Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Γίνε η Ησυχία του Κόσμου: Υπερβαίνοντας τα Εμπόδια των Ανθρώπων και των Πραγμάτων

Τῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον
β΄ 1 - 12

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  20 Μαρτίου του 1994

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Δε γνωρίζω να υπάρχει άνθρωπος που να μην θέλει να έχει καρδιά γαληνεμένη και ήσυχη, που να θέλει να είναι ταραγμένος, δηλαδή που να μην θέλει να βρίσκει τον παράδεισο που επέτρεψε ο Θεός να έχουμε μέσα μας και να τον καλλιεργούμε κάθε μέρα. Και επειδή άλλο δρόμο ακολουθήσαμε και επειδή η ζωή μας πολύ ταραγμένη είναι - γιατί μέσα μας είμαστε πολύ ταραγμένοι - οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας χαράξαν δρόμους βαθείς και έδωσαν προτάσεις ουσιαστικές, για να μπορούμε ακριβώς να ξεκινήσουμε να ζούμε την Βασιλεία του Θεού την αιώνια - βρίσκοντας μέσα μας τον χαμένο παράδεισο, που φύτευσε ο Θεός από την αρχή στην ψυχή μας κι εμείς δεν τον καλλιεργούμε.

Ένας από αυτούς τους μεγάλους Πατέρες, που χαράξαν δρόμους νηπτικούς για αυτό το θέμα που σας αναλύω, είναι και ο σήμερα υπό της Εκκλησίας προβαλλόμενος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης, στη μεγάλη χορεία των νηπτικών Πατέρων και των θεοπτών Πατέρων. Το κείμενο το ευαγγελικό, που ακούσαμε πριν από λίγο, εκθέτει εν ολίγοις τις απόψεις του. Ή, να το πω αντίστροφα, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς αξιοποίησε και αυτό το κείμενο για να παρουσιάσει το πώς θα βρούμε μέσα μας τον χαμένο μας παράδεισο. Τρία στοιχεία να αξιοποιήσω από το κείμενο αυτό, που περνούν μέσα στα κείμενα του Γρηγορίου του Παλαμά και σε ένα λόγο του κατεξοχήν ησυχαστικό, που λέγεται «Λόγος προς τους ιερώς ησυχάζοντας» και που αρχίζει  ως εξής: «Αυτά που θα σας πω φαίνεται να αφορούν μονάχα κάποιους ανθρώπους αλλά είναι για όλους. Ο Χριστός όταν μίλησε για ‘νήψη’ και για άσκηση αναφέρθηκε σε όλους».

Να λοιπόν τα τρία σημεία από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο. Το πρώτο. Ο παράλυτος, που βρίσκει γύρω του πάρα πολύ κόσμο που είναι εμπόδιο για να περάσει. Παρατήρηση του Γρηγορίου του Παλαμά: «Αν θεωρήσεις πως κάποιος άνθρωπος είναι εμπόδιο στη ζωή σου για οποιοδήποτε θέμα, δεν μπορείς να βρεις μέσα σου τον χαμένο παράδεισο». Είναι αδύνατο να γαληνέψεις και να ηρεμήσεις. Οποιοσδήποτε, ή εχθρός σου είναι ή επίβουλος της ησυχίας σου, της περιουσίας σου, ακόμη και της ζωής σου αν είναι αυτός. Αν θεωρήσεις που σε εμποδίζει να ζήσεις, ξέχνα το δρόμο της Εκκλησίας, ξέχνα το δρόμο για να βρεις τον χαμένο παράδεισο.

Δεύτερο σημείο. [Οι συγγενείς του παραλύτου] βρίσκουνε τον κόσμο γύρω και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε και χαλούν τη στέγη. Γι’ αυτούς εμπόδιο δεν υπάρχει. Αν τα πράγματα τώρα - μετά τα πρόσωπα - σε εμποδίζουν, και εσύ κάθεσαι και λες «με εμποδίζουν τα πράγματα», πάλι είσαι υπεύθυνος για τον χαμένο παράδεισο και την ταραχή που φτιάχνεις μέσα σου. 

Τρίτο σημείο. Ο Χριστός, όταν βλέπει γύρω του τους ανθρώπους που διαλογίζονται και λένε «μα πώς μπορεί αυτός να συγχωρήσει αμαρτίες;», με ένα δικό Του τρόπο, τους κρίνει και λέει ότι «διαλογίζονται ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν». «Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» Τι κάνουν αυτοί; Αυτοί που διαλογίζονται κάνουν αυτό που δεν κάνουν οι άλλοι, ο παράλυτος και εκείνοι που τον μεταφέρουν. Ο παράλυτος και εκείνοι που το μεταφέρουν ούτε διαμαρτυρήθηκαν ούτε έκαναν ενστάσεις ούτε είχαν διαλογισμούς για τις δυσκολίες που είχαν στον δρόμο τους·  διαλογισμούς έχουν κάποιοι άλλοι.

«Διαλογισμός» σημαίνει αυτό που λέει και αυτή η πρόθεση «διά»· ένα κομματιασμένο, διηρημένο, διχασμένο μυαλό ένας διχασμένος νους. Και γιατί ο νους έγινε διχασμένος; για τις προηγούμενες προϋποθέσεις: δυσκολίες απ’ τα πρόσωπα και απ’ τα πράγματα. Ο νους λοιπόν διχάζεται, βρίσκει προβλήματα και δεν ξέρει τι να κάνει. Κομματιάζεται και τότε βρίσκει παντού αιτίες, παντού βρίσκει τις ευθύνες και χάνει τον χαμένο παράδεισο. Και, αντί να ψάχνει αλλού τις ευθύνες, να μην τις ψάχνει πουθενά, και να αποδώσει τις δυσκολίες στον Θεό. Και τότε σταματάει ο διαλογισμός, και τότε γαληνεύει ο άνθρωπος μέσα του και τότε η ταραχή περνάει. Και τότε αυτός ο άνθρωπος, είτε στον κόσμο είναι είτε σε μοναστήρι ζει ή σε οποιαδήποτε άκρη της γης και να βρίσκεται, από την Ορθοδοξία μας χαρακτηρίζεται ως «νηπτικός». Μπορεί ο όρος να είναι πάρα πολύ βαρύς και πάρα πολύ βαθύς να μας φαίνεται, αλλά ο άνθρωπος που δεν διαλογίζεται, που δεν έχει νου κομματιασμένο, που βρήκε σημαίνει από τώρα τον χαμένο παράδεισο, είναι νηπτικός. Και ο παράδεισος είναι για τους νηπτικούς, για εκείνους δηλαδή που έχουν καθαρά μάτια και μπορούν να δουν τα πράγματα. Και για να έχεις καθαρά μάτια, πρέπει μέσα σου να μην βρίσκεις εμπόδια από τα έξω τα πράγματα· Γρηγόριος Παλαμάς. 

Και η σημερινή δευτέρα Κυριακή των Νηστειών είναι πρόκληση για εμάς. Πρόκληση θα έλεγα για τις αισθήσεις μας. Γιατί οι αισθήσεις μας, αντί να μαζεύουνε δοξολογικά το φως του Θεού και τα πράγματα που φωτίζονται από τον Θεό, μαζεύουν πάνω μας, μέσα απ' όλες τις πηγές και τους πόρους που έχουνε, την ταραχή των πραγμάτων και των ανθρώπων του κόσμου. Και τότε δεν μπορούμε να γίνουμε νηπτικοί. Άρα η υπόθεση είναι υπόθεση σωστής ή λανθασμένης αξιοποιήσεως των μηνυμάτων που έρχονται απ’ έξω. Τα μάτια σου να τα κλείσεις δεν μπορείς, το στόμα σου να το κλείσεις δεν μπορείς, τα αυτιά σου να τα κλείσεις δεν μπορείς, να χωθείς σε μια τρύπα μέσα θα είναι στρουθοκαμηλισμός, γιατί τα προβλήματα θα υπάρχουν. Δεν είναι απλώς το θέμα να γίνεις ήσυχος πια, είναι να γίνεις ησυχία για τον κόσμο. Γιατί, αν κρυφτείς και αν φύγεις, ησύχασες. Αλλά με τον κόσμο τι γίνεται; Έγινες ησυχία για τον κόσμο; Και αυτό είναι το αποκορύφωμα της προτάσεως του Γρηγορίου του Παλαμά στον λόγο του προς τους ιερώς ησυχάζοντας, για τους ανθρώπους που γίνονταν νηπτικοί. Όχι μόνο να ησυχάσουν εκείνοι. Αυτό θα ήταν εύκολο, αν ξέφυγες από τον κόσμο. Αλλά να γίνεις ησυχία για τον κόσμο!

Ευχή λοιπόν και πρόκληση. Μέσα από τέτοιες παρατηρήσεις και μέσα από τέτοιες δυνατότητες ζωής, να γίνουμε και εμείς - μην το φοβηθούμε αλήθεια, έτσι προτείνει ο σήμερα τιμώμενος υπό της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς - να γίνουμε και εμείς νηπτικοί βαθύτατα, για να γίνουμε πρόκληση παραδείσου για τον κόσμο.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ πλ. ἆ’ ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ
ΗΧΟΣ πλ. ἆ’ 

 

 ΤΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΪΤΩΝ. 
ᾨδὴ ἀ’. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Ἵππον καί ἀναβάτην.
ἤματα ἐγκωμίων καί δέησιν προσευχῆς, ἐκ πτωχῆς διανοίας καί ἀναξίου στόματος, τολμήσας προσφέρω σοι, σύ δε Κόρη πρόσδεξαι, ὤσπερ δύο λεπτά θεοδέκτα. 
Ἆλλον Παράδεισον σε γινώσκομεν νοητόν, ἀσυγκρίτως νικῶντα, τόν ἐν Ἐδέμ Παράδεισον, Μαρία Πανάμωμε˙ σύ γάρ Θεονύμφευτε, τήν ἀφθαρσίαν βροτοῖς ἐβλάστησας. 
Ξύλον ζωῆς τρυγῆσαι ἐν Παραδείσῳ Ἀδάμ, ἐκωλύθη τοῦ δένδρου μετειληφώς τῆς γνώσεως˙ θανάτου δε σέσωσται, Θεοτόκε Πάναγνε, ἀθανασίαν ἐκ σου δρεψάμενος. 
Τέτοκας σαρκοφόρον τόν πρίν ασώματον˙ τόν τροφέα μαζοῖς σου, Πανάμωμε εξέθρεψας˙ αὑτόν οὑν ἱκέτευε, διαθρέψαι ἄρτῳ με, ἐναρέτων καί θείων πράξεων. 
ᾨδὴ γ’. Ὁ πήξας ἐπ’ οὐδενός.
νθέως τόν Γαβριήλ ταξίαρχον ἔχοντες, εὐσεβῶς τό χαῖρε δεῦτε προσάξωμεν, τῆ ἀπειρογάμῳ τοῦ Θεοῦ, πάντες Μητρί συμφώνως˙ δι’ ἡ κινδύνων τε καί θλίψεων, καί ἀσθενημάτων λυτρούμεθα. 
Τὁ χαῖρε χαρμονικώς σοι κράζομεν ἅπαντες, οἱ σωθέντες Κόρη τῷ θείω τόκῳ σου˙ χαῖρε γῆ ἀνήροτε χρυσοῦν, στάχυν ἐκθρεψαμένη, τόν διατρέφοντα τά πέρατα, πάλαι ἀπιστία λοἰμώξαντα. 
Ἀγγέλων ἁγιωτέρα ὤφθης κυήσασα, τόν αὑτούς Παρθένε δημιουργήσαντα˙ ὅθεν ἱκετεύω σε ἁγνή, ἁγίασον τόν νοῦν μου, καί τήν καρδίαν φωταγώγησον, νέφη τῶν παθών ἐκδιώκουσα. 
Τἀ τόξα τά τήν ἐμήν καρδίαν τιτρώσκοντα, τῶν δεινῶν δαιμόνων Δέσποινα σύντριψον, καί ῥομφαίαν πῆξον τήν αὑτῶν, εἰς τήν αὑτῶν καρδίαν, ποιοῦσα κρίσιν καί ἐκδίκησιν, ἐν τοῖς ἀδικοῦσιν ἀδίκως με. 
ᾨδὴ δ’’. Τήν θείαν ἐννοήσας σου.
Διάχρυσον ἐσθῆτα θεότητος, σοι περιθείς ὁ σός Υἱός, ἐκ δεξιῶν αὑτοῦ ἔστησε, πεποικιλμένην σε Κόρη, καί περιβεβλημένην ὡς Ἄνασσαν. 
Τοὐ ἄσματος φωνάς σοι προσᾴδοντες, πόθῳ βοῷμεν σοι αγνή˙ μαστοί σου ὄντως εκαλλιώθησαν˙ οὕς περ ἐθήλασε μόνος, ὁ ἄσπορος Υἱός σου καί Κύριος. 
Ἡ Εὖα πεπεισμένῃ τῷ δράκοντι, τέτοκε λύπην γυναιξί˙ σύ δε Παρθένε πιστεύσασα, ταῖς ἐκ Θεοῦ ἀγγελίαις, παντί χαράν τῷ κόσμῳ ἐξήνθησας. 
Ίδοῦ σε γενεαί πᾶσαι Δέσποινα, τήν μακαρίαν ἀληθῶς, ἐν γυναιξί μακαρίζομεν, καθώς προεῖπας τεκοῦσα τόν μόνον Βασιλέα καί Κύριον. 
ᾨδὴ ἕ’. Ὁ ἀναβαλλόμενος.
λῇ ἡ πλησίον μου καλῇ καί ἄμωμος, ἀπό Λιβάνου Παρθένε νύμφη, τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, σύ προεγνωρίσθης, εἰς Θεοῦ Λόγου σάρκωσιν. 
Σοὐ τά χείλη πέφυκε σπαρτίον κόκκινον˙ καί τί ὡραία ἡ λαλιά σου! Δι’ ὤν κατεφίλησας, Θεόν Παναγίᾳ, ὡς βρέφος ἐπωλένιον. 
Ἤλιος νενίκηται τῆ σή λαμπρότητι˙ σύ γάρ Μαρία τόν τοῖς φωστῆρσιν, οὐρανόν κοσμήσαντα, χερσί περιέσχες, καί ἐκ μαζῶν ἐθήλασας. 
Νύμφη Θεοῦ πάντιμε, ἠλίου ὄχημα, φωτός δοχεῖον, εὐῶδες ἄνθος, φυτόν εὐθαλέστατον, κλέος τῶν παρθένων, Μαρία πολυύμνητε. 
ᾨδὴ στ’. Μαινομένην κλύδωνι.
καρπός σου ἄφθαρτος, καί ἡ μήτρα ἄφθορος ἁγνή, ὑπέρ νοῦν ἑκάτερα δεικνύμενα, ὅθεν πιστοί εἰκότως χαῖρε σοι ψάλλομεν. 
Νάρδος ἀποστάζουσα, καί κηρίον μέλιτος ἁγνή, καί πηγήν ζωήρρυτος πανύμνητε, ἡ σή γαστήρ Θεόν τεκοῦσα ανέφανε. 
Νοεραῖ δυνάμεις σε, καί ἀνθρώπων πᾶσαι γενεαί, ὡς Θεόν γεννήσασαν δοξάζουσι, διαπαντός εὐλογημένῃ πανάμωμε. 
Ἡ λαμπάς ἡ ἄσβεστος, ἡ τεκοῦσα φώς τό νοητόν, τήν ἐσκοτισμένην μου διάνοιαν, τῷ φωτισμῷ καταύγασον τῆς σής χάριτος. 
Κάθισμα. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Χαἶρε πύλη Κυρίου ἡ ἀδιόδευτος, ἤν προεκήρυξαν πάντες ἄνδρες οἱ δίκαιοι˙ καί ὁ Προφήτης Δανιήλ ὄρος αλάξευτον˙ καί Δαβίδ ὁ μελῳδός, σύν Μωυσῆ καί τοῖς λοιποῖς, βάτον λυχνίαν καί στάμνον˙ ῥάβδον τε κλίμακα θρόνον, καί θείαν κλίνην Θεογεννήτρια. 
ᾨδὴ ζ’. Ὁ ὑπερυψούμενος.
Τἤν πρός τόν προπάτορα, Ἀβραάμ ὑπόσχεσιν, Θεός ἐξετέλεσεν, Υἱός σου γενόμενος, καί σπέρμα τούτου Ἔθνη, εὐλογῶν εὐλογημένῃ. 
Θυγατέρας πάνσεμνε, ἀπᾴσας υπέρκεισαι˙ πολλαί γάρ ἐποίησαν, δυνάμεων χάριτος, ὁ σός δε τόκος τούτων, ὑπερφέρεται τῆ δόξῃ. 
Στάζουσι Πανύμνητε, σμύρναν ἀφθαρτίζουσαν, τά πάνσεπτα χείλη σου, Θεόν ἀσπασάμενα, ὀν ἔτεκες ὡς βρέφος, καί λατρεύεις ὡς Δεσπότην. 
Ὦφθῇς τό ἀνθρώπινον, φύραμα θεώσασα, τῆ θεία γεννήσει σου, Μαρία πανάμωμε˙ διό σε κατά χρέος, οἱ πιστοί δοξολογούμεν. 
ᾨδὴ ἡ’. Σοι τῷ παντουργῷ.
Δεὖτε τήν ἁγνήν καί Θεοτόκον Κόρην, ὑμνήσωμεν λέγοντες ἔνθεα άσματα˙ χαῖρε τοῦ κόσμου, ἐλπίς καί προστασίᾳ, τῶν ὑπερυψούντων Χριστόν εἰς τούς αἰῶνας. 
Πέπλον τῷ Χριστῷ παρθενικῶν αἱμάτων, Μαρία ἐξύφανας, ἐρίου ἄνευ ανδρός˙ ὀν περ φορέσας, Θεός βροτός εδείχθη˙ ὀν ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. 
Γἡ εἰ καί εἰς γῆν ὡς γηγενῆ πορεύσῃ, οὐκέτι ακούσομαι˙ πρός οὐρανόν γάρ ἐκ γῆς σύ με Παρθένε, ἀνήγαγες τεκοῦσα, τόν ἐκ γῆς τοῦ γένους πλάσαντα τούς γενάρχας. 
Ἆγιος καρπός Ιωακείμ ἐκ ῥίζης, καί Ἄννης ἐβλάστησας ἐκ μήτρας Μήτηρ Θεού˙ ὅθεν ὁ κόσμος πλουτεῖ πηγήν ἐλέους, καί οἱ ἀσθενοῦντες καρποῦνται τήν ὑγείαν. 
Αἰνοῦμεν. 
Ὁ Εἱρμός.
Σοι τῷ παντουργῷ ἐν τῆ καμίνῳ παῖδες, παγκόσμιον πλέξαντες χορείαν έμελπον˙ πάντα τά ἔργα τόν Κύριον ὑμνεῖτε, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. 
ᾨδὴ θ’. Ἠσαΐα χόρευε.
Θυγατέρες σπεύσατε, τῆς ἀγίας Ἱερουσαλήμ, θεάσασθαι μορφήν, νύμφης εὐκλεοῦς, Μαρίαν τήν ἄχραντον, καί εὐσεβῶς ᾄσατε αυτή˙ χαῖρε Πανύμνητε, Θεοτόκε ἡ χαρά ἡμῶν. 
Ἕκλεκτῇ εὐπρόσδεκτος ἀνεδείχθης ὄλῃ τῷ Θεώ˙ ὡς κρίνον ἀνθηρόν μέσον ακανθών˙ ἀφ’ ὤν σε ὀσφράδιον Παρθενικόν, εὗρεν ἑαυτῷ, καί σε ἀνέδειξε, προστασίαν τῶν τιμώντων σε. 
Νάρδος ἀποστάζουσα, ἀρωμάτων ἄφθορε σεμνή˙ καλή ἐν γυναιξίν, ὤφθης αληθώς˙ ὡραία ἡ ὄψις σου καί ἡ φωνή πλήρης αγαθών˙ λύτρον γάρ ἔτεκες, τῶν πταισμάτων τοῖς ὑμνοῦσι σε. 
Ἡ ψυχή μου Δέσποινα, ἐκολλήθη ὄλῃ ψαλμικώς, ὀπίσω σου τοιγαροῦν σου ἡ δεξιᾷ, ἐμοῦ ἀντιλάβοιτο ἐκδυσωπῶ, σῴζουσα με νῦν, κα περιέπουσα, καί φρουροῦσα καί σκεπάζουσα. 
Προσόμοια. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Χαίροις ἀσκητικῶν.
Χαἴροις Παρθενομῆτορ ἁγνή, ὑψηλοτάτῃ καί εὐώδης κυπάρισσος, εἰς ὕψος τῆς θεωρίας, εὐθυποροῦσα Θεού˙ κέδρος ἐν Λιβάνῳ ἐξανθήσασα, στερρά καί ἀκίνητος, λογισμοῖς ὅλως Πάναγνε˙ θεία ἐλαίᾳ, εὐθαλής καί κατάκαρπος, ἰλαρύνουσα, ταῖς τοῦ Πνεύματος χάρισιν˙ ἄμπελος ἡ κυπρίζουσα, τόν βότρυν τόν πέπειρον, ἀναβλαστήσασα κόσμῳ, τόν τάς καρδίας εὐφραίνοντα, ἡμῶν τῶν ἐκ πόθου, ὡς κυρίως Θεοτόκον μεγαλυνόντων σε. 
Χαἴροις Παρθενομῆτορ σεμνή, περιστερᾷ ἡργυρωμένη καί ἄχολος, ἡ Πνεύματος τοῦ ἀγίου, χάρισιν ὅλαις ἁγνῇ, περιχρυσωμένη τά μετάφρενα˙ τρυγῶν ἡ φιλήσυχος, καί Παρθένος καί φίλαγνος˙ ἡ γλυκυτάτῃ, χελιδών τό τῆς χάριτος, ἔαρ ἥδιστον, ἐκ χειμῶνος ἡ φέρουσα˙ ὄρνις ἡ κελαδήσασα, καί κόσμῳ πιστώσασα, θείαν ἐνσάρκωσιν Λόγου, ὡς ἀηδών λιγυρόφθογγος˙ Θεοῦ χαῖρε Μήτηρ, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος. 
Χαἴροις Παρθενομῆτορ αγνή˙ πηγή τό ὕδωρ, τῆς ζωῆς αναβλύσασα˙ ἡ δρόσος ἡ οὐρανίᾳ, ἐξ Ἀγερμῶν νοητοῦ, τῆς Σίων εἰς ὄρη καταβαίνουσα˙ βροχή ἡ ἑκούσιος, ἤν Θεός εἰς γῆν ἅπασαν, κληρονομίας τῆς αὑτοῦ σε ἀφώρισεν, εἰς αἰώνιον, δροσισμόν καί ανάψυξιν˙ θάλασσα ἀδιάβατος, γλυκείᾳ καί πότιμος, τούς ἀναβάτας τριστάτας, τοῦ Φαραώ ἡ ποντίσασα˙ Θεοῦ χαῖρε Μήτηρ, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος. 
Χεἴρας ἐπανατείνω, πρός σε˙ ἀνοίγω χείλη, ῥυπαρᾷ τε πρός δέησιν, καί κάμπτω καρδίας γόνυ, καί νοητώς τῶν ποδῶν, σου τῶν παναχράντων νῦν ἐφάπτομαι, ἁγνῇ καί προσπίπτω σοι˙ τάς ὀδύνας μου ἴασαι, τά χρόνια μου, τά πολλά καί ἀνίατα, ἀγαθότητι σου, θεράπευσον τραύματα˙ ῥῦσαι ἐξ ὁρωμένων με, ἐχθρῶν ἀοράτων τε˙ κούφισον Κόρη τό βάρος, τῆς ῥαθυμίας μου ὅπως σε, ὑμνῶ καί δοξάζω˙ δι’ ἦς εὒρατο ὁ κόσμος τό μέγα ἔλεος.

 


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ πλ. ἆ’ ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

 

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ
ΗΧΟΣ πλ. ἆ’ 

 

ΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ. 
ΠΟΙΗΜΑ ΜΗΤΡΟΦΑΝΟΥΣ ΣΜΥΡΝΗΣ. 
Οὐ ἡ ἀκροστιχίς:
Πέμπτος Κανών σοι Μητροφάνους Παρθένε. 
ᾨδὴ ἀ’. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Ἵππον καί ἀναβάτην.
Πᾶσαι σε τῶν ἀνθρώπων γεραίρουσι γενεαί, καθώς πάλαι Παρθένε, προφητικῶς προείρηκας˙ καμέ τοίνυν πρόσδεξαι, μελῳδόν σου Δέσποινα, καί καταύγασον καί συνέτισον. 
Ἕθραύσας τοῦ θανάτου τό κέντρον τήν κοσμικήν, ἁμαρτίαν Παρθένε τήν ἀληθῆ γεννήσασα, ζωήν δι’ ἦς ἄμβλυνον, τῶν παθών μου Δέσποινα, τά ὀξύτονα βέλη τάχιον. 
Μὄνῃ πεποικιλμένη Παρθενικοῖς κροσσωτοῖς, ἐξ αἰῶνος φανεῖσα τό τῆς συκῆς ἱμάτιον, Ἀδάμ σύ διέρρηξας˙ διό νῦν με ἔνδυσον, σωφροσύνης στολήν πρεσβείαις σου. 
Πλούτον καί θείαν δόξαν, ἐκτήσαντο μέν πολλαί, θυγατέρες προδήλως˙ ἀλλ’ ἀσυγκρίτως Δέσποινα, σύ πάσας υπέρκεισαι˙ διό νῦν με πλούτισον, οὐρανίαις καί θείαις χάρισιν 
ᾨδὴ γ’. Ὁ πήξας ἐπ’ οὐδενός.
Τὁ βάθος καί τό ὕψος ἐν σοι διεγνώσθησαν, τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας Μαρία Πάναγνε, τῆς ἀκαταλήπτως ἐκ τῆς σής μήτρας γεγεννημένης˙ δι’ ἦς τά βάθη τῆς καρδίας μου ῥῦσαι σοφισμάτων τοῦ ὄφεως. 
Ὁ πρώην πτερωτά καί νηκτικά ἐκ τοῦ ὕδατος, οὐσιώσας λόγῳ μή προϋπάρχοντα˙ σύ ἐκ τῶν αἱμάτων τῆς ἁγνῆς, αὖθις Χριστέ Παρθένου, τό τῆς Θεότητος σαρκίον σου, ἔνδυμα φρικτῶς κατεσκεύασας. 
Σὗ μόνη χωνευτήριον ὤφθης τῆς φύσεως, ἐν ὦ πῦρ τό θεῖον ἀφλέκτως ἄχραντε, ταύτην ἀνεχώνευσε σαφώς˙ σύ οὑν ἁμαρτημάτων, καί τῶν παθών μου ῥύπον χώνευσον, κα ταῖς σαῖς πρεσβείαις με λάμπρυνον. 
Κρατήρα τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος, τοῦ ποτιζομένου σαφῶς εἰς ἄφεσιν, τῶν ἁμαρτημάτων τοῖς πιστοῖς, σε πάναγνε γινώσκων, καθικετεύω συγχωρήσεως, νέκταρ τήν καρδίαν μου πότισον. 
ᾨδὴ δ’’. Τήν θείαν ἐννοήσας σου.
νήροτος σύ πέφηνας ἄρουρα, τόν μή σπαρέντα θεϊκόν ἀναβλαστήσασα άσταχυν˙ διό πεινώνταν με θρέψον, ταῖς θείαις δωρεαῖς σου καί χάρισιν. 
Νοσοῦντα με πρός θάνατον Δέσποινα, τόν τῆς ψυχῆς καί τῶν παθών, τῷ πυρετῷ συνεχόμενον, τῶν πρεσβειῶν σου τό ὕδωρ, ποτίσασα συντόμως ἀνάστησον. 
Ὦς οὖσα τοῦ Θεοῦ πόλις ἔμψυχος, ἤν ποταμοῦ τοῦ νοητοῦ, εὐφραίνουσι τά ὁρμήματα, τῶν πρεσβειῶν σου τῷ πύργῳ, ψυχῆς μου τήν οἰκίαν ὀχύρωσον. 
Νεφέλην σε γινώσκων τήν ῥάνασαν, δικαιοσύνην ἀληθῆ, λιτάζω Πάναγνε Δέσποινα, τῶν ἀδικούντων με πάντων, λυτρώσασθαι τόν δοῦλον σου τάχιον. 
ᾨδὴ ἕ’. Ὁ ἀναβαλλόμενος.
Σἄλον καί τόν κλύδωνα, Μαρία Δέσποινα, τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθών μου, παντελῶς κατεύνασον, ἡ τῆς ἀπαθείας κυήσασα τόν αἴτιον. 
Ὁ ἱστός ὀν ἄνωθεν, Χριστός ἐξύφανε, τῆς εὐπρεπείας στολήν τῆς θείας, ἀρετῶν ἐνδύματι, τήν γεγυμνωμένην, ἁγνή ψυχήν μου στόλισον. 
Ίλασμόν μοι δώρησαι, ταῖς σαῖς δεήσεσιν, ἁμαρτημάτων ἁγνή Παρθένε, ἡ τό ἱλαστήριον, τό θεῖον τεκοῦσα, Χριστόν ἡμῖν τόν Κύριον. 
Μώλωπας καί τραύματα καί σηπεδόνας μου, τῆς ἁμαρτίας τῆ χειρουργίᾳ, πρεσβειῶν ἀφάνισον, καί ῥῶσιν Παρθένε τῷ δούλῳ σου πρυτάνευσον. 
ᾨδὴ στ’. Μαινομένην κλύδωνι.
τό φώς κυήσασα, τῶν φωστήρων τό ποιητικόν, τήν ψυχήν μου φώτισον καί λύτρωσαι, τῆς τῶν παθών, ὁλόφωτε νῦν ζοφώσεως. 
Τὀν Μερράς γλυκάναντα, Θεοτόκε ὕδατα τό πρίν, σόν Υἱόν δυσώπησον τοῦ ῥύσασθαι, τῆς τῶν παθών, δεινῆς πικρίας με τάχιον. 
Ῥευματίζει χείμαρρος, τήν ψυχήν μου Πάναγνε παθών˙ ἀλλά τοῦτον ξήρανον πρεσβείαις σου, καί λογισμούς τούς πονηρούς ἐξαφάνισον. 
Ὁ Χριστός ῥυόμενος, τούς ἀνθρώπους ᾖκεν ἐκ Σίων, ἐκ γαστρός σου Δέσποινα Πανάμωμε˙ διό κάμε κινδύνων ῥῦσαι καί θλίψεων. 
Κάθισμα. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
ν πελάγει τοῦ βίου κλυδωνιζόμενος, καί μερίμναις γηίναις περιαντλούμενος, καί συμπνιγόμενος τόν νοῦν τήν σήν βοήθειαν, ἐπικαλοῦμαι ἐκ ψυχῆς, ἐπιταχύνουσα λοιπόν, κυβέρνησον καί πρός ὅρμον, εἰσάγαγε μετανοίας˙ ἶνα ὑμνῶ σε Παρθένε ἄχραντε. 
ᾨδὴ ζ’. Ὁ ὑπερυψούμενος.
Φρίττουσι καί φεύγουσι, τήν σήν κλῆσιν Δέσποινα, δαιμόνων αἱ φάλαγγες˙ ἐξ ὤν λυτρουμένῃ με, διάσῳζε καί φρούρει, κατ’ ἀμφοῖν ἐκ πάσης βλάβης. 
Ἆρρητος ἡ δόξα σου˙ τόν γάρ δόξης Κύριον, Παρθένε γεγέννηκας, διό με ἀξίωσον, τῆς οὐρανίου δόξης, τόν πιστῶς σε ἀνυμνοῦντα. 
Νεύσον ταῖς δεήσεσι, τοῦ σου δούλου Δέσποινα καί ῥῦσαι με τάχιον, κινδύνων καί θλίψεων καί πάσης ἐπηρείας, δυσμενῶν τῶν ἀοράτων. 
Ὅλον με τοῖς πάθεσι, τῆς αἰσχύνης ἄχραντε, χρανθέντα καί χρῄζοντα, καθάρσεως ἔκπλυνον, καί λάμπρυνον Παρθένε, πρεσβειῶν σου ταῖς ῥανίσιν. 
ᾨδὴ ἡ’. Σοι τῷ παντουργῷ.
δωρ ἀτεκνοῦν τό τῶν παθών ψυχῆς μου, τήν μήτραν ἐστείρωσε καί κατεξήρανε˙ ῥᾶνον μοι κούφῃ, νεφέλη θεῖον όμβρον˙ ὅπως ἐκβλαστήσω καρπούς τῆς μετανοίας. 
Σἄλον λογισμῶν τῶν ἐμπαθῶν καί ζάλην, κατεύνασον Πάναγνε ταῖς σαῖς δεήσεσιν, ἴθυνον δε με, πρός ὅρμον απαθείας˙ ἶνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας. 
Πὕλη νοητῇ καί κεκλεισμένη θεία, ἤν μόνος διώδευσε ὁ Θεός ὁ εὔσπλαγχνος, κλεῖσον καί φράξον τάς θύρας τῶν παθών μου, καί τάς τῆς ἐλπίδος διάνοιξόν μοι θύρας. 
Ἆρον ἀπ’ ἐμοῦ τόν τῶν πταισμάτων φόρτον, ἡ μόνη τόν αἴροντα κόσμου τοῦ σύμπαντος, Μῆτερ Παρθένε, τήν ὅλην αμαρτίαν˙ τέξασα ἀφράστως, ἀμνόν Θεοῦ καί Λόγον. 
Αἰνοῦμεν. 
Ὁ Εἱρμός.
Σοι τῷ παντουργῷ ἐν τῆ καμίνῳ παῖδες, παγκόσμιον πλέξαντες χορείαν έμελπον˙ πάντα τά ἔργα τόν Κύριον ὑμνεῖτε καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. 
ᾨδὴ θ’. Ἠσαΐα χόρευε.
Ρὑπωθεῖς ὡς ἄνθρωπος, τήν ψυχήν μου πταίσμασι πολλοῖς, καί πάθεσι σαρκός, καταμολυνθείς, λιτάζω συντόνως σε καί δυσωπῶ, κάθαρον ἁγνή, σαῖς με δεήσεσιν, ἀπό πάσης νῦν φαυλότητος. 
Θελητήν γεγέννηκας, τοῦ ἐλέους καί τῶν οἰκτιρμῶν, φιλάνθρωπον Θεόν μόνον ἀγαθόν, μακρόθυμον εὔσπλαγχνον, ὀν εὐμενῆ δεῖξον μοι ἁγνή, ταῖς σαῖς δεήσεσι, καί πταισμάτων λύσιν βράβευσον. 
Ἕμαυτόν ὀδύρομαι, ἐννοῶν μου τῶν ἁμαρτιῶν, τά πλήθη καί τῶν παθών, τάς επαγωγάς˙ ψυχῆς μου τήν πώρωσιν˙ καί τοῦ νόος μου τάς εκτροπάς˙ ἀπεγνωσμένον με, ἁγνή σῶσον τῷ ἐλέει σου. 
Εὐλογώ δοξάζω σε, μεγαλύνω Πάναγνε θερμῶς, ευλόγησόν με οὑν, τόν σόν ὑμνῳδόν, καί πάντων εκλύτρωσαι, τῶν δυσμενῶν καί τῶν λυπηρῶν, καί περιφύλαττε, σαῖς παλάμαις απροσμάχητον. 
Προσόμοια. 
Ἦχος πλ. ἀ’. Χαίροις ἀσκητικῶν.
Χαἴροις τῶν γεγενών ἡ ελπίς˙ γῆ ἐκλεκτή καί καθαρά καί αμόλυντος˙ πηγῇ τε ἐσφραγισμένῃ, τοῦ Παρακλήτου σεμνή, σύ ὑπάρχεις μόνη ἀειπάρθενε, ἐξ ἦς οἱ ὑμνοῦντες σε, σωτηρίαν ευρίσκομεν˙ γένους βροτείου, ἡ τελεία ανάκλησις˙ χώρα εὔκαρπε, ἡ τόν στάχυν βλαστήσασα˙ γέφυρα ἡ μετάγουσα, ζωήν πρός τήν ἔνθεον, ἡ κυβερνῆτις ἡ θεία χειμαζομένων ἡ άγκυρα˙ λιμήν σωτηρίας, τῶν ἐκ πόθου σε ζητούντων ὁ εὐδιώτατος. 
Χαἴροις ἡ διαυγῇς καί λαμπρᾷ, πηγῇ ἐξ ἦς τό καθαρόν καί ἀθόλωτον, προῆλθεν ὕδωρ ποτίζον, τούς κρατουμένους φλογμῷ, ἁμαρτίας Κόρη καί κακώσεως˙ αὐγῇ ἡ τόν ἥλιον, ἐν τῷ κόσμῳ εισάξασα˙ χαῖρε τήν πλάνην, τῆς ἀπάτης ἡ σβέσασα, καί πρός ἔνθεον, πίστιν πάντας ελκύσασα˙ χαῖρε τό πολυπόθητον, τοῖς πέρασιν όνομα˙ χαῖρε πιστῶν σωτηρία˙ χαῖρε βροτῶν ἡ ανόρθωσις˙ Θεοῦ χαῖρε Μήτηρ, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος. 
Χαῖρε σοι προσφωνοῦμεν ἁγνῇ, τοῦ Ἀρχαγγέλου αἱ φυλαί τῆς γῆς ἅπασαι, καί πόθῳ καί εὐφημοῦμεν, προσᾴδοντες σοι θερμώς˙ χαῖρε θεία στάμνε μάννα φέρουσα˙ πηγῇ τό ἀείζωον, καί γλυκύτατον βρύουσα, νᾶμα Παρθένε, ἐξ οὐ πάντες οἱ πίνοντες, ἐκκαθαίρομεν τήν ῥυπώδη κακόνοιαν˙ χαῖρε στήριγμα ἄσειστον τοῦ κόσμου Πανύμνητε˙ τῆς εὐσεβείας τό κράτος˙ καί Ἐκκλησίας εδραίωμα˙ Θεοῦ χαῖρε Μήτηρ, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος. 
Στήσον τούς ποταμούς τῶν παθών˙ τῆς ἁμαρτίας μου τό πέλαγος ξήρανον, τῷ ῥείθρῳ τῆς σής πρεσβείας, καί πρός λιμένα Θεοῦ, σεπτῶν θελημάτων εγκαθόρμισον˙ ἐχθρούς καθ’ ἑκάστην, τούς τήν ψυχήν μου ἐκθλίβοντας, καί ταῖς ἀτόποις, ἡδοναῖς ἐκταράττοντας, καταπόντισον ἀπωλείας εἰς βάραθρα˙ πλήρωσον τήν καρδίαν μου, χαράς καί ηδύτητος˙ λῦσον τό νέφος βοῶ σοι, τῆς ἀθυμίας μου Πάναγνε˙ Χριστόν δυσωποῦσα, τήν συγχώρησιν δοθῆναι τῶν πταισμάτων μοι.

ΜΑΡΤΙΟΣ - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ Ζ΄

ΜΑΡΤΙΟΣ

ΕΔΩ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων που είναι σε μορφή djvu  είναι το sumatrapdfreader

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ



ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ    
Ο όσιος πατήρ ημών Γεράσιμος γεννήθηκε στην επαρχία της Λυκίας περί τα τέλη του 4ου αιώνα και εισήλθε από νεαρή ηλικία σε κοινόβιο. Αφού μυήθηκε στους κανόνες της κοινοβιακής ζωής, ο διάπυρος πόθος του για τον Θεό τον οδήγησε σε τόπους έρημους, όπου εγκαταβίωνε τρεφόμενος με χόρτα και περνούσε τις ημέρες και τις νύκτες του αγωνιζόμενος κατά των πνευμάτων του σκότους και των παθών της σαρκός. Μετέβη κατόπιν στους Αγίους Τόπους για να επιδοθεί σε ακόμη μεγαλύτερους αγώνες σε μέρη αγιασμένα από την παρουσία τόσων αγίων ασκητών και νέων αποστόλων. Αφού προσκύνησε τους ναούς των Ιεροσολύμων, κατευθύνθηκε στην τραχεία έρημο της Νεκρής Θάλασσας, της οποίας κατέστη οικιστής, καθώς οι αρετές του προσέλκυσαν μεγάλο αριθμό μαθητών.

Κατά τους ταραγμένους καιρούς μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451), όταν περισσότερο από δέκα χιλιάδες μοναχοί της Παλαιστίνης έπεσαν στην αίρεση, ο όσιος Γεράσιμος, θύμα της μεγάλης του απλότητας, παρασύρθηκε για ένα διάστημα από την απατηλή ευγλωττία του μονοφυσίτη Θεοδοσίου, ο οποίος είχε αναρριχηθεί στον επισκοπικό θρόνο των Ιεροσολύμων, στη θέση του αγίου Ιουβεναλίου [2 Ιουλ.]. Συναντώντας όμως τον άγιο Ευθύμιο [20 Ιαν.] στην έρημο του Ρουβά, συνειδητοποίησε την πλάνη του, δέχθηκε με ταπείνωση τη διδαχή του αγίου και επέστρεψε στην Ορθοδοξία και έτσι απέβη, τόσο με τη βιοτή του όσο και με τη διδασκαλία του, ένθερμος υποστηρικτής της αληθινής Πίστεως. Διατήρησε συχνή επαφή με τον Μεγάλο Ευθύμιο και κάθε χρόνο πήγαινε μαζί του στα βάθη της ερήμου για να περάσουν όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ως την Κυριακή των Βαΐων, σε άκρα νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Όλη τη βδομάδα δεν έτρωγαν τίποτα και την Κυριακή τούς αρκούσε η θεία Μετάληψη.

Καθώς οι μαθητές του πλήθαιναν, συγκατατέθηκε στην αδυναμία τους και ίδρυσε μια λαύρα σε ένα πιο ήπιο μέρος, όπου συνδύαζε αρμονικά την κοινοβιακή ζωή με την ησυχία, προσφέροντας έτσι σε όλους παράδειγμα αγίας άμιλλας στους αγώνες της αρετής. Οι νεόφυτοι όφειλαν αρχικά να ζήσουν στο κοινόβιο ώστε να διδαχθούν την υπακοή και τους κανόνες της ισάγγελης πολιτείας· κατόπιν, όσοι είχαν δοκιμασθεί αρκούντως στην άσκηση και την ταπείνωση εγκαταβίωναν πλέον μόνοι στα περίχωρα, σε περισσότερα από εβδομήντα κελλιά, που απείχαν το ένα από το άλλο, ώστε κάθε μοναχός να μπορεί να αφοσιωθεί ανενόχλητος στην προσευχή και στη δοξολογία του Θεού, τρεφόμενος μόνον με ψωμί και νερό τις πέντε ημέρες της εβδομάδος. Το Σάββατο και την Κυριακή, ερημίτες και κοινοβιάτες, συγκεντρώνονταν στον ναό της λαύρας για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία και να κοινωνήσουν των αχράντων Μυστηρίων. Μετά την κοινή τράπεζα, ακολουθούσε πνευματική συζήτηση ή ομιλία του Γερασίμου. Κατόπιν, οι ερημίτες εφοδιάζονταν με τα αναγκαία για τη χειρονακτική τους εργασία – ψωμί, λίγους χουρμάδες και μία στάμνα νερό – και έφευγαν σιωπηλά για να συνεχίσει καθένας τον αγώνα του, μόνος ενώπιον του Θεού. Οι ερημίτες ζούσαν τόσο αυστηρή βιοτή ώστε στο κελλί τους δεν είχαν ούτε λυχνάρι ούτε τα απαραίτητα για να ανάψουν φωτιά. Νεκρώνοντας κάθε σαρκικό πάθος με αδιάκοπο αγώνα κατά της φιλήδονης τάσης της ανθρώπινης φύσης, μάθαιναν με αυτόν τον τρόπο να παραμένουν κύριοι της λύπης, του θυμού και κάθε ψυχικού πάθους, διατηρώντας τον νου νήφοντα σε αδιάλειπτη μνήμη του Θεού. Ο όσιος Γεράσιμος τούς δίδασκε πώς να βάζουν όλη τους τη φροντίδα για να καλλιεργούν «τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο» και να υψώνουν τη ψυχή τους στη θεωρία των θείων Μυστηρίων. Τόσο πολύ ήσαν απαλλαγμένοι από κάθε δεσμό με τα εγκόσμια, ώστε είχαν κανόνα, όταν έβγαιναν από το κελλί τους, να το αφήνουν ανοιχτό ώστε καθένας να μπορεί να μπει και να πάρει αυτό που χρειαζόταν. Έχοντας όμως όλοι μία καρδιά και μία ψυχή, κανείς δεν θεωρούσε κάτι «δικό του». Με τον τρόπο αυτό μιμούνταν τέλεια τη ζωή των Αποστόλων και αξιώνονταν από τον Θεό τα ίδια χαρίσματα με εκείνους. Ας σημειωθεί ότι, ύστερα από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή της λαύρας του οσίου Γερασίμου, φαίνεται πως την εποχή εκείνη οι μοναχοί έφθαναν στους τρεις χιλιάδες, ενώ εγκαταβίωναν σε περίπου εξήντα μοναστήρια, των οποίων βρέθηκαν τα ερείπια.

Ο όσιος Κυριακός ο Αναχωρητής [29 Σεπτ.], ο οποίος πολύ νέος ακόμη για να σηκώσει στους ώμους του τον αγώνα της ερήμου, είχε σταλεί από τον άγιο Ευθύμιο στον όσιο Γεράσιμο να γίνει μαθητής του, διηγείται ότι κάποτε ο γέροντάς του, αφού ειδοποιήθηκε τη νύκτα με όραμα πύρινου στύλου που υψωνόταν προς τον ουρανό, του ανακοίνωσε ότι ο άγιος Ευθύμιος είχε μόλις εκδημήσει και ότι όφειλαν να μεταβούν στην κηδεία του, διανύοντας με τα πόδια μεγάλη απόσταση στην έρημο μέχρι την Ιεριχώ.

Μια άλλη φορά, καθώς ο άγιος περπατούσε στις όχθες του Ιορδάνη, παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του ένα φοβερό λιοντάρι, ουρλιάζοντας από πόνο και δείχνοντας το πρησμένο πέλμα του, στο οποίο είχε σφηνωθεί ένα αιχμηρό καλάμι. Εμπνεόμενος από την ίδια συμπάθεια που επιφυλάσσει ο Θεός για όλα τα πλάσματα, ο Γεράσιμος έβγαλε το καλάμι, καθάρισε την πληγή, την έδεσε και ύστερα έδιωξε το θηρίο. Το λιοντάρι όμως, όλο ευγνωμοσύνη, δεν ήθελε να εγκαταλείψει τον άνθρωπο του Θεού. Τον ακολουθούσε παντού σαν υποδειγματικός μαθητής και, με αλλοιωμένη τη φυσική του θηριωδία, δεν έτρωγε πλέον παρά μόνον ψωμί και χορταρικά, ανέλαβε δε το διακόνημα να οδηγεί τον γάιδαρο της λαύρας να βοσκήσει στις όχθες του ποταμού. Μία ημέρα, ξεφεύγοντας από την επίβλεψη του λέοντα, ο γάιδαρος απομακρύνθηκε και τον πήραν μαζί τους καμηλιέρηδες που έρχονταν από την Αραβία. Ο λέοντας επέστρεψε στη μονή θλιμμένος, με κατεβασμένο το κεφάλι. Ο όσιος Γεράσιμος, νομίζοντας πως είχε κατασπαράξει τον γάιδαρο, επέπληξε αυστηρά το λιοντάρι και του επέβαλε να κάνει στο εξής εκείνο τη δουλειά του υποζυγίου, μεταφέροντας νερό από το ποτάμι στο μοναστήρι. Λίγο καιρό αργότερα, ο καμηλιέρης που είχε πάρει τον γάιδαρο, ξαναπερνώντας από εκείνα τα μέρη, βρέθηκε αντίκρυ στο λιοντάρι. Αναγνωρίζοντας τον γάιδαρο, ο λέοντας όρμησε και παίρνοντάς τον από το χαλινάρι μαζί με τρεις καμήλες, τον ξανάφερε στη λαύρα του οσίου Γερασίμου κουνώντας την ουρά από τη χαρά του. Αποδείχθηκε η αθωότητά του και ο λέοντας, που τον ονόμασαν «Ιορδάνη», έζησε έκτοτε στη λαύρα αχώριστος του γέροντα και φίλος όλων των μοναχών.

Ύστερα από πέντε χρόνια, όταν ο όσιος Γεράσιμος εκοιμήθη εν Κυρίω (5 Μαρτίου 475), ο Ιορδάνης δεν ήταν στη λαύρα. Όταν γύρισε, οι μοναχοί τον πληροφόρησαν για τον θάνατο του Γέροντα, ενώ το λιοντάρι αρνιόταν να φάει και περιφερόταν εδώ κι εκεί με δυνατούς βρυχηθμούς απελπισίας. Καθώς οι μοναχοί δεν κατάφερναν να τον παρηγορήσουν, ένας από αυτούς τον κάλεσε να τον ακολουθήσει για να του δείξει το μέρος όπου είχαν ενταφιάσει τον όσιο. Μόλις πλησίασαν στο μνήμα, το λιοντάρι γονάτισε μαζί με τον μοναχό και ύστερα, χτυπώντας βίαια το κεφάλι του στη γη έμεινε στον τόπο, αφήνοντας ένα δυνατό βρυχηθμό. Ο Ιωάννης Μόσχος που μας μεταφέρει το επεισόδιο, συμπεραίνει λέγοντας: «Όλα αυτά έγιναν, όχι για να αποδοθεί στο λιοντάρι έλλογη ψυχή, αλλά επειδή ο Θεός θέλει να δοξάζει όσους Τον δοξάζουν, όχι μόνον όσο ζουν, αλλά και μετά τον θάνατό τους· και θέλησε να δείξει πώς είχαν υποταχθεί τα ζώα στον Αδάμ, πριν εκείνος παραβεί τη θεϊκή εντολή και εκδιωχθεί από τον παράδεισο της τρυφής» (Ιωάννου Μόσχου ή Ευκρατάς [6ος αι.], Λειμωνάριον 107, Φιλοκαλία, ΕΠΕ 2, 205-211). Αναφέρει πάλι ο Ιωάννης Μόσχος ότι, έλεγαν για τον αββά Γεράσιμο ότι κάποτε έτυχε στη μονή του να πεθάνει ένας αδελφός και αυτός δεν το ήξερε, επειδή ησύχαζε έξω. Όταν χτύπησε το ξύλο του «Ταλάντου» ως αναγγελία του θανάτου του αδελφού, για να συναχθούν και να τον συνοδεύσουν οι υπόλοιποι αδελφοί, ήλθε και ο γέροντας, ο οποίος μόλις είδε το λείψανο του αδελφού, λυπήθηκε γιατί δεν πρόλαβε να το ασπασθεί προτού πεθάνει. Αφού πλησίασε την κλίνη, είπε στον νεκρό: «Σήκω, αδελφέ, να με ασπασθείς!». Τότε ο νεκρός σηκώθηκε και ασπάσθηκε τον γέροντα. Έπειτα ο γέροντας τού λέει: «Κοιμήσου, λοιπόν, μέχρι να έλθει ο Χριστός και να σε αναστήσει!».

Η λαύρα του οσίου Γερασίμου αποτέλεσε επί πολλούς αιώνες την κορωνίδα του παλαιστινιακού μοναχισμού, έως την καταστροφή της τον 13ο αιώνα. Πήραν τότε τα ιερά λείψανα του οσίου οι μοναχοί και εγκαταστάθηκαν στη Λαύρα του Καλαμώνος, η οποία πήρε το όνομα του οσίου και μετονομάσθηκε «Λαύρα του Αγίου Γερασίμου».
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού.

Τῌ ΠΡΩΤῌ 

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
α΄ 44 - 52

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Φεβρουαρίου του 1999

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ 

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Και αν ρωτούσε κάποιος πού θα μπορούσε απτά και ορατά να αγγίξει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας, και έψαχνε, ας πούμε, στον χώρο όπου η Ορθοδοξία μάς ασκεί στην καρδιακή προσευχή· θα λέγαμε πως είναι και εκεί η Ορθοδοξία, αλλά, αν δεν υπήρχε ένα πιο βαθύ μέγεθος, μια ρίζα, αυτό μπορεί να ήταν μια κατάσταση προσωπικής προσπάθειας για να βρεις τον εαυτό σου. Αν κάποιος προσπαθούσε να εντοπίσει τα μεγέθη της Ορθοδοξίας στις πανέμορφες Ακολουθίες της, σίγουρα είναι και εκεί μέσα η Ορθοδοξία αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα και το βάθος, μπορεί στο τέλος να κατέληγε σε ένα χώρο βαττολογίας. Αν το εντόπιζε στα μεγέθη της εγκρατείας και της νηστείας της, και έλειπε και πάλι αυτή η ρίζα και το βάθος, σίγουρα την Ορθοδοξία ακούμπησε, αλλά μπορεί να κατέληγε σε μια προσωπική κατά κόσμον άσκηση γυμναστικής. Αν το εντόπιζε μέσα στους όρους και τα μεγέθη του Πηδαλίου και των Κανόνων της Εκκλησίας μας, σίγουρα θα ήταν πλάι στην Ορθοδοξία και θα την ακουμπούσε αλλά, αν έλειπε αυτή η ρίζα, θα κατέληγε σε ένα γεγονός νομικό και πολλές φορές φαρισαϊκό. 

Το Ευαγγέλιο σήμερα ακριβώς προσδιόρισε τη ρίζα, για να μπορούν όλα τα άλλα να αναδείξουν πρακτικά και ορατά την Ορθοδοξία. Αν λείπει η ρίζα, όλα τα άλλα είναι ορθόδοξα μεγέθη αλλά, από τους έχοντας ελλιπή βίωση της ρίζας, βιώνονται ως ανορθόδοξα, «βαττολογικά», κενά μεγέθη.  Πού είναι η ρίζα; με τις απλές και αδρές λέξεις που διέγραψε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη: για τον Χριστό μιλούσε. Είπε πρώτα πρώτα που «εξήλθε»· αυτή η τρομερή έξοδος που κάνει ο Χριστός και σπάζει όλα τα συμβατά μεγέθη των «κλεισιμάτων».  Είναι μια έξοδος η οποία δεν είναι απλώς για να βγούμε έξω, να ξεσκάσουμε, να βγούμε από τη μούχλα μας, να βγούμε για να κάνουμε κάτι άλλο. Εξέρχεται και βρίσκει τον άλλον· «εὑρίσκει», λέει, τον άλλον. Δεν είναι λοιπόν μια έξοδος για να διαμαρτυρηθείς, να φωνάξεις, να κάνεις το κέφι σου, είναι για να βρεις τον άλλο. Και όχι, απλώς, βρίσκεις τον άλλο για να κάνεις παρέα: και  «εἶδεν» αυτόν· και τον βλέπει πολύ βαθιά! Βλέπετε, τρία μεγέθη, μπορεί να τα ξεκινήσεις και κάπου να χαθείς. Τον βρίσκεις, τον βλέπεις. Κι ούτε αυτό είναι αρκετό γιατί μπορεί να φαίνεται που τον αγαπάς και τον κοιτάς βαθιά και τον γνωρίζεις και να του κάνεις ένα καθοριστικό ψυχολογικό κοίταγμα. 

Και λέει «ἀκολούθει μοι». Όλη αυτή η έξοδος έχει ένα αποκορύφωμα: όλα αυτά να πάνε - όχι για να βρει απλώς ο ένας τον άλλο, και να τον λατρέψει και να τον κάνει είδωλό του - να πάνε στον Χριστό. Και αν βρεις αυτή την έξοδο, αυτό το κοίταγμα και αυτό το στοιχείο της ακολουθίας του Χριστού, αρχίζεις όλα τα προηγούμενα να τα κάνεις πραγματικά ορθόδοξα. Γιατί τότε ανοίχτηκες - όχι για κέφι σου. Βρήκες τον άλλο - όχι για κέφι σου. Τον είδες βαθιά - όχι για κέφι σου. Και τα πήγατε όλα στον Χριστό! Και γι’ αυτό η μετέπειτα πορεία του Αποστόλου είναι: και «εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ἔρχου καὶ ἴδε». Τον βγάζει και αυτόν σε μια έξοδο, αλλά όχι για να βρει τον ίδιο τον Φίλιππο, αλλά να πάνε μαζί στον Χριστό! 

Και τότε πια έρχεται η κατάληξη του Ευαγγελίου που ομιλεί για τον ουρανό, που, είναι γεγονός, τον «ἀνεῳγότα» ουρανό, λέει. Ανοίγουν οι ουρανοί, κάνει έξοδο ο ίδιος ο ουρανός! Και αφού ο ίδιος ουρανός είναι σε μια συνεχή έξοδο, η δική μας βαθιά θεραπευτική, η ανακάλυψη των μεγεθών της Ορθοδοξίας, κρύβεται σε αυτό το στοιχείο της εξόδου, που οριστικοποιείται και σφραγίζεται από την ακολουθία του Χριστού. Χωρίς αυτό, ο κόσμος θα φωνάζει, θα διαμαρτύρεται, θα κάνει κινήσεις, θα λέει πράγματα ανθρωπιστικά, φιλάνθρωπα, θα προσπαθεί να αγαπήσει, κι όμως δεν θα κάνει τίποτε. Θα προσπαθεί ο Χριστιανός να προσεύχεται, να νηστεύει, να εγκρατεύεται, και δεν θα κάνει τίποτε, γιατί θα λείπει η ρίζα. Όλα είναι Ορθοδοξία αλλά χωρίς αυτή τη ρίζα, θα είναι μια ορθόδοξη βαττολογία.

Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια πρόκληση για το λαό του Θεού. Για να γίνει η Ορθοδοξία κάτι πρακτικό, βιώσιμο, άμεσα κατά τις χρονικές απαιτήσεις, και να μπαίνει στο τώρα, να μπαίνει σε αυτή τη στιγμή. Και να γίνει η Ορθοδοξία όχι μια πανηγυριώτικη Κυριακή, όπου θα θυμηθούμε τον θρίαμβο και το φως της Ορθοδοξίας, αλλά θα το κάνουμε μια συγκλονιστική πράξη όχι μόνο για το πρόσωπό μας. Και για το πρόσωπό μας και για το πρόσωπο του άλλου και για το πρόσωπο της κοινότητας και, γιατί όχι; για το πρόσωπο ενός ολόκληρου λαού και έθνους.

 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Δημοφιλείς αναρτήσεις