Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2023

τί φρονείτε εσείς οι µοναχοί και λέτε ότι πρέπει αυτούς που αδικούν να µη τους κρίνουµε; ή µε τί ασχολείσθε και απέχετε από τα αισθητά έργα;

 

Αγίου Μάρκου του Ασκητού
Περί των ακουσίων θλίψεων 

∆ΙΑΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΝΟΜΙΚΟ  

1. Ρώτησε κάποιος νοµικός ρήτορας ένα Γέροντα ασκητή λέγοντας παρακαλώ να µου εξηγήσετε, γιατί θέλω να µάθω, τί φρονείτε εσείς οι µοναχοί και λέτε ότι πρέπει αυτούς που αδικούν να µη τους κρίνουµε; ή µε τί ασχολείσθε και απέχετε από τα αισθητά έργα[1]; Για τα οποία σας κατηγορώ ευθαρσώς, διότι επαγγέλεστε την έλλειψη κρίσεως που είναι αντίθετη στους νόµους και την αργία που είναι αντίθετη στη φύση. Αν όµως το κάνετε για χάρη κάποιας θεωρίας θέλω να το γνωρίσω, οπότε αναγκαστικά θα σταµατήσω την κατηγορία και θα επαινέσω την αρετή σας. 
Ο ασκητής ευχήθηκε κατά πρώτον νοερά και έπειτα είπε έπρεπε φιλοµαθέστατε να τα πληροφορηθείς και να τα µάθεις από τους πλέον έµπειρους, γιατί εµείς είµαστε ακόµα στην τάξη των µαθητών. Επειδή όµως συ ο σοφός κατέφυγες σ' εµάς τους απαίδευτους για να εξακριβώσεις αυτά για τα οποία µίλησες, άκουσε οι µονάχοι δεν προτίµησαν διαφορετικό φρόνηµα απ' αυτό της Εκκλησίας, αλλά αγωνίζονται να κρατούν µε δύναµη το φρόνηµα του Χριστού, σύµφωνα µε τον Απόστολο που λέγει: «Να υπάρχει µεταξύ σας το ίδιο φρόνηµα που είχε κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, αν και ήταν Θεός, δε θεώρησε την ισότητά του µε το Θεό αποτέλεσµα αρπαγής, αλλά τα απαρνήθηκε όλα, πήρε µορφή δούλου και έγινε άνθρωπος». Μάθε λοιπόν ότι η εργασία αυτή είναι δώρον Θεού και πρόξενος της µεγάλης αρετής, εννοώ την ταπεινοφροσύνη. Ο ίδιος ο Κύριος έδωσε εντολή στην Εκκλησία αυτή την εργασία να εργάζεται, λέγοντας: «µην κοπιάζετε για τη φθαρτή τροφή, που προσωρινά συντηρεί, αλλά για την τροφή που τρέφει µόνιµα για την αιώνια ζωή». 
Λέγει τότε ο νοµοµαθής λόγιος
Παρακαλώ, ας γνωρίσουµε και εµείς ποιο είναι αυτό το έργο.  
Ο ασκητής απάντησε
Η εργασία αυτή είναι να ζητούµε µε προσευχή τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Αυτού, η οποία µας είπε ότι είναι µέσα µας και σ' εκείνους που την αναζητούν υποσχέθηκε όλα τα αναγκαία του σώµατος. Εµείς, λοιπόν, αυτά ακούσαµε από τον Κύριο, τα πιστεύσαµε και ο καθένας κατά τη δύναµή του τα εργάζεται. Πώς λοιπόν ισχυρίζεσαι ότι εµείς ενεργούµε έξω από τη φύση µας; Εάν σου φαίνονται αντίθετα από τη φύση έχε υπ' όψη σου ποιον κατηγορείς, γιατί ο Θεός είναι που έδωσε την εντολή. Παράλληλα και το να µη δικάζουµε όσους αδικούν, είναι εντολή Θεού. Πώς λοιπόν παρανοµούν όσοι την τηρούν, εφ' όσον ο ίδιος ο Θεός µε τον προφήτη λέγει «δική µου είναι η εκδίκησις, εγώ θα τους το ξεπληρώσω, λέει ο Κύριος», και στο Ευαγγέλιο «µην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να µη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός» και δια του Αποστόλου «Μη βιάζεστε να κρίνετε και να βγάζετε αποφάσεις», και αλλού «Μην αγωνίζεστε, αγαπητοί να πάρετε εσείς εκδίκηση», και πάλι «ποιός είσαι εσύ που θα κρίνεις έναν ξένο υπηρέτη;». Ποιός είναι λοιπόν εκείνος που ώρισε πιο δίκαιους νόµους από αυτούς και θέλει να κρίνει τους αδικούντες πριν από το Θεό ως αναµάρτητος και κατηγορεί για παρανοµία όσους προσπαθούν να φυλάξουν το νόµο του Θεού και επιπλέον ονοµάζει την ανεξικακία, κακία; 
Συνεχίζεται [2] 

 [1]. Με τα δύο πρόσωπα των συνοµιλητών, ο άγιος Μάρκος παρουσιάζει δύο διαφορετικούς δρόµους προς τη θεογνωσία, ή µάλλον δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Ο νοµικός και κατά κόσµον σοφός, είναι υπέρµαχος της καταφάσεως του κόσµου, της δράσεως µέσα σ' αυτόν. Ο προσανατολισµός του είναι ο άνθρωπος και ο κόσµος και έµµεσα ενδιαφέρεται για το Θεό. Ο γέροντας ασκητής εκφράζει την οδό της θεογνωσίας που απαρνείται τον κόσµο ως έχει. Η οδός του είναι η φυγή εκ του κόσµου, όχι τόσο τοπικά όσο ηθικά, και η στροφή της προσοχής του ανθρώπου προς την ψυχή, δια καταδύσεως του νου στην αρέµβαστο προσευχή, η οποία γίνεται η πύλη του θεϊκού φωτός. Τα αισθητά έργα που αναφέρει ο νοµικός είναι όλη η φιλανθρωπική και κοινωνική δραστηριότητα, την οποία ζητούν όλοι οι άνθρωποι της λογικής, της δράσεως, της δυνάµεως και της καταφάσεως του κόσµου. Τα στοιχεία του ορθοδόξου µοναχισµού δηλαδή το απόκοσµο, η ησυχία και η προσευχή, τους µεταφέρουν στην ατµόσφαιρα της σιωπής και της απραξίας. Ο νοµικός, αµέσως µετά, σχολιάζει ότι είναι αργία της φύσεως η αποχή από τα αισθητά έργα γι' αυτό και είναι άξια κατακρίσεως. ∆ιαχρονικά η άποψη αυτή είναι βασική αρχή της θεωρίας του ακτιβισµού, η οποία θέλει να είναι το κάθε πρόσωπο σε µία αέναο ενέργεια, σ' ένα διαρκές γίγνεσθαι, στερηµένο κάθε οντολογικού υποβάθρου. Οι δυο διαφορετικές αυτές αντιλήψεις δηµιουργούνται από την θεώρηση του κόσµου, που έχει η κάθε µία. Για τον ιδεολογικό στοχασµό που εκφράζει ο νοµικός, ο κόσµος όπως είναι, είναι «καλός λίαν». ∆εν χρειάζεται αλλαγή. Απλά µόνον βελτίωση, συµπλήρωση, πρόοδο, που γίνεται µε την ανθρώπινη προσπάθεια. Συνεπίκουρος έρχεται και ο Θεός µε τα υπερφυσικά δώρα του, τα οποία συµπληρώνουν και τελειοποιούν ό,τι υπάρχει, επικάθηνται δηλαδή στα του κόσµου. Γι' αυτό και δίνει βαρύτητα ο νοµικός στα αισθητά έργα στα οποία πέραν της φιλανθρωπικής κοινωνικής δραστηριότητος, µπορεί να λογισθούν και όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου για την πρόοδο και την ευτυχία του κόσµου. Η ίδια αντίληψη ισχύει και για τον άνθρωπο, ο οποίος είναι φύσει αγαθός, οπότε δεν χρειάζεται αλλαγή, µικρή µόνον βελτίωση µε µία κατάλληλη αγωγή, µε µία παιδεία η οποία θα συµπληρώσει το ήδη υπάρχον. Ο άνθρωπος αυτός θέλει το Θεό βοηθό στην επίγειο πρόοδό του και ευτυχία του για να βελτιώσει τη «φυσική περιουσία» του. Εντελώς αντίθετο είναι το ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνηµα, το οποίο βλέπει σε αντίθεση το Θεό και τον κόσµο, λόγω διαφθοράς του κόσµου από την ανθρώπινη αυτονοµία και αµαρτία. Εποµένως ο άνθρωπος είναι φθαρµένη εικόνα του Θεού και δεν αντανακλά πλήρως το πρωτότυπο. Γι' αυτό κινείται εκ των άνω. Αναζητά πρώτα το αληθινό πρόσωπο του Θεού, µέσα στην αποκάλυψη και τη σάρκωσή Του, και στη συνέχεια ορίζει τον άνθρωπο ως αµαρτωλό και διεφθαρµένο πρόσωπο, που καλείται σε µετάνοια και συµµόρφωση µε την εικόνα του αληθινού ανθρώπου, του Ιησού Χριστού. Γι' αυτό ο ασκητής παραιτείται από τα «αισθητά έργα», που σχετίζονται µε την ενδοϊστορική «πρόοδο» του κόσµου, και επιλέγει την πορεία της αναπλάσεως και αναµορφώσεως µέσα στην εκκλησία του Χριστού. Αρνείται και απορρίπτει την κοσµική «περιουσία» του, λογισµούς, έργα και ύλες, για να ενδυθεί τον καινό άνθρωπο. Μετέχει στο µυστήριο του Σταυρού του Χριστού και γίνεται λιθάρι ζωντανό στην οικοδοµή του νέου κόσµου, «ιδού η σκηνή του Θεού µετά των ανθρώπων, και σκηνώσει µετ' αυτών, και αυτοί λαός αυτού έσονται, και αυτός ο Θεός µετ' αυτών έσται...» (Αποκ. 21, 3).

Αγίου Μάρκου του Ασκητού
Περί των ακουσίων θλίψεων 
Μοναχού Παϊσίου Καρεώτου 

Εκδότης: Ι.ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΝΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΓ.ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις