Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Η μυσταγωγία της κοινωνίας ως πηγή σωτηρίας

Τῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον

στ΄ 14 - 21 

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  22 Φεβρουαρίου του 2004

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ 

Η περικοπή που ακούστηκε πριν από λίγο επελέγη από τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες που έταξαν αυτά να αναγιγνώσκονται όταν πρέπει. Επελέγη με πολύ βαθιές προοπτικές, και παρόλο που είναι μια λιτή περικοπή, εύκολα κατανοητή στον ακροατή μέσα από τις εξωτερικές δομές της, ουσιαστικά χαράσσει μια πολύ βαθιά προοπτική της ορθόδοξης θεραπευτικής τής ψυχής του ανθρώπου, που οδηγείται από την κατάσταση την έξω-παραδείσια προς τον χώρο των αναστημένων του Χριστού και του παραδείσου.

Είναι μια ολόκληρη πορεία η πορεία της Σαρακοστής, όπου συμβολικά μέσα στην πορεία των ημερών αυτών οδηγούμεθα από την εμπειρία του χαμένου παραδείσου στην εμπειρία του Χριστού και, δια του Χριστού, [στην εμπειρία] του παραδείσου. Αυτό χρειάζεται μια βαθιά θεραπευτική και μια πορεία θεραπευτικής, όπως γίνεται σε κάθε θεραπεία των δεδομένων του ανθρωπίνου σώματος. Εδώ λοιπόν το κείμενο αυτό, με δύο ουσιαστικές προτάσεις και μια προσθήκη Τρίτη, που αφορά ακριβώς την έκφραση της εμπειρίας αυτής της θεραπευτικής, αυτό το αναλύει.

Κοιτάξτε, οι προτάσεις που ακούσαμε φαίνονται μάλιστα ανεξάρτητες και ασυναρτήτως τοποθετημένες· είναι σπουδαίες αρετές μεν, αλλά φαίνεται που είναι η μια κολλημένη πάνω στην άλλη. Πρώτα μιλούσε για το αν αφήνουμε τα παραπτώματα των άλλων - μεγάλη αρετή, αν συγχωρούμε. Μετά μιλούσε αν πρέπει να φαινόμαστε ή να μη φαινόμαστε που νηστεύουμε -  μεγάλη αρετή, αλλά τι σχέση έχουμε με το άλλο; Και μετά λέει «μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς» - μεγάλη αρετή, αλλά τι σχέση το ένα με το άλλο;

Γιατί συμπιληματικά το ένα έρχεται να ακολουθεί το άλλο. Και επειδή είναι λόγος του Χριστού μας, τίποτε δεν είναι τυχαίο και όλα έχουν μια βαθιά εσωτερική σοφία. Κοιτάξτε λοιπόν το κάλλος αυτών των δεδομένων, των προτάσεων, και τι σχέση έχουν μεταξύ τους, δηλαδή πώς είναι πορεία θεραπευτική.

Το πρώτο μέγεθος ήτανε να αφήνετε τα παραπτώματα των άλλων. Για να μπορείς να αφήσεις τα παραπτώματα των άλλων πρέπει να κάνεις μια έξοδο. Και είναι πραγματικά, στα ανθρώπινα μέτρα, ειδικά τα μεταπτωτικά, πολύ δύσκολο, έτσι να το πω απλά. να συγχωρήσεις αυτόν που σε αδίκησε ή έκανε κάτι κακό για σένα. Γιατί η πτώση ακριβώς, επειδή κλείνει τον άνθρωπο στο εγώ και στον εαυτό του, για να ξεπεραστεί η πτώση έχει μια πολύ σκληρή δουλειά. Είναι ακριβώς αυτή η έξοδος από τα κλεισμένα δικαιώματά μας, από τις απαιτήσεις μας, που είναι και δίκαια κατά τα μέτρα του κόσμου. Και όπου και να το πούμε θα βρούμε το δίκαιό μας. Αλλά εδώ είναι μια άλλη ιστορία: είναι η καρδιά που κλείνεται και ό, τι κλείνεται πεθαίνει. Και ό,τι κλείνεται δεν μπορεί να ζήσει. Και ό, τι κλείνεται δεν μπορεί να ανασάνει. Δεν είναι πια το δίκαιο όπως το αξιολογεί ο κόσμος, με λογικές εκφράσεις και δίκαιες εκφράσεις. Αλλά είναι τι αρρώστια λειτουργεί μέσα μου μέσα από αυτή την αδικία. Όπου κλείνομαι εγώ και δεν μπορώ πια να αφήσω να κάνω αυτή την έξοδο. Να λοιπόν αυτό το άνοιγμα, αυτό το ότι αφήνω, πέρα από άλλο κόστος, πέρα από αυτό που λέμε ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα λοιπά. Αυτά σπάζουν όλα. Γιατί στο βάθος κρύβεται η θεραπευτική της καρδιάς. Αν σταθώ στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην καταξίωση των εξωτερικών κανόνων του δικαίου, θα βρω το δίκαιό μου και θα είμαι δικαιωμένος και θα έχω πρόσωπο στην κοινωνία. Αλλά μέσα μου θα είμαι κατεστραμμένος. Αυτό το «ἀφίημι», είναι μια πολύ βαθιά τομή. Αλλά δεν σκέφτομαι το οτιδήποτε λέγεται «αξιοπρεπές» κατά την ηθική του κόσμου. Αλλά σκέφτομαι πώς θεραπεύομαι και ταυτόχρονα θεραπεύω. Προσέξτε, ποτέ δεν είναι εγωκεντρική η θεραπευτική της ορθοδοξίας, «να θεραπευτώ εγώ». Είναι πάντοτε κοινοτική, είναι πάντοτε κοινωνική. Και θεραπεύομαι εγώ εν Χριστώ και μετά, δια της τεθεραπευμένης παρουσίας μου, όλη η κοινότητα θεραπεύεται. Αυτό είναι το πρώτο μέγεθος. Είναι το μέγεθος του ανοίγματος, της εξόδου. 

Το δεύτερο μέγεθος έχει μια άλλη, αντίστροφη πορεία, προτείνει σε κλείσιμο. Λέει να μην φαινόμαστε και λέει  «ἵνα μή φανῶσι» τα πρόσωπα αυτών. Είναι μια άλλη θεραπευτική, είναι το μέγεθος που, ενώ κλεινόμαστε και δεν συγχωρούμε, ανοιγόμαστε για να προβληθούμε. Κάνουμε αυτοπροβολή, φαινόμαστε - είναι το λάθος άνοιγμα, η λάθος έξοδος εδώ. Και έρχεται ο Χριστός να ανατρέψει τώρα την πορεία του. Πριν ανοιγόμαστε για να θεραπευτούμε. Εδώ κλεινόμαστε για να θεραπευτούμε: «ἵνα μή φανῶσι» τα πρόσωπα αυτών. Γιατί είναι υποκριταί κατά τα άλλα. Και βλέπετε την ισορροπία. Η ισορροπία του ανθρώπου. Το άνοιγμα προς τον άλλο. Και η βαθιά δουλειά που γίνεται μέσα στην καρδιά, «ἵνα μή φανῶσι». Και αυτή η μη φανέρωση πια αναπαύει τον άλλο πρώτα πρώτα. Επειδή ακριβώς με ένα διογκωτικό τρόπο και εγωκεντρικό τρόπο καθυποβάλλω τον άλλο (με οποιεσδήποτε δικές μου, έστω διαφημιστικές ή καθηλωτικές εκφράσεις). Αυτό το φαινομενικό κλείσιμο είναι θεραπευτικό προς τον άλλο. Ακόμη και η σιωπή της προβολής είναι θεραπευτική για τον άλλο. Και βλέπετε δύο τομές ουσιαστικές. Ενώ εμείς και τα δύο το κάνουμε ανάποδα. Ανοιγόμαστε λάθος και κλεινόμαστε λάθος.

Και ο Χριστός ανατρέπει. Και πια, ως καρπός αυτής της ισορροπίας, αυτού του ανθρώπου του θεραπευμένου - όχι του ισορροπημένου, ο χριστιανός δεν είναι ισορροπημένος, είναι χριστοειδής, αυτή η λέξη αφορά μονάχα τα ανθρώπινα μεγέθη, είναι χριστοειδής, είναι μια άλλη ισορροπία που δεν πιάνεται, είναι μυστήριο· αλλά ούτε την διαγράφουμε σε δυο γραμμές - και ως αποτέλεσμα αυτής της χριστοειδούς, της χριστολογικής ισορροπίας πια, ο άνθρωπος, όχι δεν θησαυρίζει επί της γης, δεν μ-π-ο-ρ-ε-ί να θησαυρίζει επί της γης! Γιατί, επειδή γίνεται ακριβώς χριστοειδής και ακριβώς επειδή από τον Χριστό εξαρτάται και στον Χριστό προσκολλάται, δεν μπορεί να προσκολληθεί σε τίποτε. Είναι αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας εξόδου και μαζέματος προς τα έξω και προς τα μέσα. Και τότε πια αν, παρόλη αυτή την πορεία, αρχίσεις και προσκολληθείς σε άλλα πράγματα, όλα τα άλλα καταστράφηκαν.

Και βλέπετε, αυτή η τομή, το «μὴ θησαυρίζετε» δεν  είναι απλώς μια πρόταση μη κεφαλαιοκρατίας ή κεφαλαιοκρατίας, ξεπερνάει και την αξιολόγηση των κοσμικών συστημάτων· γιατί και οι δύο  απόψεις μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή τον άνθρωπο. Εδώ γίνεται μια έξοδος και από τα δύο συστήματα. Και ταυτόχρονα ο άνθρωπος, επειδή είναι προς τον Χριστό στραμμένος, δεν μπορεί να είναι σε τίποτε  άλλο στραμμένος. Και αυτή είναι ουσιαστικά η τελική έκφραση και ο τελικός βηματισμός αυτής της θεραπευτικής του ανθρώπου· που έχασε τον παράδεισο, γιατί ακριβώς έκανε λάθος πορεία των πράγματων και πορεύεται πια προς τον παράδεισο, αλλά όχι «στον παράδεισο», πορεύεται στον Χριστό για να βρει τον παράδεισο. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι, χωρίς να υπάρχει ο Χριστός. Αλλά εμείς, ζώντες χριστοειδώς και εξασφαλίζοντας αυτές τις θεραπευτικές ισορροπίες και τελικά μη προσκολλώμενοι σε τίποτε αλλά σεβόμενοι και τιμώντας τα πάντα, οδηγούμεθα στον Χριστό.

Αυτή είναι η πορεία της Σαρακοστής που αρχίζει. Οι πενήντα μέρες που θα ακολουθήσουν είναι πολύ λίγες για να γίνει η μεταμόρφωση της καρδιάς. Αλλά ταυτόχρονα οι πενήντα μέρες είναι και πάρα πολλές για να γίνει η μεταμόρφωση της καρδιάς. Εξαρτάται από το άλμα που κάνεις και από την τόλμη που έχεις. Και εξαρτάται από το πόσο εμπιστεύεσαι τον Χριστό. Αν δεν Τον εμπιστεύεσαι, μπορεί να χρειαστούν πενήντα χρόνια και καθόλου να μην γίνει τίποτα. Αν Τον εμπιστεύεσαι μπορεί να χρειαστούν και πέντε ώρες.

Καλή Σαρακοστή λοιπόν! 

 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


Κυριακή της εξορίας του Αδάμ



Κυριακή της εξορίας του Αδάμ 
Την ημέρα αυτή θυμόμαστε την εξορία του πρωτόπλαστου Αδάμ από την τρυφή του Παραδείσου. Την ανάμνηση αυτή οι άγιοι Πατέρες μας την έβαλαν πριν από την αγία Τεσσαρακοστή, σαν να δείχνουν στην πράξη πόσο ωφέλιμο για την ανθρώπινη φύση είναι το φάρμακο της νηστείας και πόσο πάλι αισχρή είναι η πολυφαγία και η ανυπακοή. 
Παραλείποντας λοιπόν οι Πατέρες όσα συμβαίνουν στον κόσμο εξαιτίας του πρωτόπλαστου Αδάμ, τα οποία είναι άπειρα, προβάλλουν τον ίδιο και δείχνουν καθαρά πόσο μεγάλο κακό έπαθε με το να μη νηστέψει για λίγο και αυτό το μετέδωσε και στη δική μας φύση, και ακόμη ότι η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους ήταν η νηστεία, όμως ο Αδάμ δεν τη φύλαξε αλλά υπάκουσε στην κοιλιά, ή μάλλον, μέσω της Εύας, υπάκουσε στον πλάνο όφι, τον διάβολο, και έτσι όχι μόνο θεός δεν έγινε, αλλά και τον θάνατο επέσυρε στον εαυτό του, και αυτό το κακό το μετέδωσε σε όλο το ανθρώπινο γένος. 
Γι’ αυτή την απόλαυση του πρώτου Αδάμ ο Κύριος νήστεψε σαράντα μέρες και υπάκουσε στο θέλημα του Πατέρα. Και από αυτό οι άγιοι Απόστολοι επινόησαν την παρούσα αγία Τεσσαρακοστή, ώστε να απολαύσουμε εμείς με τη νηστεία την αφθαρσία, αφού φυλάξουμε εκείνο που ο Αδάμ δεν το φύλαξε και την έχασε. 
Και από άλλη πλευρά, όπως είπαμε, ο σκοπός των Αγίων είναι να παρουσιάσουν σύντομα τα έργα του Θεού που έγιναν από την αρχή μέχρι το τέλος. Και επειδή η αιτία για όλες τις συμφορές μας στάθηκε η παράβαση και η έκπτωση του Αδάμ από τον Παράδεισο, γι’ αυτό και αυτή προβάλλουν τώρα, ώστε με την ανάμνησή της να την αποφύγουμε και να μη μιμηθούμε σε τίποτε την ακρασία του. 
Ο Αδάμ λοιπόν, αφού την έκτη ημέρα πλάστηκε από το χέρι του Θεού και έλαβε με το εμφύσημα του Θεού την τιμή τού “κατ’ εικόνα” και πήρε στη συνέχεια την εντολή, έμεινε στον Παράδεισο περίπου έξι ώρες και μετά διώχτηκε με την παράβαση της εντολής. 
Ο Φίλων ο Εβραίος ωστόσο λέει ότι ο Αδάμ έμεινε στον Παράδεισο εκατό χρόνια, ενώ άλλοι λένε επτά μέρες ή επτά χρόνια, επειδή ο αριθμός επτά θεωρείται ο πιο σημαντικός. 
Το ότι ο Αδάμ άπλωσε το χέρι και πήρε τον καρπό κατά την έκτη ώρα (δηλαδή το μεσημέρι), το φανέρωσε ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, ο οποίος, θεραπεύοντας τον όλεθρο του πρωτόπλαστου, άπλωσε τις παλάμες στο Σταυρό κατά την έκτη ώρα και ημέρα. 
Ο Αδάμ πλάστηκε ανάμεσα στη φθορά και την αφθαρσία, με σκοπό να αποκτήσει από τα δύο αυτά εκείνο, στο οποίο θα έκλινε από δική του προαίρεση. Ο Θεός βέβαια μπορούσε να τον κάνει και αναμάρτητο, αλλά για να γίνει αυτό κατόρθωμα και της δικής του προαίρεσης, γι’ αυτό του έδωσε τον νόμο, από όλα τα φυτά να τρώει και μόνο από ένα όχι. 
Για το τι ήταν τα φυτά αυτά και τι εκείνο το ένα, φιλοσοφεί ο Θεολόγος Γρηγόριος, όπως και ο ιερός Χρυσόστομος, αλλά με το να είναι νοήματα υψηλά δεν γίνονται κατανοητά από τους απλούς ανθρώπους. 
Μερικοί είπαν ότι το δέντρο εκείνο της παρακοής ήταν συκιά, διότι με τα φύλλα της σκεπάστηκαν μόλις κατάλαβαν την γυμνότητά τους, και ότι γι’ αυτό και ο Χριστός την καταράστηκε, ως αιτία της παράβασης. Γιατί η συκιά έχει κάποια ομοιότητα με την αμαρτία: πρώτα τη γλυκύτητα, έπειτα την τραχύτητα των φύλλων και το κολλώδες του γάλακτος. 
Αφού λοιπόν ο Αδάμ παρέβη την εντολή και φόρεσε την θνητή σάρκα και έλαβε την κατάρα, διώχτηκε από τον Παράδεισο και ορίστηκε από τον Θεό φλόγινη ρομφαία να φυλάει την πύλη του Παραδείσου. Και αυτός κάθισε αντίκρυ από τον Παράδεισο και έκλαιγε για τα τόσα αγαθά που στερήθηκε με το να μη νηστέψει για λίγο. Και έτσι όλο το ανθρώπινο γένος που προήλθε από εκείνον έγινε μέτοχο των δεινών του, εωσότου πάλι ο Πλάστης μας ελέησε την ανθρώπινη φύση που τη βασάνιζε ο σατανάς. Και αφού γεννήθηκε από την αγία Παρθένο και πολιτεύθηκε άριστα, και με τα αντίθετα εκείνου, δηλαδή με τη νηστεία και την ταπείνωση, μας έδειξε τον δρόμο, και με σοφό τρόπο νίκησε τον διάβολο που μας εξαπάτησε, μας αποκατέστησε στο αρχαίο αξίωμα. 
Θέλοντας όλα αυτά να τα παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες μέσα στο Τριώδιο, πρώτα βάζουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία πρώτη είναι η δημιουργία και η έξωση του Αδάμ από τον Παράδεισο, την οποία σήμερα θυμόμαστε, και έπειτα και τα υπόλοιπα, με λόγους του Μωϋσή, των Προφητών και περισσότερο του Δαβίδ, βάζοντας και κάποια από το Ευαγγέλιο. 
Έπειτα με τη σειρά βάζουν τα της Καινής Διαθήκης, από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά ανέκφραστη οικονομία του Θεού σχεδόν πάντοτε βρίσκεται μέσα στην αγία Τεσσαρακοστή. Στη συνέχεια η ανάσταση του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων και η αγία και μεγάλη Εβδομάδα, που διαβάζονται τα ιερά Ευαγγέλια και υμνολογούνται με κάθε λεπτομέρεια τα άγια και σωτήρια πάθη του Χριστού. 
Ακολουθεί η Ανάσταση και οι λοιπές εορτές μέχρι την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, ενώ οι ιερές Πράξεις διηγούνται λεπτομερώς πώς έγινε το κήρυγμα των Αποστόλων και συγκέντρωσε όλους τους Αγίους (τους αγίους Πάντες)· διότι οι Πράξεις με τα θαύματα των Αποστόλων βεβαιώνουν την ανάσταση του Χριστού. 
Επειδή λοιπόν, με το να μη νηστέψει μια φορά ο Αδάμ, πάθαμε τα τόσα κακά, γι’ αυτό ορίζεται στην είσοδο της αγίας Τεσσαρακοστής να το θυμόμαστε, για να αναλογιζόμαστε πόσο κακό προξένησε η μη νηστεία και να σπεύσουμε να υποδεχθούμε τη νηστεία με χαρά και να την τηρήσουμε. Και έτσι να επιτύχουμε εμείς με πένθος, νηστεία και ταπείνωση αυτό που έχασε εκείνος, δηλαδή τη θέωση, περιμένοντας να μας επισκεφθεί ο Κύριος· γιατί είναι αδύνατο να πάρουμε με άλλον τρόπο αυτό που χάσαμε. 
Πρέπει ακόμη να ξέρουμε ότι η αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι σαν ένας αποδεκατισμός του όλου χρόνου. Επειδή δηλαδή από την αμέλειά μας δεν θέλουμε να νηστεύουμε πάντοτε και να απέχουμε από κακές πράξεις, γι’ αυτό οι Απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες μάς παρέδωσαν την αγία Τεσσαρακοστή σαν ένα θέρος των ψυχών, για να εξαλείψουμε με τη συντριβή και την ταπείνωση της νηστείας όσα άτοπα κάναμε όλο τον χρόνο. Γι’ αυτό και πρέπει να την τηρούμε με περισσότερη ακρίβεια, όπως βέβαια και τις άλλες τρεις νηστείες, δηλαδή των αγίων Αποστόλων, της Θεοτόκου και του Σαρανταημέρου των Χριστουγέννων. 
Διότι οι άγιοι Πατέρες παρέδωσαν τις Σαρακοστές σύμφωνα με τις τέσσερις εποχές, αυτή όμως τη Μεγάλη την τίμησαν περισσότερο, για τα άγια Πάθη και διότι ο Χριστός αυτήν νήστεψε και δοξάστηκε. Και ο Μωυσής έλαβε τον νόμο αφού νήστεψε σαράντα μέρες, και ο προφήτης Ηλίας και ο Δανιήλ και όσοι άλλοι ήταν άξιοι για τον Θεό. Και ότι η νηστεία είναι καλή, το αποδεικνύει με το αντίθετο ο Αδάμ. Γι’ αυτή λοιπόν την αιτία οι άγιοι Πατέρες έβαλαν εδώ την εξορία του Αδάμ. 
Με την άφατη ευσπλαχνία σου, Χριστέ, Θεέ μας, αξίωσέ μας της τρυφής του Παραδείσου και ελέησέ μας ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τρωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 278.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Σάββατο των οσίων Πατέρων

Σάββατο των οσίων Πατέρων
Την ημέρα αυτή τελούμε τη μνήμη όλων των αγίων, ανδρών και γυναικών, που έλαμψαν κατά καιρούς στην άσκηση. 
Οι θεοφόροι Πατέρες, αφού βαθμιαία μας παιδαγώγησαν με τις προηγούμενες εορτές και μας ετοίμασαν για το στάδιο της νηστείας και μας απομάκρυναν από την τρυφή και τον κορεσμό, και μας κατάρτισαν με τον φόβο της μέλλουσας κρίσης, και με την εβδομάδα της Τυροφάγου μας προκαθάρισαν όπως έπρεπε, τώρα βάζουν μπροστά μας όλους όσους έζησαν οσιακά και με πολλούς κόπους, άνδρες και γυναίκες, ώστε με τη μνήμη αυτών και των αγώνων τους να μας κάνουν πιο εύρωστους για το στάδιο της νηστείας, καθώς θα έχουμε τους βίους τους πρότυπο και οδηγό, και αφού επισύρουμε τη συμμαχία και τη βοήθειά τους να αρχίσουμε τους πνευματικούς αγώνες, αναλογιζόμενοι ότι και εκείνοι ήταν άνθρωποι, όπως και εμείς. 
Όπως δηλαδή οι στρατηγοί, όταν τα στρατεύματά τους παραταχθούν το ένα απέναντι στο άλλο, ο καθένας μιλά προς το δικό του αναφέροντας παλιά παραδείγματα ανδρών που αρίστευσαν στη μάχη και έδειξαν μεγάλη ανδρεία και με αυτά ενθουσιάζει τους στρατιώτες, και αυτοί ενδυναμώνονται με την ελπίδα της νίκης και μπαίνουν ολόψυχα στον πόλεμο, έτσι τώρα κάνουν σοφά και οι θεοφόροι Πατέρες. Εμψυχώνουν δηλαδή για τους πνευματικούς αγώνες και τον άνδρα και τη γυναίκα με το παράδειγμα των Οσίων και έτσι μας οδηγούν στο στάδιο της νηστείας, ώστε έχοντας μπροστά μας τη ζωή τους ως εξαίρετο πρότυπο, να εργαζόμαστε τις πολλές και διάφορες αρετές, όπως μπορεί ο καθένας. Κυρίως όμως να επιδιώκουμε την αγάπη και την αποχή από άσεμνα έργα και πράξεις που γίνεται με σύνεση, όπως και την ίδια τη νηστεία, όχι δηλαδή μόνο των φαγητών, αλλά και της γλώσσας και του θυμού και των ματιών, και γενικά το να σταματήσουμε και να μείνουμε μακριά από κάθε κακό. 
Γι’ αυτή λοιπόν την αιτία οι άγιοι Πατέρες έβαλαν εδώ αυτή τη μνήμη όλων των Οσίων, προβάλλοντας αυτούς που ευαρέστησαν στον Θεό με τη νηστεία και άλλα καλά έργα, και με το παράδειγμά τους παρακινώντας μας για το στάδιο των αρετών και τη γενναία μάχη κατά των παθών και των δαιμόνων. Σαν να λένε δηλαδή ότι, αν και εμείς δείξουμε την ίδια με αυτούς επιμέλεια, τίποτε δεν μας εμποδίζει να κατορθώσουμε όσα και αυτοί κατόρθωσαν και να αξιωθούμε τα ίδια βραβεία, διότι άνθρωποι ήταν και αυτοί, όπως και εμείς. 
Για την Τυροφάγο τώρα λένε μερικοί ότι την όρισε ο βασιλιάς Ηράκλειος. Καθώς δηλαδή έξι χρόνια πολεμούσε εναντίον του Χοσρόη και των Περσών, έταξε στον Θεό, αν τους νικήσει, να αλλάξει αυτή την εβδομάδα και να την κάνει κάτι ενδιάμεσο, ανάμεσα στην τρυφή και τη νηστεία, όπως και έκανε. 
Αλλά πέρα από αυτό το γεγονός, εγώ νομίζω ότι και αυτή την εβδομάδα την επινόησαν οι άγιοι Πατέρες ως κάποια προκάθαρση, για να μη δυσκολευτούμε περνώντας από την κρεοφαγία και την πολυφαγία στην άκρα ασιτία, πράγμα που μπορεί να βλάψει και την υγεία μας, αλλά απομακρυνόμενοι λίγο-λίγο από τα παχιά και ευχάριστα φαγητά, σαν ατίθασα άλογα, με τη μειωμένη τροφή να δεχτούμε το χαλινάρι της νηστείας. Όπως έκαναν δηλαδή στην ψυχή με τις παραβολές, έτσι μηχανεύθηκαν και για το σώμα, κόβοντας σιγά-σιγά τα εμπόδια της νηστείας. 
Με τις πρεσβείες όλων των Οσίων σου, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν. 

 

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τρωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 277.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ΛΟΓΟΣ Η΄ 
Περὶ τοῦ ὅτι ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερῶς καὶ νηστεύει πάντοτε ἀπὸ τὰ ἡδονικὰ φαγητά, ὅταν εἶναι νηστικός, γλυκαίνει μερικὲς φορὲς τὸ στόμα του ἀπὸ τὴν εὐχή, σὰν νὰ τρώγει ζάχαρη ἢ γλυκύτατο μέλι, καθὼς λέγει καὶ ὁ προφητάνακτας· «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψλμ. ριη΄ 103). 
Εὐλόγησον πάτερ. 
Τρία πράγματα φρόντιζε, ταπεινὲ Μοναχέ, νὰ ἀποκτήσεις πάντοτε· νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, ἂν θέλεις νὰ γευθεῖς κάποτε αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, ἡ ὁποία θὰ σοῦ γλυκαίνει ἄρρητα τὴν γλῶσσα σου. Διότι ἂν δὲν μεταχειρίζεσαι μὲ κάθε ἔφεσή σου καὶ θέληση, νηστεία, ἐγκράτεια καὶ νοερὰ προσευχή, μὴν ἐλπίζεις ποτὲ νὰ αἰσθανθεῖς αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Αὐτή, εἶναι μία μεγάλη παρηγορία τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ σὲ κάνει περισσότερο θερμὸ καὶ περισσότερο ζηλωτὴ στὴν πνευματική σου ἐργασία. 
Αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ θεϊκὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας εἶναι σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀπολαμβάνουν, μάλιστα καὶ αὐτοὶ δὲν τὴν αἰσθάνονται πάντοτε, ἀλλὰ μερικὲς φορές, ὅταν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Ὅταν ὅμως τὴν αἰσθάνονται στὴν γλῶσσα τους, τότε γνωρίζουν μόνοι τους τί καλὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ νηστεύει κάποιος πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεται πάντοτε καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά του, διότι δίχως αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθεῖ στὸ στόμα αὐτὴν τὴν γλυκύτητα. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα εἶναι ἄρρητη, διότι εἶναι πνευματική, καὶ κάθε τὶ τὸ πνευματικὸ εἶναι ἀνέκφραστο καὶ μυστικό, ὅμως γιὰ νὰ τὴν καταλάβει λίγο κάποιος, πῶς ἐνεργεῖ στὴν γλῶσσα, λέγουμε τὰ ἑξῆς· 
Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα, ἀπὸ τὴν ὁποία γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα ἀνεκφράστως, ὁμοιάζει μὲ τὴν γλυκύτητα τῆς ζάχαρης, ὅμως εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτήν, διότι ἂν βάλεις στὸ στόμα σου ζάχαρη, γλυκαίνει τὸ στόμα σου γιὰ λίγο, καὶ ἀφοῦ διαλυθεῖ ἡ ζάχαρη καὶ τὴν καταπιεῖς, δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ τὴν γλυκύτητά της, ἐκτὸς μόνον ἂν βάλεις καὶ ἄλλη στὸ στόμα σου. Ὅμως, στὴν νοητὴ καὶ πνευματικὴ ζάχαρη, τὴν ὁποία βάζει ἀοράτως ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου στὸ στόμα σου καὶ μὲ τὴν ὁποία ἀλείφει θαυμάσια τὴν γλῶσσα σου, δὲν γίνεται ἔτσι, διότι δὲν διαρκεῖ λίγο καιρό, οὔτε χρειάζεται, ἀφοῦ χαθεῖ ἡ γλυκύτητα ἀπὸ τὸ στόμα σου, νὰ βάλεις κάτι ἄλλο γλυκὺ γιὰ νὰ γλυκαθεῖ, διότι ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀτελείωτη, ἀρκεῖ νὰ τὴν ἀξιωθεῖς μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς καθαρῆς νηστείας. 
Ὅταν λοιπὸν γλυκαίνεται ἡ γλῶσσα σου, αἰσθάνεσαι τὴν γλυκύτητά της μπροστά, σὰν νὰ τοποθετήθηκε ἐκεῖ κάποιος κόκκος ζάχαρης μικρός, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ λειώνει μέσα στὸ στόμα σου. Τότε, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖς πολὺ καλύτερα αὐτὴν τὴν πνευματικὴ θεϊκὴ γλυκύτητα, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, διότι ἔτσι νοιώθεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἄρρητη γλυκύτητα ἀναβλύζει ἀδιάκοπα ἀπὸ τὴν μπροστινὴ ἄκρη τῆς γλώσσας σου, ὅπως ἀναβλύζει τὸ νερὸ ἀπὸ κάποια φλέβα. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ τὴν αἰσθάνεσαι νὰ τρέχει ἔτσι, ἀμέσως ἐξαφανίζεται ἐὰν τυχὸν ὁμιλήσεις μὲ κάποιον. Ἀλλά, ἂν ἐσὺ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ προσέξεις πάλι, παραδόξως πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι γλυκαίνει ἡ γλῶσσα σου. 
Εἶναι ἕνα φυτό, τοῦ ὁποίου τὸ ἄνθος ἔχει φυσικὸ μέλι. Αὐτὸ τὸ ἄνθος, ὅταν τὸ τραβᾶς ἀπὸ τὸν μίσχο, φαίνεται σὰν σωληναράκι ποὺ ἂν τὸ βάλεις στὸ στόμα σου καὶ τὸ ρουφήξεις, καταλαβαίνεις τὴν γλυκύτητά του σὰν μέλι. Παρόμοια λοιπὸν μὲ αὐτὴν εἶναι καὶ ἡ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου, ποὺ γλυκαίνει ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἡ γλυκύτητα ἐκείνου τοῦ ἄνθους, ἀφοῦ τὴν ρουφήξεις μία φορά, χάνεται, ἐνῶ ἡ γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ δὲν χάνεται, ὅσο ἀπέχεις ἀπὸ φαγητὸ ἢ ποτό· διότι, ἂν γευθεῖς κάτι, τότε δὲν αἰσθάνεσαι πιὰ μὲ τὴν ἴδια ζωηρότητα ἐκείνην τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἡμέρα ἐκείνην. 
Μερικὲς φορές, καὶ μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετὰ τὴν γεύση τῆς αἰσθητῆς τροφῆς, τελείως χάνεται ἐκείνην τὴν ἡμέρα. Ἀντιθέτως, ἡ γλυκύτητα αὐτή, μερικὲς φορές, ὅταν κρατᾶς γιὰ πολὺ τὸ στόμα σου κλειστό, ἀναβλύζει θαυμασίως καὶ συνεχῶς μέσα στὸ στόμα σου καὶ τὴν αἰσθάνεσαι ἔτσι σὲ κάθε σου ἀναπνοή. Ἄλλοτε, τὴν αἰσθάνεσαι καὶ μέσα στὰ χείλη σου διότι γλυκαίνουν καὶ αὐτὰ ἀπὸ μέσα σὰν νὰ τὰ πασπάλισες ἐσωτερικῶς μὲ ζάχαρη ἄχνη, ἢ σὰν νὰ τὰ ἄλειψες μέσα μὲ μέλι. 
Φυλάξου λοιπόν, ταπεινέ, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν γλυκύτητα, νὰ μὴν γευθεῖς χωρὶς μεγάλη ἀνάγκη τίποτε, γιὰ νὰ μὴν λυπηθεῖς ἔπειτα δίχως ὄφελος. Ἂς πεινάει ἡ κοιλιά σου· μὴν τῆς δίνεις τίποτε, διότι ὅταν αὐτὴ πεινάει, τότε τὸ στόμα σου χορταίνει ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Θεοῦ. Ἅμα δώσεις στὴν κοιλιά σου αἰσθητὴ τροφή, στερεῖται ἡ γλῶσσα σου τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα. Ὅταν ἔτσι γλυκαίνεσαι ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεϊκὴ γλυκύτητα, τότε τὸ σάλιο σου μὴν τὸ φτύνεις ὅπου τύχει, ἀλλὰ κατάπιε το γιὰ νὰ μὴν τὴν στερηθεῖς γιὰ λίγο. Προπάντων ὅπως εἴπαμε, κράτησε καλὰ κλεισμένο τὸ στόμα σου, ἂν δὲν ὑπάρχει κάποια μεγάλη ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσεις, γιὰ νὰ μὴν μετανοιώσεις ὕστερα. 
Ἐὰν κάποτε, ὅταν ἔχεις μέσα σου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα, ἔχεις ἀνάγκη νὰ διαβάσεις κάτι ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, διάβασέ το μὲ εὐλάβεια. Ὅταν τὸ διαβάζεις, πρόσεχε ταυτοχρόνως καὶ στὴν πνευματικὴ γλυκύτητα τῆς γλώσσας σου νὰ δεῖς, παραμένει ἢ ὄχι, ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου ἢ ἐξαφανίζεται ἀπ᾿ αὐτήν; Καὶ ἂν παραμένει, πρόσεχε μαζὶ καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα καὶ στὴν ἀνάγνωση, διότι ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς καὶ ἄλλη πνευματικὴ γλυκύτητα, ὄχι στὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ στὴν διάνοιά σου, διότι καὶ αὐτὴ θὰ γλυκαθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ διπλασιαστεῖ σ᾿ ἐσένα ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ τριπλασιαστεῖ. Διότι ἀμέσως θὰ δεῖς καὶ στὰ μάτια σου τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ χύνονται ἀπὸ τὰ μάτια σου τὰ καθαρὰ καὶ λαμπρὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ γλυκύτατα στὴν ψυχή σου. Ἔτσι τότε, ἀφοῦ τριπλασιαστεῖ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ, ἀμέσως θὰ δεῖς στὸν ἑαυτό σου καὶ ἄλλη τέταρτη παρηγορία τοῦ Θεοῦ· θὰ δεῖς νοερῶς τὸν ἐσωτερικό σου ἄνθρωπο ὅτι μυρώθηκε ἀοράτως ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸ θεῖο ἔλαιο τῆς ἀγαλλιάσεως, καὶ ἔτσι ἔγινες ὅλος γαλήνιος, ὅλος λαμπρός, ὅλος ἀγαλλίαση. Λέγουμε, ὅτι δὲν ἔμεινε στὴν ψυχή σου καμμία αἴσθηση ἀπαράκλητη ἀπὸ τὴν παρηγορία καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἀλλὰ αὐτὰ θὰ συμβοῦν σὲ σένα, ἂν παραμένει, ὅπως εἰπώθηκε, ἡ ἄρρητη καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου. Ἂν πάλι δὲν παραμένει αὐτὴ ἡ ὑψηλὴ γλυκύτητα στὴν γλῶσσα σου, ὅταν διαβάζεις, μὴν ἀπελπίζεσαι καὶ θελήσεις νὰ γευθεῖς κάτι ἢ νὰ πολυλογεῖς ἢ νὰ ὑπερηφανεύεσαι, ἀλλὰ φυλάξου ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια, διότι ἔτσι θὰ δεῖς σὲ λίγο νὰ γλυκαίνεται θαυμασίως ἡ γλῶσσα σου. 
-Αὐτὴ ἡ θεία γλυκύτητα πηγάζει ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου, ἢ προέρχεται ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα καὶ ἔτσι αὐτὴ γλυκαίνεται; 
-Αὐτό, ταπεινέ, δὲν μπορεῖς ἀκριβῶς νὰ τὸ καταλάβεις, διότι φαίνεται πῶς ἀπὸ τὴν γλῶσσα σου πηγάζει, ὅμως ἀληθῶς, δὲν πηγάζει ἀπὸ αὐτὴν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία χτυπάει τὴν γλῶσσα σου καὶ περνάει ἀνεκφράστως ἀπ᾿ αὐτὴν καὶ ἔτσι γλυκαίνεται. Αὐτὸ ὅμως ἀγαπητέ, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ τὸ πολυεξετάσεις, διότι ἂν τὸ πολυεξετάσεις, δὲν θὰ βρεῖς τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε. 
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεϊκὴ γλυκύτητα μερικὲς φορὲς ἀναβλύζει μέσα σου καὶ σοῦ γλυκαίνει τὴν γλῶσσα σου, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ σοῦ τὴ γλυκαίνει ἔτσι, αἰσθάνεσαι ὅτι λιγοστεύει καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι τελείως θὰ ἐκλείψει ἀπὸ σένα. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ φαίνεται ἔτσι, νά! καὶ πάλι αἰσθάνεσαι ὅτι σὲ γλυκαίνει παραδόξως. 
Χαρὰ καὶ λαμπρότητα λοιπὸν ἂς εἶναι σὲ σένα, ταπεινὲ Μοναχέ, ὅταν ἀξιωθεῖς ὅλα αὐτὰ ποὺ ἄκουσες. Καὶ τότε δὲν χρειάζεσαι νὰ τρώγεις καὶ νὰ πίνεις ἡδύποτα καὶ ἄλλα γλυκίσματα γιὰ νὰ γλυκαθεῖ τὸ στόμα σου, διότι τὸ γλυκαίνει ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Στὰ ἡδύποτα καὶ γλυκίσματα ποὺ τρώγει καὶ πίνει κανείς, δὲν μένει παντοτινὰ ἡ γλυκύτητα στὸ στόμα του, ἀλλὰ μόνον ὅσο μένουν αὐτὰ στὸ στόμα του· ὅμως στὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ, μένει ἡ γλυκύτητα πραγματικῶς στὸ στόμα του, ὅσο νηστεύει ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς. 
Οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό, ὅταν τοὺς ἔτρεφε ὁ Θεὸς μὲ τὸ μάννα, ὅσο νήστευαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, εἶχαν τὸ οὐράνιο μάννα ποὺ τοὺς γλύκαινε ἀνεκφράστως, ἀφοῦ ὅμως ἔφαγαν ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως τὸ ἔχασαν. Ἅμα λοιπὸν καὶ ἐσύ, ταπεινέ, ποὺ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκες νὰ γευθεῖς αἰσθητῶς κατὰ κάποιον τρόπο αὐτὴν τὴν λεπτὴ καὶ αἰσθητὴ γλυκύτητα καὶ νὰ ἔχεις στὸ στόμα σου τὴν τροφὴ τῶν ἀγγέλων- τὸ οὐράνιο μάννα, ἅμα -λέγω- γευθεῖς ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, ἀμέσως ἐξαφανίζεται αὐτὴ ἡ μυστικὴ γλυκύτητα. Καλύτερα λοιπὸν γιὰ ἐσένα νὰ νηστεύεις πάντοτε, νὰ ἐγκρατεύεσαι καὶ νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, παρὰ νὰ χορταίνεις τὴν κοιλιά σου ἀπὸ ὑλικὲς τροφὲς καὶ νὰ στερεῖσαι αὐτὸ τὸ οὐράνιο καὶ γλυκύτατο μάννα. 
Παρατήρησα κάποτε κάποιον ἱερομόναχο, ὁ ὁποῖος προσκομίζοντας στὴν ἁγία Προσκομιδή, ξαφνικὰ γέμισε δάκρυα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὰ σταματήσει, ἀλλὰ συνέχεια, μέχρι ποὺ τελείωσε τὴν Προσκομιδή, κατανυσσόταν καὶ ἔκλαιγε. Ὅταν ἤθελε νὰ πεῖ τὸ «Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός» καὶ τὰ λοιπὰ ἢ κάποιαν ἐκφώνηση, βίαζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἔκοβε λίγο τὴν κατάνυξη ἀπὸ τὴν καρδιά του, προφέροντας τὰ λόγια μὲ φωνὴ χονδρότερη γιὰ νὰ μὴν φανεῖ ὅτι κατανύσσεται. Κατανυσσόταν παρομοίως καὶ ὅταν ἔλεγε τὶς εὐχές. Ὅταν ὅμως διάβασε τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο, ξαφνικὰ τόση κατάνυξη τοῦ ἦλθε, ὥστε πνίγηκαν τὰ μάτια του ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τότε πιά, ἔκλαιγε φανερά, μὴ μπορώντας νὰ συγκρατηθεῖ. Ἔτσι, αὐτὴν τὴν ὥρα δὲν ἔμεινε στὴν Λειτουργία κανεὶς ποὺ νὰ μὴν κατανυχθεῖ, ἐκτὸς μόνον ἂν κάποιος ἦταν τόσο ἀναίσθητος καὶ σκληρόκαρδος στὴν ψυχή, σὰν ἐμένα. Ἀλλά, ἀκόμη καὶ σὲ ὅλη τὴν θεία Λειτουργία, κατανυσσόταν πότε πολὺ καὶ πότε λίγο μὲ ἄμετρη ἀγαλλίαση τῆς ψυχῆς του. Καὶ ὅταν κοινώνησε τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, κατέβρεξε τὸν ἅγιο Δίσκο καὶ τὰ καλύμματα καὶ τὸ ἀντιμήνσιο μὲ τὰ δάκρυα. 
Ὕστερα, ἀφοῦ τελείωσε τὴν Θεία Λειτουργία, τὸν ρώτησα νὰ μοῦ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια, γιατί κατανυσσόταν τόσο πολὺ καὶ γιατί ἔχυνε τέτοια δάκρυα καὶ μάλιστα μπροστὰ σὲ τόσο κόσμο, ἐνῶ ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βγάλω οὔτε κἂν στὰ κρυφὰ ἕνα δάκρυ γιὰ τὴν ἐλεεινή μου ψυχή. Καὶ αὐτὸς ὡς φίλος τῆς ἀλήθειας καὶ ὡς ἀγαθὸς καὶ ἄκακος, μοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια· 
Ἐγώ, ἀδελφέ, ὅταν στὸν ὄρθρο διαβαζόταν ἡ κοινὴ ἀκολουθία, μελετοῦσα νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως στὴν καρδιά μου τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἔφθασε ἡ ἀκολουθία στὴν μέση, ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι στὴν γλῶσσα μου, λίγο - λίγο, κάποια γλυκύτητα. Συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν γλυκύτητα καταλάβαινα μέσα μου κάποια πνευματικὴ παρηγορία. 
Ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ ἔλεγα περισσότερο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», τόσο περίσσευε στὴν γλῶσσα μου καὶ ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη γλυκύτητα, μεγάλωνε δὲ καὶ ἡ παρηγορία τοῦ Θεοῦ μέσα μου, καὶ τότε ἀμέσως ἄρχισε νὰ κατανύσσεται λίγο ἡ καρδιά μου. Ἀφοῦ «πῆρα καιρὸ» νὰ λειτουργήσω, ἐπεκτάθηκε μέσα στὸ στόμα μου ἡ γλυκύτητα καὶ πληροφορήθηκα μέσα μου ζωηρότερη τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ κατανυσσόμουν εὐκολότερα καὶ περισσότερο. Ὅταν προσκόμιζα στὴν Προσκομιδὴ τὰ θεῖα δῶρα, κατάλαβα στὸ στόμα μου πολλὴ γλυκύτητα. Συγχρόνως, κατάλαβα στὴν καρδιά μου πολλὴ παρηγορία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τότε, δὲν μποροῦσα νὰ σταματήσω τὰ δάκρυα. Ὅταν διάβαζα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, παρομοίως κατάλαβα στὸ στόμα μου αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα νὰ ὑπερισχύει καὶ συγχρόνως γλύκανε ὑπερβολικῶς καὶ ἡ διάνοιά μου μὲ τὰ λόγια τοῦ θείου καὶ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐπειδὴ ἐννοοῦσε ὁ νοῦς μου σαφῶς τὴν δύναμη, τὸ νόημα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ καθενὸς λόγου του. Ἔτσι τότε καὶ ἐγὼ μὴ μπορώντας νὰ κρύψω μέσα μου καὶ νὰ σταματήσω τὴν κατάνυξη ἔκλαιγα πιὰ σὰν μικρὸ παιδί, διότι πλημμύρισε καὶ χύθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μου ἡ κατάνυξη. Γι᾿ αὐτό, ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὥρα μέχρι νὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία, συνέχεια κατανυσσόμουν πότε πολύ, πότε λίγο, ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ γλυκύτητα ποὺ αἰσθανόταν ἡ γλῶσσα μου καὶ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα μὲ τὴν ὁποία γλυκαινόταν ἡ διάνοιά μου στὴν κατανόηση τῶν ἱερῶν λόγων». Ἀκούγοντας αὐτὰ ἐγὼ ὁ σκληρόκαρδος, κατηγόρησα τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου, ἐπειδὴ ποτέ μου δὲν εἶδα στὴν γλῶσσα μου τέτοια γλυκύτητα οὔτε στὴν ψυχή μου τέτοια παρηγορία. 
Εὐχή. 
λλά, Κύριε, Κύριε, ὁ γλυκασμὸς καὶ ἡ ἡδύτητα ὅλων τῶν δούλων Σου ποὺ μνημονεύουν στὴν καρδιὰ μὲ εὐλάβεια τὸ ὄνομά Σου τὸ ἅγιο καὶ θεϊκό, χάρισε, παρακαλῶ, καὶ σ᾿ ἐμένα νὰ ἀγαπῶ τὸ Ὄνομά σου μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ νὰ τὸ μνημονεύω μὲ πολλὴ εὐλάβεια, γιὰ νὰ αἰσθανθεῖ κάποτε, ὅταν ἐπιτρέψει ἡ Χάρη Σου, καὶ ἡ δική μου γλῶσσα αὐτὴν τὴν θεϊκὴ καὶ ὑψηλὴ γλυκύτητα. Διότι τότε, Κύριέ μου, εἶμαι πληροφορημένος ὅτι συγχρόνως μὲ αὐτὴν τὴν θαυμαστὴ γλυκύτητα, θὰ λάμψει καὶ τὸ ἅγιο φῶς τῆς θεογνωσίας Σου μέσα στὴν καρδιά μου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ φωτισθοῦν τὰ μάτια τῆς διάνοιάς μου στὴν ἀληθινὴ καὶ τέλεια κατανόηση τῶν θεϊκῶν Σου λόγων. Ὅταν γίνει αὐτὸ σ᾿ ἐμένα, Κύριε, ἀπὸ Σέ, τὸν δημιουργὸ καὶ Θεό μου, ἀμέσως θὰ φανοῦν τὰ λόγια Σου γλυκὰ στὸν λάρυγγά μου καὶ γλυκύτερα ἀπὸ μέλι στὸ στόμα μου. Ναί, ὁ γλυκύς μου Ἰησοῦς, δέομαι καὶ παρακαλῶ τὴν βασιλεία Σου, ράντισε καὶ ἐμένα τὸν πολὺ πικραμένο μία σταλαγματιὰ θεϊκῆς γλυκύτητος ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατανόητη ἄβυσσο τῆς δικῆς Σου θεϊκῆς καὶ πνευματικῆς γλυκύτητος. Διότι ἐπόθησε ἡ ψυχή μου αὐτὴν τὴν πνευματική Σου θεία καὶ θαυμαστὴ γλυκύτητα περισσότερο ἀπὸ χρυσάφι καὶ τοπάζιο καὶ περισσότερο ἀπὸ πολύτιμο λίθο, καὶ γλυκαίνομαι ὁ δοῦλος Σου πνευματικῶς ὅταν τὴν σκέπτομαι, περισσότερο ἀπὸ μέλι καὶ κηρήθρα. Διότι Ἐσύ, Κύριέ μου, Κύριε, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, εἶσαι ὁ ἀνέκφραστος γλυκασμὸς ἡμῶν ὅλων τῶν Χριστιανῶν καὶ σοὶ τὴν δόξα ἀναπέμπομεν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

ἐκ χειρογράφου τῆς Ἱ.Μ.Ξενοφῶντος
Ἁγίου Ὄρους

Άγιος Ιερομάρτυς Σαδώκ Επίσκοπος Περσίας και οι συν αυτώ Εκατόν Είκοσι Μάρτυρες από την Περσία.



Άγιος Ιερομάρτυς Σαδώκ Επίσκοπος Περσίας και οι συν αυτώ Εκατόν Είκοσι Μάρτυρες από την Περσία. 
 20 Φεβρουαρίου και 19 Οκτωβρίου.

Eις τον Σαδώκ.
Σαδὼθ ὁ θεῖος τὴν κάραν τμηθεὶς ξίφει,
Θεοῦ Σαβαὼθ νῦν παρίσταται θρόνῳ.


Eις τους Εκατόν Είκοσι Mάρτυρας.
Δεκὰς δεκαπλῆ Μαρτύρων συμμαρτύρων,
Καὶ δὶς δέκα θνῄσκουσι πληγέντες ξίφει.

Ο Σαδώκ (ή Σαδώθ ή Σαδώχ) έζησε περί το 330 μ.Χ. και πιστεύοντας στο Χριστό έγινε επίσκοπος της μικρής χριστιανικής κοινότητας της Περσίας. Λόγω του φιλανθρωπικού του έργου ήταν αγαπητός όχι μόνο από τους χριστιανούς αλλά και από τους ειδωλολάτρες κάτι που ενοχλούσε τους ιερείς των Περσών. Γι' αυτό τον κατηγόρησαν στον Σαπώρ. Αυτός πιστεύοντάς τους, κάλεσε τον Άγιο να απολογηθεί και να αρνηθεί το Χριστό. Ο Άγιος Σαδώκ αρνήθηκε και γι' αυτό οδηγήθηκε στο δήμιο μαζί με εκατόν είκοσι Χριστιανούς που ανήκαν στο μικρό αλλά εκλεκτό ποίμνιό του.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη Ἀποσπάσματα,

 

Καλή Σαρακοστή!

"Κανεὶς ἀσκητὴς
δὲν ἅγιασε χωρὶς ἀσκήσεις.

Κανεὶς δὲν μπόρεσε ν’ ἀνέλθει
στὴν πνευματικότητα
χωρὶς ν’ ἀσκηθεῖ.

Πρέπει νὰ γίνονται ἀσκήσεις.
Ἄσκηση εἶναι οἱ μετάνοιες,
οἱ ἀγρυπνίες κ.λπ., ἀλλὰ ὄχι μὲ βία.
Ὅλα νὰ γίνονται μὲ χαρά.

Δὲν εἶναι οἱ μετάνοιες
ποὺ θὰ κάνουμε,
δὲν εἶναι οἱ προσευχές,
εἶναι τὸ δόσιμο,
ὁ ἔρωτας γιὰ τὸν Χριστό,
γιὰ τὰ πνευματικά.

Μέσα στὴν ἄσκηση,
τὶς μετάνοιες, τὶς ἀγρυπνίες
καὶ τὶς ἄλλες κακουχίες
εἶναι καὶ ἡ νηστεία.

«Παχεῖα γαστὴρ
λεπτὸν οὐ τίκτει νόον».
(Χοντρή κοιλία
δὲν γεννᾶ λεπτὸ πνεῦμα).

γὼ τὸ γνωρίζω αὐτὸ
ἀπ’ τοὺς Πατέρες.
Ὅλα τὰ πατερικὰ βιβλία
μιλοῦν γιὰ τὴ νηστεία.

Οἱ Πατέρες τονίζουν
νὰ μὴν τρῶμε
δυσκολοχώνευτα φαγητὰ
ἢ λιπαρὰ καὶ παχιά,
γιατὶ κάνουν κακὸ
στὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή.

Λένε ὅτι τὸ προβατάκι
τρώει τὰ χορταράκια τῆς γῆς
κι εἶναι τόσο ἥσυχο.

Νὰ εἶναι πιὸ ἁπλὰ
τὰ φαγητά μας.
Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε
τόσο πολὺ μ’ αὐτά.

Δέν εἶναι τό φαγητό,
δέν εἶναι οἱ καλές
συνθῆκες διαβίωσης,
πού ἐξασφαλίζουν
τήν καλή ὑγεία.

Εἶναι ἡ ἁγία ζωή,
ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ.

Ξέρω γιὰ ἀσκητὲς
ποὺ νηστεύανε πολὺ
καὶ δὲν εἴχανε
καμιὰ ἀρρώστια.

Δέν κινδυνεύει νά πάθει
κανείς τίποτε ἀπ’ τή νηστεία.

Κανείς δέν ἔχει ἀρρωστήσει
ἀπ’ τή νηστεία.

Γιὰ νὰ τὰ κάνετε ὅμως αὐτά,
πρέπει νὰ ἔχετε πίστη.
Ἀλλιῶς σᾶς πιάνει λιγούρα.

νηστεία εἶναι
καὶ ζήτημα πίστεως.

ταν ἔχετε τὸν ἔρωτα στὸ θεῖον,
μπορεῖτε νὰ νηστεύετε
μὲ εὐχαρίστηση κι ὅλα εἶναι εὔκολα·
ἀλλιῶς σᾶς φαίνονται ὅλα βουνό.

ποιοι ἔδωσαν τὴν καρδιά τους
στὸν Χριστὸ καὶ μὲ θερμὴ ἀγάπη
ἔλεγαν τὴν εὐχὴ,
κυριάρχησαν καὶ νίκησαν
τὴ λαιμαργία καὶ τὴν ἔλλειψη ἐγκράτειας."

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ
Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη
Ἀποσπάσματα,
«Βίος καί Λόγοι»,
ἐκδ. Ἱ. Μόνης Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις