Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Η Οσία Ξένη της Αγίας Πετρουπόλεως

 
Η Οσία Ξένη της Αγίας Πετρουπόλεως 
24 Ιανουαρίου  

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ - ΕΔΩ 

Η Ξένια Γρηγόριεβνα Πετρόβα ήταν σύζυγος λαμπρού συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού, ο οποίος ήταν επίσης και ψάλτης στα ανάκτορα. Ζούσε άνετη και κοσμική ζωή εν μέσω της αριστοκρατίας της πρωτεύουσας. 
Ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της, όταν εκείνη δεν ήταν παρά είκοσι έξι ετών, την αναστάτωσε βαθιά και της φανέρωσε την ματαιότητα κάθε επίγειου δεσμού. Προσπάθησε έκτοτε να ελευθερωθεί από κάθε τι που την συνέδεε με τον κόσμο, ώστε να βαδίσει προς την Βασιλεί α των ουρανών μέσω της στενής και πλέον χαλεπούς οδού: εκείνης της δια Χριστόν σαλότητας. 
Η συμπεριφορά της άλλαξε ολότελα· βλέποντάς την οι συγγενείς να μοιράζει την περιουσία της σε ελεημοσύνες, νόμισαν ότι το πένθος την έκανε να χάσει τα λογικά της. 
Φορούσε την στρατιωτική στολή του συζύγου της και δεν αποκρινόταν παρά μονάχα αν της απευθύνονταν με το όνομα του μακαρίτη αξιωματικού. Χωρίς κατάλυμα, ανυπόδητη, φορώντας χειμώνα-καλοκαίρι τα ίδια κουρελιασμένα ρούχα, τριγυρνούσε στις φτωχογειτονιές, προσφέροντας τον εαυτό της με πραότητα και αγόγγυστα - κατά μίμησιν του Πάσχοντος Χριστού - στις λοιδορίες και στους εμπαιγμούς του όχλου. 
Δεχόταν ελεημοσύνη, μονάχα για να την ξαναμοιράσει την ίδια στιγμή στους πτωχούς, έτρωγε που και που, όταν επισκεπτόταν καμιά γνωστή της οικογένειας, και πήγαινε να περάσει την νύχτα σ’ ένα χωράφι έξω από την πόλη, όπου προσευχόταν γονατιστή ως την ανατολή. 
Οι ευσεβείς παρατήρησαν σιγά-σιγά ότι η παράξενη συμπεριφορά της έκρυβε άγια βιοτή, ότι τα αινιγματικά και μεταφορικά της λόγια δεν στερούνταν σοφίας και ότι συχνά πίσω από αυτά προλέγονταν μέλλοντα γεγονότα. 
Η ευλογία του Θεού την συνόδευε όπου κι αν πήγαινε. Όταν έμπαινε σε ένα μαγαζί, η είσπραξη της ημέρας αυξανόταν σημαντικά. Όταν ένας αμαξάς την ανέβαζε στην άμαξα, πλήθαιναν οι πελάτες του. Όταν αγκάλιαζε ένα άρρωστο παιδί, εκείνο σύντομα θεραπευόταν. Ο οίκτος που της έδειχναν μεταμορφώθηκε σύντομα σε ευλάβεια όλων των κατοίκων της πόλεως, της οποίας κατέστη αληθινός φύλακας άγγελος. 
Αφού έφερε τον σταυρό της εκούσιας σαλότητας για την αγάπη του Χριστού επί σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια, η οσία Ξένη εκοιμήθη εν Κυρίω σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών (μεταξύ 1794 και 1806). 
Ο τάφος της κατέστη αμέσως αντικείμενο τιμής και ευλάβειας και σύντομα αποτέλεσε τόπο προσκυνήματος. Θαύματα, ιάσεις, προφητείες, φανερώσεις της αγίας δεν έπαυσαν εδώ και δυo αιώνες να επιτελούνται παρά τον τάφο της, πηγή ζωής και ευλογίας. 
Ο λαός συνωστιζόταν προσευχόμενος για να δεχθεί την πανσθενουργό αρωγή τής παρρησίας της αγίας, η οποία τιμάται ως προστάτιδα της Πετρούπολης, παίρνοντας ο καθένας λίγο χώμα από τον τάφο της και λίγο λάδι από την ακοίμητη κανδήλα. 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

24 Ιανουαρίου

 


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Να ζούμε το Απόδειπνο - Γέροντας Γρηγόριος Παπασωτηρίου (†)


 
Να ζούμε το Απόδειπνο
Γέροντας Γρηγόριος Παπασωτηρίου ()
Προσευχή

Οι καθιερωμένες από την Εκκλησία προσευχές είναι απαραίτητο να γίνονται. Η Εκκλησία θέλει και οι έγγαμοι ακόμη να κάνουν το Απόδειπνο. Αφού κάνουμε το Απόδειπνο, έπειτα να πούμε στον Κύριο ό,τι θέλουμε να πούμε. Αλλά το Απόδειπνο να γίνει. Γιατί μερικοί λένε, έκανα τον σταυρό μου, είπα το «Πάτερ ημών», έκανα την προσευχή και τελείωσα. Δεν είναι προσευχή αυτό. Κάτι είναι και αυτό φυσικά από το να μην κάνεις ούτε σταυρό· κάτι είναι.

Βέβαια, εάν θα φτάσουμε στο σημείο να ζούμε το Απόδειπνο, τότε… δεν ξέρω, εγώ δεν νιώθω την ανάγκη, αφού θα διαβάσω το Απόδειπνο, να πω κάτι άλλο έπειτα στον Κύριο. Γιατί οι προσευχές της Εκκλησίας τα περικλείουν όλα μέσα. Και ευχαριστίες έχουν και δοξολογίες έχουν και αιτήματα έχουν.


Όταν αρχίζεις στον Ψαλμό «Ελέησόν με, ο Θεός», τότε λες τις αμαρτίες σου. Και προσέξτε.

Όταν διαβάζουμε την προσευχή, όταν λέμε την προσευχή, δεν κάνουμε ανάγνωση. Αυτό να το προσέξουμε πολύ. Αν πάρουμε το προσευχητάρι να κάνουμε π.χ. το Απόδειπνό μας και λέμε το «Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου…», όπως θα διαβάζαμε στην τάξη ή κάπου αλλού, τότε δεν προσευχηθήκαμε. Τα λόγια εκείνα δεν είναι του Δαβίδ. Είναι δικά μου λόγια που τα λέω εγώ στον Κύριο. Ή όταν λέγω το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ…», όταν λέγω την δοξολογία, δεν διαβάζω ένα κείμενο από το βιβλίο. Με την καρδιά μου δοξάζω τον Θεό: Δόξα Σοι, Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου! Μέσα μου αυτά γυρίζουν.

Όταν εκζητώ το έλεος, διαβάζω έναν ψαλμό που μιλάει για το έλεος του Θεού, τότε μέσα μου συναισθάνομαι τις αμαρτίες μου, πόσο λύπησα τον Θεό, και ζητάω έλεος από τον Θεό, να με αξιώσει ο Θεός, ώστε η καρδιά μου να φύγει από την αμαρτία και να δοθεί στον Κύριο. Όταν δοξάζω, δοξολογώ τον Θεό, πάντοτε πάλι η σκέψη μου μέσα σε αυτό το περιεχόμενο της δοξολογίας κινείται. Και είναι κάτι δικό μου, δεν είναι κάτι του Δαβίδ ή κάποιου άλλου υμνωδού που το έγραψε. Με καταλαβαίνετε, ε;

Έτσι πρέπει να τα λέμε. Όχι να τα διαβάζουμε απλώς. Ίσως στην αρχή είναι πολύ δύσκολο αυτό. Στην αρχή να διαβάζουμε μόνο. Δεν μπορούμε ευθύς εξ αρχής να τα νιώθουμε. Δεν γίνεται. Αδύνατο είναι. Είναι πολύ δύσκολο. Να πω αδύνατο. Αλλά αφού τα διαβάζουμε, να προσπαθήσουμε σιγά-σιγά να τα κάνουμε δικά μας. Και αν τα μάθεις και απ’ έξω, τόσο το καλύτερο. Κάθεσαι και λες, όπως λες και στην ατομική σου προσευχή, λες και αυτά τα λόγια. Σε βοηθάει η Εκκλησία να κάνεις μια εξομολόγηση, να κάνεις μια ευχαριστία, να πεις τα αιτήματά σου. Όταν λέμε εκείνο τον μικρό ψαλμό, «Ο Θεός, εις την βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εις το βοηθήσαί μοι σπεύσον» (Ψαλμ. 69), πόσο ωραία, τι πιο υπέροχο από αυτό! Τι λόγια να βρω εγώ να μιλήσω καλύτερα στον Κύριο; Θεέ μου, «πρόσχες», έλα στην βοήθεια. Φυσικά δεν καταλαβαίνουμε και τα λόγια. Εάν καταλαβαίναμε!


Ναι. Όταν λέγω ότι καταλαβαίνουμε τα λόγια της Εκκλησίας, όσα μας λέγει η Εκκλησία, τότε δεν χρειάζεται ατομική προσευχή. Όλα περιέχονται. Η Εκκλησία στις προσευχές της τα λέγει όλα. Και μάλιστα αν μπορέσουμε να φθάσουμε στο σημείο να ζήσουμε το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», αυτή την προσευχή, τότε δεν θα θέλουμε να λέμε τίποτε άλλο. Υπάρχουν Πατέρες που δεν κάνουν Ακολουθίες, ούτε Όρθρο ούτε Εσπερινό, τίποτε δεν κάνουν. Συνεχώς λένε αυτή την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Γιατί, τι είπαμε; Προσευχή είναι επικοινωνία, ένωση με τον Θεό. Αυτά τα λίγα λόγια… Τα πολλά λόγια σε σκορπίζουν. Αρχίζουν και έρχονται εικόνες, έρχονται παραστάσεις, έρχεται διασκορπισμός, έρχεται ο ρεμβασμός, έρχεται η αρπαγή· αρπάζει την σκέψη ο σατανάς. Ενώ σε λίγα λόγια, σε δύο-τρεις λέξεις μπορείς να συγκεντρωθείς. «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», αυτό σκέψου. «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» σκέφτεσαι· μόνο αυτό και δεν ξεφεύγεις.

ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Α’, Ιερόν Ησυχαστήριον “Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος”, Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής 2020, σελ. 91.

Όσιος Μαϋσιμάς ο Σύρος



Όσιος Μαϋσιμάς ο Σύρος
 23 Ιανουαρίου

Γλώσσαις λαλῶν πρὶν Μαϋσιμᾶς τῶν Σύρων,
Γλώσσαις, λαλεῖ νῦν, Ἀγγέλων πρὸς Ἀγγέλους.

Οι γραμματικές γνώσεις του Οσίου ήταν μέτριες. Διακρίθηκε όμως, για την πολύ ενάρετη ζωή του. Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μάλλον άσχημη. Και όμως, ενώ ο ίδιος ντυνόταν με παλιά φορέματα, τα φιλάνθρωπο έργα του ήταν πλούσια και αμέτρητα. Το κελί του έμενε πάντοτε ανοικτό για τους φτωχούς και τους ξένους, εφοδιαζόμενος δε με σιτάρι και λάδι, μοίραζε σ' όσους απ' αυτούς είχαν ανάγκη. Όταν κάποτε πληροφορήθηκε ότι ο άρχοντας της κωμοπόλεώς τους καταπίεζε τους γεωργούς, δεν δίστασε να παρουσιασθεί μπροστά στον υπερήφανο και λαμπροφορεμένο εκείνο εγωιστή με τα φτωχικά του ρούχα, και να του δώσει μαθήματα δικαιοσύνης και ευγενείας. Έτσι με τέτοιες άγιες ασχολίες τελείωσε τη θεοφιλή ζωή του. Η μνήμη του επαναλαμβάνεται και στις 13 Φεβρουαρίου σαν Όσιος Μαϋουμάς ή Μαϊουμάς.

Όσιος Σαλαμάνης ο Ησυχαστής.


Όσιος Σαλαμάνης ο Ησυχαστής. 
 23 Ιανουαρίου.

Οἴχῃ χαμερποῦς καὶ χαμαιζήλου βίου,
Ὑψηλὲ πράξει καὶ λόγῳ Σαλαμάνη.

Ο Όσιος Σαλαμάνης καταγόταν από μια κωμόπολη, που ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ευφράτη και ονομαζόταν Καπερσανά. Επειδή αγάπησε την ερημική ζωή, ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας και έστησε το κελί του κοντά στον ποταμό Ευφράτη. 
Ο Επίσκοπος της πόλεως, που πληροφορήθηκε την αρετή του Οσίου, πήγε ο ίδιος να τον συναντήσει, για να τον πείσει να δεχθεί την ιεροσύνη, αλλά εκείνος αρνήθηκε και αρκέστηκε στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη του θείου λόγου. Έτσι παρηγορούσε κατά Θεόν και οδηγούσε τις ψυχές των ανθρώπων στον Χριστό. 
Στο Συναξάρι αναφέρεται ότι μια φορά πήγαν εκεί οι άνθρωποι από την κωμόπολη της καταγωγής του, που τον ήθελαν κοντά τους και χωρίς εκείνος να αντισταθεί ή να συγκατατεθεί, τον ήραν και τον έφεραν στην κωμόπολή τους, όπου έκτισαν ένα κελί και τον έκλεισαν εκεί. Και στο κελί αυτό ο Όσιος διέμενε με ησυχία και προσευχή. Ύστερα όμως από λίγες ημέρες έφθασαν εκεί νύχτα άνθρωποι από την αντίπερα κωμόπολη, που πήραν τον Όσιο και τον μετέφεραν στην δική τους κωμόπολη. Εκείνος ούτε αντίρρηση έφερε, ούτε κατέβαλε προσπάθεια να μην τον πάρουν, ούτε, πάλι, έδωσε την συγκατάθεσή του για την πράξη αυτή. 
Έτσι, λοιπόν, ο Όσιος Σαλαμάνης κατέστησε τον εαυτό του τελείως νεκρό στην παρούσα ζωή και αγωνιζόταν μόνο να τηρήσει το θέλημα του Θεού, ο Οποίος τόσο αγάπησε τον άνθρωπο και παρέδωκε τον εαυτό Του για τη σωτηρία του. 
Έτσι έζησε θεοφιλώς ο Όσιος Σαλαμάνης και κοιμήθηκε με ειρήνη.

23 Ιανουαρίου

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις