Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας»



ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας» 

30 Μαρτίου  

Ο θεοφόρος αυτός άνδρας γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα, αγνοούμε όμως την γενέτειρά του και την καταγωγή του, επειδή από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια μερίμνησε ιδιαίτερα να ζήσει ως ξένος. «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνει ο νους αχώριστος από τον Θεό» (Γ΄ 3). Γνωρίζουμε μόνον ότι, από ηλικίας δεκαπέντε ετών, αφού απέκτησε στέρεα διανοητική κατάρτιση, απέταξε όλα τα θέλγητρα του μάταιου αυτού βίου από αγάπη για τον Θεό και μετέβη στο Σινά, στους πρόποδες του θεοβαδίστου εκείνου όρους, όπου ο Θεός είχε άλλοτε αποκαλύψει την δόξα Του στον Μωυσή, και προσφέρθηκε με φλεγόμενη καρδία στον Κύριο ως ευωδιάζουσα θυσία. 
Διώχνοντας με την είσοδό του στο στάδιο της αθλήσεως κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κάθε αυταρέσκεια διαμέσου μιας απροσποίητης ταπείνωσης, υπετάγη ψυχή τε και σώματι σε έναν γέροντα ονόματι Μαρτύριο και αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα, στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας «κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο, προθυμία στην προθυμία»(Α΄48). Βλέποντας τον Γέροντά του ως ζώσα εικόνα Χριστού (Δ΄23), και πεπεισμένος ότι εκείνος θα δώσει λόγο υπέρ του μαθητή του ενώπιον του Θεού (Δ΄ 43), δεν είχε άλλη μέριμνα παρά να απορρίπτει το ίδιον θέλημα και να εξασκεί «την απόθεση της δικής του κρίσεως μέσα στον πλούτο της πνευματικής διακρίσεως»(Δ΄4), κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν υπήρχε κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εντολές που του έδινε ο Μαρτύριος, ακόμη και τις φαινομενικά άνευ λόγου, και στην υπακοή του μαθητή. Παρ’ όλη την τέλεια υποταγή, ο Μαρτύριος τον κράτησε τέσσερα χρόνια ως δόκιμο και δεν τον έκειρε μοναχό παρά σε ηλικία είκοσι ετών, αφού είχε δοκιμάσει τον βαθμό της ταπείνωσής του. Ένας από τους παριστάμενους μοναχούς την ημέρα εκείνη, ονόματι Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός είχε κληθεί να γίνει μία ημέρα φωστήρ της οικουμένης. Όταν έπειτα ο Μαρτύριος με τον μαθητή του επισκέφθηκαν τον Ιωάννη τον Σαββαΐτη, έναν από τους πιο φημισμένους της εποχής, εκείνος, παραμελώντας τον Γέροντα, έσπευσε να νίψει τους πόδας του Ιωάννη. Μετά την αναχώρησή τους, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον νεαρό μοναχό αλλά εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα είχε σπεύσει να νίψει τους πόδας του ηγουμένου του Σινά. Η ίδια προφητεία επικυρώθηκε και από τον μεγάλο Αναστάσιο τον Σιναΐτη [21 Απρ.], τον οποίον επίσης επισκέφθηκαν. 
Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Ιωάννης επιδείκνυε ωριμότητα και διάκριση γέροντα. Μία ημέρα, ενώ είχε σταλεί στον κόσμο με αποστολή και βρισκόταν στο τραπέζι με λαϊκούς, προτίμησε να υποκύψει λίγο στην κενοδοξία, τρώγοντας ελάχιστα παρά στην γαστριμαργία· καθώς από τα δύο πάθη προτιμητέο είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τους νεοφερμένους στον μοναχικό βίο (ΚΣΤ΄ 43). Πέρασε έτσι δεκαεννέα χρόνια στην μακάρια αμεριμνησία που παρέχει η υπακοή, απαλλαγμένος από κάθε αγώνα χάρις στην προσευχή του πνευματικού του πατρός, πλέοντας ακίνδυνα ωσάν σε ενύπνιο προς τον λιμένα της απαθείας (Δ΄ 3). Μετά την κοίμηση του Γέροντος Μαρτυρίου, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακολουθήσει την ανάβαση της κλίμακος της αρετής, ζώντας ως ερημίτης, είδος βιοτής που αρμόζει στον μικρό αριθμό εκείνων που, στερεωμένοι στην πέτρα της ταπείνωσης, απομακρύνονται από τους ανθρώπους για να μην στερηθούν ούτε στιγμή την θεία ηδύτητα (ΚΖ΄ 25). Αφοσιώθηκε σε αυτή την οδό, την πλήρη εμποδίων, όχι εμπιστευόμενος την κρίση του, αλλά με τις συστάσεις ενός αγίου Γέροντα, του Γεωργίου Αρσιλαΐτη, ο οποίος τον δίδαξε τον τρόπο της ζωής των ησυχαστών. Επέλεξε ως στίβο των ασκητικών παλαισμάτων έναν τόπο απόμερο, ονομαζόμενο Θολάς, πέντε μίλια απόσταση από την μεγάλη μονή, όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έζησε εκεί επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, χωρίς μέριμνα για το σαρκίο, απαλλαγμένος από κάθε επαφή με ανθρώπους, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδίας του, με σκοπό «να περιορίσει το ασώματο του θείου μέσα στο σωματικό οίκο» του (ΚΖ΄ 5), ως άγγελος με σώμα. 
Τρεφόταν με ό,τι επέτρεπε η μοναχική κλήση, αλλά σε πολύ μικρή ποσότητα, δαμάζοντας έτσι την τυραννία της σαρκός χωρίς να παρέχει αφορμή στην κενοδοξία. Με την αποταγή και την ησυχία, είχε επιτύχει να νεκρώσει την κάμινο της απληστίας, η οποία, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και της φιλοξενίας, παρασύρει τους αμελείς μοναχούς στην γαστριμαργία, την θύρα των παθών (ΙΔ΄ 38), και την φιλαργυρία, που αποτελεί θυγατέρα απιστίας και προσκύνηση των ειδώλων (ΙΣΤ΄ 2). Την ακηδία, αυτή την ψυχική νέκρωση, η οποία επισκέπτεται κυρίως τους ησυχαστές (ΙΓ΄ 3), καθώς και την αμέλεια, τις καταπολεμούσε νικηφόρα με την μνήμη θανάτου (ΙΖ΄ 6) και, μελετώντας τα μέλλοντα αγαθά, έκοβε τα δεσμά της λύπης. Η μόνη λύπη που γνώριζε, ήταν το «Χαροποιόν Πένθος», που είναι «διάθεση της πονεμένης καρδίας, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο το οποίο ποθεί» (ΙΖ΄ 1) και είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε στην οδό της μετανοίας καθαίροντας την ψυχή από τους μολυσμούς της. 
Τι άλλο έμεινε για να φθάσει στην απάθεια; Τον θυμό, τον είχε νικήσει από καιρό με το ξίφος της υπακοής. Την κενοδοξία, αυτό το τριβόλι που στέκεται με όρθιο το αγκάθι μπροστά στους αγωνιστές της ευσέβειας και που προσκολλάται σε κάθε αρετή σαν βδέλλα (ΚΑ΄ 5), την είχε καταπνίξει με τον εγκλεισμό και ακόμη περισσότερο με την σιωπή. Και ως επιβράβευση των κόπων του, τους οποίους διάνθιζε πάντα με την αυτομεμψία, ο Κύριος τού έδωσε την βασίλισσα των αρετών, την αγία και πολύτιμη ταπείνωση, που είναι «η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνον από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι, επίσης, ανέκφραστος πλούτος, ονομασία (Ματθ. 11, 29) και δωρεά του Θεού» (ΚΕ΄ 3). 
Επειδή το κελί του ήταν πολύ κοντά στα κελιά άλλων ησυχαστών, αποσυρόταν συχνά στους πρόποδες του όρους σε απομακρυσμένο σπήλαιο, το οποίο μετέτρεπε σε προθάλαμο του ουρανού με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που ακόπως ανάβλυζαν από τους οφθαλμούς του ωσάν από αστείρευτη πηγή, μεταμορφώνοντας το σώμα του σε γαμήλιο χιτώνα (Ζ΄ 8, 41). Επακόλουθο του χαροποιού αυτού πένθους του και της συνεχούς ροής δακρύων ήταν το γεγονός ότι εόρταζε καθημερινά της ψυχής τον πνευματικό γέλωτα (Ζ΄ 38), φυλάσσοντας στην καρδιά του την αδιάλειπτη προσευχή, καθιστώντας την οχυρό απόρθητο στις επιθέσεις των λογισμών. Του συνέβη κάποτε να βρεθεί μεταξύ των αγγέλων και με ένθεη παρρησία ζητούσε να διαφωτιστεί για τα μυστήρια του Θεού (ΚΖ΄, β΄ 13). Εξερχόμενος από την προσευχή ως από πυρός καμίνου, αισθανόταν άλλοτε «κουφισμό», ελάφρωση δηλαδή και καθαρισμό από κάθε ρύπο της ύλης και άλλοτε σαν να έχει καταφωτισθεί από φως (ΚΗ΄ 52). Όσον δε αφορά τον ύπνο, δεν του παραχωρούσε παρά το ελάχιστο μερίδιο χρόνου για να διατηρεί το πνεύμα του σε εγρήγορση στην προσευχή, ενώ προτού κοιμηθεί, προσευχόταν διά μακρόν ή έγραφε σε πινάκια τους καρπούς της εμπνευσμένης μελέτης της Αγίας Γραφής. 
Παρά την μεγάλη φροντίδα του να διαφυλάττει πάντοτε τις αρετές του κρυφές από τα μάτια των ανθρώπων, όταν ο Θεός έκρινε ότι επέστη ο καιρός για να μεταδώσει στους άλλους το φως που είχε αποκτήσει προς πνευματική οικοδόμηση της Εκκλησίας, οδήγησε στον Ιωάννη, έναν νεαρό μοναχό, ονόματι Μωυσή, ο οποίος χάρις στην παρέμβαση των άλλων ασκητών κατάφερε να λυγίσει την αντίσταση του ανθρώπου του Θεού και να γίνει δεκτός ως μαθητής του. Μία ημέρα που ο Μωυσής απομακρύνθηκε αναζητώντας χώμα για το μικρό τους περιβόλι και ξάπλωσε κάτω από έναν μεγάλο βράχο για να ξαποστάσει λίγο, αποκαλύφθηκε στον Ιωάννη που βρισκόταν στο κελί του ότι ο μαθητής του Μωυσής κινδυνεύει. Άρπαξε στην στιγμή το όπλο της προσευχής και, όταν ο Μωυσής επέστρεψε το βράδυ, του αφηγήθηκε ότι μέσα στον ύπνο του είχε ακούσει ξαφνικά την φωνή του Γέροντά του να τον καλεί, την στιγμή ακριβώς που ο βράχος είχε αποσπαστεί και απειλούσε να τον συντρίψει. 
Η προσευχή του οσίου Ιωάννη είχε ακόμη την δύναμη να θεραπεύει τις ορατές και αόρατες πληγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λύτρωσε έναν μοναχό από τον δαίμονα της πορνείας που τον ωθούσε στην απελπισία. Μια άλλη φορά, έφερε βροχή. Ο Θεός όμως εκδήλωνε ιδιαίτερα την Χάρη Του προς αυτόν παρέχοντάς του το χάρισμα της πνευματικής διδασκαλίας. Στηριζόμενος στην προσωπική του εμπειρία, κατηχούσε γενναιόδωρα όλους όσους έρχονταν να τον βρουν, σχετικά με τα εμπόδια που παραμονεύουν τους μοναχούς στον αγώνα τους εναντίον των παθών και του άρχοντος του κόσμου τούτου. Αυτή η πνευματική διδασκαλία προκάλεσε όμως την ζηλοφθονία ορισμένων, οι οποίοι διέδωσαν συκοφαντίες εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «λάλον» και «φλύαρον». Μολονότι είχε την συνείδησή του ήσυχη, ο Ιωάννης δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί και για να αφαιρέσει κάθε αφορμή από αυτούς που ζητούσαν αφορμή, ανέστειλε επί έναν ολόκληρο χρόνο τον ρου της διδασκαλίας του, πεπεισμένος ότι αξίζει περισσότερο να ζημιώσει λίγο τους φίλους του αγαθού παρά να ερεθίσει την μνησικακία των κακών. Όλοι οι κάτοικοι της ερήμου ωφελήθηκαν ψυχικά από την σιωπή του, απόδειξη και αυτή της ταπεινοφροσύνης του, και μόνον μετά από την επιμονή των ίδιων των μεταμελημένων συκοφαντών του πείσθηκε να δεχθεί και πάλι επισκέπτες. 
Έμπλεος όλων των αρετών της πράξεως και της θεωρίας και έχοντας φθάσει πλέον στην κορυφή της κλίμακος της αγιότητος, με την νίκη που είχε καταγάγει όλων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ο όσιος Ιωάννης ακτινοβολούσε σαν αστέρας στην χερσόνησο του Σινά και έχαιρε του θαυμασμού όλων των μοναχών. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αρχάριο και μη χορταίνοντας να συλλέγει παραδείγματα ευαγγελικής διαγωγής, ταξίδεψε σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε κυρίως ένα μεγάλο κοινόβιο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας, αληθινό επίγειο ουρανό, το οποίο διηύθυνε ένας θαυμαστός ποιμένας με αλάνθαστη διάκριση. Αυτή η αδελφότητα ήταν ενωμένη εν Κυρίω με αγάπη, τόσο απαλλαγμένη από παρρησία ή αργολογία, ώστε οι μοναχοί δεν χρειάζονταν συστάσεις από τον ηγούμενο και μόνοι τους αμίλλονταν αναμεταξύ τους σε θεία εγρήγορση. Από όλες τις αρετές τους, η θαμαστότερη, κατά τον Ιωάννη, ήταν ότι προσπαθούσαν να μην πληγώσουν επ’ ουδενί την συνείδηση ενός αδελφού (Δ΄ 16). Οικοδομήθηκε πολύ ο όσιος Πατήρ και από την επίσκεψη σε ένα εξάρτημα αυτής της μονής, αποκαλούμενο «Φυλακή», όπου ζούσαν με αυστηρή άσκηση, αποδεικνύοντας την μετάνοιά τους, μοναχοί που είχαν διαπράξει βαριά αμαρτήματα στη ζωή τους και που αγωνίζονταν να κερδίσουν με τους κόπους τους την θεία συγχώρεση. Αντί να του φανεί σκληρή και αδιάλλακτη αυτή η φυλακή, απεναντίας του φάνηκε πρότυπο μοναστικής ζωής. «Διότι η ψυχή που στερήθηκε την προηγούμενη παρρησία προς τον Θεό, που έχασε την ελπίδα της απαθείας, που διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, που της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, που αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, που αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριο, που έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πυρ των δακρύων και που πληγώνεται συνεχώς αναπολώντας αυτά και κεντιέται γι’ αυτό οδυνηρά…, όχι μόνον τους προηγούμενους κόπους τούς δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά πολύ περισσότερο, θα επινοήσει με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθεί προς τον θάνατο (της παλαιότητάς της), εάν βέβαια απόμεινε μέσα της κάποια σπίθα αγάπης και φόβου του Κυρίου» (Ε΄ 24). 
Όταν ο άγιος συμπλήρωσε σαράντα έτη παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, επιφορτίσθηκε από τον Θεό να τεθεί επικεφαλής του νέου αυτού Ισραήλ και έγινε ηγούμενος (περί το 650) της κυρίας μονής, στους πρόποδες του όρους Σινά. Αφηγούνται ότι την ημέρα της ενθρόνισής του παρίσταντο εξακόσιοι προσκυνητές και, ενώ βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στην τράπεζα, αξιώθηκαν να δουν τον προφήτη Μωυσή, έναν άγνωστο και υποβλητικό ξένον ντυμένο με λευκό χιτώνα, να πηγαινοέρχεται δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους, στους δοχειάρηδες και άλλους διακονούντες. 
Έχοντας διεισδύσει στον μυστικό γνόφο της θεωρίας, ο νέος αυτός Μωυσής είχε μυηθεί στα μυστικά του πνευματικού Νόμου και κατεβαίνοντας από το όρος, απαθής, με το πρόσωπο που ακτινοβολεί από την θεία Χάρη, απέβη για όλους ποιμένας, ιατρός, στήριγμα και πνευματικός διδάσκαλος, ο οποίος, φέροντας μέσα του την πολύσοφη και φωτιστική βίβλο του Θεού, δεν είχε ανάγκη από άλλα βιβλία για να διδάξει τους μοναχούς την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών. 
Ο ηγούμενος της Ραϊθώ, που επίσης ονομαζόταν κι αυτός Ιωάννης, πληροφορήθηκε την εξαίρετη πολιτεία των μοναχών του Σινά και έγραψε στον Ιωάννη για να του ζητήσει να εκθέσει, μεθοδικά και συνεπτυγμένα, τα δέοντα σε όσους έχουν ασπασθεί τον ισάγγελο βίο για την σωτηρία τους. Και εκείνος, που δεν είχε μάθει ούτε στιγμή να αντιλέγει στους αδελφούς του, χάραξε με την θεόπνευστη γραφίδα της ιδίας του εμπειρίας τας «Πλάκας του πνευματικού Νόμου» (αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της «Κλίμακος» έτσι όπως μαρτυρείται σε ορισμένα χειρόγραφα). Παρουσίασε την πραγματεία του σε μορφή κλίμακας τριάντα αναβαθμών, τους οποίους ο Ιακώβ, δηλαδή «αυτός που υπερέβη τα πάθη», ατένισε, καθώς αναπαυόταν στο προσκέφαλο της ασκήσεως (πρβλ. Γεν. 28, 12). Σε αυτή την ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια της πνευματικής ανθρωπολογίας, εργασίας και ζωής, που παραμένει ακέραιη στους αιώνες, για τους μοναχούς όσο και για τους λαϊκούς, ο κατ’ εξοχήν απλανής και ασκίαστος οδηγός της ευαγγελικής βιοτής, ο όσιος Πατήρ Ιωάννης δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με αφετηρία πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, υπομνήσεις, υποτυπώσεις, παραινέσεις, εύστοχες αναπτύξεις, αφορισμούς ή αινίγματα συχνά πνευματωδέστατα, μυεί την κάθε εμφιλόσοφη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στην διάκριση των λογισμών. Ο λόγος του είναι σύντομος, πυκνός, περιεκτικός, εμβαθής, μεγαλειώδης, ποιητικός, άρτιος, λεπτοφυής και διεισδύει ως δίστομος ρομφαία στα κατάβαθα της ψυχής, αποκόπτοντας χωρίς συμβιβασμό κάθε χαλεπή αυταρέσκεια, καταδιώκοντας ως την ρίζα τους την υποκριτική και κίβδηλη άσκηση ακόμη και τον πιο αφανή εγωισμό. Παρόμοιος με τον λόγο του αγίου Γρηγορίου [25 Ιαν.] στο θεολογικό πεδίο, ο λόγος του οσίου Ιωάννη αποτελεί εμπνευσμένη και πρακτική εφαρμογή του Ευαγγελίου και οδηγεί με ασφάλεια όσους διαποτίζονται από αυτόν, διά της ενδελεχούς ανάγνωσης και της καρδιακής μελέτης, μέχρι την θύρα του Ουρανού, όπου μας αναμένει ο Χριστός. 
Προς το τέλος της ζωής του ο μακάριος Ιωάννης υπόδειξε τον αδελφό Γεώργιο, ο οποίος είχε ασπασθεί επίσης τον ησυχαστικό βίο όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, να τον διαδεχθεί στην ηγουμενία. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει προς Κύριον, ο Γεώργιος τού είπε: «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριέ μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα, αντίθετα, προπέμπω εσένα!». Του απάντησε τότε καθησυχαστικά ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Πράγματι, δέκα μήνες μετά την κοίμηση του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο Γεώργιος (ο επίσκοπος της Φαρράν, ο οποίος το 680 εγκατέστησε την έδρα του στην Μονή του Σινά), κατά την πρόρρηση του οσίου προκατόχου του, εξεδήμησε και εκείνος προς Κύριον.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Διακονώντας αναστάσιμα τη ζωή του κόσμου

Τῌ ΠΕΜΠΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

ι΄ 32 - 45 
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πέμπτῃ τῶν Νηστειῶν, διετάχθημεν μνήμην ποιεῖσθαι τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  13 Απριλίου του 1997

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Πιστεύω πως δύσκολα μπορεί να ξαναγραφεί κείμενο το οποίο, με τόση απλότητα, γραφικότητα, διεισδυτικότητα και ρεαλισμό, να περιγράψει το είναι και το γίγνεσθαι της περπατησιάς του ανθρώπου πάνω στη γη. Αυτό το έκανε ο Χριστός μας μέσα από το κείμενο το ευαγγελικό που ακούσαμε πριν από λίγο, όπου μέσα από δύο κεντρικούς άξονες της διηγήσεως που ακούσαμε, της ευαγγελικής περικοπής, περιγράφεται πραγματικά όλο το σύνολο της ζωής μας πάνω στη γη, της προσωπικής μας στάσης προς τον κόσμο και της σχέσης με την οποία «κυριαρχούμε» και «κυριεύουμε» τα πράγματα. Με πολύ λίγα λόγια να προσπαθήσω αυτό το πραγματικά απλό, αλλά, την ίδια ώρα, πολύ βαθύ κείμενο να το ερμηνεύσω στην αγάπη σας, γιατί πραγματικά αποτελεί άξονα της καθημερινής ζωής μας.

Είναι δύο οι πόλοι της διηγήσεως. Στο πρώτο κεντρικό σύστημα, ο Χριστός ομιλεί για τον εαυτό Του. Αρχίζει από εκείνη τη φράση που λέει ότι «ἀναβαίνομεν» στα Ιεροσόλυμα και καταλήγει προς την Ανάστασή Του. Και ανάμεσα στα δύο αυτά τα μεγάλα γεγονότα, το «ἀναβαίνομεν» (και ποιος δεν θέλει να ανέβει;) και «θα αναστηθώ» (και ποιος δεν θέλει να αναστηθεί;), μπαίνουνε, από ό,τι φαίνεται, τα δύσκολα. Ομιλεί για το «παραδοθήσεται», το «μαστιγώσουσιν» και τα λοιπά· περιγράφει τη μαρτυρική του πορεία πάνω στη γη. Το «αναβαίνομεν» και το «ανιστάμεθα» ο Χριστός τα λέει για το πρόσωπό Του, και ανάμεσα στα αυτά τα δύο βάζει το μαρτυρικό, φαίνεται, στοιχείο.

Προσέξτε, για να απαλύνει το μαρτυρικό και για να δείξει που είναι ακριβώς βατό, και είναι δυνατό, χρησιμοποιεί το ρήμα «παραδίδω» με δύο τρόπους. Λέει, «παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου». Θα παραδοθεί· σημαίνει που ο ίδιος έχει μια στάση θετική: «παραδοθήσεται». Δεν Τον πάνε όπου θέλουνε. Και μετά, «παραδώσουσιν» Αυτόν· Τον παίρνουνε λοιπόν τον Χριστό, νομίζουν που Τον κυριαρχούνε, και μετά δεν ξέρουνε τι να Τον κάνουνε και Τον πάνε από εδώ και από εκεί. Είναι το περπάτημα του Χριστού ανάμεσα στον Άννα, στον Καϊάφα και στον Πιλάτο. Τον έχουν στα χέρια τους και δεν μπορούν τι να κάνουνε με Αυτόν. Αυτό σημαίνει πως η πορεία μας που κυμαίνεται ανάμεσα στην ανάβαση και στην ανάσταση, και έτσι πάντα είναι τα πράγματα, μπορεί να φαίνεται που χαρακτηρίζεται από τα δύσκολα, που τα λέμε μαρτυρικά· αλλά για να μην διαλυθεί ο λαός του Θεού, ακούγοντας το μαρτυρικό και το δύσκολο, θα ξέρει πως, εφόσον η πορεία του είναι ανοδική και είναι αναστάσιμη, το «ανάμεσα» είναι στα χέρια του. Και ο Χριστός παραδίδεται, δηλαδή, αφήνεται να φαίνεται ότι κάνουν αυτό που θέλουν πάνω Του, και μετά τους έχει στα χέρια Του Εκείνος. Εκείνος τους πάει όπου θέλει. Το άγγιγμά Του, λέει ο Χρυσόστομος, πάνω στους διώκτες του ήταν αγιαστικό. Ακόμη και οι σταυρωτές Του αγίασαν. Ακόμη και οι σταυρωτές Του ομολόγησαν. Αυτό το «παραδίδομαι», αυτό το ότι φαίνεται μαρτυρικό, εφόσον το επιτρέπει ο Θεός, σημαίνει που γίνεται και για δικό μας προσωπικό καλό, αλλά ακόμη περισσότερο για την αγάπη του κόσμου και για τον αγιασμό του κόσμου. Ποτέ το μαρτυρικό να μην το θεωρήσουμε κάτι το οποίο μας πιέζει και μας εξουθενώνει γιατί ακριβώς πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού και κρύβεται ο περαιτέρω, έμμεσος, αλλά πραγματικός, αγιασμός των διωκτών μας. Αυτός είναι ο πρώτος πόλος. Η προσωπική μας στάση μπρος στη ζωή.

Να ανεβούμε, να αναστηθούμε – τα δύσκολα που ζούμε κάθε μέρα· και αν τα κυριαρχήσουμε, να ξέρουμε που πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού. Και όλα τα άλλα, μέσα από την αγάπη του Θεού, θα προσδιορίσουν τον αγιασμό των άλλων. Γι’ αυτό, βλέπετε, όταν περνούμε δύσκολες στιγμές, όταν πειραζόμαστε από τους άλλους, η προοπτική μας να μην είναι πόσο αντέχουμε ή δεν αντέχουμε εμείς. Η προοπτική μας να είναι τι αγιασμός μπορεί να περάσει απ’ τη δική μας απαντοχή. Και αυτή είναι η προοπτική της δυσκολίας και του πειρασμού που έρχεται. Ο Θεός επιτρέπει μέσα από εμάς, μέσα από το σταυρό μας, πολλοί άλλοι να αγιαστούν γύρω μας. Αν αυτό το αποτάξουμε και το πετάξουμε, χάνουμε την ευκαιρία της αναβάσεως και της αναστάσεως.

Και στον δεύτερο πόλο της διηγήσεως, ο Χριστός στρέφεται να περιγράψει το τι σημαίνει κυριαρχία και το τι σημαίνει εξουσία γιατί πολλοί λέει θέλουν, δοκούν, θέλουν, να κυριαρχήσουν και να εξουσιάσουν πάνω στα πράγματα του κόσμου. Προσέξτε τα δύο ρήματα που χρησιμοποιεί ο Χριστός: δεν λέει «κυριεύουν» και «εξουσιάζουν», λέει «κατακυριεύουν» και «κατεξουσιάζουν». Ενώ το «κυριαρχώ» και το «εξουσιάζω» είναι δωρεά δοθείσα από το Θεό μας. Εκείνος έδωσε στον άνθρωπο να κυριεύει πάνω στα πράγματα του κόσμου και να τα εξουσιάζει, που σημαίνει αγιαστικά, διακονικά και εν ταπεινώσει. Αυτό το «κατακυριεύω» και το «κατεξουσιάζω» δηλώνει ακριβώς τη διάλυση των δωρεών και των αγιασμένων δομών που έχουν μέσα τους οι λέξεις «κυριεύω» και «εξουσιάζω».

Είμαστε φτιαγμένοι να κυριαρχήσουμε στα πράγματα. Πρώτα στα πάθη μας και μετά πάνω στον κόσμο, και να εξουσιάσουμε όντας διάκονοι και λειτουργώντας τον αγιασμό των πραγμάτων. Δεν σας είπα πριν από λίγο πως και η δυσκολία και το μαρτύριο είναι για τον αγιασμό των άλλων; Αν λοιπόν το καταλάβουμε, με το δικό μας μαρτύριο θα διακονήσουμε την αλλαγή, την μεταμόρφωση του κόσμου. Αν δεν το καταλάβουμε, τότε θα πάρουμε την άλλη στάση και, αντί να εξουσιάσουμε στα πράγματα σταυρικά, θα «κατεξουσιάσουμε» και θα «κατακυριεύσουμε», όπως κάνουνε, είπε ο Χριστός μας, οι άρχοντες του κόσμου, και τότε θα διαλύσουμε τον κόσμο. Θα τον κάνουμε συντρίμμια από το εγωιστικό περπάτημά μας πάνω στη γη. Και τότε ακριβώς, αντί να αφήσουμε ίχνη αναστάσιμα στις καρδιές των άλλων, θα αφήσουμε τα ίχνη της βίας και τα ίχνη της εξαφανίσεως της δικής τους προσωπικής στάσεως.

Γι’ αυτό λέει, οι δικοί μου μαθηταί είναι για να διακονούν τον κόσμο· γι’ αυτό ήρθα εγώ και γι’ αυτό ήρθατε εσείς. Αυτά που είπε ο Χριστός σε αυτές τις λίγες γραμμές αποτελούν πραγματικά το ολοκληρωτικό σύστημα σκέψης, το πώς στεκόμαστε πάνω στη γη και τι κάνουμε για τον κόσμο. Ό,τι άλλο και να αναλύσουμε, ό,τι άλλο και να πούμε, για τον πόνο, για την αδικία, για τη διαμαρτυρία, είναι αποτυχία αν δεν καταλάβουμε αυτό το περιεχόμενο. Και ο Χριστός μας, πορευόμενος προς το πάθος, το έδωσε στους μαθητές Του, για να μην απογοητευτούν και να μην τα χάσουν και για να μπορούν να γίνουν  οι ίδιοι κήρυκες, βιωματικοί κήρυκες, αυτών των αληθειών. 

Αυτά λοιπόν τα οποία σήμερα αποκαλύφθηκαν στην αγάπη μας είναι για να ζήσουμε μέσα από μια σκληρή αλλά αναστάσιμη πραγματικότητα. Και αν δεν τα ζήσουμε αποτασσόμεθα το Ευαγγέλιο και απλώς κατακυριεύουμε τα πράγματα και τα εξουσιάζουμε, γινόμαστε δυνάστες και διαλυτές των πραγμάτων. Και τότε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινωνία που θα έχει ισορροπία και μια κοινωνία που μπορεί να δώσει κάτι στη ζωή του κόσμου. Γιατί, από τα μικρά μεγέθη που έχουμε στα χέρια μας, τα διαλύουμε όλα· και μετά περιμένουμε οι άλλοι να κάνουνε κάτι για μας.

Θα διακονήσουμε και θα μαρτυρήσουμε αναστάσιμα, αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τι σημαίνει το περπάτημά μας πάνω στη γη και τι σημαίνει το περπάτημα του Χριστού πάνω στη γη. 

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού».



«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού». 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που έγινε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, στις 5/4/2009.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ  MP3 ΕΔΩ


Σεβασμιώτατε Δέσποτα, Σεβαστοί Πατέρες, Θεοφιλές πλήρωμα της Εκκλησίας μας

Τα σαράντα τέσσερα χρόνια της μακροχρόνιας καθ’ ημάς ασκήσεως της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας στην έρημο, ήταν πολλά ή όχι; Για τα μέτρα τα ανθρώπινα θα λέγαμε πολλά. Και πώς μπορούν να συγκριθούν αυτά τα τόσα πολλά χρόνια με το ένα δευτερόλεπτο της μετανοίας του ληστού πάνω στο σταυρό; Και οι δυο εισέρχονται στον Παράδεισο. Υπάρχει λογική σε τέτοιες ισορροπίες που εμείς τις λειτουργούμε ως μαθηματικές αναζητήσεις; Να τολμήσω να προσεγγίσω αυτό το ερώτημα αρχίζοντας λόγο σύντομο, και αξιοποιώντας την απάντηση που δίνει ο εν αγίοις πατέρας ημών o Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε αυτό το φοβερό και συγκλονιστικό ερώτημα. Ποια είναι τα μαθηματικά του Θεού και ποια είναι τα δικά μας; 
Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «εκείνο που μπορώ να καταλάβω περισσότερο από το Θεό είναι το ακατάληπτό Του. Και μάλιστα το ακατάληπτο της Αγάπης Του». Και τονίζει, «ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα Αυτού, ερευνηθήναι ου δύναται. Πολλώ μάλλον καταληφθήναι αδύνατον. Τα κρίματα Αυτού ανεξερεύνητα. Η ωδή Αυτού ανεξιχνίαστη. Η ειρήνη Του υπερέχει πάντα νουν. Η δωρεά Του ανεκδιήγητος». 
Αρχίζοντας το λόγο μας με αυτόν τον προβληματισμό, πιθανώς να αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το πώς μπορούμε να εννοήσουμε τα πράγματα του Θεού είναι πολύ σχετικό. Και σίγουρα ακολουθώντας τη διδασκαλία των Πατέρων μας, είναι καλύτερα να αφηνώμεθα στα χέρια Του, παρά να ψάχνουμε το πώς και το γιατί. Αλήθεια, σκεφτήκατε γιατί την πρώτη φορά που μίλησε ο Κύριος στον προφήτη Ωσηέ … την πρώτη φορά που μίλησε, προσέξτε, είπε: «πήγαινε και πάρε γυναίκα σου μια πόρνη. Κι έτσι τα παιδιά που θα κάνεις μαζί της δεν θα έχουν καθόλου δικαιώματα». Πρώτη φορά ομιλεί ο Θεός στον Ωσηέ και του λέει να πάρει μια πόρνη. Ανεξιχνίαστο. Βέβαια οι Πατέρες της Εκκλησίας μετά τόλμησαν να προσεγγίσουν το κείμενο ερμηνευτικά και να πούνε : μα φυσικά θα πάρει ο Ωσηέ μια πόρνη, μια που ο Θεός μετά, μέσα από το έργο της Θείας οικονομίας Του, διάλεξε να αγαπήσει εμάς που είμαστε πόρνοι. 
Αλήθεια, ποια λογική, φιλοσοφική ή ακόμη και θεολογική, μπορεί να εξηγήσει το ανεξιχνίαστο της αιτήσεως του Θεού προς τον Αβραάμ για να θυσιάσει το γιο του; Μυστήριο ιλιγγιώδες. Το προσέγγισε -σχετικώς πως- ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγοντας ότι «μας προετοίμαζε ο Θεός. Εκείνος το Υιό του θυσίασε. Κι εμείς ανοίξαμε τον δρόμο για Αυτόν, μιας και τολμήσαμε μέσα από το χέρι του Αβραάμ, να θυσιάσουμε το γιο του». 
Όπως και να’ χουν τα πράγματα, οι βουλές του Θεού που λειτουργούν πάντοτε αγαπητικά δεν μπορούν να ερευνηθούν. Γι’ αυτό η ζωή μας είναι καλύτερο να λειτουργήσει σε αυτό το μυστήριο που κατανοείται σχετικώς πως, για να γίνουμε ελεύθεροι. Για να βοηθήσω αυτήν την κουβέντα που αρχίσαμε τώρα, θα αφήσω κάποια στίγματα από την ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σας δώσω κάποιες μικρές πτυχές ζωής κάποιων αγίων, οι οποίοι μέσα από το παράλογο μερικές φορές που έζησαν, ήρθαν όχι μόνο σε επίγνωση του Θεού, ήρθαν σε ύψη αγιότητας. 

 

Να, να θυμηθούμε συμβολικά αγίους αρκετά αγνώστους στη δική μας σκέψη. Την Οσία Αθανασία τη θαυματουργό, την εν Αιγίνη. Από μικρό παιδί διακρινόταν για την αρετή της. Και επιθυμούσε να αφιερωθεί στο Χριστό, να γίνει μοναχή. Οι γονείς της όμως την υποχρέωσαν να παντρευτεί. Δεκαέξι μέρες μετά το γάμο της κάποιοι βάρβαροι επιτέθηκαν στο νησί, στην Αίγινα, και σκότωσαν τον άντρα της. Η Οσία σκέφτηκε να επωφεληθεί από το γεγονός πια και να επιτελέσει τον πόθο της. Να γίνει μοναχή. Αλλά τότε εξεδόθη ένα αυτοκρατορικό διάταγμα που όριζε την εποχή εκείνη όλες οι χήρες κι ανύπαντρες κοπέλες να νυμφεύονται ειδωλολάτρες. Η Αθανασία έκανε υπακοή στο νόμο. Και σύναψε δεύτερο γάμο. Όμως το παράδειγμα των αρετών της επηρέασε τόσο πολύ τον ειδωλολάτρη σύζυγό της, που μετά έγινε μοναχός. Ποιες είναι οι βουλές του Θεού; Ποιος θα το περίμενε; Μέσα από ανέλπιστα γεγονότα ζωής, η αγία Αθανασία όχι απλώς να σώζεται η ίδια και να γίνεται αγία, [αλλά] να διασώζεται και ο δεύτερος άντρας της, ο ειδωλολάτρης.  

 

Ποιος έχει σκεφτεί άραγε το μυστήριο που λειτουργήθηκε στη ζωή ενός μεγάλου Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας; Του αγίου Βασιλείου επισκόπου Ριαζάν. Η βιοτή του ήταν άμεμπτη. Και το υπόδειγμα των αρετών που οικοδομούσε ήταν ακραίο. Ο διάβολος θέλησε να δοθεί εντύπωση ότι ο επίσκοπος αυτός ζούσε βίο ακόλαστο. Πήρε λοιπόν τη μορφή νεαρής κοπέλας και εμφανιζόταν στο παράθυρο της επισκοπικής κατοικίας. Ο λαός σκανδαλισμένος από το θέαμα απεφάσισε να τιμωρήσει τον επίσκοπο. Χωρίς να προηγηθεί εκκλησιαστικό δικαστήριο. Ήταν σίγουροι για την πτώση του επισκόπου. Μια μέρα που το συγκεντρωμένο πλήθος είδε την κοπέλα να φεύγει από το σπίτι του επισκόπου, οι φήμες πολλαπλασιάστηκαν. Ακούγονταν διάφορες κατηγορίες και κάποιοι μάλιστα απειλούσαν να σκοτώσουν τον επίσκοπο. Ο Άγιος κατόρθωσε να πάρει αναβολή, έτσι ζήτησε, μόνο λίγες ώρες. Τη νύχτα προσευχήθηκε πολύ. Ετέλεσε αγρυπνία. Και κατόπιν μετέβη στον καθεδρικό ναό της πόλης του. Κι ανέπεμψε δέηση. Και κατόπιν εναποθέτοντας κάθε ελπίδα του στην Παναγία, με ένα εικόνισμά της στα χέρια του κατευθύνθηκε στον ποταμό Όκα που είναι πλάι στην πόλη αυτή. Ο λαός τον περίμενε για να τον σκοτώσει. Ο Άγιος πήρε τότε τον μανδύα του τον άπλωσε στα νερά του ποταμού και ανέβηκε το ποτάμι σα να ήταν βάρκα. Το είδε ο λαός. Και κατάλαβαν ότι κατέκριναν τον άγιο. Γιατί ο Θεός το επέτρεψε; Γιατί ο Θεός το άφησε; Είναι περιττό το ερώτημα. Το είπαμε. Οι βουλές του Θεού είναι ανεξιχνίαστες. Αλλά όλα αυτά με άλλο τρόπο -και μοναδικό τρόπο- ωφέλησαν το λαό. Κι ακόμη περισσότερο τον επίσκοπο. 


Η μακαρία Σοφία (εδώ) καταγόταν από τη Θράκη. Ήταν παντρεμένη και μητέρα έξι παιδιών. Οι φροντίδες όμως του σπιτιού της δεν την αποσπούσαν από τα καθήκοντα της ευσεβείας της. Την προσευχή και τον εκκλησιασμό. Επιστρέφοντας στο σπίτι περνούσε μεγάλο μέρος της νύχτας προσευχόμενη. Έγινε το ανέλπιστο. Τα έξι παιδιά της από κάποιους λόγους νόσων πέθαναν το ένα μετά το άλλο. Τότε εκείνη μοίρασε όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς κι έγινε μητέρα άλλων ορφανών παιδιών. Και στήριγμα στις χήρες. Μην έχοντας άλλη μέριμνα από το να ευαρεστεί το Θεό, πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής της με νηστεία και προσευχή. Τα μάτια της ήτανε αστείρευτη πηγή δακρύων. Η τραγωδία του θανάτου έξι παιδιών της άλλαξε πιο βαθιά τη ζωή της. Θα μπορούσε να γίνει αγία και χωρίς τον θάνατο των παιδιών της. Δεν ξέρω το γιατί. Αλλά η τραγωδία δεν ερευνάται. Ερευνάται η κατάληξη. Πού μας πάει η τραγωδία. 


 

Μην ξεχνάτε την ιστορία μιας άλλης Αγίας της Εκκλησίας μας. Της αγίας Ισιδώρας. Της δια Χριστόν σαλής. Ήταν στο μοναστήρι του Ταβενησίου, στην αντίπερα όχθη του Νείλου. Εγκαταβίωνε εκεί και υποκρινόταν τη σαλή. Με σκοπό να επισύρει πάνω της τη χλεύη των ανθρώπων. Ντυμένη στα κουρέλια, επιτελούσε τις πιο ταπεινές εργασίες του μαγειρείου. Και για τροφή αρκούνταν στα ψίχουλα που μάζευε από την τράπεζα. Μιας κι οι άλλες μοναχές την περιφρονούσαν ως τρελή, και μερικές έλεγαν ότι είναι δαιμονισμένη. Μια μέρα ήρθε στο μοναστήρι κατόπιν εντολής Αγγέλου ο άγιος Πιτιρούν. Μεγάλος άγιος της ερήμου του Ταβενησίου. Ονομαστός ασκητής. Κι αφού είδε τις αδελφές, ζήτησε να δει την Ισιδώρα. Αλλά κρίθηκε σωστό να μην έρθει για να μην ρεζιλευτεί η κοινότητα από τη σαλότητά της. Εκείνος όμως επέμενε. Και τότε μόλις ήρθε η Ισιδώρα, ο άγιος Πιτιρούν έπεσε στα πόδια της λέγοντας : «ευλόγησον». Στις αντιρρήσεις ότι η αδερφή αυτή ήταν σαλή και άξια περιφρόνησης, εκείνος απήντησε στις μοναχές ότι αυτή πρέπει να είναι η πνευματική μητέρα τους. Ανέλπιστα γεγονότα αποκαλύπτουν μέσα από την αγάπη του Θεού την αγιότητα της αγίας. Μπορεί και να μην αποκαλυπτόταν. Θα παρέμενε αγία. Αλλά η αγάπη του Θεού έτσι το θέλησε. Για την ταπείνωση των άλλων αδελφών και τη σωτηρία τους. 
Ποιος έχει ακούσει την ιστορία εκείνων που νομίζουμε πως είναι ζευγάρι, όταν στα συναξάρια της ημέρας της γιορτής τους ακούμε «μνήμη των Οσίων Θεοφάνους και Πανσέμνης»; Όλοι πιστεύουμε πως είναι ένα αγιασμένο ζευγάρι το οποίο ασκήθηκε θεοφιλώς μέσα στο γάμο κι αγίασε. Ακούστε το παράξενο της ιστορίας τους. Ο Άγιος Θεοφάνης ζούσε στην Αντιόχεια. Προήλθε από γονείς ειδωλολάτρες. Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 χρόνων. Και τρία χρόνια αργότερα η γυναίκα του εκοιμήθη. Άλλη ήταν η γυναίκα του. Όχι η Πανσέμνη. Τότε έλαβε το βάπτισμα και εγκλείστηκε σε ένα μικρό κελάκι, όχι μακριά από την Αντιόχεια. Για να εργαστεί προς σωτηρία της ψυχής του. Έμαθε ότι εκεί κοντά στην Αντιόχεια, η οποία ήταν μεγάλη και περίφημη πόλη αλλά και πολύ αμαρτωλή ταυτόχρονα, ζούσε μια πόρνη που λεγόταν Πανσέμνη κι έκανε πολλά πράγματα για να απολεστούν οι ψυχές των ανθρώπων λόγω του αμαρτωλού επαγγέλματός της, προσευχήθηκε πολύ στο Θεό. Και του ήρθε ένας φωτισμός. Άφησε το ερημητήριο του και κατέβηκε στο σπίτι του πατέρα του και του ζήτησε, αυτός ο ασκητής ο μοναχός, δέκα λίτρες χρυσού για να παντρευτεί. Έβγαλε τον τρίχινο χιτώνα του, φόρεσε λαμπρά ενδύματα και πήγε στο σπίτι της Πανσέμνης της πόρνης. Αφού έφαγε και ήπιε, τη ρώτησε πόσο καιρό είναι σε αυτό το άθλιο επάγγελμα. Δώδεκα χρόνια, του είπε. Όμως από όλους τους εραστές μου εσύ είσαι ο ομορφότερος, του είπε εκείνη. Και τότε είπε ο Θεοφάνης, «αφού είμαι όμορφος, θέλεις να με παντρευτείς»; Και της είπε μάλιστα, «να, πάρε και χρυσάφι σαν προίκα σου». Εκείνη δέχτηκε. Και της είπε : «πάμε να κάνουμε τις ετοιμασίες του γάμου». Πήγε λοιπόν εκεί που ήταν το κελί του κι απέναντι έκτισε ένα άλλο κελί κοντά στο δικό του. Και επέστρεψε για να επιτελέσει την υπόσχεσή του, το γάμο με την Πανσέμνη. Βέβαια της είπε : «επειδή είμαι χριστιανός, σε παρακαλώ πρέπει να γίνεις χριστιανή για να παντρευτούμε». Εκείνη δίστασε στην αρχή, αλλά το δέχτηκε. Δεν είχε να χάσει και τίποτε. Ωραίος άντρας, νέος και πολλά χρήματα. Κι άρχισε η κατήχηση. Κατά την περίοδο της κατηχήσεως άκουσε η Πανσέμνη για την μέλλουσα κρίση. Και ότι όλες μας οι αμαρτίες μας θα κριθούν από το Θεό. Κι ανάλογα θα κριθούμε για τη σωτηρία μας. Και περιήλθε σε σωτήρια συντριβή. Βαπτίστηκε, ελευθέρωσε τους δούλους της, μοίρασε όλη την περιουσία που απέκτησε με τις αμαρτίες της, και αποσύρθηκε στο κελί που ετοίμασε γι’ αυτήν ο Θεοφάνης. Και οι δυο ασκήθηκαν θεοφιλώς. 
Πράγματι ανεξιχνίαστες οι βουλές του Θεού. Το ανέλπιστο. Καμιά φορά αφήνουμε το Θεό να λειτουργήσει πάνω στη ζωή μας το ανέλπιστο; Ήταν τολμηρό αυτό που έκανε ο Θεοφάνης. Αλλά για το Θεό τα τολμηρά είναι σωτήρια. Μήπως κάποια φορά το μυαλό μας είναι τόσο στατικό και τόσο κλεισμένο, ακόμη - να τολμήσω να το πω- και σε χριστιανικές συμβατικότητες, και δεν αντέχουμε αυτό το ξεπέρασμα; Αυτή την έξοδο; 
Μέσα από αυτές τις σκέψεις πιθανώς μπορώ να καταλάβω τον Άγιο Ευθύμιο της Ουσδαλίας. Μια μεγάλη περιοχή της Ρωσίας όπου ήταν επίσκοπος. Είχε πολλές αρετές αλλά τις έκρυβε. Και ποτέ δεν τις απεκάλυπτε. Το μόνο που κατάλαβαν από αυτόν ήταν η απάντηση που έδινε στο ερώτημα που τον ρωτούσαν. Άνθρωπε του Θεού, ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, μας λες; Κι απαντούσε «η κρυφίως επιτελουμένη». Κι όλη η ζωή ήταν ένα κρυφτούλι. Όχι από το Θεό. Από τα μάτια των ανθρώπων. Μετά ο Θεός τον δόξασε και τον αγίασε. Άλλη τρέλα. Άλλη υπέρβαση. Ποια η μεγαλύτερη αρετή; Η «κρυφίως επιτελουμένη»! 

 


Αν δεν σας κούρασα ήδη, να μιλήσω με δυο λόγια για έναν άλλον άγνωστο Άγιο και πάλι της Ρωσικής γης. Τον άγιο Αρτέμιο της Βέρκολα. Ήταν νέο παιδί 13 χρονών όταν βρισκόταν στο χωράφι του για να δουλέψει εκεί που ήταν τα χωράφια του πατέρα του. Χτύπησε κεραυνός μέσα σε μια καταιγίδα και πέθανε 13 χρονών. Τι είχε κάνει αυτό το παιδί άραγε; Τι άσκηση πρόλαβε να κάνει; Οι χωρικοί βλέποντας ότι το παιδί πέθανε από τον κεραυνό, θεώρησαν ότι ήταν μια κατάρα θεϊκή και μάλιστα ότι το παιδί ήταν πολύ αμαρτωλό. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε από το Θεό. Γρήγορα-γρήγορα τον έθαψαν κάτω από κάτι ξερόκλαδα μπας και δαιμονιστούν από τον κακό άνθρωπο που χτυπήθηκε από την οργή του Θεού, όπως έλεγαν. Εικοσιδύο χρόνια αργότερα -το 1547- ένας νεωκόρος του ναού του Αγίου Νικολάου της περιοχής, ο Αγάθων, είδε στον τόπο εκείνον ένα φως μυστηριώδες. Κι ανακάλυψε το σώμα του παιδιού. Το οποίο ευωδίαζε. Κι από τότε και μετά άρχισε να κάνει ατέλειωτα θαύματα. Τι έκανε αυτό το παιδί στη ζωή του; Κανείς δε το ξέρει. Το μυστήριο του Θεού. Το μυστήριο της αγάπης του Θεού. Οι ανεξιχνίαστες βουλές Του. Ποιος μπορεί να τις συλλάβει; Ποιος μπορεί να τις προσεγγίσει; 
Ποιος μπορεί να καταλάβει το μυστήριο της ανεξιχνίαστης βουλής του Θεού που παίχτηκε εκεί - το Μάιο του ’41- στη Σερβική γη; Όταν οι συνεργάτες των Ναζί, οι Ουστάσι, συνέλαβαν κάποιους δήθεν στασιαστές ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο γιος του ιερέα της περιοχής - ο γιος ενός ευσεβούς ιερέως. Ήταν ο πατήρ Μπράνκο Ντομπροσάλεβιτς. Συνέλαβαν το γιο του και πήγαν να τον εκτελέσουν με τους άλλους. Και πήραν μαζί και τον ιερέα. Εκτέλεσαν μπρος στα μάτια του το γιο του και του είπαν, «ξέρεις γιατί σε φέραμε; Για να κάνεις την νεκρώσιμή του ακολουθία». Ο ιερέας, ευσεβέστατος ων, τους είπε : «βεβαίως». Κι έκανε πλήρως την Ορθόδοξη ακολουθία. Υπάκουσε στο θέλημα του Θεού. Και μόλις είπε το «δι’ ευχών», τον εξετέλεσαν. Μυστήριο η αγάπη του Θεού. Και πώς αναδεικνύει τους Αγίους. 

 

Τι έκανε το μυστήριο του Θεού στην καρδιά του οχτάχρονου Ιωάννη του Κινέζου όταν στο μεγάλο αντιχριστιανικό κίνημα των Μπόξερς στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μαρτύρησαν πολλοί Κινέζοι Ορθόδοξοι. Έπιασαν το παιδί και το ακρωτηρίασαν και του είπαν: «Πονάς; Υποφέρεις;» Και είπε το παιδάκι, «δεν είναι δύσκολο να υποφέρει κανείς όταν είναι με το Χριστό». Τι μυστήριο έκανε αυτό το παιδάκι να πει ότι δεν υποφέρει; Τι μυστήριο επέτρεψε κατά τη δική μας την εσφαλμένη λογική ένα παιδάκι οχτώ χρονών να πεθάνει; 
Ποιος ξέρει για τον Άγιο Μάλχο από τη Συρία; Που έφυγε κρυφά από το σπίτι του το πατρικό γιατί ήθελαν να τον παντρέψουν. Κι εκείνος δεν ήθελε. Ήθελε να γίνει μοναχός. Και πήγε κι έγινε μοναχός. Κοντά στην Αντιόχεια και πάλι. Όταν πέθανε ο πατέρας του γύρισε σπίτι για να παρηγορήσει τη μητέρα του. Και να ρυθμίσει κάποιες υποθέσεις οικογενειακές. Παρόλη την εντολή του γέροντά του, “μη γυρνάς πίσω, κάνε προσευχή για τον πατέρα σου”. Έγινε επιδρομή Σαρακηνών και τον συνέλαβαν οι Σαρακηνοί σα δούλο. Τον πούλησαν μαζί με μια γυναίκα σε ένα καραβάνι. Αυτός που τους αγόρασε τους υποχρέωσε να παντρευτούν. Πού να το περίμενε ο Μάλχος. Από μια ανυπακοή να βρεθεί με το ζόρι παντρεμένος. Αλλά ο Θεός έχει άλλες βουλές. Στο χείλος της απελπισίας ο Μάλχος σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Όταν τότε αυτή η γυναίκα με την οποία δια της βίας τον πάντρεψαν του πρότεινε να ζήσουν με αγνότητα και να παραμείνουν ως ασκητές σε όλη τη ζωή τους. Διδάχτηκε από τη γυναίκα ο Μάλχος. 


 

Και τελειώνοντας πώς να ξεχάσω άλλες ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού μας. Ας τελειώσω με τον Άγιο Θαλάσσιο το Λίβυο. Από τη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος. Αν ψάξετε το συναξάρι της ζωής του δεν θα δείτε κάτι που να μυρίζει -έτσι φαίνεται- αγιότητα. Άλλα τα μέτρα του Θεού όμως. Ο Θεός επέτρεψε να συναντήσει εκεί στη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος έναν από τους μεγαλύτερους Αγίους της Εκκλησίας μας. Τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Και επειδή είχε πολλά ερωτήματα, τον ρώτησε μερικά. Κι ο άγιος Μάξιμος του απαντούσε. Του είπε : “τώρα φεύγεις για το ταξίδι σου. Μπορώ να σου γράφω γράμματα και να μου απαντάς; ” «Ναι» του είπε ο Άγιος Μάξιμος. Άρχισε να του γράφει γράμματα. «Απορίες του Αγίου Θαλασσίου». Κι ο άγιος Μάξιμος απαντούσε. Έχουν εκδοθεί αυτές οι απαντήσεις. Απαντούσε, απαντούσε, απαντούσε. Κι ο άγιος Θαλάσσιος αυτά που έβλεπε γραμμένα άρχισε να τα ζει. Κι άρχισε η ζωή του να είναι μια μίμηση του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρη η ζωή του. Ζούσε από τα γράμματά του. Κι είπε αυτός ο άγιος άνθρωπος μου δίνει απαντήσεις κι εγώ θα είμαι μόνο αναγνώστης; Κι όλη η ζωή του έγινε αγιασμένη. Και τόσο πολύ φωτίστηκε, που στο τέλος έγραψε κι αυτός ένα περίφημο έργο. «Περί αγάπης κι εγκρατείας». Σπουδαίο έργο. Με τέσσερις εκατοντάδες κεφαλαίων. Μιμούμενος τον άγιο Μάξιμο. Από μια γνωριμία. Από κάποια γράμματα. Οι βουλές του Θεού. Το ανεξιχνίαστο του Θεού. Αυτό που δεν μπορείς να καταλάβεις. «τις γαρ έγνω νουν Κυρίου»; 
Η Αγία Μαρία η Αιγυπτία 44 χρόνια στην Αίγυπτο. Ο ληστής σε ένα λεπτό. Δεν είναι αυτά τα μαθηματικά σωστά. Ο Θεός έχει άλλα μαθηματικά για κείνους σίγουρα τους αγίους που ανέφερα και για όλους εμάς. Το μυαλό μας να είναι πάντοτε ανοιχτό στην αγάπη του Θεού. Το πώς και το γιατί και το πόθεν μπορεί να είναι ανθρώπινα ερωτήματα. Και δεν τα απεμπολούμε. Αλλά έχουμε την τόλμη να ξεπεράσουμε τα δικά μας μαθηματικά για να μπούμε μέσα στην αγάπη του Θεού που έχει άλλα μαθηματικά; Και μας σώζει με έναν άλλο τρόπο; Μέσα από μια σαλότητα και μέσα από μια έξοδο;
Εύχεστε Σεβασμιώτατε Δέσποτα η ζωή μας να χαρακτηριστεί από αυτή την ελευθερία κι από αυτήν την έξοδο!

 


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


Γεώργιος Κλόντζας, «Επί Σοι Χαίρει», τέλη 16ου αι.

 ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ, ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ  

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Στην εικόνα αυτή του Γεωργίου Κλόντζα, συνδυάζονται διάφορα θέματα και συνθέτουν μία θριαμβευτική δοξολογία προς την Παναγία, η οποία εικονίζεται στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε δόξα, με τον Χριστό στην αγκαλιά της και σε θρόνο από σεραφείμ. Γύρω της σε ομόκεντρους κύκλους που έχουν αυξανόμενο πλάτος, υπάρχουν οι τροχοί, τα χερουβείμ, οι άγγελοι, τα ζώδια, το Δωδεκάορτο και οι οίκοι του Ακάθιστου Ύμνου, σκηνές από τη Γένεση και επάνω και στη μέση, εκκλησία με τον Εσταυρωμένο. Στο κάτω μέρος, μέσα σε μία λιμνοθάλασσα που θυμίζει τη Βενετία, εικονίζεται η Άνω Ιερουσαλήμ, αλλά και άγιοι, οι οποίοι παρατάσσονται σε πυκνές ιεραρχημένες ομάδες. Έτσι όλο το σύμπαν και το ανθρώπινο γένος, υμνεί την Παναγία για τον ρόλο της στην Ενσάρκωση.

Το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν εκστρατείας του βυζαντινού στρατού κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνιδίως από τους Αβάρους. Γνωρίζοντας την απουσία του στρατού, οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες, τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου, ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή αρωγή, δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ αντεπίθεση των αμυνομένων προξένησε τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Την 8η Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη ως τότε απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδωσε στη συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, «ὀρθοστάδην» το πλήθος έψαλε τον, από τότε ονομαζόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Ακάθιστος ύμνος ονομάζεται γενικά κάθε ύμνος ο οποίος ψάλλεται από τους πιστούς σε όρθια στάση. Έχει επικρατήσει όμως να λέγεται έτσι ο ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τιμήν της Θεοτόκου, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε «οίκος» ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα).

Ο Ακάθιστος ύμνος θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και πλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Η παράδοση αποδίδει τον «Ακάθιστο ύμνο» στον μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. 
ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα Χαίρε , Νύμφη ανύμφευτε

 


πηγή cityculture.gr /Επί Σοι Χαίρει, Κεχαριτωμένη Ακάθιστος Ύμνος 

* Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή


Τέσσερις τρόποι ποὺ σκοτίζουν τὴν ψυχή  
Μακ. Αἰμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
 πηγή:εδώ 
Ο ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἔχει πνευματικὴ ζωή, νὰ ἔχει το φῶς στὴ ζωή του, πρέπει νὰ ἔχει τελεία ἐπικοινωνία μὲ τὸ περιβάλλον του. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν ἁπλῆ, τὴν φυσική, τὴν ἄνετη ἐγκατάλειψη καὶ παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ του στὸν ἄλλον, καὶ ἑπομένως τὴν βίωση τοῦ ἄλλου ὡς οἰκείου μέλους, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει Θεόν. Γι’ αὐτὸ σκοτίζεται ἡ ψυχή, ὅταν κλονίζεται ἡ σχέση της μὲ τὸν Θεό. 
Μῖσος 
Πῶς ὅμως κλονίζεται; Μὲ τὸ νὰ μισεῖ τον πλησίον του. Τὸ μισῶ τὸν πλησίον ἔχει κατὰ κύριον λόγο ἐνεργητικὴ ἔννοια καὶ σημαίνει, κτυπῶ, ἀρνοῦμαι, ἐπιτίθεμαι ἐναντίον τοῦ ἄλλου. Ἐκφράζει τὴν ἐπιθετικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς. Ἀντὶ νὰ ἔχω φυσικὴ σχέση μὲ τὸν ἄλλον, νὰ τὸν βάζω στὴν καρδιά μου, ἔχω τὸ μῖσος, ποὺ εἶναι μία ἔξοδος τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν καρδιά μου καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μου. 
Μῖσος λοιπὸν εἶναι νὰ βλέπω ὡς ἕτερον τὸν ἄλλον, νὰ τὸν πετάω ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου, νὰ μὴν τὸ θεωρῶ ὡς εἶναι μου. Ἀντὶ νὰ δῶ ὅτι ὁ ἄλλος εἶμαι ἐγώ, βλέπω ὅτι εἶναι κάτι διαφορετικό. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι φυσικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιά μᾶς, ποὺ εἴμαστε σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀφύσικο. Τὸ μῖσος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἁμαρτημάτων, διότι εἶναι ἀπόρροια μεγάλης ἐμπαθείας καὶ δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δούλεψε πολλὰ χρόνια στὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη, καὶ ἔχει σκληρυνθεῖ τόσο πολὺ ἡ καρδιά του, ὥστε κατὰ κάποιο τρόπο ἔγινε ἀνώμαλη καὶ ὄχι μόνο δὲν μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει, ἀλλὰ καὶ μισεῖ. Χρειάζεται πολὺ δάκρυ γιὰ νὰ ἀποβάλλει κάποιος τὸ μῖσος. Δὲν εἶναι ὑπόθεση μιᾶς ἀποφάσεως ἁπλῶς ἢ ἀγῶνος μιᾶς μέρας. Ὅταν μισῶ κάποιον, δὲν μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν μισῶ. 
Μπορῶ νὰ πῶ, ἀποφασίζω νὰ μὴν τὸν χτυπήσω, νὰ μὴν τὸν βλάψω, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τὸν μισῶ πλέον, χρειάζεται μιὰ ἐσωτερικὴ κάθαρσις. Τὸ μῖσος πρὸς τὸν πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι’ αὐτὸ καὶ συσκοτίζει τὴν ψυχή. 
Ἐξουδένωση 
Πῶς ἀλλιῶς κλονίζεται ἡ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους; Μὲ τὴν ἐξουδένωση. Μὲ τὸ νὰ ταπεινώνεις τὸν ἄλλον. Μὲ τὸ νὰ τὸν κρίνεις. Ὅταν ὅμως κρίνω τὸν ἄλλον, τὸν βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Εἶναι τόσος ὁ ἐγωισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τῆς κρίσεώς του, οὔτε ἕνας Θεός, πόσο μᾶλλον ἕνας ἄνθρωπος. Τὸ νὰ θεωρῶ τὸν ἄλλον ὡς κατώτερο, περισσότερο ὅμως τὸ νὰ τὸ ἐκφράζω, εἶναι κεφαλαιῶδες ἁμάρτημα. 
Ζήλεια 
λλη μορφὴ σχέσεώς μας μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ὁποία διαταράσσει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα, εἶναι ἡ ζήλεια μὲ ὅλες τὶς ἔννοιες. Ζηλεύω κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, τὸν θεωρῶ δικό μου καὶ ἑνώνομαι ἀναπόσπαστα μαζί του. Ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν εἶναι ἐν τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μία ὑποβίβαση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ σὲ ἀνθρώπινη σχέση. Εἶναι ἐπίσης μία πλήρης μοιχικὴ ἐσωτερικὴ ἐνέργεια. Ἂν πάρουμε τὴν ζήλεια μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ζηλεύω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀπωθῶ, τότε ἡ ζήλεια εἶναι ἔκφραση ἐσωτερικῆς ἀδυναμίας ἀλλὰ καὶ ἀνώμαλης ἀγάπης. Δηλαδὴ τὸν ἀγαπῶ κατὰ τρόπο ἐγωιστικὸ καὶ ἀποκλειστικό, πιστεύω ὅτι ἔχω δικαιώματα στὴ ζωή του καὶ ὅτι αὐτὸς ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντί μου, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δίνει λογαριασμὸ γιὰ τὸ ποῦ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἡ ζήλεια λοιπὸν εἶναι διαταραχὴ τῶν σχέσεών μας λόγῳ περισσῆς ἐσωτερικῆς ψυχικῆς ἐνέργειας. 
Ζήλεια εἶναι κάθε στροφὴ πρὸς τὸν ἄλλον, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ κάτι ὑπερβολικό, ἀπὸ ἕναν ζῆλο, ἀπὸ μία ζέση, ἀπὸ μία βράση. Ἑπομένως ζῆλος μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον μου, ἡ ἀγάπη μου, ἡ φροντίδα μου νὰ τὸν σώσω, νὰ τὸν βοηθήσω νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ζέσις εἶναι ἕνας ἀφύσικος ἐσωτερικὸς ὀργασμός, μία ἀφύσικη πνευματικὴ συσσωμάτωση. 
Γογγυσμός 
Τὸ ἀντίθετο τῆς ζήλειας εἶναι ὁ γογγυσμός, ὁ ὁποῖος ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ ἀδυναμία τῆς ψυχῆς. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, ἀρνοῦμαι, παραπονοῦμαι, εἶμαι στενοχωρημένος, δὲν ἱκανοποιοῦμαι. Αὐτόν τον γογγυσμὸ τὸν ἐκφράζω στὸ περιβάλλον μου, στὰ γραπτά μου, στὴν προσευχή μου. Ζητῶ λόγου χάριν, κάτι ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἢ προσδοκῶ ἢ ἀπαιτῶ κάτι. Δὲν μοῦ τὸ δίνει ὅμως, γιατί καὶ αὐτὸς εἶναι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὸν δικό του ἀγῶνα καὶ πόθο, ἀπὸ τὴν δική του σκέψη, ἁμαρτία, χαρά, ἀπὸ τὴ δική του ἀκολασία, ἁγιότητα ἢ ἀρετή. Τότε πέφτω σὲ ἕναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιοῦμαι στὴν σκέψη του. Προσεύχεται αὐτός, νομίζω ὅτι μὲ ἀφήνει μοναχό μου. Ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα, νομίζω ὅτι δὲν τὸ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη ἢ ὅτι τὸ ἔκανε ἐλλιπές. Ὁ γογγυσμὸς εἶναι τὸ ἀνικανοποίητο ποὺ νοιώθουμε στὴ ζωή μας καὶ προέρχεται ἀπὸ ἕνα μειονεκτικὸ ἐγώ. Ἡ ζήλεια προέρχεται ἀπὸ ἕνα ἐγὼ ὑπερτροφικό, ἐνῷ ἡ ἐξουδένωση ἀπὸ ἕνα ἐγὼ αὐτοτρεφόμενο καὶ αὐτοδυναμούμενο ἄνευ Θεοῦ, ποὺ βλέπει τὸν ἄλλον κατώτερο, μηδαμινό. 
Τὸ μῖσος εἶναι ἡ διαφοροποίηση, ἡ ἀπώθηση τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴν ὕπαρξη μας. 
Λόγοι Ἀσκητικοὶ, 
Ἑρμηνεία στὸν Ἀββὰ Ἠσαΐα.

Ο Μακαριστός Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης ήταν Προηγούμενος της Ἱεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Περί μνήμης θανάτου



6 
Περί μνήμης θανάτου 
1. Πριν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψη. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας, προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα τοποθετήσαμε στην φυσική τους θέση και σειρά του λόγου. 
2. Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3. Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίο οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν δείχθηκε μετάνοια. 
4. Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξει καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5. Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψη του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6. Η μνήμη του θανάτου σ΄αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγηση των αμαρτιών τους και γλυκιά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστές πού ζουν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωση από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου – αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7. Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν μοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς, η φυσική από την παρά φύση δειλία του θανάτου. 
8. Αληθής απόδειξη εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο, είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνηση του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9. Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνοι, πού αμαρτάνουν συνεχώς, παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωση τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί, πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι, πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους, ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν γνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄ όσον όμως θα είχε ζυμωθεί με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11. Όταν πενθείς για τις αμαρτίες σου, μην ακούσεις ποτέ τον «κύνα» [=σκύλο] εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεό φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι, να βγάλει από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβο φόβο» [1]. Μην τον ακούσεις, παρά μόνο όταν τυχόν δεις τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωση. 
[1] Τι εννοεί με την έκφραση αυτή, γίνεται κατανοητό από αυτό που αναφέρει κατόπιν, στην παράγραφο 16. 
12. Αυτός που θέλει να διατηρεί πάντοτε μέσα του, την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφήνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμπά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13. Η ζωηρή μνήμη του θανάτου, λιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτονται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόβονται μαζί και τα πάθη. 
14. Η αναλγησία (σκληρότητα) της καρδιάς φέρνει πώρωση στον νου, και τα πολλά φαγητά ξεραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθεί η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15. Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος, θα τα δοκιμάσει και θα τα βρει με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρει και θα τα γευθεί, θα χαμογελάσει ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάσει περισσότερο. 
16. Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτη», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώση). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθηση του θανάτου είναι «άφοβη», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17. Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκεί πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεό, να θυμάται τον Θεό, να θυμάται την ουράνια βασιλεία, να θυμάται τον ζήλο των Μαρτύρων, να θυμάται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ. (Ψαλμ. ιε΄ 8). Να θυμάται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντηση με τα τελώνια του αέρα, την απόφαση του Κριτή, την κόλαση. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18. Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξη για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,η μνήμη αυτή σαν δικαστής, μου το απαγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19. Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψη του θανάτου γινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανασήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20. Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησύχιου του Χωρηβίτη*. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν, συνέβη να ασθενήσει βαρύτατα και να φθάσει στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι πέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγουμε αμέσως. Και αφού έχτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο βυθισμένος στις σκέψεις του, εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκσταση του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφραση του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει ποτέ πλέον να αμαρτήσει». 
Εμείς θαυμάζαμε, βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο, να έχει μεταμορφωθεί τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση. Και αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού βρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιο του λείψανο, αλλά δεν τον βρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21. Μερικοί θεωρούν, ότι η θαλάσσια άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενη. Παρόμοια και η σκέψη του θανάτου, δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάσταση, ώστε και η αγνότητα και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστη, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθεί και αυτή η δύναμη των οστών τους. 
22. Ας βεβαιωθούμε ότι και αυτό είναι δώρο Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζουμε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζουμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμαστε. 
23. Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός θυμάται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς, δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24. Μη θέλεις να δείχνεις σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτα από τον Θεό να τους την φανερώσει εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέσει ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξη. 
25. Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσεις τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσουμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26. Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου».

Βαθμίδα έκτη! Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήσει, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» [Να θυμάσαι τα τέλη της ζωής σου και όσο ζεις δεν θα αμαρτήσεις] (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).

* [Το όρος Χωρήβ, είναι το βουνό στο οποίο δόθηκαν οι Δέκα Εντολές στον Μωυσή από τον Θεό] 

Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. 

Κλίμαξ. 

Εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου. 

Ωρωπός

Δημοφιλείς αναρτήσεις