Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Κεντιγέρνος Ἐπίσκοπος Γλασκώβης Σκωτίας, Ἰσαπόστολος ΝΔ Σκωτίας καί ΒΔ Ἀγγλίας


Άγιος Κέντιγκερν/Κεντιγέρνος Ἐπίσκοπος Γλασκώβης Σκωτίας, Ἰσαπόστολος ΝΔ Σκωτίας καί ΒΔ Ἀγγλίας. 
13 Ιανουαρίου. 
Ο Άγιος Kentigern (Κεντιγέρνος) καταγόταν από την Σκωτία. Περί των παιδικών του χρόνων θρυλούνται πολλά. Λέγεται ότι ήταν εξώγαμο παιδί κάποιας βασιλόπαιδος, την οποία ο προσβεβλημένος πατέρας της την έβαλε σε μία βάρκα που άφησε ακυβέρνητη στο πέλαγος. Η βάρκα εξόκειλε κοντά στη Μονή του Κούλρος. 
Ο Ηγούμενος Άγιος Σερφ ευσπλαχνίστηκε τη μητέρα και το παιδί και ανέλαβε την προστασία του βρέφους. Ο Άγιος ονομαζόταν και Μungo (Μούνγκο), που σημαίνει «προσφιλής, αγαπητός» ή, κατ’ άλλους, «σκυλάκι, κουτάβι», λόγω του ότι ο Άγιος ακολουθούσε τον προστάτη του Άγιο Σερφ. 
Ο Άγιος εγκαταστάθηκε στη Γλασκόβη, όπου έγινε και Επίσκοπος. Ο βίος του ήταν πολύ ασκητικός. Η ενδυμασία του ήταν από δέρμα ζώων, διέμενε δε σε σπήλαιο ασκούμενος στην προσευχή. Θεωρείται ότι κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη το έτος 612 μ.Χ. σε ηλικία 85 ετών. 
Ο Άγιος είναι πολιούχος της Γλασκώβης Σκωτίας μαζί με την μητέρα του Ἁγία Θενέβα [18 Ιουλίου] και προστάτης όσων δυσκολεύονται νά συγκεντρωθοῦν στην προσευχή και των κατατρεγμένων γυναικών.

Τόσο μεγάλη παρρησία είχε ο θείος αυτός άνθρωπος απέναντι στο Θεό τόσο μεγάλη χάρη απολάμβανε από τον ουρανό...

 

  Όσιος Ιάκωβος Επίσκοπος Νισίβεως

Αφού πέρασε αρκετός χρόνος, ο μεγάλος εκείνος και θαυμάσιος βασιλιάς πέθανε με τα στεφάνια της ευσέβειας και τα παιδιά του κληρονόμησαν την ηγεμονία. Τότε ο βασιλιάς των Περσών (Σαβώρης ήταν το όνομά του) περιφρονώντας τα παιδιά ότι τάχα δεν ήταν ικανά όπως ο πατέρας, εξεστράτευσε εναντίον της Νίσιβις με μεγάλη δύναμη ιππικού και πεζικού. Έφερε επίσης και πάρα πολλούς ελέφαντες. Παρέταξε το στράτευμα για πολιορκία κυκλικά και έστησε πολιορκητικές μηχανές, έχτισε προμαχώνες, έμπηξε βαθιά πασσάλους και περίφραξε σταυρωτά με κλαδιά τα κενά ανάμεσα τους, διέταξε τους στρατιώτες να κάμουν προσχώματα και να οικοδομήσουν πύργους αντίκρυ στους πύργους. Έπειτα ανέβασε εκεί τους τοξότες και τους διέταξε να ρίχνουν βέλη εναντίον εκείνων που στεκόταν πάνω στο τείχος, ενώ άλλους τους διέταξε να σκάβουν τα τείχη από κάτω. Επειδή όμως όλα αυτά αποτύγχαναν, αφανιζόμενα με την προσευχή του θεσπέσιου ανθρώπου, τελικά ο Σαβώρης με την εργασία πολλών χεριών έφραξε το ρεύμα του ποταμού που έτρεχε εκεί κοντά και αφού συγκέντρωσε στο φράγμα μεγάλη ποσότητα νερού, το άφησε απότομα όλο μαζί κατά του τείχους, χρησιμοποιώντας το σαν είδος δυνατής μηχανής. Το τείχος δεν άντεξε στην επιδρομή του νερού, αλλά με την ορμή κατασείσθηκε από τα θεμέλια και γκρεμίστηκε ολόκληρο σ’ εκείνο το μέρος. Αυτοί τότε ξεφώνισαν με την ιδέα ότι ή πόλη έγινε ευάλωτη διότι αγνοούσαν το μεγάλο τείχος εκείνων πού κατοικούσαν μέσα. Όμως ανέβαλαν την επιδρομή, βλέποντας ότι η πόλη έγινε απάτητη από τα νερά. Αφού τραβήχτηκαν λίγο μακρύτερα για να ελαφρώσουν από τον κόπο, αναπαύονταν οι ίδιοι και περιποιούνταν τα άλογα. Εκείνοι πού κατοικούσαν στην πόλη στράφηκαν σε μεγαλύτερες προσευχές, έχοντας μεσολαβητή τον μεγάλο Ιάκωβο, όλοι οι ενήλικοι ανοικοδομούσαν γρήγορα, χωρίς να φροντίζουν ούτε για ομορφιά ούτε για αρμονία, αλλά έθεταν όλα τα υλικά μαζί, όπως τύχαινε, πέτρες και πλίθους και οτιδήποτε τούς έφερνε κάποιος και μέσα σε μια νύχτα προχώρησε το έργο και υψώθηκε τόσο, όσο ήταν αρκετό για να εμποδίσει το δρόμο των αλόγων και το ανέβασμα των ανδρών χωρίς σκάλες. Τότε όλοι ικέτευαν τον άνθρωπο του Θεού να εμφανισθεί πάνω στο τείχος και να χτυπήσει με τις κατάρες τούς εχθρούς. Αυτός πείσθηκε και ανέβηκε και βλέποντας τις πολλές μυριάδες των εχθρών τους, παρακάλεσε τον Θεό να στείλει πάνω τους σύννεφο με σκνίπες και κουνούπια. Αυτός έλεγε και ο Θεός έστελνε, πειθόμενος σ’ αυτόν όπως στον Μωυσή. Οι άνδρες πληγώνονταν από τα θεϊκά βέλη, ενώ τα άλογα και οι ελέφαντες, αφού έσπασαν τα δεσμά, έτρεχαν εδώ και κει διασκορπιζόμενοι και μη μπορώντας να υποφέρουν εκείνα τα τσιμπήματα.

Ο άσεβής λοιπόν βασιλιάς είδε ότι όλες οι μηχανές δεν είχαν ωφελήσει καθόλου, και το ξέσπασμα του ποταμού είχε γίνει ανωφελές (διότι το τείχος που έπεσε ξαναχτίστηκε), και όλο γενικά το στράτευμα ταλαιπωριόταν με τους κόπους και κακοπαθούσε στην ύπαιθρο και από τη θεόσταλτη πληγή είδε επίσης τον θείο άνθρωπο να περπατά πάνω στο τείχος και συμπέρανε ότι αυτός είναι ο βασιλιάς που εποπτεύει το έργο (διότι φαινόταν να φοράει βασιλική πορφύρα και στέμμα), και αγανάκτησε εναντίον εκείνων που τον εξαπάτησαν και τον έπεισαν να εκστρατεύσει, λέγοντας ότι ο βασιλιάς δεν ήταν εκεί. Αφού εξέδωσε γι’ αυτούς την απόφαση του θανάτου, διέλυσε το στράτευμα και έφθασε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο βασίλειό του. 
  
Τέτοια θαύματα είχε κάμει ο Θεός και σ’ αυτόν τον νέο Εζεκία, όχι λιγότερα από εκείνα αλλά και μεγαλύτερα, όπως μού φαίνεται. Διότι το να μη κυριευθεί η πόλη, να και έπεσε το τείχος, ποια υπεροχή του θαύματος αφήνει; Εγώ έκτος άπ’ αυτό θαυμάζω πάρα πολύ και εκείνο, ότι δηλαδή, αν και χρησιμοποίησε κατάρες, δεν ζήτησε να πέσουν αστροπελέκια και κεραυνοί, όπως ακριβώς έκανε ο μεγάλος εκείνος Ηλίας, όταν έφθασε σ’ αυτόν ένας πεντηκόνταρχος με τους πενήντα στρατιώτες. Διότι υπάκουσε τον Κύριο ο όποιος είπε ξεκάθαρα στον Ιάκωβο και στον Ιωάννη που προσπάθησαν να κάνουν το ίδιο δεν γνωρίζετε από ποιο Πνεύμα γι’ αυτό δεν ζήτησε να τους καταπιεί η γη, ούτε παρακάλεσε να καεί η φάλαγγα, αλλά να πληγωθούν από εκείνα τα ζωύφια και, αφού καταλάβουν τη δύναμη του Θεού, κάποτε έστω και αργά να μάθουν καλύτερα την ευσέβεια. 
Τόσο μεγάλη παρρησία είχε ο θείος αυτός άνθρωπος απέναντι στο Θεό τόσο μεγάλη χάρη απολάμβανε από τον ουρανό. Ζώντας έτσι και προοδεύοντας κάθε μέρα στα θεία, τελείωσε αυτήν εδώ τη ζωή με τη μεγαλύτερη δόξα και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Αφού πέρασε καιρός και αυτή εδώ η πόλη παραδόθηκε από τον τότε βασιλιά στην Περσική βασιλεία, όλοι οι κάτοικοι της πόλης έφυγαν, και πήραν μαζί το σώμα του προστάτη, στενοχωρούμενοι βέβαια και θρηνώντας για την μετανάστευση, υμνώντας όμως τη δύναμη του μεγάλου νικητή. Διότι, αν εκείνος δεν πέθαινε, δεν θα υποδουλώνονταν στους βαρβάρους.


 ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΡΟΥ 
Φιλόθεος Ιστορία
ή
Ασκητική Πολιτεία 
4ος Τόμος

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ 
(ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ)

Όσιος Ιάκωβος Επίσκοπος Νισίβεως



 Όσιος Ιάκωβος Επίσκοπος Νισίβεως
13 Ιανουαρίου 

Τὸν Ἰάκωβον θνητὸν ὄντα τῇ φύσει,
Θνητοῖς ὁμοίως μὴ θανεῖν οὐκ ἦν πρέπον. 
Ο Όσιος Ιάκωβος (4ος αιώνας μ.Χ.) υπήρξε γέννημα και θρέμμα της πόλεως Νισίβεως της Μεσοποταμίας. Αγάπησε όμως την ζωή της ερημίας και της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό έφυγε από την πόλη και πήγε στις υψηλότατες κορυφές των όρεων της περιοχής, όπου και διέμενε. Εκεί αντιμετώπιζε με γενναιότητα και καρτερία τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τον καταταλαιπωρούσαν, τον υπερβολικό δηλαδή καύσωνα του καλοκαιριού και τον παγετό του χειμώνα. 
Όπως αναφέρεται στο Συναξάρι του, ο Όσιος για τροφή του χρησιμοποιούσε αγριόχορτα και λίγο νερό. Για ενδυμασία του είχε ένα απλό και μοναδικό χιτώνα. Και με αυτή, λοιπόν, την λιτή ασκητική ζωή εξασθένιζε βέβαια το σώμα του, προσέφερε όμως συνεχώς πνευματική τροφή στην ψυχή του. 
Τα αποτελέσματα της ασκητικής του ζωής υπήρξαν πλούσια. Πρώτα ο Όσιος απέκτησε την παρρησία προς τον Θεό. Έπειτα, με την δύναμη και την χάρη του Αγίου Πνεύματος, έλαβε την ικανότητα να προβλέπει τα μέλλοντα και να επιτελεί θαύματα, όπως το ακόλουθο: Κάποτε, ενώ διερχόταν από έναν τόπο, είδε σε κάποια πηγή μερικές νέες γυναίκες να κάνουν την εργασία τους με αναιδή και άσεμνη εμφάνιση. Ο Όσιος δεν ανέχθηκε αυτήν την κατάσταση. Έτσι, με τρόπο θαυματουργικό, από την μια μεριά αποξήρανε την πηγή, ενώ από την άλλη έκαμε να γίνουν ολόλευκα από μαύρα τα μαλλιά των αναίσχυντων γυναικών. Και βέβαια, ύστερα από παράκληση των Χριστιανών, προσευχήθηκε και η πηγή έβγαλε πάλι νερό. Τις γυναίκες όμως, τις άφησε να μείνουν με λευκά τα μαλλιά για σωφρονισμό και διόρθωση πνευματική. 
Ο Όσιος Ιάκωβος για τις πολλές αρετές του έγινε Επίσκοπος της πατρίδος του, της Νισίβεως. Ως Επίσκοπος έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η Σύνοδος αυτή καθαίρεσε τον Άρειο, ο οποίος δίδασκε πως ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά κτίσμα του Θεού. Ο Άρειος όμως, παρά την καθαίρεσή του, ετοιμαζόταν να εισέλθει σε ένα ναό, για αν λειτουργήσει. Τότε συνέβη το εξής θαυμαστό γεγονός: Ύστερα από προσευχή του Οσίου Ιακώβου, ο βλάσφημος Άρειος δεν πρόφθασε να πάει στο ναό, αφού πέθανε από διάλυση των σπλάχνων του. 
Όμως ο όσιος μαζί με την ακοίμητη ευσέβειά του διαφλεγόταν και από θερμότατη φιλοπατρία. Όταν οι Πέρσες πολιόρκησαν την Νίσιβη, ο Όσιος συνετέλεσε τα μέγιστα διά της δυνάμεως της πίστεως του και της ηθικής επιρροής του στην απόκρουση των εχθρών και τη διάλυση της πολιορκίας. Διαπρέποντας σε τούτα τα μέγιστα μεγαλουργήματα ο Άγιος Ιάκωβος, αφού έφθασε σε βαθύτατο γήρας, κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη. 

 

(Η μνήμη του επαναλαμβάνεται και την 31η Οκτωβρίου).

13 Ιανουαρίου


 

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Φιλόθεος Αντιοχείας


Ο άγιος Φιλόθεος Αντιοχείας

12 Ιανουαρίου  

Ο άγιος Φιλόθεος ήταν μοναχογιός πλουσίων ειδωλολατρών της Αντιόχειας επί βασιλείας Διοκλητιανού. Σε ηλικία δέκα ετών, βλέποντας ότι οι γονείς του λάτρευαν ως θεό ένα άλογο ζώο, αποφάσισε να ξεκινήσει για την αναζήτηση του μόνου ζώντος Θεού και Δημιουργού.

Μια νύχτα, ύστερα από θερμή προσευχή, ένας άγγελος του έδειξε σε όραμα τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό σε όλη του την δόξα, καθισμένον σε υπερυψωμένο θρόνο, και του ανακοίνωσε ότι ο Θεός θα είναι στο εξής μαζί του για να επιτελεί θαύματα και να φέρει τους ειδωλολάτρες στην αληθινή πίστη. Το παιδί άρχισε τότε αυστηρή άσκηση: έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα, μοίραζε το υπόλοιπο της τροφής του στους φτωχούς και προσευχόταν αδιάλειπτα για την μεταστροφή των δικών του.

Κι ενώ οι γονείς του προσπαθούσαν να τον αναγκάσουν να λατρεύει ως θεό έναν ταύρο, το ζώο όρμησε ξαφνικά εναντίον τους, τους κάρφωσε με τα κέρατα και τους σκότωσε. Ύστερα από τρεις ημέρες με τις προσευχές του Φιλοθέου αναστήθηκαν, έδωσαν εντολή να σκοτώσουν τον ταύρο και ζήτησαν να βαπτισθούν μαζί με τον γιο τους.

Βλέποντας τα θαύματα που επιτελούσε ο νεαρός χριστιανός, οι ειδωλολάτρες τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Πλησιάζοντας για να τον συλλάβουν οι τρεις στρατιώτες που έστειλε ο αυτοκράτορας, είδαν το Άγιο Πνεύμα να επικάθεται πάνω στο παιδί, έπεσαν με το πρόσωπο στην γη και το προσκύνησαν.

Ο μακάριος Φιλόθεος αποκρίθηκε με τόλμη στην ανάκριση ομολογώντας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αληθώς ο Υιός του Θεού του ζώντος, που ήλθε στον κόσμο από φιλανθρωπία για να προσφέρει το σώμα Του ως λύτρο για την σωτηρία των ανθρώπων.

Θέλησαν να τον αναγκάσουν να προσκυνήσει το χρυσό είδωλο του Απόλλωνα, αλλά με την προσευχή του αγίου το είδωλο κατακρημνίστηκε και ουράνιο πυρ κατέκαυσε όλα τα άλλα ξόανα. Οι τρεις στρατιώτες ομολόγησαν τότε την πίστη τους στον Χριστό και αποκεφαλίστηκαν, αφού προηγουμένως είχαν φέρει στην πίστη εννέα χιλιάδες άλλους ειδωλολάτρες. Όσο για τον άγιο Φιλόθεο, τον υπέβαλαν σε κάθε λογής μαρτύρια, αλλά άγγελος Κυρίου θεράπευσε τις πληγές του στην φυλακή.

Τον καταδίκασαν σε θάνατο αλλά οι δήμιοι στην αρχή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τον άγιο καθώς στο πρόσωπό του έλαμπε η θεία δόξα. Κατόπιν, αφού ο άγιος ολοκλήρωσε την τελευταία του προσευχή, διαπέρασαν το σώμα του με τις λόγχες τους, και άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του για να την φέρουν στον ουρανό.

Όταν έριξαν το σώμα του στην πυρά, ώστε να εμποδίσουν τους χριστιανούς να το τιμήσουν, παρενέβη άγγελος και το διαφύλαξε άθικτο από τις φλόγες.


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δημοφιλείς αναρτήσεις