Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Πεντηκοστή: Το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Πράξεων τῶν Ἀποστόλων
 2:1-11

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  της Πεντηκοστής

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 - εδώ 

Η αγάπη του Θεού, επειδή είναι μυστήριο, είναι ακατανόητη και ακατάληπτη. Απλώς ο άνθρωπος μπορεί να την καταλάβει μερικώς και αποσπασματικώς, μέχρι εκεί που αντέχει ο άνθρωπος. Η σημερινή γιορτή είναι ακριβώς το όριο της απαντοχής του ανθρώπου για να καταλάβει την αγάπη του Θεού. Ο Θεός με το γεγονός της Πεντηκοστής, της αποστολής του Αγίου Πνεύματος, σφραγίζει όλο το έργο της Θείας Οικονομίας. Από τότε που ο άνθρωπος έπεσε, ο Θεός ετοίμαζε τον άνθρωπο γι’ αυτή τη μέρα, για να μπορεί ακριβώς να πάρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και να ανέλθει στο ύψος του Ουρανού και να μπορεί κι αυτός να γίνει Θεός. Και έτσι λοιπόν, αυτή η μέρα ακριβώς, που είναι το αποκορύφωμα του έργου της Θείας Οικονομίας και το σφράγισμά της, είναι και το όριο της ανθρώπινης κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Ο Θεός ό,τι κάνει το κάνει για να το ζήσουμε εμείς. Κοιτάξτε τι γίνεται στην Πεντηκοστή. Κατεβαίνει το Άγιο το Πνεύμα και κατεβαίνει, θα έλεγα, με κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες προϋποθέσεις αφορούν εμάς. Και αν εμείς αυτές τις προϋποθέσεις τις βάλουμε στη ζωή μας, τότε φτάνουμε σε αυτό το όριο, το πιο ακραίο σημείο τού να καταλάβουμε την αγάπη του Θεού. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις που αφορούν εμάς; Εμείς είμαστε πεπερασμένοι και έχουμε όρια, γι’ αυτό έχουμε προϋποθέσεις. Ο Θεός δεν έχει προϋποθέσεις, επειδή είναι απέραντος και αιώνιος. Και εμείς αν ζήσουμε σαν κι Αυτόν, θα γίνουμε χωρίς προϋποθέσεις. Αλλά να ποιες είναι  οι προϋποθέσεις τώρα, για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο σημείο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού.

Το κείμενο το αποστολικό, που ακούσαμε πριν από λίγο, τις διάγραφε αδρά και πεντακάθαρα. Να ποιες ήταν. Οι Απόστολοι ήτανε, λέει, συνηγμένοι «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Αυτές είναι οι πρώτες προϋποθέσεις. Προσέξτε το «ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Θα νόμιζε κάποιος που ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που γράφει το κείμενο των Πράξεων, λέει το ίδιο πράγμα. Αλλά δεν είναι το ίδιο το πράγμα. Το «ἐπὶ τὸ αὐτό» σημαίνει ήταν μαζεμένοι σ’ έναν τόπο, δηλαδή, άντεχαν ο ένας να βλέπει τον άλλο και άντεχαν ο ένας να ζει μαζί με τον άλλο. Αλλά ούτε αυτό θα ήταν αρκετό, η τοπική τους σύναξη, αν δεν είχαν και το «ὁμοθυμαδὸν». Δηλαδή, είχαν κάτι πολύ βαθύ, βλέπετε, το θυμικό είναι το «ὁμοθυμαδὸν», κάτι πολύ βαθύ στον άνθρωπο, και το «ὁμοῦ». Είχανε μια κοινότητα ζωής που δεν έπαυε να τους κάνει να έχουνε και διαφορετικές σκέψεις. Αλλά ένα πράγμα ήταν για αυτούς σπουδαίο: να πορεύονται προς τον Χριστό, και μέσα από εκεί, μπορούσαν να έχουν ποικίλες σκέψεις. Δεν ήταν δηλαδή ρομπότ που δεν σκεφτόταν διαφορετικά, όλοι είχαν τον χαρακτήρα τους, και όμως είχαν το «ὁμοθυμαδὸν». Όλοι ένα πράγμα επιδίωκαν. Γιατί καθόντουσαν εκεί; τι περίμεναν; Κάτι που τους είχε πει ο Χριστός: «Θα σας στείλω την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος». Ό,τι λοιπόν σκέψεις και να ’χανε, όποιες προσωπικότητες και να ’χανε, αυτό τους χαρακτήριζε και αυτό τους έκανε να έχουν κοινό θυμικό, δηλαδή κοινό εσωτερικό κόσμο, που δεν καταργούσε τα χαρίσματά τους, αλλά τους έκανε να ’χουνε ενότητα ζωής.

Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις για να μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το ακρότατο όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Να έχουμε κοινό θυμικό, να έχουμε κοινές προοπτικές όλοι μας, που αν έχουμε κοινές προοπτικές, ποτέ δεν μπορεί να διαταραχθεί η ενότητα. Η ενότητα θα διαταράσσεται, όταν έχουμε άλλες προοπτικές. Μια Εκκλησία ή Χριστιανοί που δεν έχουν ενότητα δηλώνουνε που δεν πιστεύουν στον Χριστό και στην κοινή προοπτική που μας ανοίγει: το «ὁμοθυμαδὸν»  αλλά και «ἐπὶ τὸ αὐτό». Όχι μια θεωρητική σχέση με τον Χριστό, όχι είμαστε κάπου όλοι στον τόπο μας, στα κελιά μας κρυμμένοι και Σε σκεπτόμαστε, είμαστε και «ἐπὶ τὸ αὐτό»! Ο ένας αντέχει να ζήσει τον άλλον. Μέσα εδώ θα βρείτε μετά την παράδοση της Εκκλησίας μας, που καλλιέργησε την έννοια του κοινοβίου, την έννοια της συνάξεως, την έννοια της λειτουργικής συνάξεως, την έννοια του σώματος που είναι παρόν και βλέπεται ο ένας με τον άλλον. Να λοιπόν οι πρώτες βασικές προϋποθέσεις, για να φτάσουμε σε αυτό το όριο της κατανοήσεως της αγάπης του Θεού. Και αν τις έχουμε, τότε η αγάπη του Θεού, μέσα από μας, γίνεται πράξη, και τότε καταλαβαίνουμε την αγάπη του Θεού. Αλλιώς δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, απλώς την ψάχνουμε με το μυαλό μας και δεν μπορούμε ποτέ να την «πιάσουμε» με την καρδιά μας. Να λοιπόν πώς καλλιεργείται η καρδιά: με το ὁμοθυμαδὸν»  και «ἐπὶ τὸ αὐτό».  

Και όμως οι προϋποθέσεις συνεχίζονται. Το Άγιο το Πνεύμα έρχεται ως «βιαία φερομένη πνοή». Έρχεται με μια βία μέσα –  που τι σημαίνει αυτό; Το Άγιο το Πνεύμα έχει βία; Μα φυσικά έχει βία. Τι σημαίνει αυτή η βία; Θέλει να συνταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου. Αλλά είναι μια βία η οποία δεν έρχεται να σε δείρει, να σε χτυπήσει, να σε εξαφανίσει. Μπαίνει μέσα, με ένα δικό της τρόπο, απαλό μεν, αλλά βίαιο. Πώς μπορεί το απαλό να είναι βίαιο; Είναι βίαιο ακριβώς γιατί προκαλεί για μια άλλη στάση ζωής που μέχρι τώρα δεν ήταν κατανοητή. Και συνταράσσει τα μέχρι τότε δεδομένα του κόσμου – που σημαίνει το Άγιο το Πνεύμα δεν αφήνει τον κόσμο να λιμνάσει σε θεωρίες, απόψεις, σε τρόπους ζωής, που απλώς θα συντηρούν μια κατάσταση και απλώς θα γιατρεύουνε μικρο-καταστάσεις. Το Άγιο το Πνεύμα προτείνει μια ριζική αλλαγή! Αυτή είναι η βία Του!

Και οι Χριστιανοί με αυτόν τον τρόπο, όλοι οι Χριστιανοί, είναι βίαιοι, αλλά η βία τους έχει μέσα ένα άλλο ήθος. Έρχονται να συνταράξουνε τα λιμνάζοντα νερά του κόσμου που λένε «όλα καλά», όλα τα πάμε καλά, όλα συντηρούνται, μπορεί να είναι εντάξει, μπορεί να είναι ειρήνη, μπορεί να είναι ασφάλεια, μπορεί να είναι ρυθμοί αναπτύξεως, μπορεί να είναι ειρηνικές διαδικασίες, και όμως, λέει το Άγιο το Πνεύμα, οι Χριστιανοί σε αυτά δεν κολλάνε. Οι χριστιανοί πάνε παρακάτω και υπ’ αυτή την έννοια είναι βίαιοι γιατί προκαλούν, είναι προκλητικοί, για να αλλάξει κάτι βαθύτερο.

Οι Χριστιανοί δεν μπορούν να παίξουν το παιχνίδι τού να συντηρούνε τα πράγματα του κόσμου όπως είναι: την ψεύτικη ειρήνη του, την ψεύτικη ενότητά του. Είναι βίαιοι. Αλλά αυτή η βία πώς έρχεται; Όχι με τρόπους που θέλει ο κόσμος· έρχονται οι ίδιοι να δώσουν μια ισχυρή απάντηση σε εκείνα που προτείνει ο κόσμος, με τη ζωή τους, γιατί ακριβώς είναι  «ὁμοθυμαδὸν», είναι «ἐπὶ τὸ αὐτό», και έτσι είναι βίαιοι και δεν κάνουν με τίποτε πίσω. Η βία τους είναι αγαπητική μεν αλλά είναι βία. Αλίμονο αν οι Χριστιανοί δεν είχαν αυτή τη βία, και αλίμονο αν οι Χριστιανοί πλανηθούν και, για να καταξιώσουν τη ζωή τους, να αποκτήσουν τα μέτρα της βίας του κόσμου και των φωνασκιών του κόσμου. Η βία που προτείνει το Άγιο το Πνεύμα τους είναι απείρως μεγαλύτερη από όλες τις βίες και τις δυνάμεις του κόσμου. Απλώς πολλές φορές τα μεγέθη του κόσμου φάνηκαν να καταλαμβάνουν τον Χριστιανισμό, γιατί εμείς δεν αξιοποιήσαμε τη βία του Αγίου Πνεύματος, γιατί πουληθήκαμε στο ήθος του κόσμου, γιατί δεν είχαμε ήθος πάνω μας. Κάθε φορά που φοβόμαστε τα πράγματα του κόσμου και συμβιβαζόμαστε, τα συντηρούμε και δεν αξιοποιούμε τη χάρη του Άγιου Πνεύματος που προτείνει μια άλλη βία. Να λοιπόν η μεγάλη προϋπόθεση η επόμενη.

Και μια ακόμη μεγάλη προϋπόθεση, μετά: έρχεται το Άγιο το Πνεύμα και κάθεται πάνω σε κάθε μαθητή, γίνεται προσωπικό γεγονός ενώ είναι κοινό γεγονός, είναι όλης της Εκκλησίας, είναι [και] προσωπικό γεγονός. Ο καθένας ζει μέσα από αυτές τις προϋποθέσεις που βάζει στη ζωή του το  «ὁμοθυμαδὸν», το  «ἐπὶ τὸ αὐτό», το «βίαιον», ζει τη χάρη του Άγιου Πνεύματος προσωπικά – που σημαίνει αυτό το «προσωπικά»: έχει έναν προσωπικό αγιασμό ο οποίος όμως ωφελεί τον κόσμο, είναι προσωπικός ο αγιασμός του, προσωπική η βίωσή του, αλλά την ίδια ώρα αυτό γίνεται δωρεά για τον κόσμο. Ααυτοί είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που παίρνουν αυτή τη δωρεά και την εκχέουν απλόχερα στη ζωή του κόσμου, δηλαδή ό,τι κάνουνε το κάνουνε για να ζήσει ο κόσμος· όπως ο Θεός ό,τι έκανε το έκανε για να ζήσει ο κόσμος. Και τότε κανείς από τον γύρω κόσμο δεν καταλαβαίνει πώς αυτοί έζησαν το «ὁμοθυμαδὸν», πώς έζησαν «ἐπὶ τὸ αὐτό», πώς έζησαν τη «βία». Γεύονται πάνω τους την αγάπη των Αγίων, και τότε γι’ αυτούς είναι μια γεύση Παραδείσου και Ουρανού. Αρκεί να μπορούν και αυτοί να ανοίξουν τα μάτια τους.

Και τότε οι Άγιοι, επειδή έζησαν προσωπικά τον Θεό και είναι προσωπικό τους γεγονός, που κανείς δεν μπορεί να τους το πάρει, κανείς δεν μπορεί να το παραχαράξει, γίνονται ευεργέτες του κόσμου. Και τότε γίνεται κατανοητό, γι’ αυτούς και για τη ζωή του κόσμου, το τι είναι η αγάπη του Θεού. Και έτσι μετριέται η αγάπη του Θεού: μέσα από το γεγονός της Πεντηκοστής, της κοινωνίας του κόσμου και της προσωπικής μας Πεντηκοστής. Η Πεντηκοστή έχει λοιπόν διπλό χαρακτήρα: καταυγάζει την ενότητα του κόσμου και την ίδια ώρα αναδεικνύει τους Αγίους. Και αυτή είναι η προοπτική της ζωής μας, της εδώ της οριζόντιας, και της κάθετης προς τον Ουρανό. Ενότητα εν τω Χριστώ μέσα από το «ὁμοθυμαδὸν» και το «ἐπὶ τὸ αὐτό»,  μέσα από τη «βία», που μίλησα πριν από λίγο, μέσα από την προσωπική βίωση. Και έτσι ο κόσμος γίνεται ενότητα –  και έχουμε ευθύνη για την ενότητα του κόσμου – και την ίδια ώρα αγιασμός και προσωπική άνοδος προς τον Χριστό. Να λοιπόν γιατί είπα στην αρχή πως τώρα που καλύπτεται το ακατανόητο μυστήριο της αγάπης του Θεού – και μόνο έτσι και όχι αλλιώς – μπορούμε να το «πιάσουμε», όσο αντέχει ο ανθρώπινος νους.

Η μέρα της Πεντηκοστής, μια μέρα που προκαλείται ο κάθε Χριστιανός να βάλει τον εαυτό του για δύο πράγματα: να λειτουργήσει την ενότητα του κόσμου και να λειτουργήσει την προσωπική του αγιότητα. Και τα δυο θα ξεχυθούν σαν δυναμικές προτάσεις ζωής στον κόσμο. Η ενότητα του κόσμου θα κάνει τον κόσμο να ξεπεράσει τους διχασμούς. Και ο προσωπικός του αγιασμός θα εμφανίσει την αγάπη του Θεού πάνω στον κόσμο. Αν έχουμε κάποιον άλλο σκοπό στη ζωή μας που είναι πάνω από αυτό, ας το βρούμε… Δεν έχουμε τίποτε, παρά μόνο αυτό! Και η ζωή μας τώρα υπάρχει γιατί υπάρχει η Πεντηκοστή, γιατί υπάρχει η Εκκλησία, και άλλο τίποτε δεν υπάρχει παρά μόνο αυτό. Χωρίς αυτό, όλα τα άλλα είναι σκύβαλα και όλα τα άλλα είναι σκουπίδια: να λοιπόν, η αγάπη του Θεού να αποκαλύπτεται και εμείς να παραμένουμε κοιμισμένοι μπροστά της.

Να ευχηθούμε αυτή η Πεντηκοστή να αποτελέσει ένα πιθανώς καινούργιο έναυσμα. Για μια δυναμική στάση μπρος στα πράγματα του κόσμου. Για μια στάση η οποία θα δώσει ηχηρές απαντήσεις, χαστούκια πραγματικά, βία ακατανόητη για τον κόσμο.  Αν οι χριστιανοί είμαστε αληθινοί και αν κάτι ακόμη νομίζουμε ότι έμεινε να πούμε στον κόσμο.

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Κυριακή της Πεντηκοστής



Την όγδοη Κυριακή από το Πάσχα εορτάζουμε την αγία Πεντηκοστή.

Και αυτή την εορτή την έχουμε παραλάβει από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Γιατί όπως ακριβώς οι Εβραίοι εορτάζουν την Πεντηκοστή, τιμώντας τον αριθμό επτά και διότι πενήντα ημέρες μετά το Πάσχα (τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας) έλαβαν τον Νόμο, έτσι κι εμείς, μετά το Πάσχα, αφού εορτάσουμε πενήντα ημέρες, λαμβάνουμε το πανάγιο Πνεύμα, το οποίο νομοθετεί και οδηγεί σε όλη την αλήθεια και διατάσσει τα αρεστά στον Θεό. 
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι είχαν τρεις εορτές, το Πάσχα, την Πεντηκοστή και τη Σκηνοπηγία. 
Το Πάσχα το έκαναν σε ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας -η λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση- και αυτή η εορτή προτύπωνε τη δική μας διάβαση από τη σκοτεινή αμαρτία και την επάνοδό μας στον Παράδεισο. 
Την Πεντηκοστή την εόρταζαν σε ανάμνηση της κακοπάθειάς τους στην έρημο και του ότι μέσα από πολλές θλίψεις μπήκαν στη γη της επαγγελίας, οπότε και απόλαυσαν τους καρπούς, το σιτάρι και το κρασί. Και η εορτή αυτή προτύπωνε τη δική μας ταλαιπωρία από την απιστία και την είσοδό μας στην Εκκλησία, γιατί τότε κι εμείς μεταλαμβάνουμε του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου. 
Άλλοι λοιπόν λένε ότι την Πεντηκοστή οι Εβραίοι την εορτάζουν γι’ αυτή την αιτία. Άλλοι ότι για να τιμήσουν τις πενήντα μέρες, κατά τις οποίες αφού νήστεψε ο Μωϋσής, δέχθηκε τον θεόγραφο Νόμο, και συγχρόνως για να θυμούνται και τη θυσία στον χρυσό μόσχο και τα άλλα όσα έκανε ο Μωυσής όταν ανέβηκε στο όρος και μετά κατέβηκε. Άλλοι πάλι νομίζουν ότι η Πεντηκοστή επινοήθηκε στους Εβραίους για την τιμή του αριθμού επτά, όπως είπαμε· γιατί επτά επί επτά κάνει πενήντα μέρες παρά μία. 
Και η τιμή της Πεντηκοστής δεν ήταν μόνο για τις ημέρες αλλά και για τα έτη· γιατί μετά από επτά επί επτά έτη ερχόταν το Ιωβηλαίο (το πεντηκοστό), κατά τη διάρκεια του οποίου άφηναν τη γη χωρίς σπορά, παρείχαν άνεση στα ζώα και άφηναν ελεύθερους τους αγορασμένους δούλους τους. 
Τρίτη εορτή των Εβραίων ήταν η Σκηνοπηγία, η οποία εορταζόταν μετά τη συγκομιδή των καρπών, δηλαδή πέντε μήνες μετά την εορτή του Πάσχα. 
Αυτή η εορτή γινόταν σε ανάμνηση της ημέρας κατά την οποία ο Μωυσής έστησε για πρώτη φορά τη Σκηνή, την οποία είδε μέσα σε νεφέλη στο όρος Σινά και στη συνέχεια την κατασκεύασε ο αρχιτέκτονας Βεσελεήλ. Έτσι και οι Εβραίοι έκαναν σκηνές και εόρταζαν μένοντας στους αγρούς και έκαναν τη συγκομιδή των κόπων τους ευχαριστώντας τον Θεό. 
Αυτή η εορτή ήταν προτύπωση της δικής μας ανάστασης από τους νεκρούς, τότε που τά σώματά μας, που σαν σκηνές διαλύθηκαν (με τον θάνατο), θα ξαναστηθούν και θα απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων μας, πανηγυρίζοντας στις αιώνιες σκηνές. 
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ημέρα αυτή της Πεντηκοστής ήρθε το Πνεύμα το άγιο στους Μαθητές. Επειδή όμως οι άγιοι πατέρες θεώρησαν σωστό να χωρίσουν τις δυο εορτές, για το μεγαλείο του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος, διότι είναι ένα από τα πρόσωπα της αγίας και ζωαρχικής Τριάδος, έτσι και εμείς αύριο θα πούμε πώς ήρθε το Πνεύμα το άγιο.

Με τις πρεσβείες των αγίων Αποστόλων, Χριστέ ο Θεός μας, ελέησέ μας. Αμήν.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου. 
ΚΑΤΑ τὸ Σάββατον τοῦτο, ὅπερ προηγεῖται τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, ἐθέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἵνα ἐπιτελῶμεν μνήμην πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων ἀνθρώπων, καθὼς τοῦτο διέταξαν νὰ γίνεται καὶ κατὰ τὸ Σάββατον πρὸ τῶν Ἀπόκρεως. Προσέταξαν δὲ τοῦτο ὑπὸ φιλανθρωπίας κινούμενοι, ἵνα καὶ ὅσοι δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν δὲν ἔτυχον τῶν κατὰ μέρος συνήθων μνημοσύνων συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰ κοινὰ ταῦτα. Ταύτην δὲ τὴν περὶ τῶν μνημοσύνων διάταξιν παρέλαβον οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κατὰ παράδοσιν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, οἵτινες ἐδίδασκον «ὅτι τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γινόμενα μεγάλην προξενοῦσιν ὠφέλειαν εἰς αὐτούς», καθὼς τοῦτο φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν (Βιβλ. η’, Κεφ. μβ’ 42). Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ διατὶ ἐπιτελοῦμεν τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνα· διετάχθη δὲ παρὰ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἵνα ταῦτα ἐπιτελοῦμεν καὶ κατὰ τὴν σήμερον, ἐπειδὴ αὔριον μέλλομεν νὰ ὑποδεχθῶμεν τὸ Πανάγιον Πνεῦμα καὶ ἐπειδὴ ἐκτενῶς ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς Κύριον δεόμεθα ἵνα καταπέμψῃ καὶ ἡμῖν τὸ Πανάγιον Αὐτοῦ Πνεῦμα καὶ φωτίζῃ καὶ στηρίζῃ ἡμᾶς εἰς τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν τήρησιν τῶν ἐντολῶν καὶ καθοδηγῆ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς αἰωνίου ζωῆς, οὕτω καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐκτενῶς δεόμεθα ἵνα ἀναπαύσῃ αὐτοὺς εἰς τὰ σκηνώματα Αὐτοῦ τὰ ἀγαπητὰ καὶ παμπόθητα. Τοῦτο δὲ πράττοντες ἀφ’ ἐνὸς μὲν δεικνύομεν τὴν φιλοπατρίαν καὶ φιλαδελφίαν ἡμῶν πρὸς τοὺς κεκοιμημένους πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς αἴσθησιν ἐρχόμεθα τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου τούτου καὶ μεγίστην προσποριζόμεθα τὴν ὠφέλειαν ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἐγείρει περισσότερον τοὺς ραθύμους εἰς μετάνοιαν ὅσον ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τίποτε ἄλλο δὲν φέρει περισσότερον εἰς ἡμᾶς τὴν μνήμην τοῦ θανάτου ὅσον ἡ ἐνθύμησις τῶν φιλτάτων μας προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκοιμήθησαν τὸν αἰώνιον ὕπνον.

Περί μνήμης θανάτου

 
ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί μνήμης θανάτου 
1.Πρίν από κάθε λόγο προηγείται η σκέψις. Έτσι και η μνήμη του θανάτου και των αμαρτιών μας προηγείται από τα δάκρυα και το πένθος. Διά τούτο και τα ετοποθετήσαμε στην φυσική τους θέσι και σειρά του λόγου. 
2.Η μνήμη του θανάτου είναι καθημερινός θάνατος. Και η μνήμη της εξόδου μας από την ζωή αυτή, είναι συνεχής στεναγμός. 
3.Η δειλία του θανάτου είναι φυσικό ιδίωμα του ανθρώπου, το οποίον οφείλεται στην παρακοή του Αδάμ. Ο τρόμος όμως του θανάτου αποδεικνύει ότι υπάρχουν αμαρτίες για τις οποίες δεν εδείχθηκε μετάνοια. 
4.Δειλιάζει ο Χριστός εμπρός στον θάνατο, αλλά δεν τρέμει, για να δείξη καθαρά τα ιδιώματα των δύο Του φύσεων, (θείας και ανθρώπινης). 
5.Όπως ο άρτος είναι αναγκαιότερος από κάθε άλλη τροφή, έτσι και η σκέψις του θανάτου από κάθε άλλη πνευματική εργασία. 
6.Η μνήμη του θανάτου σ΄ αυτούς που ζουν στο Κοινόβιο δημιουργεί κόπους, λεπτολόγησι των αμαρτιών τους και γλυκειά υποδοχή των «ατιμιών». Ενώ στους ησυχαστάς πού ζούν μακρυά από θορύβους προξενεί απελευθέρωσι από βιοτικές φροντίδες, αδιάλειπτη προσευχή και φυλακή του νου - αρετές πού είναι και μητέρες και θυγατέρες της μνήμης του θανάτου. 
7.Όπως ξεχωρίζει ο κασσίτερος από το ασήμι, όσο και αν ομοιάζουν εξωτερικά, έτσι είναι καταφανής και έκδηλη στους διακριτικούς η φυσική από την παρά φύσιν δειλία του θανάτου. 
8.Αληθής απόδειξις εκείνων πού με όλη τους την καρδιά συναισθάνονται και ενθυμούνται τον θάνατο είναι η θεληματική απροσπάθεια προς κάθε κτίσμα και η τελεία απάρνησις του ιδίου θελήματος. 
Εκείνος πού καθημερινά περιμένει τον θάνατο είναι οπωσδήποτε δόκιμος και σπουδαίος αγωνιστής. Ενώ εκείνος πού τον επιθυμεί κάθε ώρα είναι άγιος. 
9.Δεν είναι πάντοτε καλή η επιθυμία του θανάτου. Υπάρχουν βέβαια εκείνου πού αμαρτάνουν συνεχώς παρασυρόμενοι από την κακή συνήθεια και οι οποίοι ζητούν με ταπείνωσι τον θάνατο (για να παύσουν πλέον να αμαρτάνουν). 
Υπάρχουν όμως και αυτοί πού δεν αποφασίζουν να μετανοήσουν και πού επικαλούνται τον θάνατο από απελπισία. 
Είναι ακόμη και εκείνοι πού έχουν την υπερήφανη ιδέα για τον εαυτό τους ότι έγιναν απαθείς, και άρα δεν φοβούνται πλέον τον ερχομό του θανάτου. 
Υπάρχουν τέλος και άλλοι -εάν βέβαια υπάρχουν τέτοιοι και στην εποχή μας- οι οποίοι επιζητούν να εκδημήσουν (προς Κύριον), διότι τους παρακινεί η μυστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. 
10. Μερικοί ευσεβείς έχουν την απορία και ζητούν να μάθουν, γιατί άραγε, αφού τόσο πολύ μας ευεργετεί η μνήμη του θανάτου, ο Θεός μας απέκρυψε την ώρα του, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο Θεός επιτυγχάνει θαυμάσια την σωτηρία μας! 
Διότι κανείς δεν θα προσερχόταν αμέσως στο βάπτισμα ή στην μοναχική πολιτεία, εάν εγνώριζε την ώρα του θανάτου του. Θα περνούσε όλες τις ημέρες της ζωής του μέσα στην αμαρτία και μόνο όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του θα έτρεχε προς το βάπτισμα και την μετάνοια. Εφ΄όσον όμως θα είχε ζυμωθή με την κακία, από την μακροχρόνιο συνήθεια, θα έμενε τελείως αδιόρθωτος. 
11.Όταν πενθής για τις αμαρτίες σου, μην ακούσης ποτέ τον «κύνα» εκείνον, ο οποίος σου παρουσιάζει τον Θεόν φιλάνθρωπο. Διότι ο σκοπός του είναι να βγάλη από μέσα σου το πένθος και τον «άφοβον φόβο» [1]. Μην τον ακούσης, παρά μόνο όταν τυχόν ιδής τον εαυτόν σου να παρασύρεται σε βαθειά απόγνωσι. 
12.Αυτός που θέλει να διατηρή πάντοτε μέσα του την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως του Θεού, ενώ συγχρόνως αφίνει τον εαυτό του να περισπάται σε φροντίδες και μέριμνες υλικές, ομοιάζει με εκείνον πού ενώ κολυμβά, θέλει ταυτόχρονα να κτυπά παλαμάκια. 
13.Η ζωηρά μνήμη του θανάτου ολιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτωνται με ταπεινοσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη. 
14.Η αναλγησία (σκληρότης) της καρδιάς φέρνει πώρωσι στον νου, και τα πολλά φαγητά ξηραίνουν τις πηγές των δακρύων. Η δίψα και η αγρυπνία πιέζουν την καρδιά. Και όταν πιεσθή η καρδιά, εκπηδούν τα δάκρυα. 
15.Αυτά που είπαμε, στους γαστριμάργους φαίνονται σκληρά, ενώ στους οκνηρούς απίστευτα. Ο «πρακτικός» όμως άνθρωπος θα τα δοκιμάση και θα τα βρή με προθυμία. Αυτός πού θα τα βρή και θα τα γευθή, θα χαμογελάση ικανοποιημένος. Ενώ εκείνος πού ακόμη τα αναζητεί, θα σκυθρωπάση περισσότερο. 
16.Οι Πατέρες ορίζουν ότι η τελεία αγάπη είναι «άπτωτος», (διότι μας προστατεύει από κάθε πτώσι). Παρόμοια και εγώ ορίζω ότι η τελεία συναίσθησις του θανάτου είναι «άφοβος», (διότι μας απαλλάσσει από κάθε άλλο φόβο). 
17.Ο νους του «πρακτικού» μπορεί να ασκή πολλών ειδών εργασίες. Να σκέπτεται δηλαδή την αγάπη προς τον Θεόν, να ενθυμήται τόν Θεόν, να ενθυμήται την ουράνιο βασιλεία, να ενθυμήται τον ζήλο των Μαρτύρων, να ενθυμήται ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, όπως ο Ψαλμωδός πού έλεγε, «προωρώμην τον Κύριον» κλπ.(Ψαλμ.ιε΄ 8). Να ενθυμήται ακόμη τους αγίους αγγέλους, τον χωρισμό της ψυχής του από το σώμα, την συνάντησι με τα τελώνια του αέρος, την απόφασι του Κριτού, την κόλασι. 
Από μεγάλες εργασίες αρχίσαμε, (όπως είναι η αγάπη του Θεού), και καταλήξαμε σ΄αυτές που μας προστατεύουν από πτώσεις, (όπως είναι ο φόβος της κολάσεως). 
18.Κάποια φορά ένα Αιγύπτιος μοναχός μού διηγήθηκε τα εξής: «Αφ΄ότου παγιώθηκε δυνατά μέσα στην καρδιά μου η μνήμη του θανάτου, (δεν είχα καθόλου όρεξι για φαγητό). Και κάποτε πού χρειάσθηκε να παρηγορήσω λίγο το πήλινο σώμα μου,. Η μνήμη αυτή σαν δικαστής μού το απηγόρευσε. Και το πλέον αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρ΄όλο που προσεπάθησα, δεν κατόρθωσα να την αποδιώξω». 
19.Ένας άλλος πού ασκήτευε εδώ στην περιοχή που ονομάζεται Θολάς, πολλές φορές με την σκέψι του θανάτου εγινόταν εκτός εαυτού. Και σαν λιπόθυμο ή επιληπτικό τον ανεσήκωναν, αναίσθητο σχεδόν, οι εκεί ευρισκόμενοι αδελφοί. 
20.Δεν θα παραλείψω να σου παρουσιάσω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτου. Αυτός ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήση βαρύτατα και να φθάση στο σημείο, ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι απέθανε. 
Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγωμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να ομιλήση καθόλου με κανένα. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός εμπρός σε εκείνα πού είδε στην έκστασί του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφρασίς του. Και πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. 
Μόνο όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που εγνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέση ποτέ πλέον να αμαρτήση». Εμείς εθαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχη μεταμορφωθή τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωσι. Και αφού τον εθάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο πού ευρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιό του λείψανο, αλλά δεν τον ευρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος επληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, όλους εκείνους πού θα απεφάσιζαν να διορθωθούν, ύστερα και από πολλή ακόμη αμέλεια. 
21.Μερικοί θεωρούν ότι η θαλασσία άβυσσος δεν έχει όρια. Και την ονομάζουν περιοχή απύθμενον. Παρόμοια και η σκέψις του θανάτου δημιουργεί στην ψυχή τέτοια κατάστασι, ώστε και η αγνότης και η έν γένει πνευματική εργασία να παρουσιάζεται άφθαστος, (χωρίς τέρμα δηλαδή). Αυτό το επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος Όσιος. Όσοι τον μιμούνται, προσθέτουν φόβο στον φόβο, ακατάπαυστα, μέχρις ότου εξαντληθή και αυτή η δύναμις των οστών τους. 
22.Ας βεβαιωθούμε ότι και τούτο είναι δώρον Θεού, μέσα σε όλα τα αγαθά Του. Αρκεί να σκεφθούμε ότι πολλές φορές, αν και πλησιάζομε σε τάφους, είμαστε αδάκρυτοι και ασυγκίνητοι. Ενώ αντίθετα πολλές φορές, χωρίς να αντικρύζωμε κάτι παρόμοιο, κατανυσσόμεθα. 
23.Όποιος νεκρώθηκε για όλα τα γήϊνα, αυτός ενθυμείται τον θάνατο. Εκείνος όμως πού διατηρεί μαζί τους δεσμούς δεν ευκαιρεί για κάτι τέτοιο, αφού άλλωστε με την συμπεριφορά του γίνεται ο ίδιος εχθρός του εαυτού του. 
24.Μη θέλης να δείχνης σε όλους με λόγια την αγάπη σου, αλλά καλύτερα ζήτει από τον Θεόν να τους την φανερώση εκείνος με τρόπο μυστικό. Διαφορετικά δεν θα σου επαρκέση ο χρόνος και για συνομιλίες και για κατάνυξι. 
25.Μην απατάσαι, ανόητε εργάτη, ότι με τον επόμενο χρόνο θα αναπληρώσης τον χρόνο πού έχασες. Διότι και της κάθε ημέρας ο χρόνος δεν επαρκεί ώστε να εκπληρώσωμε όπως πρέπει τις καθημερινές μας υποχρεώσεις προς τον Δεσπότη. 
26.Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσωμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φιλόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». 
Βαθμίς έκτη! 
Όποιος την ανέβηκε, δεν πρόκειται πλέον να αμαρτήση, εφ΄ όσον ασφαλώς είναι αληθινός ο λόγος εκείνος της Γραφής: «Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).


Κλίμαξ
του
Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι...

 

Ἦχος πλ. δ´. 
Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.

Ἦχος πλ. δ´.
Θρηνῶ καὶ κλαίω ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατο καὶ δῶ στοὺς τάφους τὴν δική μας ὡραιότητα ποὺ πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, χωρὶς μορφή, χωρὶς δόξα, χωρὶς εἶδος. Πόσο μεγάλο θαῦμα. Διότι ἔγινε γιὰ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ μυστήριο; Πῶς παραδοθήκαμε στὴν φθορὰ καὶ συζευχθήκαμε μὲ τὸν θάνατο. Ἀλήθεια αὐτὸ ἔγινε μὲ πρόσταγμα Θεοῦ, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, ὁ ὁποῖος παρέχει στοὺς μεταστάντας τὴν ἀνάπαυση.

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΔΩ 

ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


Ο Θρήνος της Κωνσταντινούπολης είναι ένα πεζό κείμενο, ανώνυμου συγγραφέα που αφορά την άλωση της Πόλης. Ο χρόνος της συγγραφής του τοποθετείται μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Η γλώσσα του είναι ένας συνδυασμός από δημώδη και αρχαΐζοντα στοιχεία.

Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γεγονός ότι διασώζει μια παράδοση για τον αυτοκράτορα, που δεν είναι γνωστή από αλλού και αναφέρεται σε μια συνάντηση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου με την Παναγία μέσα στο ναό της. Ο ναός δεν κατονομάζεται, αλλά μπορεί να υποτεθεί ότι είναι η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών. Η Παναγία περίλυπη, επειδή η Πόλη πάσχει, θυμίζει στο βασιλιά ότι πολλές φορές στο παρελθόν μεσίτευσε στο Θεό για να σωθεί η πόλη από επιδρομείς. Όμως, αυτή τη φορά η απόφαση του Θεού είναι αμετάκλητη. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται έρχονται ως επακόλουθο των αμαρτιών του λαού και δεν είναι εφικτό να ανατραπούν. Προτρέπει, λοιπόν, τον αυτοκράτορα να παραδώσει το στέμμα της βασιλείας του για να το φυλάει η ίδια, μέχρι να έλθει άλλος ηγέτης να το παραλάβει. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος υπακούει και καταθέτει το στέμμα και το σκήπτρο του πάνω στην Αγία Τράπεζα. Με δάκρυα ομολογεί την προσωπική του ευθύνη για αυτά που υφίσταται η Πόλη και αποφασίζει να αγωνιστεί μέχρι θανάτου για την υπεράσπισή της. Η μορφή της Παναγίας και των αγγέλων της εξαφανίζονται. Παράλληλα, εξαφανίζονται το στέμμα και το σκήπτρο, τα οποία θα τα φυλάει η Θεοτόκος, μέχρι να παραδοθούν σε κάποιον μελλοντικό βασιλιά.

Το κείμενο κλείνει με την περιγραφή του θανάτου του βασιλιά. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του δόθηκε στον σουλτάνο. Σε όλες τις περιγραφές των τελευταίων στιγμών του αυτοκράτορα υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι πολέμησε ως απλός στρατιώτης, όπως συμβαίνει και στο παρόν κείμενο. Σε άλλες αναφέρεται ότι ο βασιλιάς σκοτώθηκε, αλλά δεν ήταν εύκολη η αναγνώρισή του. Το γεγονός ότι δεν είναι με σαφήνεια γνωστό τί απέγινε, αποτέλεσε αφορμή για να διαμορφωθούν διάφοροι θρύλοι, ότι δηλαδή κοιμάται και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα ξυπνήσει για να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Ο λαός, που συγκλονίστηκε ύστερα από την Άλωση, αρεσκόταν να πιστεύει σε τέτοιου είδους δοξασίες, ώστε να διατηρείται ζωντανή η ελπίδα του για την ανακατάληψη της Πόλης.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

δὲ ἐλεεινὸς βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, καθὼς ἐμπῆκαν οἱ Τοῦρκοι τὸ μέρος τοῦ Ἀγίου Ῥωμανοῦ, ἐπεριπάτει ἀπὸ τὰ τείχη καὶ ἔβλεπε διὰ τοὺς ἐχθρούς. Εἶχε καὶ μετ’ αὐτοῦ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας καὶ πρὸς τὸ δεξιὸν μέρος ἦτον ἕνας ναός τῆς Ὑπεραγίας, καὶ θεωρεῖ ὁ βασιλεὺς μίαν βασίλισσαν ὁποῦ ἔρχονταν ἀπὸ ἔξω μὲ πολλοὺς εὐνούχους καὶ ἐμπῆκε μέσα εἰς τὸν ναόν. Ὑπῆγε γοῦν καὶ ὁ βασιλεὺς μὲ τοὺς ἄρχοντας νὰ ἰδοῦν τι βασίλισσα ἦτον ἐκείνη ὁποῦ ἐμπῆκεν εἰς τὸν ναὸν ἐκεῖνον, καὶ ἐμπῆκαν μέσα. Ἡ δὲ βασίλισσα ἄνοιξε τὴν ὡραίαν πύλην καὶ ἐμπῆκε μέσα, καὶ ἐκάθησεν εἰς τὸ ἱερὸν σύνθρονον καὶ ἔδειξε σχῆμα λυπητικόν. Τότε ἄνοιξε τὸ ὑπεράγιον αὐτῆς στόμα καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα· 
«φόντις μοῦ ἐπαράδοσαν ταύτην τὴν ταλαίπωρον Πόλιν, πολλαῖς φοραῖς τὴν ἐγλύτωσα ἀπὸ ὀργαῖς θεϊκαῖς· ἀλλὰ καὶ τώρα ἐπαρακάλεσα τὸν υἱόν μου καὶ θεὸν, καὶ ὅμως ἔγινε ἀπόφασις, ὅτι νὰ παραδοθῆτε εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀλλοτρίων, διότι αἱ ἀμαρτίαι τοῦ λαοῦ ἄναψαν τὸν θυμὸν τοῦ θεοῦ. Καὶ λοιπὸν ἄφες τὸ στέμμα τῆς βασιλείας ἐδῶ νὰ τὸ φυλάγω, ἕως νὰ εὐδοκήσῃ ὁ θεὸς νὰ ἔλθῃ ἄλλος νὰ τὸ παραλάβῃ, καὶ σὺ ὕπαγε νὰ ἀποθάνῃς, ὅτι ἔτζι ὤρισεν ὁ θεός»
Καὶ ὡς ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς, ἔγινε περίλυπος, καὶ ἔβγαλε τὸ στέμμα τῆς βασιλείας καὶ τὸ σκῆπτρον ὁποῦ ἐβάστα εἰς τὸ χέρι, καὶ τὰ ἔβαλεν ἐπάνω εἰς τὴν ἁγίαν τράπεζαν· καὶ ἐστάθη μετὰ δακρύων καὶ εἶπεν· 
« δέσποινά μου, ἐπειδή διὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξεγυμνώθηκα τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας καὶ χάνω καὶ τὴν ζωήν μου, ἰδοὺ παραδίδωμι καὶ τὴν ψυχήν μου εἰς χεῖράς σου, καθώς σε ἐπαρέδωκα καὶ τὸ στέφος τῆς βασιλείας»
Τότε ἀπεκρίθη ἡ κυρία τῶν ἀγγέλων· 
«Κύριος ὁ θεὸς νὰ ἀναπαύσῃ τὴν ψυχήν σου μετὰ τῶν ἁγίων αὐτοῦ»
Ὁ δὲ βασιλεὺς ἔβαλε μετάνοιαν, καὶ ὑπῆγε νὰ φιλήσῃ τὸ γόνυ αὐτῆς, καὶ ἐκείνη ἔγινεν ἄφαντος μετὰ τῶν εὐνούχων, οἵτινες ἦσαν οἱ ἄγγελοι. Ἀλλὰ οὐδὲ τὸ στέμμα οὐδὲ τὸ σκῆπτρον εὑρέθησαν ἐκεῖ ὁποῦ τὸ ἄφησε, διότι τὸ ἐπῆρεν ἡ κυρία Θεοτόκος νὰ τὸ φυλάγῃ ἕως οὗ νὰ γένῃ ἔλεος εἰς τὸ ταλαίπωρον γένος τῶν Χριστιανῶν. Ταῦτα ἐξηγήθησάν τινες Χριστιανοὶ ὕστερον, παρόντες ἐκεῖ ὅπου εἶδαν τὸ θαῦμα. Τότε ἐβγῆκε ὁ βασιλεὺς γεγυμνωμένος τῆς βασιλείας, καὶ ὑπῆγε μετὰ τῶν ἀρχόντων αὐτοῦ, βλέποντες ἀπὸ τὰ τείχη τοὺς ἐχθρούς· καὶ ἐσύναξαν καὶ ἐσυναπαντήθη μὲ μερικοὺς Τούρκους, καὶ, δώσας πόλεμον μετ’ αὐτῶν, ἐνικήθη, καὶ ἔκοψαν αὐτὸν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ, καὶ ἤφεραν τὴν κεφαλὴν τοῦ ἐλεεινοῦ βασιλέως εἰς τὸν σουλτάνον καὶ ἐχάρη μεγάλως. 
cityculture.gr 
γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης*

*Ο Παναγιώτης Καμπάνης είναι Δρ. Αρχαιολόγος-Ιστορικός, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Για ένα πιάτο φακές...


VP VI 4,31 
Στην περιοχή των Κελλίων  υπήρχε ένας αδελφός που, όταν τελείωνε η Θεία Λειτουργία και ο ιερέας αποχαιρετούσε το εκκλησίασμα, περίμενε να βγουν όλοι οι μοναχοί από την εκκλησία για να τον καλέσουν σε δείπνο. Αλλά μια μέρα, μετά το τέλος της συνάξεως, βγήκε πριν από όλους και έτρεξε στο κελί του. 
Ο ιερέας που τον είδε να το κάνει αυτό, εξεπλάγη. Στο τέλος της εβδομάδας, ο αδελφός επέστρεψε και ο ιερέας του είπε: «Αδελφέ, πες μου την αλήθεια: Σε όλες τις άλλες συνάξεις έμενες ο τελευταίος. Γιατί λοιπόν βγήκες πριν από όλους την τελευταία φορά; » «Δεν ετοίμαζα το γεύμα μου», του είπε ο αδελφός, «και περίμενα να με καλέσει κάποιος για δείπνο. Αλλά στην τελευταία συνάξη, είχα μαγειρέψει λίγες φακές πριν πάω στην εκκλησία: γι' αυτό βγήκα πριν από όλους τους άλλους στο τέλος των Ιερών Μυστηρίων». 
Αφού άκουσε αυτή την απάντηση, ο ιερέας εξέδωσε αυτόν τον κανόνα στην εκκλησία:  
«Αδελφοί, πριν έρθετε στη συνάξη, μαγειρέψτε λίγο. Έτσι θα επιστρέψετε γρηγορότερα στα σπίτια σας».

Πόλη Κωνσταντινούπολη - Θρήνοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης

 


Πόλη Κωνσταντινούπολη - Θρήνοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης 
(V.A//Full Album//Official Audio) || Audio Release HQ © FM Records Released: 1995 
Το πάρσιμο της Πόλης, που αποτελούσε το κέντρο του Ελληνισμού, είχε βαθιά και οδυνηρή απήχηση στην ψυχή του λαού και θεωρήθηκε ως τραγικό σημάδι για τη μοίρα ολόκληρου του Έθνους. Ήταν επόμενο η λαϊκή μούσα και η λόγια ποίηση να θρηνήσουν την απώλεια, με ιδιαίτερα συγκινητικό τρόπο. Έτσι ο λαός, μέσα στα τραγικά χρόνια της σκλαβιάς, έβρισκε κάποια παρηγοριά για τα δεινά του. Τα ποιήματα αυτά, μερικά από τα οποία γράφτηκαν αμέσως μετά την Άλωση και άλλα πολύ αργότερα, αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο της λογοτεχνίας μας, κυρίως όμως ως ιστορική μαρτυρία για τις πληροφορίες και τις κρίσεις που περιέχουν. Το Εργαστήρι Παλαιάς Μουσικής ιδρύθηκε το 1980 από μια ομάδα νέων που τους ένωνε η αγάπη για τη μουσική του μεσαίωνα, της Αναγέννησης και της εποχής του Μπαρόκ. Στο χώρο της ελληνικής μουσικής δημιουργίας έχει αρχίσει εκτεταμένες έρευνες για την ανακάλυψη του αρχείου Ελλήνων συνθετών της διασποράς κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας με πολύ ικανοποιητικά μέχρι τώρα αποτελέσματα. 
Στη συλλογή «Εάλω η Πόλις» της FM RECORDS, το Εργαστήρι Παλαιάς Μουσικής αποτίει φόρο τιμής σε αυτούς τους μοναδικούς θρήνους για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΛΗΣ



ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΛΗΣ 
 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΗΣ


Το Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης είναι ένας θρήνος, ανώνυμου συγγραφέα, για την άλωση της Πόλης. Ο χρόνος της συγγραφής του τοποθετείται μετά το 1453. Είναι γραμμένο σε 118 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους και σε γλώσσα απλή, όμως με κάποιους αρχαϊσμούς και ιδιωματικά στοιχεία.

Ο συγκεκριμένος θρήνος, που είναι αρκετά πρώιμος και με ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, αρχίζει με την αναγγελία της είδησης της Άλωσης μέσα από το διάλογο δύο πλοίων που συναντώνται «στα μέρη της Τενέδου». Ο διάλογος αυτός αναδεικνύει τη συμβολή του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα στην υπεράσπιση της Πόλης.

Στην αφήγηση από το Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης περιλαμβάνονται τα λόγια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, που ζητά από τους Κρητικούς να του πάρουν το κεφάλι, ώστε να αποφύγει την εξευτελιστική θανάτωση από τους ίδιους τους Τούρκους. Κατόπιν ο ποιητής θρηνεί για τα τραγικά συμβάντα που έλαβαν χώρα στη Βασιλεύουσα, ενώ περιγράφει με ρεαλιστικό τρόπο τις λεηλασίες των Οθωμανών. Ακόμη, επικαλείται τον ουρανό και τη γη να αντιδράσουν στις ανομίες των κατακτητών.

Επίσης, γίνεται αναφορά στον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Ιουστινιανό, οι οποίοι ως ήλιοι έκαναν την Πόλη να λάμψει σαν τη σελήνη. Το ποίημα κλείνει με τη δυσοίωνη έλευση του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Όπως φαίνεται, σε αντίθεση με τους άλλους θρήνους, εδώ απουσιάζει η ανάλυση των αιτιών της πτώσης της Πόλης και η αναφορά στη δυνατότητα απολύτρωσής της σε μελλοντικό χρόνο.
Τοιχογραφία με παράσταση της άλωσης της Πόλης, Μολδαβία, Ι. Μονή της Μολντοβίτσα, 16ος αι.

 

Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης

Θρήνος, κλαυμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλην την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τίς το ’πεν; Τίς το μήνυσε; Πότε ’λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-«Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;»
-«Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα ǀ κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην∙
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν δε βαστώ, αμμέ μαντάτα φέρνω
κακά διά τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα:
Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην,
απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν».
-«Στάσου, καράβι, να χαρείς, πάλι να σε ρωτήσω:
Εκεί ’λαχε ο βασιλεύς, ο κύρης Κωνσταντίνος,
ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος,
ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων;»
-«Εκεί ’λαχεν ο Δράγασης ο κακομοιρασμένος.
Σαν είδεν τ’ άνομα σκυλιά κι εχάλασαν τους τοίχους
κι ετρέξασιν κι εμπήκασιν πεζοί και καβαλάροι
κι εκόπταν τους χριστιανούς ως χόρτο στο λιβάδιν,
βαριά βαριά ’ναστέναξεν μετά κλαυθμού και είπε:
«Ελέησον! Πράγμα το θωρούν τα δολερά μου μάτια!
Πώς έχω μάτια και θωρώ! Πώς έχω φως και βλέπω!
Πώς έχω νουν και πορπατώ στον άτυχον τον κόσμον!
Θωρώ, οι Τούρκοι ’νέβησαν εις την αγίαν Πόλην
και τώρα αφανίζουσιν εμέν και τον λαόν μου».
Εβίγλισεν ο ταπεινός δεξιά και αριστερά του∙
θωρεί, φεύγουν οι Κρητικοί, φεύγουν οι Γενουβήσοι·
φεύγουσιν οι Βενέτικοι κι εκείνος απομένει.
Ελάλησεν ο ταπεινός με τα καμένα χείλη:
-«Εσείς, παιδιά μου, φεύγετε, πάτε να γλυτωθείτε∙
κι εμέναν πού μ’ αφήνετε, τον κακομοιρασμένο;
Αφήνετέ με στα σκυλιά κι εις του θεριού το στόμα.
Κόψετε το κεφάλιν μου, χριστιανοί Ρωμαίοι∙
επάρετέ το, Κρητικοί, βαστάτε το στην Κρήτην
να το ιδούν οι Κρητικοί, να καρδιοπονέσουν,
να δείρουσι τα στήθη τους, να χύσουν μαύρα δάκρυα
και να με μακαρίσουσινǀ ότι ούλους τους αγάπουν∙
μηδέν με πιάσουν τα σκυλιά, μηδέν με κυριεύσουν·
– ότι ανελεήμονα των ασεβών τα σπλάχνα -,
μηδέν με πάν στον αμιρά , το σκύλον Μαχουμέτην,
με το θλιμμένον πρόσωπον, με τα θλιμμένα μάτια,
με την τρεμούραν την πολλήν, με τα καμένα χείλη·
και θέσει πόδαν άτακτο εις τον εμόν αυχένα·
– εις βασιλέως τράχηλον δεν πρέπει πους ανόμου -,
μη με ρωτήσ’ ο άνομος, να πει: “Πού ’ν’ ο Θεός σου;»,
να ρίσει ο σκύλος τα σκυλιά να με κακολογήσουν,
να παίξουσιν το στέμμα μου, να βρίσουν την τιμήν μου∙
απήν με βασανίσουσιν και τυραννίσουσίν με,
να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν,
να σκίσουν την καρδία μου, να φαν τα σωτικά μου,
να πιουν από το αίμα μου, να βάψουν τα σπατιά τους
και να καυχούντ’ οι άνομοι εις την απώλειάν μου».
Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε
κι έκτεινε τας ακτίνας σου σ’ όλην την οικουμένη·
κι εις την Κωσταντινόπολην, την πρώην φουμισμένην
να πιουν από το αίμα μου, να βάψουν τα σπατιά τους
και να καυχούντ’ οι άνομοι εις την απώλειάν μου».
Ήλιε μου, ανάτειλε παντού, σ’ ούλον τον κόσμον φέγγε
κι έκτεινε τας ακτίνας σου σ’ όλην την οικουμένη·
κι εις την Κωσταντινόπολην, την πρώην φουμισμένην
και τώρα την Τουρκόπολην, δεν πρέπει πιο να φέγγεις.
Αλλ’ ουδέ τας ακτίνας σου πρέπει εκεί να στέλλεις
να βλέπουν τ’ άνομα σκυλιά τες ανομιές να κάμνουν,
να ποίσου στάβλους εκκλησιές , να καίουν τας εικόνας,
να σχίζουν, να καταπατούν τα ’λόχρουσα βαγγέλια,
να καθυβρίζουν τους σταυρούς, να τους κατατσακίζουν,
να παίρνουσιν τ’ ασήμια τους και τα μαργαριτάρια
και των αγίων τα λείψανα τα μοσχομυρισμένα
να καίουν, ν’ αφανίζουσιν, στην θάλασσα να ρίπτουν,
να παίρνουν τα λιθάρια των και την ευκόσμησίν των
και στ’ άγια δισκοπότηρα κούπες κρασί να πίνουν.
Άρχοντες, αρκοντόπουλοι , αρχόντισσες μεγάλες,
ευγενικές και φρένιμες, ακριβαναθρεμμένες,
ανέγλυτες πανεύφημες , ύπανδρες και χηράδες
και καλογριές ευγενικές, παρθένες, ηγουμένες
– Άνεμος δεν τους έδιδε, ήλιος ουκ έβλεπέν τες,
εψάλλαν, ενεγνώθασι εις τ’ άγια μοναστήρια-
ηρπάγησαν ανηλεώς ως καταδικασμένες .
Πώς να τες πάρουν στην Τουρκιά, σκλάβες να πουληθούσιν
και να τες διασκορπίσουσιν Ανατολήν και Δύσην
γυμνές και ανυπόλυτες, δαρμένες, πεινασμένες,
να βλέπουν βούδια, πρόβατα, άλογα και βουβάλια,
παπίτσες, χήνες και έτερα <…>
και το βραδύ να μένουσιν με τους μουσουλουμάνους
και να τες μαγαρίζουσιν, μπαστάρδια να γεννούσιν,
μουσουλουμάνοι να γενού και σκύλοι ματοπίνοι,
να πολεμούν χριστιανούς και να τους αφανίζουν!
Μην το πομένεις, ουρανέ, και, γη, μην το βαστάξεις∙
ήλιε, σκότασε το φως, σελήνη, μεν τους δώσεις .
Είπω και τίποτε μικρόν αλληγορίας λόγον:
Ήλιον τάξε νοητόν τον Μέγαν Κωνσταντίνο,
σελήνη επονόμασε την νέαν του την Πόλην·
μη σου φανεί παράξενο τούτον απού σου λέγω:
κόσμο μέγαν τον άνθρωπον Θεός επονομάζει,
ον έθετο εις τον μικρόν κόσμον, την πάσα κτίση .
Αυτός λοιπόν εκόσμησε ο Μέγας Κωνσταντίνος
την Πόλην την εξάκουστην, ήν βλέπεις και ακούεις,
καθώς την κλήσιν έλαβεν και την επωνυμίαν·
Ομοίως Ουστινιανός εκόσμησεν μεγάλως,
έκτισεν την Αγιάν Σοφιά, το θέαμαν το μέγα∙
παραπλησίον γέγονε Σιών της παναγίας .
Εκείνοι ήσαν ήλιος κι η Πόλη ’ν’ η σελήνη.
– χωρίς ηλίου πούποτε σελήνη ουδέν λάμπει -,
εκείνοι γαρ οι βασιλείς, οι ευσεβείς, οι θείοι ,
έλαμπον, εφωτίζασιν την παναγίαν Πόλην,
την Δύσην, την Ανατολήν, όλην την οικουμένην.
Όταν εις νουν αθυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη,
στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος,
κλαίω και χύνω δάκρυα μεθ’ οιμωγής και μόχθου .
Ο κόσμος της Αγιάς Σοφιάς, τα πέπλα της τραπέζας
της παναγίας, της σεπτής , τα καθιερωμένα
τα σκεύη τα πανάγια και πού να καταντήσαν;
Άρα έβλεπεν ο άγγελος, ως ήτον τεταγμένος,
όστις και έταξεν ποτέ του πάλαι νεανίσκου;
είπεν γαρ «ουκ εξέρχομαι έως ότου να έλθεις»;
Ο νεανίας έρχεται, ο άγγελος απήλθεν∙
ουχί εκείνος ο ποτέ παίδας των εκτητόρων,
αλλ’ άλλος παίδας έφθασε, πρόδρομος Αντιχρίστου,
και άγγελοι και άγιοι πλέον ου βοηθούσι.

cityculture.gr 
Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης 
Παναγιώτης Καμπάνης

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


28 Μάϊου 

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 
Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιο - ΕΔΩ 
Ο όσιος πατήρ ημών Ανδρέας ήταν σκλάβος σκυθικής (σλαβικής) καταγωγής που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη στην υπηρεσία ενός πρωτοσπαθαρίου (αξιωματικού της αυτοκρατορικής φρουράς) [1]. Πρόκοψε γρήγορα στα ιερά και θύραθεν γράμματα και προκαλούσε τον θαυμασμό του περίγυρού του με τις γνώσεις του. Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, είδε με τρόμο έναν στρατό Αιθιόπων έτοιμο να αντιμετωπίσει μία ομάδα λευκών ανθρώπων. Ο ίδιος κλήθηκε να μονομαχήσει με το πρωτοπαλίκαρο των βαρβάρων και, αφού τον νίκησε, σε ανταμοιβή έλαβε από έναν άγγελο τρεις «αχράντους στεφάνους», ενώ ο Χριστός, παρουσιαζόμενος με τη μορφή ενός νέου άνδρα, του έλεγε: «Τρέχε τον καλόν αγώνα γυμνός και γίνε σαλός για Μένα, ώστε να αξιωθείς τη Βασιλεία των Ουρανών!». Με το πρώτο φως της ημέρας, υπακούοντας στη θεία εντολή, ο Ανδρέας ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του διά Χριστόν Σαλού καταξεσχίζοντας με ένα μαχαίρι τον χιτώνα του και βγάζοντας κραυγές που κατατρόμαξαν το σπίτι. Ο αφέντης του, θεωρώντας τον κυριολεκτικά δαιμονισμένο, πρόσταξε να τον πάνε στον ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας [22 Δεκ.] και να τον αλυσοδέσουν εκεί. Περνούσε τις μέρες του στον τόπο εκείνο υποκρινόμενος τον παράφρονα με κάθε είδους εκκεντρικότητες και μυστικά προσευχόταν όλη νύχτα, στερεωμένος στην οδό αυτή με ένα όραμα από την αγία Αναστασία. Μια νύχτα, δέχθηκε την επίθεση πλήθους δαιμόνων. Μόλις όμως επικαλέστηκε την αρωγή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο άγιος φανερώθηκε μέσα σε βροντή, διασκόρπισε τους δαίμονες με την αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο και του υποσχέθηκε τη βοήθειά του στους αγώνες που τον περίμεναν.

Σε ένα άλλο νυχτερινό όραμά του κλήθηκε να υπηρετήσει έναν βασιλιά στο παλάτι του, όπου του έδωσαν να φάει χιόνι το οποίο μεταμορφώθηκε σε ουράνια ευωδία. Κατόπιν, του προσέφεραν πικρούς καρπούς –σύμβολα της στενής οδού που επρόκειτο να ακολουθήσει– και στη συνέχεια του δόθηκε μια εξαίσια τροφή που του χάρισε θεία έκσταση.

Αφού έμεινε τέσσερα χρόνια δέσμιος στην εκκλησία, ο Ανδρέας ελευθερώθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται δημόσια μιμούμενος τον άγιο Συμεών τον Σαλό [2]. Ενώ, όμως, ο Συμεών χρησιμοποιούσε τη σαλότητα υπό μορφή ειρωνείας και χλευασμού με σκοπό να αφυπνίσει τους αμαρτωλούς και να τους αποσπάσει από τις μάταιες ηδονές του κόσμου, ο όσιος Ανδρέας, «παίζων» και «εμπαίζων», προσφερόταν μάλλον αυταπαρνητικά στην περιφρόνηση και στην κακομεταχείριση του σκληρού και πονηρού κόσμου, μιμούμενος κατά πάντα τον Χριστό, προκειμένου να αποκαλύψει το μεγαλείο και την υπεροχή της σοφίας του Σταυρού έναντι της εφάμαρτης μωρίας της άθεης και υποκριτικής κοινωνίας των αφώτιστων ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 18). Εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα λόγια του Αποστόλου που λέει: «Εμείς γίναμε μωροί και ανόητοι για τον Χριστό» (Α΄ Κορ. 4, 10), προσφερόταν ολόθυμα με τη θέλησή του στη χλεύη και τα κτυπήματα του όχλου και γινόταν «στα μάτια όλων ένα ελεεινό κάθαρμα και σκουπίδι του κόσμου, ένα ακάθαρτο απόβρασμα της κοινωνίας» (πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 13), με σκοπό να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών αλλά ταυτόχρονα και να ελκύσει εκεί με την ένθεη σαλότητά του και τους άλλους.

Μπαίνοντας μια μέρα σε έναν οίκο ανοχής, παρέμεινε απαθής, υπό την προστασία της θείας Χάριτος, απέναντι στις προκλήσεις των πόρνων γυναικών, οι οποίες στο τέλος τού αφαίρεσαν τα ρούχα και τον έδιωξαν τυλιγμένο σε μια παλιόψαθα, η οποία έκτοτε έγινε η συνήθης ενδυμασία του. Περιπλανιόταν στους δρόμους άστεγος και μοίραζε στους φτωχούς τις ελεημοσύνες που λάβαινε. Δεν ζητούσε ποτέ τροφή, αρκούμενος σε ένα ξεροκόμματο τη μέρα κι έμενε νηστικός για ολόκληρες εβδομάδες. Για να σβήσει τη δίψα του έπινε από στάσιμα και βορβορώδη νερά και, μπροστά στο θέαμα αυτό, οι περαστικοί αγανακτισμένοι τον ξυλοκοπούσαν και τον έβριζαν. Τη νύχτα πήγαινε να ξαπλώσει μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, καθώς προσπαθούσε να ζαρώσει κολλητά σε ένα από αυτά για να ζεσταθεί, το ζώο απομακρύνθηκε με περιφρόνηση. Το να προσφέρεται στην πλήρη εγκατάλειψη ήταν για τον μακάριο αγωνιστή του Θεού πηγή αγαλλίασης. Αλλά ποτέ η προσευχή δεν εγκατέλειπε τα χείλη του και κάθε στιγμή μπορούσε να διακρίνει κανείς έναν ψιθυρισμό στο στόμα του, όπως συνέβαινε με τους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Όταν προσευχόταν τη νύχτα, υψωνόταν ενίοτε πάνω από τη γη και το πνεύμα του μεταρσιωνόταν σε ανεκλάλητες εκστάσεις και θεωρίες. Μια τέτοια νύχτα, που ακόμη και τα σκυλιά τον είχαν αποδιώξει, ο Θεός τον μετέφερε μέσα σε έκσταση, απαλλαγμένο από το βάρος και το άλγος της σαρκός, ενδεδυμένο με φωτεινό χιτώνα και εστεμμένο ως βασιλιά, σε έναν εξαίσιο κήπο γεμάτο υπερκόσμια φυτά και χρυσά πουλιά, στη μέση του οποίου απλωνόταν πέρα ως πέρα μια μεγάλη αμπελικιά με υπερμεγέθη σταφύλια. Από ’κει, ένας άγγελος τον οδήγησε υπεράνω του στερεώματος, σε τόπο ανείπωτης ομορφιάς, όπου είδε τον Σταυρό περιβαλλόμενο από τέσσερα καταπετάσματα. Ένας άλλος άγγελος τον έφερε κατόπιν σε έναν υψηλότερο τόπο, όπου είδε δύο σταυρούς παρόμοιους με τον προηγούμενο. Εν συνεχεία, βρέθηκε στον τρίτο ουρανό –που μόνο ο Απόστολος Παύλος κρίθηκε άξιος να δει πριν από αυτόν– κι εκεί είδε τρεις σταυρούς απαστράπτοντες περιβαλλόμενους από ουράνια στρατιά που δοξολογούσε τον Θεό. Πέρασε τότε ένα καταπέτασμα από λίνο και πορφύρα και έφθασε σε ένα μέρος, πολύ πιο λαμπρότερο ακόμη, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένο αναρίθμητο πλήθος νέων φωτεινότερων και από τον ήλιο. Ένας άγγελος παραμέρισε το τελευταίο καταπέτασμα και ο Ανδρέας μπόρεσε να θεωρήσει τον Θρόνο του Θεού, μετέωρο, δίχως βάση, απ’ όπου έβγαινε φλόγα λευκή. Ο Χριστός ήταν εκεί καθισμένος και κάπως μετρίασε λίγο τη Δόξα Του, ώστε να επιτρέψει τον Ανδρέα να απολαύσει για μια υπέρχρονη στιγμή τη λαμπρότητα της Θεανθρωπότητός Του, και κατόπιν έγινε αόρατος. Μια φωνή γλυκύτερη από μέλι πρόφερε τότε τρεις φορές τρία θεία, άρρητα και μυστικά Ονόματα και παρευθύς ο άγιος οδηγήθηκε πίσω στον κήπο, όπου συνάντησε έναν ολόφωτο άνδρα ο οποίος κρατούσε σταυρό και τον ευλόγησε λέγοντας: «Μακάριοι, εσείς οι σαλοί, γιατί κατέχετε μεγάλη σοφία! Η χάρις του Σταυρωθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!». Κατόπιν, τον απέστειλε με την εντολή να παλαίψει και να ανατρέψει τον Άρχοντα του κόσμου τούτου, προσλαμβάνοντας αυτοβούλως την ανυποληψία, την υποτίμηση, την κοροϊδία, τη χλεύη, την απόρριψη και τον διωγμό των ανθρώπων.

Ξαναρχίζοντας το «παιγνίδι» του με αναπτερωμένη πλέον τόλμη, ο Ανδρέας έκανε τη γνωριμία του Επιφανίου, ενός δεκαοκτάχρονου νέου ευγενικής καταγωγής, αγνού και εξαιρετικής γλυκύτητας, ο οποίος έγινε προστάτης του και πνευματικός γιος του και στον οποίο ο Ανδρέας προφήτευσε ότι μελλοντικά θα γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως [3]. Φιλοξενούμενος στην κατοικία του Επιφανίου, ο άγιος χρησιμοποιούσε παραβολές για να επιτιμήσει τα αμαρτήματα των υπηρετών διαφορετικών εθνοτήτων, στην ίδια τους τη γλώσσα. Είχε αρνηθεί την κλίνη που του προσέφερε ο Επιφάνιος για ξεκούραση και περνούσε τις νύχτες του έξω, σαν ένας ασυμμάζευτος παράφρων επάνω στην κοπριά. Δεν άργησε, όμως, να επιστρέψει κανονικά στον ακατανόητο πλάνητα βίο του, προσφερόμενος πλήρως στα απάνθρωπα παιγνίδια των παιδιών και στην κακομεταχείριση των ανάλγητων περαστικών. Απευθυνόμενος στους ανθρώπους τούς αποκαλούσε πάντα «σαλούς» ή «μωρούς», αλλά παράλληλα καταδίκαζε διαρκώς τον εαυτό του με τη μεγαλύτερη και βαθύτερη ταπεινοφροσύνη.

Σε ένα νέο όραμα είδε τον Πονηρό και τα πλήθη των δαιμόνων του, ο οποίος τον κατηγορούσε ότι οδηγούσε στη μετάνοια τους ανθρώπους που είχε υπό την κατοχή του, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τις αμαρτίες τους με τις προφητικές ενέργειές του, και ο Ανδρέας άρχισε μία βίαιη λογομαχία με τον Άρχοντα του σκότους. Τούτος όμως δεν είχε καμία εξουσία πάνω στον άνθρωπο του Θεού, αφού αυτός είχε γυμνώσει τον εαυτό του από κάθε γήινη αδυναμία, έξη και προσκόλληση. Μια νύχτα, με δαιμονική ενέργεια έπεσε σε έναν λάκκο, μόλις όμως ο όσιος επικαλέσθηκε τους αγίους Πέτρο και Παύλο, οι δύο Απόστολοι του Χριστού εμφανίσθηκαν, τον ανέσυραν από τη λάσπη κι ένας φωτεινός σταυρός ήλθε να φωτίζει τον υπόλοιπο δρόμο του.

Κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου λοιμού που ενέσκηψε στη Βασιλεύουσα, παρά τις κοροϊδίες των αργόσχολων, ο άγιος περιέτρεχε τους δρόμους και τις πλατείες κλαίγοντας και μεσιτεύοντας υπέρ της πόλεως και ζητώντας από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού. Καθώς προσευχόταν, μεταφέρθηκε στον Ανάπλου επί του Βοσπόρου, όπου είδε τον όσιο Δανιήλ τον Στυλίτη [11 Δεκ.], ο οποίος τον κάλεσε να ενώσουν τις προσευχές τους υπέρ της σωτηρίας της πόλεως. Τότε ένα πυρ κατέβηκε από τον ουρανό και εξεδίωξε τον δαίμονα που είχε προκαλέσει την επιδημία. 
Ο όσιος Ανδρέας δεν κουραζόταν να ψέγει τους αμαρτωλούς, είτε με προειδοποιήσεις, είτε με προφητείες για την επικείμενη τιμωρία τους, οι οποίες δεν αργούσαν ποτέ να εκπληρωθούν. Περνώντας μια μέρα μπροστά από πολυτελή εμπορεύματα που εκτίθεντο στην αγορά, φώναξε: «Άχυρα και σκουπίδια!». Μιαν άλλη φορά, μετά από κακόβουλη υποκίνηση κάποιων αργόσχολων που ήθελαν να διασκεδάσουν, βάλθηκε να τρώει λαίμαργα τα ωραία φρέσκα σύκα που εκτίθεντο στο γυάλινο δοχείο ενός οπωροπώλη, ο οποίος εκείνη την ώρα ξεκουραζόταν. Ξυπνώντας ο μικροπωλητής, όρμησε κατά του οσίου και παίρνοντας ένα μπαστούνι τον ξυλοφόρτωσε άγρια. Ο Ανδρέας με τη δύναμη της πραότητας του  Χριστού αφέθηκε πλήρως στα χτυπήματα δίχως αντίσταση και αργότερα αποκάλυψε ότι αν αυτός ξυλοκοπήθηκε εξαιτίας της γαστριμαργίας του, πόσω μάλλον θα τιμωρηθούν από τον Θεό αιωνίως οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Έχοντας λάβει το χάρισμα της διοράσεως, κατήγγελλε την υποκριτική ευσέβεια εκείνων που στέκονταν μέσα στην εκκλησία τρέφοντας μέσα τους φαύλες και διάφορες εμπαθείς σκέψεις ή έψαλλαν από ματαιοδοξία και επίδειξη και διέκρινε τους δαίμονες της αδιαφορίας, του χασμουρητού και της ακηδίας που υπέβαλλαν στα θύματά τους τη σκέψη να εγκαταλείψουν τον ναό πριν το τέλος της Λειτουργίας. Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ξεχώριζε την πνευματική κατάσταση του καθενός: βλέποντας τους ενάρετους στεφανωμένους με λεπτό λίνο και τους αμαρτωλούς με ακάθαρτα ζωύφια να κρέμονται από τα ενδύματά τους.

Μεριμνούσε, όμως, όλως ιδιαιτέρως για τον πνευματικό καταρτισμό του Επιφανίου, που ήταν ο μόνος με τον οποίο μιλούσε σοφά, συνετά και λογικά. Με την επιστήμη του Πνεύματος τον διαφώτιζε για τον αγώνα εναντίον των δαιμόνων και τον άφηνε ενίοτε να πειράζεται από αυτούς, προκειμένου να αποκτήσει την υπομονή και, αφού ψηθεί στη φωτιά των δοκιμασιών, να γίνει άξιος άρτος του Χριστού. Τον εισήγαγε, επίσης, στα μυστήρια της δημιουργίας, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως του αποκάλυπτε, με πλήθος άγνωστες λεπτομέρειες της Γραφής, ό,τι έμελλε να επέλθει στη συντέλεια των αιώνων, όταν μετά από τρομερές δοκιμασίες, εισβολές και φυσικές καταστροφές, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων θα επιθέσει ξανά το στέμμα του πάνω στον Σταυρό, στα Ιεροσόλυμα, και κατόπιν ένας άγγελος θα τον μεταφέρει στον ουρανό. Έτσι θα ολοκληρωθεί η περίοδος της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας που εγκαθίδρυσε ο άγιος Κωνσταντίνος. Λίγο αργότερα, η Κωνσταντινούπολη – την οποία οι Βυζαντινοί της εποχής εκείνης θεωρούσαν συχνά αιώνια – θα καταποντισθεί στη θάλασσα, όπως και η ονομαστή Βαβυλώνα (Αποκ. 18, 21), και η εβραϊκή βασιλεία θα αποκατασταθεί στην Ιερουσαλήμ. Όλοι θα πιστέψουν στον Αντίχριστο που θα βασιλεύσει ως μοναδικός μονάρχης επί της γης και θα καταδιώξει τους χριστιανούς. Ο Χριστός θα παρουσιασθεί κατόπιν για να διεξαγάγει τον μεγάλο αγώνα κατά του Αντίχριστου και, όταν θα τον έχει νικήσει, θα τον οδηγήσει μαζί με τους δαίμονές του ενώπιον του βήματος του Θεού, ενώ θα αντηχήσει η σάλπιγγα εξ ουρανού αναγγέλλοντας την ανάσταση των νεκρών. Μετά την Κρίση, τέσσερεις άγγελοι θα σταθούν στα τέσσαρα πέρατα της γης και θα την τυλίξουν με διαταγή του Κυρίου. Όλη η κτίση τότε θα ανακαινισθεί, καινοί ουρανοί και γη καινή θα φανερωθούν, ώστε όλα να είναι σύμμορφα με τα άφθαρτα σώματα των αναστημένων ανθρώπων. Τα πάντα τότε θα είναι άφθαρτα και αιώνια και μία άφατη ευωδία θα πληρώσει το ανακαισμένο σύμπαν που θα το φωτίζει ακατάπαυστα το φως το ανέσπερο της Βασιλείας του Χριστού.

Μια μέρα που ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος είχαν μεταβεί στον ναό των Βλαχερνών για την αγρυπνία που τελούνταν εκεί κάθε εβδομάδα, είδαν την Παναγία Θεοτόκο να προβάλλει από την Ωραία Πύλη, συνοδευόμενη από πλήθος αγίων, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος, και να σκέπει με το μαφόριό της τον λαό [4]. 
Μια άλλη φορά, καθώς ο Ανδρέας διάβαζε στον μαθητή του ένα κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, μια ουράνια ευωδία απλώθηκε γύρω τους. Στην ερώτηση του Επιφανίου ο άγιος απάντησε ότι την ευοσμία αυτή τη λαμβάνουν οι άγγελοι από τον Θρόνο του Θεού για να θυμιάσουν και να τιμήσουν τους ανθρώπους σε τρεις περιπτώσεις: όταν προσεύχονται, όταν αναγιγνώσκουν τα ιερά βιβλία και όταν υπομένουν καρτερικά από αγάπη για τον Θεό.

Λίγο μετά τις αποκαλύψεις του για τη συντέλεια των αιώνων, ο όσιος Ανδρέας ανήγγειλε στον Επιφάνιο την επικείμενη τελευτή του. Του απαγόρευσε, όμως, να τιμά τη μνήμη του ή να φυλάξει τα λείψανά του, διότι είχε κάνει τάμα ενώπιον του Θεού να μη δοξασθεί ποτέ στη γη. Του ανανέωσε την πρόβλεψή του για την εκλογή του στο πατριαρχικό αξίωμα και του υποσχέθηκε να τον βοηθά πάντα, υπό τον όρο να επιδεικνύει άοκνα μέριμνα αγάπης για τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και για όσους δοκιμάζονται. Κατόπιν μετέβη στον Ιππόδρομο, στη στοά, όπου συνήθιζαν να στέκονται οι πόρνες, κι εκεί προσευχήθηκε όλη τη νύχτα υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Τελειώνοντας την προσευχή του, ο μακάριος ξάπλωσε στη γη και, κοιτάζοντας με ένα χαμόγελο το πλήθος των αγίων που εμφανίσθηκαν για να του παρασταθούν, παρέδωσε την πολύαθλη ψυχή του στον Θεό μετά από εξήντα έξι χρόνια ασκητικών αγώνων, κρυμμένων κάτω από το πέπλο του μυστηρίου της σαλότητας. Μια έντονη ευωδία θυμιάματος προσείλκυσε μια φτωχή γυναίκα που έμενε εκεί κοντά, η οποία προσέτρεξε και ανακάλυψε το σώμα του. Όταν όμως το πλήθος, ειδοποιημένο από εκείνη, έσπευσε προς το σκήνωμα του οσίου, εκείνο είχε γίνει άφαντο, μεταφερμένο από τον Θεό σε άγνωστο τόπο. Τη νύχτα εκείνη ο Επιφάνιος είδε τη ψυχή του πνευματικού πατέρα του, επτά φορές φωτεινότερη από τον ήλιο, να υψώνεται στους ουρανούς με την παρουσία μυριάδων αγγέλων που έχαιραν και δοξολογούσαν τον Θεό για την ένθεη πολιτεία του οσίου Ανδρέα και για τα τόσα επί γης θαυμαστά του κατορθώματα.

 ~ Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ ~
[1]  Ο βιογράφος του Νικηφόρος που έγραψε τον Βίο του, μεταξύ 920 και 956, τον τοποθετεί αναχρονιστικά στους χρόνους του Λέοντα Α΄ (457-474). Θα έπρεπε μάλλον να μετατεθεί κατά τη βασιλεία του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού (886-911). Κυκλοφορούν διάφορες εκδόσεις του Βίου με νεοελληνική μετάφραση, π.χ. Νικηφόρος Πρεσβύτερος, «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού», Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1984, και Ι. Ησυχαστηρίου των Δανιηλαίων, Άγιον Όρος 2002.
[2]  Ο άγιος Συμεών [6ος αι., βλ. 21 Ιουλ.] είναι ο βασικός και ο πιο χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος αυτού του είδους εξαιρετικής αγιότητος, την οποία γενικά δεν συμβουλεύουν οι Πατέρες. Στην Ελληνική Εκκλησία τιμώνται επίσης η αγία Ισιδώρα Ταβεννησίου [1 Μαΐου] και οι άγιοι: Παύλος Κορίνθου [6 Νοεμ.], Σάββας ο Βατοπαιδινός [5 Οκτ.], Νικόδημος ο Νέος [24 Νοεμ.], καθώς και άλλοι που υιοθέτησαν προσωρινά τη σαλότητα, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης [13 Ιαν.] ή ο όσιος νεομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός [30 Δεκ.]. Κυρίως όμως στη Ρωσία γνώρισε, η μορφή αυτή αγιότητας, μεγάλη άνθιση. Η Εκκλησία αναγνώρισε εκεί τριάντα επτά «Σαλούς». Συγκεκριμένα τους αγίους: Ιωάννη τον Δασύτριχο του Ροστώφ [3 Σεπτ.], Κυπριανό του Σουζντάλ [2 Οκτ.], Συμεών του Γιούριεβιτς [4 Νοεμ.], Μάξιμο Μόσχας [11 Νοεμ.], Προκόπιο του Βυάτκα [21 Δεκ.], Μιχαήλ του Κλοπς [11 Ιαν.], Γαλακτίωνα [12 Ιαν.] και Θεόδωρο του Νόβγκοροντ [19 Ιαν.], Ξενία της Αγίας Πετρούπολης [11 Σεπτ. και 24 Ιαν.], Νικόλαο [28 Φεβρ.], Ισίδωρο του Ροστώφ [4 Μαΐου], Ιωάννη [29 Μαΐου] και Προκόπιο του Ουστιούγκ [8 Ιουλ.], κ.α. Στη Ρωσία, πριν την Επανάσταση, δεν υπήρχε χωριό που να μην είχε τον δικό του «Γιουροντίβι» (Σαλό). Βλ. σχετικά: Ε. Γκοραΐνωφ, «Οι διά Χριστόν Σαλοί», εκδ. «Τήνος», Αθήνα 1993.
[3]  Θα μπορούσε, λοιπόν, να πρόκειται για τον άγιο Πολύευκτο (956-970) [5 Φεβρ.] ή για τον άγιο Αντώνιο Γ΄ (974-980) [12 Φεβρ.].
[4]  Διακριτό από το σύνηθες θαύμα που επιτελούνταν κάθε Παρασκευή στον ναό αυτό, κατά τη διάρκεια του οποίου το μαφόριο που κάλυπτε την εικόνα της Θεοτόκου ανυψωνόταν από μόνο του και έμενε μετέωρο, το θαύμα αυτό προσέφερε το θέμα της εορτής της αγίας Σκέπης της Θεοτόκου [1 Οκτ. και αργότερα 28 Οκτ.], η οποία, καθώς φαίνεται, καθιερώθηκε στη Ρωσία τον 12ο αι. και από ’κει διαθόθηκε στην Ελλάδα κατά τον 19ο αι.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),

Δημοφιλείς αναρτήσεις