Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Να ονειρεύομαι, απ ' το παράθυρο να ταξιδεύω...



Ερμηνεία: Δημήτρης Λάγιος
Στίχοι/Μουσική: Δημήτρης Λάγιος 
Να ονειρεύομαι, απ ' το παράθυρο να ταξιδεύω... 
Να μπαίνω μέσα σου, να καταστρέφομαι και να πεθαίνω. 
Η σωτηρία μου, είναι ο θάνατος και το κορμί σου 
Να μπαίνω μέσα σου, να καταστρέφομαι και να πεθαίνω. 
Μία σπάνια εκτέλεση, με την ερμηνεία του ίδιου του Λάγιου. 
Από τον τελευταίο του δίσκο "Ερωτική Πρόβα".

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Περί του τρόπου διαφυλάξεως του κάλλους της μοναχικής διαβιώσεως και της δοξολογήσεως του Θεού


 πηγή: εδώ 

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος 
Περί του τρόπου διαφυλάξεως του κάλλους της μοναχικής διαβιώσεως και της δοξολογήσεως του Θεού

1. Σε όλα τα σχήματα και τις πράξεις του ο μοναχός πρέπει να είναι τύπος ωφελείας σ' αυτούς που τον βλέπουν, ούτως ώστε, εξ αιτίας των πολλών αρετών του που ακτινοβολούν, οι εχθροί της αληθείας να ομολογούν, και χωρίς να το θέλουν, ότι στους Χριστιανούς υπάρχει ελπίς σωτηρίας βεβαία και αδιάσειστη, και να προστρέχουν σ' αυτόν από παντού σαν σε καταφύγιο, για να αυξηθή η δύναμις της Εκκλησίας κατά των εχθρών της, να κινηθούν πολλοί προς τον ζήλο της αρετής του και να εξέλθουν από τον κόσμο, κι' έτσι να γίνη αυτός σεβάσμιος σε όλους από το κάλλος της διαγωγής του. Διότι η μοναχική πολιτεία είναι καύχημα της Εκκλησίας του Χριστού.

2. Πρέπει λοιπόν ο μοναχός να έχη ωραία από κάθε πλευρά ήθη· δηλαδή περιφρόνησι προς τα ορώμενα, πλήρη ακτημοσύνη, τελεία καταφρόνησι της σάρκας, νηστεία επίμονη, διαμονή στην ησυχία, ευταξία των αισθήσεων, προφύλαξι της οράσεως, αποφυγή κάθε έριδος για πράγματα του αιώνος τούτου, βραχυλογία, καθαρότητα από μνησικακία, απλότητα μαζί με διάκρισι, ακεραιότητα και αφελότητα της καρδιάς μαζί με σύνεσι και επιμέλεια και οξύνοια.

3. Να έχη επίσης την γνώσι ότι η παρούσα ζωή είναι περιττή και πρόσκαιρη και ότι είναι κοντά εκείνη η ζωή, η αληθινή και πνευματική· να μη γίνεται γνωστός από τους ανθρώπους ούτε να κατακρίνεται· να μη δεσμεύεται δια φιλίας και κοινωνίας με κανένα άνθρωπο· να έχη τον τόπο της κατοικίας του ήσυχο· ν' αποφεύγη πάντοτε τους ανθρώπους και να επιδίδεται στις προσευχές και τα αναγνώσματα αδιαλείπτως· να μη αγαπά την τιμή ούτε να ευχαριστήται με τις φιλοξενίες· να μη δεσμεύη τον εαυτό του με αυτή τη ζωή· να υπομένη τους πειρασμούς με γενναιότητα· να αποφεύγη τις κοσμικές επιθυμίες και την αναζήτησι και ανάμνησι των πραγμάτων αυτών να φροντίζη και να μελετά διαρκώς για τον αληθινό τόπο· να έχη το πρόσωπο στεγνό και συρρικνωμένο· να δακρύζη συνεχώς νύκτα και ημέρα· και, το σπουδαιότερο από όλα αυτά, να φυλάσση τη σωφροσύνη του και να είναι καθαρός από τη λαιμαργία, και από τα μικρά και από τα μεγάλα. Αυτές λοιπόν είναι οι αρετές του μοναχού σε συντομία, που μαρτυρούν την από τον κόσμο πλήρη νέκρωσί του και την εγγύτητά του προς τον Θεό.

4. Πρέπει λοιπόν να φροντίζωμε κάθε ώρα γι' αυτές, ώστε να τις αποκτήσωμε. Εάν δε ειπή κάποιος, "Ποιά ήταν η ανάγκη να τα απαριθμήσω αυτά λεπτομερώς και να μη τα αναφέρω γενικά και σύντομα; Θα απαντήσω, ότι Αυτό έγινε αναγκαίο με τον σκοπό, όταν ο επιμελούμενος της ζωής του ζητήση στην ψυχή του κάποια από τις αναφερθείσες αρετές και εύρη ότι του λείπει κάτι από αυτά, να καταλάβη από αυτό την έλλειψί του σε κάθε αρετή, και έτσι αυτή η απαρίθμησις θα του γίνη σαν ένα είδος υπομνήσεως. Όταν αποκτήση όλα τα αναφερθέντα, τότε θα του δοθή και η γνώσις των άλλων που δεν εμνημόνευσα, και θα γίνη στους ανθρώπους αίτιος δοξολογίας προς τον Θεό, ετοιμάζοντας με αυτό για την ψυχή του τόπο ανέσεως, πριν εξέλθη από τούτον τον βίο. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός μας στους αιώνες. Γένοιτο.

 

πηγή: Ισαάκ του Σύρου, "Λόγοι Ασκητικοί (Α΄-ΚΣΤ΄), Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 2009.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Ο άγιος Φαύστος επίσκοπος Ριέζ

Ο άγιος Φαύστος επίσκοπος Ριέζ

28 Σεπτεμβρίου 2023 
Γεννημένος στην Μεγάλη Βρετανία περί το 400, ο όσιος Φαύστος μετοίκησε με την οικογένειά του στην νότιο Γαλατία στις αρχές του ε’ αιώνα. 
Μετά τις λαμπρές σπουδές του στη φιλοσοφία επεθύμησε να αποκτήσει την αληθινή σοφία, και εκάρη μοναχός στη φημισμένη μονή του Λερίνου, θέτοντας τον εαυτό του υπό την πνευματική ποδηγέτηση του ιδρυτή της αγίου Ονωράτου (16 Ιαν.) και του οσιωτάτου Καπρασίου. Η ταπείνωσή του, η υπακοή, η πραότητα και ο ζήλος του για την άσκηση συνετέλεσαν, ώστε σύντομα να προοδεύσει στις μοναχικές αρετές, και με θαυμασμό να αναγνωρίζουν τα χαρίσματά του ο ηγούμενος άγιος Μάξιμος (1) και οι αδελφοί. Έτσι, όταν ο Μάξιμος εξελέγη επίσκοπος Ριέζ (Riez) της Προβηγκίας (434), η αδελφότητα εξέλεξε τον Φαύστο ως διάδοχό του. 
Επί είκοσι επτά χρόνια υπό την άγρυπνη εποπτεία του πέτυχε να επικρατεί στο Λερίνο πλήρης ευταξία και να τηρείται με ακρίβεια η παράδοση των πατέρων της Ανατολής. Με ζήλο υπερασπίσθηκε την αυτονομία της μονής έναντι των επεμβάσεων του επισκόπου Φρεγίου (Fréjus) Θεοδώρου, ο οποίος συνεκάλεσε σύνοδο στην Αρελάτη (σημερ. Αρλ, 453), με σκοπό να εξετασθεί η τάξη που τηρούσε στη μονή του ο όσιος. Αλλά η σύνοδος αποκατέστησε τον Φαύστο στα καθήκοντά του και όρισε ο επίσκοπος του Φρεγίου να αρκείται στη δικαιοδοσία επί της επαρχίας του. 
Επιστρέφοντας στο μοναστήρι του ο όσιος ηγούμενος, όντας ο ίδιος τύπος όλων των αρετών, συνέχισε να καθοδηγεί τους μοναχούς του ως την κοίμηση του αγίου Μαξίμου (461). Τότε, παρά τις αρνήσεις του, αναγκάσθηκε να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο του Ριέζ. 
Χωρίς να εγκαταλείψει την μοναχική του άσκηση χάριν της μεγαλοπρεπείας του επισκοπικού αξιώματος, ο νέος επίσκοπος αμιλλόταν στις νηστείες και αγρυπνίες με τους αυστηρότερους αναχωρητές. Εισήγαγε στον μητροπολιτικό ναό τα λειτουργικά τυπικά της μονής του Λερίνου και διετήρησε στενές σχέσεις με όλα τα μοναστήρια της επισκοπής του, στα οποία συχνά αποσυρόταν για ησυχία. Μετά την καθημερινή νυκτερινή προσευχή του, ντυμένος απλά σαν άσημος ιερέας, εξερχόταν από τη μονή για να βοηθήσει τους ενδεείς, να επισκεφθεί τους φυλακισμένους, να ενταφιάσει τα εγκαταλελειμμένα στους δημόσιους δρόμους πτώματα των φτωχών, μεταφέροντάς τα στους ώμους του. Πράος και καταδεκτικός, ο Φαύστος κέρδισε την αγάπη όλου του λαού, τον οποίο ασταμάτητα προέτρεπε να αποτινάξει τις ειδωλολατρικές συνήθειες και να ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού. 
Στη φοβερή πείνα του 474 έγινε «τοις πάσι τα πάντα», προκειμένου να σώσει το ποίμνιό του. Όρισε επί τρεις ημέρες λιτανείες και πάνδημες δεήσεις, μοίρασε στον λαό ό,τι ο ίδιος είχε και παρεκάλεσε τον φίλο του άγιο Πατιέντιο (2) να στείλει από το Λούγδουνο (σημερ. Λυών) προμήθειες σιταριού. 
Κατά την τριακονταετή επισκοπεία του ο άγιος Φαύστος κατείχε ηγετική θέση στα εκκλησιαστικά πράγματα της Γαλατίας, θεωρήθηκε η κεφαλή των επισκόπων και ο εξοχότερος ρήτορας των χρόνων του. Αντέκρουσε τους αιρετικούς αρειανούς και μακεδονίους και καταπολέμησε ορισμένους θεολόγους, οι οποίοι, στηριγμένοι στα συγγράμματα του αγίου Αυγουστίνου, δέχονταν την διδασκαλία περί απολύτου προορισμού, αρνούμενοι την συνεργασία του αυτεξουσίου του ανθρώπου και της θείας χάριτος. Όπως ο όσιος Κασσιανός (29 Φεβρ.) και οι Έλληνες Πατέρες, ο Φαύστος δίδασκε ότι ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, έχει κληθεί να εισέλθει δια της αρετής σε μία ελεύθερη και δυναμική «συνεργία» με τον δημιουργό του, ώστε να εξωραΐσει την εικόνα και να την λαμπρύνει με το «καθ’ ομοίωσιν». Η διδασκαλία αυτή έγινε αποδεκτή από τους επισκόπους της Γαλατίας στις συνόδους της Αρελάτης (473) και του Λουγδούνου (474).

Όταν ο βασιλιάς των Βησιγότθων Εύρικος εισέβαλε με τα στρατεύματά του στην νοτιοανατολική Γαλατία (477), ο άγιος Φαύστος μετέσχε σε επιτροπή τεσσάρων επισκόπων, επιφορτισμένων να διαπραγματευθούν ειρήνη μαζί του. Δεν πρόφθασαν όμως να αναχαιτίσουν την ολέθρια βαρβαρική ορμή. Οι Βησιγότθοι λεηλάτησαν την Προβηγκία και εγκατέσπειραν τον αρειανισμό. Εφορμώντας στον αγώνα με προσευχή και νηστεία, ο άγιος επίσκοπος συνάθροιζε καθημερινά τον λαό και τον κλήρο του και, αδιαφορώντας για τις απειλές του Ευρίκου, τους προέτρεπε να διαφυλάξουν την ορθόδοξη πίστη τους με τίμημα και τη ζωή τους ακόμη, αν χρειασθεί. Ο Εύρικος τον εξόρισε και τον φυλάκισε στο Λεμοβίκινο (σημερ. Λιμόζ), αλλά μετά τον θάνατο εκείνου (485) ο Φαύστος επανήλθε στην επισκοπή του. Το ποίμνιό του τον υποδέχθηκε με θριαμβευτικές ιαχές και δάκρυα χαράς, για να απολαύσει επί μία ακόμη δεκαετία τον σοφό του ποιμένα. Εκοιμήθη εν ειρήνη ως επίσκοπος σε ηλικία εκατό περίπου ετών (495).

(1) Στη Δυτική Εκκλησία μνημονεύεται στις 27 Νοεμβρίου. 
(2) Στη Δυτική Εκκλησία μνημονεύεται στις 11 Σεπτεμβρίου.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

 


Τη ΚΗ ‘ (28η) του Μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη του οσίου πατρός ημών Χαρίτωνος του ομολογητού και καθηγητού της έρημου.


Όσιος Χαρίτων ο Ομολογητής
Θεοφάνους του Κρητός Καθολικόν Μ. Λαύρας
Ο όσιος Χαρίτων γεννήθηκε και ανατράφηκε στο Ικόνιο της Μ. Ασίας την εποχή του αυτοκράτορος Αυρηλιανού (270- 276). Αρχικά ο Αυρηλιανός δεν φάνηκε εχθρικός προς τους χριστιανούς. Αργότερα όμως, ωθούμενος από τον διάβολο, κίνησε βίαιον διωγμό εναντίον τους. Όταν το αυτοκρατορικό διάταγμα έφθασε στο Ικόνιο, ο Χαρίτων, περιβόητος για την ευσέβεια και τον ζήλο του προς διάδοσιν του Ευαγγελίου, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, εδάρη βάναυσα και κατακάηκε στο σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Ενώ έφρουρείτο στην φυλακή, αναμένοντας με χαρά την μαρτυρική του τελείωσι, οι διωγμοί κατέπαυσαν και σύντομα επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας έγινε η χριστιανική (313).

Ελεύθερος πλέον, με τα στίγματα του Κυρίου στο αθλητικό του σώμα, ποθούσε στο εξής να ζήση ως ασκητής «αναπληρώνοντας τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί» του. Στις εκούσιες κακουχίες, τις οποίες επέβαλε στο σώμα του για να το δουλαγωγήση και να το ύποτάξη στο πνεύμα, προστέθηκαν και ακούσιες δοκιμασίες. Καθώς μετέβαινε για να έγκατασταθή στην έρημο του Ιορδανού, περιέπεσε σε ληστάς, οι οποίοι τον απήγαγαν δέσμιον στο κρησφύγετο τους, σε σπήλαιο της ερήμου Φαράν, κοντά στα Ιεροσόλυμα. Κατά θείαν όμως παραχώρηση, οχιά εξέμεσε το δηλητήριο της στο αγγείο πού είχαν το κρασί τους, πίνοντας δε αυτοί από το δηλητηριώδες ποτό βρήκαν όλοι τον θάνατο. Λυτρωμένος ο όσιος Χαρίτων από τα χέρια τους λύθηκε αοράτως από τα δεσμά και, επειδή βρήκε το σπήλαιο εκείνο κατάλληλο για ησυχία, απεφάσισε να παραμείνη. Από τα συναχθέντα χρήματα των ληστών, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, διεμοίρασε τα περισσότερα στους πτωχούς και στους ερημίτες, που άσκήτευαν κοντά στην Νεκρά θάλασσα. Με τα υπόλοιπα μετέτρεψε το σπήλαιο σε ναό του Θεού και ίδρυσε την πρώτη λαύρα της Παλαιστίνης, την λαύρα της Φαράν. Τον ναό της εγκαινίασε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων άγιος Μακάριος (314-333, βλ. 16 Αύγ.). 
Σύγχρονος του μεγάλου Ίλαρίωνος (βλ. 21 Όκτ.), πού από την Αίγυπτο εισήγαγε στην Παλαιστίνη την αναχωρητική μορφή του μοναχικού βίου - μεμονωμένα κελλιά εγκατεσπαρμένα στην έρημο - ο όσιος Χαρίτων ένωσε τους αναχωρητάς υπό κοινή ζωή και διοίκηση, αν και ακόμη ο κοινός αυτός βίος στην Παλαιστίνη είχε υποτυπώδη χαρακτήρα. 
Ενώ ο όσιος ησύχαζε μόνος σε σπήλαιο της Φαράν, αγωνιζόμενος με νηστεία, χαμαικοιτία, ολονύκτιες προσευχές και ψαλμωδίες, έχοντας ως τρυφή το τρίχινο ένδυμα του πού κατέξεε τις μαρτυρικές του πληγές, έγινε φανερός στην περιοχή μέσω των θαυμάτων πού επιτελούσε. Πολλοί προσέτρεχαν στην λαύρα του, για να ταχθούν υπό την χειραγωγία του. Αλλά και από τους Ιουδαίους και τους Έλληνες της περιοχής πολλοί προσήλθαν μέσω αυτού στον χριστιανισμό.

Αυτή ή κοσμοσυρροή τον αποσπούσε από την ησυχία και, επειδή φοβόταν μήπως ή δόξα των ανθρώπων λικμήση σαν το άνεμο τις αρετές πού με κόπους και ιδρώτες είχε αποκτήσει, απεφάσισε να αναχώρηση από την Φαράν. Με κοινή ψήφο της άδελφότητος τους άφησε ώς προεστώτα τον πλέον ενάρετο των μαθητών του και τους έδωσε τις δέουσες νουθεσίες. Τους όρισε να τρώγουν μία φορά την ήμερα, και τότε με εγκράτεια, να προσεύχωνται κατά την ήμερα και κατά την νύκτα τις τακτές ώρες πού ό ίδιος τους είχε παραδώσει, και να είναι ελεήμονες και φιλόξενοι προς τους πτωχούς. Τέλος, τους ευλόγησε και ανεχώρησε. 
Βαδίζοντας οδό μιας ημέρας έφθασε στα μέρη της Τεριχούς. Στην κορυφή Δώκ (άραβ. Δούκ ή Ντούκ) του Σαρανταρίου όρους βρήκε κατάλληλο σπήλαιο και ησύχαζε εκεί, κρυμμένος πολύν καιρό από τους ανθρώπους. Τρεφόταν με τα άγρια χόρτα της ερήμου και ζούσε όλος απορροφημένος από την αδολεσχία του Θεού. Ο Θεός όμως θέλησε να τον χρησιμοποίηση ως όργανο του για τον ευαγγελισμό της περιοχής και τον φανέρωσε στον κόσμο. Πολλοί, θαυμάζοντας τον ισάγγελο βίο του, θέλησαν να τον μιμηθούν, αρνούμενοι το φρόνημα της σαρκός, και ζήτησαν να τους δεχθή υπό την καθοδήγησή του. 
Για τους μαθητάς του αυτούς οικοδόμησε λαύρα, που έμεινε γνωστή από την ονομασία του τόπου ως λαύρα του Δούκα. Ο θόρυβος όμως από την συρροή των ανθρώπων τον ανάγκασε να εγκατάλειψη και αυτήν, για να ζήση μόνος με μόνον τον Θεό. Παρέδωσε στους μαθητάς του τον τρόπο της μοναχικής πολιτείας, τους άφησε άξιον ποιμένα και απεχώρησε. 
Αναζητώντας έρημο τόπο προς τα νότια, κατέφυγε στα σπήλαια της θεκωέ, όπου βρήκε για λίγο την ποθητή του ησυχία. Αλλά και εκεί, εξ αιτίας της φήμης της αγιότητας του, άρχισαν να προσέρχωνται πολλοί, για να γίνουν μοναχοί. Ετσι, ο όσιος Χαρίτων ίδρυσε και τρίτη λαύρα, την οποία στα συριακά ονόμαζαν Σουκά (δύη= αγορά, οικισμός, λαύρα) ή Παλαιά Λαύρα. 
Το ασυγκράτητο πλήθος των νέων μαθητών και των ειδωλολατρών, πού συνέρρεε για να εύφρανθή από το μέλι των λόγων του και να δή αυτην την ζωντανή εικόνα του Χριστού, ανάγκασε τον όσιο να άποσυρθή σε παρακείμενο απόκρημνο σπήλαιο, το «κρεμαστό σπήλαιο», δπως ονομάσθηκε εξ αιτίας του μεγάλου ύψους του από την γη, στο οποίο μόνον με κλίμακα μπορούσε κάποιος ν’ ανεβή. Στο σπήλαιο αυτό ο όσιος έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Λόγω του γήρατος όμως και των μακροχρονίων κόπων της ασκήσεως δεν μπορούσε να αυτοϋπηρετήται και να μεταφέρη νερό- προσέτρεξε λοιπόν στον θεό και με την προσευχή του ανέβλυσε από μια πλευρά του σπηλαίου νερό ψυχρό και διαυγέστατο. 
Όταν του αποκαλύφθηκε η ημέρα της προς θεόν εκδημίας του, μετέβη στην πρώτη του λαύρα, στην Φαράν. Εκεί κάλεσε τα λογικά του ποίμνια με τους προεστώτες και τους απηύθυνε την πνευματική του διαθήκη, διά της οποίας υπεδείκνυε την ασφαλή οδό της ενώσεως τους με τον θεό, δηλαδή την άσκησι συνδεδεμένη με την ταπείνωση και την αγάπη προς πάντας. Τέλος, τους ευλόγησε και, χωρίς να ασθενήση, παρέδωσε εν ειρήνη την μακαρία ψυχή του στα χέρια των αγίων αγγέλων.


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Και το θαύμα μένει πίσω ... και εμείς περιμένουμε πάντα ένα θαύμα για να αλλάξουν τα πράγματα ...

 
ΚΥΡΙΑΚῌ ΠΡΩΤῌ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ε΄ 1 - 11

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  27 Σεπτεμβρίου του 1998

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Η διήγηση που ακούσαμε από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο είναι πασίγνωστη, αλλά πολύ ενδιαφέρον έχει να διαπιστώσουμε το τι συμβαίνει ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος τής συναντήσεως του Χριστού με τους Αποστόλους. Τους συναντάει σε μια καθημερινότητα. Ψαρεύουν, πιάνουν ψάρια, δεν πιάνουν ψάρια. Αυτή η σκληρή καθημερινότητα η οποία στο τέλος εξελίσσεται στη μετάνοιά τους και στο ότι γίνονται αλιείς ανθρώπων. Τι είναι αυτό το οποίο χαράσσει αυτή την πορεία και τι εσωτερικές διεργασίες γίνονται και πώς ο Χριστός χαράσσει το δρόμο αυτό; Είναι ολόκληρη η περικοπή που μέσα από τις κρυμμένες πανέμορφες πτυχές της μπορούμε να ανακαλύψουμε πολλές φορές τον εαυτό μας και πολλές φορές να γιατρέψουμε αυτό το οποίο μας κουράζει τόσο πολύ: την καθημερινή σκληρή βιωτή μας και την καθημερινότητά μας. Να δούμε τις μικρές πτυχές για να το καταλάβουμε καλύτερα.

Η αρχή λοιπόν είναι το καθημερινό. Εργάζονται για να πιάσουν ή να μην πιάσουν ψάρια, η απογοήτευση ή η χαρά. Και έρχεται ο Χριστός στο πρώτο βήμα, στην πρώτη προοπτική, να κάνει μια διπλή θεραπευτική που στο κείμενο της διηγήσεως υπάρχει, αλλά φαίνεται να περνάει φευγαλέα από το μάτι μας. Δεν ξέρω αν προσέξατε αυτό που είπε το κείμενο. Λέει ότι τους είπε: σταματήστε για λίγο, αφήστε για λίγο τα δίκτυα, σταματήστε. Τους πήρε μαζί Του, τους έβαλε με άλλους ανθρώπους και κάθισε και τους μιλούσε. Αυτό είναι ένα καίριο σημείο, κλειδί για την περαιτέρω εξέλιξη της διηγήσεως. Χωρίς αυτό το κλειδί, όλα τα άλλα είναι ένα θαύμα ξεκρέμαστο και ένας Χριστός που αρπάζει μερικούς ανθρώπους και τους πάει όπου θέλει. Τι κάνει λοιπόν; Σταματάει αυτή την αλληλοδιαδοχή των γεγονότων της καθημερινότητας που είναι: δουλεύω, κερδίζω, δεν κερδίζω, χάνω, είμαι καλά, δεν είμαι καλά. Σπάζει αυτό το πράγμα και λέει σταματήστε. Αυτό το πράγμα δεν είναι εκείνο το οποίο αρμόζει  στον άνθρωπο έτσι να το κάνει. Τους εντάσσει πού πρώτα; Μέσα στον χώρο της κοινωνίας. Τους βάζει μαζί με τους άλλους. Βλέπετε, μέσα στην σκληρή καθημερινή αγωνία της δουλειάς και του κέρδους χάνεις τον πλαϊνό, χάνεις τα πάντα. Ο Χριστός τους βάζει εκεί. Και όχι μόνο αυτό, δεν τους βάζει εκεί σε μια αφηρημένη κοινότητα (καθίστε εδώ και με το που θα είστε όλοι μαζί, θα γίνετε καλά...) Στρέφεται σε αυτούς και τους ομιλεί.

Εδώ είναι το καίριο σημείο. Είναι μια κοινότητα η οποία βρίσκει τον εαυτό της και βρίσκει τον Θεό. Εδώ μπορεί αυτό το κείμενο να δώσει απαντήσεις πάρα πολλές για την κοινοτική ιδεολογία που έχουμε εμείς σήμερα. Δεν είναι απλώς το ότι βρίσκονται μαζί. Βρίσκονται στραμμένοι στον Χριστό. Και αυτό ήταν το πρώτο σημείο. Τους αναπαύει εν κοινωνία με τους άλλους και μαζί Του. Από εκεί μετά τους επαναφέρει στην καθημερινότητα.

Τους ξαναβάζει να ψαρέψουνε ψάρια. Δεν τους λέει, αφού τα βαρεθήκατε παρατήστε τα. Αλλά τους βάζει τώρα, έχοντας πάνω τους αυτή τη διπλή προοπτική: είναι με τους άλλους και στρέφονται στον Χριστό – και  τότε έρχονται τα ψάρια! Αλλά το θαύμα τώρα δεν είναι το καίριο. Και αν δεν έρθουν τα ψάρια και αν έρθουν τα ψάρια, δεν θα είναι πια το καίριο σημείο. Εξάλλου, στην αρχή καλά που δεν ήρθαν τα ψάρια. Γιατί αν ερχόντουσαν δεν θα στρεφόντανε στον Χριστό, θα έλεγαν καλά είμαστε. Δεν είναι πια εκεί το καίριο σημείο. Και μπορεί να έρθουν τα ψάρια. Και θα έρθουν τα ψάρια.

Ξεφεύγει πια το θαύμα να είναι το καίριο. Και το θαύμα είναι η δική τους αλλαγή, που μετά έρχεται η μετάνοια του Πέτρου. Βλέπετε η μετάνοια έχει μια διεργασία μέσα της, έχει μια πορεία. Μετά έρχεται η μετάνοια, μέσα από αυτή τη συνάντηση με τον Χριστό, με τους ανθρώπους, με το σπάσιμο της σκληρής καθημερινότητας. Και πια ο Χριστός τους πάει και παραπέρα, τους βάζει στη θέση Του. Λέει θα γίνετε τώρα αλιείς ανθρώπων. Τους πάει πιο πάνω από να τους βάλει σε μια κοινωνία, από το να είναι στραμμένοι ο ένας στον άλλο και ο άλλος στον Χριστό· τους κάνει αλιείς, δηλαδή τους κάνει πραγματικούς κοινωνικούς εργάτες, οι οποίοι θα αρπάζουν τις κοινωνίες και, μέσα από τη δική τους αυτή πορεία, θα τις μεταστρέφουν και θα τις αλλάζουν. Εδώ δίνονται απαντήσεις για τα κοινοτικά τα θέματα, για τα κοινωνικά τα θέματα, για το θέμα της εργασίας, της δικής μας, της σχέσης μας με τα πράγματα ολόκληρα. Και το θαύμα μένει πίσω και εμείς πάντα περιμένουμε ένα θαύμα για να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά από ό,τι φαίνεται το θαύμα έχει άλλες προοπτικές και άλλες διεργασίες.

Ας τις ακολουθήσουμε στη σκληρή καθημερινή βιωτή μας και ας ανοίξουμε το κλειδί ακριβώς από την καθημερινή βιωτή μας η οποία μας κουράζει. Και αφού χαραχθούμε μέσα από την πορεία του Χριστού (κοινωνία στροφής στον Χριστό, επαναπροσδιορισμός της καθημερινότητας), θα βρεθούμε στην πραγματική μετάνοια και θα βρεθούμε τότε και εμείς – γιατί όχι; αυτός είναι ο προορισμός μας – να είμαστε μέσα σε αυτόν τον δρόμο της αλιείας των ανθρώπων, όπως ήταν ο Χριστός. Και ας μην  φαινόμαστε Απόστολοι και ας μη φαινόμαστε κάτι ιδιαίτερο. Αυτή είναι η προοπτική μας. Και ευχόμαστε αυτή η διήγηση να χαράξει βαθιές τομές για να αλλάξει και να επαναπροσδιοριστεί η καθημερινότητά μας.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

 

Περισσότερες ομιλίες 
του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου 
είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ - Αρχ. Βασιλείου Γοντικάκη

Η ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, εἶστε ὁ ἡγούμενος μιᾶς πολὺ μεγάλης Μονῆς, μιᾶς πολὺ ἱστορικῆς Μονῆς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρήθηκε μιὰ ἀναγέννησι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ποῦ ὀφείλεται κατὰ τὴ γνώμη σας; 
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἕνα κομμάτι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἡσυχίας, εἶναι ὁ τόπος ποὺ κρύβει πολλὴ χάρι. Κάποτε εἴχαμε περιφρονήσει τὸ Ὄρος καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ θεωρήσαμε ὡς κάτι μικρὸ ἢ μὴ σημαντικό. Στὴ συνέχεια, ἴσως μιὰ ἀποστασία καὶ μιὰ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἔκανε νὰ νοιώσουμε τὴ χάρι ποὺ βρίσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πράγματι, συμβαίνει μιὰ ἀναγέννησι στὸ Ὄρος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ὀφείλεται σὲ κάποια ἀπόφασι ἑνὸς μεγάλου ἄρχοντος, ἐκκλησιαστικοῦ ἢ πολιτικοῦ, ἢ σὲ κάποια προσπάθεια. Ἄνθρωποι ποὺ ἦρθαν νὰ προσκυνήσουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ νὰ τὸ ἐπισκεφθοῦν ἀπὸ περιέργεια ἔνοιωσαν ἕνα ἐσωτερικὸ συγκλονισμό, ἔνοιω σαν ὅτι ἐδῶ πέρα ὑπάρχει κάτι τὸ ἀληθινό, ὑπάρχει ἕνας λόγος ἐκκωφαντικός, ὁ ὁποῖος προσφέρεται διὰ τῆς σιγῆς. Ὑπάρχει ἕνα φῶς ποὺ σὲ ἕλκει. Κι ἄλλη φορὰ μοῦ ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐρώτησι, γιατί ἔρχονται νέοι στὸ Ἅγιον Ὄρος. Κι ἀπαντῶ ὅτι ἡ ἴδια ἐρώτησι μπορεῖ νὰ τεθῆ σ' ὅλα τὰ δένδρα καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἄνθη: γιατί πηγαίνουν πρὸς τὸ φῶς; ∆ιότι τὸ φῶς εἶναι ἡ προϋπόθεσι τῆς ζωῆς τους. Καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι τὸ ὄρος τῆς μεταμορφώσεως, εἶναι τὸ ὄρος τῆς ἡσυχίας καὶ τοῦ θείου κάλλους, ποὺ ἕλκει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἐπειδὴ σήμερα ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ἡ ψυχὴ τοῦ νέου ἀνθρώπου, εἶναι ἀπο γοητευμένη ἀπ᾿ ὅλα τὰ σχετικὰ ποὺ μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρουν ὅλες οἱ θεωρίες, τὰ συστήματα καὶ τὰ κόμματα, γι' αὐτό, αὐθόρμητα καταφεύγει στὸ Ἅγιον Ὄ ρος. Ἔρχεται κάποιος στὸ Ἅγιον Ὄρος -πολλὲς φορές, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ περιέργεια- καὶ νοιώθει κάτι βαθύ. Ἔρχεται κάποιος ἄλλος στὸ Ἅγιον Ὄρος, νομίζοντας ὅτι ἔχει σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, καὶ δὲν παίρνει τίποτε. Ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο κανεὶς εἶναι πληγωμένος ἢ εὐαίσθητος, θὰ πάρη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι, τὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ καταλαβαίνει ἢ ἕνα μικρὸ παιδὶ ἢ ἕνας ἄνθρωπος πολὺ πληγωμένος. Μπαίνοντας στὸ Ὄρος νοιώθεις ὅτι ὑπάρχει κάτι πνευματικό. Μπαίνοντας μέσα σὲ μιὰ μονή, σὲ μιὰ ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ μοναστηριοῦ ἢ τῆς ἐκκλησίας, οἱ εἰκόνες, τὸ πρόγραμμα, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς ζωῆς, οἱ ψαλμωδίες, ὅ λα λένε κάτι. Καὶ τὸ καταπληκτικὸ εἶναι ὅτι ὅλα λένε τὸ ἴδιο πράγμα, καὶ ὑπάρχει ἕνα συλλείτουργο, ποὺ παρουσιάζει τὴν παράδοσί μας, τὴν πολιτιστικὴ καὶ πνευματική. Κι ἔτσι, διαπιστώνεις ὅτι ἐδῶ πέρα ὑπάρχει ἕνας χῶρος ὅπου μπορεῖς νὰ μείνης. Θυμᾶμαι, ὅταν εἶχα ἐπισκεφθῆ ἕνα Γέροντα ἀγράμματο στὸ κελλί του, καὶ τὸν ρώτησα: «Γέροντα, τί κάνεις;», μοῦ ἀπάντησε: «Ἐδῶ μένω». ∆ὲν εἶχε νὰ πῆ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο: «Μένω στὸν τόπο, ὅπου ἡ στάσι εἶναι κίνησι». Θὰ ἔλεγα καὶ κάτι ἄλλο: Ὅπως ἕνα ἔμβρυο μένει στὴ μήτρα τῆς μητέρας του καί, χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, αὐξάνει καὶ μεγαλώνει, ἔτσι κι ἕνας ἄνθρωπος, ζώντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, μέσα στὴν Ἐκκλησία, σ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ πνεῦμα, χωρὶς νὰ κάνη τίποτε, νοιώθει ὅτι αὐξάνει, γιατὶ βρίσκεται μέσα στὴ μήτρα τῆς μητέρας Ἐκκλησίας. Ἐδῶ νοιώθεις ὅτι, ἐν τέλει, Ἐκκλησία εἶναι ὅλος ὁ χῶρος, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλη ἡ κτίσι, ἁγιασμένη καὶ μεταμορφωμένη μὲ τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
Ἐρ.:π. Βασίλειε, ὑπάρχει ἡ ἄσκησι καὶ ἡ ἀσκητικὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὰ τὰ μεγέθη τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ καὶ τοῦ μοναχοῦ πῶς μποροῦν νὰ βοηθήσουν τὸ σημερινὸ ἄνθρωπο νὰ δῆ τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ Ἁγίου Ὄρους; 
Ἀπ.: ἄσκησι συνήθως, ὅταν ἀκούγεται ἀπὸ τὸν κόσμο, δημιουργεῖ ἕνα αἴσθημα ὄχι καὶ τόσο εὐχάριστο. Ἀλλά, ἐν τέλει, εἶναι ἡ προϋπόθεσι γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἄνθησι καὶ στὴν καρποφορία. Ὅπως ἕνα δένδρο δὲν μπορεῖ νὰ καρποφορήση, ἂν δὲν καλλιεργηθῆ καὶ κλαδευθῆ, ἔτσι κι ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάση στὴν καρποφορία του, ἂν δὲν περάση μιὰ ἄσκησι. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι μιὰ διάκρισι, γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ κλάδεμα, καὶ ἄλλο τὸ κουτσούρεμα, ἄλλο εἶναι ἡ ἐγχείρησι, ποὺ γίνεται ἀπὸ ἕνα χειροῦργο, καὶ ἄλλο τὸ σφάξιμο, ποὺ γίνεται ἀπὸ ἕνα σφάχτη. Ζώντας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νοιώθεις ὅτι, ὅταν εἶναι αὐστηρή, δείχνει σ' ἐσένα τὴν ἀγάπη της· καὶ ὅτι, ὅταν εἶναι φιλάνθρωπη, ἡ φιλανθρωπία της καὶ ἡ ἀγάπη της δὲν ἔχουν τίποτε νὰ κάνουν μὲ ἄρρωστους συναισθηματισμούς, ἀλλὰ ἔχουν σχέσι μὲ κάτι ἀληθινὸ καὶ δραστικό. Ἔτσι, νοιώθεις ὅτι ἡ ἄσκησι στὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι προϋπόθεσι τῆς καρποφορίας, ἡ νηστεία εἶναι προϋπόθεσι τοῦ χορτασμοῦ -ὅπως λέγει τὸ Τριώδιο, ἔχουμε, κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στὴ νηστεία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἄριστο ἐστιάτορα- ἡ ταπείνωσι εἶναι προϋπόθεσι τῆς ἀληθινῆς δόξας, ἡ ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸν κόσμο εἶναι προϋ πόθεσι γιὰ νὰ ἑνωθῆς μὲ ὅλο τὸν κόσμο. Γι' αὐτό, ὁρίζεται καὶ ὁ μοναχὸς ὡς «ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος». Ἂν ἕνας θέλη νὰ ἑνωθῆ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, πρέπει νὰ χωριστῆ ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν ἑνωθῆ μὲ μερικά, τότε χωρίζε ται ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεγάλη ἀπαίτησι νὰ ἑνωθῆς μὲ ὅλο τὸν κόσμο, χωρίζεσαι ἀπ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Μέσα στὴν Ἐκκλησία βρίσκεις αὐτὴ τὴν τέχνη τοῦ κλαδέματος, ποὺ χρειά ζεσαι γιὰ νὰ καρποφορήσης. Μέσα στὴν Ἐκκλησία βρίσκεις τὸν τρόπο πῶς τὸ πένθος γίνεται χαροποιό, πῶς ἡ ταπείνωσι ἀποδεικνύεται ὑψοποιός, πῶς μὲ τὴ φτώχεια πλουτίζεις καὶ πῶς μὲ τὴν ὑπακοὴ ἐλευθερώνεσαι. Ὅταν νοιώσης ὅλα αὐτὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, νοιώθεις στὸ τέλος ὅτι διὰ τοῦ θανάτου προχώρησες στὴν αἰώνια ζωή. Λοιπόν, ἡ ἄσκησι διδάσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἀπομάκρυνσι. Ἀλλὰ ἡ ἀπομάκρυνσι καὶ ἡ ἀναχώρησι σὲ φέρνουν στὴν ἀληθινὴ κοινωνία, καὶ ἡ ἡσυχία εἶναι μιὰ πλησμονὴ δράσεως καὶ ζωῆς, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἀπὸ μιὰ ἄλλη δύναμι, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος καταξιώνεται νὰ προσφέρη ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του Χριστῷ τῷ Θεῷ, στὸν ἴδιο τὸν Θεό. 
Ἐρ.: ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος λέγει τοῦτο τὸ ἐκπληκτικό: «∆ιὰ πλοῦτον ἄπειρον ὑπάρχω πένης καὶ διψῶ διὰ πλῆθος ὑδάτων». Αὐτὴ ἡ δίψα τοῦ πλήθους τῶν ὑδάτων μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος; 
Ἀπ.: Αὐτὴ ἡ δίψα μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀλλά, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ κορεσθῆ στὸ Ἅγιον Ὄρος μ᾿ ἕνα τρόπο θαυμαστό, ποὺ σημαίνει ὅτι μπορεῖ νὰ κορεσθῆ καὶ σὲ κάθε ἕνα ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτεί ας τοῦ Κυρίου, ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καταφύγη στὸν Χριστὸ διὰ τῆς Ἐκκλησίας, γι' αὐτὸ χαίρεται κανεὶς τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἄν, δηλαδή, ἕνας μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔβρισκε κάτι τὸ ὁποῖο ἔσβηνε τὴ δίψα του, τὴ βαθιὰ καὶ ἀληθινή, καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο δὲν ἔσβηνε τὴ δίψα κάθε ἑνὸς ἀνθρώπου, τότε δὲν θὰ ἔσβηνε οὔτε τὴ δική του. Τὸ Ἅγιον Ὄρος μᾶς παρηγορεῖ, γιατὶ δι᾿ αὐτοῦ βλέπουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄν θρωποι μποροῦν νὰ μποῦν μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ εὐρυχω ροτέρα τῶν οὐρανῶν καὶ ἡ ζεστὴ φωλιὰ ποὺ ὅλους μᾶς χωρᾶ καὶ ὅλους μᾶς ἀνα παύει. 
Ἐρ.:π. Βασίλειε, οἱ οὐράνιες αὐτὲς πολιτεῖες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ εἶναι οἱ ἱερὲς μονὲς -ἔτσι, τουλάχιστο, τὶς ἔνοιωσα, ὅταν πῆγα στὸ Ὄρος- μποροῦν ν᾿ ἀ ποτελέσουν πρότυπα γιὰ τὸ βίο τῶν ἀνθρώπων; 
Ἀπ.: Νομίζω ὅτι μποροῦν ν᾿ ἀποτελέσουν τὰ μοναδικὰ πρότυπα, ἀκριβῶς γιατὶ ἐκεῖ νοιώθεις ὅτι γίνεται σεβαστὸς ὁ ἄνθρωπος. Κι ἐδῶ θὰ ἤθελα νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: Πόσο διαφέρουν τὸ γεγονὸς καὶ ἡ ὀργάνωσι τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπὸ τὸ γεγονὸς καὶ τὴ διάρθρωσι τῆς ζωῆς ἑνὸς δυτικοῦ, ἂς ποῦμε, μοναστηριοῦ! Ἐκεῖ πέρα βασιλεύει ἕνας νόμος καὶ μιὰ τάξι, ποὺ ρυθμίζουν τὰ πάντα. Ἐδῶ πέρα, νομίζω πολὺ περισσότερο, βασιλεύει μιὰ ζωή. Ἄλλο εἶναι τὸ πνεῦμα ἑνὸς στρατώνα, καὶ ἄλλο τὸ πνεῦμα μιᾶς οἰκογένειας, ὅπου ἡ μητέρα φροντίζει τὸ κάθε ἕνα της παιδί ἀναλογα μὲ τὴν ἡλικία του καὶ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔχει ἀνάγκη. Βλέπει κανεὶς στὸ Ἅγιον Ὄρος ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα μας -τὸ Ἅγιον Ὄρος λέγεται Περιβόλι τῆς Παναγίας- καὶ ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ὁ κάθε ἕνας νὰ βρῆ τὸν τρόπο του, νὰ βρῆ τὸν ρυθμό του, νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του. Καὶ ἔτσι, ὅλοι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ὅλοι εἶναι ἑνωμένοι. Τὸ Ἅγιον Ὄρος ἔχει μεγάλα κοινόβια μοναστήρια, ἔχει σκῆτες, ποὺ εἶναι σὰν μικρὰ χωριά· καὶ κάθε σπίτι μιᾶς σκήτης, ποὺ λέγεται καλύβη, ἔχει ἕνα, δύο, τρεῖς, τέσσερις μοναχούς, καὶ ἔχει ἕνα μικρὸ κῆπο καὶ μιὰ ἐκκλησία. Καὶ κάθε μέ ρα κάνουν οἱ λίγοι μοναχοὶ τῆς καλύβης τὴν ἀκολουθία στὴν ἐκκλησία τῆς καλύ βης, καὶ κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη γιορτὴ συγκεντρώνονται ὅλοι μαζὶ στὸ Κυριακό, ποὺ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἐκκλησία τῆς σκήτης. Κι ἔτσι, ἔχουμε τὸν συνδυασμὸ τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς καὶ τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σκῆτες, ἔχουμε τὰ κελλιά, ποὺ εἶναι σὰν μικρότερα μοναστήρια. Καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κελλιά, ἔχουμε τὰ ἡσυχαστήρια, ὅπου μένουν ἕνας ἢ δύο ἢ τρεῖς μοναχοί, ποὺ ζοῦν πιὸ φτωχικὰ καὶ πιὸ ἥσυχα. ῎Ετσι, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ μοναστήρια, ἔχουμε τὶς σκῆτες, τὰ κελλιά, τὰ ἡσυχαστήρια. Ὁ καθένας ἔχει τὸν τόπο του. Καί, ταυτόχρονα, ὑπάρχουν οἱ Ἕλληνες, οἱ Ρῶσοι, οἱ Βούλγαροι, οἱ Σέρβοι, οἱ Ρουμάνοι, ποὺ ὁ καθένας ἔχει τὴ σκήτη του κι ἔχει καὶ τὸ μοναστήρι του. Καὶ βλέπουμε ὅτι ὅλοι βρίσκουν τὸν τό πο τους, καὶ ὅτι οἱ λαοὶ εἶναι ἀδελφωμένοι. Κι αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὑπάρχει καὶ ἱερουργεῖται, κι ἔχει ξεπεράσει ὅλες τὶς δυσκολίες σὲ μιὰ σειρὰ χιλίων καὶ πλέον ἐ τῶν. Ἄν, λοιπόν, κανεὶς εἶναι ἀνθρωπολόγος, ἂν εἶναι κοινωνιολόγος, ἂν θέλη πραγματικὰ νὰ γνωρίση τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ σεβαστῆ τὸν ἄνθρωπο, ἂν θέλη νὰ φτιάξη συστήματα κοινωνικά, ποὺ νὰ χωροῦν τὸν ἄνθρωπο, καὶ νὰ κτίση σπίτια καὶ πολιτεῖες, ποὺ νὰ δίνουν τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ πάρη τὴ σωστὴ ἀ γωγή, νομίζω ὅτι ἔχει νὰ πάρη πάρα πολλὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ εἶναι μιὰ φανέρωσι καὶ μιὰ ὑλοποίησι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

 

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2025

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού

Η μορφή του Αγίου Σιλουανού
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του: Οι μακροί χρόνοι της τιτάνιας μάχης με τα πάθη, είχαν περάσει. Τότε, ήταν αληθινά μέγας στο πνεύμα! Αφού μαθήτευσε στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγήθηκε άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, ανέβαινε πλέον με σταθερό βήμα στην απάθεια. 
Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν απλός. Στο ανάστημα, ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνθρωπο, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του, δεν ήταν ούτε λεπτό ούτε παχύσαρκο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδια δυνατά, συμμετρικά με τον κορμό, με μεγάλα πέλματα, χέρια εργάτη στιβαρά, με μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάκτυλα, το πρόσωπο και το κεφάλι σε πολύ αρμονικές αναλογίες. Ωραίο, μέτριο στρογγυλό μέτωπο, μόλις μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Το κάτω σαγόνι έντονο, δυνατό και αποφασιστικό, αλλά χωρίς αισθησιασμό και σκληρότητα. Μάτια βαθύχρωμα, όχι μεγάλα, βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές κουρασμένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Φρύδια χαμηλά, ευθυτενή. Τα μαλλιά μαύρα, ως τα γηρατειά, μάλλον πυκνά. Τον φωτογράφησαν μερικές φορές, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πραεία, συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπο, ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, αλλά ουδέποτε τραχύ. 
Έτσι ήταν συνήθως, αλλά καμιά φορά άλλαζε και γινόταν αγνώριστος! Το χλωμό, καθαρό πρόσωπό του, έπαιρνε τέτοια φωτισμένη έκφραση, γινόταν τόσο καταπληκτικό, που δεν είχες την δύναμη να το ατενίσεις: τα μάτια χαμήλωναν! Ακουσίως, ερχόταν στην μνήμη η Αγία Γραφή που λέει, πως, εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωϋσή, ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει. 
Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με τέλεια αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Ντυνόταν με χοντροφτιαγμένα ενδύματα, όπως οι εργάτες μοναχοί, και φορούσε πολλά ενδύματα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή την εποχή που έδειχνε πλήρη αδιαφορία για το σώμα του, συχνά αρρώσταινε και υπέφερε από ρευματισμούς. Κατά την διαμονή του στο «Παλαιό Ρωσικό» έπαθε ψύξη στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν να μένει πολλές φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνη την εποχή, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, στην γωνιά μιας αποθήκης τροφίμων που διαχειριζόταν. 
Αυτή ήταν η απλή και ταπεινή εξωτερική εμφάνιση αυτού του ανθρώπου. Να μιλήσουμε, όμως, για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή, είναι και πρόβλημα και για την διήγηση!
Στα χρόνια εκείνα, που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μία εξαιρετική αρμονία των ψυχικών και σωματικών του δυνάμεων. 
Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, πήγε στο σχολείο του χωριού του μόνο για «δυο χειμώνες», αλλά από την συνεχή ανάγνωση και ακρόαση στον Ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων, αναπτύχθηκε πολύ. Και, σε ό,τι σχετιζόταν με την πνευματική ασκητική ζωή, έδινε εντύπωση εγγράμματου ανθρώπου. Είχε εκ φύσεως οξύ, δημιουργικό νου, και η μακροχρόνια εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής Νοεράς Προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών, αλλά και των εξαιρετικών Θείων επισκέψεων, τον έκαναν σοφό και οξυδερκή, περισσότερο από το συνηθισμένο. 
Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, ευαίσθητη στην αγάπη, με σπάνια λεπτότητα και συμπόνια στην θλίψη και στον πόνο, χωρίς όμως κανένα ίχνος αρρωστημένης συναισθηματικότητας. Το αδιάκοπο βαθύ πνευματικό πένθος, ποτέ δεν μεταβαλλόταν σε συναισθηματικά κλαυθμηρίσματα. Η ακοίμητη εσωτερική ένταση, δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας. Αξιοθαύμαστη είναι και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του μεγαλόσωμου και δυνατού άνδρα. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του, ακόμη και τον παραμικρό λογισμό που θα δυσαρεστούσε τον Θεό. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, η συμπεριφορά και οι σχέσεις του προς όλους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ελεύθερες και φυσικές, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από την θέση και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του, δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής, ακόμη και για ανθρώπους με ρυπαρή ζωή –στο βάθος της ψυχής του, όμως, θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως λυπάται ο πατέρας ή η μητέρα για τις αποτυχίες των αγαπημένων τους παιδιών. 
Δεχόταν και υπέμενε τους πειρασμούς με μεγάλη ανδρεία. Ήταν άνθρωπος τελείως άφοβος και ελεύθερος και, συγχρόνως, δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ήταν άφοβος, αλλά ζούσε με φόβο Θεού. Φοβόταν πραγματικά να μην Τον λυπήσει, έστω και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και, συγχρόνως, εξαιρετικής πραότητας: συνδυασμός σπάνιος και με ασυνήθιστη ομορφιά. 
Ο Γέροντας είχε βαθειά, γνήσια ταπείνωση, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Του άρεσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, του άρεσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να ζητά ευλογία από τους κληρικούς, κυρίως από τους επισκόπους και τον ηγούμενο και, όλ’ αυτά, χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά όσους είχαν αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν είχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητας. Ίσως γιατί γνώριζε βαθιά, πόσο εφήμερα είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία, πλούτος, ακόμη και επιστημονική γνώση. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τον λαό Του». Και από αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο. 
Η εξωτερική συμπεριφορά του ήταν απλή και συγχρόνως αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε ήταν η εσωτερική ευγένεια, η «αριστοκρατικότητα», αν θέλετε, στην πιο σωστή σημασία της λέξεως. Σε όποιες συνθήκες και αν τον συναντούσε κανείς, ακόμη και ο άνθρωπος με την λεπτότερη διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν άξεστες κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος πράγματι ευγενικός, όπως μπορεί να είναι μόνο ο χριστιανός. 
Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε διφορούμενα. Δεν περιγέλασε, ούτε αστειεύθηκε άλλους ανθρώπους. Στο συνήθως σοβαρό, γαλήνιο πρόσωπό του, ζωγραφιζόταν καμιά φορά ένα ελαφρύ χαμόγελο, χωρίς να ανοίγονται τα χείλη (εκτός και αν μιλούσε). 
Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Παρά την φανερή απλότητα, την σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή, ήταν απολύτως αντίθετος με κάθε τι ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Σε αυτόν δεν συναντούσες κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια. Εδώ φαινόταν η έμμονη ακαμψία του, αλλά με τρόπο, που να μην στεναχωρεί αυτόν που αμαρτάνει. Πρόσεχε μάλιστα να μην τον προσβάλει, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως ούτε και με την κίνηση της καρδιάς του, γιατί ο λεπτός ο άνθρωπος αισθάνεται και τις κινήσεις της ακόμη. Αυτό το κατάφερνε με εσωτερική προσευχή και ησυχία, χωρίς να επηρεάζεται από οποιαδήποτε δυστροπία.
Είχε σπάνια δύναμη θελήσεως, χωρίς πείσμα. Είχε απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία με πραότητα και προσήνεια. Ταπείνωση και υπακοή, χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση Θεού. 
Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού!...
Αλλά, δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο·
τον αληθινό άνθρωπο·
τον υιό του Θεού!!..

«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής
Τιμίου Προδρόμου·

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ Η ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ
Η ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

24 Σεπτεμβρίου  


Η πρωτομάρτυς αγία Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο της Μ. Ασίας και ήταν θυγατέρα της ευγενούς ειδωλολάτρισσας Θεόκλειας. Όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, αρραβωνιάσθηκε με επιφανή νέο, άρχοντα της πόλεως Θάμυρι, ο οποίος την αγαπούσε με πάθος. Την εποχή εκείνη ο απόστολος Παύλος περνώντας από το Ικόνιο φιλοξενήθηκε στον οίκο του Ονησιφόρου, δίπλα στην οικία της Θέκλας, και εκεί νύκτα και ημέρα δίδασκε τον λόγο του Θεού. Στους Ικονιείς που είχαν συγκεντρωθεί για να τον ακούσουν, έλεγε πως αν διαφυλάττουν την χάρη που λαμβάνουν στο άγιο βάπτισμα αποφεύγοντας τις απατηλές ηδονές της σαρκός και του κόσμου, θα γίνουν ναοί του Αγίου Πνεύματος, θα δοξασθούν με τον Χριστό μέσα στο φως, στα δεξιά του Πατρός, και θα απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα.

Η Θέκλα, σαγηνευμένη από τα ουράνια λόγια, επί τρία ημερονύκτια άκουγε τον Απόστολο κρυμμένη πίσω από ένα παράθυρο. Η Θεόκλεια και ο Θάμυρις, βλέποντάς την έτσι απορροφημένη από τους λόγους του άγνωστου ξένου και να έχει λησμονήσει τελείως κάθε τι το γήινο, ανήσυχοι μήνυσαν στον ηγεμόνα ότι όλη η πόλη ήταν ανάστατη με τα κηρύγματα αυτού του ξένου, που αποτρέπει τις παρθένους από τον γάμο. Τότε ο Παύλος συνελήφθη αμέσως και φυλακίσθηκε. Την νύκτα η Θέκλα δώρισε τα χρυσά της κοσμήματα στους δεσμοφύλακες και εισήλθε στην φυλακή του· κάθισε δίπλα στα πόδια του μεγάλου Αποστόλου και, καθώς εκείνος της δίδασκε τα μεγαλεία του Θεού, αυτή με πολλή ταπείνωση καταφιλούσε τα δεσμά του.

Όταν την επομένη την ανακάλυψαν τετρωμένη από τον θείο έρωτα να κάθεται δίπλα στον Απόστολο, την οδήγησαν στον ηγεμόνα. Στις ερωτήσεις του η Θέκλα σιωπούσε και η μητέρα της εξοργισμένη αναφώνησε: «Κατάκαυσε την εχθρά του γάμου στο μέσον του θεάτρου!». Τότε εκείνος τον μεν Παύλο φραγγέλωσε και τον απέλασε από το Ικόνιο, την δε Θέκλα καταδίκασε στον διά πυρός θάνατο.

Καθ’ ον χρόνον τα παιδιά και οι νέες συνέλεγαν φρύγανα για την πυρά, η Θέκλα είδε τον Χριστό με το σχήμα του Παύλου. Ενώ δε σκεπτόταν, «επειδή είμαι μικρόψυχη, μου εμφανίσθηκε ο διδάσκαλός μου για να με ενθαρρύνει», ο Κύριος μπροστά στα μάτια της ανελήφθη πάλι στους ουρανούς. Όταν την έριξαν στο μέσον της πυράς, θεία δύναμη την ενίσχυσε και έμεινε άθικτη από τις φλόγες. Εν τω μεταξύ έπεσε δυνατή βροχή ανάμικτη με χαλάζι, και η αγία, βρίσκοντας ευκαιρία από την σύγχυση του όχλου, εξήλθε από την πόλη.

Οδηγημένη από τον Θεό, η Θέκλα βρήκε τον Παύλο που κρυβόταν μαζί με την οικογένεια του Ονησιφόρου σε νεόκτιστο τάφο, κοντά στο Ικόνιο, και τον ακολούθησε στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Κατά την είσοδό τους στην πόλη κάποιος νεαρός άρχοντας, ονομαζόμενος Αλέξανδρος, αντικρίζοντας το κάλλος της αγίας, κυριεύθηκε από σατανικό έρωτα και στο μέσον της αγοράς την εναγκαλίσθηκε αναίσχυντα και την καταφιλούσε. Η Θέκλα, προσπαθώντας να αμυνθεί, του ξέσχισε την χλαμύδα και πέταξε το στεφάνι από την κεφαλή του. Για να αποπλύνει την δημόσια καταισχύνη του, ο Αλέξανδρος την παρέδωσε στον ανθύπατο ως ιερόσυλη και η αγία καταδικάσθηκε σε θηριομαχία στο στάδιο.

Αλλά, μέχρι να παραδοθεί στα θηρία, η χήρα βασίλισσα Τρυφαίνη την είχε υπό την προστασία της, στην θέση της κεκοιμημένης θυγατέρας της Φαλκονίλλας. Με την προσευχή της η Θέκλα μετέθεσε την Φαλκονίλλα -αν και ειδωλολάτρισσα- στον χορό των δικαίων, όπως η τελευταία ζήτησε σε όνειρο από την μητέρα της (βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού· Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων 9, PG 95, 253C-D).

Την ορισμένη ημέρα της θηριομαχίας η αγία οδηγήθηκε στο στάδιο. Οι δήμιοι εξαπέλυσαν εναντίον της αρκούδες και λιοντάρια. Μία αγριότατη λέαινα στάθηκε δίπλα στην μάρτυρα και από σεβασμό προς την παρθενία της δεν άφηνε τα άλλα θηρία να την πλησιάσουν.

Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την ρίξουν σε μεγάλη λίμνη με φώκιες. Αλλά η Θέκλα βιάστηκε να πέσει από μόνη της στο νερό λέγοντας: «Ιδού καιρός να βαπτισθώ· εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Φρίκη ανάμικτη με συμπάθεια κατέλαβε τις παρευρισκόμενες γυναίκες στην σκέψη ότι θα κατασπαραχθεί τέτοια ωραιότατη παρθένος. Αλλά την στιγμή που η αγία βυθίσθηκε στα νερά, δύναμη εξ ουρανού με μορφή φωτιάς νέκρωσε τις φώκιες και νεφέλη φωτεινή κάλυψε την γυμνότητα της νύμφης του Χριστού. Τότε οι δήμιοι την παρέδωσαν σε άλλα αγριότερα θηρία, αλλά οι γυναίκες της πόλεως διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την άδικη καταδίκη της. Μερικές μάλιστα με τα αρώματα που έριχναν στην ατμόσφαιρα, αποχαύνωσαν τα θηρία και δεν την έβλαψαν. Τέλος, την έριξαν δεμένη ανάμεσα σε δύο ταύρους, τους οποίους κατέκαιαν με πυρακτωμένα σίδερα, για να εξαγριωθούν. Καθώς αυτοί αναπήδησαν από τους πόνους, η φωτιά μεταδόθηκε στα σχοινιά, τα έκαψε, και η μάρτυς βρέθηκε απελευθερωμένη. Θαυμάζοντας ο ηγεμόνας όσα έβλεπε, ευλαβήθηκε την αγία και την απέλυσε.

Για λίγες ημέρες η Θέκλα αναπαύθηκε στην οικία της Τρυφαίνης. Μόλις όμως έμαθε ότι ο Παύλος βρισκόταν στα Μύρα της Λυκίας, κούρεψε τα μαλλιά της και ντυμένη με ανδρικά ενδύματα έφυγε αμέσως προς συνάντησή του. Με την προτροπή εκείνου επανήλθε στο Ικόνιο για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, ελεύθερη πλέον, διότι ο Θάμυρις είχε πεθάνει. Αλλά, επειδή έβλεπε την μητέρα της αμετάθετη από την ασέβεια και να κωφεύει στους λόγους της, εγκατέλειψε την πατρίδα της και αναχώρησε για την Σελεύκεια.

Εκεί, στο όρος του Καλαμώνος, ένα μίλι έξω από την πόλη, βρήκε σπήλαιο, όπου έζησε ως ασκήτρια εβδομήντα δύο χρόνια, ως το τέλος της ζωής της, υπομένοντας με ανδρεία τις επιθέσεις των δαιμόνων. Οι αρετές της και τα θαύματα που επιτελούσε την έκαναν παντού γνωστή και πολλοί την επισκέπτονταν για να λάβουν την ιατρεία της ψυχής και του σώματος. Οι δωρεάν όμως θεραπείες των ασθενών προκάλεσαν τον φθόνο των ιατρών της Σελεύκειας, οι οποίοι έστειλαν ασελγείς νέους για να την ατιμάσουν. Η Θέκλα, που ήταν τότε ενενήντα ετών, τους είπε με πραότητα: «Εγώ μεν είμαι μια ταπεινή ηλικιωμένη γυναίκα· περιμένετε όμως λίγο, τέκνα μου, και θα δείτε την δόξα του Θεού». Και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, ζήτησε τον Κύριο να την λυτρώσει από τα χέρια τους. Κατά θεία παρέμβαση ο βράχος που βρισκόταν μπροστά της άνοιξε, η αγία εισήλθε στην ρωγμή του και έκλεισε πάλι, για να γίνει ο τόπος της αιώνιας κατοικίας της.

Ας σημειωθεί στο τέλος ότι ο βίος της αγίας Θέκλας βασίζεται στις «Πράξεις Παύλου και Θέκλης», αυτοτελές τμήμα του απόκρυφου έργου «Πράξεις Παύλου», που γράφτηκε κατά το έτος 160-170 μ.Χ. και ήταν ανάγνωσμα ευρύτατα διαδεδομένο. Αναφορές στο κείμενο αυτό κάνουν οι εξής Πατέρες της Εκκλησίας: Κυπριανός Καρχηδόνος, Επιφάνιος Κύπρου, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Ιερώνυμος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Βασίλειος Σελευκείας, Ιωάννης Δαμασκηνός, Μέγας Φώτιος κ.α. Στο σπήλαιο της αγίας αργότερα ανηγέρθη μεγάλη βασιλική. Ο τόπος αυτός έγινε το κέντρο της τιμής της, και η μνήμη της στις 24 Σεπτεμβρίου άρχισε να τιμάται στην Σελεύκεια ήδη από τον 3ο αιώνα. Από εκεί εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν τρεις ναοί στο όνομά της.

 


«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2025

Είναι απαραίτητον εις το κακόν να εύρη δι’ εαυτό δικαίωσιν, να εμφανισθή ενδεδυμένον το ένδυμα του αγαθού, και ουχί σπανίως και του υψίστου αγαθού.





Η ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Καθώς την δευτέραν εντολήν εθεώρει ο Γέρων ως την ασφαλή καθοδηγητικήν αρχήν προς έλεγχον του αληθούς της πορείας ημών προς τον Θεόν, ούτω και δια την διάκρισιν του καλού και του κακού η ασφαλής ένδειξις είναι ουχί τοσούτον ο άγιος και υψηλός κατά την εξωτερικήν αυτού διατύπωσιν σκοπός, όσον τα μέσα, άτινα εκλέγονται δια την πραγματοποίησιν του σκοπού τούτου.

Απόλυτος είναι μόνον ο Θεός. Το κακόν, μη όν αυθύπαρκτον αλλ’ απλώς αντίθεσις του ελευθέρου δημιουργήματος κατά της ανάρχου Υπάρξεως, του Θεού, δεν δύναται να είναι απόλυτον. Δια τούτο το κακόν εις καθαράν, τουτέστιν απόλυτον, μορφήν δεν υπάρχει και δεν δύναται να υπάρξη. Πάν κακόν, τελούμενον υπό των ελευθέρων κτισμάτων, ζη αναγκαίως ως παράσιτον επί του «σώματος» του αγαθού. Είναι απαραίτητον εις το κακόν να εύρη δι’ εαυτό δικαίωσιν, να εμφανισθή ενδεδυμένον το ένδυμα του αγαθού, και ουχί σπανίως και του υψίστου αγαθού. Το κακόν αναμιγνύεται πάντοτε και αναποφεύκτως μετά τινος δόσεως θετικής αναζητήσεως, και ένεκα τούτο «πλανά» τον άνθρωπον. Την θετικήν αυτού άποψιν το κακόν προσπαθεί να παρουσιάση εις τον άνθρωπον ως αξίαν τοσούτον σπουδαίαν, ώστε δια την επιτυχίαν αυτής να είναι επιτρεπτά όλα τα μέσα.

Εις την εμπειρικήν ύπαρξιν του ανθρώπου το απόλυτον καλόν δεν επιτυγχάνεται. Εν παντί ανθρωπίνω εγχειρήματι υπάρχει δόσις τις ατελείας. Η ύπαρξις ατελειών εις το ανθρώπινον καλόν αφ’ ενός, και η αναπόφευκτος παρουσία του αγαθού προσχήματος εν τω κακώ αφ’ ετέρου, καθιστούν δυσχερή την διάκρισιν του καλού από του κακού.

Επίστευεν ο Γέρων ότι το κακόν πάντοτε ενεργεί «δια της απάτης», δι’ επικαλύμματος καλού, ενώ το καλόν δεν έχει ανάγκην της συνεργασίας του κακού δια την πραγμάτωσιν αυτού, και δια τούτο, όπου εμφανίζονται κακά μέσα (πονηρία, ψεύδος, βία, και τα όμοια), εκεί άρχεται περιοχή ξένη προς το πνεύμα του Χριστού. Το καλόν δεν επιτυγχάνεται δια κακών μέσων, ούτε ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. «Το καλόν ουκ έστι καλόν, αν μη καλώς γένηται». Αύτη είναι η διαθήκη την οποίαν παρέδωκαν εις ημάς οι Απόστολοι και οι Άγιοι Πατέρες. Εάν ενίοτε νικά το καλόν και δια της εμφανίσεως αυτού διορθώνη το κακόν, θα ήτο σοβαρόν σφάλμα  να σκέπτηται τις ότι το κακόν ωδήγησεν εις το καλόν, ότι το καλόν υπήρξεν αποτέλεσμα του κακού. Τούτο είναι αδύνατον. Η δύναμις όμως του Θεού είναι τοιαύτη, ώστε, εκεί όπου εμφανίζεται, να ιατρεύη το παν, διότι ο Θεός είναι πλήρωμα της ζωής και δημιουργεί την ζωήν εκ του μηδενός.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ 
Μετάφρασις εκ του ρωσικού
υπό του ιδίου του συγγραφέως
και του Ιερομ. Ζαχαρίου

σελ.156-158 

Ο κόσμος συγκρατείται με τις προσευχές των Αγίων και, όταν εξασθενήσει η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί…



Ο κόσμος συγκρατείται με τις προσευχές των Αγίων και, όταν εξασθενήσει η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί… θα πεις, ίσως, ότι τώρα δεν υπάρχουν τέτοιοι μοναχοί, που να προσεύχονται διακαώς για όλο τον κόσμο. Εγώ, όμως, θα σου πω πως, όταν θα λείψει από τη γη αυτή η προσευχή, τότε ο κόσμος θα χαθεί, θα έλθουν μεγάλης οδύνες, που και τώρα υπάρχουν. σελ.284  
Για πολλά χρόνια η ζωή του γέροντα ήταν προσευχή για τον κόσμο και με άγνωστο σε μας τρόπο η χάρη του Θεού τον πληροφορούσε πως, όσο ακόμα θα υπάρχει στον κόσμο τέτοια αγάπη και προσευχή, ο κόσμος θα διαφυλάσσεται από το Θεό, αλλά, όταν λείψει τελείως από το πρόσωπο της γης η αγάπη για τους εχθρούς τότε ο κόσμος θα χαθεί στο πυρ της γενικής συρράξεως. σελ 287


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ 
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ 

Η δύναμη της προσευχής 
για τον κόσμο

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ



Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Όταν ο Κύριος και Θεός ημών, ο μονογενής Υιός και Λόγος του Πατρός επρόκειτο να κατέλθει από τους ουρανούς, για να συλληφθεί στην παρθενική κοιλία της παναμώμου Μητρός Του, θέλησε να προμηνύσει την δική Του άσπορο σύλληψη με ένα άλλο παρόμοιο θαύμα. Έξι μήνες πριν από τον Ευαγγελισμό της Κυρίας Θεοτόκου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίσθηκε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία [5 Σεπτ.], κατά την ώρα που εκείνος προσέφερε το θυμίαμα στο θυσιαστήριο των θυμιαμάτων, και του ευηγγελίσθηκε την σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου: «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία! Γιατί η προσευχή σου εισακούσθηκε· η γυναίκα σου, η Ελισάβετ, θα σου γεννήσει γιο και θα του δώσεις το όνομα “Ιωάννης”. Θα νιώσεις χαρά και αγαλλίαση και πολλοί θα είναι εκείνοι που θα χαρούν με την γέννησή του. Με την αποστολή και το έργο του θα γίνει μέγας ενώπιον του Κυρίου. Θα είναι γεμάτος με Πνεύμα Άγιο ήδη από την κοιλιά της μάνας του και θα κάνει πολλούς Ισραηλίτες να επιστρέψουν στον Κύριο και Θεό τους» (Λουκ. 1, 13-15). Αλλά ο Ζαχαρίας, γέροντας ήδη στην ηλικία, όπως και η σύζυγός του, η Ελισάβετ, η οποία επί πλέον ήταν και στείρα, δίστασε να πιστεύσει σε αυτή την πρωτάκουστη θεία επαγγελία. Εφ’ όσον όμως «όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις», τιμωρήθηκε από τον Αρχάγγελο του Κυρίου με αφωνία και με αλαλία μέχρι την γέννηση του παιδιού του [24 Ιουν.]. Το θαυμαστό αυτό γεγονός πανηγυρίζει σήμερα η Εκκλησία ως απαρχή της εκπληρώσεως του μεγάλου μυστηρίου της σωτηρίας μας.



«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ - Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης

 

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ 
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ 
῾Η ἑνότης μέσα στὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία δὲν νοεῖται σὰν ἁπλὴ διοικητικὴ διευθέτησι καὶ ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ ὡς χάρις καὶ πλήρωμα τῆς καινῆς ζωῆς, ποὺ καινοποιεῖ τοὺς γηγενεῖς καὶ τὸν κόσμο τους ὁλόκληρο. 
∆ὲν ἔχει ἡ θεολογία δική της φιλοσοφία, ἡ πνευματικότης δική της νοοτροπία, ἡ διοίκησι δικό της σύστημα, ἡ ἁγιογραφία δική της σχολή. ῞Ολα ἀναδύονται ἀπὸ τὴν ἴδια κολυμβήθρα τῆς λειτουργικῆς ἐμπειρίας. ῞Ολα συλλειτουργοῦν Τριαδικά, προσάδοντα τὸν τρισάγιο ὕμνο μὲ τὴ δική τους γλώσσα. «Πάντα ἄρχονται φθέγγεσθαι ξένοις δόγμασι, ξένοις ρήμασι, ξένοις διδάγμασι τῆς ῾Αγίας Τριάδος»
Τίποτε δὲν εἶναι αὐθαίρετο, ἀπομονωμένο, ξένο ἢ πρόσθετο μηχανικά. Κανένα δὲν ἔχει τὸν δικό του νόμο, τὸ δικό του «θέλημα», ὡς ἀνταρσία. Τίποτε τὸ ξένης φύσεως, νοήσεως ἢ στάσεως δὲν εἰσέρχεται. 
Τὸ κάθε τι καταλάμπεται ἀπὸ τὴν Τριαδικὴ χάρι. Τὸ δράμα ὀργανικὰ συζῆ καὶ ἐνσωματώνεται μέσα στὸ ὅλον. 
῾Υπάρχει ἕνας Νόμος πνευματικός, ποὺ δεσπόζει τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων. Τὰ πάντα ἀπορρέουν, ἐκπορεύονται ἀπὸ τὴ γνῶσι τῆς ῾Αγίας Τριάδος. 
Τὰ πάντα ἀναδύονται ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα, τὴ ζωὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ἀπὸ τὸ βαπτισμα εἰς τὸν θάνατον τοῦ ᾿Ιησοῦ. 
«῾Η ζωὴ ἐκ τοῦ Τάφου ἀνέθορε» καὶ ἀναθρώσκει. Μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ θανάτου τὰ πάντα ὑπάρχουν διαφορετικά. 
Μπορεῖ νὰ λεχθῆ ὅτι τὸ ἴδιο Τριαδικὸ ἀπήχημα ἀκατάπαυστα ἀναδύεται ἀπὸ τὴν πιὸ κατώτερη λειτουργία ζωῆς μέχρι τὶς ἀγγελικὲς χοροστασίες τῆς τρισαγίου φωνῆς. 
Πειθήνια ὑποτασσόμενος στοὺς νόμους τῆς Τριαδικῆς λειτουργίας ὁ ἄνθρωπος καὶ θελγόμενος ἀπὸ τὴν παναρμόνια τούτη συμφωνία, φέρεται ἐπὶ τῶν πτερύγων τῆς ἐλευθερίας τοῦ Πνεύματος, ποὺ τὸν ἐξάγουν ἀπὸ τὸν κλειστὸ χῶρο τοῦ κτιστοῦ στὸ εὐρύχωρο πλάτος τοῦ Παραδείσου καὶ τὸν ἐπαναφέρουν στὸ οἰκεῖον ἀξίωμα. 
Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἕνας ᾿Ορθόδοξος ἐρωτᾶται γιὰ τὸ θέμα τῆς ἑνότητος, δὲν πάει ὁ νοῦς του σὲ κάτι ἀνθρώπινο καὶ κλειστό, ἀλλὰ σὲ κάτι τὸ ἀπέραντο καὶ θεϊκό. ∆ονεῖται ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν ἐπινίκιο ἰαχὴ ποὺ ἀναπέμπεται ἀκατάπαυστα ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία τοῦ ᾿Αναστάντος· «῾Εάλω ὁ θάνατος θανάτῳ» (Παρακλητική)
῾Η ἑνότης τῆς ᾿Εκκλησίας διοργανώνεται, πολιτεύεται καὶ φανερώνεται μετὰ τὸν θάνατο ποὺ φέρνει στὴν αἰώνια ζωή. 
῾Η ἑνότης τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει τὶς διαστάσεις τῆς ᾿Ελευθερίας καὶ τὸ πολίτευμα τῆς «καινῆς βιοτῆς»
Καὶ τὸν θάνατο αὐτὸν ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο καὶ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωὴ τὴν ἀληθινὴ ἑνότητα καὶ θεία περιχώρησι-τὸν ἐνσαρκώνει ἡ ᾿Εκκλησία σ᾿ ὅλο της τὸ σῶμα καὶ τὶς ἐκδηλώσεις· 
-Στὴ θεολογία, μὲ τὴν ἀποφατικὴ γνῶσι, ποὺ εἶναι Γολγοθᾶς τῆς νοήσεως. 
-Στὴν ὀργάνωσι, μὲ τὸ νὰ ὑπάρχη συνοδικῶς, «Τριαδικῶς»
-Στὴ θεία Λειτουργία, μὲ τὴν ὁλοκληρωτικὴ προσφορά· «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα»
-Στὴν εἰκόνα, μὲ τὴν εἰκαστικὴ φανέρωσι τοῦ λειτουργικοῦ ἤθους. 
-Στὴν πνευματικότητα, μὲ τὴν ἐκζήτησι τῆς ταπεινώσεως (καὶ ὅχι μὲ τὴν ἁπλὴ πρόσκτησι τῶν ἀρετῶν) ποὺ εἶναι θυσία τῶν πάντων καὶ ἐπώδυνη «κένωσις»
῎Ετσι ἔρχεται διὰ τοῦ σταυροῦ τοῦ ἀνθρωπίνου (τοῦ ἰδίου θελήματος) χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ τῆς ᾿Εκκλησίας. Κινεῖται, δρᾶ καὶ φανερώνεται ἡ ἄνωθεν ἐπιδημοῦσα Χάρις, ἡ ὁποία ἑνοποιεῖ ὀργανικὰ τὰ πάντα. 
῾Ο πόνος βρίσκεται ἐδῶ· Πῶς μπορεῖ νὰ λειτουργηθῆ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος. Πῶς μπορεῖ νὰ γίνη βατὴ ἡ ἀπόστασι ποὺ χωρίζει τὴν ἀγωνία καὶ τὴ δίψα τοῦ νέου ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πλησμονὴ τῆς καινῆς ζωῆς καὶ τὴν πατερικὴ δημιουργία. ῎Η, πῶς μπορεῖ νὰ καταργηθῆ ἡ ἀπόστασι ποὺ χωρίζει θεολογία καὶ ζωή. 
῞Οταν αὐτὸ γίνη, τότε νέα ρεῖθρα θὰ ποτίσουν τὴ διψασμένη γῆ μας καὶ χυμοὶ τῆς βαθύρριζης ᾿Ορθοδόξου παραδόσεώς μας θὰ ἀνανεώσουν τοὺς βλαστοὺς τοῦ κουράγιου καὶ τῆς ζωῆς μας. Τότε θὰ νοιώσουμε τὸ ἕνα, μοναδικὸ καὶ καθολικὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὰ πάντα. Θὰ νοιώσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει βάσι συγκρίσεως μὲ κανένα προηγούμενο ἢ ἑπόμενο. Μέσα της κρύβει ὅλα τὰ προηγούμενα, προαιώνια καὶ ἑπόμενα, ἀτελεύτητα. 
Τὰ πάντα γνωρίζονται ὡς νέα, καινοφανῆ, γιατὶ ὁ Κύριος εἶναι «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος»
Τὰ πάντα εἶναι δοκιμασμένα καὶ ἀσινῆ. ∆ὲν στέκει ὄρθιο κανένα εἴδωλο, πεποιημένο χερσὶ ἢ νοήμασι, γιατὶ ὁ Θεὸς γνωρίζεται ἐδῶ ὡς «ὁ εἷς, τὰ πάντα καὶ οὐδεὶς» (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Μόνο ἐδῶ γνωρίζεται ὁ Θεὸς ὡς τῆς ἑνότητος χορηγός. 
Μόνο ἐδῶ βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο, σωσμένο ψυχῇ τε καὶ σώματι. 
* 
Οἱ σελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν δὲν δίδονται σὰν λύσι στὸ πρόβλημα τῆς ἑνότητος, ἀλλὰ σὰν μικρὲς ἀφορμὲς καὶ ἀναβαθμοὶ ποὺ πιθανῶς μποροῦν νὰ βοηθήσουν κάποιον στὸ νὰ προχωρήση πιὸ συνειδητὰ μέσα στὴν ᾿Εκκλησία, ὅπου «τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο τῆς ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ἑνότητος μυστήριον ἐπιτελεῖται» (Μυσταγωγία, ἁγίου Μαξίμου)
Τότε μόνος του κανεὶς θὰ καταλάβη ποιὰ ἀπάντησι δίδεται καὶ γιὰ τὸ 778 πρόβλημα τῆς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν καὶ τὸν «οἰκουμενισμό», ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύνταξι αὐτῆς τῆς ἐργασίας. 
Πρὶν τελειώσουν αὐτὲς οἱ εἰσαγωγικὲς γραμμὲς πρέπει ἀκόμη κάτι νὰ λεχθῆ· 
Τὸ νὰ κατεβάσης τὸν λόγο στὸ ἐπίπεδό σου -ἀπασχολούμενος μὲ παρόμοια θέματα- δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ (ὁ ἄλλος δὲν περιμένει νὰ ἀκούση τὶς ἀπόψεις σου, ἀλλὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ). Καὶ τὸ νὰ ἀνέβης ὁλόκληρος στὸ ὕψος τῆς θεολογικῆς ἱερολογίας, ὄντας μεμολυσμένος, εἶναι ἐπικίνδυνο καὶ ἀνέφικτο. ῎Ετσι, νοιώθεις τὸ γράψιμο τοῦτο νὰ εἶναι πάντα ἕνας σταυρός. 
Γι᾿ αὐτό, ἂς γίνουν δεκτὲς οἱ σελίδες τοῦτες σὰν ἕνας ὀβολὸς ἑνὸς φτωχοῦ στοὺς ἀδελφούς του. Καὶ ἂς εἶναι συγχρόνως μιὰ αἴτησι τῶν προσευχῶν τους. Γιατὶ μόνο στοὺς ἀδελφούς, τοὺς «ἁγίους», τὴν ᾿Εκκλησία τῶν πρωτοτόκων, μποροῦμε νὰ στηριχτοῦμε. ᾿Εκεῖ βρίσκεται ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας.

 

Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης,
Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων
Αγίου Όρους

Δημοφιλείς αναρτήσεις