Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Συναξάρι Τριωδίου Άγιο και Μεγάλο Σάββατο


Συναξάρι Τριωδίου

Άγιο και Μεγάλο Σάββατο


Το άγιο και μεγάλο Σάββατο εορτάζουμε τη θεόσωμη ταφή και την κάθοδο στον άδη του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, με τα οποία το ανθρώπινο γένος λυτρώθηκε από τη φθορά και μετέβη στην αιώνια ζωή.

Από όλες τις μέρες του χρόνου οι άγιες Τεσσαρακοστές είναι ανώτερες, και από αυτές πάλι ανώτερη είναι η παρούσα αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή· απ’ αυτήν ανώτερη είναι η Μεγάλη Εβδομάδα, και απ’ αυτήν πάλι αυτό το Μέγα και άγιο Σάββατο. 
Λέγεται δε Μεγάλη Εβδομάδα όχι γιατί οι μέρες αυτές ή οι ώρες είναι μεγαλύτερες, αλλά επειδή τα μεγάλα, υπερφυή, τεράστια και εξαίσια έργα του Σωτήρα μας επράχθησαν κατά την εβδομάδα αυτή και μάλιστα σήμερα. 
Στην πρώτη κοσμογένεση ο Θεός, αφού δημιούργησε τα πάντα και την έκτη ημέρα έπλασε και τον άνθρωπο, το πιο κύριο δημιούργημα, έπειτα την έβδομη μέρα κατέπαυσε από όλα του τα έργα και την αγίασε και την ονόμασε Σάββατο, που σημαίνει κατάπαυση. 
Έτσι και εδώ, στην εργασία του νοητού κόσμου, αφού τα έπραξε όλα άριστα, και κατά την έκτη ημέρα -την Μ. Παρασκευή- πάλι ανέπλασε τον φθαρέντα άνθρωπο και τον ανακαίνισε με τον ζωηφόρο του Σταυρό και τον θάνατό του, κατά την παρούσα έβδομη μέρα κατέπαυσε τελείως από τα έργα του, με το να κοιμηθεί ύπνο (δηλαδή θάνατο) ζωοποιό και σωτήριο για την ανθρώπινη φύση. 
Κατέβηκε λοιπόν ο Λόγος του Θεού με το σώμα του στον τάφο, κατέβηκε και στον άδη με την καθαρότατη και θεία του ψυχή, η οποία με τον θάνατο χωρίστηκε από το σώμα και την οποία παρέδωσε στα χέρια του Πατέρα, στον οποίο πρόσφερε και το αίμα του, χωρίς εκείνος να το ζητήσει, για να λυτρώσει εμάς. 
Και η ψυχή του Κυρίου μας δεν κρατήθηκε στον άδη, όπως οι ψυχές των άλλων αγίων, επειδή δεν είχε καμιά συμμετοχή, όπως οι άλλες ψυχές, στην κατάρα των προπατόρων μας. 
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός κατοίκησε σωματικά στον τάφο με τη θεότητά του, η οποία είχε απόλυτα ενωθεί με τη σάρκα του· ήταν και στον παράδεισο μαζί με τον ληστή, όπως επίσης και στον άδη, όπως είπαμε, μαζί με τη θεωμένη ψυχή του· και υπερφυσικά ήταν στον θρόνο μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα ως Θεός απεριόριστος. 
Και ήταν πανταχού παρών, χωρίς η θεότητά του να πάσχει τίποτε στον τάφο, όπως ούτε και στον σταυρό. 
Και το το σώμα του Κυρίου έπαθε μεν φθορά, που είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, διαφθορά όμως, δηλαδή διάλυση της σάρκας και αφανισμό των μελών, δεν έπαθε καθόλου. 
Αφού ο Ιωσήφ κατέβασε το άγιο σώμα του Κυρίου και το έθαψε, οι Ιουδαίοι πήγαν στον Πιλάτο και του είπαν: «Κύριε, θυμηθήκαμε, ότι εκείνος ο πλάνος, όταν ακόμη ζούσε, είπε ότι ύστερα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ. Νομίζουμε λοιπόν ότι θα είναι καλό να διατάξεις στρατιώτες να ασφαλίσουν τον τάφο» (Ματθ. 27:62-66). 
Αν λοιπόν ήταν πλάνος, αχάριστοι, τι νοιάζεστε για τα λόγια που είπε όταν ζούσε, αφού είναι βέβαιο ότι πέθανε; 
Πότε όμως είπε ότι θα αναστηθεί; Ίσως το συμπέραναν από το παράδειγμα του Ιωνά που τους είπε (Ματθ. 12:39-40). 
Ω, πώς οι αχάριστοι δεν καταλάβαιναν πως ό,τι κάνουν θα στραφεί εναντίον τους! 
Με διαταγή λοιπόν του Πιλάτου ασφάλισαν αυτοί τον τάφο με ένα στρατιωτικό τάγμα και τον σφράγισαν με τη σφραγίδα τους. Και αυτό για να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η ανάσταση του Κυρίου, αφού και η φρουρά και η σφραγίδα ήταν δικές τους και όχι ξένες. 
Αλλά ο άδης από τώρα σφαδάζει και ιλιγγιά, καθώς αισθάνεται πως πάσχει από ισχυρότατη δύναμη. 
Και ύστερα από λίγο, με την άδικη κατάποση του Χριστού, του στερεότατου και ακρογωνιαίου λίθου, θα ξεράσει και όλους εκείνους, που από την αρχή κατάπιε και γέμισε την κοιλιά του.

Με την ανέκφραστη συγκατάβασή σου, Χριστέ, ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΨΑΛΛΕΙ ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ


ΜΕΓΑ ΣΑΒΒΑΤΟ  
ΨΑΛΛΕΙ ΧΟΡΟΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ 
1."Ο ευσχήμων Ιωσήφ...", "Ότε κατήλθες...", "Ταις μυροφόροις γυναιξί..." Απολυτίκια. Ήχος β'. 
2.Η α' στάση των Εγκωμίων Ήχος πλάγιος του α'. 
3.Η β' στάση των Εγκωμίων Ήχος πλάγιος του α'. 
4.Η γ' στάση των Εγκωμίων Ήχος γ'. 
5."Σινδόνι καθαρά...", "Εξέστησαν χοροί..." Καθίσματα. Ήχος α', χρωματικός. 
6.Η α' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας Ήχος πλάγιος του β'. 
7.Η γ' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
8."Τον τάφον σου Σωτήρ..." Κάθισμα. Ήχος α', δίφωνος. 
9.Η δ' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
10.Η ε' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
11.Η στ' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
12.Το Κοντάκιο, ο Οίκος και το Συναξάριο 
13.Η ζ' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
14.Η η' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
15.Η θ' ωδή του Κανόνος μετά της Καταβασίας 
16."Τον ήλιον κρύψαντα..." Μέλος Μ. Βασιλείου. Ήχος πλάγιος του α'.

Ο Επιτάφιος (π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος)



Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.

– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.

– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:

– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.

Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἡ ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια. Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν.

– Βρέ Μάριε, πῶς πάει τό κέντημα; τόν ρωτοῦσαν στό χωριό, χωρίς καί οἱ ἴδιοι νά γνωρίζουν γιά ποιό κέντημα ἦταν ὁ λόγος.

– Θά καταλάβεις πῶς πάει ἄν κεντήσεις στήν καρδιά, στό νοῦ καί στό σῶμα σου τό Χριστό, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.

– Πῶς θά Τόν κεντήσω;

– Τί εἶμαι ἐγώ; Ἐκκλησία; Τί μέ ρωτᾶς; Νά πᾶς σέ κανένα πνευματικό νά δεῖς καί τό κεντητό τό πετραχήλι του καί θά καταλάβεις τί ἐννοῶ, ἀπαντοῦσε ὁ Μάριος.

Ὅλο τό χωριό γελοῦσε μέ τό μυστήριο αὐτό κέντημα. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή; Τά παιδιά στό δρόμο τοῦ χωριοῦ τό γλεντοῦσαν μέ τό κέντημα. Τήν ἔπαθε, βέβαια, μέσα σ᾿ αὐτή τήν ἔξαψη τῆς φαντασίας, κι ἡ κυρά Κούλα ἡ Πρίφταινα. Κεντοῦσε μιά μέρα, στήν πόρτα τῆς αὐλῆς τοῦ σπιτιοῦ της, κάτι τσεβρέδες. Μόλις τά παιδιά τήν εἶδαν, ἄρχισαν νά φωνάζουν.

– Τό κέντημα, τό κέντημα. Ἔχει ἀπό τήν τρέλα τοῦ Μάριου.

Εἶχε γίνει πολύ ἀναξιοπρεπές τό νά κεντᾶς. Ὅλοι, μόλις ἔβλεπαν ἕνα κέντημα, ἔφερναν στό νοῦ τους τό Μάριο. Καί τότε, ἀμέσως, σέ κατέτασσαν στή συνομοταξία τῶν τρελῶν. Καί τρελός δέν θά ᾿θελε κανείς νά εἶναι.

Τρία χρόνια ὁ Μάριος δεινοπάθησε ἀπό τίς κοροϊδίες. Τρία χρόνια δούλεψε σκληρά. Ἀσκήθηκε. Ξεπέρασε τόν ἑαυτό του. Ἄς γελοῦσαν ὅλοι μαζί του. Δέν τόν πείραζε. Αὐτός δούλευε μυστική ἐργασία γιά τό Χριστό. Γιά τόν τάφο Του. Τί πιό μεγάλο μποροῦσε νά κάνει; Ὅταν μιά μέρα θά πέθαινε, θά ᾿βλεπε μπροστά του, μέσα στόν τάφο του, τό Χριστό. Τί θά Τοῦ ἔλεγε; Πῶς θά Τόν ἔβλεπε; Ἔπρεπε νά προετοιμαστεῖ γιά τόν τάφο του. Ἔπρεπε νά τόν κεντήσει ἀπό τώρα στή ζωή του. Τήν ἡμέρα ὅλοι γελοῦσαν μ᾿ αὐτόν. Καί τό βράδυ ἐκεῖνος, πάνω ἀπό τόν ἐπιτάφιο, ἔκλαιγε γιά ὅλους. Γιά ὅλα. Κάθε βελονιά καί δάκρυ. Κάθε βελονιά καί ἕνας τάφος. Αὐτός ὁ ἐπιτάφιος ἦταν πραγματικός ἐπιτάφιος. Δουλεμένος μέ δάκρυα, γιά τόν κόσμο, γιά τίς ἁμαρτίες του.

– Πῶς πάει τό κέντημα, Μάριε; ρωτοῦσαν οἱ φίλοι του.

– Βρεγμένο εἶναι, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος, καί τά γέλια τράνταζαν τό γύρω χῶρο.

Τρία χρόνια κεντοῦσε ὁ Μάριος. Κι ἔγινε σάν τίς μυροφόρες, τή Μαρία τή Μαγδαληνή, τή Μαρία τοῦ Κλωπᾶ, τήν ἄλλη Μαρία. Καί ᾿κεῖνος Μάριος λεγόταν. Μύρα δέν εἶχε νά γίνει μυροφόρος. Τό κέντημα, ὅμως, φέτος θά τό τελείωνε. Εὐτυχῶς καί τό Πάσχα ἦταν καλοκαιρινό. Εὐτυχῶς καί τά χελιδόνια ἦρθαν πρίν ἀπό τό Πάσχα.

Ἦρθε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ὅλα ἦταν φωτεινά. Ἡ ἄνοιξη στό ἀποκορύφωμά της. Κι ὁ Μάριος ἕτοιμος. Ἕτοιμος γιά νά καταθέσει τόν ἐπιτάφιο ἐκεῖ πού ἔπρεπε. Τρία χρόνια καί ἡ ζωή του εἶχε γίνει τάφος. Γιά τό Χριστό δούλευε. Ὁ κόσμος πιό πολύ τόν κορόιδευε. Ὁ τρελός, ὁ ἠλίθιος, ὁ κουτός. Ναί, αὐτός ἦταν. Δέν μποροῦσε ἕνα χωριό νά ἔχει ἕναν καμμένο ἐπιτάφιο. Γιά τό χωριό δούλευε. Γιά νά ἔχουν τό Χριστό.

Τή Μεγάλη Παρασκευή τό πρωί ὁ Μάριος πῆρε τόν ἐπιτάφιο στήν πλάτη του. Καί βγῆκε στό δρόμο. Ἄρχισε νά γυρνάει γύρω γύρω στίς πλατεῖες καί στούς δρόμους ψάλλοντας τό «ἡ ζωή ἐν τάφῳ». Τό χωριό σηκώθηκε στό πόδι. Τί τρέλα ἦταν πάλι κι αὐτή;

– Μάριε, τό βράδυ θά βγεῖ ὁ ἐπιτάφιος, τί κάνεις ἐκεῖ;

– Ἀνοίγω δρόμο στό Χριστό. Γιά νά μήν σᾶς ἔρθει ξαφνικά τό βράδυ καί δέν τόν προλάβετε. Γιά νά ἑτοιμάζεστε ἀπό τώρα. Τάφος θά περάσει ἀπό δῶ τό βράδυ. Πρέπει νά προετοιμαστεῖς γιά νά τόν ἀντέξεις.

Ἡ «ζωή ἐν τάφῳ», καί πάλι καί ξανά. Μέχρι πού ἔφτασε στήν ἐκκλησία. Μπῆκε στό ἱερό τήν ὥρα πού ἀνεγιγνώσκοντο οἱ μεγάλες Ὧρες. Στάθηκε μπροστά στόν παπά Ἀντώνη.

– Πάρε αὐτό ἀπό ἕναν τρελό καί χαζό. Ἕνας τάφος ὅπως πρέπει γιά τό Χριστό. Ὅσο τόν ἔφτιαχνα τόσο πιό πολύ ξεκουραζόμουν. Μήν πεῖς σέ κανένα πώς ἐγώ τόν ἔφτιαξα. Στόν τάφο του ὁ καθένας εἶναι μόνος μπροστά στό Χριστό. Οὔτε οἱ ἔπαινοι τῶν ἀνθρώπων, μά οὔτε καί ἡ κοροϊδία τους ἔχουν σημασία. Σημασία ἔχει νά κεντήσεις κάτι γιά τό Χριστό στή ζωή. Συγχώρα με τόν τρελό, χρονιάρα μέρα καί σέ διδάσκω. Ἐγώ ὁ ἀγράμματος. Ἐγώ ὁ ἠλίθιος, ὁ χαμένος. Κάνε μιά προσευχή γιά μένα.

Ἐκεῖνο τό βράδυ ἡ περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ἔγινε μέ λαμπρότητα. Ὁ καινούργιος ἐπιτάφιος φάνταζε μέ μεγαλοπρέπεια. Ὁ πατήρ Ἀντώνιος κατά τή διάρκεια τῆς περιφορᾶς, ἔνιωσε πολλές φορές εὐωδία ἀνέκφραστη νά τόν περιτυλίγει. Ὁ ἐπιτάφιος εἶχε πάνω του λουλούδια. Μά ποτέ λουλούδια δέν μύρισαν τόσο ὡραῖα, τόσο οὐράνια. Στό τέλος τῆς πομπῆς κι ὁ Μάριος, ὁ μυροφόρος, ὁ Σεβντάς.

– Μάριε, τί κεντᾶς;

– Οὔ, τώρα πιά τελείωσε, τό πῆρε τό κέντημα ὁ Χριστός στόν τάφο Του. Μήν τά ρωτᾶς. Κάνε καμιά προσευχή καί γιά μένα τόν τρελό. Κάνε μιά προσευχή γιά νά ᾿χουμε καλή ζωή «ἐν τάφῳ».

Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», 
Σελίδες 41-48, 
ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», 
Μάϊος 2002

Holy Friday

 


Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

 27

Ποίαν ἤμέραν καὶ ὥραν γίνεται ἢ καθήλωσις καὶ ἢ ἄποκαθήλωσίς τῆς εἰκόνος τοῦ σώματος τοῦ Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρό;

τελετὴ τῆς ἄποκαθηλώσεως διεδόθῃ στὰ μέρη μᾶς ἄπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας, ὅπου ὕφίστατο ἄπὸ πολὺ παλαιά. Ἐκεῖ δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀπαγγελία στὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου του πρώτου τροπαρίου τοῦ ἰε' ἄντιφώνου «Σήμερον κρεμᾷται ἔπὶ ξύλου...» τῆς ἀκολουθίας τῶν ἅγιων Παθῶν, τοῦ ὄρθρου δη­λαδὴ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἔλιτανεύετο ἄπὸ τὸν ἱερέα μεγά­λων διαστάσεων σταυρὸς μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστου καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἢ ἄποκαθήλωσί του. Ἔστήνετο δὲ στὸ μέσον τοῦ ναοῦ καὶ ἐκεῖ παρέ­μενε μέχρι τὴν ψαλμωδία τὼν ἄποστίχων του ἔσπερινου τῆς Με­γάλης Παρασκευῆς. Κατ' αὔτὴ ἔγίνετο ἢ ἄποκαθήλωσίς κατὰ τὸν ἄκόλουθο τρόπο: 

λιτανεύετο, ὅπως συνήθως, ὸ ἐπιτάφιος, ἔτοποθετεῖτο στὸ κουβούκλιο, ἄπεσπάτο κατόπιν ἢ εἴκῶν τοῦ νεκρου Χρίστου ἄπὸ τὸν σταυρὸ καὶ ἄπετίθετο καὶ αὔτὴ στὸ κουβούκλιο ἐπάνω στὸν ἐπιτάφιο, ἔκαλύπτετο μὲ πέπλους καὶ ἄνθη καὶ στὸ μέσον ἔτίθετο τὸ Εὔαγγέλιο. 'Ἡ ἄκολουθία αὔτὴ τῆς ἄποκαθη­λώσεως ἦταν ἄγνωστη στὴν λοιπή 'Ὀρθόδοξο 'Ἐκκλησία. Κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμαται ἔπὶ ξύλου...» ἔλιτανεύετο ἢ εἴκῶν τῆς σταυρώσεως καὶ ἔτίθετο στὸ προσκυνητάριο, κατὰ δὲ τὰ ἄπόστιχα τοῦ ἔσπερινοῦ ἔγίνετο ἢ εἴσοδος τοῦ ἔπιταφίου καὶ ἢ ἄπόθεσίς του στὸ κουβούκλιο ἢ σὲ ἄπλὸ τραπέζι, χωρὶς νὰ γίνῃ προηγουμένως ἄποκαθήλωσι. Αὔτὸ ἄκριβὼς τηρεῖται καὶ σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος, Ὅρος καὶ στὶς σλαβικές 'Ὀρθόδοξες 'Ἐκκλησίες.

Πρὶν ἄπὸ ἑκατὸ περίπου χρόνια κατὰ τὰ μέσα τού περασμέ­νου αἴῶνος, θέλησαν στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ μιμηθουν τὴν πρᾶξι τῆς 'Ἀντιόχειας, ποῦ τόσο παραστατικὰ ἔξεικόνιζε τὰ σχετικὰ γεγονότα τοῦ πάθους τοῦ Χρίστου. 'Ἡ τε­λετὴ ἐγινε τόσο προσφιλὴς στὸν κλῆρο καὶ στὸν λαό, ποῦ γρήγορα διαδόθηκε στὶς μεγάλες πρῶτα πόλεις καὶ σιγὰ σιγὰ καὶ στὰ χω­ριὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄκόμη μοναστήρια. Τροποποιήθηκε ὅμως ἐλα­φρά. Εἴσήχθη δηλαδὴ ὸ μεγάλος σταυρὸς μὲ καρφωμένο ἔπάνω σ' αὔτὸν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου, γίνεται ἢ εἴσο­δός του κατὰ τὸ «Σήμερον κρεμᾷται...», ἄλλα ἢ ἄποκαθήλωσι γιὰ νὰ εἶναι πιὸ παραστατικὴ γίνεται ἄπὸ τὸν ἱερέα τὴν ὥρα ποῦ ὸ διάκονος ἄναγινώσκει τίς τελευταῖες φράσεις τοῦ μεγάλου εὐαγ­γελίου του ἑσπερινοῦ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς«...'Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἄπὸ Ἄριμαθαίας τούνομα 'Ἰωσήφ... καὶ λαβὼν τὸ σῶμα τοῦ Ἴησοὺ ἔνετύλιξεν αὔτὸ ἔν σινδόνι καθαρα...», ἤ, ἂν τελῇ τὴν ἄκολουθία μόνος ὸ ἴερέύς, ἀμέ­σως μετὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ εὔαγγελίου ἔν σιγὴ ἢ ψαλλομένου τοΰ καθίσματος «Σινδόνι καθαρα, καὶ ἄρώμασι θείοις...», καὶ ἄποθέτει τὸ σῶμα στὴν ἄγία τράπεζα, ἄλλὰ ὀχι καὶ στὸ κουβούκλιο γιὰ λόγους καθαρὰ τεχνικοὺς (στήν 'Ἀντιόχεια τὰ χέρια τοῦ σώ­ματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι κατεσκευασμένα κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ διπλωθοῦν πρὸς τὰ κάτω). Σὲ μερικὰ ὅμως μέρη δὲν ἔχει ἐπικρατήσει ἢ πρᾶξι αὔτὴ ἄκόμη καὶ δὲν γίνεται ἄποκαθήλωσις, ἄλλὰ κατὰ τὴν ἄνάγνωσι τοῦ Εὔαγγελίου ἢ ὕστερα ἄπο αὔτὴν καλύπτεται καὶ ἄποσύρεται στὸ ἱερὸ βῆμα ὁλόκληρος ὸ σταυ­ρὸς μαζὶ μὲ τὸν ἐσταυρωμένο Χριστό, ποῦ εἶναι ζωγραφισμέ­νος ἐπάνω στὸν σταυρὸ ἄπ' εὐθείας ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἢ ἄπόσπασίς του ἄπ' αὔτόν. Βλέπετε μὲ πόση δυσκολία μπαίνουν στὴν λει­τουργικὴ πρᾶξι νέα ἔθιμα ὀσο ὡραῖα καὶ ἄγαπητὰ ἄπ' τὸν λαὸ καὶ ἂν εἶναι.

Ἡ ἄποσπασθείσα κατὰ τὴν ἄποκαθήλωσι ἄπὸ τὸ σταυρὸ εἴκῶν τού ἔσταυρωμένου Χριστού παραμένει στὸ ἅγιο βῆμα τυλιγμένη σὲ σινδόνα καθ' ὀλη τὴν ἄναστάσιμο περίοδο, μέχρι τῆς ἄποδόσεως τοῦ Πάσχα, μέχρι δηλαδὴ τοῦ ἔσπερινοῦ τῆς Πέμπτης τῆς Ἄναλήψεως, όπότε καθηλοῦται καὶ πάλι καὶ καταλαμβάνει τὴν συνήθη θέσι τοῦ πίσω ἄπὸ τὴν ἄγία τράπεζα ἢ στὸ βάθος τῆς ἄψίδος, ἔνὼ ὸ ἔπιτάφιος, ποῦ ἄπὸ τὸ τέλος τῆς ἄκολουθίας τοΰ ὄρθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, κατὰ τὴν δική μας πρᾶξι, ἢ ἄπὸ τὸ τέλος τοῦ μεσονυκτικοῦ τῆς παννυχίδος τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν πρᾶξι τὼν σλαβικῶν 'Ἐκκλησιῶν, βρισκόταν ἄπλωμένος ἐπάνω στὴν ἄγία τράπεζα, ἄποσύρεται ἄπ' αὔτὴ γιὰ νὰ τοποθετηθῇ στὴν κα­θιερωμένη θέσι του. 

 

ΙΩΑΝΝΟΥ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑΣ ΑΠΟΡΙΑΣ  

Α΄
1-100

Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι...

 

Ἐρώτηση: 

Γέροντα, μιλᾶμε σήμερα γιὰ σκάνδαλα, ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὰ σκάνδαλα, σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὸν ἀδελφό μας, ἀπὸ τὶς ἐνέργειές του ἴσως, ἀπὸ τὶς εἰκόνες ποὺ παρατηροῦμε, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζοῦμε. Καὶ μιλᾶμε, μιλᾶμε πολύ, στὸ ὄνομα -δὲν ξέρω- τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῆς πίστεώς μας, μιλᾶμε ἀκατάσχετα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς πῆτε κάτι ἀπὸ τὴν ἐμπειρία σας γι' αὐτό. Εὐχαριστῶ.

Ἀπάντηση: 
Θυμᾶμαι μιὰ φορά, πάλι σὲ μιὰ συνάντησι, σὲ μιὰ Ἀκαδημία, ποὺ στὴ συζήτησι εἶπε κάποιος δάσκαλος ὅτι «ἐγὼ ἤμουν στὴ Γερμανία πολλὰ χρόνια, καὶ εἶδα ὅτι ἐκεῖ πέρα οἱ παπάδες εἶναι καθαροί, εἶναι ξυρισμένοι, κουρεμένοι, καὶ ξέρουν καὶ πολλὲς γλῶσσες». ∆ὲν μὲ ἐνδιαφέρουν οὔτε οἱ γλῶσσες οὔτε τὰ ξυρίσματα. Μὲ ἐνδιαφέρει ἡ θεία Λειτουργία καὶ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Καὶ στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα νοιώθου με ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνοχὴ τοῦ Κυρίου, ποὺ λέει: «Κάνετε ὅ,τι θέλετε, ἀρκεῖ νὰ ξεδώσετε, ἀρκεῖ νὰ ἐλευθερωθῆτε. Ἂν θέλετε νὰ μὲ βρίσετε, βρίστε με, φτύστε με, σταυρῶστε με· ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ». Κι ὅταν φθάνη στὴ Γεθσημανῆ, καὶ περνᾶ αὐτὴ τὴ δοκιμασία, καὶ καταλήγη, ἀφοῦ λέει: «Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 41), φθάνει νὰ πῆ: «τὸ θέλημα... τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42). Τότε προχωρεῖ γυμνός, ἀπροστάτευτος. Καὶ ὅταν ἔρχωνται οἱ ἄλλοι νὰ Τὸν συλλάβουν, δὲν εἶναι σὰν τὸν Πέτρο ποὺ ἀμύνεται μὲ τὸ σπαθάκι, ἀλλὰ λέει «ἐγώ εἰμι», ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ εἶπα νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι τὸ δικό μου θέλημα. Καὶ τότε δὲν νικᾶ τοὺς ἐ χθρούς Του, ἀλλὰ καταργεῖ τὴν ἔχθρα. Κι ὅταν νοιώθης μιὰ στιγμὴ ὅτι Αὐτός, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεως, ἔχει αὐτὴ τὴν ἀνοχή, κι ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες καὶ σώζει τοὺς πάντες, καὶ ὅτι εὑρισκόμενος μέσα ἐδῶ, βρίσκομαι στὸν πυρήνα τῆς δυνατότητος τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπα ντος κόσμου, ἐγὼ λέω ὅτι ἐδῶ εἶμαι ἀναπαυμένος. Καὶ θέλω νὰ σᾶς πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἦταν κάποτε κάποια πυρκαγιά, καὶ τὴ σβήναμε. Κι ἦταν πολλοὶ μοναχοί, κι ἦταν ἕνας μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καλὸ ὄνομα. Καὶ ὅταν μπήκαμε σ' ἕνα κελλί, γιὰ νὰ πάρουμε ἕνα νερό, αὐτὸς τώρα πῆρε τὸ ποτήρι τὸ νερό, καὶ εἶπε: «Εὐλογεῖτε, βοήθειά μας ἡ Παναγία. Ἄλλωστε, γι' αὐτὴ καὶ ἐμεῖς ἤρθαμε ἐδῶ.» Τὸ εἶπε μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ σὲ ἔλιωνε. Ὁπότε, ἐμένα μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ἀνοχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀνοχὴ τῆς Παναγίας καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ποὺ μεταφέρουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε, ἂς ζοῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ δι' αὐτῆς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνοχῆς θὰ καταλάβουμε ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολι κὴ Ἐκκλησία, γιατὶ ἔχει δυνατότητα καὶ προορισμὸ νὰ σώση ὅλο τὸν κόσμο. 
ς  εἴμαστε Ὀρθόδοξοι μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ τότε θὰ πάψουν ὅλες οἱ ἀπορίες μας.


 ΤΟ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΥ Ι∆ΡΥΜΑΤΟΣ ΕΡΕΥΝΩΝ

π.Βασίλειος Γοντικάκης

Δημοφιλείς αναρτήσεις