Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου - Για την νηστεία.





Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου  Κατηχήσεις. 
Λόγος 11ος
Για την νηστεία.
Και ότι δεν πρέπει να τηρούμε και να αποδεχόμαστε με προθυμία την ωφέλεια της νηστείας στην πρώτη και μόνο εβδομάδα των νηστειών, αλλά είναι απαραίτητο να διατηρούν οι αγωνιστές την ίση και την ίδια προθυμία σε όλες τις εβδομάδες των νηστειών.
Αδελφοί και πατέρες, έπρεπε βέβαια να πούμε εμείς την περασμένη Κυριακή αυτά που τώρα πρόκειται να ειπωθούν από μας στην αγάπη σας. Αλλά, επειδή γνώριζα ότι όλο το χριστιανικότατο πλήθος, εννοώ το πλήθος των μοναχών και των λαϊκών, ο καθένας από μας τους πιστούς δηλαδή, υποδέχεται στην αγία και πρώτη εβδομάδα των νηστειών με θερμή προθυμία το καλό της νηστείας και ο καθένας βάζει εκούσια στον τράχηλό του χωρίς εξαίρεση το ζυγό της, και κανείς δεν είναι, ούτε από εκείνους που έχουν απελπισθεί εντελώς για τη σωτηρία τους και συμπεριφέρονται με αφοβία και με καταφρόνηση του Θεού, που να απορρίπτει σ’ εκείνη την εβδομάδα το νόμο της νηστείας και να μην εγκρατεύεται περισσότερο και ο ίδιος, όσο εξαρτάται από τον εαυτό του, μαζί με όλους τους άλλους, έρχομαι λοιπόν σήμερα να πω σ’ εσάς σύντομα και λιγοστά λόγια εξαιτίας της παρούσας περιόδου. 
Επειδή δηλαδή, όπως ειπώθηκε, όλοι οι πιστοί διανύουν με αγώνα την πρώτη εβδομάδα των νηστειών, που πέρασε, όταν όμως αυτή περάσει και φθάσει το Σάββατο, επειδή και η Εκκλησία του Θεού συμβαίνει να εορτάζει από παράδοση την εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου, ή, μάλλον, να πω, την παράδοξη σωτηρία που έγινε από τον Θεό για τον πιστότατο λαό με την μεσολάβησή του, και επίσης, επειδή την Κυριακή, τελώντας την εορτή της ορθόδοξης πίστης, ψάλλουμε ευχαριστήριους ύμνους στον πανάγαθο Θεό μας, ο Πονηρός, που πάντοτε φθονεί τα καλά εισχωρώντας κρυφά στον καθένα από τους πιστούς και δεσμεύοντάς τον με τη ραθυμία και την αμέλεια, χωρίς να γίνεται ορατός, πείθει τον καθένα να απορρίψει καταφρονητικά από τον εαυτό του τον σωτήριο ζυγό της νηστείας και να επιστρέψει στην προηγούμενη συνήθεια˙ γι’ αυτό σας θυμίζω σήμερα και παρακαλώ την αγάπη σας και την πατρότητά σας να μην υπακούσετε διόλου στον εχθρό, ούτε να παρασυρθείτε από την κακή συνήθεια της αχόρταγης γαστριμαργίας, ούτε να επιστρέψετε στην παλαιά και μακρόχρονη εκπλήρωση των κακών επιθυμιών, αλλά ας τιμήσουμε και αυτή τη δεύτερη εβδομάδα των νηστειών, όπως τιμήσαμε την πρώτη, και στη συνέχεια και όλες τις υπόλοιπες εβδομάδες. 
Ναι, πατέρες και αδελφοί μου, ας ευεργετήσουμε τους εαυτούς μας, κάνοντας έτσι, και ας μην καταδεχθούμε να χάσουμε τώρα αυτά που συγκεντρώσαμε τότε, αλλά ας φροντίσουμε μάλλον να προσθέσουμε και να αυξήσουμε, αλλά και να μη θελήσουμε να γκρεμίσουμε τώρα κακώς αυτά που παλαιότερα κτίσαμε καλώς. Ας έχει ο καθένας από σας στο νου του την ωφέλεια από τη νηστεία, και ποια δωρεά απόλαυσε από τον Θεό σ’ αυτές τις λίγες μέρες, και ας γίνει στο εξής προθυμότερος. Διότι αυτή η γιατρός των ψυχών μας, η νηστεία δηλαδή, έχει συνήθεια, άλλου να περιορίζει το άναμμα της σάρκας και τις διεγέρσεις της, άλλου να καθησυχάζει το θυμό, άλλου να απομακρύνει τον ύπνο, άλλου να διεγείρει την προθυμία, άλλου να καθαρίζει το νου και να ελευθερώνει από τους κακούς λογισμούς, άλλου να δαμάζει την αδάμαστη γλώσσα και να τη συγκρατεί με το φόβο του Θεού, σαν με δυνατό χαλινάρι, και να μην την αφήνει διόλου να πει λόγια ανώφελα ή αισχρά˙ άλλου, χωρίς να φαίνεται, σκεπάζει και συγκρατεί τα μάτια που ρεμβάζουν, και δεν τα αφήνει να στρέφονται με περιέργεια εδώ και εκεί, αλλά κάνει τον καθένα πρόθυμο να εξετάζει τον εαυτό του, και τον διδάσκει να έχει στο νου του τα δικά του αμαρτήματα και ελαττώματα. Η νηστεία δηλαδή αραιώνει και απομακρύνει σιγά – σιγά το νοητό σκότος και το απλωμένο στην ψυχή κάλυμμα της αμαρτίας, όπως ακριβώς ο ήλιος απομακρύνει την ομίχλη. Η νηστεία κάνει να βλέπουμε με το νου τον πνευματικό αέρα, στον οποίο δεν ανατέλλει από μέρα σε μέρα, αλλά λάμπει πάντοτε ο άδυτος ήλιος, ο Χριστός ο Θεός μας. Η νηστεία, παίρνοντας βοηθό της την αγρυπνία, μπαίνει μέσα μας και μαλακώνει τη σκληρότητα της καρδιάς και κάνει να αναβλύζουν αντί για την προηγούμενη κραιπάλη πηγές κατάνυξης. Αυτό ακριβώς, παρακαλώ, αδελφοί, ας φροντίσουμε ο καθένας να γίνει και σ’ εμάς˙ διότι, αν γίνει αυτό, θα διασχίσουμε εύκολα με τη βοήθεια του Θεού όλη τη θάλασσα των παθών, και διαπερνώντας τα κύματα των πειρασμών του πονηρού, που μας τυρανεί πικρά, θα αγκυροβολήσουμε στο λιμάνι της απάθειας. 
Αυτά όμως, αδελφοί μου, δεν είναι δυνατόν να γίνουν σε μία μέρα, ούτε σε μία εβδομάδα, αλλά κατορθώνονται με πολύ καιρό και πόνο και κόπο, ή συντομότερα ή αργότερα, με τη δωρεά και τη χάρη του Θεού, ανάλογα με τη διάθεση και την προαίρεση του καθενός, και ακόμη ανάλογα με το βαθμό της πίστης και της καταφρόνησης των ορατών και των νοητών πραγμάτων˙ και επιπλέον, ανάλογα με τη θερμότητα της αδιάκοπης μετάνοιας και της ίδιας της ακατάπαυστης εργασίας, που γίνεται μέσα στο κρυφό ταμείο της ψυχής[1]. Όμως χωρίς νηστεία δεν μπόρεσε να κατορθωθεί ποτέ τίποτε από κάποιον, ούτε απ’ αυτά που είπαμε, ούτε καμία από τις άλλες αρετές διότι η νηστεία είναι η αρχή και το θεμέλιο κάθε πνευματικής εργασίας. 
Όσα λοιπόν θα οικοδομήσεις επάνω σ’ αυτό το θεμέλιο δεν πέφτουν και δεν γκρεμίζονται, σαν να οικοδομήθηκαν επάνω σε στερεά πέτρα˙ όταν όμως αφαιρέσεις αυτό το θεμέλιο και βάλεις στη θέση του τον χορτασμό της κοιλιάς και τις άπρεπες επιθυμίες, αυτά παρασύρονται από τους κακούς λογισμούς και από το ποτάμι των παθών σαν άμμος και καταστρέφουν ολόκληρη την οικοδομή των αρετών[2]. Για να μη γίνει όμως αυτό και σ’ εμάς, ας σταθούμε με χαρά επάνω στο στερεό θεμέλιο της νηστείας˙ ας σταθούμε, αδελφοί μου, καλά, ας σταθούμε με τη θέλησή μας˙ διότι εκείνος, που χωρίς τη θέλησή του, αναγκάζεται να ανεβεί στην πέτρα της νηστείας[5],παρασύροντας οπωσδήποτε τον εαυτό του από εκεί, τον γκρεμίζει στη λαθροφαγία, και τρώγοντας γίνεται ο ίδιος, χωρίς να καταλάβει, τροφή του πονηρού˙ διότι η νηστεία είναι θείος νόμος, και όσους τολμούν να τον παραβούν, τους παραλαμβάνει ο διάβολος σαν δήμιος, και τους μαστιγώνει˙ και αν όχι αμέσως, ούτε εκείνη τη στιγμή, επειδή ο Θεός μακροθυμεί σ’ εμάς και περιμένει τη μετάνοιά μας, ωστόσο δεν θα ξεφύγουμε οπωσδήποτε από τα χέρια του, ή εδώ ή στη μέλλουσα ζωή, αν επιμένουμε χωρίς μετάνοια στην αμαρτία, επειδή θα λάβουμε μαζί του την ίδια καταδίκη, αν ζούμε έτσι, και θα καταδικασθούμε να τιμωρηθούμε αιώνια απ’ αυτόν και μαζί μ’ αυτόν με τη δίκαιη κρίση του Θεού. Διότι, αν και ξεφεύγουμε την προσοχή των ηγουμένων μας, όμως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε συγχρόνως τον Δεσπότη και Θεό των ηγουμένων μας. 
Ας φυλαχθούμε λοιπόν, αδελφοί, όχι μόνο από τη λαθροφαγία, αλλά και από τον χορτασμό των φαγητών, που παρατίθενται για μας στην τράπεζα. Ναι, σας παρακαλώ, και δεν θα σταματήσω να σας παρακαλώ, να θυμηθείτε την αγία εβδομάδα, που πέρασε. Αναλογισθείτε, όπως είπα, την ωφέλεια από τη νηστεία και από την αγρυπνία, από την προσευχή και από την ψαλμωδία, αλλά και την κατήφεια και την ευλάβεια και τη σιωπή. Διότι μου φαινόταν τότε ότι το μοναστήρι ήταν σαν ακατοίκητο από ανθρώπους, αλλά κατοικούμενο μόνο από αγγέλους, επειδή δεν άκουγα διόλου κάποιον άλλο λόγο για τα βιοτικά πράγματα, παρά μόνο τη δοξολογία που αναπεμπόταν από σας στον Θεό και που είναι έργο των αγγέλων. Πιστεύω μάλιστα ότι, όπως ακριβώς κάνατε εσείς το έργο των αγγέλων, έτσι και οι άγγελοι βρίσκονταν αόρατα μαζί σας και συνέψαλλαν. 
Μη θελήσετε λοιπόν να χωρισθείτε με την πολυλογία και την αργολογία από τη συναναστροφή με τους αγγέλους, ούτε να κάνετε να απομακρυνθούν από σας με τις άτακτες φωνές ή τις άμετρες κραυγές σας οι άγγελοι, και σας πλησιάσουν, όπως πριν, οι δαίμονες, αλλά, ας προσέχει ο καθένας τον εαυτό του, και ας κάνει με επιμέλεια το εργόχειρό του και το διακόνημά του, σαν να υπηρετεί τον Θεό και όχι τους ανθρώπους[3] Διότι έχει γραφεί: «Είναι καταραμένος κάθε άνθρωπος, που κάνει τα έργα του Κυρίου με αμέλεια»[4]. 
Μην παραλείψετε, αδελφοί, να παροτρύνετε ο ένας τον άλλο στην ακρόαση των θείων αναγνώσεων κατά τις συνάξεις. Διότι, όπως ακριβώς στην ορατή τράπεζα παρακινούμε και παροτρύνουμε τους πλησίον μας να φάνε, και όσους αγαπούμε περισσότερο από τους άλλους, αυτούς τους εξαναγκάζουμε κιόλας, έτσι λοιπόν οφείλουμε και σ’ αυτή την ψυχοτρόφο τράπεζα να προσέχουμε και να παρακινούμε τους πλησίον μας, για να μην κατακριθούμε ότι δεν αγαπούμε ο ένας τον άλλο, και χάσουμε το γνώρισμα ότι είμαστε μαθητές του Χριστού. Διότι ο Χριστός λέει: «Απ’ αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν αγαπάτε ο ένας τον άλλο»[5]. 
Αυτός λοιπόν που δεν εξαναγκάζει τον φίλο του στην ορατή τράπεζα να φάει, συνήθως τον ωφελεί πάρα πολύ˙ εκείνος όμως που το κάνει αυτό στην πνευματική τράπεζα, εννοώ στην τράπεζα της ακρόασης των θείων λόγων, προξενεί ασυνήθιστη βλάβη σ’ αυτούς που τον πλησιάζουν. Διότι ο χορτασμός από τα φαγητά εκείνα συνηθίζει να φθείρει και να βλάπτει την ψυχή και το σώμα, ενώ αυτά που λέγονται εδώ από τους αγίους, και το νου φωτίζουν και την ψυχή αγιάζουν, και στο ίδιο το σώμα μεταδίδουν οπωσδήποτε με τη μεσολάβηση της ψυχής από τον αγιασμό, και το κάνουν υγιέστερο και δυνατότερο. 
Ας προσέχει λοιπόν ο καθένας στην ανάγνωση˙ διότι τα λόγια των αγίων είναι λόγια του Θεού και όχι των ανθρώπων. Ας βάλει ο καθένας αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά του και ας τα διατηρεί με ασφάλεια, επειδή τα λόγια του Θεού είναι λόγια ζωής[6] και αυτός, που τα έχει μέσα του και τα διατηρεί, έχει αιώνια ζωή[7]. Διότι, όταν συνήθως καθίσατε σε μία πλούσια τράπεζα, δεν νομίζω ποτέ ότι κάποιος από σας ραθύμησε και κυριεύθηκε διόλου από νύστα, και ότι δεν πήρε όχι μόνο αυτά που του αρκούσαν, αλλά ότι αποχώρησε, παίρνοντας με προθυμία και αυτά που χρειαζόταν για την αυριανή μέρα, και προθυμοποιήθηκε να τα μοιράσει ή σε κάποιους φίλους ή στους φτωχούς. Όπου όμως προσφέρονται λόγια ζωής και κάνουν αθάνατους εκείνους που τρέφονται από τα λόγια αυτά, πες μου, είναι δυνατό να κοιμάται κάποιος και να ραθυμεί, ή να νυστάζει και να ροχαλίζει, όπως ένας ζωντανός νεκρός; 
Πόση βλάβη! Πόση αναισθησία και νωθρότητα! Εκείνος που κάθεται στην τράπεζα και δεν έχει όρεξη να φάει απ’ αυτά που είναι μπροστά του, στερείται ολοφάνερα από τη φυσική του υγεία˙ έτσι και αυτός, που ακούει θεία ανάγνωση και δεν εντρυφά ψυχικά, με ανέκφραστη ευχαρίστηση και άυλη όρεξη, με τρόπο δηλαδή άυλο στα άυλα και θεία λόγια, και αυτός, που δεν γεμίζει νοε΄ρα από τη γλυκύτητά τους όλες του τις αισθήσεις, είναι ασθενής στην πίστη και εντελώς άγευστος από τις πνευματικές δωρεές, και λειώνει από την πείνα και τη δίψα, αν και βρίσκεται ανάμεσα σε πολλά αγαθά. Διότι, όπως ακριβώς ένας νεκρός, που λούζεται με νερό, δεν νιώθει τίποτε, έτσι και αυτός, αν και λούζεται από τα ζωηφόρα και θεία νάματα του λόγου, δεν το αισθάνεται. 
Όσοι λοιπόν έχετε μέσα σας λόγο ζωής, όσοι φθάσατε να φάτε αυτό τον άρτο του λόγου, όσοι δεν γίνατε νεκροί, αλλά γίνατε από νεκροί ζωντανοί και γευθήκατε την αληθινή ζωή και αποκτήσατε ευσπλαχνία προς τον πλησίον, που τη λάβατε από τον εύσπλαχνο Θεό, να μη σταματήσετε, αν είναι δυνατό, να παροτρύνετε και να παρηγορείτε και να νουθετείτε τους πλησίον σας και όλους, αλλά, σαν να είναι αυτοί δικά σας μέλη, ή, μάλλον, σαν να είναι μέλη του Χριστού και υιοί του Θεού, να προθυμοποιηθείτε να τους παιδαγωγείτε, να τους επιτιμάτε και να τους ελέγχετε, όχι για να τους λυπήσετε, αλλά για να τους ελευθερώσετε από την πατρική οργή και αγανάκτηση˙ ούτε για να τους βλάψετε, αλλά για να ωφελήσετε στο έπακρο, κάνοντάς τους να εκπληρώσουν τα θελήματα του Θεού και Πατέρα τους. 
Αν κάνετε έτσι και αν έτσι ξυπνά ο καθένας από σας τον αδελφό του, για να τον παροτρύνει στην αγάπη και στα καλά έργα, σύντομα θα ανεβούμε όλοι στο ύψος των αρετών, και θα αναδειχθούμε εκπληρωτές των εντολών του Θεού και θα επιτύχουμε ομόψυχα τη βασιλεία των ουρανών, στο όνομα το ίδιου του Χριστού του Θεού μας, στον οποίο αρμόζει κάθε δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Υποσημειώσεις.
1. Πρβ. Ματθ. 6, 6
2. Πρβ. Ματθ. 7, 24-27
3. Πρβ. Κολ. 3, 23
4. Ιερ. 31, 10
5. Ιω. 13, 34-35
6. Πρβ. Ιω. 6, 68
7. Πρβ. Ιω. 5, 24

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).

Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ ΠΛ.Β ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

ΗΧΟΣ πλ.β’

    

ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΠΑΥΛΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΟΡΙΟΥ.

Οὐ ἡ ἀκροστιχίς.
Δός μοι Παρθένε δάκρυα μετανοίας.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. β’. Ὡς ἐν ἠπείρῳ πεζεύσας.
Δέσποινα θρῆνον προσδέχου ἐκ ῥυπαρᾶς, καρδίας Πανάμωμε, καί χειλέων ἐναγῶν, καί ἐκ ῥύπου πλῦνον με παθών, καί πταισμάτων χαλεπῶν, ἶνα δοξάζω σε.

Ὄμβρους δακρύων μοι δίδου σαῖς προσευχαῖς, Παναγία Δέσποινα, ὅπως κλαύσωμαι θερμῶς, ἅπερ ἐπλημμέλησα ἐν γῆ, καί ῥυσθῶ ἀναμενούσης με κολάσεως.

Στέναξον κλαῦσον ψυχή μου καί σεαυτήν, ἀπεντεῦθεν πένθησον, ἐκβοῶσα, τῷ Χριστῷ, τῆς Μητρός οἰκτῖρμον ταῖς λιταῖς, τόν ὑπεύθυνον φρικτῆς ῥῦσαι γεέννης με.

Μή μου τόν θρῆνον ἀπώσῃ ἡ τήν πηγήν, τοῦ ἐλέους, τέξασα ἀλλ’ εὐσπλάγχνως ἀγαθῇ, σῶ ἰλεῷ ὄμματι ψυχῆς, Θεοτόκε τῆς ἐμῆς πάθη θεράπευσον.

ᾨδὴ γ’. Οὑκ ἔστιν ἅγιος.
Οὑκ ἔστιν ἄλλος ἐν βροταίς, ὁ τά ἄθεσμα πράξας, καί ἀσώτως βιώσας, ὤσπερ ἐγώ ἀγαθῇ, ἐν ἀσελγείαις δεινῶς, τό γάρ θεῖον, βάπτισμα ἐμόλυνα.

Ἰδού ἐπῆλθον ἐπ’ ἐμέ, ὤσπερ μάστιγες πάσαι, τοῦ ἐχθροῦ αἱ κακίαι βαρυνθεῖσαι γάρ σφοδρῶς, προσώζεσαν καί ψυχῆς, ἀπειλοῦσι, παντελῆ κατάπτωσιν.

Πολλά τά πλήθη τῶν ἐμῶν, Θεοτόκε πταισμάτων, δία τοῦτο σοι πίστει προσπίπτω ἀναβοῶν, ἐν ὤρα τῆ φοβερᾷ ἰλεώσαι, ὅνπερ εσωμάτωσας.

Ἀγία Δέσποινα ἐμέ, τόν ὑπεύθυνον πάσης, ἐξελοῦ καταδίκης παρρησίαν πρός Θεόν, ὡς ἔχουσα μητρικήν, καί νυμφῶνι, τούτου με καταξίωσον.

ᾨδὴ δ’. Χριστός μου δύναμις.
Ῥοήν μου δώρησαι δακρύων Δέσποινα, ὅπως πλύνῳ τόν ῥύπον τόν τῆς ψυχῆς, καί εὕρω ὁ ἄθλιος, ὅπερ ἀπώλεσα κάλλος, συμβουλίᾳ τῆ τοῦ ὄφεως.

Θεέ μου εὔσπλαγχνε, Χριστέ φιλάνθρωπε, θελητά τοῦ ἐλέους νῦν ἐπ’ ἐμοί, ῥᾶνον σου τό ἔλεος, ἐκδυσωπεῖ σε ἡ ἐλπίς καί προστάτις μου καί Μήτηρ σου.

Ἐμέ τόν ἄσωτον, τόν παροργίσαντα, ὑπέρ πάντας ἀνθρώπους τόν σόν Υἱόν, αἰωνίων λύτρωσαι, βασάνων μόνη ἡ ἐλπίς, τῶν πιστῶν Θεογεννήτρια.

Νομήν κατέπαυσας,θανάτου τέξασα, τήν ζωήν τῶν ἁπάντων, ὅθεν κάμε, νεκρωθέντα ζώωσον, ταῖς ἁμαρτίαις καί ζωῆς, αἰωνίου καταξίωσον.

ᾨδὴ ἕ’. Τῷ θείω φέγγει σου.
Ἐχθρός με πράττοντα καθορῶν, πᾶσαν ἀνομίαν ἀναιδῶς, ἐπιγελᾷ μου τοῖς πταίσμασι˙ ῥῦσαι με τῆς τούτου αἰχμαλωσίας ἁγνή, καί τρέψον εἰς αἰσχύνην αὑτοῦ τόν γέλωτα.

Διάσωσόν με ἀπό παθών, θλίψεων καί βλάβης πονηρῶν, τῶν ἐναντίων καί λύτρωσαι, τούτων τῆς ἐνέδρας τήν ταπεινήν μου ψυχήν, μή εἴποιεν πρός τοῦτον ἁγνή ἰσχύσαμεν.

Ἀδίκων λύτρωσαι με χειρῶν, γλώσσης τε δολίας καί δεινῶν, χειλέων Κόρη Θεόνυμφε, πᾶσαν γάρ ἐθέμην τήν προσδοκίαν μου, ἐν σοι μή αἰσχυνθείην καθικετεύω σε.

Καρδίας δίδου μοι συντριβήν, καί δακρύων Κόρη ὀχετούς πτωχείαν τε τήν τοῦ Πνεύματος˙ ὅπως μου θρηνήσω Θεοχαρίτωτε, κακῶς μοι τά πραχθέντα ὡς θρήνων ἄξια.

ᾨδὴ στ’. Τοῦ βίου τήν θάλασσαν.
Ῥοήν τῶν δακρύων μου, τήν μικράν καί πενιχράν, προσδεξαμένῃ Δέσποινα, ὡς ἐκλεκτόν εὐῶδες καί καθαρόν, μύρον καί θυμίαμα, τῆς δυσώδους με ῥῦσαι παθών σχέσεως.

Ὑπέκυψα πάθεσι, μακρυνθείς ἀπό Θεοῦ ἀσώτως ὁ πανάθλιος, ὀν δυσώπησον σῶσαι με ἀγαθῇ, πρός σε γάρ κατέφυγον, καί στολαῖς με ταῖς πρώην καταλάμπρυνον.

Ἁγίων Ἀγγέλων σε, τήν εὐπρέπειαν ὑμνῶ, καί δυσωπῶ Πανάμωμε, τά ἀπρεπῆ ἀπέλασον ἀπ’ ἐμοῦ δαιμόνων φαντάσματα, ἐν γαλήνῃ τηροῦσα τήν καρδίαν μου.

Μή κῦμα καλύψῃ με, μή ποντίση καταιγίς, μή ἀφανίσῃ πέλαγος, μή καταδύσῃ θάλασσα καί βυθός, πικράς ἀπογνώσεως, ἁλμυράς ἀπωλείας Κόρη Πάναγνε.

Κάθισμα. Ἦχος πλ. β’. Ἐλπίς τοῦ κόσμου ἀγαθή.
Ἀπό καρδίας στεναγμούς, καί ἐκ σπλάγχνων σοι φέρω, τήν σήν Πανάμωμε αὑτῶν, εὐμενῇ προστασίαν, ἐλέησον τήν παναθλίαν μου ψυχήν, ἰλέωσον τόν πολυέλεον Θεόν, ῥυσθῆναι με τῆς κρίσεως, καί λίμνης τοῦ πυρός μόνη εὐλογημένῃ.

ᾨδὴ ζ’. Δροσοβόλον μέν.
Ἐπί σε τήν πᾶσαν Δέσποινα ἐλπίδα μου, ἀνέθηκα ὁ ἄθλιος, μή ἀποστρέψῃς ἀπ’ ἐμοῦ, τό πρόσωπον τό σον˙ μή σπλάγχνα φιλάνθρωπα τά σά, κλείσῃς μοι Μήτηρ τοῦ Θεοῦ ἀλλά βοήθει μοι.

Τῶν πταισμάτων βυθιζόμενον τῷ κλύδωνι, ἀνάγαγε Θεόνυμφε, καί πρός θεῖον με ἀπαθείας ἴθυνον ἁγνή, λιμένα βοῶντα ευλαβώς˙ εὐλογητός εἰ ὁ Θεός ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.

Ἀνομίας ἐργαστήριον γεγένημαι, καί πάσης ἐργασίας αἰσχράς, καταγώγιον καί δοχεῖον φαύλων εννοιών˙ ἀλλ’ ὦ πολυύμνητε ἁγνή, δοχεῖον ἅγιον Θεοῦ σύ με ἁγίασον.

Νοερᾶς ὡς Βαβυλῶνος τῆς συγχύσεως, δυνάστης ὁ Ἀσσύριος νοῦς, ἑπταπλασίως, λογισμῶν ἐμπύρων ἐν ἐμοί, ἐξέκαυσε κάμινον αγνή˙ ἐν ἤ με ἄφλεκτον τῆ σή δρόσῳ συντήρησον.

ᾨδὴ ἡ’. Ἐκ φλογός τοῖς Ὁσίοις.
Ὁρατῶς τῆ εἰκόνι σου παριστάμενος ᾳὀράτως δοκῷ σοι ζώσῃ παρίστασθαι, Μῆτερ τῆς ζωῆς, μετά δέους δεόμενος, ἐχθρῶν ἀοράτων, καί ὁρατῶν με ῥῦσαι.

Ἱκεσίαν Παρθένε Θεῶ προσάγαγε, τάς ψυχάς ἡμῶν σώσαι Θεοχαρίτωτε, καί τῆς τῶν παθών ἐνοχῆς ἡμᾶς ρύσασθαι˙ καί τῆς τῶν δαιμόνων κακίστης ἐπηρείας.

Ἁμαρτίας τόν σάκκον τόν σκοτεινόν καί τραχύν, διαρρήξασα ἔνδυσον σωτηρίαν με, καί τήν ἀληθῇ εὐφροσύνην περίζωσον, ἶνα σε δοξάζω ἁγνῇ εἰς τούς αἰῶνας.

Συμπαθείας ἡ ἄβυσσος ἡ ἀπέραντος, εὐσπλαγχνίας ἡ θάλασσα ἡ ἀμέτρητος, τῶν ἁμαρτωλῶν ἡ ἑτοίμῃ βοήθεια, σῶσον με Παρθένε τόν σόν ἀχρεῖον δοῦλον.

Αἰνοῦμεν. 

Ὁ Εἱρμός.
Ἐκ φλογός τοῖς Ὁσίοις δρόσον επήγασας, καί δικαίου θυσίαν ὕδατι ἔφλεξας, ἅπαντα γάρ δράς Χριστέ μόνῳ τῷ βούλεσθαι, σε ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Θεόν ἀνθρώποις ἰδεῖν.
Παθών κλυδώνιον συνταράσσει με, καί ἡδονῶν βυθίζει με εἰς χάος Πανάμωμε, κυβερνήτην Χριστόν ἡ κυήσασα, χεῖρα μοι βοηθείας ἔκτεινον σῶσον με, μόνη σωτηρίᾳ, τῶν πιστῶν καί ἀπολύτρωσις.

Ἀεί τήν σκέπην σου καί ἀντίληψιν, χειραγωγόν αἰτοῦμαι συμπαρεῖναι μοι Δέσποινα, ἐξαιρέτως ἐν ὤρα τῆς κρίσεως, καί ἐν τῆ τῆς ἐξόδου, ὅτε ζοφώδης μοι, φάλαγξ τῶν δαιμόνων πονηρᾷ ἐπισυστήσεται.

Ὑλώδους σχέσεως με ἀπάλλαξον, καί καθαρῶς ἀΰλῳ τῷ νοῖ ἐνοπτρίζεσθαι, ἐν νυκτί καί ἡμέρα παράσχου μοι, σε τήν ἐμήν ἐλπίδα Θεογεννήτρια, τό φώς τήν ζωήν, τόν γλυκασμόν καί ἀγαλλίαμα.

Λαβών τόν πλοῦτον ἐκ σου τῆς χάριτος, τῆς σής Χριστέ ἀσώτως μέν αὑτόν διεσκόρπισα, κολληθείς δε πολίταις ἐπτώχευσα, φαύλαις φιληδονίαις, λόγοις καί πράξεσιν, ἀλλά ταῖς λιταῖς τῆς σής Μητρός οἰκτῖρμον σῶσον με.

Προσόμοια. 

Τριήμερος ἀνέστης.
Χαῖρε ὁ θησαυρός τῆς ζωῆς, χαῖρε λυχνίᾳ πάγχρυσε, χαῖρε στάμνε, μάννα φέρουσα Χριστόν, τόν πάντων βασιλέα, χαῖρε ἡ ἁγνῇ Παρθένε, χαῖρε ἡ λύσις τῆς ἀρχαίας ἀρᾷς.

Χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας σεμνή, ὁ πύργος ὁ ἀσάλευτος, χαῖρε μόνη προστασίᾳ τῶν πιστῶν, χαῖρε τοῦ κόσμου δόξα, ὑπερευλογημένῃ, χαῖρε βροτῶν τό καταφύγιον.

Χαῖρε ἡ ἀγλαόκαρπος, μηλέα ἐξ ἦς ἔφυσε, μῆλον θεῖον, καί πανεύοσμον ἁγνῇ, χαῖρε ῥοιά, γλυκείᾳ, κοκκοβαφής Παρθένε, χαῖρε ἡ σκέπῃ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κινδύνοις συνεχόμενον, καί θλίψεσι τόν δοῦλον σου, Θεοτόκε, μή παρίδῃς ἀγαθῇ, ἀλλ’ οἴκτειρον καί σῶσον, ἐλπίς ἀπηλπισμένων, καί τῶν δεινῶν με ἐλευθέρωσον.

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου [6 Τόμοι]


Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
[6 Τόμοι]
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
(ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ)

Τόμος Α΄(ΕΠΕ 19)
Τόμος Β΄(ΕΠΕ 19Β)
Τόμος Γ΄(ΕΠΕ 19Γ)
Τόμος Δ΄(ΕΠΕ 19Δ)
Τόμος Ε΄(ΕΠΕ 19Ε)
Τόμος ΣΤ΄(ΕΠΕ 19ΣΤ)

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader



Μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΣΥΜΕΩΝ τον Νέου Θεολόγου.


"μία ημέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει μια. εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα, εντός της καρδίας του, αυτή την ανυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος."
Ανάμεσα στα άστρα πού λάμπουν αναρίθμητα στο πνευματικό στερέωμα της Εκκλησίας, τρία μονάχα κρίθηκαν άξια του τίτλου του Θεολόγου ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο αγαπημένος μαθητής, ο οποίος επέπεσε επί του στήθους του Κυρίου και ήπιε από το ζων Ύδωρ της γνώσεως του Λόγου του Θεού- ο άγιος Γρηγόριος , ο όποιος αφού ατένισε με κεκαθαρμένο τον έσω οφθαλμό το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, κήρυξε το μυστήριο θέτοντας στην υπηρεσία του ότι καλύτερο είχε να επιδείξει η ευγλωττία των Ελλήνων και τέλος ο όσιος Συμεών ο οποίος αφού βυθίσθηκε στο φως του Αγίου Πνεύματος, εστάλη από τον Θεό, ως άλλος προφήτης, σε μια βυζαντινή κοινωνία παραδομένη σ’ έναν συμβατικό και τυπολατρικό χριστιανισμό, για να δώσει μαρτυρία ότι κάθε χριστιανός έχει κληθεί να φωτισθεί και να καταστεί υιός Θεού εν Αγίω Πνεύματι. 
Γεννημένος το 949 στην Γαλάτη της Παφλαγονίας (Μ. Ασία), γόνος πλούσιων ευγενών πού ασκούσαν επιρροή στους πολιτικούς κύκλους, ο όσιος Συμεών εστάλη σε ηλικία δώδεκα ετών στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, με σκοπό να εισέλθει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα. Εγκαταλείποντας αυτή την πολλά υποσχόμενη στα­διοδρομία και τις σπουδές του, για ένα διάστημα διήγε βίο επιπόλαιο, όμως ο Κύριος τον σπλαχνίσθηκε, δεν τον άφησε να πέσει στην δια­φθορά και τον απέσπασε από την ολισθηρή οδό διαμέσου πνευματικών αναγνωσμάτων. Ό νεαρός Συμεών αναζήτησε τότε έναν άγιο άνθρωπο ικανό να τον οδηγήσει στην οδό της Σωτηρίας, παρά τα αποθαρρυντικά λόγια του περιβάλλοντος του ότι δεν υπήρχε την εποχή εκείνη τέτοιος άγιος. Επιμένοντας, τον βρήκε στο πρόσωπο ενός μονάχου που ζούσε έγκλειστος στην Μονή του Στουδίου, του Συμεών του Ευλαβούς. Αυτός αρνήθηκε να τον δεχθεί ως δόκιμο και αρκέστηκε να του δώσει να δια­βάσει το βιβλίο του οσίου Μάρκου του Ασκητού [5 Μάρτ.]. Μόλις το άνοιξε, ο νέος έπεσε πάνω στην ακόλουθη φράση: «Αν ζητείς θεραπεία, επιμελήσου την συνείδηση σου και όσα σου λέγει κάμε, και θα βρεις ωφέλεια», θεωρώντας την φράση αυτή θεία προτροπή, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το έργο και ακολούθησε την συνείδηση του που τον παρακινούσε να θυσιάσει τον εαυτό του από αγάπη για τον Χριστό, προεκ­τείνοντας ολοένα και περισσότερο τις νηστείες και τις ολονύχτιες αγρυ­πνίες. Συνεπαρμένος από θείο πόθο, δεν άργησε να λάβει ένα πρώτο δείγμα της εύνοιας του Θεού, με την μορφή μιας θαυμαστής όρασης του άχτι­στου φωτός, η οποία τον άνηρπασε εκτός του κόσμου και του σώματος του. Έμπλεος χαράς και θερμών δακρύων δεν έπαυε να φωνάζει ακού­ραστα το Κύριε ελέησον και εν μέσω αυτού του φωτός είδε τον πνευ­ματικό του πατέρα Συμεών να στέκεται στα δεξιά μιας φωτεινής νεφέ­λης και να του διδάσκει την τέχνη της απερίσπαστης προσευχής. 
Παρ' όλα αυτά, καθώς η πρώτη αυτή εμπειρία της θείας δόξης δεν βασιζόταν πάνω στην απάθεια, ο Συμεών σιγά-σιγά έπεσε στην χλιαρότητα και την χαλάρωση, για τις όποιες θα μετανοήσει αργότερα ενώπιον του Θεού, για μεγάλο αμάρτημα. Επί έξι ή επτά χρόνια εξακολούθησε να σχετίζεται με τον πνευματικό του Πατέρα, χωρίς όμως να αποσπα­σθεί από τον κόσμο και την ματαιότητα του. Ο Κύριος όμως έδειξε και πάλι έλεος προς τον εκλεκτό του και «πιάνοντας τον από τα μαλ­λιά», τον απέσπασε από τον βόρβορο του κόσμου για να τον αποκατα­στήσει ενώπιον Του. Επωφελούμενος μιας αποστολής στην γενέτειρα του, κανόνισε τις υποθέσεις του, αποχαιρέτησε τους γονείς του και επέστρεψε χωρίς αργοπορία στην Βασιλεύουσα, για να υποταγεί απόλυτα στον κατά Θεόν πατέρα του με ακλόνητη εμπιστοσύνη και τέλεια υπακοή. Του πα­ραχωρήθηκε ένα μικρό κελί κάτω από την σκάλα του κελιού του Συ­μεών εγκαταβίωσε εκεί στοχαζόμενος τις αμαρτίες του και καθιστών­τας την κατάνυξη, την οποία είχε προσοικειωθεί στον κόσμο επισκεπτόμενος τα κοιμητήρια, μόνιμη και σταθερή κατάσταση της ψυχής του. Ανα­λάμβανε τα πλέον εξευτελιστικά διακονήματα με τέλεια αποκοπή του ιδίου θελήματος, πρόσεχε τον πνευματικό του πατέρα σαν τον ίδιο τον Χριστό και προσκυνούσε με αφοσίωση κάθε μέρος όπου είχε σταθεί ό Γέ­ροντας του προσευχόμενος, σαν να επρόκειτο για τα Αγία των Άγων. Προφυλαγμένος διά της προσευχής του Γέροντος, μπορούσε να απωθεί άφοβα τους δαίμονες της δειλίας, της ακηδίας, της πορνείας και του φθό­νου, πού ορμούσαν επάνω του για να τον αποθαρρύνουν. 
Ξένος προς όλους, τηρώντας αδιάλειπτη σιωπή, στεκόταν όρθιος καθ' όλη την διάρκεια των Ακολουθιών, με μάτια κατεβασμένα, χύνοντας άφθονα δάκρυα στο άκουσμα των ιερών κειμένων. Ορισμένοι μοναχοί ενοχλούνταν από την ταχεία πρόοδο αυτού του δοκίμου, την θεωρούσαν έλεγχο της δικής τους χλιαρότητας και τον κατηγόρησαν στον ηγούμενο ότι διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τον πνευματικό του πατέρα. Καθώς κατέφυγε στην προσευχή του Γέροντος για να ενισχυθεί σε αυτή την δο­κιμασία, εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα λάμβανε άνωθεν διπλή χάρη απ’ ότι είχε λάβει εκείνος. Όντως, το ίδιο βράδυ, όταν εισήλθε στο κελί του, ουράνιο φώς περιέβαλε τον νου του, τον γέμισε άρρητη αγαλ­λίαση θείου έρωτος και, μολονότι δεν ήταν πολύ μορφωμένος, ο Θεός του παραχώρησε ήδη από τότε τόση σοφία, ώστε τον θαύμαζαν όλοι οι συμμοναστές του. Αυτά όμως τα υπερφυσικά χαρίσματα αναζωπύρωσαν το μίσος των ζηλόφθονων μοναχών, οι όποιοι κατόρθωσαν να τον εκδιώξουν από την Μονή του Στουδίου.
Εισήλθε τότε ως δόκιμος στο μικρό μοναστήρι του Αγίου Μάμαντος, διατηρώντας ως πνευματικό του τον Συμεών τον Ευλαβή. Αφού εκάρει μοναχός από αυτόν και έλαβε το όνομα Συμεών, προχώρησε σε νέες πνευματικές αναβάσεις και αφιερώθηκε ολόψυχα στην ησυχία, την προσευχή και την μελέτη των θείων Γραφών, τρεφόμενος μόνο με λίγα χό­ρτα. Το κελί του, απ’ οπού δεν έβγαινε παρά για τις ιερές Ακολου­θίες, είχε γίνε: πυρίκαυστη κάμινος, στην οποία βυθιζόταν ολόκληρος για να μεταμορφωθεί σε πύρινη φλόγα αγάπης και όπου ό Κύριος τον ανήρπαζε συχνά, εν μέσω θεσπέσιων εκστάσεων. Σε έναν από τους ωραι­ότερους λόγους του, ο Συμεών παραβάλλει τον εαυτό του με δυστυ­χισμένο πού έπεσε σε λάκκο βορβορώδη, απ’ όπου τον ανέσυρε βιαίως ο Κύριος εν τη ευσπλαχνία του, και ο όποιος, κατόπιν, μέσα από μύ­ριες παγίδες και δυσχέρειες, οδηγήθηκε από το χέρι του πνευματικού του πατέρα στις πήγες των υδάτων, ώστε να λουσθεί και να καθαρι­στεί, και από τυφλός να γίνει θεατής των ουράνιων μυστηρίων. Πρά­γματι, όσο καθαίρονταν οι έσω οφθαλμοί τόσο ανταμειβόταν με οράσεις θείου φωτός όλο και πιο διαυγείς. Και ενώ στην αρχή έβλεπε μόνο ένα φώς που έλαμπε υπεράνω του ουρανού ωσάν ήλιος άμορφος, και το οποίο του αφαίρεσε το κάλυμμα της αναισθησίας, σιγά-σιγά έβλεπε το πρόσωπο του Χρίστου να διακρίνεται καθαρότερα και τελικά ήρπάγει έξω από το σώμα του, σε άρρητη έκσταση, κατά την διάρκεια της οποίας ό Χριστός του μίλησε αποκαλώντας τον αδελφό και φίλο. Μο­νάχα όμως ύστερα από πολλές τέτοιες εκστάσεις, μία ημέρα που με δάκρυα πήγε να προσκυνήσει μια. εικόνα της Παναγίας, κατανόησε ότι κατείχε ενσυνείδητα, εντός της καρδίας του, αυτή την ανυπόστατη Αγάπη που είναι ο Κύριος.
Μετά δύο χρόνια, ο ηγούμενος, διαπιστώνοντας την θαυμαστή του πρό­οδο, αποφάσισε, με σύμφωνη γνώμη του πατριάρχη, να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Την ήμερα της χειροτονίας του το Άγιο Πνεύμα κατήλθε σαν απλό φώς, άμορφο, να καλύψει την ιερά του κεφαλή, και καθ’ όλη την διάρκεια της ιερατικής του ζωής δεν τέλεσε ποτέ την θεία Λειτουρ­γία χωρίς ανάλογη οπτασία. Περιβεβλημένο φωτεινή νεφέλη, το πρόσωπο του έπαιρνε τότε αγγελική έκφραση και κανένας δεν μπορούσε να τον ατενίσει στα μάτια όταν ευλογούσε τον λαό. Ένα χρόνο μετά την χει­ροτονία του, ο ηγούμενος κοσμηθεί και ο Συμεών εξελέγη ηγούμενος από τους μοναχούς τού Άγιου Μάμαντος, με την έγκριση τού πατριάρχη Νι­κολάου Χρυσοβέργη (περί τό 980). Ανέλαβε ένα μοναστήρι πού είχε υποβιβαστεί σε κοιμητήριο ευγενών λαϊκών, στο όποιο ο μοναχικός βίος χα­ρακτηριζόταν από χαλαρότητα, επεχείρησε να το ανακαινίσει εξ ολο­κλήρου, έκτος από το καθολικό και - έργο ακόμη δυσκολότερο - να πα­ρακινήσει τους συμμοναστές του να ακολουθήσουν τον ένθερμο ζήλο του για τον Θεό. Όπως καθόριζε η παράδοση του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, εκφωνούσε κατηχητικούς λόγους τρεις φορές την εβδομάδα για να αναζωπυρώνει τους μονάχους στον αγώνα τους. Δεν του αρκούσε να υπεν­θυμίζει τις αρχές της κοινοβιακής ζωής αλλά, ως «πτωχός φιλαδελφός», ο οποίος αφού έλαβε έναν όβολό τρέχει καταχαρούμενος να τον επιδείξει στους συντρόφους του παροτρύνοντας τους να σπεύσουν και αυτοί για να επωφεληθούν από την γενναιοδωρία του ευεργέτη του, τους αποκάλυπτε ό ίδιος τα θαυμαστά πού ενεργούσε σε αυτόν ο Θεός και διακήρυττε με ένθεη παρρησία ότι από τον παρόντα βίο πρέπει όλοι να φθάσουμε στην όραση της Βασιλείας των ουρανών. Αύτη η βαθειά επιθυμία να συμμε­τάσχουν οι αδελφοί του στην θεία χάρη εξηγεί το ύφος προσωπικής εξο­μολόγησης πού συναντούμε στα συγγράμματα του, ύφος σπάνιο στην πατερική γραμματεία. 
Αυτός ο «μανικότατος ζήλος» του οποίου ό Συμεών έδινε μαρτυρία, προκάλεσε την αντίθεση και τα ειρωνικά σχόλια ορισμένων μοναχών πού προτιμούσαν πιο άνετη μοναχική ζωή και τον κατηγορούσαν ως κενόδοξο. Ή αντίθεση μεγάλωσε, ώσπου μία ημέρα τριάντα από αυτούς τους μοναχούς ξεσηκώθηκαν εναντίον του και τον διέκοψαν απότομα την ώρα του κατηχητικού λόγου, ορμώντας καταπάνω του σαν άγρια θηρία με την πρόθεση να τον πετάξουν έξω από το μονύδριο. Μένοντας ακίνητος, χαμογελαστός και ατάραχος μπροστά στους αντιπάλους του, ό Συμεών έκοψε την ορμή τους και έφυγαν ταραγμένοι από την εκκλησία και πήγαν να διαμαρτυρηθούν στον πατριάρχη Σισίννιο (995-998). Αφού εξέτασε την υπόθεση, ό πατριάρχης δικαίωσε πλήρως τον άγιο και εξόρισε τους μοναχούς. Όμως η πατρική αγάπη του Συμεών δεν άφησε τα πρόβατα να χαθούν έξω από το μαντρί τους. Ζήτησε να ακυρωθεί ή απόφαση και έσπευσε ό ίδιος να αναζητήσει κάθε έναν από αυτούς, ζητώντας του να τον συγχωρέσει και να επιστρέψει στο μοναστήρι.
Αφού επανήλθε η ειρήνη στην μονή ύστερα από τα θλιβερά αυτά γε­γονότα, ο Συμεών συνέχισε την ποιμαντική του δραστηριότητα και το μοναστήρι κατέστη ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της Βασιλεύουσας, στο οποίο προσέτρεχαν πολυάριθμοι ευσεβείς λαϊκοί και μαθητές πού έρχονταν από μακριά. Παρά τον ποιμαντικό του φόρτο, ο Συμεών δεν αποσπούσε την προσοχή του από τους ασκητικούς αγώνες του, και τρεις φορές την ήμερα, την ίδια ώρα, αποσυρόταν στο κελί του για να χύσει άφθονα δάκρυα. Τα δάκρυα είχαν -γίνει δεύτερη φύση του, και έκαναν να αναβάλλουν από μέσα του, σαν λεπτοφυή άνθη, η αγάπη, η ευσπλαχνία προς όλους, η υπομονή εν μέσω των δοκιμασιών, η χαριτωθείσα και πλήρης σαγήνης όψη του προσώπου του, πού καταυγαζόταν από την έσωθεν χαρά του Αγίου Πνεύματος. Ύστερα από νέα όραση, του θείου φωτός έλαβε το χάρισμα της θεολογίας, και όταν δεν υφαρ­παζόταν σε έκσταση, περνούσε τις νύκτες του συνθέτοντας τους Ύμνους θείου έρωτος, οι όποιοι παραμένουν μια από τις πολυτιμότερες μαρτυρίες της επενέργειας της θείας χάριτος στην ψυχή ενός αγίου. Ή διάδοση των συγγραμμάτων του και της διδασκαλίας του επέτρεψε σε πλήθος ψυχών να ξαναβρούν τον ένθερμο ζήλο της εποχής των άγων Πατέρων και προ­ετοίμασε ως πρόδρομος τον θρίαμβο του Ησυχασμού ως επίσημης διδα­σκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το έτος 1005, παρακινούμενος από τον ακατάσχετο πόθο του για τον Θεό, παραιτήθηκε από τα καθήκοντα του ύστερα από είκοσι πέντε έτη ηγουμενίας, αφήνοντας την διαδοχή στον μαθητή του Αρσένιο, τον όποιον είχε δοκιμάσει μεγάλο διάστημα στην υπακοή. Ό ίδιος αποσύρθηκε σε ένα απόμερο κελί για να αφιερωθεί ολόκληρος στην ιερά ησυχία και να στηρίξει με την προσευχή σαν άλλος Μωυσής επί του ορούς (βλ. Εξ.17,11) τους αγώνες των μοναχών του. Έχοντας αποκτήσει τέτοια οικείωση με την θεωρία, κατέστη φιλοθεάμων των ουρανίων μυστηρίων και μυή­θηκε στην γνώση των εσχάτων. Μία νύκτα μεταφέρθηκε μέσα στο άκτιστο φώς πού εισέδυε σε όλα του τα μέλη και τον κατέστησε όλον πυρ και φώς, και άκουσε φωνή από ψηλά να του αναγγέλλει ότι αυτή ή δόξα πού τον μεταμόρφωνε ήταν ή ίδια με εκείνη της οποίας θα αξιώ­νονταν οι εκλεκτοί στην τελική ανάσταση. Σε αυτή την κατάσταση, κα­τεχόμενος υπό τού Άγιου Πνεύματος και γενόμενος θεός κατά χάριν, συνέθετε τις θεολογικές και μυστικές πραγματείες του. 
Παρ’ όλο όμως πού είχε φθάσει στην τελείωση, έπρεπε εκ νέου να δοκι­μαστεί με θλίψεις. Μετά την κοίμηση τού πνευματικού του πατρός Συμεών τού Στουδίτου, είχε ζητήσει να αγιογραφηθεί η εικόνα του και είχε συνθέ­σει προς τιμήν του Ακολουθία την όποια τελούσε ανελλιπώς κάθε χρόνο, την ήμερα της μνήμης τού αποστολικού αυτού άνθρωπου, εν μέσω κοσμοσυρροής πιστών προσερχόμενων από όλα τα μέρη. Το έθιμο αυτό ετηρείτο για περισσότερα από δεκαέξι χρόνια όταν ο Στέφανος, πρώην μητρο­πολίτης Νικομήδειας, πρωτοσύγκελος του πατριάρχη, άνθρωπος μεγάλης σοφίας με επιρροή στους επίσημους κύκλους, δύσπιστος απέναντι στην φήμη πού είχε αποκτήσει ό άγιος Συμεών σε όλη την Βασιλεύουσα, ως άνθρω­πος του Θεού και θεολόγος εν Άγίω Πνεύματι, ζήτησε αφορμή για να τον διασύρει. Αρχικά τον προκάλεσε με ένα λεπτολόγο θεολογικό ερώτημα, άλλα έλαβε μια φωτισμένη έμμετρη απόκριση, στην οποία ό όσιος υπεν­θύμιζε στον πρωτοσύγκελο ότι μόνον έχοντας εμπειρία του Αγίου Πνεύ­ματος μπορούμε να θεολογούμε. Ή απάντηση αυτή έκανε να ξεσπάσει όλο το άσπονδο μίσος του Ιεράρχη, ο όποιος διέδιδε συκοφαντίες κατά του Συ­μεών, κατηγορώντας τον ότι τιμά ως άγιο έναν αμαρτωλό. Τελικά, με ρα­διουργίες κατόρθωσε να καταδικαστεί ο όσιος Συμεών σε εξορία (1009). Εγκαταλειμμένος μόνος μέσα στο καταχείμωνο, σ’ έναν έρημο λόφο της Χρυσουπόλεως στην Προποντίδα, ο Συμεών ευχαρίστησε τον Θεό και απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή στον πρωτοσύγκελο για τις δοκιμα­σίες πού του είχε προξενήσει. Παίρνοντας αυτό το μήνυμα ο Στέφανος, σε αποκορύφωμα παροξυσμού, έστειλε ανθρώπους να ερευνήσουν το κελί εκείνου πού, ολότελα, απογυμνωμένος, θεωρούσε «μέγα άχθος να φέρει ακόμη και το σαρκίον του», έχοντας την υποψία ότι έχει κρύψει εκεί χρυσάφι. Αντί άλλης απαντήσεως ο Συμεών απηύθυνε στον «ευεργέτη» του νέες ευχαριστίες. Βρήκε ένα ερειπωμένο παρεκκλήσιο, αφιερωμένο στην αγία Μαρίνα, και εκεί τελούσε με ακρίβεια τις μοναστικές Ακο­λουθίες και αφοσιωνόταν ειρηνικά στην προσευχή. Στο διάστημα αυτό οι μαθητές και οι θαυμαστές του αγίου ανάμεσα στους ευγενείς μεσολά­βησαν υπέρ αυτού προς τον πατριάρχη, οπότε ύστερα από νέα προσαγω­γή του ενώπιον της ιεράς Συνόδου, κατά την οποία ο Συμεών αρνήθηκε να κάνει την παραμικρή παραχώρηση σχετικά με την αποδιδόμενη τιμή στον πνευματικό του πατέρα, ο πατριάρχης τον απέλυσε εν ειρήνη λέ­γοντας: «Αναμφίβολα είσαι κατ' άλήθειαν Στουδίτης, έμπλεος αγάπης για τον Γέροντα σου, μα φαίνεται ότι διαθέτεις και την ισχυρογνωμοσύνη τους, ή όποια είναι ίσως αξιέπαινη». 
Επιστρέφοντας στην Αγία Μαρίνα, για ν’ αφοσιωθεί στη κατά θεόν ησυχία, ο άγιος δέχθηκε πλήθος δωρεών που του επέτρεψαν, παρά τα εμπόδια που παρενέβαλλαν οι δαίμονες, να μεταμορφώσει τον τόπο σε μο­ναστήρι, προσελκύοντας όλους τους ένθερμους χριστιανούς της Βασιλεύ­ουσας, όταν εόρταζε με μεγαλοπρέπεια την μνήμη του αγίου Συμεών του Ευλαβούς. Καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα, εξακολουθούσε να συν­θέτει ύμνους και να συντάσσει λόγους διδάσκοντας ότι ούτε άφεση αμαρτιών ούτε εξαγιασμός δεν δίδονται χωρίς την ενσυνείδητη έλευση εντός μας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ή θεία χάρις όχι μόνο τον μετέφερε σε θεσπέσιες εκστάσεις, άλλα επιτελούσε και πλήθος θαυμάτων για την ανα­κούφιση των μαθητών του και την παραμυθία των επισκεπτών του. 
Φθάνοντας σε βαθύ γήρας προσβλήθηκε από μακροχρόνια και οδυ­νηρή πάθηση των εντέρων ή οποία τον κρατούσε ακινητοποιημένο στην στρωμνή του. Παρά την αναπηρία του αύτη, ένας από τους μαθητές του τον είδε να υψώνεται από το έδαφος καθώς προσευχόταν και να περι­βάλλεται από άρρητη φωτοχυσία. Φτάνοντας στο πέρας των αγώνων του, έλαβε την λύτρωση πού επιθυμούσε και συναριθμήθηκε στην χορεία των αγίων στις 12 Μαρτίου 1022, έχοντας προαναγγείλει την ακριβή ημερομηνία της εκδημίας του και εκείνη της ανακομιδής των λειψάνων του, ύστερα από τριάντα έτη.
Έχοντας δοξάσει τον Θεό κατά την διάρκεια της επίγειας βιωτής του, ο άγιος Συμεών δοξάσθηκε από Εκείνον μετά θάνατον. Όχι μόνο διά των θαυμάτων πού επιτέλεσε, άλλα ακόμη περισσότερο διά της πνευματικής τρυφής πού προσφέρουν ως τις μέρες μας τα θεοφώτιστα συγγράμματα του σε όσους ποθούν τον Θεόν τον ζώντα.

 

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ»

 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ»

Ο όσιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 540, σε οικογένεια συγκλητικών που συγκαταριθμούσε ήδη και άλλους πάπες. Μετά το πέρας λαμπρών σπουδών έγινε έπαρχος της Ρώμης. Καθώς όμως από νέος μελετούσε τα ιερά βιβλία και θεωρούσε ότι δεν ήταν προορισμένος για τέτοιο αξίωμα, μετά τον θάνατο του πατέρα του παραιτήθηκε και διαμοίρασε τα αμύθητα πλούτη του, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος τους στην ίδρυση μοναστηριών: έξι στη Σικελία και ένα στη Ρώμη, το οποίο ίδρυσε μέσα στο ίδιο του το ανάκτορο, αφιερωμένο στον άγιο Απόστολο Ανδρέα, και στο οποίο εισήλθε ως απλός μοναχός. Ζώντας με πλήρη αυταπάρνηση, μπορούσε να απολαμβάνει με απόλυτη ελευθερία την αδιάλειπτη συνομιλία με τον Θεό και τη γλυκύτητα της θεωρίας, που ως συνήθως τις εμποδίζουν οι μέριμνες του κόσμου. Το μοναδικό του πολύτιμο αντικείμενο ήταν μια ασημένια γαβάθα που του χρησίμευε για να βάζει την τροφή του. Συναντώντας μίαν ημέρα έναν έμπορο που είχε χρεοκοπήσει και του ζητούσε ελεημοσύνη, ο Γρηγόριος τού δώρισε τη γαβάθα και έτσι απελευθερώθηκε παντελώς από τα υλικά αγαθά. Σε ανταπόδοση έλαβε από τον Θεό το χάρισμα να θαυματουργεί.

Ωστόσο, δεν κατάφερε να απολαύσει για πολύ καιρό την ειρήνη της μονής. Όντως, μόλις ανήλθε στον θρόνο ο πάπας Πελάγιος Β΄ (579-590), του ανέθεσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη ως αποκρισάριος, για να στρέψει το ενδιαφέρον του αυτοκράτορα και του πατριάρχη στις υποθέσεις της Ιταλίας, η οποία βρισκόταν τότε υπό την πίεση των Λογγοβάρδων. Κατά τα έξι χρόνια της εκεί παραμονής του ωφέλησε τους ανθρώπους της αυλής με την απλότητα και τις αρετές του και με θεολογική δεινότητα αναίρεσε την κακοδοξία του πατριάρχη Ευτυχίου (552-565). Επιστρέφοντας στη Ρώμη με τίμια λείψανα, μετέβη στη μονή του, όπου μετά από λίγο εξελέγη ηγούμενος. Αγαπητός στους μοναχούς του, μοιραζόταν πατρικά τις δοκιμασίες τους και τους προμήθευε όλα τα εφόδια, υλικά και πνευματικά, ώστε να τους κρατά αμέριμνους· εξίσου όμως ήξερε να μεταχειρίζεται την αυστηρότητα για να διαφυλάττει τις μοναχικές παραδόσεις. Για τον λόγο αυτό, έδωσε εντολή να ρίξουν στον δρόμο τη σορό ενός μοναχού που πέθανε έχοντας κρυφά φυλαγμένα τρία χρυσά νομίσματα στο κελλί του. Δεν παρέλειψε ωστόσο τριάντα μέρες να τελεί μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής του και με αυτόν τον τρόπο ο μοναχός έλαβε συγχώρεση παρά Θεού. Η μονή του αγίου Γρηγορίου απέβη, χάρις σε αυτή την αυστηρότητα και την ακρίβεια του ήθους, αληθινό σχολείο αγιότητας και όλος ο λαός της Ρώμης θεωρούσε τον άγιο ηγούμενο προστάτη του.

Μία ημέρα, περνούσε από μια αγορά όπου πουλούσαν για σκλάβους κάποιους όμορφους ξανθούς νέους· ο άγιος συγκινημένος ρώτησε από πού ήσαν αυτοί οι ενσώματοι άγγελοι. Μαθαίνοντας ότι ήσαν από την Αγγλία, χώρα που δεν είχε δεχθεί ακόμα το μήνυμα του Ευαγγελίου [1], αναλύθηκε σε δάκρυα και αποφάσισε πάραυτα να μεταβεί εκεί και να κηρύξει τον λόγο του Θεού. Μετά από πεζοπορία τριών ημερών προς βορρά, τους πρόφθασαν απεσταλμένοι του πάπα και τους ανακοίνωσαν ότι ο λαός είχε ξεσηκωθεί και απαιτούσε να επιστρέψει πίσω ο άγιος ηγούμενος.

Τα επόμενα χρόνια υπηρέτησε ως γραμματέας του πάπα Πελάγιου και, όταν αυτός εκοιμήθη –θύμα επιδημίας πανώλης (590)–, κλήρος, Σύγκλητος και λαός ομόφωνα έπεισαν τον Γρηγόριο να τον διαδεχθεί παρά τις ενστάσεις του και παρά την έκκληση που απηύθυνε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (539-602) στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς η πανώλη εξαπλωνόταν, παρότρυνε τον λαό να μετανοήσει και να αναγνωρίσει ότι η τιμωρία αυτή είχε σταλεί από τον Ουρανό για τις αμαρτίες του. Οργάνωσε κατόπιν μεγάλη λιτανεία στην οποία έλαβαν μέρος, στο πλευρό του χειμαζόμενου λαού, όλοι οι μοναχοί και οι μοναχές, έχοντας επικεφαλής της πομπής μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αφηγούνται ότι απ’ όπου περνούσε η εικόνα, ο μολυσμένος αέρας καθάριζε και ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο οποίος εμφανίσθηκε με ξίφος ανά χείρας πάνω από το κάστρο, το ονομαζόμενο σήμερα «Καστέλ Σαντ’ Άντζελο», έβαλε τότε το ξίφος στο θηκάρι. 
Αφού κόπασε ο λοιμός, ο Γρηγόριος προσπάθησε να αναχωρήσει για να αποφύγει τις τιμές με τις οποίες ήθελαν να τον περιβάλουν και κρύφτηκε σε σπήλαιο. Φωτεινή νεφέλη όμως τον φανέρωσε και, αφού διά της βίας τον έφεραν στη Ρώμη, ενθρονίσθηκε πάπας στις 3 Σεπτεμβρίου του 590.

Στις συγχαρητήριες ευχές που του απηύθυναν απαντούσε κλαίγοντας: «Επιφορτισμένος καθήκοντα επισκόπου, ιδού ευρέθην δεμένος ξανά με τον κόσμο πιο στενά, υποφέροντας περισσότερο από όσο ήμουν λαϊκός. Έχασα τη βαθιά χαρά της ησυχίας. Εξωτερικά τούτη η ενθρόνιση φαίνεται να είναι εξύψωση, αλλά εσωτερικά συνιστά πτώση. Όταν τελειώνω το καθημερινό μου έργο, προσπαθώ να αυτοσυγκεντρωθώ αλλά δεν δύναμαι διότι με κυκλώνουν μάταια και ταραχώδη βάσανα». Η Εκκλησία όμως βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση, υποφέροντας από αιρέσεις, σχίσματα, καταδυνάστευση από τους βαρβάρους και φαυλότητα των δήθεν χριστιανών ηγεμόνων. Στη Ρώμη ξέσπασε σιτοδεία και ο Γρηγόριος διοργάνωσε διανομή τροφίμων και βοηθείας προς τους ενδεείς. Καθημερινά δεχόταν στο τραπέζι του δώδεκα πένητες, τους έπλενε τα χέρια και θεωρούσε τον εαυτό του προσωπικά υπεύθυνο για όλους όσοι πέθαιναν από ασιτία. Μία ημέρα παρουσιάστηκε ένας δέκατος τρίτος σε αυτή την τράπεζα της αγάπης και σε ερώτηση του πάπα αποκάλυψε ότι ήταν άγγελος Κυρίου επιφορτισμένος να τον συνδράμει έως ότου περατώσει το λειτούργημά του. 
Ο Γρηγόριος οργάνωσε τη ζωή στο παπικό μέγαρο κατά τα μοναστηριακά πρότυπα. Φρόντιζε ιδιαίτερα για τις Ακολουθίες και για το Τυπικό της λατρείας, ενεθάρρυνε την προσκύνηση των ιερών λειψάνων, οργάνωσε τακτικές λιτανείες [2], καθόρισε τις προσευχές και τα αναγνώσματα που έπρεπε να εκφωνούνται κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους και μεταρρύθμισε την εκκλησιαστική ψαλμωδία [3]. Σε όλες τις εκκλησίες που εξαρτιόνταν από τη Ρώμη επέβλεπε την κανονικότητα της εκλογής των επισκόπων, περιόρισε τη σιμωνία και απαγόρευσε στους επισκόπους να διαμένουν έξω από την επισκοπή τους, που ήταν το πνευματικό κέντρο του αγώνα τους. Συγκάλεσε τοπικές συνόδους με σκοπό να καταπολεμηθούν οι αιρέσεις και η έκλυση των ηθών και εμπόδισε την ανάμειξη των πολιτικών αρχών στα εκκλησιαστικά ζητήματα, καθώς και των επισκόπων στη διοίκηση των μονών. Η μέριμνά του απλωνόταν σε όλα, κήρυττε ο ίδιος στους ναούς της Ρώμης και, όταν παρεμποδιζόταν από συχνές ασθένειες, συνέτασσε το κήρυγμα που ένας άλλος κληρικός θα διάβαζε στη θέση του [4]. Επιπλέον όλων αυτών των ποιμαντικών φροντίδων, διατηρούσε εκτενή αλληλογραφία με πρόσωπα από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, ενώ εύρισκε και τον χρόνο να συγγράφει πνευματικές πραγματείες.

Ο άγιος ιεράρχης ήταν περιβεβλημένος την ταπείνωση Εκείνου που είπε ότι «είναι πράος και ταπεινός στην καρδιά» (Ματθ. 11, 29). Αποκαλούσε τους ιερείς «αδελφούς» του και τους λαϊκούς «κυρίους» του. Σε όλες του τις επιστολές χρησιμοποιούσε ως μόνιμο τίτλο «δούλος των δούλων του Θεού» και θεωρούσε ειλικρινά τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο αμαρτωλό. Στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ιωάννη τον Νηστευτή [2 Σεπτ.], στον οποίο μια τοπική σύνοδος είχε απονείμει τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη [5], ο άγιος Γρηγόριος προέβη σε ήπιες παρατηρήσεις, δίνοντάς του να καταλάβει ότι κανένας επίσκοπος δεν μπορεί να αποδώσει στον εαυτό του αποκλειστικά την αυθεντία που ανήκει στις Οικουμενικές Συνόδους και στην αγία Εκκλησία στο σύνολό της [6].

Βυθισμένος, παρά τη θέλησή του, στις εκκλησιαστικές υποθέσεις σε μια περίοδο ταραγμένη εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, όφειλε να επεκτείνει την ποιμαντική του μέριμνα σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου, θέτοντας τα διοικητικά του χαρίσματα στην υπηρεσία της δικαιοσύνης και του ευαγγελικού πνεύματος. Ενήργησε ως διπλωμάτης, όταν οι Λογγοβάρδοι, φθάνοντας κάποτε στις πύλες της Ρώμης, απειλούσαν να λεηλατήσουν την πόλη και κατόρθωσε, όχι μόνο να τους σταματήσει και να εξασφαλίσει μια σωτήρια εκεχειρία, αλλά χάρις στην υποστήριξη της βασίλισσάς τους, Θεοδελίνδης, που ήταν ορθόδοξη, μπόρεσε να εργαστεί αποτελεσματικά για τη μεταστροφή τους στην αληθινή Πίστη.

Έβαλε τάξη στα εσωτερικά της Ιταλίας που ήταν σε αναταραχή, και έφθασε να γίνει μέχρι και χρηματιστής, χρησιμοποιώντας τους πόρους της Εκκλησίας για την εξαγορά αιχμαλώτων και για μεγάλες ελεημοσύνες επ’ όφελος των προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους και των μοναστηριών ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου. Πεπεισμένος ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να επιβιώσει και να πορευθεί σ’ αυτόν τον κόσμο παρά μόνον εάν την στηρίζουν οι προσευχές των μοναχών, ο άγιος πάπας υποστήριζε ότι μπορούσε διά της Χάριτος του Θεού να συμβάλλει στην ανάπτυξη των μονών και στην προσήλωσή τους στις παραδόσεις των αγίων Πατέρων και, ιδιαιτέρως, του αγίου Βενεδίκτου της Νουρσίας [14 Μαρτ.], του οποίου υπήρξε ο βιογράφος και εκείνος που διέδωσε τον «Κανόνα» (το Τυπικό) του σε ολόκληρη τη Δύση.

Διακρίνοντας με διαύγεια και ρεαλισμό τα σημεία των καιρών, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη και τον φίλο του αυτοκράτορα Μαυρίκιο, ο άγιος Γρηγόριος μερίμνησε ιδιαίτερα για τη μεταστροφή και την ηθική αγωγή των βαρβαρικών εθνών που είχαν εισβάλει σε ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Ευρώπη. Διατηρώντας ζωντανή την ανάμνηση εκείνων των αγγλοσαξόνων σκλάβων που είχε κάποτε αντικρίσει σε μια αγορά της Ρώμης, μόλις στάθηκε δυνατόν (596), έστειλε στην Αγγλία ιεραποστολή από σαράντα μοναχούς με επικεφαλής τον άγιο Αυγουστίνο [26 Μαΐου], ηγούμενο της μονής του Αγίου Ανδρέα, προσφέροντας όλη του την υποστήριξη στους νέους αυτούς αποστόλους. Όταν έμαθε τις πρώτες επιτυχίες της αποστολής τους, έγραψε ενθουσιασμένος σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία αναγγέλλοντας τον εκχριστιανισμό ενός ακόμη λαού.

Η εκτενής σωζόμενη αλληλογραφία του μαρτυρεί εύγλωττα τη μέριμνα του καλού αυτού ποιμένα, όχι μόνο απέναντι στα μεγάλα ζητήματα της Εκκλησίας, αλλά και απέναντι στο ελαχιστότερο μέλος του πνευματικού του ποιμνίου. Ο αρρώστιες και οι αναρίθμητες έγνοιες του αξιώματος δεν τον εμπόδισαν άλλωστε να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο. Κατά την περίοδο που ήταν πάπας ολοκλήρωσε τη σύνταξη των «Ἠθικῶν πρὸς τὸν Ἰώβ» [7], εκτενές υπόμνημα στο ιερό κείμενο, όπου αναπτύσσει αλληγορική και ηθική ερμηνεία, η οποία βρήκε γόνιμο έδαφος καθ’ όλο τον Μεσαίωνα στη Δύση. Έχοντας πολύ λεπτή αίσθηση των παραπλανήσεων της ανθρώπινης ψυχής, εκθέτει εκεί όλες τις όψεις της χριστιανικής ζωής, από τις πλέον πρακτικές μέχρι τις υψηλότερες πνευματικές προοπτικές.

Συνέθεσε ακόμη το έργο «Περὶ τῶν θαυμάτων τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Πατέρων» [8], γνωστότερο με το όνομα «Διάλογοι», όπου αφηγείται με τη μορφή ερωταποκρίσεων και μαζί με τον διάκονό του Πέτρο, τα ασκητικά ανδραγαθήματα και τα θαύματα των αγίων Πατέρων που έζησαν επί εποχής του ως επί το πλείστον στα περίχωρα της Ρώμης. Γεγονότα που είχε αρχίσει να καταγράφει προς οικοδομή των μοναχών της μονής του Αγίου Ανδρέα και τα οποία του χρησιμεύουν για να αποδείξει ότι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην εποχή του όπως και στον καιρό των Αποστόλων, επιτελώντας θαύματα, και ότι επομένως είναι κατορθωτό σε κάθε εποχή να φτάσουμε στην ένωση με τον Θεό. Κάθε αφήγηση καταλήγει σε ένα δογματικό ή ηθικό δίδαγμα, κυρίως στο Δ΄ Βιβλίο που είναι αφιερωμένο στην ανάνηψη και μετάνοια του ανθρώπου έπειτα από θείες επεμβάσεις, στην αθέατη ζωή των ψυχών μετά θάνατον και στη θαυμαστή ενέργεια των θερμών και αέναων προσευχών των πιστών μελών της Εκκλησίας υπέρ της ανακουφίσεώς τους. Η κρίση του Θεού μεταβάλλεται ανεξιχνίαστα και φιλάνθρωπα και ο ορίζοντας της ψυχής αυγάζεται από το γλυκό φέγγος της Σωτηρίας. Όλος ο «Ευεργετινός» είναι γεμάτος από τα αποσπάσματα των περιστατικών που μας παραδίδει πατρικά ο άγιος Γρηγόριος.

Ο διάκονος Πέτρος, γραμματέας και έμπιστός του, ορκιζόταν ότι είχε δει συχνά το Άγιο Πνεύμα να παρουσιάζεται εν είδει λευκής περιστεράς και να υπαγορεύει στο αυτί του πάπα Γρηγορίου ουράνιες διδασκαλίες. Ο άγιος Γρηγόριος ομολογούσε εξάλλου ότι του συνέβη να ακούσει μέσα του το Άγιο Πνεύμα να του υπαγορεύει πρωτόγνωρες ερμηνείες χωρίων της Αγίας Γραφής, τις οποίες ποτέ δεν είχε σκεφτεί ο ίδιος.

Ο άγιος Γρηγόριος εκπλήρωσε με αυτόν τον τρόπο επί δεκατέσσερα έτη την αποστολή του χωρίς να πάψει να παραπονείται για την απώλεια της ζωής της θεωρίας. Υπέφερε περισσότερο για την αταξία και την ηθική διαφθορά στην οποία είχε περιέλθει η Εκκλησία μετά τις βαρβαρικές επιδρομές, παρά για τις δικές του ασθένειες που τον κατέτρεχαν τόσο σκληρά, ώστε αναγκάστηκε επί δύο χρόνια να μείνει κλινήρης. Μόλις που κατόρθωνε μάλιστα να σηκωθεί όρθιος για να τελέσει τη θεία Λειτουργία στις μεγάλες εορτές. Δεν ζητούσε όμως από τον Θεό καμία άλλη παρηγορία παρά την αιώνια ανάπαυση, η οποία του παραχωρήθηκε στις 12 Μαρτίου 604. Εκδημώντας προς τα σκηνώματα των αγίων, άφησε κληρονομιά θεσμούς και διδασκαλίες, που προετοίμαζαν λαμπρό μέλλον για την Εκκλησία, εν μέσω μιας βάρβαρης Δύσης που με αργούς και ασταθείς ρυθμούς εκχριστιανιζόταν. Στη δυτική παράδοση τιμάται με την επωνυμία άγιος Γρηγόριος ο Μέγας και θεωρείται ως ένας από τους τέσσερις μεγάλους διδασκάλους της λατινικής Εκκλησίας, μαζί με τους αγίους Αυγουστίνο, Ιερώνυμο και Αμβρόσιο.

Το όνομα του αγίου πάπα Γρηγορίου συνδέθηκε κατά μία άγραφη παράδοση με τη Λειτουργία των Προηγιασμένων που τελείται πανευλαβώς κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Όσο και αν αυτό απέχει από την πραγματικότητα, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί μια σεβάσμια παράδοση που στέκεται σαν αφορμή για όλους μας να γνωρίσουμε επιτέλους αυτόν τον άγιο, τον θεσπέσιο βίο του, τα έργα και τα λόγια του, τα οποία αποτελούν λαμπρά δωρήματα του Αγίου Πνεύματος στο στερέωμα των Αγίων της Εκκλησίας μας αλλά και για όλες τις καρδιές που διψούν ειλικρινά να γνωρίσουν τους Αγίους του Θεού. Ο άγιος Γρηγόριος ο «Διάλογος» είναι το κρυφό κόσμημα της Σαρακοστής μας αλλά και μια πάντερπνη αναφορά σε σχέση με τη Λειτουργία της Προηγιασμένης. Αιώνες τώρα, το όνομα του αγίου Γρηγορίου μοιάζει σαν ανεξίτηλη και ευωδιαστή σφραγίδα επάνω στο ιερό κορμό του ψυχότροφου κειμένου της.

- ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - 
[1]  Οι κάτοικοι της Βρετανίας είχαν μερικώς εκχριστιανισθεί από την εποχή των Αποστόλων, αλλά μετά την εισβολή των Σαξόνων είχαν περιέλθει εκ νέου στην ειδωλολατρία.
[2]  Σε ολόκληρη τη λατινική Εκκλησία συνέχισαν να τελούνται την 25η Απριλίου με την ονομασία «Rogationes» («Λιτανείες των Ικεσιών»).
[3]  Το επονομαζόμενο «γρηγοριανό» μέλος είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα συγχώνευσης της ρωμανικής λειτουργικής παράδοσης, που φθάνει ως τον άγιο Γρηγόριο και εισήχθη στη Γαλατία κατά τον 8ο με 9ο αιώνα από τον Πεπίνο τον Βραχύ και τον Καρλομάγνο, με το γαλικανικό ρεπερτόριο.
[4]  Κατ’ αυτό τον τρόπο μεγάλος αριθμός των κηρυγμάτων του σώζεται ως τις μέρες μας.
[5]  Ο τίτλος αυτός παρέμεινε δηλωτικός του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά δεν προϋποθέτει οικουμενική δικαιοδοσία, όπως ισχυρίζονται για λογαριασμό τους οι επίσκοποι της Ρώμης.
[6]  Ο άγιος πάπας ανέτρεπε έτσι εκ προοιμίου τους ισχυρισμούς των διαδόχων του όσον αφορά την οικουμενική δικαιοδοσία της Εκκλησίας.
[7]  SC 32, 212, 221.
[8]  SC 251, 260, 265. Ελλ. μτφρ.: «Βίοι Ἀγνώστων Ἀσκητῶν [Διάλογοι ἤτοι Βίοι καὶ θαύματα τῶν ἐν Ἰταλίᾳ ὁσίων καὶ περὶ ἐξόδου ψυχῶν καὶ αἰωνιότητος βιβλία τέσσερα]», Αδελφότης Ιερομ. Ιωάννου, «Κοίμησις της Θεοτόκου», Αγία Άννα, Άγιον Όρος 1988.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ ΠΛ.Β ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

ΗΧΟΣ πλ.β’

    

ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΠΗΝΟΥ.

Ὡς ὁρᾶται ἐν τοῖς ὑστέροις Θεοτοκίοις.

ᾨδὴ ἀ’. 

Ἦχος πλ. β’. Βοηθός καί σκεπαστής.
Βοηθός καί σκεπαστῆς, καί λυτρωτῆς μου καί ἀντιλήπτωρ Δέσποινα γενοῦ, χαλεπῶν συμφορῶν, πικρῶν αλγηδόνων˙ δριμυτάτων ὀδυνῶν, καί πόνων ῥυομένη με.

Παναγίᾳ ἡ ἐλπίς, τῶν σε ἐκ πόθου παρακαλούντων, φάνηθι κάμοι, ὑπακούουσα νῦν καί πρόσδεξαι ὕμνον, ἐκ χειλέων ῥυπαρῶν τοῦ ταπεινοῦ ἱκέτου σου.

Ῥυομένη συμπαθώς ἐπίφανον μοι τό πρόσωπον σου˙ σκότος γάρ δεινῆς, ἀπογνώσεως νῦν, καλύπτει με όλον˙ ἀλλά λάμψον μοι αὐγήν, τῆς καθαρᾶς πρεσβείας σου.

Ναυαγίῳ χαλεπῷ κατεποντίσθην τῆς αμαρτίας˙ δίδου δεξιάν, ὡς τῷ Πέτρῳ κάμοι, καί σῶσον με Λόγε, ταῖς λιταῖς τῆς ὑπέρ νοῦν, ἀφθόρως κυησάσης σε.

ᾨδὴ γ’. Στερέωσον Κύριε.
Προσπίπτοντα δέξαι με, τοῖς οἰκτιρμοῖς σου Μῆτερ τοῦ Λόγου˙ αἰτουμένων τε συγχώρησιν, τῶν πταισμάτων, πάρασχε θερμαῖς ἱκεσίαις σου.

Ἡ κάμινον σβέσασα, βαβυλωνίαν σε ζωγραφοῦσαν, τῶν ἐμῶν παθών τήν κάμινον, καί τῶν νόσων τήν πυρκαϊάν σβέσον Δέσποινα.

Ἀνάτειλον Δέσποινα, τῶν ἡδονῶν μου τήν πικράν μέθην, νῆψιν θείαν μοι παρέχουσα, μετανοίας, καί ἐπιστροφήν τήν σωτήριον.

Ἰλεῷ σου ὄμματι, πρόσχες μοι Δέσποινα θλιβομένῳ, καί ἐλέησον καί σῶσον με, σωτηρίᾳ, κόσμου καί ἀνθρώπων βοήθεια.

ᾨδὴ δ’’. Ἀκήκοεν ὁ Προφήτης.
Ἠγάπησα τά παρόντα, τήν σάρκα τε καί τόν κόσμον καί τά ἐν κόσμῳ, ἡδονάς καί δόξαν καί τά χρήματα, τῶν μελλόντων δε οὐδόλως εφρόντισα˙ διό καί τῆς δόξης τῆς ἄνω, καί τῆς ἀγάπης, Θεοῦ ἐκπέπτωκα ὁ ἄθλιος.

Ἡ πύλη τῆς θείας δόξης, τάς πύλας μοι διάνοιξον τῆς μετανοίας˙ καί πρός φώς εἰσάγαγε με ἄδυτον, τοῦ Υἱοῦ καί Κτίστου σου Πανύμνητε, παθών με ἐξαίρουσα ζόφου, καί ῥαθυμίας ὀμίχλην διαλύουσα.

Ἀνύστακτον τήν λαμπάδα, ψυχῆς μου διατήρησον ευλογημένη˙ μή ἀποσβεσθῇ ὤσπερ ἀνέλαιος, καί κλεισθῇ ἡ θύρα τοῦ νυμφῶνος μοι˙ ἀλλ’ ἄνοιξον θύραν ἐλέους, καί πρόστηθι μοι, ἐν ὤρα τῆς ἐξόδου μου.

Κατάβαλε τούς ἐχθρούς μου, πολέμησον τούς ἀδίκως με πολεμοῦντας, ἶνα γνῶσι τίνος δοῦλος πέφυκα, τίνα προστασίαν επιγράφομαι˙ πανύμνητε εὐλογημένῃ Θεοκυήτορ˙ καί σῶσον με ὑμνοῦντα σε.

ᾨδὴ ἕ’. Ἐκ νυκτός ὀρθρίζοντα.
Σῶσον με τόν ἄσωτον Πανάχραντε, πρόστηθι ῥῦσαι με ἐξ ἐχθρῶν μου ὁρατῶν καί ἀοράτων, πάντων τῶν συνθλιβόντων ἀεί τήν ταπεινήν ψυχήν μου.

Ἵλεων τόν σόν Υἱόν ἀπέργασαι, ὅταν τά ἔργα μου, τά κρυπτά καί φανερᾷ, οἷμοι μέλη ἐτάζειν, μή με ἐκπέμψῃ εἰς πῦρ τόν κατακεκριμένον.

Εἰς τήν σήν ἀμέτρητον χρηστότητα, Δέσποινα Κύριε ὁ ταλαίπωρος ἐγώ, θαρρῶν καί τῆς Μητρός σου, τάς ἱκεσίας Σωτήρ, οὑκ ἀπογνώσω ὅλως.

Ὅλος ἐκ νεότητος Πανάμωμε, γέγονα ἄχρηστος νεκρωθείς ταῖς ἡδοναῖς, καί τεθανατωμένος, ὁ τάλας κεῖμαι δεινῶς, ἀλλά ἀνάστησον με.

ᾨδὴ στ’. Ἐβόησα ἐν ὄλῃ καρδία μου.
Προσπίπτω σοι Μαρίᾳ Πανάχραντε, καί ἐκβοῷ μετά κλαυθμού˙ Θεοτόκε ῥῦσαι, ψυχήν μου τήν ἀθλίαν, κρίσεως μελλούσης καί πυρός αἰωνίου.

Κατάρδευσον πρεσβειῶν σου νάμασι, τήν παναθλίαν μου ψυχήν, τῶν παθών φλεχθεῖσαν, τῷ καύσωνι καί δεῖξον, καρποφόρον ταύτην ὑπέραγνε Μαρίᾳ.

Ἁγιάσον με ὅλον καί λάμπρυνον, τό ἱλαστήριον πιστῶν, καί ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀνάδειξον με Κόρη, οἶκον τῆς ἀγίας, Τριάδος δυσωπῶ σε.

Λιμένα σε γινώσκω γαλήνιον, Θεοκυήτορ Μαριάμ˙ καί βοῶ ἐκ βάθους, καρδίας μή ἐάσῃς, βυθισθῆναι Κόρη, ἐχθροῦ ταῖς τρικυμίαις.

Κάθισμα. 

Ἦχος πλ. β’. Πολλά τά πλήθη.
Τῶν ἐναντίων λογισμῶν ἐκταράσσει με κλύδων, καί τῶν παθών ἐπαγωγαί, εἰς βυθόν ἀπωλείας, κατάγουσι τήν ἀσθενοῦσαν μου ψυχήν˙ ἀλλ’ οίκτειρόν με ἡ τεκοῦσα τόν Θεόν, καί ῥῦσαι με τόν δοῦλον σου, μελλούσης ἀπειλῆς μόνη εὐλογημένῃ.

ᾨδὴ ζ’. Ἡμάρτομεν.
Παρώργισα παρεπίκρανα, τόν μακρόθυμον καί πλαστουργόν μου, ὅστις ἔπλασε πάλαι ἐκ γῆς με, καί ἐκ μή ὄντως εἰς τό εἷναι παρήγαγεν˙ ἀλλ’ ἐξιλεῶσι μοι τοῦτον Παρθένε, ταῖς μητρικαῖς σου λιταῖς.

Δέσποινα ἡ ἀνοίξασα, τάς σεπτάς πύλας τοῦ Παραδείσου˙ ταύτας κάμοι κλεισθείσας Παρθένε, δία πράξεων ἀτόπων ὤν ἔπραξα, ὑπανοίξασα σῶσον με καί δεῖξον οἰκήτορα αὑτοῦ.

Ἰλέωσον τόν Υἱόν σου καί Κύριον, καί Θεόν ἡμῶν καί εὐεργέτην, Δέσποινα Παναγίᾳ Παρθένε, τοῦ ῥυσθῆναι με κινδύνων καί θλίψεων, καί τῆς λαμπρότητος τῶν ἁγίων, καί δόξης αἰωνίου τυχεῖν.

Ἁγίασον φωταγώγησον, τήν καρδίαν μου, Θεογεννήτορ˙ ξήρανον ὀχετούς τῶν παθών μου, ῥᾶνον ὕδατι τῆς θείας πρεσβείας σου, καί ἀξίωσον φέρειν σοι ὕμνον, εὐπρόσδεκτον ψυχῆς καθαρᾶς.

ᾨδὴ ἡ’. Ὀν στρατιαί οὐρανῶν.
Χρεωστικῶς τήν σήν προσκαλούμεθα, πρεσβείαν Μῆτερ Θεοῦ πρός τόν σόν Υἱόν, πάντες οἱ ἐπταικότες, καί κατακεκριμένοι˙ ἶνα τῆς γεέννης, τῆ μεσιτείᾳ σου ῥυσθῶμεν.

Ἐγγυητής γενοῦ μοι Πανάμωμε, πρός Κύριον τόν Θεόν, ὅταν ἐπί γῆς, ἔλθῃ τοῦ κρίναι πάντας, καί δεῖξον με μερίδος, τῆς τῶν σῳζομένων, τόν ἄθλιον ἐκδυσωπῶ σε.

Σβέσον τό πῦρ τῶν παθών καί νέκρωσον, τό φρόνημα τῆς σαρκός, φώτισον τόν νοῦν, κάθαρον τήν καρδίαν, καί θρέψον τήν ψυχήν μου, ἄρτῳ οὐρανίῳ, καί σῶσον με Θεογεννήτορ.

Ὁδήγησον ἐν τῆ τρίβω Δέσποινα, τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ τόν ἁμαρτωλόν, κλῖνον μου τήν καρδίαν, εἰς ὀδόν σωτηρίας˙ σε γάρ ἔχω μόνην, ἀντίληψιν καί προστασίαν.

Αἰνοῦμεν. 

Ὁ Εἱρμός.
Ὀν στρατιαί οὐρανῶν δοξάζουσι, καί φρίττει τά Χερουβείμ καί Σεραφείμ, πᾶσα πνοή καί κτίσις, ὑμνεῖτε, εὐλογεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Ἀσπόρου συλλήψεως.
Ἐγώ ὁ κατάκριτος, καί ὅλως ἀδιόρθωτος ἐγώ ὁ τάλας, ὁ πάντων ὑπεύθυνος, ἑτέρους κατέκρινα ὄντας ακατακρίτους˙ οὐαί μοι τότε ἐν τῷ καιρῷ, τῷ τῆς κρίσεως Παρθένε, ὅτι μέλλω κατακρίνεσθαι.

Αἰχμάλωτον εἰλέ με, καί σπεύδει ἀπολέσαι με ὁ πάντας θέλων, ὀλέσαι διάβολος˙ ἀλλ’ ὦ Κόρη εὔσπλαγχνε, μή με ἐγκαταλίπῃς, μή παρίδης με εχθροίς˙ μή ἐάσῃς ἀπολέσθαι, τόν ἀνάξιον ἱκέτην σου.

Ἐλπίς ἀκαταίσχυντε, βοήθεια καί σκέπη μου καταφυγῇ μου, θερμή τε ἀντίληψις, βοήθησον μοι τότε, ἐν τῆ μελλούσῃ κρίσει, καί ῥῦσαι πάσης με ἀπειλῆς, καί υἱόν τῆς βασιλείας, τοῦ Υἱοῦ σου δεῖξον ἄχραντε.

Ὑμνῶ σου Πανύμνητε, τήν δόξαν τήν λαμπρότητα τήν δυναστείαν, τό ἄφατον ἔλεος τό τῆς εὐσπλαγχνίας σου, καί τῆς φιλανθρωπίας˙ καί ἱκετεύω σε αγαθή˙ μή ἐκπέσω τῆς ἐλπίδος, ἀλλά τύχοιμι τῆς δόξης σου.

Προσόμοια. 

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Χαῖρε θεῖον σκήνωμα, Θεοῦ τοῦ πάντων Δεσπότου, χαῖρε τό ἐνίσχυμα, καί Μαρτύρων στέφανος ἀμαράντινος, τῶν πιστῶν στήριγμα, καί Ὁσίων δόξα, χαῖρε Μήτηρ ἀπειρόγαμε, χαῖρε τό καύχημα, τῶν ἐπουρανίων Δυνάμεων, τῶν Προφητῶν ὑπόθεσις, καί τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα, χαῖρε τῆς ἀπάτης, τήν πλάνην ἡ πατήσασα ἁγνῇ, ἁμαρτιῶν ἱλαστήριον, χαῖρε Μητροπάρθενε.

Χαῖρε οἰκητήριον, φωτός σεμνή Παναγία, χαῖρε στῦλε πύρινε, δι’ οὐ ὡδηγήθημεν πρός οὐράνιον, οἱ φθορᾶς μέτοχοι, μακαρία δόξαν, καί ἀνώλεθρον κατάπαυσιν, χαῖρε ἡ ἄμπελος, βότρυν τῆς ζωῆς ἡ βλαστήσασα, γλεῦκος ἐναποστάζοντα, καί μέθην κακίας ἐξαίροντα, καί τῆς εὐφροσύνης, ποτίζοντα τόν οἶνον τούς πιστούς, Θεοῦ λοχεύτριαν Δέσποινα, καθομολογοῦντας σε.

Χαῖρε τό λαμπρότατον, τοῦ βασιλέως Κυρίου, καί φαιδρόν παλάτιον, χαίροις πόλις ἔμψυχε τοῦ Παντάνακτος, χαῖρε μόνη ἄρρηκτος, καί βεβαία σκέπη, τῶν ἐν πίστει δεομένων σου, χαῖρε διάσωσμα, κόσμου καί θερμόν ἱλαστήριον, χαῖρε ἡ θείως σβέσασα, τῆς πολυθεΐας τήν κάμινον, χαῖρε τῶν Ἀγγέλων, ἡ θεία χαρμονῇ καί τῶν βροτῶν, ἡ κραταιᾷ καί ἀνώλεθρος, Δέσποινα βοήθεια.

Δέξαι μου τήν δέησιν, Θεοκυήτορ Μαρία, καί μή ἀπορρίψῃς με, ἀπό τοῦ προσώπου σου τόν ἀνάξιον, ὡς οὐδείς ἄλλος γάρ, ἐπί γῆς Πάναγνε, ἐν ἀνθρώποις ἐπλημμέλησα, διό τήν θείαν σου, χάριν ἐξαιτῶ ὁ πανάθλιος, προφθάσασα με οἴκτειρον, νῦν ὀδυνηρῶς συνεχόμενον, καί μή με εἰς τέλος, ἐάσῃς κινδυνεύειν τόν εἰς σε, μόνην ἐλπίσαντα Δέσποινα, πάντων τό διάσωσμα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις