Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Συναξάρι Τριωδίου Αγία και Μεγάλη Παρασκευή

Συναξάρι Τριωδίου
Αγία και Μεγάλη Παρασκευή
Την αγία και μεγάλη Παρασκευή επιτελούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, όσα για χάρη μας με τη θέλησή του καταδέχτηκε, δηλαδή τα φτυσίματα, τα χτυπήματα, τα χαστούκια, τις ύβρεις, τα γέλια, την πορφυρή χλαμύδα, το καλάμι, τον σπόγγο, το ξύδι, τα καρφιά, τη λόγχη, και προπάντων τον σταυρό και τον θάνατο· επίσης, τη σωτήρια ομολογία επάνω στον σταυρό του καλόγνωμου ληστή που σταυρώθηκε μαζί του. 
Αφού ο Κύριός μας παραδόθηκε από τον φίλο και μαθητή του για τριάντα αργύρια, πρώτα οδηγήθηκε στον Άννα τον αρχιερέα, και αυτός τον έστειλε στον Καϊάφα. Εκεί τον έφτυσαν, τον χτυπούσαν στο κεφάλι, τον κορόιδευαν και τον περιγέλασαν λέγοντάς του: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ, ποιος είναι που σε χτύπησε;» 
Εκεί ήρθαν και ψευδομάρτυρες που τον κατηγορούσαν ότι είπε: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και εγώ σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω» και ότι είπε τον εαυτό του Υιό τού Θεού, οπότε και ο αρχιερέας, μη υποφέροντας τάχα την βλασφημία, έσχισε τον χιτώνα του. 
Όταν ξημέρωσε, τον πήγαν στον Πιλάτο στο πραιτώριο, δηλαδή στο δικαστήριο, οι ίδιοι όμως δεν μπήκαν, για να μη μολυνθούν, αλλά να φάνε το Πάσχα καθαροί. Βγήκε λοιπόν ο Πιλάτος και τους ρώτησε τι τον κατηγορούν. 
Και επειδή δεν βρήκε κάτι ουσιαστικό ως κατηγορία, έστειλε τον Χριστό στον Ηρώδη, ο οποίος τον έστειλε πάλι στον Πιλάτο. Αυτός είπε στους Ιουδαίους: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον, αφού τον δικάσετε σύμφωνα με τον νόμο σας». 
Εκείνοι απάντησαν: «Σ’ εμάς δεν επιτρέπεται να θανατώσουμε κανέναν», παρακινώντας τον Πιλάτο να τον σταυρώσει. Ο Πιλάτος ρώτησε τον Χριστό, αν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων, και αυτός ομολόγησε ότι είναι, αλλά αιώνιος, λέγοντας «δεν είναι από αυτόν τον κόσμο η δική μου βασιλεία». 
Ο Πιλάτος όμως, θέλοντας να τον αφήσει ελεύθερο, τους είπε ότι δεν βρίσκει σ’ αυτόν καμία βάσιμη κατηγορία· έπειτα τους πρότεινε το έθιμο να ελευθερώνεται ένας φυλακισμένος κάθε Πάσχα. Αυτοί όμως προτίμησαν τον Βαραββά αντί για τον Χριστό. 
Ο Πιλάτος τότε, για νά κάνει χάρη στους Ιουδαίους, μαστίγωσε τον Ιησού και τον παρουσίασε έξω ντυμένο με κόκκινη χλαμύδα, με στεφάνι από αγκάθια στο κεφάλι και με καλάμι στο δεξί του χέρι, ενώ οι στρατιώτες τον κορόιδευαν λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». 
Έπειτα, δείχνοντας πάλι εύνοια για τον Ιησού, είπε: «Κανένα λόγο καταδίκης σε θάνατο δεν του βρίσκω». Αυτοί απάντησαν: «Εμείς όμως θα τον τιμωρήσουμε, γιατί ονομάζει τον εαυτό του Υιό του Θεού». 
Όσο λέγονταν όλα αυτά, ο Ιησούς σιωπούσε. 
Ο όχλος φώναζε: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον», θέλοντας να θανατωθεί με ατιμωτικό θάνατο, έτσι ώστε να εξαλειφθεί η αγαθή μνήμη του. 
Ο Πιλάτος, σαν να τους ντρόπιαζε, είπε: «Τον βασιλιά σας να σταυρώσω;» Και αυτοί αποκρίθηκαν: «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά εκτός από τον Καίσαρα». 
Καθώς δηλαδή δεν κατάφεραν τίποτε με την κατηγορία της βλασφημίας, τον κατηγόρησαν ως εχθρό του Καίσαρα, για να μπορέσουν έτσι να καταφέρουν τη μανία τους. Διότι είπαν: «Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, είναι εχθρός του Καίσαρα». 
Ο Πιλάτος τότε ένιψε τα χέρια του, για να δείξει τάχα ότι είναι αθώος από το αίμα Εκείνου. Οι Ιουδαίοι όμως φώναζαν: «Το αίμα του ας πέσει επάνω μας και επάνω στα παιδιά μας. Αν τον αφήσεις ελεύθερο, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα»
Αυτό φόβισε τον Πιλάτο και, ενώ ήταν βέβαιος για την αθωότητα του Ιησού, τον καταδίκασε σε σταύρωση και ελευθέρωσε τον Βαραββά. 
Όταν το είδε αυτό ο Ιούδας, έριξε τα αργύρια και πήγε και κρεμάστηκε σ’ ένα δέντρο. Στη συνέχεια πρήστηκε πάρα πολύ και έσκασε. 
Στο μεταξύ οι στρατιώτες, αφού περιέπαιξαν τον Χριστό χτυπώντας τον στο κεφάλι με το καλάμι, του φόρτωσαν τον σταυρό, έπειτα όμως αγγάρεψαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλήσει τον σταυρό. Και όταν έφτασαν στον τόπο του Κρανίου, τον σταύρωσαν εκεί. 
Και για να θεωρηθεί και αυτός ως κακούργος, σταύρωσαν μαζί του και δύο ληστές, έναν από τα δεξιά και άλλον από τα αριστερά. 
Ύστερα οι στρατιώτες, για να τον εξευτελίσουν, μοιράστηκαν τα ενδύματά του, ενώ τον χιτώνα του, που ήταν υφαντός χωρίς ραφές, τον έβαλαν σε κλήρο. 
Και όχι μόνο αυτά, αλλά και πάνω στον σταυρό τον μυκτήριζαν λέγοντας: «Α, εσύ που θα γκρέμιζες τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξανάχτιζες! Σώσε τον εαυτό σου», και: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει. Αν είναι πράγματι ο βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από τον σταυρό και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν». 
Αν όμως αυτό το έλεγαν ειλικρινά, έπρεπε αδίστακτα να πιστέψουν σ’ αυτόν. Γιατί όχι μόνο τού Ισραήλ βασιλιάς φανερωνόταν, αλλά και όλου του κόσμου. Τι σήμαινε δηλαδή το ότι ο ήλιος σκοτίστηκε επί τρεις ώρες, και μάλιστα μεσημέρι, ώστε να γίνει το πάθος του Χριστού ολοφάνερο σε όλους; 
Τι σήμαινε, επίσης, ο σεισμός της γης, οι πέτρες που σχίστηκαν ελέγχοντας την σκληρότητα των Ιουδαίων, η ανάσταση πολλών νεκρών και το καταπέτασμα του ναού που σχίστηκε στα δύο, σαν να θύμωσε ο ναός, γιατί έπασχε Εκείνος που δοξαζόταν μέσα σ’ αυτόν, και αποκάλυψε εκείνα, που έως τότε ήταν αθέατα στους πολλούς; 
Ο Χριστός λοιπόν σταυρώθηκε την τρίτη ώρα (εννέα το πρωί), όπως λέει ο θείος Μάρκος (15:25), και από την έκτη ώρα μέχρι την ενάτη (12-3 μ.μ.) έγινε σκοτάδι. Όλα αυτά τα παράδοξα καθώς τα είδε ο Λογγίνος ο εκατόνταρχος, και μάλιστα τον σκοτισμό του ήλιου, φώναξε με δυνατή φωνή: «Αληθινά, αυτός ο άνθρωπος ήταν Υιός του Θεού». 
Ο ένας από τους δύο ληστές ύβριζε τον Ιησού. Ο άλλος όμως τον εμπόδιζε και τον επιτιμούσε σφοδρά, και τον Χριστό τον ομολόγησε Υιό του Θεού. Ο δε Σωτήρας, ανταμείβοντας την πίστη του, του υποσχέθηκε ότι θα τον πάρει μαζί του στον παράδεισο. 
Κοντά σε όλες τις ύβρεις ο Πιλάτος του έβαλε και επιγραφή που έγραφε «Ο βασιλιάς των Ιουδαίων». Οι Ιουδαίοι του έλεγαν να μη γράφει ότι είναι έτσι, αλλά ότι εκείνος είπε έτσι. Ο Πιλάτος όμως αποκρίθηκε: «Ότι έγραψα, έγραψα». 
Μετά απ’ αυτά, όταν ο Σωτήρας είπε «Διψώ», ανακάτεψαν ένα πικρότατο χόρτο, τον ύσσωπο, με ξύδι, και του έδωσαν· και αφού είπε «Τετέλεσται», έκλινε την κεφαλή και παρέδωσε το πνεύμα. 
Καθώς όλοι έφυγαν, δίπλα στον σταυρό στέκονταν η Μητέρα του, η αδελφή της η Μαρία του Κλωπά και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος του μαθητής. 
Μετά απ’ αυτά οι αχάριστοι Ιουδαίοι, επειδή δεν ήθελαν να μείνουν τα σώματα πάνω στον σταυρό, γιατί άρχιζε η μεγάλη ημέρα του Πάσχα, ζήτησαν από τον Πιλάτο να συντρίψουν τα σκέλη των καταδίκων για να πεθάνουν πιο γρήγορα. Και έτσι των δύο ληστών σύντριψαν τα σκέλη, γιατί ζούσαν ακόμη· όταν όμως πήγαν στον Ιησού, τον είδαν πλέον νεκρό και δεν τα σύντριψαν. Αλλά ένας στρατιώτης, για να κάνει χάρη στους αχάριστους, ύψωσε το δόρυ και έπληξε τον Χριστό στη δεξιά πλευρά, και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. 
Το αίμα συμβόλιζε τη μετάληψη των θείων αγιασμάτων και το νερό το βάπτισμα. Πραγματικά, αυτή η δίκρουνη πηγή συγκροτεί το χριστιανικό μας μυστήριο. 
Αυτά τα είδε ο Ιωάννης και τα μαρτύρησε, και η μαρτυρία του είναι αληθινή, διότι ήταν παρών σε όλα και γράφει ως αυτόπτης. 
Αφού αυτά έγιναν έτσι κατά υπερφυσικό τρόπο και ήταν πλέον απόγευμα, ο Ιωσήφ που καταγόταν από την Αριμαθαία, μαθητής από την αρχή, που κρυβόταν όπως και οι άλλοι, βγήκε και πήγε με τόλμη στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Και αφού πήρε την άδεια, το κατέβασε από τον σταυρό με κάθε ευλάβεια. 
Μόλις νύχτωσε ήρθε και ο Νικόδημος φέρνοντας κάποιο μίγμα σμύρνας και αλόης, τύλιξαν το σώμα με σεντόνι, όπως συνήθιζαν οι Ιουδαίοι, και το ενταφίασαν σε κοντινό μνημείο, που είχε λαξεύσει στον βράχο για τον εαυτό του ο Ιωσήφ, στο οποίο κανείς άλλος προηγουμένως δεν είχε ταφεί, για να μην μπορούν να λένε αργότερα ότι άλλος αναστήθηκε και όχι ο Χριστός. 
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μάλιστα ανέφερε το μίγμα της σμύρνας και της αλόης (Ιω. 19:39), που είναι ουσίες κολλητικές, ώστε όταν δουν στον τάφο μόνο το σεντόνι και το σουδάριο (μαντήλι), να μη νομίσουν ότι τον έκλεψαν οι μαθητές του. 
Διότι πώς θα ήταν αυτό δυνατό, καθώς δεν θα είχαν τόσο χρόνο να τα αποσπούν έτσι κολλημένα στο σώμα; 
Όλα λοιπόν αυτά, που έγιναν παράδοξα κατά την Παρασκευή, θέσπισαν οι θεοφόροι πατέρες να τα μνημονεύουμε με κατάνυξη και συντριβή καρδιάς. 
Πρέπει να γνωρίζουμε και τα εξής: 
Ο Κύριος σταυρώθηκε την έκτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή την Παρασκευή, γιατί και ο Αδάμ, ο πρώτος άνθρωπος, στην αρχή της δημιουργίας πλάστηκε την έκτη ημέρα. 
Και βρισκόταν επάνω στον σταυρό την έκτη ώρα της ημέρας, γιατί τέτοια ώρα, όπως λένε, και ο Αδάμ άπλωσε τα χέρια και πήρε από το απαγορευμένο δέντρο και πέθανε. Έπρεπε λοιπόν, αυτός που συντρίφθηκε αυτή την ώρα, την ίδια ώρα να αναπλασθεί. 
Και ήταν μέσα σε κήπο, γιατί και ο Αδάμ ήταν μέσα στον παράδεισο (που σημαίνει κήπος). 
Η πικρή γεύση του Χριστού εικόνιζε τη γεύση του καρπού.

Ο σταυρός το δέντρο του Παραδείσου. 
Η λογχισμένη πλευρά εικόνιζε την πλευρά του Αδάμ, από την οποία προήλθε η Εύα, από την οποία προήλθε η παράβαση. 
Το από την πλευρά νερό είναι εικόνα του βαπτίσματος. 
Το αίμα και το καλάμι σήμαιναν ότι ο Χριστός μάς χάρισε την αρχαία πατρίδα υπογράφοντας, ως βασιλιάς, με κόκκινα γράμματα. 
Λέγεται ακόμη ότι το κρανίο του Αδάμ κείτονταν στο σημείο εκείνο που σταυρώθηκε ο Χριστός, η κεφαλή όλων· βαπτίστηκε λοιπόν από το αίμα του Χριστού που χύθηκε πάνω του. 
Κρανίου δε τόπος λέγεται, γιατί κατά τον κατακλυσμό ξεχώθηκε από τη γη η κεφαλή του Αδάμ και φαινόταν μόνο σαν ένα κόκκαλο γυμνό. Γι’ αυτό ο Σολομών, από σεβασμό προς τον προπάτορα, πρόσταξε τον λαό και σκέπασε τον τόπο με πολλές πέτρες. 
Επιπλέον, κάποιοι έγκριτοι άγιοι λένε ότι γνώριζαν από την παράδοση ότι και ο ίδιος ο Αδάμ είχε ταφεί εκεί από άγγελο. 
Όπου λοιπόν βρισκόταν το πτώμα, εκεί πήγε και ο αετός Χριστός, ο αιώνιος βασιλιάς, ο νέος Αδάμ, ώστε τον παλαιό Αδάμ, που έπεσε εξαιτίας του ξύλου, να τον θεραπεύσει με το ξύλο του σταυρού. 
Με την υπερφυή και πανάπειρη ευσπλαχνία σου προς εμάς, Χριστέ, ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν. 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Μία ἱερὰ εἴκῶν τῆς Σταυρώσεως εἰς τὸ προσκυνητάριον ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ...[;]

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΜΓ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 
11. νταῦθα ἔχομεν πολλὰ εἰπεῖν. Ἔχομεν διάστασιν μεταξὺ μοναχικοῦ καὶ κοσμι­κοῦ τυπικοῦ. 
Κατὰ τὸ δεύτερον ὁ ἱερεὺς «ἐνδεδυμένος ἐπιτραχήλιον καὶ φελώνιον, αἴρει, τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ ποιήσας κύκλον περὶ τὴν ἁγίαν Τράπεζαν, ψάλλων κατὰ τὸ ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου ἐν κατανύξει τὸ ἰδιόμελον "Σήμερον κρεμᾷται ἔπι ξύλου", ἔξέρχεται τῆς βορείου τοῦ ἱεροῦ Βήματος πύλης προπορευομένων λαμπάδων καὶ θυμιατοῦ καὶ φθάνει εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ, ἔνθα πήγνυται ὸ Σταυρός».
Ὕποσημειοὶ ὅμως ὁ ταῦτα συγγραψάμενος Γ. Βιολάκης· «Ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ (ὼς καὶ ἕν Ἄγίω Ὄρει μέχρι τοῦδε [ἄλλ' οὔχὶ καὶ ἔν πάσαις ταῖς Μοναις αὔτοῦ, σημειῶ]) ἢ ἔξοδος αὕτη τοῦ Ἐσταυρωμένου οὔκ ἐγίνετο μέχρι τῆς πατριαρχείας Σωφρονίου τοῦ ἀπὸ Ἀμασείας (1864), καθ' ὅσον οὔτε τὸ Τριωδιον σημειοῖ τοιαύτην τινὰ τάξιν οὔτε τὸ ἀρχαῖον τυπικὸν ἤδη ὅμως καθιερώθῃ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ ὁ λαὸς φαίνεται ποθῶν ἶνα εὔλαβὼς προσκυνήσῃ τὴ ὥρα ταύτῃ Τον διὰ τὰς ἤμετέρας ἁμαρτίας ἄναρτηθέντα ἐπὶ τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ Θεάνθρωπον». Εἰς τὰς ἱερὰς ὅμως Μονὰς δέον ὅπως παραφυλάττηται ἢ ἀρχαία τάξις. Μία ἱερὰ εἴκῶν τῆς Σταυρώσεως εἰς τὸ προσκυνητάριον ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ Ναοῦ ἀρκεῖ. Ἔξ ἄλλου εἰς τὰς ἴερὰς Μονὰς δὲν πρέπει ἶνα ὕπάρχη Ἐσταυρωμένος ὄπισθεν τῆς ἅγιας Τραπέζης, εἴ μὴ μόνον λιτανευτικὸς Σταυρός. 
Σημείωσαι δ' ὅτι ἢ κοπῇ τοῦ Σώματος εἰς τὸ περίγραμμα αὔτοῦ δὲν ἀντέχει εἰς ὀρθόδο­ξον κριτικήν, διότι όλίγον ἀπέχει τοῦ ἀγάλματος, ἔγγίζον τὸ εἴδωλον. 
Ἀφες, σὺ ὸ τυπικάρης, διὰ τοὺς τοῦ κόσμου ἔνοριακοὺς Ναοὺς τοὺς ἔξ ἄνθέων (πολλάκις πλαστικῶν) στεφάνους, τὴν όχλοβοήν των ἄνασταυρούντων καὶ τοὺς ψευδεῖς καὶ ἐπίπλαστους συναισθηματισμούς, τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα τῶν γυναικαρίων τῶν ἀει ποτε μανθανόντων καὶ οὔδέποτε εἰς εὔσέβειαν ἔλθεΐν δυναμένων. 
Ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς τὴν θεολογίαν τὼν τροπαρίων, εἰς τὴν χαρμολύπην τῶν κανόνων, καὶ εἰς τὰς ἑρμηνείας τὼν ἀναγνώσεων.

ΤΥΠΙΚΟΝ 
τοῦ ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦγιασμένου, 
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΑΤΑΡΝΗΣ, σέλ.402

Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἔκρηξι τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως κυοφορεῖται μέσα στὸ ἦθος, στὴ σεμνότητα καὶ στὸ πένθος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς.

 


Ἐρ.: Εἴπατε, ἐπίσης, ὅτι ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε μέσα στὴν ἱστορία, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι διαχρονικό, πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο. Εἴπατε ἀκόμη ὅτι κανένας δὲν εἶναι ἀθῶος, ἑπομένως ὅλοι συμμετέχουμε στὴ σταύρωσι. Μπορεῖτε νὰ μᾶς δώσετε συγκεκριμένα πῶς Τὸν σταυρώνομε σήμερα; 
Ἀπ.: σὺ δὲν ξέρεις; ∆ὲν ξέρεις καθόλου; 
Ἐρ: πλῶς, τὸ σκέφτηκα. 
Ἀπ.: Λίγο; Ἔ, Φθάνει αὐτό.  
Πῶς λέμε στὴν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως: "Ἅπαξ ἑαυτόν τε προσάξας... ἀεὶ σφαγιάζεται ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας"; Εἴτε αὐτὸ τὸ ἅπαξ τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου φανερώνεται ὡς ἀεὶ μέσα στὴν ἱστορία, καὶ αὐτὰ ὅλα, αὐτὰ ποὺ εἶπα, πρέπει νὰ τὰ πάρη κανεὶς πῶς τὰ ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γιατὶ καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ σώση ἁμαρτωλοὺς "ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ", θὰ σοῦ πῆ ὁ ἄλλος, ἂν τὸ ἐξετάση ἔτσι νομικιστικά: "Γιατί εἶναι ὁ πρῶτος; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ποὺ κάναν μεγαλύτερα ἁμαρτήματα". Μά, δὲν εἶναι ἔτσι. Αὐτός, ἐπειδὴ εἶδε τὴν ἀλήθεια, ἔνοιωσε τὸν ἑαυτό του πρῶτο τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος ὅτι ἀληθῶς, ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδία εἶναι αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο ὅλοι εἶναι καθαροί, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀκάθαρτος καὶ κανεὶς βέβηλος. Ὁπότε, βλέπετε ὅτι δὲν λέει ὅτι ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδιὰ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος κάνει τὸ α, καὶ τὸ β καὶ τὸ γ, ἀλλὰ ἐκεῖνος - βλέπετε τὸ συμπέρασμα - ποὺ ἔχει φτάσει σὲ τέτοια συντριβή, σὲ τέτοια αἴσθησι τῆς δικῆς του ἀδυναμίας, καὶ τῆς μεγαλοσύνης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ πάντα σβήστηκαν, καὶ τοὺς θεωρεῖ ὅλους Ἁγίους. Ὅλοι εἶναι καλοί, λέει, καὶ μετὰ δακρύων προσεύχεται ὑπὲρ ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου τοῦ δαίμονος. Ὁπότε, βλέπετε ὅτι μπορεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀνάψη μιὰ τέτοια ὑψικάμινος ἀγάπης καὶ στοργῆς καὶ ἐλεημοσύνης μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ νὰ κατακαίωνται τὰ πάντα· καὶ νὰ εἶναι ἤδη αὐτὸς ἀπὸ τώρα μέσα στὸν Παράδεισο. Ὄχι κατὰ φαντασίαν, ἀλλὰ ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ. Γι’ αὐτό, δὲν μ' ἀρέσει ὁ ἐντοπισμός, ποὺ λέει ὁ Κύριος: "Μὴ σᾶς ποῦν ἐδῶ ἢ ἐκεῖ". Ἂν σᾶς ποῦν ἐδῶ, ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει, μὴν πιστεύσητε, οὔτε - ξέρω καὶ ᾿γὼ - ἐκεῖ, ἀλλὰ "ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί". Ἡ ταπείνωσι εἶναι, καὶ ἡ ἑκούσια ἀποδοχή. Ὅπως ὁ Κύριος εἶναι ὁ "ῥαπισθεὶς ὑπὲρ γένους ἀνθρώπων καὶ μὴ ὀργισθείς". Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, "ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν", ποὺ ξέρει νὰ ὑποφέρη τὸν πόνο. Ἐμεῖς δὲν ξέρομε. Μετά, κάτι ἄλλο, ποὺ λέει ὁ Μεσσίας διὰ στόματος Προφήτου Ἠσαΐου: "Ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα Του, ὁ Προφήτης, ὁ Μεσσίας, λέει, ὁ Κύριος λέει διὰ τοῦ Προφήτου Του: Ἐγὼ οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω. Τὸν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα". Αὐτὸ τὸ "οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω", ἂν ἔρθη ἡ ὥρα μας νὰ περάσουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάστασι, στὸ νὰ ποῦμε νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπειθοῦμε καὶ ἀντιλέγομε, καὶ δὲν γίνεται τίποτα. Ἂν μποροῦμε νὰ φτάσουμε σ᾿ αὐτὸ τὸ "οὐκ ἀπειθῶ οὐδὲ ἀντιλέγω, χτυπᾶτε ὅλοι", κάτι γίνεται. Καὶ αὐτοὶ ποὺ χτυποῦν καὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν χτυποῦν, ὅλοι βοηθοῦν στὸ νὰ ἔρθη ἡ μία βασιλεία, ἡ ὁποία σώζει ὅλους. Γι’ αὐτό, λέμε τὸ ἑξῆς: ὅτι, κατ' ἀρχήν, ἐγὼ αἰσθάνομαι ἄσχημα τὴ στιγμὴ ποὺ σᾶς μιλῶ γι' αὐτὰ τὰ πράγματα. Τί θὰ μὲ ἀνέπαυε; Θὰ μ᾿ ἀνέπαυε νἄμασταν μέσα σὲ μιὰ ἐκκλησία - νὰ μὴν πῶ, στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου δὲν πᾶνε ὅλοι - νἆναι μεγάλη, νἆναι χτισμένη Ὀρθόδοξα, ἁγιογραφημένη Ὀρθόδοξα, καὶ ν' ἀρχίση, τὸ "Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρὸς σέ, ὁ Θεός" καὶ νὰ ἀκούσωμε τὸ Ἀλληλούϊα, μόνο τὸ Ἀλληλούϊα. Καὶ "Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται" τρεῖς φορὲς καὶ τὸ Ἀλληλούϊα τέσσερις καὶ τέσσερις, ὀχτὼ φορές, καὶ νὰ προχωρήσουμε παρὰ κάτω: "Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ". Καὶ τότε τί γίνεται; νὰ μείνη ὁ καθένας σας μόνος, ὄχι κάτω ἀπὸ τὸν βομβαρδισμὸ τῶν δικῶν μου λέξεων, ἀλλὰ τὸν βομβαρδισμὸ τῆς Χάριτος. Ἡ ὕλη εἶναι ἔμπλεως τῆς θείας χάριτος, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ ∆αμασκηνός. Καὶ τὴν πρώτη Κυριακή, τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ εἶναι Κυριακὴ τῆς ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων, λέγεται: "Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐκ σοῦ Θεοτόκε περιεγράφη σαρκούμενος, καὶ τὴν ῥυπωθεῖσαν εἰκόνα εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀναμορφώσας, τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξεν. Ἀλλ' ὁμολογοῦντες τὴν σωτηρίαν, ἔργῳ καὶ λόγῳ, ταύτην ἀνιστοροῦμεν" . Συγκατέμιξεν τῷ θείῳ κάλλει. Καὶ τὸ θεῖο κάλλος εἶναι ἡ χάρις ἡ ἄκτιστη, εἶναι ἡ Θεότης. Κι ἕνας πληγωμένος, κι ἕνας βασανισμένος, δέχεται αὐτὴ τὴν παρηγοριὰ τοῦ θείου κάλλους, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλος, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν εἰκόνα, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ποίησι, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴν ὕλη τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ γι' αὐτό, ἐὰν τυχὸν ἡ ὁρολογία ἡ δική μου φάνηκε εἰδικευμένη, δὲν μ' ἀρέσει ἡ εἰδίκευσι. Πῶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, "ἔξω τῆς πύλης, ἔξω τῶν τειχῶν, ἔξω τῆς πόλεως"; Καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ χάρι Του εἶναι ἔξω ἀπὸ ὁρολογίες εἰδικῶν καὶ ἐξειδικεύσεων. Εἶναι μιὰ χάρις, ἕνα θεῖο κάλλος, τὸ ὁποῖο συγκαταμιγνύεται μὲ τὴν ὕπαρξί μας. Καὶ βλέπετε ὅτι τὴ σωτηρία τὴ νοιώθουμε καὶ τὴ ζοῦμε στὴν Ὀρθοδοξία ὡς θεῖον κάλλος, ὄχι ὡς δικαίωσι νομική. Γι' αὐτό, βλέπετε, στὸ τέλος, τὸ γλεντᾶμε. Ἁπλῶς, δὲν κάνομε τίποτα καὶ χαιρόμαστε. Καὶ εἶναι νὰ χαρῆ ὅλος ὁ κόσμος. Καὶ πρέπει νὰ χαρῆ ὅλος ὁ κόσμος. Κι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: "Θεέ μου, σῶσε τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ σῶσε τους ὅλους. Κι ἂν τυχὸν δὲν τοὺς σώσης, δὲν θέλω οὔτε κι ἐμένα νὰ σώσης, γιατὶ δὲν ξέρω τί σημαίνει Παράδεισος, χωρὶς τοὺς ἀδελφούς μου". Καὶ αὐτὸ ποὺ λέμε τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα: "Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως, μηδεὶς ἐξέλθῃ πεινῶν, μηδεὶς θρηνείτω πενίαν, μηδεὶς θρηνείτω πταίσματα, συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε". Ὅλοι, "νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον". Αὐτὸ εἶναι τὸ εὐαγγέλιο τῆς ὀγδόης ἡμέρας, πέρα ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἔκρηξι τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως κυοφορεῖται μέσα στὸ ἦθος, στὴ σεμνότητα καὶ στὸ πένθος τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Κι ἔτσι, δὲν μιλοῦμε γιὰ Ἅγιον Ὄρος καὶ γιὰ μὴ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ κοσμικοὺς καὶ γιὰ λαϊκούς, γιὰ ζωγραφική, γιὰ φιλοσοφία, χωριστά. Ὅλα περιχωροῦνται, ὅλα συλλειτουργοῦν καὶ ὅλα γεμίζουν ἀπὸ τὸν θεῖο γλυκασμὸ τοῦ οὐρανίου κάλλους καὶ τῆς ἀναπαύσεως ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη· καὶ γι᾿ αὐτό, λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: "Πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει" καὶ περιμένει τὴν ἐλευθερίαν της, τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὰ ἐλευθερωμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ. 
∆ὲν ξέρω, μήπως κουράστηκε ὁ κόσμος

 

Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, 
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων 
Αγίου Όρους 

 

 

Ἡ νίκη ἐπὶ τῶν παθῶν καὶ τὰ παθήματα ὡς μοχλὸς ἐν Πνεύματι ἐμπειρίας



Ἡ νίκη ἐπὶ τῶν παθῶν καὶ τὰ παθήματα ὡς μοχλὸς ἐν Πνεύματι ἐμπειρίας

Πολλάκις ἠσθάνθην ἐμαυτὸν ἐσταυρωμένον ἐπὶ ἀοράτου σταυροῦ. Τοῦτο συνέβαινεν ἐν τῷ Ἄθῳ, ὅτε θυμὸς ἐκυρίευεν ἐμοῦ ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες προσέβαλλον ἐμέ. Τὸ πονηρὸν τοῦτο πάθος ἐφόνευεν ἐν ἐμοὶ τὴν προσευχὴν καὶ οὕτως ὠδήγει ἐμὲ εἰς φρίκην.

Κατὰ καιροὺς ἡ πάλη πρὸς τὸ πάθος τοῦτο ἐφαίνετο ἀδύνατος: Κατέσχιζεν ἐμέ, ὡς τὸ ἄγριον θηρίον κατασπαράσσει τὸ θύμα αὐτοῦ. Συνέβη ποτὲ ἐξ αἰτίας στιγμιαίου ἐρεθισμοῦ ἡ προσευχὴ νὰ ἀποχωρήση ἀπ’ ἐμοῦ. Ἠγωνιζόμην ἐπὶ ὀκτὼ μήνας, ὅπως ἐπιστρέψη αὔτη. Ὅτε ὅμως ὁ Κύριος ἐνέδωσεν εἰς τὰ δάκρυά μου, τότε ἡ καρδία μου ἐγένετο νηφαλιωτέρα καὶ πλέον ὑπομονητική.

Ἡ πείρα αὔτη τῆς σταυρώσεως ἐπανελήφθη ἀργότερον (ἐν Γαλλία ἤδη), ἀλλὰ δι’ ἄλλου τρόπου. Δὲν ἠρνούμην νὰ διακονῶ ὡς πνευματικός τούς προσερχομένους εἰς ἐμέ. Ἰδιαιτέρως συνέπασχεν ἡ καρδία μου μετὰ τῶν ψυχικῶς ἀσθενούντων. Τινὲς ἐξ αὐτῶν κλονισθέντες ὑπὸ ἀκραίων δυσκολιῶν τῆς συγχρόνου ζωῆς, ἐζήτουν ἐπιμόνως παρ’ ἐμοῦ διαρκῆ προσοχήν, πράγμα ὅπερ ὑπερέβαινε τὰς δυνάμεις μου. Ἐδημιουργοῦντο ἀδιέξοδοι καταστάσεις: Πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν καὶ ἐὰν ἐκινούμην, ὑπῆρχε τὶς, ὅστις θὰ ἔκραζεν ἐκ τοῦ πόνου. Τοῦτο ἀπεκάλυψεν εἰς ἐμὲ τὰ παθήματα τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, τῶν συντετριμμένων ὑπὸ τῆς ἀγριότητος τοῦ περιβοήτου ἡμῶν πολιτισμοῦ.

Ἡ κολοσσιαία κρατικὴ μηχανή, καίτοι ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, φέρει ἐν τούτοις χαρακτήρα ἀπροσώπου, ἴνα μὴ εἴπω ἀπανθρώπου, συσκευῆς, ἤτις μετὰ ἀδιαφορίας καταπιέζει ἑκατομμύρια ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. Ἀνίσχυρος νὰ ἀλλάξω τὰ κατ’ οὐσίαν ἀνυπόφορα καὶ ὅμως νόμιμα ἐγκλήματα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν λαῶν, κατὰ τὴν ἐκτὸς πάσης ὁρατῆς εἰκόνος προσευχήν μου ἠσθάνθην τὴν παρουσίαν τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Ἔζων τὸ Πάθος Αὐτοῦ ἐν Πνεύματι τοσούτον ἐναργώς, ὥστε ἡ φυσικὴ ὅρασις τοῦ «ὑψουμένου ἐκ τῆς γὴς» (βλ. Ἰωάν. 12,32) οὐδόλως θὰ ἐνίσχυε τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸν πόνον Αὐτοῦ. Ὅσον μηδαμινὰ καὶ ἂν ἦσαν τὰ βιώματά μου, ἐν τούτοις ηὔξανον εἰς βάθος τὴν γνῶσιν τοῦ Χριστοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ γὴς ἐμφάνισιν Αὐτοῦ, ἴνα σώση τὸν κόσμον.

Θαυμαστὴ ἀποκάλυψις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἐν Αὐτῷ. Οὗτος ἑλκύει πρὸς Ἑαυτὸν τὸ πνεῦμα ἡμῶν διὰ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ. Ἡ ψυχή μου μετὰ κλαυθμοῦ ηὐλόγει καὶ εὐλογεῖ τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, τὸν εὐδοκήσαντα νὰ ἀποκαλύψη εἰς ἐμὲ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τὴν μετ’ οὐδενὸς συγκρινομένην ἁγιότητα καὶ ἀλήθειαν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, διὰ μέσου μικρῶν παθημάτων εἰς τὰ ὁποία ὑποβαλλόμεθα. 


Οσίου Σωφρονίου Σαχάρωφ τοῦ Ἔσσεξ.
 Περὶ Προσευχῆς, 
Ἱ.Μ.Τιμίου Προδρόμου 
Ἔσσεξ Ἀγγλίας

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Ε´ 

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΩΣ «ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ» ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 

1. Τὸ ἀληθινὸ έπιβάλλεται μὲ τὴν παρουσία του ῾

 

Ο Κύριος ἐπιβάλλεται μὲ τὴν παρουσία Του, μὲ τὴ διαβεβαίωσι· «᾿Εγώ εἰμι» (᾿Ιω. 18, 5). 

∆ὲν ἀντιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔρχονται νὰ Τὸν συλλάβουν σὰν ληστή. ∆ὲν ἔχει τίποτε νὰ πῆ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν δικάζουν. ∆ὲν ἔχει σκοπὸ οὔτε τοὺς πρώτους νὰ κτυπήση, οὔτε ἀπὸ τοὺς δεύτερους νὰ δικαιωθῆ. ᾿Αλλοῦ βρίσκεται ὁ ἀγώνας Του· Μὲ τὸν Πατέρα Του μόνον ὁμιλεῖ. 

Στὴ Γεθσημανῆ, γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ῎Επεσε κατὰ πρόσωπον μέχρι τὴ γῆ. ῎Εφτασε ἡ παναγία Του ψυχὴ στὴ λύπη, τὴ μέχρι θανάτου. Παρεκάλεσε· 

«Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 39). 

Εἶναι πικρὸ τὸ ποτήριο τὸ ὁποῖο ἔφτασε ἡ ὥρα νὰ πιῆ· εἶναι ὅλη ἡ πίκρα τῆς ἁμαρτίας μας. 

Καὶ καταλήγει· 

«Μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42). 

Τότε τὰ πάντα ἔχουν τελειώσει. «᾿Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν» (᾿Ιω. 14, 31). 

῞Ο,τι ἔχει νὰ κάμη ὁ καθένας, ἂς τὸ κάμη τὸ συντομότερο. ∆ὲν προκειται νὰ θιγῆ στὸ ἐλάχιστο τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τὸ κάθε τι θὰ φανερώση τὴ δύναμι τῆς καταφάσεως. Τὸ ναὶ στὸ Πατρικὸ θέλημα. 

Προχωρεῖ ἐλεύθερα. Καὶ ἡ ἀλήθεια ὁμολογεῖται μὲ τὴν ἤρεμη διαβεβαίωσι τῆς παρουσίας Του· 

«᾿Εγώ εἰμι». 

Αὐτὸ ἔχει Τριαδικὴ δύναμι καὶ θεμελίωσι. 

᾿Εγὼ εἶμαι, ποὺ δὲν φοβᾶμαι τίποτε. ∆ὲν ἔχω τίποτε δικό μου σὰν σχέδιο ἢ θέλημα. 

᾿Εγὼ εἶμαι, ποὺ εἶπα· μὴ τὸ ἐμὸν ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω θέλημα. 

᾿Εγὼ εἶμαι ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε φόβο ἢ ἀγωνία. Γιατὶ ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 

«᾿Εγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν» (᾿Ιω. 10, 30). 

Τὸ ᾿Αληθινὸ σώζει τὸν ἄνθρωπο, σώζει ὅλους καὶ ὅλα. ῞Οταν εἶναι βίαιο, εἶναι καὶ γαλήνιο. ῞Οταν ἔρχεται ἤρεμα, ἔχει τὴ δύναμι τῆς παντοκρατορίας. ῞Οταν εὐλογῆ, καθαίρει. ῞Οταν ρίπτη χαμαὶ τοὺς ἐρχομένους ἐναντίον του, τοὺς εὐεργετεῖ· αὐτὸ εἶναι εὐλογία καὶ θεραπεία γι᾿ αὐτούς. 

Τὸ ἴδιο καὶ ὁ ᾿Ορθόδοξος προετοιμάζεται γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως ὄχι συζητώντας μὲ τὴ λογικὴ τούτου τοῦ κόσμου, ὄχι τροχίζοντας τὰ σπαθιὰ τῆς ἀμύνης σὲ ἀνθρώπινη διαλεκτικὴ ἢ ἔξαψι πάθους, ἀλλὰ παίρνοντας μιὰ γεῦσι καὶ μιὰ γνῶσι ξένη στὴ «σχόλη» καὶ τὴν ἐν λευκῷ παράδοσι στὸν Θεό. «Σχολάσατε καὶ γνῶτε» (Ψαλμ. 45, 11). 

Σχολάσατε· Μείνατε σ᾿ ἐγρήγορσι πνευματική, μ᾿ ἀνοιχτὸ πρόγραμμα καὶ αἰσθήσεις, γιὰ νὰ ἀκοῦτε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε στιγμή. Καὶ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου» νὰ εἶναι ἡ ἀσπίδα καὶ τὸ φῶς σας. 

Σ᾿ αὐτὴ τὴ νῆψι ζήτησε ὁ Κύριος νὰ μείνουν οἱ μαθητές Του, ἀγρυπνώντας μαζί Του· «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε» (Ματθ. 26, 41). 

᾿Εκεῖνοι δὲν τὸ κατώρθωσαν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μόλις ἦρθε ὁ κίνδυνος ἀντέδρασαν σπασμωδικά. ῎Εβγαλαν σπαθιά, ὅπως κάνει ἡ δειλία τοῦ κόσμου καὶ ἡ θρασύτης τοῦ ψεύδους. 

῎Εβγαλαν μαχαίρια γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὸν Κύριο. ∆ὲν εἶχαν καταλάβει, βεβαρημένοι ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὅτι Αὐτὸς -ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ- εἶναι τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον, καὶ ὅτι μὲ τὴν παρουσία Του τέμνει νέους δρόμους ζωῆς, ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας. 

῾Ο Κύριος δὲν ἀκούει τὸν Πέτρο, καὶ δὲν κτυπᾶ τοὺς ἐρχομένους γιὰ νὰ σώση τὸ ἄτομό Του. Νίκη Του δὲν εἶναι νὰ δῆ τοὺς ἐχθρούς Του στὰ πόδια Του νεκρούς. 

∆ὲν ἔχει ἐχθρούς. ∆ὲν βλέπει τὸν ἄνθρωπο σὰν ἐχθρό Του, ἔστω καὶ ἂν ἔρχεται ἐναντίον Του. Τὸν βλέπει σὰν ἄρρωστο, μὴ γινώσκοντα τί ποιεῖ. Καὶ πεθαίνει Αὐτὸς γιὰ νὰ ζήσουν οἱ ἐχθροί Του. 

∆ὲν σκοτώνει τὸν ἄνθρωπο· κατακρίνει τὴν ἁμαρτία. ∆ὲν τὴν κατακρίνει στὸ σῶμα τοῦ ἄλλου -ἔπρεπε τότε ὅλοι νὰ πεθάνωμε (ἅγιος ᾿Αθανάσιος)- τὴν κατακρίνει ἐν τῇ Σαρκὶ Αὐτοῦ. 

᾿Αντὶ νὰ θανατώση στὴ στιγμὴ τοὺς ἐπιτιθεμένους, σωζόμενος ἀτομικὰ (πράγμα ποὺ θὰ ἦταν δική Του ἧττα), προτιμᾶ νὰ θανατωθῆ ᾿Εκεῖνος, σώζοντας στὸ διηνεκὲς τοὺς πάντας. Τοὺς πάντας, ποὺ δὲν εἶναι κάτι ξένο ἀπὸ τὸν ἑαυτό Του. Τοὺς πάντας, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ᾿Εκκλησία Του, ποὺ εἶναι τὸ Σῶμα Του. 

Νίκη του εἶναι ἡ σωτηρία τῶν πάντων. Σκοπός Του «ἵνα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἓν» (᾿Ιω. 11, 52). «῞Ινα ἀνακεφαλαιώσῃ ἐν ἑαυτῷ τὰ πάντα» (᾿Εφεσ. 1, 10). Καὶ δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὄχι μόνο τοὺς «ἐχθρούς» Του σώζει, ἀλλὰ ἐξαρθρώνει τὸ μίσος καὶ ἐξαφανίζει τὴν ἐχθρότητα. «Τὴν ἔχθραν κτείνας, ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν εἰρήνην χαρίζεται» (Εἱρμὸς ε´ ᾠδῆς κανόνος Θεοφανείων). 

∆ιδάσκει ἄλλο τρόπο ἐπιβολῆς, ποὺ βασιλεύει στὰ πέρατα· ∆ὲν ἀπομονώνει, δὲν νεκρώνει, ἀλλὰ προσλαμβάνει καὶ θεώνει. 

῾Η ἀτομικὴ σωτηρία εἶναι μόνωσι. ῾Η θυσία, ἡ κάθοδος ἀπὸ ἀγάπη, εἶναι ἄνοδος. «῾Ο καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς» (᾿Εφεσ. 4, 10). «Κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτὸν» (᾿Ιω. 12, 32). ῞Οταν ᾿Εκεῖνος προσφέρεται ἑκούσια ἀπὸ ἀγάπη σὲ θάνατο γιὰ νὰ σώση 836 τοὺς φίλους Του, τότε εἰσέρχεται μέσα στὸν κόσμο ἀκτίνα τρισηλίου φέγγους. Καινὸς τρόπος ζωῆς ἀναγεννᾶ τὰ πάντα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς καθολικότητος, τῆς ἐνσωματώσεως τῶν πάντων ἐν Χριστῷ. «᾿Εκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι» (Α´ ᾿Ιω. 3, 16). 

Τούτη εἶναι ἡ Καινὴ ᾿Εντολὴ τῆς ἀγάπης, ἡ ἀποκάλυψι τῆς φύσεώς μας, ποὺ οὐκ ἔξωθεν «ἀλλ᾿ ὁμοῦ τῇ συστάσει τοῦ ζώου τοῦ ἀνθρώπου φημὶ σπερματικός τις λόγος ἡμῖν ἐγκαταβέβληται οἴκοθεν ἔχων τὰς ἀφορμὰς τῆς πρὸς τὸ ἀγαπᾶν οἰκειώσεως»(Μ. Βασίλειος, Ρ.G. 31, 908C). Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε καὶ ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας. 

Τὸ πῶς ὑποστηρίζει κανεὶς καὶ ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια του μαρτυρεῖ γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι ἡ φύσι της. 

Τὸν Θεὸ πρέπει νὰ Τὸν γνωρίζωμε θεοπρεπῶς καὶ νὰ μιλοῦμε ἀνάλογα γι᾿ Αὐτόν. ῎Ετσι, μόνο αὐτοὶ ποὺ εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ τὴ στένωσι τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ ἔχουν παραδοθῆ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ κινηθοῦν ἄνετα στὸ μαρτύριο τῆς ᾿Αλήθειας, κινούμενοι σὲ χῶρο ἐλευθερίας (ἐπέκεινα τῆς ἀγωνίας), ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. 

Οἱ παλληκαρισμοὶ τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου εἶναι φάσματα παροδικά, ἀνίσχυρα στοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς. Λυγίζει τὸ παλληκάρι τὸ μεγάλο μπροστὰ σὲ μιὰ παιδίσκη. ῾Ο ληστὴς δὲν φοβήθηκε, γιατὶ ἦταν σταυρωμένος.῾Ο Πέτρος ἀρνήθηκε τὸν Χριστό, γιατὶ φοβήθηκε τὸ σταύρωμα. ᾿Ελεύθερος εἶναι ὁ σταυρωμένος. 

∆ὲν φοβᾶται ὁ νεκρὸς τὸν θάνατο. ∆ὲν χάνει κανεὶς αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει. 

Κανεὶς ἀσφαλισμένος δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίση τὸν Θεό. Κανεὶς ποὺ ἀμύνεται κοσμικὰ, σὰν τὸν Πέτρο, δὲν πιστεύει. Θὰ ὁμολογήση ἀναπόφευκτα τὴν ἀλήθεια (μετ᾿ ἀναθεματισμοῦ καὶ ὅρκου) ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Χριστό. 

Καὶ τότε, μετὰ τὴν ἐπώδυνη αὐτὴ κένωσι καὶ αἴσθησι τῆς ὁλικῆς ἀγνοίας, θὰ ἔλθη τὸ κλάμα, ἡ συντριβή, ἡ Χάρι. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀνατείλη ὁ ἥλιος, θὰ βλαστήση ἡ πίστι. Λιωμένος ἀπὸ τὸ πολὺ κλάμα, σὰν μωρὸ παιδί, γίνεται πάλι ὁ βράχος τῆς πίστεως. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος θὰ παραγγείλη· «Εἴπατε τοῖς μαθηταῖς καὶ τῷ Πέτρῳ». 

Κανεὶς ὁπλισμένος δὲν ἔχει νικήσει τὸν φοβο. Μόνο ὁ ἑκούσια ἔκθετος σὲ κάθε κίνδυνο ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸν Θεό. Γνωρίζει τὸν Θεὸ ὄντας μέσα σ᾿ Αὐτόν. 

᾿Εὰν βλέπης μπροστά σου ἐχθροὺς καὶ ἀμύνεσαι, δὲν εἶσαι ἐλεύθερος. ῾Η βασιλεία σου εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ καταργουμένου. Εἶσαι δοῦλος. 

᾿Εὰν βλέπης τοὺς ἄλλους ξένους ἀπὸ σένα, ἀγνοεῖς τὸν ἑαυτό σου. 

Οἱ ᾿Ιουδαῖοι χλεύαζαν τὸν Κύριο στὸν Σταυρό· «῎Αλλους ἔσωσε, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι». ∆ὲν ἤξεραν ὅτι οἱ ἄλλοι τοὺς ὁποίους ἔσωσε ἦταν ὁ ἑαυτός Του. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη σωτηρίας οὔτε ἀμύνης. Εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ ἀσφάλειά μας. 

Εἶμαι ᾿Ορθόδοξος ὁμολογητὴς σημαίνει· εἶμαι σταυρωμένος. Γίνομαι τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ πάντες νὰ κοινωνήσουν στὴ μιὰ ζωή. Γιατί, μιὰ φορὰ νὰ γεύτηκες ἀπ᾿ αὐτὴν ἀληθινά, δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ τὴν ξεχάσης. ∆ὲν τὴ θυμᾶσαι ἁπλῶς· σὲ κατακλύζει, γίνεται πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου. 

Γίνεσαι «παράφρων» (᾿Αββᾶς ᾿Ισαάκ), γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι ἀδελφοί σου κοινωνοὶ τῆς ποιότητός Του. Τὰ τέκνα τοῦ προπάτορος ᾿Αδὰμ νὰ γίνουν μέτοχοι τοῦ Νέου ᾿Αδάμ, τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ τῆς τροφῆς, ποὺ μελίζεται καὶ δὲν διαιρεῖται. 

Θυσιάζομαι, ἐδῶ σημαίνει· χάνομαι στὴ ζωή, κατακλύζομαι ἀπὸ αἰωνιότητα. ῾Ο ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου. «῾Ο ἄλλος ὁ Θεός μου» (Εὐεργετινός). 

῾Ο ᾿Ορθόδοξος, - ὁ ῞Αγιος, ἀγαπᾶ τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα πρὶν τὰ γνωρίση. Τὰ γνωρίζει μὲ τὴν ἀγάπη. Πλησιάζοντας τὸν ᾿Ορθόδοξο τὸν βλέπεις νὰ πονᾶ γιὰ σένα· νὰ σὲ γνωρίζη, νὰ σὲ ἀγκαλιάζη πρὶν σὲ δῆ. Νὰ σὲ ἀγαπᾶ πρὶν τὸ καταλάβης. Νὰ ἀποτελῆ ἐσώτατο ἑαυτό σου· οἰκεῖο καὶ ἄγνωστο βάθος σου, ὄχι κάτι ξένο. 

Σ᾿ αὐτὸν γνωρίζεις τὴν ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη προηγεῖται τοῦ ἑαυτοῦ του. ῾Ο ἑαυτός του ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τρέφεται προσφερόμενος σ᾿ Αὐτήν· «῾Ο Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α´ ᾿Ιω. 4, 8). 

Στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς θυσιαστηρίου ἀγάπης ὁ ᾿Ορθόδοξος κατὰ χάριν εἰκονίζει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ποὺ προαιώνια, μυστηριακὰ αἱμάσσει ὡς τὸ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἐσφαγμένον ᾿Αρνίον τῆς ᾿Αποκαλύψεως. 

∆ὲν εἶναι ἐλεύθερος ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ. ῾Η ἀγάπη «ἔξω βάλλει τὸν φόβον». Κατακαίει τὰ πάντα. ᾿Ελεήμων καρδία εἶναι «καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος. Καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. ᾿Εκ τῆς πολλῆς καὶ σφοδρᾶς ἐλεημοσύνης τῆς συνεχούσης τὴν καρδίαν, καὶ ἐκ πολλῆς καρτερίας σμικρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ, καί οὐ δύναται βαστάξαι ἢ ἀκοῦσαι ἢ ἰδεῖν βλάβην τινὰ ἢ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γινομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἀλόγων, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας, καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτοὺς καὶ ἱλασθῆναι αὐτοῖς ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύνης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ» (᾿Αββᾶς ᾿Ισαάκ, Λογ. πα´, σελ. 306). 

Τεταμένος πάνω στὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ ἀναπαύεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν αὐτὸ γίνεται σὰν προσφορὰ ἀγάπης πρὸς τοὺς ἄλλους. ∆ὲν ὑπάρχει τρόπος καὶ τόπος ποὺ ἀναπαύει τὴν ἀνθρώπινη φύσι βαθύτερα (πιὸ ἀληθινὰ καὶ θεανθρώπινα) ἀπὸ τὸ σταύρωμα καὶ τὸν σταυρό τῆς ἀγάπης. ∆ὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριὰ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὀδύνη. Τότε δὲν ὑποστηρίζει ἕνα κομμάτι. ∆ὲν τὸν ἐνδιαφέρει τὸ ἐπὶ μέρους καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήση στὴν κόλασι τοῦ μισοῦ καὶ τοῦ μίσους. ∆ὲν μπορεῖ νὰ δῆ τὸν ἄλλο νὰ ὑποφέρη. ᾿Αγκαλιάζει τὸ ὅλο. ῞Ολα εἶναι δικά του. Σταυρώνεται γιὰ ὅλα. Εἶναι καθολικός, ἤρεμος. 

Καὶ ἡ ᾿Ορθόδοξη εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου δὲν μᾶς παρουσιάζει τὸν πόνο κάποιου ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν καρφιῶν του, ἀλλὰ φανερώνει τὴ γαλήνη τοῦ ῾Ενός, τοῦ «Βασιλέως τῆς ∆όξης», ποὺ ἀναπαύεται στὴν κατάπαυσι τῆς ἀγάπης. Βρίσκεται στὸν Σταυρὸ καθηλωμένος, προσφερόμενος ἑκούσια ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας. Καὶ αὐτὴ ἡ πρᾶξι δὲν λέγεται θάνατος, ἀλλὰ εἶναι ἀτελεύτητη ζωὴ καὶ αὔξησι. 

῞Οταν ὁ ᾿Ορθόδοξος θεολογῆ, ἐργάζεται, σταυρώνεται, «ἀπόλλυται» γιὰ νὰ ἀφήση τὸν χῶρο ἐλεύθερο γιὰ νὰ ἔλθη ᾿Εκεῖνος ποὺ σώζει ὅλους· Αὐτὴ ἡ κατοχή, ἔλευσι καὶ προσδοκία τῆς καθολικῆς σωτηρίας, ποὺ στοιχίζει τὸν θάνατο τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς, ἀποτελεῖ τὴν προσωπικὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ χαρίζει τὶς πραγματικές του διαστάσεις, τὴν ἀποκαραδοκούμενη παραδείσια γαλήνη, καὶ τὸν ἀναλαμβάνει στὸν χῶρο τῆς Τριαδικῆς αὐτοσυνειδησίας. 

*

«῎Ετι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς» (Λουκ. 18, 22). 

Αὐτὸ τὸ «ἓν» ἔτι λείπει πάντα ἀπὸ ὅλους. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνωμε πάντα ὅλοι μας γιὰ νὰ ζοῦμε· Νὰ πουλοῦμε ὅ,τι ἔχομε καὶ νὰ τὸ δίδωμε, νὰ τὸ χάνωμε. ῞Ο,τι βγαίνει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀτέλειωτη πώλησι, προσφορά, νὰ τὸ δίνωμε στοὺς «φτωχούς». ῎Ετσι μαζεύεται θησαυρὸς ἐν οὐρανῷ. Αὐτὸν δὲν πρέπει καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν πουλήσωμε ἢ νὰ τὸν δώσωμε σὲ κανένα, γιατὶ ἀνήκει ὁλόκληρος σ᾿ ὅλους. Αὐτὸς εἶναι τὸ σύμβολο καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἑνότητος καὶ ἑνοποιήσεως τῶν πάντων καὶ ταυτόχρονα τῆς διαστολῆς τοῦ καθενὸς στὶς διαστάσεις τῶν πάντων. 

῾Ο ᾿Ορθόδοξος εἶναι καθολικός· Τὸ ᾿Ορθόδοξον ἀφορᾶ, ἀνακεφαλαιώνει καὶ σώζει τὸ καθ᾿ ὅλου. ∆ὲν ἀφήνει τίποτε ἔξω. ∆ιάστασί του εἶναι τὸ ἀδιάστατον τοῦ θανάτου· διάρθρωσί του εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος. 

Τὸ μὴ ᾿Ορθόδοξον εἶναι ἐπὶ μέρους, ἀνεπαρκές, ἀκατάστατο, προκλητικὸ καὶ παραπλανητικὸ γιὰ ὅλους. 

῾Η ᾿Εκκλησία φέρει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἠρεμίας στὸ μέτωπο της (᾿Αποκ. 7, 3), φέρει τὸν Τριαδικὸ χαρακτήρα, ὡς σύστασι τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς της. 

 Αρχιμ.Βασιλείου Γοντικάκη 
απο το βιβλίο ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ 
στοιχεία λειτουργικής βιώσεως 
του μυστηρίου της ενότητος 
μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία 

από τις εκδόσεις: ΑΡΜΟΣ



Αόρατοι γυμνοί ασκητές της Ραϊθού την αγία Μεγάλη Πέμπτη



Αόρατοι γυμνοί ασκητές της Ραϊθού την αγία Μεγάλη Πέμπτη
 ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Ο αββάς Στέφανος ο Καππαδόκης μας διηγήθηκε τα εξής: «Πριν από πέντε χρόνια ήμουν στη Ραϊθού και την αγία Μεγάλη Πέμπτη, ενώ στεκόμουν στην εκκλησία και τελούνταν η αγία αναφορά, βλέπω δυο αναχωρητές να μπαίνουν στην εκκλησία. Ήταν γυμνοί, αλλά κανένας άλλος από τους πατέρες δεν είδε ότι ήταν γυμνοί εκτός από μένα. Όταν λοιπόν μετάλαβαν το άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, βγήκαν από την εκκλησία και μαζί τους κι εγώ. Όταν βγήκαμε από το κάστρο κάνω μετάνοια μπροστά τους λέγοντας: «Κάντε αγάπη και πάρτε με μαζί σας». Κατάλαβαν αυτοί ότι τους είδα γυμνούς και λένε: «Καλά κάθεσαι, ησύχαζε στον τόπο σου». Και πάλι εγώ για δεύτερη φορά έκανα μετάνοια παρακαλώντας να με πάρουν μαζί τους και πάλι μου αποκρίθηκαν: «Δεν μπορείς να ‘ρθεις μαζί μας. Καλά κάθεσαι, ησύχαζε». Και αφού προσευχήθηκαν μπροστά μου, πέρασαν πάνω από τα νερά της θάλασσας και έφυγαν στο απέναντι μέρος της θάλασσας». 

Γεροντικό του Σινά, 
Στέφανος ο Καππαδόκης, σελ. 425

Δημοφιλείς αναρτήσεις