ετήσια μνήμη του, για να μη λησμονιούνται τα μεγάλα έργα. 
Γι’ αυτό οι Εβραίοι πρώτα στα Γάλγαλα έκαναν το Πάσχα εγκαινίζοντας -δηλαδή ανακαλώντας στη μνήμη τους- τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας· γι’ αυτό εγκαινίζεται από αυτούς και η σκηνή του Μαρτυρίου και η βασιλεία του Δαβίδ και όλα τα άλλα, για να μην τα αναφέρω ένα ένα. 
Επειδή λοιπόν απ’ όλα τα γεγονότα το ασύγκριτα μέγιστο έργο που ξεπερνά κάθε έννοια είναι η Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό, όχι μόνο κάθε χρόνο την εορτάζουμε και την εγκαινίζουμε, αλλά πάντοτε και κάθε οκτώ μέρες. 
Ο πρώτος λοιπόν εγκαινισμός της Ανάστασης είναι η παρούσα Κυριακή, η οποία μπορεί να λέγεται και όγδοη και πρώτη. Όγδοη μετρώντας από το Πάσχα και πρώτη ως αρχή όλων των άλλων. Και πάλι όγδοη, γιατί λαμβάνεται ως εικόνα της ατελεύτητης εκείνης ημέρας του μέλλοντα αιώνα, η οποία βέβαια θα είναι και πρώτη και μία, αφού νύχτα δεν θα τη διακόπτει. 
Αυτά σχετικά με τα εγκαίνια. 
Τα του Θωμά τώρα έγιναν ως εξής. Όταν ο Χριστός, το απόγευμα της ημέρας που αναστήθηκε, εμφανίστηκε στους Μαθητές, έλειπε ο Θωμάς. Όταν ήρθε και έμαθε την παρουσία του Χριστού, δεν πίστευε όχι μόνο ότι οι Μαθητές τον είδαν αναστημένο, αλλά ούτε ότι αναστήθηκε, αν και ο ίδιος ήταν ένας από τους δώδεκα. 
Γι’ αυτό ο φιλάνθρωπος Κύριος, φροντίζοντας για τη σωτηρία του ενός και ταυτόχρονα κάνοντας θεία οικονομία, για να πιστοποιήσει περισσότερο την ανάστασή Του στους μεταγενέστερους, ήρθε πάλι ύστερα από οκτώ μέρες, με τις θύρες κλειστές κι ενώ ήταν παρών και ο Θωμάς, και αφού έδωσε τον συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης, απευθύνθηκε στον Θωμά και είπε: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου, και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός. Επειδή δηλαδή δεν σου αρκούσε η όραση για να πεισθείς, αλλά ανέφερες και την αφή, βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου»· πράγμα που φανερώνει ότι η πληγή της πλευράς ήταν μεγάλη, έτσι που χωρούσε το χέρι του. 
Και κάνοντας αυτό ο Θωμάς και πιστεύοντας με την αφή –διότι του επιτράπηκε να δει και να κάνει αυτά στο άφθαρτο και απόλυτα θεωμένο σώμα, για να βεβαιωθεί– φώναξε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»· το πρώτο για τη σάρκα, το άλλο για τη θεότητα. 
Του λέει τότε ο Χριστός: «Πίστεψες επειδή με είδες· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!» 
Ο Θωμάς τώρα λέγεται Δίδυμος είτε γιατί γεννήθηκε μαζί με κάποιον άλλο είτε γιατί είχε κολλημένα τα δύο του δάκτυλα είτε γιατί απίστησε στην Ανάσταση. Άλλοι όμως λένε, και αυτό είναι το πιο σωστό, ότι το όνομα Θωμάς ερμηνεύεται Δίδυμος. 
Αυτή λοιπόν ήταν η δεύτερη φανέρωση του Χριστού. 
Η τρίτη ήταν στη θάλασσα της Τιβεριάδας. Έπειτα εμφανίστηκε στους Εμμαούς. Την πέμπτη φορά στη Γαλιλαία. Και όπως λένε, μέχρι την ανάληψη Του εμφανίστηκε ένδεκα φορές, και πολλά και υπερφυσικά θαύματα έκανε ενώπιον των μαθητών μετά την Ανάσταση, τα οποία δεν τα φανέρωνε στους πολλούς. 
Αυτά οι ευαγγελιστές τα άφησαν και δεν τα έγραψαν, διότι δεν μπορούσαν να τα ακούσουν οι πολλοί που ζουν στον κόσμο, επειδή ήταν πολύ υψηλά και υπερφυσικά. 
Με τις πρεσβείες του αποστόλου Θωμά, Χριστέ, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.  

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Στὶς ὧρες ἀμφιβολίας, κοίταξε χαμηλότερα ἀπὸ σένα - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


Απόσπασμα από την Ράδιοπαράγκα που έγινε την ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ του 1995 .
σε μορφή mp3  εδώ
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

"Φέρε τὸν δάκτυλό σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου καὶ φέρε τὴν χεῖρα σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευρά μου".

Στὰ λόγια αὐτὰ ὑπάρχει κάτι παραπάνω ἀπό, τὴν πρόσκληση ποὺ ἔγινε στὸ Θωμᾶ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴν ἀνάσταση, τοῦ Χριστοῦ.

Ξέρετε τί λέει ὁ Χριστός;

αιδί μου βλέπεις, τίς πληγές μου;

Σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θὰ ἤθελαν, νὰ μεταβάλουν τὸ Εὐαγγέλιο μοῦ, σὲ μιὰ σοφία ἢ ἕνα ἰδανικὸ ἢ ἕνα ἰδεολόγημα. Οἱ πληγὲς αὐτές, φωνάζουν μιὰ διάψευση.

Εἶμαι ὁ Σωτῆρας, ποὺ πέθανε πάνω στὸ Σταυρό.

Καὶ σὲ ὅλους αὐτούς, ποὺ θέλουν νὰ μιλοῦν, μόνο γιὰ νίκη, γιὰ ἀνάσταση,  γιὰ μεταμόρφωση καὶ νὰ ἀγνοοῦν τὸν Γολγοθᾶ.

Οἱ πληγές μου, Θωμᾶ ψηλάφισα τές, ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὸ δικό μου τὸ δρόμο.

Οἱ πληγές μου ἔχουν καὶ μιὰ ἄλλη ἀκόμα σημασία.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψίν μου, δὲν μπορεῖς νὰ ἀγγίξεις τὰ τρυπημένα μου χέρια καὶ τὴν πλευρά μου τὴν λογχευθεὶσά, παρα μόνο ἂν σκύψεις πάνω στὶς πληγὲς τῶν ἀνθρώπων. 

Στὶς ὧρες ἀμφιβολίας,  κοίταξε χαμηλότερα ἀπὸ σένα.

Κοιτᾶξτε τίς πληγὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι γύρῳ σου. Ἀλάφρωσε τὸν πόνο τους, -ἀγγίζοντας τόν, ἀγγίζεις ἐμένα- λέει ὁ Χριστός. Ἡ ζωντανή μου παρουσία θὰ σοῦ γίνει ψηλαφητὴ στὴν ἐπαφή μου μὲ τὰ πάσχοντα μέλη τοῦ Σώματός μου.

Νὰ λοιπὸν μιὰ πρόκληση.

Νὰ τολμήσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀγγίξουμε τίς πληγὲς τοῦ Χριστοῦ.

Ποὺ εἶναι οἱ πληγὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ πόνος τους.

Αὐτὸ ἀλήθεια τὸ περιμένατε;

Ἡ πράξη τοῦ Θωμᾶ ποὺ ἦταν πράξη ἀπιστίας, νὰ συνεχιστεῖ ὡς πράξεις ψηλαφήσεως πληγῶν ἀλλὰ ὄχι ὡς πράξη ἀπιστίας, ὡς πράξεις φιλανθρωπίες.

Συνεχίστε λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ Θωμᾶ,  πολὺ θὰ ὠφεληθεῖτε.

 π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Δημοφιλείς αναρτήσεις