Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Ερμηνεία εις τον κανόνα ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ Προλεγόμενα - Οσίου Πατρός Νικοδήμου του Αγιορείτου

 


Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου,

Ερμηνεία εις τον κανόνα

ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Προλεγόμενα
Εν ταυτώ και Ερμηνεία

Εις την Ακροστιχίδα του Κανόνος της Πεντηκοστής[45] 
Ακροστιχίς.

Πεντηκοστίν εορτάζομεν.

Ερμηνεία.
Η Ακροστιχίς αυτή δεν είναι στίχος δωδεκασύλλαβος Ιαμβικός, ούτε έμμετρος, καθώς ήτον αι άλλαι ακροστιχίδες των λοιπών Κανόνων του Ιερού Κοσμά, αλλά είναι εννεασύλλαβος μόνο και άμετρος και κολοβός. Διά ποίαν δε αιτίαν τούτο εποίησεν ο Μελωδός; Αποκρίνομαι ότι την αληθινήν τούτου αιτίαν αυτός μόνος ηξεύρει ο Ασματογράφος, και το Πνεύμα το εν αυτώ. Ημείς δε στοχαστικώς λέγομεν ότι ίσως τούτο εποίησεν από τον υπερβολικόν έρωτα όπου είχεν εις τα λόγια Γρηγορίου του Θεολόγου. Υπό τούτου γαρ καταφλεγόμενος, δεν ήθελε να παραλλάξη τους εκείνου λόγους, αλλ’ αυτούς εκείνους γυμνούς και ξηρούς και με αυτάς τας λέξεις ηγάπα να προφέρη, όχι μόνον εις τα άλλα του συγγράμματα, αλλά και εις αυτάς ακόμη τας Ακροστιχίδας.

Και τούτο δείκνυται από την παρούσαν Ακροστιχίδα, ήτις είναι αυτολεξεί ερανισμένη από τον εις την Πεντηκοστήν λόγον του Θεολόγου, όπου το δεύτερον Προοίμιον του ούτω προφέρει. «Πεντηκοστήν εορτάζομεν, και Πνεύματος επιδημίαν, και προθεσμίαν επαγγελίας, και ελπίδος συμπλήρωσιν, και το Μυστήριον όσον; (ερωτηματικώς γαρ πρέπει να αναγινώσκεται) Ως μέγα τε και σεβάσμιον» (αποκριτικόν γαρ τούτο εστιν). Είπον δε δεύτερον Προοίμιον. διότι εσυνείθιζον οι παλαιοί ρήτορες να μεταχειρίζωνται και δύο Προοίμια, ως και ο Θεολόγος εν τω ανωτέρω της Πεντηκοστής λόγω δύο Προοίμια εμεταχειρίσθη, ως τινες λέγουσιν, ων το μεν πρώτον ούτως άρχεται, «Περί της εορτής βραχέα φιλοσοφήσωμεν». Το δε δεύτερον, «Πεντηκοσστήν εορτάζομεν». Τούτο λοιπόν νομίζω να είναι αφορμή, δια την οποίαν η Ακροστιχίς του παρόντος κανόνος έμεινεν εννεασύλλαβος και κολοβή. διότι ο Ιερός Κοσμάς φιλογρηγόριος ων είπερ τις άλλος, ηθέλησε την αρχήν του λόγου εκείνου να γράψη εν τη Ακροστιχίδι, χωρίς να προσθέση τίποτε. όθεν κατά την κολοβήν Ακροστιχίδα κολοβά έγιναν και ελλιπέστα εν πολλαίς Ωδαίς τα Τροπάρια του Κανόνος. ώστε δια να φθάσουν εις τον συνήθη αριθμόν των οκτώ στίχων χρειάζονται να τριπλασιασθούν και να τετραπλασιασθούν. εάν δε εν μόνον Τροπάριον εστίν εν τη Ωδή, ως εν τη τρίτη και τη Πέμπτη και τη έκτη, χρειάζεται αυτό εξάκις να πολλαπλασιαθή ου χωρίς σχεδόν αηδίας και βάρους και των ψαλλόντων και των κανοναρχούντων και των ακουόντων.

Καθώς λοιπόν ο Ιερός Κοσμάς τόσον πολλά ηγάπα τα του Θεολογου θελκτικά και σειρήνια λόγια, ώστε, δια να μεταχειρισθή ταυτα αυτολεξεί εις την Ακροστιχίδα, έπεσεν υπό μέμψιν παρά τοις πολλοίς ως άμετρος και ελλιπής, ούτω και εγώ, όστις μέλλων να ερμηνεύσω τον εις το Πνεύμα Κανόνα αυτού, ζητώ την βοήθειαν του Αγίου Πνεύματος. πλην όχι με άλλου τινός λόγια, αλλά με εκείνα του Θεολόγου, και δη βοώ μετ’ αυτού. «Τα μεν ουν σωματικά του Χριστού πέρας έχει… τα δε του Πνεύματος βουλομένω λέγειν παρέστω μοι το Πνεύμα, και διδότω λόγον, όσον και βούλομαι. ει δε μη τοσούτον, όσος γε τω καιρώ σύμμετρος» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν). Διότι αν ο τόσον μέγας Κοσμάς δεν εντρέπεται να ιεροσυλή αυτολεξεί τα του θείου Γρηγορίου ρήματα, (τι λέγω δεν εντρέπεται; και σεμνύνεται ακόμη και εγκαλλωπίζεται εις την τοιαύτην ιεροσυλίαν) διατί εγώ να εντρέπωμαι αυτήν; εγώ ο μηδέν ων; εγώ ο κεγχριαίος κατά το μέγεθος προς τοσούτον απειρομεγέθη άνδρα παραβαλλόμενος; μάλλον μεν ουν εγώ πρέπει να καλλωπίζωμαι περισσότερον εις την τοιαύτην ιεράν και επαινετήν κλεψίαν.

Με όλον τούτο το πράγμα τούτο δεν είναι κλεψία η ιεροσυλία, αλλά είναι δάνειον. μάλλον δε ουδέ δάνειον, αλλά δωρεά και χάρις. εκκεχυμένος γαρ είναι εις όλον το πλήρωμα των Χριστωνύμων ο της του Θεολόγου σοφίας Ωκεανός, όστις προσκαλεί τους θέλοντας να εξαντλήσουν από αυτόν δωρεάν, και να χορτάσουν από τα ρείθρα του όσον και αν δύνωνται. ου λέγω δε όσον και αν θέλωσιν. αν γαρ εις την θέλησιν του ανθρώπου ηκολουθεί και η δύναμις, ίσως εγώ πρώτος ήθελα ανοίξη πλατέως το στόμα μου, και απορροφήση όλον τον του Θεολόγου Ωκεανόν. επειδή δε επιθυμώ και θέλω, η δύναμις μου όμως δεν είναι σύμμετρος με την θέλησίν μου, δια τούτο ανοίγω το στενόν στόμα της διανοίας μου, και απορροφώ ολίγας τινάς ρανίδας εκ των εκείνου λόγων προς ερμηνείαν του παρόντος Κανόνος[46].
[45] Σημειούμεν ενταύθα ότι Πεντηκοστή ονομάζεται η παρούσα εορτή, διότι από της Κυριακής της Αναστάσεως έως της Κυριακής ταύτης του Αγίου Πνεύματος πεντήκοντα ημέραι αριθμούνται, και ούτε περισσότεραι, ούτε ολιγώτεραι. Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος λέγει ότι ο επτά αριθμός ο τιμώμενος παρά τη Γραφή εγέννησε και την τιμήν της Πεντηκοστής. «Ο γάρ επτά, φυσίν, εφ’ εαυτόν συντιθέμενος, γεννά τον πεντήκοντα μιας δεούσης ημέρας, ην εκ του μέλλοντος αιώνος ροσειλήφαμεν, ογδόην τε ούσαν την αυτήν και πρώτην, μάλλον δε μίαν και ακατάλυπτον. δει γαρ εκείσε καταλήξαι τον ενταύθα σαββατισμόν των ψυχών, ως δοθήναι μερίδα τοις επτά και γε τοις οκτώ. καθώς ήδη τινές των προ ημών το Σολομώντιον εξειλήφασι» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν). Ποία δε είναι η ογδόη αύτη και πρώτη, μάλλον δε μία και ακατάλυτος; Η αγία Κυριακή, η ογδόη μεν ούσα, ως υπέρ την εβδόμην αριθμουμένη. πρώτη δε, ως αρχή των ημερών. και μία, ως εικών του μέλλοντος αιώνος νυν, τότε δε εσομένη αυτός ο μέλλων αιών ο ανέσπερος και αδιάδοχος. και όρα περί τούτου εν τη ερμηνεία του εσχάτου Τροπαρίου του Κανόνος του Πάσχα τι λέγει περί της Κυριακής ο μέγας Βασίλειος, και ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος τι λέγει εν των Τροπαρίων «Αύτη η κλητή» . ίνα μη και εδώ τα αυτά λέγωμεν. Λέγει τε και ο Σχολιαστής Νικήτας. «Επεί η του μέλλοντος αιώνος ημέρα ουκ έχει μεθ’ αυτήν ετέραν διαδεχομένην αυτήν, ουδέ καταλύεται τη δύσει του Ηλίου, χρη εκείνην μίαν μεν ονομάζειν, ως αδιάδοχον, ακατάλυτον δε, ως ανέσπερον. εικότως δε την μίαν ταύτην την λείπουσαν εκ του μέλλοντος αιώνος προσελάβομεν. αναγκαίον γαρ εις την εκείσε κατάστασιν καταλήξαι την ενταύθα κατάπαυσιν των ψυχών: ήτοι την δια θανάτου από των εγκοσμίων έργων αργίαν. ώσπερ και ο επτά καταλήγει εις τον οκτώ. ώστε κατά τούτον τον λόγον δοθήναι μερίδα φροντίδος τοις επτά, τω βίω τούτω. και ούτω τοις οκτώ τω μέλλοντι, φροντιζόντων ου του παρόντος βίου μόνον, αλλά και του μέλλοντος. ούτω γαρ τινες εξειλήφασι το Σολομώντιον εκείνο, το εν τω Εκκλησιαστή λεγόμενον «Δος μερίδα τοις επτά και γε τοις οκτώ». Επτά μεν νοήσαντες τον παρόντα βίον. Οκτώ δε τον μέλλοντα. Τινές δε σαββατισμόν ψυχών ενόησαν το στήναι εν τω μέλλοντι τα κινούμενα πάντα. ο δε μέγας Μάξιμος τοιούτον τε λέγει, ότι του Κυρίου κατά την ογδόην ημέραν (ήτις είναι η Κυριακή. ουδεμία γαρ άλλη ογδόη εστί) φανερουμένου, τουτέστι κατά την παρουσίαν αυτού, και τοις μεν Δικαίοις το ευ είναι παρέχοντος, τοις δε αμαρτωλοίς το φευ είναι απονέμοντος, σαββατίζουσι τότε αι ψυχαί, πάσαν λαβούσαι παύλαν κινήσεως, και κίνησιν παντελώς ουκ έχουσαι μετά την του ζητουμένου φανέρωσιν. του γαρ ζητουμένου φανερωθέντος, κίνησις αργεί πάσα των κινουμένων». Συ δε μοι όρα ενταύθα, αγαπητέ, τα προνόμια όπου έχει η αγία Κυριακή. εν Κυριακή γαρ άρχισεν η Κτίσις. εν Κυριακή άρχισεν η της Κτίσεως ανακαίνησις. εν Κυριακή άρχισεν η τελείωσις της Κτίσεως. και τη μεν αρχήν της Κτίσεως ενήργησεν ο Πατήρ ιδιαιτέρως, και τοι συνεργούντων και του Υιού και του Πνεύματος. την δε αρχή της ανακαινίσεως ενήργησεν ο Υιός ιδιαιτέρως δια της αυτού αναστάσεως. την δε τελείωσιν της Κτίσεως ενήργησε το Πνεύμα το Άγιον δια της σημερινής αυτού καταβάσεως. Ιδού πόσον ετίμησε την αγίαν Κυριακήν όλη η Αγία Τριάς.

[46] Σημείωσαι ότι Λόγους Πανηγυρικούς έχουσιν εις την Πεντηκοστήν και εις το Άγιον Πνεύμα οι εξής θείοι Πατέρες. Γρηγόριος ο Θεολόγος λόγον έχει, ου η αρχή «Βραχέα περί της Εορτής φιλοσοφήσωμεν». Ο Χρυσόστομος λόγον, ου η αρχή «Ουρανός ημίν σήμερον γέγονεν η γη» . άλλον, ου η αρχή «Επεφοίτησεν η του Πνεύματος χάρις» . άλλον, ου η αρχή «Μεγάλα, και πάντα λόγον». Γρηγόριος ο Παλαμάς λόγον, ου η αρχη «Εθεασάμεθα προ μικρού». Λεόντιος ο πρεσβύτερος λόγον, ου η αρχή «Όσοι περί την παρούσαν εορταστικήν αένναον χάριν επείγεσθε». Σώζονται οι μεν εν τη μεγίστη Λαύρα, οι δε εν τη του Βατοπεδίου και Ιβήρων και Διονυσίου. Ήθελε δε ερωτήση τινάς διατί μετά εννέα ημέρας της Αναλήψεως κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον; Ταύτην την ερώτησιν ξα’ ούσαν προτείνουσι τινές εις τον Θεοφόρον Μάξιμον εν Τόμω α’ και αποκρίνεται εις αυτήν λέγων. «Φασί τινες των τα θεία πεπαιδευμένων, ότι, επειδή εννέα τάξεις κατά τον Διονύσι8ον εισίν, ανίων κατά το ανθρώπινον ο Κύριος (καθό γαρ Θεός τα πάντα πληροί) εκάστω τάγματι μίαν ημέραν απένειμεν, από της εσχάτης έως της τελευταίας. εδέοντο γαρ και αύται της του Κυρίου προς αυτάς επιδημίας. εν αυτώ γαρ κατά τον Απόστολον ανεκεφαλαιώθη ου μόνον τα επί της γης, αλλά και τα εν Ουρανώ. και μετά τούτο ενεφανίσθη τω Θεώ και Πατρί. και τούτω το Πνεύμα κάτεισι». (ου συναριθμείται δε, ούτε η πέμπτη καθ’ ήν ανελήφθη, ούτε η Κυριακή καθ’ ήν εκατέβη το Πνεύμα) Τι δε εποίει έκαστον τάγμα εν εκάστη ημέρα; Ο μεν Θεοφόρος ουκ είπε Μάξιμος. όπερ και λυπηρόν αληθώς έτσι. καθότι παντός λόγου ην αν άξιον, ει παρά τοιούτου μεγάλου Πατρός εφανερούτο. εν τω Συναξαρίω δε της Πεντηκοστής γράφεται ότι έκαστον τάγμα προσιόν, την θεωθείσαν εκείνην προσεκύνει σάρκα. Των εννέα ουν πληρωθεισών ημερών και ταγμάτων, τη δεκάτη ο Παράκλητος επεδήμησεν. Ο δε Χρυσόστομος λέγει το αίτιον δια το οποίον δεν εκατέβη παρευθύς το Πνεύμα το Άγιον. «Ίνα, όταν εν ερημία γένωνται οι μαθηταί της του Χριστού δυνάμεως, μάθωσιν ηλίκον αυτοίς εχαρίζετο η της αυτού αγαθότητος παρουσία, και εις αίσθησιν ελθόντες των παρελθόντων αγαθών, μετά μείζονος της προθυμίας υποδέξωνται και την του Παρακλήτου δωρεάν» (Λόγος β’ εις την Πεντηκοστήν, ου η αρχή «Μεγάλα αγαπητοί»). Διατί δε εν τη Πεντηκοστή κατέβη το Πνεύμα το Άγιον, και ουχί εν άλλη ημέρα; Αποκρίνεται ο αυτός Χρυσορρήμων. «Ότι τρεις μεγάλαι εορταί ήσαν παρά τοις Ιουδαίοις, το Πάσχα, η Πεντηκοστή και η Σκηνοπηγία, εν αις συνήγοντο πλήθη πολλά των Ιουδαίων. Εν μεν ουν τη εορτή του Πάσχα σταυρωθείς και παθών ο Χριστός, εθεωρήθη υπό πάντων των τότε συνηθροισμένων Ιουδαίων. η δε ανάστασις αυτού ουκ εθεωρήθη, αλλ’ εσυκοφαντήθη παρ’ αυτών. όθεν η του Πνεύματος χάρις εκχυθείσα εις τους Αποστόλους εν τη Πεντηκοστή, καθ’ ήν ήσαν άπαντας οι Ιουδαίοι συνηγμένοι, έστρεψε πάντων τους οφθαλμούς και τας ακοάς προς τους Αποστόλους οίτινες εμαρτύρουν και εκήρυττον ότι ανέστη ο Κύριος. Ώστε βεβαίωσις της αναστάσεως εστίν η Πεντηκοστή» (Λόγος εις την Πεντηκοστήν, ου η αρχή «Τας γλώσσας σήμερον»). Επειδή δε γράφουσιν αι Πράξεις ότι και η Κυρία Θεοτόκος ήτον μαζί με τους Αποστόλους και οι αδελφοί του Κυρίου. «Και ην όχλος ονομάτων επί το αυτό ως εκατόν είκοσι» δια τούτο λέγουσι τινές ότι εις όλους αυτούς τους εκατόν είκοσιν εκάθισε το Πνεύμα το Άγιον εν πυρίναις γλώσσαις.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις