Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ  

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακή 28 Απριλίου του 1996 

Ο Πανάγαθος Θεός ό,τι έφτιαξε το έφτιαξε πλούσιο σε εκφράσεις και ποικιλόμορφο. Κοιτάξτε γύρω σας τη φύση, πόσο ποικιλόμορφη είναι και πλούσια σε εκφράσεις και σε δυνατότητες ζωής. Το ίδιο πράγμα, το ίδιο υπόδειγμα, το χρησιμοποίησε φτιάχνοντας και τον άνθρωπο. Και δεν τον έκανε τον άνθρωπο μονότονο, τον έκανε πλούσιο σε εκφράσεις. Αυτό το καταλαβαίνουμε πολλές φορές αναμετρούμενοι με τον συναισθηματικό μας κόσμο. Βλέπουμε πόσες εκφράσεις λύπης, χαράς ή ποικίλων ενδιαμέσων καταστάσεων περνάμε πολλές φορές την ίδια μέρα. Αυτό εδώ το κείμενο, που ακούσαμε πριν από λίγο, έρχεται με έναν τρόπο πραγματικά καθοριστικό, αλλά μυστικό, να καθορίσει το γεγονός αυτό: το πώς χαλιναγωγούνται οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας συναισθηματικού κόσμου. 
Το κείμενο μεν ομιλεί για την πορεία των Μυροφόρων προς τον Χριστό, αλλά παίρνει ένα αποκορύφωμα στο τέλος του με τις εξής φράσεις, που είναι καταστάσεις τις οποίες περνούν οι Μυροφόρες: «ἐξεθαμβήθησαν», «είχαν τρόμο και έκσταση» και «ἐφοβοῦντο». Μέσα σε πολύ λίγο κείμενο περιγράφει τέσσερις καταστάσεις που, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι οριακές συναισθηματικά. Και το κείμενο κάτι θέλει να πει ακριβώς γι’ αυτό το θέμα: το πώς οι ποικιλόμορφες εκφράσεις του εσωτερικού μας κόσμου, του συναισθηματικού μας, όπως λέμε, κόσμου, μπορούν να χαλιναγωγηθούν. Γιατί όπως η φύση είναι ποικιλόμορφη και, αν αφεθεί ανερμάτιστη, μπορεί να φέρει καταστροφή, και θα υπάρχει έλλειψη αρμονίας και ανισορροπία, έτσι και ο εσωτερικός μας κόσμος, με τον ίδιο τρόπο, αν δεν λειτουργεί αρμονικά κάτω από έναν συνεκτικό, ενωτικό δεσμό, μπορεί να δημιουργήσει μέσα από τις ποικιλόμορφες καταστάσεις – που ο ίδιος ο Κύριος επέτρεψε να ’χουμε στην ψυχή μας – να δημιουργηθεί μεγάλη δυσαρμονία και ταραχή εσωτερική και πίσω από αυτό μπορεί πολλές φορές να εκφράζεται πολλές φορές να εκφράζεται η βαθιά μας εσωτερική αγωνία, αποτυχία και μελαγχολία. 
Να δούμε λίγο αυτές τις τέσσερις λέξεις, που είναι καταστάσεις συναισθηματικές από τις οποίες περνούνε οι γυναίκες οι Μυροφόρες. Προσέξτε, την ώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, το κείμενο λέει «ἐξεθαμβήθησαν»·. είναι μια ιδιότυπη λέξη η λέξη «ἐξεθαμβήθησαν η οποία όμως πολλές φορές χρησιμοποιείται στο λόγο τον πατερικό και πολλά τροπάρια μιλούν για το θάμβος του Θεού, που ’ναι η αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Πότε «ἐξεθαμβήθησαν»; Όταν βλέπουν τους Αγγέλους «καθεζομένους ἐν τῷ τάφῳ» και μάλιστα (μια πολύ μικρή λεπτομέρεια, που φαίνεται πολύ μεταβατική) ότι βλέπουν τους Αγγέλους να είναι ντυμένοι στα λευκά. Κοιτάξτε, οι Άγγελοι είναι πέρα από ρούχα, πέρα από χρώμα, δεν έχουν αυτή την κατάσταση τη φυσική που έχουμε εμείς, να φορούνε ρούχα σαν κι εμάς. Το κείμενο κάτι θέλει να πει ανθρωπομορφικά: το λευκό δηλώνει την παρουσία από κάτι που είναι πέρα από τις δυνατότητες να το καταλάβουμε· είναι ένα φως το οποίο είναι πέρα από το φως. Και αυτό το φως είναι του Θεού, δεν είναι ένα απλό φως που βλέπουνε: αυτό είναι το «λευκό». Και περνούν αυτό το θάμβος. Δηλαδή οι γυναίκες, τώρα που πλησιάζουν τον Τάφο, έρχονται να μπούνε σε έναν χώρο που έχει μια άλλη κατάσταση ζωής! Αυτό είναι το θάμβος! Όποιος πλησιάζει τη χάρη του Θεού μπαίνει σε αυτό το θάμβος! Εμείς αυτό δεν μπορούμε να το φτιάξουμε, ό, τι και να κάνουμε για να φτιαχτούμε, ας το πω έτσι με τη λέξη που λέμε, δεν γίνεται τίποτε. Είναι αυτό το θάμβος, είναι αυτό το λευκό το πέρα από το λευκό, της παρουσίας του Θεού, όπου έρχεσαι και εξεθαμβείσαι (sic), προσέξτε την παθητική φωνή: «ἐξεθαμβήθησαν». Γίνεται κάτι πάνω τους και μετά έρχονται σε ένα χώρο. Αυτός ο χώρος πια του φωτός αρχίζει να προσδιορίζει και να ορίζει τις συναισθηματικές καταστάσεις που θα περάσουνε. Αν εμείς θέλουμε να είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι, περνούμε σε μια καταστροφή, [γιατί] είναι κάτι το οποίο καθορίζει πέρα από μας η χάρις του Θεού. Και τότε η χαρά και η λύπη μας, επειδή μπήκε μέσα στο θάμβος του Θεού, χαλιναγωγείτα,ι και η χαρά είναι ευλογημένη και η λύπη είναι ευλογημένη! Χωρίς αυτό και τα δύο είναι καταστάσεις ψυχασθενείας. 
«Ἐξεθαμβήθησαν» λοιπόν. Και η συνέχεια του θάμβους στο οποίο μετέχουνε είναι – προσέξτε την πανέμορφη ισορροπία τη λεκτική του κειμένου – «εἶχεν δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις»· δεν λέει το κείμενο ότι είχαν τρόμο και έκσταση· «εἶχεν δέ», κατείχε αυτές, τρόμος και έκσταση. Είναι πανέμορφο το κείμενο! Αφού μπήκαν σε αυτό το θάμβος του Θεού, που αρχίζουν όλες οι καταστάσεις οι συναισθηματικές και χαλιναγωγούνται, έρχεται το πρώτο βήμα που δίνεται ως ώθηση σε αυτές: είναι να έχουν τρόμο. Τι είναι αυτός ο τρόμος; Καταλαβαίνουνε το πόσο απέχουν αυτές – ως κατάσταση ζωής – από αυτόν τον κόσμο που τους παρουσιάζουν οι Άγγελοι! Και μπαίνουν σε ένα τρόμο, που αυτός ο τρόμος δεν είναι ο τρόμος ο οποίος αρρωσταίνει. Καταλαβαίνεις πόσο απέχεις. Και γιατί ο Θεός το επιτρέπει να καταλάβεις; Ακριβώς για να μην απέχεις! Για να πλησιάσεις! Είναι ένας τρόμος ευλογημένος, θα τολμούσα να πω, είναι ο μόνος τρόμος ο οποίος έχει νόημα να υπάρχει σε αυτήν τη ζωή. Όλα τα άλλα τα στοιχεία του τρόμου είναι δαιμονικά. Αυτός ο τρόμος πραγματικά έχει δυνατότητα να υπάρχει πάνω μας και πρέπει να υπάρχει! 
Καταλαβαίνεις λοιπόν την απόσταση από αυτό το θάμβος που σου παρουσιάζεται, και πας να μπεις σ’ αυτήν την ιστορία! Και μπαίνουνε οι Μυροφόρες· έχουνε τον τρόμο για την απόσταση ζωής (πόσο απέχουν από αυτόν τον κόσμο) και μπαίνουν στον χώρο «εκ-στάσεως»! Προσέξτε, παίρνουν μια άλλη «στάση» ζωής! Και αυτό είναι πρόκληση για μας! Βλέπεις τη διαφορά, τρομάζεις από τη διαφορά – ευλογημένος τρόμος – και έχεις πια μια έκ-σταση. Παίρνεις μια άλλη στάση από τη στάση που έπαιρνες μέχρι τώρα. Βγαίνεις από τη στάση που είχες, βγαίνεις από τον τρόπο που ο κόσμος αντιμετωπίζει τα πράγματα. Γιατί αν δεν το κάνεις, αν δεν κάνεις αυτή την έκ-σταση, όλες οι καταστάσεις οι οριζόντιες του κόσμου, χαρά, μελαγχολία, θλίψη, λύπη, όλα αυτά που λέμε κάθε μέρα, θα μας καθηλώσουνε σε καταστάσεις που θα μας αρρωσταίνουν. Και τότε, μέσα σε αυτόν τον τρόμο της αποστάσεως, παίρνεις μια άλλη στάση ζωής και αυτή είναι η στάση πια ζωής που λες, «εδώ είναι ένας άλλος κόσμος, πρέπει σε αυτόν τον κόσμο να μετέχω!» 
Και καταλήγει όλη αυτή η πορεία των εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών καταστάσεων των Μυροφόρων στο «ἐφοβοῦντο γὰρ». «Οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον», λέει, «ἐφοβοῦντο γάρ». Και βλέπετε, θα πείτε «όλη αυτή η ιστορία καταλήγει στον φόβο;» Ναι, το λέει ακριβώς: «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ». Τι είναι φόβος; Φόβος είναι πια ότι αποδέχεσαι αυτό το γεγονός και το κάνεις ζωή σου! Δεν μπορείς να το ερμηνεύσεις! Δεν μπορείς να το περιγράψεις! Δεν μπορείς να το μεταδώσεις! Ο φόβος είναι αυτή η αποδοχή ενός γεγονότος που το ζεις βιωματικά κοντά στον Χριστό· και ξέρεις ότι είναι μία κατάσταση «άλλη»! Αυτός είναι ο φόβος: η πλήρης αποδοχή του θελήματος του Θεού! Και τότε, μέσα σ’ αυτή την πλήρη αποδοχή του θελήματος του Θεού, ξέρεις που ό, τι και να πεις είναι λίγο. Ξέρεις ότι δεν φοβάσαι πια τίποτε. Ξέρεις πως καμιά κατάσταση εναλλασσόμενων ψυχολογικών, συναισθηματικών δεδομένων δεν μπορεί να σε ταράξει! Και τότε «οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον ἐφοβοῦντο γὰρ» (είναι πέρα από το «λένε και λένε»). Κι έρχεται όλος ο κόσμος, αυτός ο πλούσιος του ανθρώπου ο συναισθηματικός – και μάλιστα γυναίκες είναι εδώ – να χαλιναγωγηθεί, να μπει σε ένα δρόμο του θάμβους, της «άλλης» αντιμετωπίσεως, και το «ἐφοβοῦντο» είναι που ξέρουν που εδώ πέρα αποδέχονται τα πάντα και έτσι πάνε να ζήσουνε! Και εκεί νοηματοδοτείται πια η στάση των Μυροφόρων – που έχουν μια στάση σιωπηλή. 
Όλα αυτά μέσα από αυτό το κείμενο, μέσα από αυτό το συναπάντημα των γυναικών αυτών με τον Χριστό. Και έρχεται πραγματικά αυτό το κείμενο να πει κάτι οριστικό για τη ζωή μας, την καθημερινή ζωή. Δεν είναι ένα κείμενο μακρινό, που κάποιοι κάποτε συνάντησαν τον Χριστό… Είναι το σήμερά μας, γιατί σήμερα, το ζείτε όλοι, δεν χρειάζεται να το πω και να το επιβεβαιώσω, ζούμε δεκάδες εναλλασσόμενες συναισθηματικές καταστάσεις κάθε μέρα, που μας αρρωσταίνουν, μας διαλύουν, μας κάνουν να χτυπιόμαστε κάτω. Και εδώ είναι η απάντηση! Είναι η μοναδική απάντηση! Μπαίνεις στη χάρη του Θεού, καταλαβαίνεις την απόσταση, αλλάζεις στάση ζωής και μετά δεν ξέρεις τίποτε παρά ένα πράγμα: που έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και στο τι κάνει για σένα. Και όλες οι καταστάσεις και ο πλούτος παίρνουνε φως και η χαρά μας γίνεται ουράνια και η λύπη μας γίνεται ουράνια, γιατί είναι λύπη μετανοίας. Όλα γίνονται ουράνια! 
Έτσι να ευχηθούμε πολύ απλά, εμείς που κάθε μέρα μέσα από αυτές τις παλίνδρομες καταστάσεις τις ψυχολογικές/συναισθηματικές χτυπιόμαστε κάτω, να καταλάβουμε το βάθος αυτού του κειμένου και να κάνουμε κι εμείς ένα ξεπέρασμα, μια «έκ-σταση» ζωής! Για να μπορούμε όλα αυτά τα – πραγματικά ευλογημένα – εναλλασσόμενα του εσωτερικού μας κόσμου να τα χαλιναγωγήσουμε μέσα από τη χάρη του Θεού, και η χαρά μας και η λύπη μας να μπορεί να γίνει ουράνια! 
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα: www.floga.gr


Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Κυριακή των Μυροφόρων - Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Κυριακή των Μυροφόρων

Συναξάρι Πεντηκοσταρίου 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία -ταφή και ανάσταση- είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*) 
Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει. 
Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα. 
Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά -η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες. 
Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά. 
Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη. 
Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε. 
Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν: 
Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο. 
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του. 
Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα. 
Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους. 
Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν. 
(*)Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα και τη θεότητα του Κυρίου. 
 
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ο Θωμάς θέλει να δεί, αν υπάρχει αυτός που τον αγαπάει

 


 
 ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ
 ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην
κ΄ 19 – 31
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 18 Απριλίου του 1999 
Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3εδώ  
O άνθρωπος είναι φτιαγμένος από τον Θεό για να πιστεύει. Όταν λέμε για να πιστεύει εννοούμε ότι έχει ανοίγματα πολύ βαθιά μέσα του, που τα εκφράζει προς τα έξω και αρχίζει και γίνεται κοινωνία. Αν μπροστά του βρει αγαπητική και θυσιαζόμενη κοινωνία, την εμπιστεύεται βαθύτατα, ανοίγεται, και τότε ακριβώς, εμπιστευόμενος και πιστεύοντας αυτό που βρήκε, ανοίγεται πιο πολύ και ο κόσμος γίνεται όντως κοινωνία. Ο Θεός μας ακριβώς επειδή είναι η ατέλειωτη αγάπη, η άκρα ταπείνωση και η άκρα συγκατάβαση, είναι μοναδική προϋπόθεση πίστεως. Δεν υπάρχει ακρότατο όριο προσφοράς, αγάπης και θυσίας και συγκαταβάσεως [άλλο] από τον Χριστό μας. Γι’ αυτό ακριβώς η πίστη εκφράζεται αφετηριακά προς τον Θεό μας. 
Χωρίς να αρνούμεθα πως και άλλοι άνθρωποι, που κάνουν πράξη αγαπητική, συγκαταβατική και θυσιαζόμενη για μας, μπορούν να προκαλέσουν για μας αυτό το αίσθημα της εμπιστοσύνης και μπορούμε να ανοιχτούμε και να γίνουμε κοινωνία. Γι’ αυτό λοιπόν, ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει. Αν μπροστά του δεν βρει αυτή την εκδήλωση της θυσίας, της αγάπης και της ταπεινώσεως, τότε ο άνθρωπος ή κλείνεται στον εαυτό του και γίνεται απομονωμένος, δηλαδή αρρωστημένος, ή αρχίζει και πιστεύει σε πράγματα σάπια και φρούδα, τα οποία ξέρει ότι δεν τον καλύπτουν, ξέρει ότι δεν θυσιάζονται για αυτόν, αλλά δεν έχει άλλη λύση. Και έτσι μέσα του βαθύτατα παλινδρομεί. 
Λέει πανέμορφα ένας πατερικός λόγος πως ο Θεός, όταν έδωσε τις αισθήσεις μας, τις έδωσε για δυο λόγους. Πρώτα, λέει, για να μπορούμε να βλέπουμε, να κοινωνούμε με τη φύση και το περιβάλλον ή να ψηλαφούμε το περιβάλλον ή να ερχόμαστε σε κοινωνία με αυτό κουβεντιάζοντας μαζί του. Αλλά αυτό είναι, λέει, το πρώτο πράγμα των αισθήσεων. Το δεύτερο είναι ακριβώς για να μπορούμε μέσα από τις αισθήσεις να συλλαμβάνουμε τα μηνύματα της πίστεως. 
Βλέπετε τον Θωμά; Πολύ σωστά, πολύ όμορφα, ζήτησε να ψηλαφήσει. Γι’ αυτό και τα τροπάρια της εκκλησίας μας μιλούν για την «καλή απιστία» του Θωμά. Ζητάει να εκφράσει τις αισθήσεις που του έδωσε ο Θεός και θέλει να βρει το όριο των δυνατοτήτων του, για να εξέλθει και να πιστέψει. Θέλει να δει, αν υπάρχει αυτός που τον Αγαπάει. Και τι θέλει να ακουμπήσει; Τους τύπους των ήλων, τους τύπους των μαρτυρίων του Χριστού. Τους τύπους που δεικνύουν ότι Αυτός πραγματικά τον αγάπησε. Να λοιπόν που ο Θωμάς καταξιώνει μια «καλή απιστία», όπου εκφράζει την αγωνία όλων των ανθρώπων να δούνε κάποιον που γι’ αυτούς θυσιάζεται και να δουν «τον τύπο των ήλων». 
Αν δεν τον δουν, όπως είπα, ή κλείνονται, αρρωστημένοι, ή αρχίζουν και πιστεύουν και να εμπιστεύονται τα είδωλα. Και ο Χριστός μας ακριβώς είναι το άκρο της προσφοράς και το άκρο της θυσίας. Και εκεί ακριβώς στρεφόμαστε και ακουμπούμε και εμείς αναζητώντας Αυτόν, τους τύπους των ήλων, και εκεί αναπαυόμαστε. Δεν αναπαυόμαστε σε έναν οποιοδήποτε Θεό που λέει λόγια και σοφίες. Ακόμη δεν αναπαυόμαστε σε έναν Θεό ο οποίος κάνει απλώς θαύματα και ο οποίος μας ενθουσιάζει. Θαύματα φαίνεται ότι πολλοί μπορούν να κάνουν, έστω ψεύτικα· και αν τα κάνουν χωρίς να θυσιάζονται, απλώς θα επιβάλλονται πάνω μας δια της βίας, όχι διά τον τύπον του Σταυρού και της θυσίας. Να λοιπόν γιατί είπαμε στη αρχή ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να πιστεύει και να βρίσκει την έξοδό του εκεί στον τύπο των ήλων. 
Και τέλος, αν αυτό το καταλάβουμε, τότε υποχρεωνόμαστε να μιμηθούμε τον Χριστό μας και να αποκτήσουμε πάνω μας και εμείς κάποιους τύπους κάποιων ήλων, κάποια σημάδια κάποιας ελαχίστης και μικρής προσφοράς, αν τη συγκρίνουμε με αυτό που έκανε ο Χριστός μας. Αλλά κάτι γίνεται πάνω μας και αποκτώντας πάνω μας και εμείς αυτούς τους τύπους των ήλων και αυτά τα κάποια, στοιχειώδη, ελάχιστα, σημεία προσφοράς μας για τη ζωή του κόσμου, και μιμούμεθα τον Χριστό και γινόμαστε κι εμείς πόλοι και ερείσματα για να μπορεί ο κόσμος να εξέλθει και κάπου να ακουμπήσει. Και ακουμπώντας, βλέπετε, στους αγίους, ακουμπάει στον Χριστό. Ακουμπώντας στους μάρτυρες, ακουμπάει στον Χριστό και έτσι η κοινωνία γίνεται όντως κοινωνία. Τελειώνοντας, να θυμίσω πως «έχασαν» την ζωή τους εκείνοι που δεν απόκτησαν πάνω τους κάποιους τύπους κάποιων ήλων· και τότε η ζωή τους έγινε μια ζωή κλειστή και μια ζωή που προσκυνούσαν τα είδωλα. 
Αυτή η Κυριακή μας προκαλεί και να στραφούμε στη μοναδική έκφραση αγάπης και θυσίας του Χριστού μας και, παράλληλα, ακολουθώντας τους τύπους και τα ίχνη των δικών του ήλων, αγαλλόμενοι να ζητήσουμε να χαραχθούν πάνω μας έστω αυτά τα πράγματα τα δύσκολα του κόσμου, και απ’ την βία του κόσμου, κάποιοι τύποι και κάποιοι ήλοι, για να προσθέσουμε και εμείς μια ελάχιστη προσφορά στην προσφορά του Χριστού μας για τη ζωή του κόσμου.
Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη
Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα: www.floga.gr

 

Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών.


Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης, 
Προηγούμενος Ι.Μ. Ιβήρων
- Φοβᾶμαι ὅτι πολλοί, ἂν καὶ πηγαίνωμε στὴν ἐκκλησία, ἔχομε ἕνα κενὸ στὴν πίστι μας, δὲν πιστεύομαι οὐσιαστικὰ στὸν Θεό. Ποῦ νομίζεται ὅτι ὀφείλετε αὐτό; 
Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικό, ποὺ ἕνας πατέρας πῆγε τὸ ἄρρωστο παιδί του στὸν Κύριο καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήση. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος: «Ἐὰν πιστεύεις, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασανισμένος, ἦταν εἰλικρινὴς καὶ εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τὴ ἀπιστία» (Μαρκ. θ´, 24). Πιστεύω καὶ ταυτόχρονα εἶμαι ἄπιστος βοήθησέ με νὰ πιστέψω. Νομίζω ὅτι, αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ εἴμαστε, σὰν τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, εἰλικρινεῖς καὶ νὰ μὴν παριστάνομε τὸ κάτι παραπάνω ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε. Καλλίτερα, λέει κάποιος, εἶναι μιὰ πραγματικὴ κόλαση ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ παράδεισο». Κ ἂν τυχὸν ἐμένα μου λέτε καλὰ λόγια καὶ δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν κακομοιριά μου, ἀλλὰ πιστέψω αὐτὰ ποὺ λέτε, κι ἀρχίζω νὰ κυκλοφορῶ, σὰν νὰ εἶμαι αὐτὰ ποὺ νομίζουν οἱ ἄλλοι, τότε κάτι δὲν πάει καλά. 
Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μία πίστη, θὰ πρέπει νὰ πῶ: «Δόξα τῷ Θεῷ, νοιώθω μίαν ἀνάπαυση». Ἐὰν τυχὸν νοιώθω μίαν ἀμφιβολία. Θὰ πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ τὸν λογισμό μου. Κι ἔτσι κενούμενος, ἀδειάζοντας κανεὶς καὶ ὄντας τίμιος με τὸν ἑαυτό του, προχωρεῖ στὴν ἀλήθεια καὶ βρίσκει τὴ μία πίστη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοξασία, ἀλλ᾿ εἶναι φανέρωση τῆς δυνάμεως, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σῴζει τὸν ἄνθρωπο· καὶ τὸν ἐλάχιστο ἄνθρωπο, τὸν καθένα, τὸν κάνει Θεό, κατὰ χάρη· καὶ ταυτόχρονα εἶναι αὐτὴ ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία δυνάμει σῴζει τὴν οἰκουμένη.
Σᾶς λέω: Νὰ σέβεστε τὸν ἑαυτό σας, νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς με τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ «ἐπισκέπτεσθε» τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών. Καὶ νὰ ἐξασφαλίσετε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, ποὺ θὰ εἶναι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ μάθετε νὰ λέτε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό: Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός, ὁ δυνατός· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδύναμος, ὁ ἁμαρτωλός. Σὲ γνωρίζω καὶ δὲν Σὲ γνωρίζω. Ξέρω ὅτι εἶμαι ἀδύναμος, ξέρω ὅτι Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾷς καὶ ζητῶ τὸ ἔλεός Σου».Ἐὰν τυχὸν αὐτὸ γίνει, τότε θὰ βροῦμε σιγὰ - σιγὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτοῦ, δὲν θὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Ἐὰν τυχὸν δὲν ἐπισκεπτόμαστε τὸν ἑαυτό μας, ἐὰν δὲν ἔχομε μία ἥσυχη ὥρα καὶ μία ἥσυχη γωνιά, τότε θὰ εἴμαστε συνέχεια ζαλισμένοι καὶ συνέχεια μαριονέτες, ποὺ μᾶς κινοῦν ἄλλες δυνάμεις: εἴτε ἡ τηλεόραση, εἴτε οἱ ἐφημερίδες, εἴτε τὰ μαθήματα, εἴτε ἡ ἐπιπολαιότης, εἴτε τὰ πάθη τὰ δικά μας... Ἐνῷ τὸ βαθύτερο εἶναι μας, αὐτὸ τὸ ὁποῖο φέρει τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θέλει νὰ πεῖ: «Κοίταξε, δὲν εἶμαι τίποτε, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχω μία δύναμη, ποὺ δὲν φοβᾶται οὔτε τὸ χάρο». 
Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ πρέπει κανεὶς νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του. Καὶ θὰ βρεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ἂν μπορεῖ νὰ εἶναι εἰλικρινής, κατ᾿ ἀρχήν, μὲ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τότε θὰ νοιώσει ὅτι εἶναι, σὰν ἄνθρωπος, ἕνα μπόλι ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο μπολιάζεται στὴν καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ᾿ ἕνα δένδρο βαθύρριζο, καὶ νοιώθει ὅτι τὸ μπόλι αὐτὸ ἔπιασε. Μεγαλώνουν τὰ κλαδιά, ἀνθίζει τὸ μπόλι καὶ βγάζει καρπούς. Κι αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μπόλι ἔχει δικὲς τὸ ρίζες, τὶς ρίζες τὶς βαθύτατές του αἰωνόβιου δένδρου. Τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι, αὐτὰ ποὺ ζεῖ μέσα του, ἢ αὐτὰ ποὺ λέει, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὰ διάβασε καὶ κρατάει ἕνα χαρτὶ καὶ τὰ λέει, ἀλλ᾿ εἶναι κάτι ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα του. Καὶ τί βγαίνει ἀπὸ μέσα του; Βγαίνει, μιὰ στιγμή, ἕνα «Δόξα τῷ Θεῷ». 
Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μέσα του ἔχει «μορφωθεῖ» ὁ Χριστός, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει μία ὑγεία πνευματική, ἔχει μία ἠρεμία καὶ μία ἐλευθερία, καὶ νοιώθει ὅτι δὲν ἔχει κανένα παράπονο γιὰ τίποτε καὶ γιὰ κανένας ἄνθρωπο. Γιατί ἂν τυχὸν ἐμεῖς παραπονιόμαστε καὶ μουρμουρίζουμε καὶ δυσανασχετοῦμε, σημαίνει ὄχι ὅτι μας φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλ᾿ ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχομε τὴν ὑγεία τὴν μεγάλη, τὸ δυνατὸ σῶμα γιὰ νὰ χωνέψει τὴν κάθε τροφή, ἐμεῖς δὲν ἔχομε ἐλάχιστη ἀπὸ τὴ χάρη καὶ τὸ δυναμισμὸ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. 
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος ἐν Χριστῷ, ἕνας ἄνθρωπος μικρὸς ἐν Χριστῷ, δηλαδὴ μεγάλος, εἶναι ἥσυχος, ἤρεμος, δὲν ἀπειλεῖ κανέναν. Ἀλλ᾿ ὅλα τὸ κάνουν καλὸ καὶ λέει μόνο: «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Κι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια δὲν χάνει δύναμη, ἀλλ᾿ αὐξάνεται ἡ δύναμή του. Καὶ ὅταν γεράσει, τότε νοιώθει ὅτι τὰ γεράματα εἶναι συμπεπυκνωμένη νεότης. Καὶ ὅταν πεθάνει, νοιώθει ὅτι διὰ τοῦ θανάτου μπαίνει σὲ μία πλήμυρα ζωῆς, τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀντέξει ὅσο ἦταν ζωντανός.

 

Οἱ ἐρωτήσεις ἔγιναν εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998
ἀπὸ πιστοὺς πρὸς τὸν τότε καθηγούμενο 
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους π. Βασίλειο, 
ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλία του μὲ τὸν τίτλο: 
«Ἡ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό».

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Συναξάρι Πεντηκοσταρίου - Η Κυριακή του Θωμά


Συναξάρι Πεντηκοσταρίου

Η Κυριακή του Θωμά
Αυτή την Κυριακή, που είναι δεύτερη από το Πάσχα, εορτάζουμε τα εγκαίνια της Αναστάσεως του Χριστού και την ψηλάφηση του αποστόλου Θωμά. 
Τα εγκαίνια, δηλαδή η υπενθύμιση σπουδαίων γεγονότων, ήταν αρχαία συνήθεια· κάθε χρόνο, όταν ερχόταν η μέρα κατά την οποία έγινε κάτι σπουδαίο, έκαναν την ετήσια μνήμη του, για να μη λησμονιούνται τα μεγάλα έργα. 
Γι’ αυτό οι Εβραίοι πρώτα στα Γάλγαλα έκαναν το Πάσχα εγκαινίζοντας -δηλαδή ανακαλώντας στη μνήμη τους- τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας· γι’ αυτό εγκαινίζεται από αυτούς και η σκηνή του Μαρτυρίου και η βασιλεία του Δαβίδ και όλα τα άλλα, για να μην τα αναφέρω ένα ένα. 
Επειδή λοιπόν απ’ όλα τα γεγονότα το ασύγκριτα μέγιστο έργο που ξεπερνά κάθε έννοια είναι η Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό, όχι μόνο κάθε χρόνο την εορτάζουμε και την εγκαινίζουμε, αλλά πάντοτε και κάθε οκτώ μέρες. 
Ο πρώτος λοιπόν εγκαινισμός της Ανάστασης είναι η παρούσα Κυριακή, η οποία μπορεί να λέγεται και όγδοη και πρώτη. Όγδοη μετρώντας από το Πάσχα και πρώτη ως αρχή όλων των άλλων. Και πάλι όγδοη, γιατί λαμβάνεται ως εικόνα της ατελεύτητης εκείνης ημέρας του μέλλοντα αιώνα, η οποία βέβαια θα είναι και πρώτη και μία, αφού νύχτα δεν θα τη διακόπτει. 
Αυτά σχετικά με τα εγκαίνια. 
Τα του Θωμά τώρα έγιναν ως εξής. Όταν ο Χριστός, το απόγευμα της ημέρας που αναστήθηκε, εμφανίστηκε στους Μαθητές, έλειπε ο Θωμάς. Όταν ήρθε και έμαθε την παρουσία του Χριστού, δεν πίστευε όχι μόνο ότι οι Μαθητές τον είδαν αναστημένο, αλλά ούτε ότι αναστήθηκε, αν και ο ίδιος ήταν ένας από τους δώδεκα. 
Γι’ αυτό ο φιλάνθρωπος Κύριος, φροντίζοντας για τη σωτηρία του ενός και ταυτόχρονα κάνοντας θεία οικονομία, για να πιστοποιήσει περισσότερο την ανάστασή Του στους μεταγενέστερους, ήρθε πάλι ύστερα από οκτώ μέρες, με τις θύρες κλειστές κι ενώ ήταν παρών και ο Θωμάς, και αφού έδωσε τον συνήθη χαιρετισμό της ειρήνης, απευθύνθηκε στον Θωμά και είπε: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου, φέρε και το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου, και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός. Επειδή δηλαδή δεν σου αρκούσε η όραση για να πεισθείς, αλλά ανέφερες και την αφή, βάλε το χέρι σου στην πλευρά μου»· πράγμα που φανερώνει ότι η πληγή της πλευράς ήταν μεγάλη, έτσι που χωρούσε το χέρι του. 
Και κάνοντας αυτό ο Θωμάς και πιστεύοντας με την αφή –διότι του επιτράπηκε να δει και να κάνει αυτά στο άφθαρτο και απόλυτα θεωμένο σώμα, για να βεβαιωθεί– φώναξε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»· το πρώτο για τη σάρκα, το άλλο για τη θεότητα. 
Του λέει τότε ο Χριστός: «Πίστεψες επειδή με είδες· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!» 
Ο Θωμάς τώρα λέγεται Δίδυμος είτε γιατί γεννήθηκε μαζί με κάποιον άλλο είτε γιατί είχε κολλημένα τα δύο του δάκτυλα είτε γιατί απίστησε στην Ανάσταση. Άλλοι όμως λένε, και αυτό είναι το πιο σωστό, ότι το όνομα Θωμάς ερμηνεύεται Δίδυμος. 
Αυτή λοιπόν ήταν η δεύτερη φανέρωση του Χριστού. 
Η τρίτη ήταν στη θάλασσα της Τιβεριάδας. Έπειτα εμφανίστηκε στους Εμμαούς. Την πέμπτη φορά στη Γαλιλαία. Και όπως λένε, μέχρι την ανάληψη Του εμφανίστηκε ένδεκα φορές, και πολλά και υπερφυσικά θαύματα έκανε ενώπιον των μαθητών μετά την Ανάσταση, τα οποία δεν τα φανέρωνε στους πολλούς. 
Αυτά οι ευαγγελιστές τα άφησαν και δεν τα έγραψαν, διότι δεν μπορούσαν να τα ακούσουν οι πολλοί που ζουν στον κόσμο, επειδή ήταν πολύ υψηλά και υπερφυσικά. 
Με τις πρεσβείες του αποστόλου Θωμά, Χριστέ, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.  

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Στὶς ὧρες ἀμφιβολίας, κοίταξε χαμηλότερα ἀπὸ σένα - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


Απόσπασμα από την Ράδιοπαράγκα που έγινε την ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ του 1995 .
σε μορφή mp3  εδώ
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

"Φέρε τὸν δάκτυλό σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖρας μου καὶ φέρε τὴν χεῖρα σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευρά μου".

Στὰ λόγια αὐτὰ ὑπάρχει κάτι παραπάνω ἀπό, τὴν πρόσκληση ποὺ ἔγινε στὸ Θωμᾶ, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴν ἀνάσταση, τοῦ Χριστοῦ.

Ξέρετε τί λέει ὁ Χριστός;

αιδί μου βλέπεις, τίς πληγές μου;

Σὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θὰ ἤθελαν, νὰ μεταβάλουν τὸ Εὐαγγέλιο μοῦ, σὲ μιὰ σοφία ἢ ἕνα ἰδανικὸ ἢ ἕνα ἰδεολόγημα. Οἱ πληγὲς αὐτές, φωνάζουν μιὰ διάψευση.

Εἶμαι ὁ Σωτῆρας, ποὺ πέθανε πάνω στὸ Σταυρό.

Καὶ σὲ ὅλους αὐτούς, ποὺ θέλουν νὰ μιλοῦν, μόνο γιὰ νίκη, γιὰ ἀνάσταση,  γιὰ μεταμόρφωση καὶ νὰ ἀγνοοῦν τὸν Γολγοθᾶ.

Οἱ πληγές μου, Θωμᾶ ψηλάφισα τές, ὑπενθυμίζουν ὅτι ὁ Σταυρὸς εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὸ δικό μου τὸ δρόμο.

Οἱ πληγές μου ἔχουν καὶ μιὰ ἄλλη ἀκόμα σημασία.

Μετὰ τὴν Ἀνάληψίν μου, δὲν μπορεῖς νὰ ἀγγίξεις τὰ τρυπημένα μου χέρια καὶ τὴν πλευρά μου τὴν λογχευθεὶσά, παρα μόνο ἂν σκύψεις πάνω στὶς πληγὲς τῶν ἀνθρώπων. 

Στὶς ὧρες ἀμφιβολίας,  κοίταξε χαμηλότερα ἀπὸ σένα.

Κοιτᾶξτε τίς πληγὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι γύρῳ σου. Ἀλάφρωσε τὸν πόνο τους, -ἀγγίζοντας τόν, ἀγγίζεις ἐμένα- λέει ὁ Χριστός. Ἡ ζωντανή μου παρουσία θὰ σοῦ γίνει ψηλαφητὴ στὴν ἐπαφή μου μὲ τὰ πάσχοντα μέλη τοῦ Σώματός μου.

Νὰ λοιπὸν μιὰ πρόκληση.

Νὰ τολμήσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀγγίξουμε τίς πληγὲς τοῦ Χριστοῦ.

Ποὺ εἶναι οἱ πληγὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ πόνος τους.

Αὐτὸ ἀλήθεια τὸ περιμένατε;

Ἡ πράξη τοῦ Θωμᾶ ποὺ ἦταν πράξη ἀπιστίας, νὰ συνεχιστεῖ ὡς πράξεις ψηλαφήσεως πληγῶν ἀλλὰ ὄχι ὡς πράξη ἀπιστίας, ὡς πράξεις φιλανθρωπίες.

Συνεχίστε λοιπὸν τὸ ἔργο τοῦ Θωμᾶ,  πολὺ θὰ ὠφεληθεῖτε.

 π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Είναι τόσο πολύ εύκολο να πιστέψεις τον Χριστό ή είναι πάρα πολύ δύσκολο να πιστέψεις τον Χριστό;

~2~
Απόσπασμα απο την Ράδιοπαράγκα του 1997 - Η καλή Απιστία του Θωμά εδώ
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος
Είναι τόσο πολύ εύκολο να πιστέψεις τον  Χριστό ή είναι πάρα πολύ δύσκολο να πιστέψεις τον Χριστό;
Το ερώτημα είναι ανόητο. 
Ούτε εύκολο είναι, ούτε δύσκολο είναι. Γιατί τα του Χριστού, δεν τα αξιολογούμε ως εύκολα ή ως δύσκολα. Ο Χριστός δεν ζυγίζεται με τίποτε. Είναι ο Χριστός. Και εμείς απλώς θέλουμε να έχουμε εμπειρία μαζί Του. 
Και επειδή ο Θεός είναι αγάπη, εμείς δεν θέλουμε ούτε τα εύκολα ούτε τα δύσκολα, παρά μόνο τον Χριστό. Και ξεκινώντας, έτσι, να περπατούμε στους βηματισμούς της πίστεως ή της απιστίας, εμείς ζητούμε τον Χριστό και ζητώντας τον Χριστό, αρχίζουμε την πορεία μας μαζί Του. 
Θα τον πιστέψουμε αν θα τον δούμε ή αν δεν θα τον δούμε; 
Λάθος επιχείρημα. 
Αν επιτρέψει να τον δούμε, θα τον δοξολογήσουμε, αν δεν επιτρέψει, πάλι θα τον δοξολογήσουμε. Εκείνος λοιπόν δεν είναι, ούτε με τα εύκολα, ούτε με τα δύσκολα. Αποκαλύπτεται στον καθένα όπως Εκείνος θέλει. Και επειδή ακριβώς Εκείνος και μόνο Εκείνος ξέρει τα βάθεια της καρδιάς μας, ξέρει ποιες χορδές της ψυχής μας θα ακουμπήσει για να Τον πιστέψουμε. Χωρίς τα εύκολα και χωρίς τα δύσκολα. Το γεγονός βέβαια, λειτουργείται με ένα μοναδικό τρόπο, μέσα στο χώρο της Εκκλησίας και εν τη κλάση του άρτου. Οι Χριστιανοί λοιπόν αρχίζουν αυτή την πορεία. 
Να Τον δούνε, να μην Τον δούνε, εύκολο δύσκολο, πίστη ή απιστία; 
Περπάτησε μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας και να οδηγηθείς, εν μετάνοια, μέσα από το μυστήριο της μετανοίας, εν τη κλάση του άρτου. Και πέρα από το εύκολο και το δύσκολο, πέρα από το πόσο πιστεύεις ή δεν πιστεύεις. Αρχίζει Εκείνος να αποκαλύπτεται και τότε έχεις μπροστά σου τον Χριστό. Και τότε αν πιστεύεις, πόσο πιστεύεις; Δεν μετριέται! Είσαι κοντά σε Εκείνον και άμα είσαι κοντά, δεν μετριέσαι πόσο πιστεύεις, κάθεσαι κοντά Του και είσαι κοντά Του. 
Ένα μωρό πόσο είπε στη μητέρα του ότι την πιστεύει; 
Εμπιστεύεται τη ζέστη αγκαλιά της. Χωρίς να λέει τίποτε. Είναι εκεί κοντά, χωρίς να φοβάται. 
Ε λοιπόν! 
Αν θέλετε πολύ να πιστέψετε και οι άλλοι δεν σας ωφελούν σε αυτό. Τολμήστε σαν τον Θωμά. Αλλά κι αν τότε πιστέψετε ξεπεράστε και την πίστη, πάτε παραπέρα. Σταθείτε κοντά Του με πολλή εμπιστοσύνη. Χωρίς να φοβάστε κλεισμένες θύρες και χωρίς να φοβάστε τα ανειρήνευτα δεδομένα του κόσμου. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος - λάβετε Πνεύμα Άγιο - είπε Εκείνος, μόλις εμφανίστηκε κεκλεισμένων των Θυρών. Θα δώσει αυτή τη Χάρη και αυτή τη βοήθεια.

Το γεγονός της πίστεως είναι θέμα βιωματικής αγίοπνευματικής εμπειρίας. Και τότε όλη η Χάρις του Θεού καταλαμβάνει τις καρδιές μας. Και Τότε καταλαβαίνουμε τι σημαίνει να πιστεύεις όταν δεν έχουμε ανάγκη να ερμηνεύσουμε τι σημαίνει να πιστεύεις. Γιατί είμαστε κοντά Του και είμαστε στα χέρια Του.

 

 

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Η Κάθοδος στον Άδη του Χριστού, στη μονή της Χώρας

π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος - Ο επίλογος της εκπομπής "Ράδιο Παράγκα" Κυριακή του Πάσχα1993

   Το ηχητικό απόσπασμα εδώ 

Δεν μπορεί να περάσει Πάσχα και να μη θυμηθώ, εκείνο που έχει τυπωθεί πολύ βαθιά μες στην καρδιά μου. Κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. Όλα φαίνονται σχετικά για τους ανθρώπους, αλλά για μένα προσωπικά, είναι κάτι πολύ απλό και κάτι πολύ μεγάλο. 
Να σας το θυμίσω. 
Μία εικόνα, μια εικόνα ανεπανάληπτη. Για’ κείνον φυσικά, που κοιτάζει τις εικόνες και θέλει να τις κοιτάζει με ένα άλλο μάτι. Μία εικόνα, σε έναν τόπο, που είναι πολύ μικρός, αλλά είναι αχώρητος. Σ' έναν τόπο, που είναι χώρα, αλλά είναι Χώρα του Αχωρήτου. Σε έναν τόπο, που λες ,κανείς δεν χωράει εδώ πέρα μέσα, αλλά χωράνε όλοι. Η Χώρα του Αχωρήτου. Όποιος έχει πατήσει στη Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, θα καταλάβει τι εννοώ, και τι λέω. Εκεί μέσα μπαίνοντας, στη μικρή Μονή της Χώρας του Αχωρήτου, κάπου σήμερα, στρυμωγμένη ανάμεσα σε παλιόσυνοικίες της παλιάς Κωνσταντινουπόλεως, θα έχει συγκλονιστεί, αν πραγματικά βλέπει τις εικόνες με άλλο μάτι, από κείνη την κάθοδο στον Άδη, του Χριστού. 
Ο Χριστός λευκόφορεμένος, έχει απλώσει τα χέρια Του, για να βγάλει από τους τάφους τους νεκρούς. Και όλοι εκείνοι, προσκυνώντας την ένδοξον Του Ανάσταση, βγαίνουν έξω και όλα γύρω λαμπροφόρα, και όλα γύρω αναστημένα. Οι μορφές, το φως, ο αγιογράφος εκεί πάνω, έπαιξε με τα χρώματα. Αλλά ήταν πάνω από όλα αγιασμένος. Η Μόνη της Χώρας Του Αχωρήτου και στο βάθος μιας κόγχης, η κάθοδος στον Άδη του Χριστού. Καθηλώνεσαι από κάτω και τη βλέπεις και λες. Τι είναι αυτό; Τι χώρα είναι αυτή; Τι παράξενη χώρα; Από τη μία μεριά, τρομάζεις για τις αμαρτίες σου, όπως βλέπεις τους νεκρούς να βγαίνουν από τους τάφους και από την άλλη μεριά, χαίρεσαι, γιατί έχεις μπροστά σου τον Χριστό και ξέρεις πως είναι, πολύ μικρή η ύπαρξή σου, για να μπορεί να ατενίσει αυτά τα πράγματα. Αλλά ξέρεις που Εκείνος είναι πολύ μεγάλος και χωράει τους πάντες. Η χώρα του Αχωρήτου και η κάθοδος στον Άδη. Ότι μού’ χει μείνει βαθιά χαραγμένο μέσα στην ψυχή μου απ’ αυτό τον τόπο που λέγεται η χώρα του Αχωρήτου. 
Η Ανάσταση Του Χριστού και η συντριβή όλων των δαιμονικών δυνάμεων. Αυτό και μόνο του [είναι]μία ολόκληρη κατήχηση. Η χώρα του Αχωρήτου, μία εικόνα, πολύ μικρή για κάποιους, πολύ μεγάλη, για έναν που αλλιώς θέλει να δει τα πράγματα. 
Ο τόπος μας, ο κάθε τόπος ο στενάχωρος, ο μικρός. Ο τόπος όπου πάσχουμε, ο τόπος όπου παθαίνουμε, ο τόπος όπου δεν μπορούμε να πούμε Αναστάσεως ήμερα και Χριστός Ανέστη. Ας αποκτήσει αυτή την οσμή της ευωδιάς της πνευματικής. Ας αποκτήσει την οσμή της ευωδίας της Χώρας Του Αχωρήτου. Όλοι χωρούν εκεί μέσα, γιατί αυτή Χώρα είναι ατελείωτη, όσο μεγάλα είναι τα χέρια του Χριστού που βγάζουν από τους τάφους τους νεκρούς. 
Η μονή της χώρας του Αχωτήτου και η κάθοδος του Χριστού στον Άδη.
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Γύρω μας ο θάνατος λειτουργεί τη μπόχα του. 
Γύρω μας ο Άδης λειτουργεί τα έργα του. 
Πού σου, θάνατε, το κέντρον; 
Πού σου, άδη, το νίκος; 
Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. 
Η μπόχα του θανάτου που μυρίζει γύρω μας, δεν έχει καμία εξουσία πάνω μας. 
Χριστός Ανέστη 
Και αυτό το Χριστός Ανέστη, μέσα από τα δεκάδες Χριστός Ανέστη που λέει η Εκκλησία μας αυτές τις μέρες. Είναι ένα άλλο σάλπισμα πραγματικά εγερτήριο. 
Ένα σάλπισμα που κάνει κάθε καρδιά Ορθόδοξη να τιναχτεί στον αέρα και δεν μπορεί πια να συνεχίσει αλλιώτικα. 
Απ’ τη στιγμή που είπες το Χριστός Ανέστη, δεν μπορείς να πας πίσω. Το πίσω πια είναι, κρίση μεγάλη και τάφος, ο όποιος δεν έχει πια τέλος. Δεν μπορείς να γυρίσεις στον τάφο μετά από το Χριστός Ανέστη. Χριστός Ανέστη λοιπόν και αυτή η ιαχή να γίνει η ιαχή που θα χαρακτηρίσει το αύριο, το μεθαύριο και το ατέλειωτο μέλλον της ζωής μας. 
Χριστός Ανέστη, μέσα από το Χριστό που έβγαλε από τους τάφους όλους τους νεκρούς και μαζί και μας, τους αμαρτωλούς και χαμένους μέσα στην μπόχα και την μυρωδιά του θανάτου.

 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΜΙΛΕΣΕΒΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ




Ο ΛΕΥΚΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΜΙΛΕΣΕΒΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ
γγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ˙ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών.
Το μοναστήρι της Μιλέσεβα βρίσκεται στην Κεντρική Σερβία, κοντά στην όχθη του ποταμού Μιλεσέβιτσα. Χτίστηκε το έτος 1219 και αποτελεί δωρεά του Σέρβου βασιλιά Στέφανου Βλάντισλαβ. Κατά τη διάρκεια των οκτακοσίων χρόνων της ιστορίας του έπαθε πολλές καταστροφές, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί στον πανδαμάτωρα χρόνο. Το έτος 1863 χάρη στις προσπάθειες του Σέρβου βασιλιά Μιχαήλ Ομπρένοβιτς, το μοναστήρι αποκαταστάθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του και ξεκίνησε μια νέα ζωή. 
Στέφανος Βλάντισλαβ – Μιχαήλ Ομπρένοβιτς

Πολλά κοινά σημεία με τις σύγχρονες τοιχογραφίες της Αχειροποιήτου ευνοούν την άποψη για την έλευση καλλιτεχνών από τη Θεσσαλονίκη. Είναι μονόκλιτη εκκλησία με τρούλο, ενώ ο εξωνάρθηκας, που χτίστηκε το έτος 1236, έχει πλάγια παρεκκλήσια αφιερωμένα στους Αγίους Γεώργιο και Δημήτριο, τοιχογραφημένα από τους καλύτερους μάστορες της Ηπείρου. Το 16ο αι. γνωρίζουμε ότι στο ναό της Μιλέσεβα εργάστηκε και ο γνωστός ζωγράφος Λογγίνος από την πόλη Πέτς, όπου βρισκόταν το Πατριαρχείο της Σερβίας μέχρι τις αρχές του 20ου αι. Το καθολικό της Μονής είναι αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου και από αρχιτεκτονικής απόψεως συγκαταλέγεται ανάμεσα στα έργα της περίφημης Σχολής της Ράσκας, δηλαδή του σερβοβυζαντινού εκκλησιαστικού ρυθμού, ο οποίος άνθισε το 13ο αι. στη Σερβία, κατά τη διάρκεια της περιόδου βασιλείας της Δυναστείας των Νεμανιδών. Μία τυπική εκκλησία ήταν ορθογωνίου σχήματος, με έναν μεγάλο τρούλο στο κέντρο της και μικρότερους γύρω από τον κεντρικό.

Το έτος 1237 ο βασιλιάς Στέφανος Βλάντισλαβ μετέφερε στο μοναστήρι της Μιλέσεβα από τη βουλγαρική πόλη Τρνοβο τα ιερά λείψανα του αγίου Σάββα, που ενταφιάστηκαν εκεί. Το 1594 ο Τούρκος Σινάν πασάς έδωσε διαταγή στους Τούρκους στρατιώτες να πάρουν τα ιερά λείψανα, να τα φέρουν στο Βελιγράδι και να τα κάψουν. Οι μοναχοί κατάφεραν να σώσουν το ένα χέρι του αγίου, το οποίο φιλοξενείται εναλλάξ, στο μοναστήρι Μιλέσεβα και στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην πόλη Πλιέβλια του Μαυροβούνιου.

 

Παρά τις πολλές ληστρικές επιθέσεις των Τούρκων, το μοναστήρι διαθέτει ένα πλούσιο θησαυροφυλάκιο, στο οποίο φυλάσσεται η Οκτώηχος από την Κατίγνη, που χρονολογείται στο έτος 1494, η Τρίωδος από το 1563 και το Τετραευαγγέλιο του Βελιγραδίου, από το 1552. Επίσης, στο θησαυροφυλάκιο βρίσκονται τρεις εξαιρετικά πολύτιμες εικόνες∙ δύο απ’ αυτές είναι έργα της ιταλο-κρητικής τέχνης του 16ου αιώνα και μία έργο του γνωστού Σέρβου αγιογράφου του 1837, Αλεξίου Λάζοβιτς. Τον 16ο αιώνα στο μοναστήρι λειτούργησε σχολείο αντιγραφής εκκλησιαστικών βιβλίων, καθώς και τυπογραφείο. Στις αρχές του 16ου αιώνα στο σχολείο του μοναστηριού φοίτησαν ο Μπάιτσα Σοκόλοβιτς, ο μετέπειτα Μεχμέντ πασάς Σοκόλοβιτς και ο αδελφός του Μακάριος, ο μετέπειτα Σέρβος πατριάρχης.

Οι τοιχογραφίες που σώζονται στο καθολικό του μοναστηριού θεωρούνται ως τα καλύτερα ευρωπαϊκά έργα τέχνης του 13ου αι., και εντάχτηκαν στον Κατάλογο των Μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Μορφές μνημειώδεις και συνθέσεις πλασμένες με την ορμή και την αξιοπρέπεια της επίσημης τέχνης, προβάλουν μέσα σε χρυσό φόντο. Οι προσωπικότητες απεικονίζονται με ζωηρό χαρακτήρα, χυμώδες ανάγλυφο και πλούσια ψυχικότητα. Οι ιδέες του εικονογραφικού προγράμματος εναρμονίζουν τις θεολογικές απόψεις του αρχιεπισκόπου Σάββα με τις προθέσεις του δυναστικού οίκου των Νεμανιδών.

Από όλες τις τοιχογραφίες εκείνη που ξεχωρίζει είναι αυτή του Λευκού Αγγέλου. Σύμφωνα με την αφήγηση του Ματθαίου (28:1-8), ο άγγελος εικονίζεται αριστερά καθισμένος στο λίθο, δείχνοντας με ήρεμη αντικίνηση τον τάφο του Χριστού άδειο στη Θεοτόκο και στην Μαρία την Μαγδαληνή, οι οποίες στη θέα του υποχωρούν φοβισμένες και τις ορίζει να κοινοποιήσουν στους μαθητές ότι ο Κύριος «ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν». Ο υπέροχος άγγελος καταυγάζει την εκκλησία με την ουράνια θωριά και το ηρωικό μέγεθος, την ομορφιά και τη γαλήνια χάρη της ασπροντυμένης και με χρυσαφιές ανταύγειες πλασμένης μορφής του, κατάντικρυ στο χρυσό βάθος, που πληρούν με θρίαμβο ζωής στην ηγεμονική κίνηση οι απλωμένες φτερούγες του.


Πρόκειται ίσως για την πιο γοητευτική εικόνα του συνόλου της βυζαντινής τέχνης. Ο Άγγελος με το ωραίο φωτεινό πρόσωπο, εράσμιος, με ευγενικά χαρακτηριστικά και καστανά φωτεινά μάτια, κατευθύνει το βλέμμα του ορμητικό και αόριστο πέρα, προς τα έσω στραμμένο, σε κατοπτρισμό αγνής και γαλήνιας αφιερωμένης στην πίστη ψυχής. Το κεφάλι του στεφανώνεται με βοστρυχωτή καστανή κόμη, ενώ ο πλατύς λαιμός του αποπνέει ευρωστία και υγεία. Η γεροδεμένη κορμοστασιά του, πλήρης αποκαλυπτικού και ανέσπερου κάλλους, διαπνέεται από μια δύναμη εσωτερικής έκφρασης και πνευματικής ευωδίας. 

Γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα

Εξήγηση μερικών ρητών του αγ. Γρηγορίου Ναζιανζηνού που βρίσκονται μέσα σε τροπάρια που ψάλλονται το Άγιον Πάσχα 
Αββάς Δωρόθεος 
ΙΣΤ’ Διδασκαλία 
Με πολλή ευχαρίστηση θα σας μιλούσα λίγο για το νόημα των ψαλμών που ψάλλουμε στην Εκκλησία, για να μην σας απορροφάει η μελωδία, αλλά να συμμετέχει ανάλογα και ο νους σας στη δύναμη και το βάθος των λόγων. Τι λοιπόν ψάλαμε τώρα μόλις; 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως 
Ας προσφέρουμε σαν δώρο τους ίδιους τους εαυτούς μας 
Επειδή στην παλιά εποχή οι Ισραηλίτες στις γιορτές, δηλαδή στα θρησκευτικά πανηγύρια, πρόσφεραν, σύμφωνα με το νόμο, διάφορα δώρα στον Κύριο, όπως «θυσίες», «ολοκαυτώματα», «απαρχές» και άλλα παρόμοια, συμβουλεύει και εμάς ο Άγ. Γρηγόριος να γιορτάσουμε για τον Κύριο, όπως ακριβώς εκείνοι και μας προτρέπει λέγοντας. 
Είναι ημέρα της Αναστάσεως. 
Αντί της αγίας ημέρας που γιόρταζαν οι Ισραηλίτες, έχουμε τώρα ημέρα θεϊκού πανηγυριού, την ημέρα του χριστιανικού Πάσχα. Τι είναι όμως το Πάσχα του Χριστού; Οι Ισραηλίτες γιόρταζαν το «Φασέχ» όταν έφυγαν από τη γη της Αιγύπτου. Το Πάσχα όμως που μας προτρέπει τώρα ο Άγιος να πανηγυρίσουμε, το γιορτάζει η ψυχή, που βγαίνει από τη νοητή Αίγυπτο, δηλαδή από την αμαρτία. Γιατί όταν διαβαίνει η ψυχή από την αμαρτία στην αρετή, τότε γιορτάζει το «Φασέχ» του Κυρίου, όπως είπε και ο Ευάγριος: «Το Πάσχα του Κυρίου είναι διάβαση, δηλαδή πέρασμα από το χώρο της κακίας στον χώρο της αρετής». 
Σήμερα λοιπόν είναι Πάσχα του Κυρίου, ημέρα λαμπρής γιορτής, ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που πέθανε και αναστήθηκε και κάρφωσε στο σταυρό για χάρη μας την αμαρτία. Ας προσφέρουμε λοιπόν και εμείς στον Κύριο δώρα, θυσίες και ολοκαυτώματα, όχι βέβαια αλόγων ζώων, που δεν τα θέλει ο Χριστός. Γιατί «θυσία και προσφορά αλόγων ζώων δεν θέλησες και ολοκαυτώματα μοσχαριών και προβάτων δεν σου είναι ευάρεστα» (Εβρ. 10, 5-6: Ψαλμ. 39, 7). Και ο Ησαΐας λέει: «Τι να τις κάνω τις πολλές θυσίες σας; λέει ο Κύριος κτλ.» (Ησ. 1, 11). Αλλ’ επειδή ο Αμνός του Θεού θυσιάστηκε για μας -όπως λέει ο Απόστολος: «Γιατί το δικό μας Πάσχα είναι ο Χριστός, που θυσιάστηκε για μας» (Α’ Κορ. 5, 7) -για ν’ απαλλάξει τον κόσμο από την αμαρτία και «έγινε κατάρα για μας»- όπως λέει η Αγ. Γραφή: «Καταραμένος είναι όποιος κρεμιέται στο ξύλο» για να μας εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου (Γαλ. 3, 13) και «για ν’ αποκτήσουμε την υιοθεσία» (Γαλ 4, 5) - οφείλουμε και εμείς να του προσφέρουμε σαν δώρο κάτι από εκείνα που του είναι ευάρεστα. Ποιο λοιπόν δώρο και ποια θυσία οφείλουμε να προσφέρουμε στο Χριστό την Αναστάσιμη αυτή ημέρα, για να ευαρεστηθεί αφού δεν θέλει θυσίες αλόγων ζώων; Πάλι ο Άγ. Γρηγόριος μας το διδάσκει. Γιατί αφού είπε: 
Αναστάσεως ημέρα 
πρόσθεσε: 
Ας προσφέρουμε δώρο τους εαυτούς μας 
όπως λέει και ο Απόστολος: «Προσφέρετε σαν δώρο στο Θεό τα σώματά σας θυσία ζωντανή, άγια, ευάρεστη στο Θεό, τη λογική λατρεία σας» (Ρωμ. 12, 1). 
Πώς όμως οφείλουμε να προσφέρουμε στο Θεό τα σώματά μας θυσία ζωντανή και άγια; Με το να μην κάνουμε τα θελήματα που μας υπαγορεύει η σάρκα μας και ο λογισμός μας, αλλά ζώντας πνευματικά και μη εκπληρώνοντας κανένα σαρκικό μας θέλημα (Εφεσ. 2, 3). Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει το να νεκρώσουμε τα μέλη του σώματος που μας σπρώχνουν σε γήινες επιθυμίες (Κολ. 3, 5). Αυτή θεωρείται ζωντανή θυσία, άγια και ευάρεστη στο Θεό. Γιατί όμως ονομάζεται ζωντανή θυσία; Επειδή το άλογο ζώο που οδηγείται για θυσία, την ίδια στιγμή που θυσιάζεται, πεθαίνει. Οι άγιοι όμως που προσφέρουν τους εαυτούς τους στο Θεό, θυσιάζονται καθημερινά, ενώ ταυτόχρονα παραμένουν στη ζωή, όπως λέει ο Δαυίδ: «Για χάρη Σου θανατωνόμαστε όλη την ημέρα, θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα που προορίζονται για σφαγή» (Ψαλμ. 43, 22). Αυτό σημαίνει εκείνο που λέει ο Άγ. Γρηγόριος: 
Ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας, 
δηλαδή, ας θυσιάσουμε τους εαυτούς μας, ας τους θανατώνουμε όλη την ημέρα, όπως όλοι οι άγιοι, για το Χριστό και Θεό μας, γι’ Αυτόν που πέθανε για χάρη μας. Πώς όμως οι άγιοι θανάτωσαν τους εαυτούς τους; Έπαψαν να αγαπούν τον κόσμο και τα εγκόσμια, όπως λέει ο Άγ. Ιωάννης στις Καθολικές επιστολές (Α’ Ιωάν. 2, 15) «αρνήθηκαν εντελώς τη σαρκική επιθυμία, την επιθυμία των ματιών και την υπερηφάνεια της κοσμικής ζωής, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, την κενοδοξία, σήκωσαν το σταυρό τους, ακολούθησαν το Χριστό» (Ματθ. 16, 24) και «σταύρωσαν όχι μόνον τους εαυτούς τους για τον κόσμο, αλλά και ό,τι κοσμικό είχαν μέσα τους» (Γαλ. 6, 14). Γι’ αυτό λέει κι ο Απόστολος: «Αυτοί που ανήκουν στον Ιησού Χριστό σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες» (Γαλ. 5, 24). Να λοιπόν, έτσι θανάτωσαν τους εαυτούς τους οι άγιοι. 
Πώς όμως πρόσφεραν τους εαυτούς τους; Ζώντας, όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, αλλά σύμφωνα με τις εντολές του Θεού υποτάσσοντας και εγκαταλείποντας τα θελήματά τους για χάρη της εντολής και της αγάπης του Θεού και του πλησίον, όπως είπε και ο Απόστολος Πέτρος: «Να, εμείς τ’ αφήσαμε όλα και Σε ακολουθήσαμε» (Ματθ. 19, 27). Τι άφησε; Μήπως είχε χρήματα ή κτήματα ή χρυσάφι ή ασήμι; Μόνο το δίχτυ είχε και αυτό παλιό, όπως είπε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Άφησε όμως, όπως είπε, όλα τα θελήματά του, όλη την «προσπάθεια» αυτού του κόσμου -και όπως φαίνεται, και αν ακόμη είχε χρήματα ή περιουσία και εκείνα θα τα περιφρονούσε- και αφού σήκωσε το σταυρό, ακολούθησε το Χριστό, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Να, έτσι πρόσφεραν για δώρα τους εαυτούς τους οι άγιοι. Αφού νεκρώθηκαν, όπως είπαμε, από κάθε «προσπάθεια» και κάθε προσωπικό θέλημα, έζησαν δοσμένοι μόνο στο Χριστό και στις εντολές Του. 
Έτσι λοιπόν και εμείς 
«ας προσφέρουμε τους εαυτούς μας», 
όπως διδάσκει ο Άγ. Γρηγόριος. Γιατί εμάς εννοεί όταν λέει: 
«το πιο πολύτιμο δημιούργημα του Θεού». 
Αληθινά, το πολυτιμότερο, απ’ όλα τα ορατά κτίσματα, είναι ο άνθρωπος. Γιατί εκείνα μεν τα δημιούργησε ο Θεός μόνο με το λόγο Του λέγοντας: «Να γίνει αυτό» και έγινε. Και πάλι: «Να φυτρώσει στη γη αυτό» και φύτρωσε ή «Να βγάλουν τα νερά της θάλασσας ψάρια και έβγαλαν» (Γεν. 1, 3, 11, 20) και όλα τ’ άλλα. Τον άνθρωπο όμως τον έπλασε με τα ίδια Του τα χέρια και τον καταστόλισε. Και όλα τα κτίσματα τα δημιούργησε με το σκοπό να υπηρετούν και ν’ αναπαύουν τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο όμως τον όρισε βασιλιά όλων αυτών των δημιουργημάτων και τον έπλασε για ν’ απολαμβάνει την τρυφή του παραδείσου. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι, όταν αυτός ξέπεσε από τη θέση του, από δικό του λάθος, πάλι τον αποκατέστησε στην πρώτη του κατάσταση, με το Αίμα του Υιού Του του Μονογενούς, ώστε να είναι ο άνθρωπος το πολυτιμότερο απ’ όλα τα ορατά δημιουργήματα. Και όχι μόνον το πολυτιμότερο, αλλά και το τιμιότερο και το πιο οικείο. 
Γιατί είπε: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν’» (Γεν. 1, 26). Και ακόμα η Αγ. Γραφή συμπληρώνει: «Δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο, ‘κατ’ εικόνα’ Θεού τον δημιούργησε, και φύσηξε πάνω στο πρόσωπό του πνοή ζωής» (Γεν. 2, 7). Και ο ίδιος ο Κύριός μας, όταν σαρκώθηκε, πήρε ανθρώπινη μορφή, σάρκα ανθρώπου και ψυχή ανθρώπου. Και με λίγα λόγια, έγινε σ’ όλα άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία, φέρνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο κοντά Του τον άνθρωπο, κάνοντάς τον, όπως θα λέγαμε, δικό Του. Γι’ αυτό λοιπόν πολύ καλά και ταιριαστά είπε ο Άγ. Γρηγόριος: «Το πιο πολύτιμο και το πιο οικείο δημιούργημα για το Θεό είναι ο άνθρωπος».

Μετά πιο καθαρά προσθέτει: Ας αποκαταστήσουμε την εικόνα που μας έδωσε ο Θεός στην αρχική της κατάσταση. 
Πώς όμως θα γίνει αυτό; Μας το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε σωματικό και πνευματικό μολυσμό» (Β’ Κορ. 7, 1). Ας ξανακάνουμε καθαρή την εικόνα μας, όπως την παραλάβαμε. Ας την απαλλάξουμε από τη βρωμιά της αμαρτίας, για να φανεί με τις αρετές η ομορφιά της. Γι’ αυτήν την ομορφιά προσευχόταν και ο Δαυίδ λέγοντας: «Κύριε, Συ θέλησες και έδωσες τόση δύναμη σε κάθε αγαθό και ωραίο που έχω μέσα μου» (Ψαλμ. 29, 8). Ας καθαρίσουμε λοιπόν το «κατ’ εικόνα» μας. Γιατί ο Θεός το θέλει από μας όπως ακριβώς μας το έδωσε, χωρίς κηλίδες ή ρυτίδες, ή κάτι παρόμοιο. 
Ας αποκαταστήσουμε στο αρχαίο κάλλος του το «κατ’ εικόνα». 
Ας συνειδητοποιήσουμε τη μεγάλη αξία που μας έδωσε ο Θεός. 
Ας μάθουμε πόσα μεγάλα αγαθά μας δωρήθηκαν. Ας μάθουμε «κατ’ εικόνα» τίνος πλαστήκαμε. Ας μην παραγνωρίσουμε τα μεγάλα δώρα που μας δωρήθηκαν απ’ Αυτόν, όχι για την αξία μας, αλλά μόνο και μόνο από την αγαθότητά Του. Ας μάθουμε ότι δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του ίδιου του Θεού που μας έπλασε. 
Ας τιμήσουμε το Αρχέτυπο. Ας μην προσβάλουμε την εικόνα του Θεού, σύμφωνα με την οποία πλαστήκαμε. Ποιος από εκείνους, που θέλουν να ζωγραφίσουν την εικόνα του βασιλιά, τολμάει να χρησιμοποιήσει φτηνό και άχρηστο χρώμα και να προσβάλει το βασιλιά με κίνδυνο να τιμωρηθεί; Αντίθετα χρησιμοποιεί όλα τα πολύτιμα και λαμπρά χρώματα, που είναι αντάξια της εικόνας του βασιλιά. Πολλές φορές μάλιστα τοποθετεί στην εικόνα των βασιλιάδων φύλλα χρυσού και φροντίζει ν’ απεικονίζει, όσο είναι δυνατόν, όλα τα ενδύματα του βασιλιά, ώστε να περιέχει η εικόνα όλα τα βασιλικά χαρακτηριστικά και όποιος τη βλέπει να νομίζει ότι βλέπει τον ίδιο το βασιλιά, το ίδιο το Αρχέτυπο. Και τότε η εικόνα είναι πολύ όμορφη και λαμπρή. Και εμείς λοιπόν ας μην ατιμάσουμε το Αρχέτυπό μας. Δημιουργηθήκαμε «κατ’ εικόνα» του Θεού, ας φτιάξουμε την εικόνα μας καθαρή και έντιμη, αντάξια του Αρχέτυπου. Γιατί, αν τιμωρείται εκείνος που πρόσβαλε την εικόνα του βασιλιά, που είναι και αυτός άνθρωπος τι πρέπει να πάθουμε εμείς που καταφρονούμε τη θεία εικόνα που βρίσκεται μέσα μας, και όπως είπε ο Άγιος «δεν ξαναδίνουμε στην εικόνα του Θεού που έχουμε μέσα μας ολόκληρη την αρχική της δόξα;» Ας τιμήσουμε λοιπόν το Αρχέτυπο»; 
Ας μάθουμε του μυστηρίου τη δύναμη και για χάρη τίνος πέθανε ο Χριστός.

Η δύναμη του μυστηρίου του θανάτου του Χριστού είναι αυτή: Επειδή αφανίσαμε μέσα μας με την αμαρτία το «κατ’ εικόνα» και γι’ αυτό νεκρωθήκαμε, όπως λέει και ο Απόστολος, «με τα παραπτώματα και τις αμαρτίες» (Εφεσ. 2, 1), γι’ αυτό και ο Θεός - που μας έπλασε «κατ’ εικόνα» Του,- επειδή σπλαγχνίστηκε το πλάσμα και την ίδια την «εικόνα» Του έγινε για μας άνθρωπος, και καταδέχτηκε να υποστεί το θάνατο για χάρη όλων των ανθρώπων, για να επαναφέρει εμάς, τους νεκρωμένους στη ζωή, από την οποία ξεπέσαμε με την παράβαση της εντολής. Έτσι, αφού ανέβηκε και σταύρωσε πάνω στον άγιο σταυρό Του την αμαρτία, που εξαιτίας της βγήκαμε από τον παράδεισο, «αιχμαλώτισε την αιχμαλωσία μας» (Ψαλμ. 67, 19: Έφεσ. 4, 8). 
Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι από τότε που ο Αδάμ παρέβηκε την εντολή του Θεού, μας αιχμαλώτισε ο εχθρός και μας είχε υπόδουλους. Όταν λοιπόν οι ψυχές χωρίζονταν από τα σώματα των ανθρώπων πήγαιναν στον Άδη, επειδή ήταν κλεισμένος ο παράδεισος. Όταν όμως ο Χριστός ανέβηκε στο ύψος του αγίου και ζωοποιού σταυρού, μας λύτρωσε με το ίδιο Του το Αίμα, από τη σκλαβιά που μας είχε δεμένους ο εχθρός μας, ο διάβολος, εξαιτίας της παραβάσεως της εντολής. Δηλαδή, μας άρπαξε πάλι από τα χέρια του εχθρού και, κατά κάποιο τρόπο μας πήρε από την πρώτη σκλαβιά στη δική Του δουλεία, αφού νίκησε και κατατρόπωσε το διάβολο, που μας είχε πριν σκλαβώσει. Γι’ αυτό λέγεται «αιχμαλώτισε αιχμαλωσία». Αυτή είναι η δύναμη του μυστηρίου. Γι’ αυτό ο Χριστός πέθανε για χάρη μας, για να ξαναφέρει στη ζωή εμάς, που είχαμε απονεκρωθεί, όπως είπε ο Άγιος. Λυτρωθήκαμε λοιπόν από τον Άδη με τη φιλανθρωπία του Χριστού και τώρα είναι πια στο χέρι μας να γυρίσουμε στον Παράδεισο. Γιατί δεν μας τυραννάει πια, ούτε μας έχει δούλους όπως πρώτα ο εχθρός. 
Μόνο ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, και ας φυλάξουμε τους εαυτούς μας από την έμπρακτη αμαρτία. Γιατί, όπως πολλές φορές σας είπα, κάθε αμαρτία, που γίνεται έμπρακτα, μας ξανακάνει υπόδουλους στον εχθρό, επειδή με τη θέλησή μας παραδίνουμε και υποδουλώνουμε τους εαυτούς μας. Γιατί δεν είναι, αλήθεια, ντροπή και μεγάλη ταλαιπωρία, αφού ο Χριστός μας λύτρωσε από τον Άδη με το πανάγιο Αίμα Του και αφού τ’ ακούμε όλα αυτά, να ξαναγυρίσουμε και να ρίξουμε πάλι τους εαυτούς μας στον Άδη; Άραγε, δεν είμαστε τότε άξιοι για πιο χειρότερη και ελεινότερη κόλαση; Ο φιλάνθρωπος Θεός ας μας ελεήσει και ας μας δώσει πνευματική αγρύπνια για να έρθουμε σε συναίσθηση, να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας και να βρούμε λίγο έλεος την ημέρα της κρίσεως. 
Αββά Δωροθέου “Έργα Ασκητικά”, Εκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Δημοφιλείς αναρτήσεις