Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Το βλέμμα του τυφλού και η τυφλότητα των βλεπόντων

ΚΥΡΙΑΚῌ  ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
θ΄ 1 – 38

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η εκτεταμένη περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο της θεραπείας του Τυφλού θαρρείς και θέλει να προκαλέσει με την έκτασή της για το πώς μπορείς να δεις το φως και για το πώς μπορείς να χάσεις το φως. Και να σημειώσω τρία σημεία μέσα από την περικοπή, τα οποία τα υπομνηματίζουν και [στα οποία] στέκονται πολύ οι ερμηνευτές Πατέρες, για να καταλάβουμε το γιατί της τόσο μεγάλης εκτάσεως και τι σημασία έχει αυτή η περικοπή για τη δική μας ζωή. 

Το πρώτο σημείο είναι, στην αρχή της περικοπής, όπως ακούστηκε, η αναζήτηση των ενόχων από εκείνους που βρίσκονται γύρω από τον Χριστό. «Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ;». Και ο Χριστός με τον δικό Του τρόπο και με τον δικό Του λόγο καταργεί την διαδικασία αναζητήσεως ενόχων. «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Αντί να ψάχνεις ενόχους για το ποιος φταίει, για το ένα ή για το άλλο πράγμα, και τότε χάνεις το φως και δεν μπορείς να το δεις και σκοτίζεται ο νου σου και ταράζεσαι πάρα πολύ, και η καρδιά σου ταράζεται και ξέρεις ότι κάποιος φταίει και δεν μπορείς να το βρεις ποιος είναι αυτός που φταίει, και η καρδιά σου ταράζεται περισσότερο, αντί να το κάνεις αυτό, το πρώτο στοιχείο είναι να δώσεις δόξα τω Θεώ και να ξέρεις πως, ας φαίνονται τα πράγματα πως είναι άσχημα γύρω, και αυτή η ευκαιρία είναι μια ευκαιρία δική σου και μοναδική ευκαιρία αγιασμού. 

Και ο Χριστός, παράλληλα με αυτή την απάντηση, που κανείς δε φταίει, δίνει και μια δεύτερη ότι «ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν». Αντί να ψάχνεις λοιπόν ενόχους, να εργάζεσαι τα έργα του φωτός. Εμείς ζώντας μέσα στην Εκκλησία, πορευόμαστε στον Χριστό και πορευόμαστε στον φως Του. Όσο πιο πολύ μπλεκόμαστε με την αναζήτηση ενόχων, μπλεκόμαστε με το σκοτάδι και τότε μπλέκουμε το σκοτάδι με το φως, και τότε και εμείς γινόμαστε σκοτάδι και δεν μπορούμε να γίνουμε φωτεινοί, και κάποια στιγμή μπορεί να δικαιωθούμε αλλά θα δικαιωθούμε μέσα στο σκοτάδι μας. Το πρώτο λοιπόν ήταν η κατάργηση της διαδικασίας της αναζητήσεως ενόχων. 

Το δεύτερο στοιχείο είναι η διαδικασία της καταργήσεως της αξίας των πραγμάτων. Ο Χριστός για να θεραπεύσει τον τυφλό παίρνει το πιο ευτελές, το πιο άσημο στοιχείο της φύσης. Εκείνο το στοιχείο το οποίο φαίνεται να μην έχει αξία, γιατί βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ποσότητα, η προσφορά του είναι μεγάλη, καμία αξία δεν έχει. Ο Χριστός καταργεί την αξία, θεραπεύει μέσα από πράγματα που εμείς δεν τους δίνουμε αξία. Αν θέλουμε να θεραπευτούμε και να γιατρευτούμε και να δούμε την αλήθεια των πραγμάτων, και δίνουμε σημασία στα πράγματα, στην αξία τους, τη μεγάλη και τη μικρή, τότε δεν μπορούμε να θεραπευτούμε, γιατί τα πράγματα τα αξιολογούμε με μάτι κοσμικό, και ο Χριστός χρησιμοποιεί τα πράγματα αλλά καταργεί την έννοια της αξίας. Καταργεί, θα λέγαμε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα του κόσμου, και εκεί αξίζει μια χούφτα πηλός, [που] δεν αξίζει τίποτε. Κι όμως ο Χριστός αυτή τη χούφτα τον πηλό την παίρνει και θεραπεύει τον τυφλό και μαζί με αυτό μας δηλώνει: και εμείς, που είμαστε μια χούφτα πηλός, κι όμως είμαστε κάτι πολύ μεγάλο, και, στα χέρια του Χριστού, αν αφήσουμε αυτή τη χούφτα τον πηλό, αυτός ο πηλός μπορεί να γίνει κάτι πολύ μεγάλο, μπορεί να φτάσει και να θεωθεί.

Και τρίτο στοιχείο και πολύ σπουδαίο που έχει κάποια εξωτερική σχέση με το πρώτο, είναι η μεγάλη και εκτεταμένη ανακριτική διαδικασία. Η περικοπή εξηντλήθη στη μεγάλη αυτή ανακριτική διαδικασία. Έρχονται μάρτυρες, φεύγουνε μάρτυρες, έρχονται οι γονείς, φεύγουν οι γονείς και κανείς δεν πείθεται. Η ανακριτική διαδικασία για να βρεις την αλήθεια είναι μια γελοιοποίηση δική σου, γιατί μπροστά σε αυτούς ήταν η Αλήθεια. Όσο την ψάχνεις ανακρίνοντας, η καρδιά σου σκοτίζεται και πάλι, και μπροστά σου είναι ο Χριστός· και ο τυφλός βλέπει πια τον Χριστό, με τη δική του μοναδικότητα, και προσκυνεί αυτό. Και θυμάμαι εκείνη την αγιογραφία του καθολικού μιας Μονής του Αγίου Όρους που έχει τον Χριστό να θεραπεύει τον τυφλό και γύρω του όλοι οι τυφλοί –  που είναι ουσιαστικά με ανοιχτά μάτια ενώ έχουν κλειστά τα μάτια – και ο μόνος που έχει ανοιχτά τα μάτια είναι ο τυφλός που θεραπεύεται. Γιατί αυτός δεν έκανε ανακριτική διαδικασία, δεν ζήτησε ενόχους, έχει τα μάτια ανοιχτά, βλέπει τον Χριστό, είναι φωτισμένος. Και εμείς συνέχεια αναλωνόμεθα  σε κρίσεις, κατακρίσεις, αναλύσεις των πραγμάτων, σχολιασμούς των πραγμάτων, και δεν πέφτουμε κάτω, να βάλουμε κάτω τα μάτια μας, το πρόσωπό μας, τα γόνατά μας, να δούμε τον Χριστό, όπως είναι, και τότε θα ανοίξουνε τα μάτια μας. Και όποιος μπορεί να κάνει αυτό το πράγμα, δεν θέλει κάτι άλλο, και είναι κοντά στον Χριστό πια και φωτίζεται, και τότε πια ποτέ δεν μπορεί να είναι τυφλός. «Καὶ πεσών προσεκύνησεν αὐτῷ»: η κατάληξη της διηγήσεως του τυφλού, η κατάληξη της διηγήσεως του κάθε τυφλού, η κατάληξη της πορείας της δικής μας της καθημερινής. 

Εκτεταμένη, είπαμε στην αρχή, η διήγηση, αλλά πραγματικά αποκαλυπτική. Αν θέλετε πραγματικά να δείτε το φως του Χριστού – και πόσοι δεν το θέλουν; και πολλοί το θέλουνε – ακολουθήστε αυτή την πορεία. Αυτή η πορεία πραγματικά θα σας ελευθερώσει και θα σας κάνει, το ξαναλέω, να ασχοληθείτε με το φως και όχι με το σκοτάδι του κόσμου. Και τότε πραγματικά «πεσόντες θα προσκυνήσετε» Αυτόν και θα πείτε και εσείς ότι αυτός είναι ο Κύριός σας και ο Θεός σας.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΠΡΟΣΕΥΧΗ : ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ!





ΠΗΓΗ: Floga.gr

ΠΡΟΣΕΥΧΗ :
ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ!

Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῆς πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχος 10, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Πέμπτη 12-3-2015.

[...] Ἐμεῖς τί λέμε; Προσευχόμαστε γιά τόν ἄλλο. Ὑπάρχει κάτι βαθύτερο πού κάνει ὁ Θεός. Τά πάντα μπορεῖ νά κάνει. Ἐμεῖς φτάνουμε στά ὅρια. Ἄν δέν γίνεται ὁ λόγος μας τίποτε, ὄχι γιά νά σταματήσουμε, θά καταλήξουμε στό ἀκραῖο καί παιδαγωγικό ἐκφραστικό μέγεθος πού λέγεται προσευχή. Αὐτό τό λέω πάντα, τό ξεχνᾶμε ὅμως, γιατί σέ πολλές ἀγωνιώδεις καταστάσεις πού ζοῦμε καί, πολλές φορές, ἔχουμε μιά σωστή ἄποψη καί θέλουμε νά προστατεύσουμε τόν ἄλλο, καί τό λέμε, τό ξαναλέμε, κι ἐπειδή τό εἴπαμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι πρέπει, παραπάνω ἀπ᾽ ὅσο τό λέει ὁ Θεός, καί ξεπεράσαμε καί τά μέτρα τοῦ Θεοῦ, καί κάναμε μιά -γιά καλά πράγματα- πλύση ἐγκεφάλου, κι ὁ ἄλλος ἀντιδρᾶ, εἶναι καλύτερα νά σωπάσουμε καί νά καταλήξουμε στό μέγεθος πού πιστεύουμε καί δέν πιστεύουμε· πού εἶναι ἡ προσευχή. Τήν πιστεύουμε ὅλοι. Ἀλλά τήν πιστεύουμε, ἤ μᾶλλον καλύτερα, τήν πιστεύουμε, ἀλλά τήν ἐμπιστευόμαστε; Γιατί στά δύσκολα, πού ὅταν δέν γίνεται κάτι, πόσες φορές τό λέω; Λέω, «νά προσεύχεσαι». Οἱ ἄλλοι μ᾽ ἀκοῦνε μ᾽ ἕνα ὕφος ἱλαρό, γελοιοποιητικό, «ἔ, αὐτό τό ξέρουμε, νά προσευχόμαστε. Καλή ἰδέα μᾶς ἔδωσες». Μά εἶναι τό μεῖζον. Λέει, «μή μοῦ πεῖς νά προσεύχομαι, [πές μου] τί νά κάνω». Λέω, «νά προσεύχεσαι» καί λέει, «αὐτό τό ξέρω». Ἔ, κάν᾽ το. Ἄν τό ξέρεις καί τό κάνεις, καί τό κάνεις ἱλαρῶς, καί τό κάνεις ὅπως πρέπει, εἶναι σίγουρο ἕνα πράγμα, πού ὁ Θεός θά δώσει ἀπάντηση. Πῶς, πότε, μέ ποιό τρόπο, δέν τό ξέρω. Ἀλλά ὁ Θεός δίνει ἀπαντήσεις.

Μήν καταλήξουμε λοιπόν, καί φρεναπάτες νά γίνουμε καί νά μήν πιστεύουμε στή δύναμη τῆς προσευχῆς. Γιατί ὅποιος δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει στή δύναμη τῆς προσευχῆς, γίνεται φρεναπάτης. Ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά δέν μπορεῖ νά κάνει κάτι. Ἐδῶ σταματᾶμε. Καί γίνεται πιά μιά λανθασμένη παιδαγωγία. Αὐτό μπορεῖ νά τό κάνουν φορεῖς, κρατικά μεγέθη, ἀλλά ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν μποροῦμε νά τό κάνουμε σέ μιά διαπροσωπική παιδαγωγία. Βλέπετε ἡ φρεναπάτη τί φέρει μέσα της δηλαδή, πού ᾽ναι μιά ἰσχυρή, βλαβερή καί βέβηλη παρέμβαση στήν προσωπικότητα τοῦ ἄλλου. Κι αὐτή τήν προσωπικότητα ὁ Θεός τήν κρατάει ἀλώβητη. Γι᾽ αὐτό ἡ λέξη ἐλευθερία εἶναι πολύ ἰσχυρή λέξη. Ἐμεῖς μπορεῖ νά μήν τήν καταλάβαμε κι ἐκφράζεται μ᾽ ὅλα τά μεγέθη. Δέν εἶναι μονάχα ἐλευθερία ἀπό τίς κινήσεις μας, πῶς κινούμεθα στόν χῶρο καί δέν εἴμαστε φυλακισμένοι, εἶναι ἐλευθερία τοῦ νοός, κι αὐτή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ἔστω λοιπόν καί γιά καλούς λόγους δέν μποροῦμε νά παρεμβαίνουμε. Καί φυσικά, ἄν εἶναι κακοί οἱ λόγοι πού κάνει ὁ ἄλλος, θά τοῦ ποῦμε μιά-δυό φορές, ὅπως τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, καί πάλι θά καταλήξουμε στήν προσευχή. Δίνω ἔμφαση λοιπόν, ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας διεργασίας, στή βαθιά ἐμπιστοσύνη τοῦ πιστοῦ στήν προσευχή. Μή μοῦ λέτε πού τό ξέρετε, εἶναι θέμα ἐμπειρίας πού πρέπει νά τό δοκιμάσετε. Καί στά πολύ δύσκολα πράγματα ἀντί νά κλαῖτε, νά ὠρύεσθε, νά ἀπογοητεύεστε, νά παίρνετε χαπάκια· νά καταλήξετε στήν προσευχή.

Κι ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη δύναμη τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. Εἰδάλλως καί φρεναπάτης εἶσαι καί γιά λανθασμένα πράγματα μάχεσαι.

[...]

Κι ἄν δέν γίνεται τίποτε τό τονίζω καί πάλι, γιά νά ᾿χω στόν νοῦ σας πάντα ὁλοκληρωμένο τό σχῆμα, ὑπάρχει ἡ δυναμική καί τό δυνατό στοιχεῖο τῆς προσευχῆς. Κρατῆστε ὅλο αὐτό τό μοντέλο στόν νοῦ σας. Γιατί βλέπω καθημερινά ἀνθρώπους σ᾿ ἀπελπισία, σ᾿ ἀπόγνωση. Γιατί προσπαθοῦν κάτι, ἔστω γιά τό καλό, γι᾿ ἀνθρώπους κοντινούς τους καί δέν γίνεται. Δέν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπελπισία. Γιατί ἐάν δέν γίνει τό δικό μου καί μέ πιάσει ἀπελπισία, ἤδη ἁμάρτησα, γιατί μοῦ ἦλθε ἀπελπισία. Γιατί κάτι ἀπό αὐτά πού λέω δέν τά κάνω. Γιατί στό τέλος- τέλος δέν ἐμπιστεύομαι τόν Θεό! Πού Ἐκεῖνος στό τέλος-τέλος ξέρει τί θά κάνει!

Κρατῆστε κι αὐτό, δηλαδή. Ἐάν μέσα ἀπό μιά τέτοια διεργασία καταστροφολογίας, τήν ὁποία περνοῦν οἱ ἄνθρωποι οἱ δικοί μας, καί δυσκολευόμαστε καί λυπόμαστε καί περάσουμε ἐμεῖς ἀπελπισία, τότε δέν προσφέρουμε τίποτε!

Ξέρεις, οἱ ἄρρωστοι δέν μποροῦν νά γιατρέψουν τόν ἀσθενή. Πρέπει νά εἶσαι ὑγιής. Καί νά δώσεις τή μάχη σου μέχρι τέλους. Καί ἡ μάχη μέχρι τέλους ποιά εἶναι; Νά μήν καμφθεῖς... καί τουλάχιστον βαθιά νά ἐμπιστεύεσαι ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θά ἐξαρτηθεῖ καί ἀπό τό μέγεθος τῆς προσευχῆς σου.

Αὐτό γιά νά μήν ὑπάρχουν χριστιανοί ἀπελπισμένοι...

[...]

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Έτσι όπως είναι οι φίλοι μου διάσπαρτοι σε έρημα νησιά

 

Έτσι όπως είναι οι φίλοι μου διάσπαρτοι σε έρημα νησιά, έχεις ακούσει πεθαμένους να ομιλούν για τον Θεό τον ζωντανό; 
Έτσι και εγώ όπως ποθώ μια άδολη αγκαλιά, από την πολλή λαχτάρα μου τρέχω προς τον γκρεμό. 
Με βλέπει η μάνα μου από τον ουρανό κι ακόμα πονάει για μένα η καρδιά της. 
Για ένα θαύμα που σαν δελφίνι χοροπηδάει από το βυθό και σκάει μύτη το χαμόγελο στο πρόσωπό του. 
Κανείς ποτέ και τίποτα δεν έχει κάτι δικό του. Όλα ανήκουμε στον ουρανό. 
Εδώ στη γη μόνο τα ψέματα έχουνε κράτος.. Και τραγουδώ μονάχος μου και είμαι ο πιο φάλτσος. 
Μα η μουσική μες την ψυχή τα κύματα δεν τα φοβάται. 
Και ζει μονάχα κάθε φορά που μόνο την αγάπη της θυμάται. 
Όλα τα άλλα ας λησμονήσουν. 
Οι άνθρωποι τι έχουμε να πουν; 
Φανταστικές οι ιστορίες μέσα στα πάθη, αλλά από του ωκεανού τα βάθη, πως ξεπροβάλλει το όμορφο μαργαριτάρι. 
Θεέ μου τι όμορφη είναι η δικιά σου χάρη!

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Σώπασε για να βρεις τον Λόγο: Τα τέσσερα στοιχεία που νοηματοδοτούν τον ανθρώπινο διάλογο

ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
δ΄ 5 – 42

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  5 Ιουνίου του 1994

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο για να ζει εν κοινωνία, γιατί και ο Θεός είναι κοινωνία. Και ένα από τα ισχυρά όπλα της θεμελιώσεως αυτής κοινωνίας και ένα από τα μέσα που ο Θεός, μέσα από την αγάπη του, έδωσε στον άνθρωπο, είναι ο λόγος και ο διάλογος. Ακόμη και ο Θεός φαίνεται μέσα στην τριαδική του ύπαρξη, από τα κείμενα της Γραφής, να διαλέγεται: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», «Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου» και άλλα τέτοια χωρία.

Και σε αυτό το κείμενο το ευαγγελικό που ακούσαμε σήμερα του Ιωάννου, που αναφέρεται στο διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα, δίνεται ένα ήθος διαλόγου ως ισχυρού μέσου οικοδομήσεως της ανθρώπινης κοινωνίας. Παρόλο που το γνωρίζουμε αυτό πάρα πολύ καλά, γιατί κάθε μέρα μιλούμε και κουβεντιάζουμε, φαίνεται να αποτύχαμε πολύ στον διάλογό μας. Από τα μικροεπίπεδα, τα προσωπικά, μέχρι τα μακροεπίπεδα, τα μεγάλα, τα διεθνή, όλα λειτουργούνται από διάλογο και όλα φαίνεται να λειτουργούν αποτυχημένα.

Και έτσι το υπόδειγμα του διάλογου που δίνει σήμερα ο Χριστός πιθανώς να είναι – και, γιατί όχι; είναι – το υπόδειγμα το άλλο, ο άλλος τρόπος, το πώς αυτό το ισχυρό μέσο της οικοδομήσεως της ανθρώπινης κοινωνίας, ο λόγος και ο διάλογος, μπορεί να λειτουργήσει και μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Να το δούμε για λίγο αξιοποιώντας κάποιες από τις φάσεις των ερωταποκρίσεων οι οποίες διαγράφονται και περνάνε μέσα από το κείμενο το οποίο ακούσαμε πριν από λίγο. Να σας θυμίσω κάποιες φράσεις.

Σε μία στιγμή, όταν άρχισε η κουβέντα της Σαμαρείτιδας με τον Χριστό, εκεί στην αρχή, φαινόταν ότι ο λόγος ήταν ανερμάτιστος: άλλα έλεγε η γυναίκα και άλλα απαντούσε ο Χριστός. Να, κοιτάξτε, παραδείγματος χάριν, λέει η γυναίκα στον Χριστό, λέει, «οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις». Του βάζει ένα στοιχείο στην ανθρώπινη κοινωνία, να του πω, ρατσιστικό. Οι μεν δεν συγχρώνται με τους άλλους. Να λοιπόν, διάλογος μεν, ο οποίος προβάλλει το ρατσιστικό στοιχείο.

Ο Χριστός απαντάει με έναν τρόπο παράλογο, με έναν τρόπο που δεν της δίνει απάντηση. Λέει, «Αν ήξερες ποιος είναι μπροστά σου, τότε θα μου ζητούσες να σου δώσω κάτι άλλο». Ο Χριστός είναι αυτός που είναι. Αλλά τι λέει; Πίσω από κάθε άνθρωπο – οι ερμηνευτές το λένε οι Πατέρες – κρύβεται ο Χριστός: δεν είμαστε εικόνες Χριστού; Άρα, αν στον ανθρώπινο λόγο, στον ανθρώπινο διάλογο, προκληθεί το ρατσιστικό, το «διαφοροποιοῦν» (σημείωση: «αυτό που διαφοροποιεί») τους ανθρώπους κατά γένη, κατά φύλα, και αυτό προκληθεί σαν να έχει μια υπερέχουσα αξιοποίηση, τότε ξεχνούμε ότι πίσω από κάθε άνθρωπο κρύβεται η εικόνα του Χριστού και τότε χάθηκε, στην πρώτη φάση, αυτό το ισχυρό όπλο που λέγεται ο λόγος και διάλογος για την καταξίωση της ανθρώπινης κοινωνίας. Να λοιπόν, ο Χριστός απαντάει με ένα παράλογο τρόπο και όμως της δίνει απάντηση: «Ξέρεις ποιος είναι μπροστά σου;» Ξέρεις κάθε φορά που κουβεντιάζεις ποιος είναι μπροστά σου; Και ας είναι ο οποιοσδήποτε χαμένος, ο οποιοσδήποτε αλήτης, ο οποιοσδήποτε κατά τα μέτρα σου «βρωμιάρης»· πίσω  απ’  αυτόν κρύβεται ο Χριστός. Αν λειτουργήσεις ρατσιστικά, σε μικροεπίπεδα ή σε μακροεπίπεδα, τότε, από την πρώτη αυτή φάση, χάθηκε η δυνατότητα της ανθρώπινης κοινωνίας.

Στο δεύτερο ερώτημα-πρόκληση και παρατήρηση της γυναίκας, που είναι το στοιχείο που λέει: «Μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον πατέρα μας τον Αβραάμ; Νομίζεις ότι είσαι σε κάτι μεγαλύτερος και μιλάς έτσι;», ο Χριστός απαντάει και πάλι με ένα παράλογο τρόπο, ανερμάτιστο, αλλά και πάλι προκλητικό. Αντί να πει Εκείνος πως είναι μεγαλύτερος από τον Αβραάμ και να αναλύσει θεολογικά τη στάση Του, της λέει: «Θέλεις να σου δώσω ένα νερό ζωντανό να πιείς;» Η απάντηση και πάλι φαίνεται παράλογη, αλλά αυτή είναι η απάντηση του Χριστού. Ο Χριστός θέλει να την αναπαύσει. Το πρόβλημα δεν είναι να αποδείξεις αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος από τον Αβραάμ. Το πρόβλημα δεν είναι να αποδείξεις ότι είσαι μεγαλύτερος ή μικρότερος, το πόσο αξίζεις και το πόσο δεν αξίζεις. Το πρόβλημα είναι να αναπαύσεις τον άλλο. Να λοιπόν το δεύτερο στοιχείο αυτού του ισχυρού μέσου που λέγεται λόγος και διάλογος. Το πρώτο ήταν να βρίσκεις πίσω από τον οποιοδήποτε την εικόνα του Χριστού, και το δεύτερο είναι να προσπαθήσεις να αναπαύσεις τον άλλο ανεξάρτητα από το πώς σε βλέπει. Αν σε βλέπει μεγάλο ή μικρό.

Στην τρίτη φάση, η γυναίκα αρχίζει να συμπλέει με το λόγο του Χριστού και το ερώτημά της πια και η πρόκληση της έχει σχέση με τα λόγια του Χριστού και του λέει: «Ε, λοιπόν, να μου δώσεις να πιώ από αυτό το νερό». Και ενώ θα έπρεπε, θα πει κάποιος [ότι] ο Χριστός θα της ανέλυε  το νερό, πάει σε άλλο θέμα ο Χριστός · αλλάζει την κουβέντα και λέει «Πού είναι άντρας σου;» Η αποτυχία της στο προσωπικό επίπεδο. Δεν μπορείς να κοινωνήσεις με τους άλλους, δεν μπορείς να ξεπεράσεις το ρατσιστικό, δεν μπορείς να ξεπεράσεις το στοιχείο που σε κάνει να φαίνεται ότι υπερέχεις από τον άλλο, αν έχεις αποτύχει στις πολύ κοντινές σου, στις πολύ κοντινές ανθρώπινες σχέσεις. Όσο και να προσπαθήσεις να αναπαύσεις τον άλλο, να δεις πίσω από αυτόν την εικόνα του Χριστού που υπάρχει και όσο και να το καταφέρεις να γίνεις αναπαυτικός, όσο και να γίνεις ελεήμων αν έχεις αποτύχει στις καθημερινές σου, πολύ κοντινές ανθρώπινες σχέσεις – εδώ απέτυχε αυτή με τον άντρα της, πέντε άντρες είχε πάρει –  τότε η κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομηθεί, ο λόγος και ο διάλογος δεν μπορεί να οικοδομηθεί, και είναι ένας βερμπαλισμός, κι είναι λόγια περιττά, κι είναι λόγια για μεγάλα πράγματα και μικρά πράγματα, είναι λόγια για ειρήνη, είναι λόγια για αγάπη και «είναι λόγια», γιατί απέτυχες στα πολύ μικρά καθημερινά ανθρώπινα στοιχεία τα οποία λειτουργείς κάθε μέρα. Αυτό ήταν το τρίτο στοιχείο. Η εικόνα του Χριστού· το να αναπαύεις· και να μην αποτύχεις στην καθημερινότητα των ανθρωπίνων σχέσεων.

Και τέλος, όταν η γυναίκα πια προκαλείται και του λέει «εσύ είσαι προφήτης απ’ ό, τι φαίνεται», ο Χριστός πάλι δεν απαντάει και της λέει, με  άλλον τρόπο, πώς πρέπει να προσκυνεί, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Και όλα αυτά μέσα στην Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Ο ανθρώπινος λόγος, ο ανθρώπινος διάλογος. Η ανθρώπινη κοινωνία να περνάει μέσα από αυτά τα τέσσερα στοιχεία, όπως ο Χριστός τα διέγραψε, και να μπορεί να οικοδομήσει την ανθρώπινη κοινωνία. Ή να την κάνει – μέσα από τα ατέλειωτα λόγια, μέσα από τις ατέλειωτες φράσεις, προβληματισμούς, ερωτήματα και απαντήσεις, που δίνουμε κάθε μέρα – να λειτουργούμε μια κόλαση στις ανθρώπινες σχέσεις.

Τα θυμίζω και πάλι τα στοιχεία: Να βλέπεις την εικόνα του Χριστού πίσω από κάθε άνθρωπο. Να τον αναπαύεις, όπως αναπαύει ο Χριστός όλους τους ανθρώπους: ουσιαστικά· να του δίνεις δηλαδή αυτό «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», αυτή είναι η ανάπαυση η οποία έρχεται. Να μπορείς να μην αποτυγχάνεις στις καθημερινές σχέσεις. Και όλα αυτά να τα λειτουργείς μέσα από τον χώρο της Εκκλησίας. Και τότε ο λόγος έχει νόημα. Αν τα τέσσερα στοιχεία δεν λειτουργούν, ο λόγος είναι ανόητος. Και τότε θα ακούσεις το, λόγο των Πατέρων, που θα πει «σώπασε», για να βρεις τον λόγο. Να βρεις αυτά τα τέσσερα στοιχεία.

Ευχή μέσα από την πρόκληση που κάνει σήμερα η Σαμαρείτις, είναι να ανακαλύψουμε τον χαμένο λόγο. Να ανακαλύψουμε, λέω, ναι, πραγματικά, γιατί παρόλο που λειτουργούμε κάθε μέρα το λόγο, τον έχουμε φθείρει, τον έχουμε διαφθείρει, τον λειτουργούμε καταστροφικά και κολασμένα για τους άλλους.

Να ανακαλύψουμε το χαμένο λόγο, τη χαμένη δυνατότητα κοινωνίας. Και αυτό μπορεί να γίνει μονάχα μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, μόνο αν περάσουμε μέσα από μια μετάνοια του λόγου, μέσα από μια μικρή φάση σιωπής, και μόνο αν αυτά τα λειτουργήσουμε μέσα στον χώρο της Χάρης  του Αγίου Πνεύματος. Ευχή λοιπόν, για να βρούμε το λόγο, και πραγματικά τότε θα βρούμε και το Λόγο Χριστό. 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

 

Κυριακή της Σαμαρείτιδος Συναξάρι Πεντηκοσταρίου


Κυριακή της Σαμαρείτιδος
Συναξάρι Πεντηκοσταρίου
Την πέμπτη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την εορτή της Σαμαρείτιδος.
Επειδή σ’ αυτήν ο Χριστός ολοφάνερα είπε τον εαυτό Του Μεσσία -στα ελληνικά Χριστό, δηλαδή χρισμένο ή αλειμμένο-, γι’ αυτό νομίζω ότι η παρούσα εορτή τοποθετήθηκε στην εβδομάδα της Μεσοπεντηκοστής· επίσης, επειδή την προηγούμενη Κυριακή θαυματούργησε στην Κολυμβήθρα, και σ’ αυτήν, στο πηγάδι του Ιακώβ.

Ο τόπος αυτός ήταν εξαίρετος, και επειδή ήταν κοντά το όρος Σομώρ, υπήρχαν πολλές πόλεις Σαμαρειτών. Ο Χριστός πήγε σε μια απ’ αυτές, τη Σιχάρ, στην οποία είχε κατοικήσει ο πατριάρχης Ιακώβ, όπου και άνοιξε αυτό το πηγάδι και το χάρισε στον γιο του Ιωσήφ.

(Παλιά στο όρος αυτό δεν κατοικούσαν Σαμαρείτες αλλά Ισραηλίτες. Επειδή όμως έσφαλαν στον Θεό, ήρθαν και τους κατέκτησαν οι Ασσύριοι. Ο βασιλιάς των Ασσυρίων αργότερα τους έστειλε στη Βαβυλώνα και στον τόπο εκείνο εγκατέστησε διάφορα έθνη. Ο Θεός όμως έστειλε λιοντάρια σ’ εκείνους τους αλλόφυλους. Όταν το έμαθε ο βασιλιάς, τους έστειλε έναν ιερέα από τους αιχμάλωτους Ιουδαίους να τους διδάξει, και αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα είδωλα, αλλά δέχτηκαν μόνο τα βιβλία του Μωυσή απορρίπτοντας τα των προφητών και τα υπόλοιπα της Γραφής. Ονομάζονταν Σαμαρείτες, από το όρος Σομώρ, και οι Εβραίοι που γύρισαν από την αιχμαλωσία τούς αποστρέφονταν ως κατά το ήμισυ Ιουδαίους και δεν συνέτρωγαν με αυτούς.)

Ήρθε λοιπόν ο Χριστός στη Σιχάρ, στο πηγάδι, και κάθισε, κουρασμένος από την οδοιπορία, ενώ οι μαθητές πήγαν στην πόλη για να αγοράσουν τρόφιμα. Ήρθε τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια, για να πάρει νερό, και ο Ιησούς της ζήτησε να Του δώσει νερό να πιεί. Εκείνη, καταλαβαίνοντας από την ομιλία και την ενδυμασία Του ότι είναι Ιουδαίος, Του θύμισε ότι οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες.

Ο Ιησούς της μίλησε τότε υψηλότερα λέγοντας για το πνευματικό νερό, που είναι άφθονο και καθαρτικό -διότι το Πνεύμα πάντοτε μοιάζει με το νερό και με τη φωτιά.

Η γυναίκα τον ρώτησε πώς έχει τέτοιο νερό, αφού δεν έχει δοχείο για άντληση και το πηγάδι είναι βαθύ, και ανέφερε τον προπάτορα Ιακώβ που άνοιξε το πηγάδι και ήπιε από αυτό και ο ίδιος και τα ζωντανά του.

Ο Χριστός, αποφεύγοντας να πει ότι είναι ανώτερος από τον Ιακώβ, για να μη τη φοβίσει, της λέει πάλι για το νερό δείχνοντας τον υπερφυσικό του χαρακτήρα, αφού όποιος πίνει από αυτό δεν διψά καθόλου.

Η γυναίκα τού ζητά αυτό τό νερό, και ο Χριστός της λέει να φωνάξει τόν άντρα της. «Δεν έχω άντρα», απαντά εκείνη, και ο Παντογνώστης της λέει: «Σωστά είπες· διότι πέντε άντρες πήρες, όπως λέει ο Νόμος, και ο έκτος που έχεις τώρα, κατά παράβαση του Νόμου, δεν είναι άντρας σου».

(Μερικοί νόμισαν ότι “πέντε άντρες” είναι η Πεντάτευχος του Μωυσή, την οποία δέχονταν οι Σαμαρείτες, και “έκτος” τα λόγια του Χριστού, τα οποία δεν ήταν ακόμη δικά της, επειδή δεν είχε ακόμη ξεχυθεί η χάρη. Άλλοι, τους πέντε νόμους που έδωσε ο Θεός: στον Παράδεισο, μετά την εξορία, στον Νώε, στον Αβραάμ και στον Μωυσή· έκτο το Ευαγγέλιο, το οποίο αυτή ακόμη δεν είχε. Είναι και κάποιοι που λένε τις πέντε αισθήσεις.)

Του αποκρίνεται η γυναίκα ότι τον θεωρεί προφήτη και τον ρωτά, πού πρέπει να προσκυνούν τον Θεό, στο δικό τους όρος ή στα Ιεροσόλυμα - διότι οι Σαμαρείτες ως ατελείς δεν πίστευαν ότι ο Θεός είναι παντού αλλά μόνο εκεί που Τον προσκυνούσαν, δηλαδή στο όρος Γαριζίν· οι Ιουδαίοι πάλι έλεγαν ότι μόνο στα Ιεροσόλυμα πρέπει να προσκυνούν τον Θεό, και γι’ αυτό στις εορτές μαζεύονταν εκεί από όλα τα μέρη.

Ο Χριστός αποκρίνεται ότι οι σωτηρία του κόσμου είναι από τους Ιουδαίους· πλην όμως ο Θεός είναι άυλος και αυτοί που θα αξιωθούν να Τον προσκυνούν, πολύ σύντομα θα Τον προσκυνήσουν όχι με θυσίες αλλά «εν Πνεύματι και αληθεία». Δηλαδή θα γνωρίσουν τον Θεό όχι μόνο Του αλλά με το άγιο Πνεύμα και τον Υιό· διότι αυτός είναι η αλήθεια.

Η γυναίκα συνέχισε: «Ακούμε από τις Γραφές ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός». «Εγώ είμαι», λέει ο Ιησούς, γνωρίζοντας την καλή προαίρεση της γυναίκας· διότι και οι Σαμαρείτες ήξεραν για τον Μεσσία από τα βιβλία του Μωυσή, και κυρίως από τη φράση «Ο Κύριος ο Θεός θα αναδείξει σε σας έναν Προφήτη» (Δευτ. 18:15).

Όταν ολοκληρώθηκε η συνομιλία ήρθαν και οι Μαθητές και θαύμασαν την άκρα συγκατάβαση του Κυρίου που συνομιλούσε με γυναίκα. Έπειτα τον παρακαλούσαν να φάει, και επειδή ήταν κουρασμένος και επειδή έκανε ζέστη, Αυτός όμως τους μίλησε για την αιώνια τροφή, δηλαδή τη σωτηρία των ανθρώπων, και ότι αυτοί πρέπει να θερίσουν τους κόπους των προφητών.

Στο μεταξύ η γυναίκα πήγε στην πόλη και τα διηγήθηκε στους κατοίκους, οι οποίοι όλοι σηκώθηκαν και πήγαν στον Χριστό, διότι πείσθηκαν ότι η γυναίκα δεν θα έλεγε πράγματα που την εξέθεταν αν δεν είχε συμβεί κάτι σπουδαίο. Τον παρακάλεσαν λοιπόν και τον έπεισαν να μείνει κοντά τους δυο μέρες, κατά τις οποίες έκανε πάμπολλα θαύματα που δεν τα έγραψαν οι ευαγγελιστές λόγω του πλήθους τους.

Αυτή τη Σαμαρείτιδα ο Χριστός την ονόμασε αργότερα Φωτεινή, η οποία και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου στον καιρό του Νέρωνα (54-68) μαζί με τους επτά γιούς της μετά από πολλά και διάφορα σκληρά βασανιστήρια.

Το στόμιο του πηγαδιού εκείνου ο βασιλιάς Ιουστινιανός το μετέφερε με τιμή από εκεί στο ανάκτορο του Θεού Λόγου, εννοώ τον μεγάλο ναό της Αγίας Σοφίας, και το έβαλε πάνω στο πηγάδι που ήταν μπροστά από τον νάρθηκα. Ακόμη έφερε και τον λίθο εκείνο, πάνω στον οποίο κάθισε ο Χριστός και συζήτησε με τη Σαμαρείτιδα. Και τα δύο είναι εκεί μέχρι τώρα και θεραπεύουν κάθε λογής ασθένεια, και μάλιστα πυρετούς και ρίγη. 

Με τις πρεσβείες της μάρτυρός Σου Φωτεινής, Χριστέ ο Θεός, ελέησέ μας. Αμήν.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η Μεσοπεντηκοστή (Ιωάννης Φουντούλης)

 


ΠΗΓΉ:ΕΔΩ

Η Μεσοπεντηκοστή 
Ιωάννης Φουντούλης
Σε λίγους πιστούς είναι γνωστή η εορτή, αυτή. Εκτός από τους ιερείς και μερικούς άλλους χριστιανούς, που έχουν ένα στενότερο σύνδεσμο με την Εκκλησία μας, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξή της. 
Λίγοι είναι εκείνοι που εκκλησιάζονται κατ’ αύτη και οι περισσότεροι δεν υποπτεύονται καν, ότι την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει η Εκκλησία μία μεγάλη δεσποτική εορτή, την εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Και όμως κάποτε αυτή η εορτή ήταν η μεγάλη εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και συνέτρεχαν κατ’ αυτή στον μεγάλο ναό πλήθη λαού. 
Δεν έχει κανείς παρά να ανοίξει την Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου για να δει το επίσημο τυπικό του εορτασμού, όπως ετελείτο μέχρι την Μεσοπεντηκοστή του έτους 903 στον ναό του αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη μέχρι δηλαδή την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντος ς’ του Σοφού [11 Μαΐου 903]. 
Εκεί υπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή του λαμπρού πανηγυρισμού, που καταλαμβάνει ολόκληρες σελίδες και καθορίζει με την γνωστή παράξενη βυζαντινή ορολογία, πως ο αυτοκράτορας το πρωί της εορτής με τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και την συνοδεία του ξεκινούσε από το ιερό παλάτι για να μεταβεί στον ναό του αγίου Μω­κίου. όπου θα ετελείτο η θεία λειτουργία. 
Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη, και βασιλιάς και πατριάρχης εισέρχονταν επισήμως στον ναό. 
Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη στις μεγάλες εορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά από αυτήν ο αυτοκράτορας παρέθετε πρόγευμα, στο οποίο παρεκάθητο και ο πατριάρχης. Και πάλι ο βασιλιάς υπό τις επευφημίες του πλήθους «Εις πολλούς και αγαθούς χρόνους ο Θεός αγάγοι την βασιλείαν υμών» και με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς επέστρεφε στο ιερό παλάτι. 
Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σαν μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες, έργα των μεγάλων υμνογράφων, του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, με τα αναγνώσματά της και την επίδρασή της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές και με την παράταση του εορτασμού της επί οκτώ ημέρες κατά τον τύπο των μεγάλων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. 
Ποιο όμως είναι το θέμα της ιδιορρύθμου αυτής εορτής; Όχι πάντως κανένα γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας. Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η 25η από του Πάσχα και η 25η προ της Πεντηκοστής ημέρα. 
Σημειώνει το μέσον της περιόδου των 50 μετά το Πάσχα εορτάσιμων ημερών. Είναι δηλαδή ένας σταθμός, μία τομή. 
Χωρίς δηλαδή να έχει δικό της θέμα η ημέρα αυτή συνδυάζει τα θέματα, του Πάσχα αφ’ ενός και της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος αφ’ ετέρου, και «προφαίνει» τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορταστεί μετά από 15 ημέρες. Ακριβώς δε αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου και ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το «Μεσ­σίας». 
Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός. Αλλά ηχητικά θυμίζει το μέσον. Έτσι και στα τροπάρια και στο συναξάριο της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός σαν Μεσσίας -μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός». 
«Διά ταύτην την αιτίαν την παρούσα εορτή εορτάζοντες και Μεσοπεντηκοστήν ονομάζοντες τον Μεσσίαν ανυμνούμεν Χριστόν». σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάριο. Σ’ αυτό βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή, που επελέγη για την ημέρα αυτή. 
Μεσούσης της εορτής του ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό, αλλά και ζωηρή αντιδικία μεταξύ αυτού και του λαού και των διδασκάλων. Είναι Μεσσίας ο Ιησούς ή δεν είναι; Είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή δεν είναι; 
Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ο Χριστός είναι ο διδάσκαλος. Αυτός που ενώ δεν έμαθε γράμματα κατέχει το πλήρωμα της σοφίας, γιατί είναι η Σοφία του Θεού που κατασκεύασε τον κόσμο. Ακριβώς από αυτόν τον διάλογο εμπνέεται μεγάλο μέρος της υμνογραφίας της εορτής. 
Εκείνος που διδάσκει στο ναό, στο μέσον των διδασκάλων του ιουδαϊκού λαού, στο μέσον της εορτής, είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η του Θεού Σοφία. 
Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αμέσως μετά την περικοπή που περιλαμβάνει τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους «της εορτής μεσούσης», έρχεται ένας παρόμοιος διάλογος, ποy έγινε μεταξύ του Χριστού και των Ιουδαίων «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», δηλαδή κατά την Πεντηκοστή. 
Αυτός αρχίζει με μία φράση του Κυρίου- «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω· ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος». Και σχολιάζει ο ευαγγελιστής· «Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν». 
Δεν έχει σημασία, ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά την Μεσοπεντηκοστή, αλλά λίγες ημέρες αργότερα. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα τής εορτής. 
Δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα για να δειχθεί ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού. Στο διψασμένο ανθρώπινο γένος η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. 
Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, «του ύδατος του αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», που ξεδιψά και αρδεύει τις συνεχόμενες από βασανιστική δίψα ψυχές των ανθρώπων. Που μεταβάλλει τους πίνοντας σε πηγές· «Ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσι ύδατος ζώντος». «Και γενήσεται αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», είπε στη Σαμαρείτιδα. 
Που μετέτρεψε την έρημο του κόσμου σε θεοφύτευτο παράδεισο αειθαλών δένδρων φυτευμένων παρά τας διεξόδους των υδάτων του αγίου Πνεύματος. Το γόνιμο αυτό θέμα έδωσε νέες αφορμές στην εκκλησιαστική ποίηση και στόλισε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με εξαίρετους ύμνους. 
Αυτή με λίγα λόγια είναι η εορτή της Μεσοπεντηκοστής. 
Η έλλειψη ιστορικού υπόβαθρου της στέρησε τον απαραίτητο εκείνο λαϊκό χαρακτήρα, που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο. 
Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε τους χριστιανούς, που δεν είχαν τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, να ξεπεράσουν την επιφάνεια και να εισδύσουν στην πανηγυριζόμενη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού, της πηγής του ακένωτου ύδατος. 
Συνέβη με αυτή κάτι ανάλογο με εκείνο που συνέβη με τους περίφημους ναούς της του Θεού Σοφίας, που αντί να τιμώνται στο όνομα του Χριστού ως Σοφίας του Θεού, προς τιμήν του οποίου ανεγέρθησαν, κατάντησαν, για τους ιδίους λόγους, να πανηγυρίζουν στην εορτή της Πεντηκοστής ή του αγίου Πνεύματος ή της αγίας Τριάδος ή των Εισοδίων ή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή και αυτής της μάρτυρος Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης. 
(Ι. Μ. Φουντούλη, «Λογική λατρεία»)

H Μεσοπεντηκοστή Συναξάρι Πεντηκοσταρίου


H Μεσοπεντηκοστή 
Συναξάρι Πεντηκοσταρίου


Την Τετάρτη μετά από την Κυριακή του Παραλύτου εορτάζουμε την εορτή της Μεσοπεντηκοστής.

Την εορτή αυτή την εορτάζουμε για την τιμή των δύο μεγάλων εορτών, εννοώ του Πάσχα και της Πεντηκοστής, επειδή αυτή τις ενώνει και τις συνδέει. Έγινε δε ως εξής. 
Μετά που ο Χριστός έκανε το μέγα θαύμα στον παράλυτο, οι Ιουδαίοι, σκανδαλισμένοι δήθεν για την κατάλυση του Σαββάτου -διότι έγινε το Σάββατο- ζητούσαν να Τον θανατώσουν. Ανεχώρησε λοιπόν για τη Γαλιλαία, και όντας στην εκεί ορεινή περιοχή έκανε το θαύμα των πέντε άρτων και των δύο ψαριών, τρέφοντας πέντε χιλιάδες, χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά. 
Στη συνέχεια, όταν έφτασε η εορτή της Σκηνοπηγίας, η οποία είναι μεγάλη εορτή για τους Ιουδαίους, ο Χριστός ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα και περπατούσε κρυφά. Κατά το μέσο όμως της εορτής ανέβηκε στον Ναό και δίδασκε, και όλοι έμειναν έκπληκτοι από τη διδαχή του. Με φθόνο λοιπόν έλεγαν: «Πώς αυτός ξέρει γράμματα χωρίς να έχει σπουδάσει;» Αυτός βέβαια γνώριζε, διότι ως νέος Αδάμ ήταν, όπως ο πρωτόπλαστος, γεμάτος από κάθε σοφία, αλλά επίσης και ως Θεός. 
Όλοι λοιπόν δυσανασχετούσαν και έτοιμοι ήταν να Τον θανατώσουν. Και ο Χριστός, ελέγχοντάς τους για την προσποιητή υπεράσπιση του Σαββάτου, έλεγε: «Γιατί θέλετε να με σκοτώσετε; Αν μάχεστε υπέρ του Νόμου, γιατί θυμώνετε μ’ εμένα, επειδή θεράπευσα άνθρωπο το Σάββατο; Αφού και ο Μωυσής νομοθετεί να το καταλύετε όταν πρόκειται για την περιτομή». 
Αφού λοιπόν τους είπε πολλά και απέδειξε ότι Αυτός είναι που τους έδωσε τον Νόμο και ότι είναι ίσος με τον Πατέρα, την τελευταία μέρα, την μεγάλη της εορτής, λιθοβολείται από αυτούς, αλλά δεν τον άγγιξε καμία πέτρα. Φεύγοντας από εκεί βρήκε τον εκ γενετής τυφλό και του έδωσε το φως του. 

 

(Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τρεις ήταν οι μεγαλύτερες γιορτές των Ιουδαίων. Πρώτη το Πάσχα που την τελούσαν τον πρώτο μήνα -τον Μάρτιο- σε ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας. Δεύτερη η Πεντηκοστή που τους θύμιζε την παραμονή τους στην έρημο μετα τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας, διότι έμειναν πενήντα μέρες στην έρημο μέχρι να λάβουν τον νόμο του Μωυσή. Και τρίτη η εορτή της Σκηνοπηγίας για υπενθύμιση της Σκηνής που ο Μωυσής είδε μέσα στη νεφέλη του όρους και την κατασκεύασε με τον αρχιτέκτονα Βεσελεήλ. Η εορτή αυτή διαρκούσε επτά μέρες και τους θύμιζε τη συγκομιδή των καρπών και τη στρατοπέδευσή τους στην έρημο.) 
Επειδή λοιπόν ο Χριστός με τη διδασκαλία αυτή απέδειξε ότι είναι ο Μεσσίας, ο μεσίτης δηλαδή ανάμεσα σ’ εμάς και τον αιώνιο Πατέρα και ο συμφιλιωτής μας με Αυτόν, γι’ αυτό τον λόγο, εορτάζοντας αυτή την εορτή και ονομάζοντάς την Μεσοπεντηκοστή, ανυμνούμε τον Μεσσία Χριστό και δείχνουμε την τιμή των πριν και μετά από αυτήν δύο μεγάλων εορτών. 
Γι’ αυτό νομίζω ότι μετά από αυτήν εορτάζεται η εορτή της Σαμαρείτιδος· διότι κι εκείνη αναφέρει πολλά για τον Μεσσία Χριστό και για νερό και δίψα, όπως και εδώ. 

ΠΗΓΗ: ΕΔΩ

 



Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Οι τρεις προτροπές του Χριστού: Ένας οδηγός πνευματικής ανάρρωσης


ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
ε΄ 1 – 15

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  28 Μάϊου του 2006 

Η πηγή του mp3 για την απομαγνητοφώνηση της ομιλίας  είναι η floga.gr

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3εδώ   

Ένας ακόμη κυριακάτικος φωταγωγικός περίπατος, μέσα από τα κείμενα τα ευαγγελικά που διαβάζονται εδώ τις Κυριακές, ανοίχθηκε μπροστά μας: μέσα από το γνωστό κείμενο της θεραπείας του παραλύτου, το οποίο η Εκκλησία μας, όπως γνωρίζετε και το ζείτε, το εντάσσει μέσα σε αυτή την περίοδο της αναστάσιμης ευωχίας και φωταγωγίας.

Και έχει λόγο η Εκκλησία που το κάνει αυτό το γεγονός. Και, όπως λένε οι Πατέρες, επειδή εμείς παραλύσαμε, λόγω του εσκοτισμένου νου μας, στη σχέση μας με τον Θεό, και την ώρα που παραλύσαμε και δεν υποτασσόμαστε στον Θεό, ταυτόχρονα και το σώμα, το οποίο ήταν υποταγμένο στην ψυχή, παρέλυσε, γι’ αυτό πεθαίνει. Η επιστροφή θα γίνει αντίστροφα: Αν ξεπεράσουμε την παραλυσία της σχέσης μας με τον Θεό. Και ταυτόχρονα, η μέλλουσα Ανάσταση θα λειτουργήσει από τώρα στη ζωή μας, όταν το σώμα μας και αυτό θα υποταχθεί στην ψυχή που είναι υποταγμένη στον Θεό, και έτσι θα λειτουργήσει η Ανάσταση.

Έτσι λοιπόν, κείμενο που φαίνεται να γιατρεύει ο Χριστός έναν παράλυτο ανοίγεται μπροστά μας μεν, αλλά ταυτόχρονα κείμενο, όχι μόνο απλώς βαθιά παιδαγωγικό και διδακτικό – θα ήταν πολύ φτωχό να το έλεγα – βαθιά θεραπευτικό και οδηγός στην Ανάσταση το σημερινό το κείμενο. Και να το προσδιορίσουμε μέσα από το κάλλος το πολυποίκιλο που έχει μεν, αλλά οπωσδήποτε, επειδή ο χρόνος μόνο για μια πτυχή μας προσδιορίζει να προσεγγίσουμε, είναι αρκετός να καταλάβουμε τη δυναμικότητά του και τη θεραπευτική του.

Δεν ξέρω αν προσέξατε στο κείμενο αυτό, πολλοί δεν το προσέχουμε γιατί είναι πολύ γνωστό, πως ενώ ο Χριστός θεραπεύει αυτόν τον παράλυτο, και μάλιστα τρεις φορές του απευθύνει τον λόγο με τρεις καίριες προτάσεις, αυτός ο παράλυτος ο θεραπευμένος δεν γνωρίζει ποιος τον θεραπεύει. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ξεκινούν από εκεί την ανάλυση του κειμένου. Είναι κλεισμένος στον εαυτό του και θέλει να θεραπευτεί. Αλλά ακριβώς δεν μπορεί να καταλάβει τίποτε. Ούτε καταλαβαίνει αυτό που τον σώζει και τον θεραπεύει. Και ο Χριστός δεν νοιάζεται γι’ αυτό. Γιατί ο Χριστός δεν προβάλλεται, δεν διαφημίζεται, δεν καθηλώνει. Ο Χριστός θέλει να θεραπεύσει μεν, που είναι κι η επιθυμία του αρρώστου, αλλά όπως θέλει ο Χριστός και όχι όπως θέλει ο άρρωστος. Γιατί το κλεισμένο αυτό του νοός του του παραλύτου είναι κλεισμένο για όλα. Θέλει εγωιστικά να θεραπευτεί: γι’ αυτό που θέλει εκείνος. Αλλά ο Χριστός το κάνει για όλα. 

Πρώτο λοιπόν σημείο. Ο Χριστός κρύβεται.  Και απευθύνεται με τρεις προτάσεις σε αυτόν τον παράλυτο. Να θυμίσω τις προτάσεις. Το πρώτο είναι ένα ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Το δεύτερο είναι μια εντολή, του λέει «ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Και το τρίτο είναι μια προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Παραμένει ο παράλυτος να μην γνωρίζει τον Χριστό και ο Χριστός και πάλι δεν νοιάζεται.

Το πρώτο το ερώτημα: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;»  Θα ρωτούσατε, «Γιατί τον ρωτάει ο Χριστός; Υπάρχει άνθρωπος που να μην θέλει να θεραπευτεί;». Βεβαίως, γιατί θέλουμε όλοι να θεραπευτούμε εγωιστικά, όπως είπα πριν από λίγο, κατά τα μέτρα που εμείς θέλουμε και εκεί που εμείς θέλουμε. Το ερώτημα λοιπόν είναι καίριο: «Θέλεις να θεραπευθείς, αλλά όπως θέλω Εγώ, όχι όπως θέλεις εσύ, δηλαδή ολοκληρωτικά, σώματι και ψυχή». Λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας πως με αυτό το ερώτημα ο Χριστός διεγείρει εδώ τον παράλυτο να σκεφτεί βαθύτερα. Είναι ερώτημα που τον σπρώχνει, δεν τον πιέζει, αλλά ρωτάει αν θέλει κάτι βαθύτερο: «θέλεις;» Και, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, εδώ διεγείρει το θέλημά του, καλλιεργεί το θέλημά του, να θέλει, αλλά να θέλει αυτό που θέλει ο Θεός. Και αυτό θέλει πολλή δουλειά. Και αυτό γίνεται μυστικά μέσα από τη χάρη του Θεού. Οποιοσδήποτε άνθρωπος που είναι χαμένος, κουρασμένος, διαλυμένος, η Εκκλησία τον προσεγγίζει μεν θεραπευτικά, αλλά προσπαθώντας με ένα μυστικό, σεβαστικό, βαθύ, αγαπητικό τρόπο να διεγείρει και να αναστήσει πάνω του το θέλημα, όχι απλώς το τι θέλει εκείνος, αλλά αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι η πρώτη βασική δουλειά που μπορούμε και εμείς να κάνουμε, συνεργώντας στη θεραπεία μας, αν θέλουμε να αρχίσουμε μια άλλη τροπή στη ζωή μας: να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι το πρώτο, «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;».

Και μετά υπάρχει η εντολή. Και πάλι η εντολή φαίνεται αυτονόητη. Λέει, «πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα», είναι αυτονόητο, αλλά εδώ κάνει ο παράλυτος μια κίνηση, κάνει μια σωματική κίνηση, ενεργοποιείται. Προσέξτε, το σώμα του, το οποίο αποσυνδέθηκε από την υποταγή στον Θεό και στην ψυχή του, να ακολουθήσει αυτό που του λέει ο Χριστός: κάνει κάτι σωματικό. Και αρχίζει και κινείται ολόκληρος, κινείται ολόκληρο το σώμα αλλά όπως θέλει ο Χριστός κινείται, όχι όπως θέλει αυτός. Ακόμη και η οριζόντια θεραπεία μας είναι μια κίνηση του πώς θέλει ο Θεός να κινηθούμε. Είναι πολύ αυτονόητο να πω «πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε», αλλά εδώ το λέει ο Χριστός και ξέρει πού θα τον πάει παίρνοντας το κρεβάτι του, δεν τον πάει οπουδήποτε θέλει εκείνος [ο ίδιος]. Όπου θέλει ο Χριστός θα τον πάει αυτόν που κινείται με το κρεβάτι του.

Και μετά υπάρχει η προτροπή: «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Εδώ είναι το ουσιαστικό, βλέπουμε αυτό το καθηλωτικό, το οριστικό. Θα έλεγα, αν τολμούσα να το πω και δεν στεναχωριόσασταν: το απόλυτο! Γιατί ο Χριστός το λέει «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε». Και εδώ ολόκληρος ο άνθρωπος διεγείρεται. Αν γιατρευτεί, δεν μπορεί να πηγαίνει ποτέ πίσω, «Ὕπαγε και μηκέτι ἁμάρτανε» είναι μια προτροπή, και πάλι μια μυστική προτροπή. Και ρωτούν τον παράλυτο οι άλλοι, «Ποιος σε έκανε καλά; Και λέει, «Δεν ξέρω»! Και ενώ ξανά έρχεται ο Χριστός, δεν ρωτάει αυτός, και ο Χριστός ακόμη συνεχίζει μυστικά να φέρεται μαζί του και αγαπητικά. Και διαγράφεται, μέσα από αυτή την πορεία, από αυτά τα τρία ερωτήματα- προκλήσεις-προτάσεις του Χριστού και προτροπές, όλη η δική μας θεραπευτική πορεία, και πια η πορεία προς την Ανάσταση τη δική μας. Γιατί, όπως είπα στην αρχή, επειδή αποσυνδεθήκαμε από τον Χριστό μας, το θέλημά μας είναι δικό μας θέλημα, εγωιστικό. Η ζωή μας, οι κινήσεις είναι δικές μας εγωιστικές κινήσεις. Το ό, τι κάνουμε είναι δικό μας, εγωιστικό. Ακόμη και το πώς θα χαράξουμε τη ζωή μας είναι εγωιστικό. Και εδώ Εκείνος λέει «Ακούστε Εμένα, ακολουθήστε Εμένα», και όλα συνδέονται με Εκείνον, και η ψυχή και το σώμα. Και τότε πια, επειδή όλα συνδέθηκαν μαζί Του, και η ψυχή και το σώμα, τότε ξεπερνιέται ο θάνατος και δεν μπορεί να υπάρχει θάνατος! Γιατί  θάνατος είναι να χωριστεί ο άνθρωπος από τον Θεό και να χωριστεί το σώμα από την ψυχή που έχει πάνω του την εικόνα του Θεού. Και όλα γίνονται Ανάσταση. 

Και εδώ, η πρόταση αυτή της Εκκλησίας μας, σήμερα, δεν είναι απλά μια πρόταση για να ακούσουμε ένα ωραίο, θαυμαστό γεγονός ενός θαύματος. Είναι μια πρόταση πολύ βαθιά και ένα χάραγμα ουσιαστικό για τη μνήμη που έχουμε μέσα μας και την καθημερινή ανάμνηση της Αναστάσεως που πρέπει να λειτουργείται πάνω μας! Ακολουθώντας λοιπόν την πορεία αυτού του κειμένου, μπορούμε, αν το θέλουμε –  και μακάρι να το θέλουμε, με τη χάρη του Θεού – να ακολουθήσουμε άλλο δρόμο στη ζωή μας: Να θέλουμε αυτό που θέλει ο Θεός, ψυχή τε και σώματι.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Κυριακή του Παραλύτου | π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος



Aπομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  του Παραλύτου στις  
18 Μάϊου του 1997 

 Οι βηματισμοί που κάνει η Εκκλησία κάθε Κυριακή μετά την Ανάσταση θέλουν ακριβώς να προσδιορίσουνε το πώς η Ανάσταση, αυτό το μεγάλο γεγονός, θα γίνει και δική μας πραγματικότητα. Όπως την πρώτη Κυριακή μετά την Ανάσταση η Εκκλησία πρότεινε το ξεπέρασμα της απιστίας, μετά πρότεινε το άνοιγμα στο Χριστό χωρίς φόβο μέσα από τις Μυροφόρες, έρχεται σήμερα να κάνει έναν ακόμη βηματισμό, για τον προσδιορισμό της Αναστάσεως πάνω μας, επιλέγοντας να προβάλλεται σήμερα αυτό το γεγονός της θεραπείας του Παραλύτου, που φυσικά συνέβη πριν από την Aνάσταση του Χριστού μας, αλλά το γεγονός δηλώνει πολλά και υποβοηθεί σε αυτό το ήθος. Αν θα μπορούσα να το πω με μία πρόταση το τι προσδιορίζει η σημερινή Κυριακή, είναι ότι, για να μπορείς να αναστηθείς μαζί με τον Χριστό, θα σταματήσεις την αυτό-θεραπεία σου. Γιατί η θεραπεία λειτουργιέται σε ένα χώρο κοινωνικό, από το Χριστό και μέσα από άλλα επίπεδα.  
 Τις απλές λέξεις, οι οποίες προσδιόριζαν το κείμενo σήμερα, μπορεί και o οποιοσδήποτε απλούς αναγνώστης να τις καταλάβει και να τις σημειώσει. Ότι ο Χριστός μπορεί βέβαια να θεραπεύσει μόνος του, με μία αμεσότητα,  αλλά εδώ πέρα το κείμενο έχει ένα περίγυρο, προσώπων μεν, αλλά και πραγμάτων. Υπάρχει η κολυμβήθρα, υπάρχει το νερό, και μάλιστα κάτι πολύ προβληματικό: ένα νερό το οποίο ταράζεται. Και μάλιστα ακόμη κάτι πιο προβληματικό: όποιος μπαίνει πρώτος μέσα στον νερό γίνεται καλά – θαρρείς  και υπάρχει ένα στοιχείο «πρωτιάς» και διαγωνισμού. Και πάλι κατεβαίνει Άγγελος και ταράττει το ύδωρ. Γιατί ο Χριστός θα μπορούσε ο ίδιος να θεραπεύσει άμεσα ή ο ίδιος να κινήσει το ύδωρ. Βλέπετε όλα αυτά, πριν ακόμη να τα προσδιορίσουμε ερμηνευτικά, δηλώνουν ένα χώρο γενικότερο, ένα χώρο κοινωνικό, προσωπικών γεγονότων, αλλά και συμμετοχής στο χώρο της Αναστάσεως άλλων πραγμάτων που ανήκουνε στη φύση την υλική.  
 Πολύ λίγο να τα προσδιορίσουμε, για να καταλάβετε πώς ακριβώς εδώ πέρα η Εκκλησία μας προβάλλει την κατάργηση της αυτό-θεραπείας με δικές μας μεθόδους. Και τότε μόνο θα μπορούμε να αφεθούμε στα χέρια του Χριστού που θα μας οδηγήσει στην Ανάσταση. Οι ερμηνευτές Πατέρες, ομιλώντας μεν για την κολυμβήθρα, την προσδιορίζουνε και τη λένε ότι είναι η Εκκλησία. Και αλλού η Εκκλησία λέγεται κολυμβήθρα, είναι η κολυμβήθρα της σωτηρίας. Εξάλλου, η κολυμβήθρα μέσα στην οποία βαπτιζόμαστε δηλώνει αυτά τα πρώτα βήματά μας τα οποία κάνουμε μέσα σε αυτή την Εκκλησία, στο χώρο της Εκκλησίας μέσα. Υπάρχει το ύδωρ, το οποίο ταράσσεται.  Λένε οι Πατέρες οι ερμηνευτές: η Εκκλησία είναι ένας χώρος ζωντανός, εδώ μέσα δεν υπάρχει τίποτε νεκρό. Όλα εδώ μέσα έχουν μια ζωντάνια, αλλά μία απλή ζωντάνια. Πόσο απλό είναι να κινηθεί το νερό μέσα σε ένα χώρο περιορισμένο όσο είναι μία κολυμβήθρα, μεγάλη ή μικρή, όσο και να την προσδιορίζετε! Τα κύματα και η δίνη, η οποία θα δημιουργηθεί από αυτή την ταραχή του ύδατος, είναι ελάχιστη. Κι όμως εδώ χρειάζεται μια ζωντάνια η οποία δεν εκπλήσσει, η οποία δεν συγκλονίζει, η οποία δεν φοβίζει, αλλά υπάρχει μια ζωντάνια. Μια ζωντάνια μυστική, λένε οι Πατέρες. Είναι αυτό το οποίο κρύβεται πίσω από αυτή την ταραχή του ύδατος. Μια ζωντάνια που μπορεί να την καταλάβει μόνο εκείνος ο οποίος θέλει να την καταλάβει.  
 Μόνο εκείνος ο οποίος μπορεί να πει ότι (είναι) «ο πρώτος εμβάς» μετά την ταραχή του ύδατος. Εκείνος που μπορεί πια να καταλάβει αυτή την μυστική ζωντάνια που λειτουργεί εδώ πέρα μέσα, εκείνος είναι «ο πρώτος», αυτός έχει μια μοναδικότητα. «Ο πρώτος» για τους ερευνητές Πατέρες είναι αυτός που έχει τη μοναδικότητα. Η λέξη «πρώτος» δηλώνει μοναδικότητα. Θυμηθείτε που ο Θεός λέει ο ίδιος για τον εαυτό του στην Αγία Γραφή πως «εγώ ειμί Θεός πρώτος», που σημαίνει έχει μία μοναδικότητα, δεν υπάρχει Θεός έτερος. Εκείνος λοιπόν που μπορεί να δει αυτή τη μοναδικότητα αυτού του χώρου – που  μοναδικότητα του χώρου είναι ότι έχει πράγματα τα οποία έχουν ζωντάνια μέσα τους. Και αυτή τη ζωντάνια θα τη δεις πέρα από τα ανθρώπινα στοιχεία όσων μετέχουν σε αυτή τη κολυμβήθρα. Βλέπετε, δεν απογοητεύεται χρόνια τόσα ο παράλυτος, πλάι σε άλλους τόσους ασθενείς οι οποίοι θέλουν και αυτοί να γίνουνε καλά, και πιθανώς θα γκρίνιαζαν, θα διαμαρτυρόντουσαν. Αυτός συλλαμβάνει, και στέκεται εκεί, συλλαμβάνει τη μοναδικότητα αυτής της κινήσεως. Εδώ υπάρχει μία ζωή, η όντως ζωή. Και η όντως ζωή μες στη ζωή μας υπάρχει έτσι μυστικά. 
 Και όποιος είναι κοντά σε αυτή την κολυμβήθρα που λέγεται Εκκλησία θα συλλάβει αυτή την όντως ζωή με ένα μυστικό τρόπο, που δεν γίνεται τίποτε εκκωφαντικό, τίποτε με πάταγο, όλα λειτουργούνται με ένα μυστήριο άδηλο, το οποίο σε κάνει να αποκτήσεις, στη ζωή μέσα, μια μοναδικότητα, μια «πρωτιά». Δηλαδή δεν σε πιάνουν οι ταραχές του κόσμου, ούτε γίνεσαι μάζα, και να ακολουθείς τα δυνατά του κόσμου και τις δίνες του κόσμου. Και επειδή ακριβώς πιάνεις ότι εδώ υπάρχει μία ζωντάνια, μία πολύ μυστική ζωντάνια, εσύ γίνεσαι «πρώτος» πάνω στη γη, γιατί ακριβώς έχεις μάτια να πιάσεις αυτή τη ζωντάνια. Και μπαίνεις σε αυτή τη κολυμβήθρα, και αυτή του τη ζωντάνια θέλεις να αγκαλιάσεις, και πίσω από αυτήν κρύβεται ο Χριστός. Ο οποίος, για να κρυφτεί και ακόμη περισσότερο, βάζει έναν Άγγελο να ταράττει το ύδωρ. Είναι ο Χριστός που κρύβεται συνεχώς, και την ώρα που κρύβεται, προβάλλει τους αγίους Αγγέλους, τη ζωντάνια που υπάρχει εδώ πέρα μέσα.  
 Και τότε η θεραπεία σου πια πάνω στη γη γίνεται θεραπεία, γιατί συλλαμβάνεις όλον τον χώρο τον κοινωνικό. Δε λες «εγώ και ο Χριστός μόνο, να Τον είχα εγώ και να μην τελειώναμε ποτέ τη σχέση μας». Να γιατί έγινε ο Χριστός άφαντος, όταν τον είδαν οι μαθητές – στο πρωινό Ευαγγέλιο  το ακούσαμε, το δρόμο προς Εμμαούς – και Τον είδαν και έγινε άφαντος. Γιατί θέλει να βάλει και άλλα στοιχεία στη ζωή μας. Γιατί πρέπει να γίνουμε κοινωνικοί με όλα, με τα πρόσωπα και με τα πράγματα. Και δια των στοιχείων και δια των ανθρώπων και δι' όλων των στοιχείων της γης, ο Χριστός δοξάζεται! 
 Έτσι λοιπόν μας βάζει να ανοιχτούμε, να ανοίξουμε τον νου, την καρδιά μας, τις αισθήσεις μας – η  μεγάλη θεραπεία των αισθήσεων. Ο Άγγελος, ο Χριστός, το νερό, η ταραχή του ύδατος, όλα αυτά μας ζωογονούν, μας ζωντανεύουν! Δεν είμαστε αρρωστημένοι τύποι, οι οποίοι, ακόμη και αν τον Χριστό αγαπούμε, λέμε «και να έβλεπα τον Χριστό και να γινόμουνα καλά». Στρέφουμε τη ματιά μας παντού και πίσω από όλα βλέπουμε τον Χριστό, γιατί Εκείνος τα έφτιαξε όλα εκείνα.  
 Και εδώ πέρα πια καταργείται οποιαδήποτε μορφή αυτό-θεραπείας ή μεμονωμένης θεραπείας. Πίσω από όλα βλέπεις τον Χριστό: πίσω από το νερό, πίσω από την ταραχή του ύδατος, πίσω από τη κολυμβήθρα, πίσω από τον Άγγελο που κατεβαίνει, είναι Εκείνος, ο οποίος γίνεται άνθρωπος για σένα –έλεγε «άνθρωπον ουκ έχω»… Και οποιοσδήποτε άνθρωπος πια δηλώνει για σένα τον Χριστό! Και αν δεν έχεις άνθρωπο, είναι ο κάθε άνθρωπος που φέρει μέσα του την εικόνα του Χριστού. Και τότε μόνο μπορεί να θεραπευτείς, αν δεις σε κάθε άνθρωπο την εικόνα του Χριστού! Αν δεις πίσω από τις μικρές κινήσεις ζωής τη ζωντάνια του ύδατος, αν δεις πίσω από όλα το Χριστό! Αυτό δηλώνει αυτή η περικοπή. Ανοίγει τις καρδιές αυτή η περικοπή! Και σπάζει την παραλυσία του νου μας και την παραλυσία της καρδιάς μας. Γιατί η καρδιά μας και ο νους μας είναι παράλυτοι. Γιατί κάνουμε προσπάθεια μεμονωμένης, κρυμμένης, κλειστής θεραπείας ή αυτό-θεραπείας, θέλουμε έτσι ή αλλιώς να θεραπευτούμε.  
 Ο Χριστός λέει: τίποτα άλλο, αφεθείτε στην κολυμβήθρα! Και κοιτάξτε πίσω από όλα, πίσω από το νερό, πίσω από τον αέρα, πίσω από τους ανθρώπους, να δείτε Εμένα! Και Εγώ θα τους θεραπεύσω όπως Εγώ θέλω. Απλώς κοιτάξτε! Κοιτάξτε τον κόσμο, κοιτάξτε τα γύρω σας. Αυτό το «κοιτάξτε» φωνάζει η θεραπεία του σημερινού παραλύτου και γι’ αυτό είναι και πρώτος και γι’ αυτό έχει αυτή την πρωτιά, γι’ αυτό έχει τη μοναδικότητα! Γι’ αυτό οι Χριστιανοί γίνονται έτσι μοναδικοί πάνω στη γη! Έχουν αυτή την πρωτιά γιατί βλέπουνε μέσα από όλα και πίσω από όλα το Χριστό, και δεν τους πιάνει πια καμιά ταραχή άσχημη του κόσμου. Και εκεί πέρα γίνονται άνθρωποι οι οποίοι πανηγυρίζουνε τη ζωή! Εκείνος που δεν πανηγυρίζει τη ζωή όπως την έκανε ο Χριστός είναι παράλυτος! Είναι εκείνος που σέρνεται. Και εμείς προσπαθούμε, όντας κοντά στο Χριστό, να αγγίξουμε Εκείνον και χάνουμε όλα τα άλλα τα πράγματά του κόσμου. Κι έτσι ακριβώς γινόμαστε κι εμείς παράλυτοι. Έχοντας κοντά μας τον Χριστό! Και είναι μεγάλη τραγωδία!  
 Αυτός ήταν ο τρίτος βηματισμός μετά την Κυριακή της Αναστάσεως, που η Εκκλησία μάς βάζει να συμπορευτούμε μαζί της, να γίνουμε όντως άνθρωποι αναστημένοι. Ευχή πραγματική είναι να τον ακολουθήσουμε αυτό το βηματισμό και να πιάσουμε, πίσω από τα ανθρώπινα και μέσα από τα ανθρώπινα, όλη αυτή την ευλογημένη ταραχή, την κίνηση, τη ζωντάνια, την σωτηρία του κόσμου, που λειτουργείται. Όποιος πιάσει αυτή τη ζωντάνια πια, αυτή τη σωτηρία του κόσμου που λειτουργείται προς Ανάσταση, δεν μπορεί να χάσει με τίποτα και δεν χάνει τίποτε στη ζωή! Είναι ο άνθρωπος που δεν τον «πιάνει» τίποτε! Πιάστε αυτή τη ζωντάνια, τη λειτουργική ζωντάνια της Εκκλησίας μας! Και εκεί πάνω να σταθείτε! Και τότε η ζωή σας θα γίνει μία απέραντη ευλογία! Ε, και τότε φυσικά, πού να σας πιάσει οποιαδήποτε παραλυσία, νου, καρδιάς, σώματος κι άλλων αισθήσεων. Ευχή λοιπόν, ο τρίτος βηματισμός να γίνει έντονος πάνω μας για να πάμε και στα παραπέρα!

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου 

 Ελένη Κονδύλη 

Δημοφιλείς αναρτήσεις