Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Ο πρώτος που αφοσιώθηκε στον Κύριο - ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος
Ο πρώτος που αφοσιώθηκε στον Κύριο

 ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

(Από άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ στις 5/12/1954)

 

Ο κάθε ένας από τους δώδεκα Αποστόλους έχει τον ξεχωριστό του χαρακτήρα. Ο Πέτρος είναι απλός και θερμός, ο Παύλος γοργός στο πνεύμα και στο κορμί, ο Ιωάννης υψιπετής, ο Σίμων ζηλωτής, ο Θωμάς δύσπιστος, ο Ναθαναήλ αγαθός, ο Ανδρέας «πραΰς και ολιγόλογος». Ο Πέτρος, ο αδελφός του Ανδρέα λέγεται «κορυφαίος» και ο Παύλος «σκεύος εκλογής», ο Ιωάννης και ο αδελφός του Ιάκωβος λέγονται «υιοί βροντής», ο Ανδρέας λέγεται Πρωτόκλητος επειδή πρώτων τον εκάλεσε κοντά του ο Χριστός. Ο Ανδρέας και ο Ιωάννης πριν να ακολουθήσουνε το Χριστό ήτανε μαθητές του Ιωάννη του Πρόδρομου. 
Ο απόστολος Ανδρέας είχε, όπως και ο Φίλιππος, ελληνικό όνομα κι ίσως, επειδή γνώριζε την ελληνική γλώσσα, ύστερα από πολλή περιπλάνηση ήρθε στο τέλος στην Ελλάδα και μαρτύρησε στην Πάτρα. Είναι ο μόνος από τους δώδεκα Αποστόλους που μαρτύρησε στην Ελλάδα. Οι άλλοι, οι περισσότεροι τελευτήσανε στα μέρη της Ανατολής και στη Μικρά Ασία κι ο Πέτρος κι ο Παύλος μαρτυρήσανε στη Ρώμη. Η Ασία λοιπόν είναι το ιερό κοιμητήριο των Αποστόλων και των Αγίων. Η Ελλάδα άκουσε το αποστολικό κήρυγμα μοναχά από δύο απόστόλους, από τον Ανδρέα τον Πρωτόκλητο και από τον Παύλο. Αλλά από αυτούς μοναχά ο Ανδρέας μαρτύρησε στην Ελλάδα και θάφτηκε στο χώμα της. Για τούτο έχει χρέος η Ελληνική Εκκλησία να τον γιορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα. 
Τότε που πήγανε οι Έλληνες να δούνε το Χριστό και παρακαλέσανε το Φίλιππο και τον Ανδρέα να μεσολαβήσουνε επειδή ήξεραν ελληνικά, ο Κύριος με τα λόγια του φανέρωσε, πως θα δοξαζότανε με τους Έλληνες, δηλαδή πως οι Έλληνες με τη γλώσσα τους θα διαδίδανε το Ευαγγέλιό του και πως αυτός έπρεπε να σταυρωθεί για να ριζώσει η θρησκεία του με τη θυσία. Υπηρέτες αυτής της θεϊκής αποστολής θα ήτανε οι Απόστολοι κι ανάμεσά τους ο Ανδρέας προορίστηκε να γίνει ο κήρυκας του Ευαγγελίου στην Ελλάδα πριν από τον Απόστολο Παύλο. 
Κατά την Πεντηκοστή έγινε η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος κι ύστερα σκορπίσανε οι Απόστολοι για να διδάξουνε τον κόσμο αφού λάβανε «δύναμιν εξ ύψους». Ο Απόστολος Ανδρέας τράβηξε πέρα, στην ακρογιαλιά της Μαύρης Θάλασσας και κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αμισσό (Σαμψούντα) και στην Τραπεζούντα. Κατόπιν γύρισε πίσω στην Ιερουσαλήμ για να γιορτάσει το Πάσχα κι ύστερα μαζί με τον Ιωάννη πήγε στην Έφεσο. Εκεί είδε στο όνειρό του το Χριστό που τον πρόσταξε να πάγει να κηρύξει το Ευαγγέλιο στους Σκύθας και στους Βιθυνούς. Αμέσως μίσεψε και έφθασε στη Βιθυνία κι εκεί κάθιζε δυο χρόνια. Έπειτα πήγε πάλι στη Μαύρη Θάλασσα και μετά καιρό γύρισε πάλι στα Ιεροσόλυμα. Από εκεί τράβηξε μέσα από τη Μεσοποταμία και από την Καππαδοκία κι έφθασε στα βορινά ακρογιάλια της Μαύρης Θάλασσας, σε μέρη που κατοικούσανε άνθρωποι άγριοι, οι Σκύθες και τους κήρυξε το Ευαγγέλιο, ώσπου έφτασε στο Κίεβο που ήτανε η ιερή πολιτεία της ειδωλολατρίας, κι εκεί δείχνεται ακόμη το χαμοβούνι που έμπηξε το Σταυρό, λεγόμενο σλαδωνικά «Ανδρεγεφσκαγιά γόρα», δηλαδή βουνό του Αγίου Ανδρέα. 
Ύστερα πήγε στον Καύκασο και κήρυξε το Χριστιανισμό, έφθασε κάτω ως τη Σεβάστεια, πού ήτανε τότε η μητρόπολη της Αρμενίας, μετά λένε πως πήγε ως τη Χορασμία της Σογδιανής, το σημερινό Χαρασσάν και τέλος γύρισε πίσω στη Σινώπη κι από εκεί μπαρκάρισε σ’ ένα καράβι και πήγε στο Βυζάντιο που τότε ήτανε ακόμη ένα χωριό κι εκεί σύστησε τη πρώτη χριστιανική κοινότητα από τη οποία άνθισε υστερώτερα η Νέα Σιών, η μητρόπολη της Χριστιανοσύνης, η Κωνσταντινούπολη. Εκεί έχτισε εκκλησία της Παναγίας και χειροτόνησε επίσκοπο τον Άγιο Στάχων, έναν από τους εβδομήντα Αποστόλους . 
Από το Βυζάντιο πήγε στη Θράκη, πέρασε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, και τέλος κατέβηκε στον Μοριά και καταστάθηκε στην Πάτρα, που ήτανε τότε η σπουδαιότερη πολιτεία της Ελλάδας μαζί με την Κόρινθο και μεγάλο λιμάνι, που είχε μεγάλη δοσοληψία με τη Ιταλία. Αυτή η πολιτεία ήτανε τότε γεμάτοι από Ρωμαίους κι έβραζε από την ακολασία. Είχε ένα πλήθος αμέτρητο από ναούς της ειδωλολατρίας και από αγάλματα ξετσίπωτα. Εκεί λατρευόντανε απάνω απ’ όλους τους ψευτοθεούς η Αφροδίτη κι ο Βάκχος και γινόντανε διάφορες τελετές αδιάντροπες, σαν τα ελεεινά εκείνα Φαλληφόρια, Σόδομα και Γόμορρα! 
Ανθύπατος της Αχαΐας ήτανε τότε ένας ντόπιος λεγόμενος Αιγεάτης, σκύλος λυσσασμένος της ειδωλολατρίας. Τη γυναίκα του τη λέγανε Μαξιμίλλα. Ο άγιος Ανδρέας γρήγορα κέρδισε πολλές ψυχές με το κήρυγμά του και με τα θαύματα που έκανε. Βάφτιζε τον κόσμο κοντά σε μια πηγή που τη λέγανε «Πηγή της Δήμητρας» και που τώρα τη λένε «Πηγάδι του Αγίου Ανδρέα». Στο μεταξύ ο Αιγεάτης πήγε στη Ρώμη κατά προσταγή του Νέρωνα και στη θέση του άφησε τον αδελφό του Στρατοκλή. Αυτός είχε έναν υπηρέτη άρρωστο και τον συμβούλεψε η Μαξιμίλλα να τον πάγει να τον γιατρέψει ο Άγιος Ανδρέας, όπως είχε γιατρέψει κι αυτή. Και πράγματι τον γιάτρεψε. Τότε ο Στρατοκλής, μαζί με τη Μαξιμίλλα, τη νύφη του, πιστέψανε στο Χριστό και βαφτισθήκανε. 
Σαν γύρισε στη Πάτρα ο Αιγεάτης κι έμαθε πως αλλαξοπιστήσανε η γυναίκα του κι ο αδελφός του, πρόσταξε να πιάσουνε τον Ανδρέα και να τον φυλακίσουνε, Κι επειδή η Μαξιμίλλα δεν γνώριζε τον Αιγεάτη για άνδρα της, αν δεν γινότανε χριστιανός, έδωσε διαταγή να τον σταυρώσουνε. Ο άγιος Ανδρέας δεν ήξερε με τι θάνατο θα τον θανατώνανε. Σαν είδε λοιπόν τον σταυρό χάρηκε πολύ που θα αξιωνότανε να σταυρωθεί σαν τον Κύριό του. Σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκανε τη προσευχή του, ύστερα ασπάσθηκε τον σταυρό του και βλόγησε τα λαό. 
Σταυρώθηκε ο Πρωτόκλητος, ο αγιασμένος κριός, που βάδισε πρώτος μπροστά στην ποίμνη το Χριστού, γέροντας παραπάνω από εβδομήντα χρονών, με ανδρεία θαυμαστή, ο επώνυμος της ανδρείας. Η παράδοση λέγει πως ο σταυρός απάνω στον οποίο παράδωσε τα πνεύμα του ήτανε καμωμένος από δυο κομμάτια ξύλο σε σχήμα Χ και πως παρακάλεσε να τον σταυρώσουνε με το κεφάλι προς τα κάτω, κρίνοντας πως δεν είναι άξιος να σταυρωθεί όρθιος όπως ο Χριστός. 
«Σταυρόν κατακεφαλής τριακοστή Ανδρέας έτιλη» 
Η σταύρωση του Αγίου Ανδρέα έγινε στις 30 Νοεμβρίου στον τόπο που βρίσκεται σήμερα η εκκλησιά του, κοντά στη θάλασσα. Είναι χτισμένη απάνω στα ερείπια του ναού της Δήμητρας. Μέσα στην εκκλησιά υπάρχει ακόμα ο τάφος του, πλην το ιερό λείψανο του δεν υπάρχει μέσα γιατί το πήγανε στη Ιταλία τ’ αδέρφια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το Ταβάνι της εκκλησιάς είναι ζωγραφισμένο από τον Δημήτριο Βυζάντιο, που ήταν αγιογράφος και συγγραφέας κι έχει γραμμένη τη Βαβυλωνία. Αυτά τα έργα είναι μέτρια, καμωμένα κατά τον ιταλικό τρόπο. Αλλά η κιτρινάδα του καιρού τα έκανε σεβάσμια και συμπαθητικά. 
Οι Πατρινοί, που στον τόπο τους κήρυξε και μαρτύρησε ο Πρωτόκλητος των Αποστόλων έχουνε χρέος να κάνουνε γι αυτόν μια εκκλησία άξιά του στη θέση του σημερινού κακότεχνου κτίσματος, που κατορθώσανε να κάνουνε γιατί όλοι τους νομίσανε πως είναι ειδικοί και αρχιτέκτονες. Να κάνουνε μια εκκλησία βυζαντινή απάνω σε παλιό σχέδιο του Αγίου Όρους ή της Θεσσαλονίκης, ώστε ερχόμενος κανένας από τη Ευρώπη να βλέπει ένα κτίριο που να φανερώνει πως αντικρίζει πολιτεία ελληνική ορθόδοξη. Ας αφήσουνε τις φραγκοεπιδείξεις κι ας αποφασίσουνε πια να τελειώσει αυτό το ατελείωτο ζήτημα Ας αναθέσουνε σ’ ένα αρχιτέκτονα αυτή τη δουλειά, με τη συμφωνία να δουλέψει απάνω σε παλιά βυζαντινά σχέδια, αντί να μπαλώνει τα αμπάλωτα.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2024

Ο όσιος Διόδωρος, κτίτορας της Μονής του όρους Αγίου Γεωργίου


 

Ο όσιος Διόδωρος, κτίτορας της Μονής του όρους Αγίου Γεωργίου
 27 Νοεμβρίου
Ο όσιος Διόδωρος γεννήθηκε στα τέλη του 16ου αιώνα στην περιοχή της λίμνης Ονέγκα, στη βόρειο Ρωσία. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι για να επισκεφθεί τη Μονή Σολόφκι και ζήτησε να γίνει δεκτός εκεί. 
Για τρία χρόνια επέδειξε τέτοιο ζήλο στα διακονήματα και τέτοια τελειότητα στις άγιες αρετές, που ο ηγούμενος δέχθηκε να τον ενδύσει με το άγιο αγγελικό Σχήμα και εμπιστεύθηκε την πνευματική του καθοδήγηση σε έναν άγιο άνθρωπο, τον Ιωσήφ. Αυτός ήταν μέγας θαυμαστής των άθλων των γερόντων αναχωρητών. Ενέπνευσε στον νέο τον έρωτα της ησυχαστικής πολιτείας και του γνώρισε ορισμένους ερημίτες που ζούσαν τότε στα δάση γύρω από το μοναστήρι, σε συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες, λόγω της τραχύτητας του βορείου κλίματος. 
Ο Διόδωρος (Δαμιανός) συνήθιζε να τους επισκέπτεται για να τους πηγαίνει μερικά τρόφιμα και να συνομιλεί μαζί τους. Κατέληξε μάλιστα να περνά όλο τον χρόνο του σχεδόν στο δάσος οδηγώντας και άλλους μοναχούς προς τον ερημητικό βίο. 
Η υπόλοιπη αδελφότητα παραπονέθηκε στον ηγούμενο και εκείνος ανάγκασε τον Δαμιανό και τους συντρόφους του να επιστρέψουν στη μονή. Ο όσιος κλείσθηκε για πεντέμισι μήνες στο νοσοκομείο της μονής ως τιμωρία. Όταν τελείωσε ο περιορισμός του, έφυγε κρυφά από το μοναστήρι και παίρνοντας το καράβι έπλευσε τον ποταμό Ονέγκα αναζητώντας πρόσφορο τόπο. 
Εγκαταστάθηκε σε ένα κελλί στις όχθες της λίμνης Κένο, αλλά μετά από λίγο εκδιώχθηκε από τους χωρικούς της περιοχής αφού τον ξυλοφόρτωσαν. Από εκεί μετέβη κοντά στη λίμνη Βοδλά και έκτισε κελλί σε έναν τόπο τόσο άγριο, που έμεινε εκεί για επτά χρόνια σε απόλυτη ησυχία. Εν συνεχεία, ένας άλλος εραστής της ερήμου, ο Πρόχορος, ήλθε να τον συναντήσει και μαζί συνέχισαν τους αγώνες τους μέχρι που μετά από ένα όραμα ανέλαβαν την ίδρυση μιας μεγάλης μονής αφιερωμένης στην Αγία Τριάδα, στο όρος Αγίου Γεωργίου (Γιούρυ). 
Ο όσιος εύκολα εξασφάλισε την άδεια του τσάρου Μιχαήλ Φεδώροβιτς και έλαβε σημαντική δωρεά από τη μητέρα του τσάρου – η οποία έγινε μοναχή με το όνομα Μάρθα († 1645) –, από πλούσιους εμπόρους και από τη Λαύρα του Αγίου Σεργίου. Παρά το πλήθος των δοκιμασιών και των πειρασμών εκ μέρους των δαιμόνων κατόρθωσε να κτίσει τρεις μεγάλες εκκλησίες και μεγάλο αριθμό κελλίων (1626). Έχοντας αναλάβει το θεάρεστο τούτο έργο με μόνον τον συνασκητή του Πρόχορο, ο όσιος αναλάμβανε τις πλέον ταπεινωτικές εργασίες και συνέχισε να τις εκτελεί ακόμα κι όταν αυξήθηκε η αδελφότητα. 
Μία ημέρα, ένας φθονερός μοναχός, ο Θεοδόσιος, επιτέθηκε στον όσιο και τον άφησε σχεδόν νεκρό στο δάσος. Ο Διόδωρος κατάφερε παραταύτα να φθάσει στο κελλί του. Μόλις ο Θεοδόσιος τον είδε μπροστά του έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του ζητώντας του να τον συγχωρήσει και να μην αποκαλύψει στους αδελφούς την κακή πράξη του. Ο όσιος, ανίκανος για οποιαδήποτε μνησικακία, τον συγχώρεσε. 
Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για τον Θεοδόσιο. Καταπιάστηκε να στρέψει εναντίον του οσίου τους δοκίμους και λίγο αργότερα έφυγε από το μοναστήρι με δεκαεπτά από αυτούς παίρνοντας μαζί του το ταμείο της αδελφότητας. Ο Διόδωρος δεν τους κράτησε κακία και έμεινε αδιάφορος απέναντι στην οικονομική απώλεια. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η απώλεια της ψυχής των δύστυχων αυτών και προσευχόταν θερμά υπέρ αυτών. Μέσα σε τούτες τις δοκιμασίες, ευχαριστούσε τον Θεό και εγκαρτερούσε με απέραντη υπομονή. 
Η μονή ευημερούσε χάρη στις προσευχές και στις θεόπνευστες διδαχές του οσίου Διοδώρου. Την παραμονή ενός ταξιδιού του για υποθέσεις του μοναστηριού, συγκέντρωσε γύρω του τους πιο κοντινούς μαθητές του, τους προείπε το επικείμενο τέλος του, όρισε διάδοχό του και τους άφησε τις τελευταίες παραινέσεις του για τη σωτηρία των ψυχών. 
Εκοιμήθη ταξιδεύοντας προς το Καργοπόλ, στις 27 Νοεμβρίου 1633. Τα τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν στη μονή και επιτελούν πολλά θαύματα.

 «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ

 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ
Ο Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης γεννήθηκε στις αρχές 6ου αι. στην Αδριανούπολη της Παφλαγονίας. Ονομάστηκε Κ ι ο ν ί τ η ς, δηλαδή Στυλίτης, γιατί έμεινε για διάστημα εξήντα επτά χρόνων πάνω σε ένα κίονα στην έρημο, με προσευχή και σκληρή άσκηση. Η αγία κάρα του βρίσκεται στην αγιορειτική μονή του Κουτλουμουσίου και η μνήμη του τελείται στις 26 Νοεμβρίου. 
Νεαρός ακόμη, ο μέγας Αλύπιος, έχοντας την καρδιά πυρωμένη από την αγάπη στον Θεό, προβληματιζόταν τί να κάνει στην παρούσα ζωή, για να κατορθώσει την ολοκληρωτική και παντοτινή συμβίωσή του με Αυτόν που ποθούσε, την ολοκάθαρη θεωρία Εκείνου με όλο του το νου και τη γνήσια ένωση μαζί Του. Αποφάσισε λοιπόν ν’ απαρνηθεί τα πάντα και να φύγει, φυσικά μακριά από φίλους , συγγενείς, γνωστούς, κι από την ίδια του την μητέρα, διαλέγοντας τον αγαθό δρόμο της ησυχαστικής ζωής. Την απόφαση αυτήν εμπιστεύθηκε μόνο στην μητέρα του. 
-Μάνα, της είπε, με κυρίεψε πόθος φλογερός να πάω κατά την ανατολή, όπου πολλοί έζησαν θεάρεστα και μακάρια, διαλέγοντας τον ησυχαστικό βίο. Κατευόδωσέ με λοιπόν σ’ αυτό το δρόμο και δώσε μου τις ευχές σου σαν φυλαχτό. 
Σαν άκουσε εκείνη αυτά τα λόγια, δεν έπαθε τίποτε απ’ όσα παθαίνουν οι γυναίκες, όταν ακούνε παρόμοιες αποφάσεις των παιδιών τους. Δεν προέβαλε σαν εμπόδιο τη χηρεία της ούτε την μοναξιά της. Δεν είπε πως είναι πράγμα ασήκωτο για τις μανάδες να χάνουν ένα γιό τόσο καλό, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο. Δεν προσπάθησε να ματαιώσει την πρόθεση του αγαπημένου της παιδιού. Ποθούσε, βλέπετε, πραγματικά το συμφέρον του γιού της πιο πολύ από το δικό της. Αντίθετα, σήκωσε τα μάτια, άπλωσε τα χέρια και συγκέντρωσε όλη της τη σκέψη σε προσευχή. Ύστερα είπε: 
-Πήγαινε, παιδί μου. Πήγαινε εκεί πού σε οδηγεί η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Να, ο Θεός, που σ’ Αυτόν μέσα ζούμε και σ’ Αυτόν σε παραδίδω , θα στείλει τον άγγελό Του μπροστά σου, για να σε οδηγήσει όπου είναι το θέλημα Του. Άμποτε να σου στείλει βοήθεια από το άγιο κατοικητήριο Του και από την ουράνια Σιών να σε προστατεύει. Να σου φορέσει σαν θώρακα την δικαιοσύνη και να σου βάλει την περικεφαλαία της σωτηρίας. Σαν ήλιος του μεσημεριού να λάμψη η αρετή στα έργα σου, που χάρη σ’ αυτά αγάπησες τον Δεσπότη Χριστό περισσότερο από γονείς και από πατρίδα. 
Έτσι, βάζοντας την αρετή πιο πάνω από τη μητρική φύση, δεν προσπάθησε να κάνει ή να πει τίποτε ανάξιο της. 
Έπειτα, μετά την ευχή, ο γιός τυλίχθηκε στο λαιμό της μάνας κι η μάνα αγκάλιασε με λαχτάρα το γιό, και βρέχονταν και οι δυό τους με θερμά δάκρυα. Και αφού καταφιλήθηκαν, χωρίστηκαν. Η μάνα κίνησε για το σπίτι, και ο γιός πήρε το δρόμο που ποθούσε. 
Ποθώντας την τελειότητα ανέβηκε στην κορυφή ενός στύλου. Στη βάση του στύλου του, με την προσέλευση πολλών μαθητών, δημιουργήθηκαν δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, τα οποία ο όσιος καθοδηγούσε πνευματικά. Αλλά και η ίδια η μητέρα αργότερα εγκαταστάθηκε κάτω από τον κίονα, και έλαβε από τον γιό της το αγγελικό Σχήμα.  


Ἀπό το Συναξάρι του Αγίου

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, 
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 18ο, στίχοι 18 ἕως 27, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 28-11-2010.

Τό ἀφετηριακό ἐρώτημα τό ὁποῖο ὑποβάλλει αὐτός ὁ ἄρχων στόν Χριστό εἶναι ἐρώτημα πανανθρώπινο καί διαχρονικό. Τό ἀκούσατε καί τό ξέρετε πολύ καλά: «Τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή». Ἀλλά αὐτό τό γενικό ἐρώτημα ἔτσι μόνο του δέν λέει τίποτε, γιατί μπορεῖ κάποιος νά τό ἀπαντήσει φιλοσοφικά, νά τό ἀπαντήσει μέ λογισμικά συστήματα ἄλλων θρησκειῶν, ἀλλά πρέπει νά τό ἀκουμπήσει χριστιανικά τε καί ὀρθόδοξα αὐτό τό ἐρώτημα καί νά βρεῖ τά βαθύτατα ἐρείσματά του γιά νά γίνει καί μιά βιωματική πραγματικότητα. 
Νά μποῦμε στήν ἀνάλυση τῆς πορείας, ἀλλά νά ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα -ἄς τό πῶ ἔτσι- σάν κατήχηση, γιά νά μείνει στή μνήμη τοῦ λαοῦ. «Ποιά εἶναι ἡ διαχρονικότητα, ἀπό πότε ἀρχίζει ἡ αἰωνιότητα;» εἶναι τό πρῶτο ἐρώτημα καί τό δεύτερο: «σέ ποιά ἐμβέλεια βιώνεται πάνω μου καί ποῦ ἀλλοῦ πιάνει;» καί μετά: «ποιός ὁ τρόπος;». Θά ἀπαντήσω ὅπως εἶπα κατηχητικά στά δύο πρῶτα ἐρωτήματα, «ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλεια;». Ἡ αἰωνιότητα εἶναι αἰωνιότητα, ἀλλά ἀπό ποῦ ἀρχίζει; Ὁ Χριστός δίνει μιά σαφέστατη ἀπάντηση, γιατί ἀπαντάει μέ τά πρῶτα λόγια «οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις» - ἀπό τώρα. Νά λοιπόν μιά πεντακάθαρη ἀπάντηση: Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό τώρα. Αὐτό δέν κουβεντιάζεται, θεολογικά. Δίνεται ἔτσι ἁπλά δοσμένη ἡ ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό. Ποιά εἶναι ἡ ἐμβέλειά του; Ἀκουμπάει τόν νοῦ μου, τή διάνοιά μου, τά προσωπικά μου, τά ἀτομικά μου, ἤ ἀκουμπάει καί τίς κοινωνικές δομές; Καί πάλι ἡ ἀπάντηση δίνεται μέ πολύ λιτό τρόπο ἀπό τόν Χριστό, ὅταν λέει: «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου καί δῶσε τοῖς πτωχοῖς». Ἀκουμπάει ἄρα καί τό κοινωνικό θέμα. Βλέπετε, τό λέω σάν κατήχηση γιά νά συλλαμβάνουμε ἁπλές ἀπαντήσεις ἀπό τά λιτά καί συγκλονιστικά βαθιά λόγια τοῦ Χριστοῦ. 
Τώρα νά πᾶμε στήν οὐσία τοῦ θέματος. Αὐτά ἦταν τά εἰσαγωγικά σημεῖα πού εἶπα νά τά ξέρετε σάν κατήχηση. Ποιός εἶναι ὁ τρόπος γιά νά μπορῶ νά κληρονομήσω τήν αἰώνια Βασιλεία; Ὁ Χριστός ἀκολουθεῖ ἕνα δρόμο, καί πάλι ἁπλό καί λιτό, τόν ὁποῖο ἀκολούθησε ὅλη ἡ Ἐκκλησία μας στίς ἐκφράσεις τῆς σωτηριολογίας της ἤ στόν δρόμο τῆς νηπτικῆς θεολογίας τῆς καθάρσεως. Νά ἀκολουθήσουμε λοιπόν τόν δρόμο τοῦ Χριστοῦ γιατί εἶναι δρόμος μας, ὁ ὁποῖος πιάνει, ὅπως εἶπα, καί τό πρόσωπό μας καί τά κοινωνικά δεδομένα μετά ἀπό τό πρόσωπό μας. 
Ξεκινάει πρῶτα-πρῶτα ὁ Χριστός ἀπό μερικές προτάσεις τοῦ Δεκαλόγου: «Οὐ μοιχεύσῃς, οὐ κλέψῃς, οὐ φονεύσῃς». Πρῶτα-πρῶτα ξεκινάει ἀπό τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως ἀνθρωπίνων πραγμάτων πού τά ἀντιμετωπίζεις λανθασμένα. Τό «οὐ μοιχεύσῃς» σημαίνει μιά διαστρέβλωση μιᾶς ἀνθρώπινης λειτουργίας, ὅπου μιά ἀνθρώπινη λειτουργία διαστρεβλώνεται καί λειτουργεῖ σάν ἀνάγκη πού καταστρέφει τό πρόσωπό σου. Ἄρα ξεκινάει ὁ Χριστός ἀπό τίς προσωπικές στάσεις καθάρσεως πάνω στά προσωπικά μας πάθη πού προέρχονται ἀπό λανθασμένη ἀντιμετώπιση λεγομένων λανθασμένων ἀναγκῶν. Ἀκόμη καί τό «οὐ κλέψῃς»: μιά λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας. Ἡ πείνα εἶναι ἕνα δεδομένο ἀνάγκης, ἀλλά [ἡ κλεψιά εἶναι] λανθασμένη ἀντιμετώπιση τῆς πείνας. 
Ξεκινάει ὁ Χριστός, βλέπετε, ἀπό τά πρῶτα, τά ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Πάει λίγο βαθύτερα μετά ὅταν μπαίνει στό «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς», ὅταν πηγαίνει στό «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου». Θίγει τά δεδομένα τῆς βαθύτερης ἐκφράσεως τῆς διαστρεβλώσεως τῆς προσωπικῆς μας τάσεως πρός τή ζωή - τοῦ ἐγωισμοῦ δηλαδή. Ὅταν λέει «τίμα τόν πατέρα σου» σημαίνει ἐδῶ πέρα ὅτι ὑπάρχει μιά στρέβλωση στίς σχέσεις τίς ἀνθρώπινες. Ὅταν λέει «οὐ ψευδομαρτυρήσῃς» κρύβεται μιά ὑποκρισία γιά νά μπορεῖς νά σταθεῖς ὄρθιος, νά δώσεις καλό κοινωνικό πρόσωπο μέ ἕνα λανθασμένο τρόπο. Ἀφοῦ λοιπόν ἀκούμπησε τή λανθασμένη χρήση τῶν ἀναγκῶν, πηγαίνει στή βαθύτερη ἔκφραση τῆς λανθασμένης χρήσεως τοῦ «ἐγώ» καί τῆς προσωπικότητάς μας ἡ ὁποία, διαστρεβλούμενη, προβάλλει ἄλλο πρόσωπο ἀπό αὐτό πού εἶναι. 
Βλέπετε, ἡ πορεία εἶναι νηπτική: Οἱ ἀνάγκες, τό πρόσωπο, ὁ ἐγωισμός· καί μετά, μέσα σέ αὐτή τήν πραγματικά ἐκρηκτική λιτότητα τοῦ κειμένου καί τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, -μέσα ἀπό τό προσωπικό, μέσα ἀπό τή νήψη τήν προσωπική- περνάει στό θέμα τό κοινωνικό. Λέει: -τώρα προσέξτε- «πώλησε τά ὑπάρχοντά σου “καί διάδος πτωχοῖς”». Πρῶτα-πρῶτα ἐδῶ χρειάζεται μιά ἀπελευθέρωση ἀπό τά δεσίματα πού ἔχουμε μέ τά πράγματα, γι᾽ αὐτό εἶναι μιά ἐσωτερική κατάσταση, μιά ἀπελευθέρωση. Ἄρα εἴμαστε δουλωμένοι καί μᾶς ζητάει ὁ Χριστός νά κάνουμε μιά ἀπο-δούλωση καί -προσέξτε- «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου» ἀλλά δέν λέει κάνε τα κάτι ἄλλο, νά τά βάλεις στό χρηματιστήριο. Λέει: «διάδος πτωχοῖς». Σέ αὐτό τό σημεῖο ἀκριβῶς γίνεται τό πέρασμα στό κοινωνικό μέγεθος, ἀκριβῶς σέ αὐτό τό καίριο σημεῖο· καί λέει μετά ὅτι πόσο δύσκολο εἶναι ἕνας πλούσιος νά μπεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί αὐτό δέν τό κάνει. Ἤδη ἀξιοποίησε τήν ἐσωτερική πορεία, τή νηπτική πορεία τῆς μετανοίας, τῆς λανθασμένης χρήσεως τῶν ἀναγκῶν, τῆς τάσεως τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Πηγαίνει στό κοίταγμα τῆς ἐλευθερίας ἀπό τά πράγματα (καίριο σημεῖο). «Διάδος πτωχοῖς» -προσέξτε- «καί ἀκολούθει μοι». Ἀκόμη καί ἄν τά πουλήσεις κι ἀκόμη ἄν τά δώσεις στούς φτωχούς καί δέν μέ ἀκολουθήσεις, αὐτό δέν θά σέ ὁδηγήσει στή σωτηρία. 
Ἐδῶ τό θέμα γίνεται κεντρικό. Ὁ Χριστός γίνεται τό κέντρο καί ὅλα αὐτά γίνονται γιά τόν Χριστό. Δέν γίνονται γιά νά κάνουμε φιλανθρωπία, γιά κανένα κοινωνικό σύστημα, γιά κανένα φιλανθρωπικό ὀργανισμό. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ξεπερνάει μέν ὁποιοδήποτε παραλήρημα κάποιου καπιταλιστικοῦ συστήματος πού στρέφει τό πρόσωπό μας στήν ἐγωιστική χρήση τοῦ κόσμου καί ὁποιουδήποτε ἀριστερίστικου συστήματος, τό ὁποῖο μιλάει γιά φιλανθρωπική ἰσότητα τῶν πραγμάτων, ἀλλά εἶναι χωρίς Χριστό. Λέει «καί ἀκολούθει μοι» καί διαλύει τό ὁποιοδήποτε κοίταγμα τῶν παρατηρήσεων γιά τά συστήματα, κάνει δηλαδή μιά πρόσθετη θεραπευτική γιά τό σύνολο τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα θεραπεύεται ὁ ἄνθρωπος καί θεραπεύεται ταυτόχρονα καί αὐτό πού λέμε: «τρόπος λειτουργίας τῶν συστημάτων τοῦ κόσμου». Χωρίς αὐτό τό πράγμα δέν μπορεῖ νά βιωθεῖ ἀπό τώρα -τό εἴπαμε αὐτό, τό ξεκαθαρίσαμε, μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ- ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
Ἐκεῖ μέσα κρύβονται ὅλες οἱ κρίσεις μας (οἱ προσωπικές μας κρίσεις, οἱ ἀποτυχίες μας, οἱ μελαγχολίες μας, τά λεγόμενα ψυχολογικά μας) καί οἱ κρίσεις τοῦ κόσμου, οἱ πολιτικές καί οἱ κοινωνικές. Ὅλη αὐτή τήν πορεία, ἄν τήν ἀκουμπήσεις κάπου σχετικά καί ὄχι ἀπόλυτα, στήν πορεία αὐτή τήν ἀπόλυτη μέχρι «καί ἀκολούθει μοι» - ἀλλά ὄχι μόνο τό «ἀκολούθει μοι»· καί τά προηγούμενα, τά νηπτικά τῆς καρδιᾶς καί ἀπελευθέρωσης ἀπό τά πάθη καί ἀπό τό δέσιμο μέ τά πράγματα πού ἔχεις γύρω σου - τότε δέν δίνεις ἀπάντηση στό ἐρώτημα καί δέν ἀπαντᾶς προσωπικά τό ἐρώτημα γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ («πῶς θά ζήσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;»). Μπορεῖ νά καταλήξεις νά μιλᾶς γιά μιά μελλοντική Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τώρα νά ζεῖς σέ μιά μεγάλη ἀπελπισία, ὁπότε εἶναι μιά τραγωδία αὐτό τό κοίταγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τώρα νά κάνεις μερικές καλές πράξεις, νά λές «νά, ἐγώ βοηθῶ κάποιους» καί νά μήν ἀκολουθεῖς τόν Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά διορθώσεις τά συστήματα χωρίς νά ξέρεις Χριστό κι αὐτό εἶναι μιά τραγωδία. Νά πᾶς νά πεῖς ὅτι: «θά κάνω τά συστήματα νά ἀλλάξουν μέ τόν Χριστό» καί χωρίς νά ζεῖς τόν Χριστό νά λές ὅτι εἶσαι χριστιανός, πού θά ἀλλάξει τό σύστημα καί πάλι μιά τραγωδία. Καί ἐδῶ δίνεται μιά συγκλονιστική ἀπάντηση, στό καθολικό ἐπίπεδο πιά, τῆς κρίσεως τοῦ κόσμου, πού εἶναι προσωπική τε καί κοινωνική, μέσα ἀπό αὐτό τό ὁριστικό πεδίο τῆς προσωπικῆς καθάρσεως, τῆς κοινωνικῆς καθάρσεως, ἐν Χριστῷ. 
Γι᾽ αὐτό, αὐτό τό κείμενο εἶναι πραγματικά καθοριστικός ὁδηγός γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀναζητήσεις τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπαϊόντων, ἐπιστημόνων, πολιτικῶν, οἰκονομολόγων καί σέ ὅλα τά ἄλλα ἐπίπεδα, πού ψάχνουν καλά, ψάχνουν τίς αἰτίες τῆς κρίσεως γιά νά τίς θεραπεύσουν καί δέν μποροῦν ποτέ νά δώσουν ἀπάντηση ἄν δέν δοῦν αὐτό τό κείμενο. 
«Δεῦρο ἀκολούθει μοι» λέει «καί διάδος πτωχοῖς» καί τότε δίνεται ἡ λύση τοῦ προβλήματος. Ἡ πορεία τοῦ χριστιανοῦ εἶναι μιά πορεία ἐλευθερίας: ἐλευθερίας ἀπό τά πάθη του, ἀπό τά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα δεσμεύεται καί ἀπό τίς ἰδέες πού τόν δεσμεύουν γιά νά μήν μπορεῖ νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Διαβάστε τό κείμενο. Μελετῆστε το, ὄχι ἁπλῶς γιά ὁποιαδήποτε κουλτούρα, [ἀλλά] γιατί εἶναι θέμα ζωῆς. Αὐτό τό θέμα μᾶς καίει. Ἤ ζοῦμε ἤ πεθαίνουμε.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2024

Άγιος Μάρτυς Μένιγνος ο Κναφεύς, προστάτης των χημικών


 Άγιος Μάρτυς Μένιγνος ο Κναφεύς, προστάτης των χημικών. 

 22 Νοεμβρίου.
Κάραν, κναφεῦ Μένιγνε, τμηθεὶς ἐκ ξίφους,
Κνάπτεις σεαυτόν, κἂν ῥύπους εἶχες, πλύνῃ. 
Ο Άγιος Μάρτυς Μένιγνος ανήκει στο πολυάριθμο νέφος των μαρτύρων του 3ου αιώνος. Τότε που βασίλευε ο σκληρός και θηριώδης αυτοκράτορας Δέκιος (251 μ.Χ). Η καταγωγή του μάρτυρα είναι ο Ελλήσποντος και συγκεκριμένα η πόλη της Παρίου, που έκτισαν οι κάτοικοι της νήσου Πάρου μεταξύ Κυζίκου και Λαμψάκου. Το επάγγελμά του είναι ταπεινό. Είναι ένας επιμελής κναφέας. Λευκαίνει δηλαδή και καθαρίζει ή βάφει υφάσματα. Πιο πολύ όμως φροντίζει να διατηρεί το χιτώνα της ψυχής του καθαρό από σπίλους αμαρτίας. 
Με έκπληξη και αυτός παρακολουθεί τα όσα συμβαίνουν στους πιστούς χριστιανούς. Τις συλλήψεις, τους δαρμούς, τις φυλακίσεις του σε σκοτεινούς τόπους και τις σκληρές τιμωρίες. Τους έδεναν τα πόδια στο βασανιστικό όργανο του ξύλου. 
Βρισκόμενος κάποια μέρα στην αγορά, εκεί όπου τα νέα διαδίδονταν αστραπιαία, άκουσε είδηση θαυμαστή: ότι ο «Θεός με θαυματουργική επέμβαση αγγέλου απελευθέρωσε τους φυλακισμένους ομολογητές της πίστεως». Στο άκουσμα αυτής της είδησης δυνατή φλόγα άναψε μονομιάς την ψυχή του. Η φλόγα του πόθου του μαρτυρίου. Ποθεί με ιερή λαχτάρα να βαφεί η ψυχή του με το αίμα του μαρτυρίου και να στολιστεί με λαμπρά διαδήματα για τη σωτηρία της ψυχής του, για τη δόξα της εκκλησίας του Χριστού. Και ο κύριος ο καρδιογνώστης δεν άργησε να απαντήσει στον ιερό του πόθο. 
Είχε κατεβεί στο ποτάμι ο Άγιος Μένιγνος και έπλενε τα ρούχα, όταν άκουσε μια γλυκιά ουράνια φωνή: «Μένιγνε, έλα σε μένα και θα σου δώσω πολλή χάρη». 
Το ουρανόσταλτο άγγελμα επαναλήφθηκε και δεύτερη φορά: «Μένιγνε, έλα προς εμένα, για να απολαύσεις τα αγαθά που έχουν ετοιμαστεί για όσους αγαπούν το όνομά μου». Έλα προς εμένα!… Τι φωνή ήταν αυτή! Μαγνήτης ήταν. Πρόσκληση ήταν για μαρτύριο, για δόξα, για μακαριότητα. 
Τακτοποίησε λοιπόν αμέσως τις υποθέσεις ξένων ρούχων. Και άφοβα έφθασε μπροστά στο δικαστή για να δώσει τη μαρτυρία του… Την ώρα όμως εκείνη ο δικαστής έτυχε να απαγγέλει «τα γράμματα του Βασιλέως». Επρόκειτο για διάταγμα του αυτοκράτορα για νέο διωγμό. Και τότε μια αγανάκτηση ώθησε τον Άγιο Μένιγνο προς το δικαστήριο. Δεν άντεξε στο άκουσμα των παρανοϊκών και αδίκων διωγμών κατά των αθώων χριστιανών… Άρπαξε το βασιλικό έγγραφο. Το έσκισε και το καταπάτησε λέγοντας: «Εν ονόματι του Ιησού Χριστού του Θεού μου, καταπατώ τα παράνομα του βασιλέως Δεκίου προστάγματα». 
Η ώρα της δόξας είχε φτάσει για το Μάρτυρα. Τον έριξαν βίαια κάτω. Τον πάτησαν με μίσος. Τον κρέμασαν έπειτα στο ξύλο. Ξέσκισαν ανελέητα τις σάρκες του. Του έκοψαν ακόμη και τα δάχτυλα που τόλμησαν να βεβηλώσουν το ειδωλολατρικό επίσημό τους έγγραφο. Και ο μάρτυρας καρτερούσε προσευχόμενος. Η σύζυγός του έστεκε στο πλευρό του και έκλαιγε… Ο θάνατος αυτός «τους χάριζε την αληθινή, την πνευματική, την αιώνια ένωση», διότι «μόνο όσοι μένουν με το Θεό ενωμένοι – και υπακούουν στο θέλημά του – δεν είναι δυνατόν να χωρισθούν ποτέ». 
Το μαρτύριο του Αγίου Μενίγνου έφτασε στο τέλος του. Σε λίγο δόθηκε η εντολή: «Να αποκεφαλισθεί με ξίφος»… Ένας ακόμη Μάρτυρας προστίθετο στη χορεία των Αγίων. Ένας αιματοβαμμένος κρίκος μεγάλωνε τη χρυσή αλυσίδα των Αγίων Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Την ώρα που η ψυχή του παραδίδονταν στον Πλάστη και Θεό μας, ένα ολόλευκο περιστέρι (κατ’άλλους «τρυγών») πέταξε το στόμα του Μάρτυρος. Σημείο της καθαρής και αγνής ζωής του. Και αναφώνησαν όλοι: «Αλήθεια! Πόσο μεγάλος είναι ο Θεός του Μενίγνου!». 
Ο διοικητής δεν επέτρεψε να ταφεί το σώμα του Μάρτυρος. Τα αδέλφια όμως του Αγίου ήρθαν νύκτα, το έκλεψαν και το έθαψαν κρυφά. Μέσα στη σπουδή τους όμως δεν είδαν πως έλειπε η τιμία κεφαλή του. Επέστρεψαν λοιπόν και βρήκαν και πήραν τον πολύτιμο θησαυρό τους εκεί όπου έβλεπαν σημείο με ουράνιο φως. 
Ο Άγιος Μένιγνος ο Κναφεύς είναι προστάτης Άγιος των Χημικών.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Άγιος Γκεόργκε Κάλτσίου,


Άγιος Γκεόργκε Κάλτσίου - Ντουμιτρεάσα, ο μεγαλύτερος Ομολογητής του 20ου αιώνα. 
 21 Νοεμβρίου.
Ο π. Γκεόργκε Κάλτσίου - Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία νομός Tulcea. 
Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. Μεγάλωσα σε μια απλή αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία κοντά σ’ έναν ιερέα. Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης αλλά και τους φοιτητές αλλά και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνονταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους». 
Σχολή Πιτέστι. 
Για τον νεαρό Γκεοργκέ το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτεστι γίνεται ένα νέο σχολείο. Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό) αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά. Στο Πιτεστι ..ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δε ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας «έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση». Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας. 
(σημ π. Γεωργ. Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτεστι έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια). 
Πτώση και ανύψωση. 
Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, «ήταν γεμάτος από μανία και οργή» μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: « Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό». 
Λέει ο π. Γκεοργκε: «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτεστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. ¨ολη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους, κτυπούσε, τους βασάνιζε τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μονή τους καταδότες. 
Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς. Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα η αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. 
Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πουιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το ¨ Πάτερ ημών¨ Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν άγγελο….. ναι, έναν άγγελο. Ναι αλλά ένας άγγελος ξεπεσμένος. 
Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας άγγελος μου με βοήθησε ρισκάροντας τη ζωή μου να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια. Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα. 
Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ ‘άλλες τρομακτικές φυλακές όπως η Ζίλαβα, στη Ζάρκα στο Αιουντ και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.

¨Στρατιώτης¨ με ράσα. 
Όταν βγήκα από τη φυλακή θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα γαλλική φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική σχολή για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου.

«Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστίνιάν. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον γραμματέα της σχολής μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα μητροπολίτης Τρανσυλβανίας) ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής» Το 1971 τελείωσε την Θεολογική σχολή και τον δέχτηκαν ως καθηγητή γαλλικής στο εκκλησιαστικό λύκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε ιερέας. 
Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π. Γκεοργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του. 
Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαραλλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. « Τις εκφώνησα τη στιγμή που η ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά. Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν». 
Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη - παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης». Μετά τη δεύτερη σύλληψή του οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μιρτσεα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου έκαναν εκκλησεις στη Δύση για την απελευθέρωση του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων τίθονταν από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις κυρίως της αμερικανικής κυβέρνησης Τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια ρουμανική Ορθόδοξη ενορία. 
Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκέοργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία. 
Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία να γράφει βιβλία και άρθρα όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η "φωνή της Αμερικής" και "Ελεύθερη Ευρώπη". Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. ΟΤούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο - Αμερικανικές σχέσεις. 
Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2007 αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος, των κομμουνιστικών φυλακών ο επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία.


Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2024

Νηστεία παιδιῶν

 

Νηστεία παιδιῶν
- Γέροντα, παιδάκια πέντε-ἕξι ἐτῶν πρέπει νὰ νηστεύουν πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία;
- Τοὐλάχιστον τὸ βράδυ νὰ ἔχουν φάει λαδερὸ φαγητό. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι θέμα Πνευματικοῦ. Καλύτερα ἡ μητέρα νὰ ρωτήση τὸν Πνευματικό, γιατὶ μπορεῖ τὸ παιδάκι νὰ ἔχη πρόβλημα μὲ τὴν ὑγεία του καὶ νὰ πρέπη λ.χ. νὰ πιῆ γάλα. 
- Γέροντα, ἕνα παιδάκι πόσο πρέπει νὰ νηστεύη; 
- ν τὸ παιδὶ εἶναι γερό, ἔχη ὑγεία, μπορεῖ νὰ νηστεύη. Ἄλλωστε τώρα ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ τροφὲς νηστήσιμες. Παλιὰ τὰ παιδιὰ νήστευαν καὶ ὅλη μέρα ἔτρεχαν καὶ ἔπαιζαν, ἀλλὰ ἔτρωγαν πολλὲς φορές. Στὰ Φάρασα, τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ ὅλοι, μικροὶ - μεγάλοι, ἔκαναν ἐνάτη[1]. Μάζευαν οἱ γονεῖς τὰ παιδιὰ στὸ Κάστρο [2], τοὺς ἔδιναν παιχνίδια, γιὰ νὰ παίζουν, καὶ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, ποὺ χτυποῦσε ἡ καμπάνα γιὰ Προηγιασμένη, πήγαιναν καὶ κοινωνοῦσαν. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος: «Τὰ παιδιά, ὅταν παίζουν ὅλη τὴν ἡμέρα, δὲν θυμοῦνται τὸ φαγητό· τώρα ποὺ θὰ βοηθήση καὶ ὁ Χριστός, δὲν θὰ ἀντέξουν;». Καὶ οἱ μεγάλοι, ὅταν δὲν νηστεύουν, ἐλέγχονται βλέποντας τὰ παιδιὰ νὰ νηστεύουν. Ὅταν μικρὸς δούλευα μὲ τὸν μάστορά μου γιὰ πολὺ καιρὸ σὲ κάποιο σπίτι καὶ τρώγαμε ἐκεῖ, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ἔφευγα καὶ πήγαινα νὰ φάω στὸ σπίτι μου, γιατὶ αὐτοὶ δὲν νήστευαν. Μιὰ φορά, Τετάρτη ἦταν, ἔφεραν νὰ μὲ κεράσουν μπακλαβᾶ. «Εὐχαριστῶ, τοὺς εἶπα, ἀλλὰ νηστεύω». «Γιά δές, εἶπαν, μικρὸ παιδὶ νὰ νηστεύη καὶ ἐμεῖς μεγάλοι ἄνθρωποι νὰ τρῶμε!»
[1] Δὲν ἔτρωγαν καὶ δὲν ἔπιναν τίποτε μέχρι τὴν ἐνάτη βυζαντινὴ ὥρα, δηλαδὴ μέχρι τὶς 3 τὸ ἀπόγευμα.
[2] Παλιὸ ὀχυρὸ στὰ Φάρασα, στὸ ὁποῖο κατὰ τὰ βυζαντινὰ χρόνια ἔμεναν φύλακες μὲ τὶς οἰκογένειές τους, ποὺ διορίζονταν ἀπὸ τὸ Βυζαντινὸ Κράτος ὡς φρουροὶ τῶν ἀκριτικῶν περιοχῶν.

Ἁγ.Παϊσίου Ἁγιορείτου: 

ΛΟΓΟΙ Δ’ 

«ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ» 


.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2024

Θέλω να σού διηγηθώ ένα από τα μύρια θαύματα του τροπαιοφόρου μας μάρτυρα Πλάτωνα - Αγίου Νείλου του Ασκητή


 

ΑΓΙΟΥ ΝΕΙΛΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 

-62- 
ΣΤΟΝ  ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟ  ΗΛΙΟΔΩΡΟ.

Με τα θαύματα πού έγιναν σε κάθε τόπο και σέ διάφορο χρόνο κάθε φορά, ο Κύριος τους ολιγόπιστους και τους άπιστους τους καλεί να πιστέψουν σταθερά, ενώ την πίστη και την ελπίδα των πιστών την αυξάνει περισσότερο, κάνοντας το φρόνημά τους ρωμαλέο και ασάλευτο. Και θέλω να σού διηγηθώ ένα από τα μύρια θαύματα του τροπαιοφόρου μας μάρτυρα Πλάτωνα, όχι μόνο στην πατρίδα μας, αλλά και σέ κάθε πόλη και χώρα, παρέχοντας προθυμότατα τη χάρη σ’ εκείνους πού μέσω αυτού παρακαλούν τον Θεό, και δείχνοντας την θαυματουργική του δύναμη.

Στο όρος λοιπόν πού ονομάζεται Σινά, όπου ο Μωυσής δέχτηκε τον νόμο, και όπου κατοικούν εντόποιοι και ξένοι μοναχοί, κάποιος άνδρας, που ήταν Γαλάτης στην καταγωγή, μαζί με τον γιό του, αφού ασπάστηκε τη μοναχική ζωή, έμεινε ασκώντας τούς άθλους τής αρετής στην έρημο για αρκετό χρόνο. Μια μέρα λοιπόν μετέβησαν στο όρος πού αναφέρθηκε βάρβαροι, ειδωλολάτρες στη θρησκεία, και επειδή εμποδίστηκαν να μπουν μέσα στη μονή, συνέλαβαν γρήγορα αυτούς που βρήκαν να μονάζουν πρόχειρα, μαζί με τον γιό του Γαλάτη γέροντα, τούς αιχμαλώτισαν και αφού τούς έδεσαν πισθάγκωνα, πέρασαν πολλά μοναστήρια έρημα, οδηγώντας τους νηστικούς και γυμνούς, χωρίς να φορούν κανένα είδος υποδήματος, σε εκείνους τούς ανεκδιήγητους και χωρίς νερό και κακοτράχαλους τόπους, κάνοντάς τους να τρέχουν με βία και εξαναγκασμό, και να καταπονούνται από τον μεγάλο φόβο τους. 0 γέροντας πού κρύφτηκε μόνος σέ κάποιο απόκρυφο σπήλαιο, βασανιζόταν από το πένθος μη μπορώντας να υποφέρει τη στέρηση του ευσεβούς γιού του, και καταπαρακαλούσε τον Χριστό, μέσω του πατριώτη του μάρτυρα Πάτωνα, να λυγίσει και να τον σπλαχνιστεί. Το ίδιο ακριβώς έκανε και ο γιός του, πού, μέσω του ιδίου μάρτυρα, παρακαλούσε τον Θεό, ενώ ήταν δεμένος στην αιχμαλωσία, να τον καταλυπηθεί και να κάνει το θαύμα του. Και επειδή εισακούστηκαν και οι δύο, και ο πατέρας στο σπήλαιο του όρους Σινά, και ο γιός στην αιχμαλωσία, έρχεται ξαφνικά ο δικός μας Πλάτωνος έφιππος, σύροντας και άλλο άλογο διαθέσιμο, εμφανίζεται στο παιδί πού αγρυπνούσε και τον γνώριζε επειδή είχε δει πολλές φορές τη μορφή του αγίου στις εικόνες. Και αμέσως τον διατάζει να σηκωθεί μέσα από όλους, να πάρει το άλογο και να καθίσει επάνω του, και τότε αμέσως, σαν να ήταν αράχνη, λύθηκαν τα δεσμά του, και αφού ελευθερώθηκε μόνο αυτός με την επίκληση του αγίου με ένα νεύμα του Θεού σηκώθηκε, καβάλησε το άλογο, και ακολούθησε θαρραλέος και χαρούμενος τον άγιο πού τον οδηγούσε. Σύντομα τότε και με μεγάλη ταχύτητα και οι δύο, ο άγιος Πλάτων και ό νεαρός μοναχός, σαν να είχαν φτερά, έφτασαν στην κατοικία του γέροντα, ο όποιός προσευχόταν και έκλαιγε, και αφού ο θριαμβευτής μάρτυρας παρέδωσε στον πατέρα πού πονούσε στη καρδιά, τον αγαπητό του γιό, έγινε άφαντος.

Ώστε λοιπόν σέ κάθε τόπο εκείνους πού μέσω αυτών παρακαλούν τον Θεό, οι αείμνηστοι και ένδοξοι αθλητές του Δεσπότη Χριστού μπορούν να κάνουν κάθε θαυμαστό και παράδοξο πράγμα. Αυτά βέβαια σού τα έγραψα, επειδή αγαπάς τούς μάρτυρες, και δεν χορταίνεις ποτέ την ανάμνηση των τρισμακάριστων μαρτύρων.

 

ΝΕΙΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ 

ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ  11Δ 

ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ 

ΒΙΒΛΙΑ Β'-Δ'   

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Τρισάγιο 17 Νοεμβρίου

Τρισάγιο 17 Νοεμβρίου 

Στο άσπρο χαρτί με τα ονόματα είχαν πλέον προστεθεί κι άλλα. Το ίδιο χέρι που 'γραφε τα όμορφα γράμματα είχε προσθέσει και τα επίθετα τους. Έτσι φαινόταν πως ήθελε να τους τιμήσει περισσότερο. 

Υπέρ αναπαύσεως

Διομήδους (Κομνηνού)

Βασιλείου (Φάμελου)

Αλεξάνδρου (Σπαρτίδη)

Μάρκου (Καραμάνου)

Βασιλείου (Κόρακα)

Βασιλικής (Μπεκιάρη)

Δημητρίου (Θεοδωρά)

Γεωργίου (Γεριτζίδη)

Νικολάου (Μαρκουλή)

Στυλιανού (Καραγιώργη)

Ανδρέου (Κούμπου)

Μιχαήλ (Μαυρογιάννη)

Κυριάκου (Παντελάκη)

Σπυρίδωνος (Κοντομνάρη)

Αικατερίνης (Αργυροπούλου)

Δημητρίου (Παπαϊωάννου)

και Αφροδίτης

Όλοι τους είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή την ίδια μέρα, 17 Νοέμβρη, στα προπύλαια του Πολυτεχνείου. Ήρωες ήταν στα σίγουρα. Προφήτες; Αυτό το γνωρίζει μόνο ο Θεός.

Μετά απο λίγα χρόνια στον κατάλογο είχαν προστεθεί και τα ονόματα: 

Σταματίας (Κανελλοπούλου)

Ιακώβου (Κούμη)

Μιχαήλ (Καλτεζά)

Είχαν σκοτωθεί σε επετείους μνήμης του Πολυτεχνείου.Το σύστημα των ζογκλέρ, των σωτήρων των Ελλήνων Χριστιανών, είχε διαλυθεί. Κι άλλα, όμως, παιδιά πέθαιναν μπρός στο Πολυτεχνείο.

Άπ ό,τι φαίνεται ούτε η δημοκρατία σώζει ούτε οι ήρωες σώζουν,αλλα μόνο το κόκκινο του πετραχηλιού και οι προφήτες που σταματούν τον ήλιο στη Γαβαών. 

Αυτά όλα αποδείχθησαν μετά.

 

 

Το τέλος ενός ανώνυμου 

    Μυθιστόρημα

πρ.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 12ο, στίχοι 16 ἕως 21, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 20-11-2005. 
Χριστός μέ τήν παραβολή αὐτή, τήν τόσο λιτή καί καταπληκτικά διεισδυτική προσεγγίζει, κατά τά μέτρα τῆς δικῆς μας διανοητικῆς δυνατότητας νά καταλάβουμε, ὅσο μπορεῖ νά γίνει, τό μυστήριο τῆς ἀνομίας, πού κρύβεται μές τή καρδιά ἑνός ἀνθρώπου, ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου, πού διαστρέφει τόν κόσμο, μέσα ἀπό τή δική του διαστροφική παρουσία πάνω στόν κόσμο καί αὐτό τό μυστήριο προσεγγίζεται σέ δύο ἐπίπεδα. 
Τό πρῶτο ἐπίπεδο θά εἶναι μιά ἀναίρεση τῶν βασικῶν προτάσεων πού κάνει ὁ Χριστός, ὅταν εἶπε ὅτι ἡ δική μας ζωή εἶναι νά στρεφόμαστε, νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Ἐδῶ στό κείμενο αὐτό ὑπάρχει μιά πλήρης ἀναίρεση. Δέν ὑπάρχει οὔτε στροφή στόν Θεό, οὔτε στροφή πρός τόν ἄνθρωπο, τουναντίον ὑπάρχει στροφή στόν ἴδιο τόν ἑαυτό. Βλέπετε, ἀρχίζει στό πρῶτο ἐπίπεδο, αὐτό τό ἁπλό, ὡς ἀναίρεση ἄλλης διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ μας, νά προσεγγίζεται τό ἐπίπεδο τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας: μή στροφή στόν Θεό, μή στροφή στόν ἄλλο ἄνθρωπο καί ναί, στροφή στόν ἑαυτό μας. Καί γιά νά γίνει τό κείμενο πιό βατό καί πιό κατανοητό, ὁ Χριστός προσδιορίζει καί τίς αἰτίες καί ταυτόχρονα τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς πορείας μας πρός τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. Καί τά βήματα εἶναι πραγματικά ἁδρά, λιτά καί οὐσιαστικά, γιά νά ἀντιμετωπίσουμε αὐτό τό θέμα πού ζεῖ μέσα μας καί φωλιάζει: τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. 
Τό πρῶτο ἐπίπεδο εἶναι ἕνα ἐξωτερικό ἐπίπεδο, λέει: «Ἀνθρώπου τινός πλουσίου εὐφρόρησεν ἡ χώρα», ἦταν ἡ χώρα του σέ εὐφορία. Ἐφόσον ἡ χώρα εἶναι σέ εὐφορία καί τά πράγματα τά ἐξωτερικά εἶναι καλά, αὐτό εἶναι μιά πρόταση καί μιά πρόκληση ἀπό τόν Θεό, θεραπευτική, γιά νά στραφοῦμε σ᾽ Αὐτόν δοξολογικά. Ὁτιδήποτε ὄμορφο γίνεται, ὁποιοδήποτε καλό γίνεται, δέν εἶναι ἁπλῶς γιά νά τό γευθοῦμε μέ ἕναν τρόπο μονότονο καί κλειστό στόν ἑαυτό μας, εἶναι μιά πρόταση δοξολογίας στόν Θεό. Τό ξέρετε ὅλοι αὐτό. Ἐμεῖς βέβαια στήν ὀρθόδοξη παράδοση μαθαίνουμε νά δοξολογοῦμε τόν Θεό ἀκόμη κι ὅταν τά πράγματα δέν πηγαίνουν καλά. Ἀλλά ἐδῶ τά πράγματα εἶναι πιό εὔκολα, ἐδῶ τά πράγματα πηγαίνουν καλά: εὐφόρησεν ἡ χώρα. Εἶναι μιά πρόκληση κι ἐδῶ δέν στρέφεται στόν Θεό, εἶναι ἡ πρώτη πρόσβαση τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, ἡ μή δοξολογική κι εὐχαριστιακή στάση στόν Θεό, τήν ὥρα πού ὅλα πηγαίνουν παρά πολύ καλά. 
Ἡ δεύτερη πρόταση, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ καί δίνει βάθος σέ αὐτό τόν προσδιορισμό τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, εἶναι τό «διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ». Βλέπετε ἀρχίζει νά ἐμφανίζεται ὁ ἑαυτός, τό κλείσιμο στόν ἑαυτό του, ἡ κουβέντα μέ τόν ἑαυτό του κι ἀκόμη περισσότερο ἐκεῖνο τό καταπληκτικό ρῆμα, πού σχεδόν πάντοτε, εἰδικά στήν Καινή Διαθήκη, χρησιμοποιεῖται μ᾽ ἕναν τρόπο ἀρνητικό, αὐτό τό «διαλογίζομαι». Ὁ Χριστός ὁ ἴδιος ἀρκετές φορές ὅταν εἶδε ἀνθρώπους γύρω του πού εἶχαν διάφορες σκέψεις κακές εἶπε: «Τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς». Τό ρῆμα λοιπόν ἐδῶ πέρα, καί μέ στροφή πρός τόν ἑαυτό, ἀρχίζει καί πάλι νά προσδιορίζει σέ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. Διαλογιζόμαστε, σκεφτόμαστε μερικά πράγματα, μέ ἕναν τρόπο τελείως ἀρνητικό, μέ ἕναν τρόπο διασπαστικό. Προσέξτε ἀκόμη καί τό διαλογισμός: ἡ διάσπαση τοῦ νοός. Δέν δοξολογεῖ τόν Θεό κι ὡς ἀποτέλεσμα ἔρχεται ἡ διάσπαση τοῦ νοός, γιατί ποῦ νά πάει τό δυναμικό πού ἔχει μέσα του. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος νά πηγαίνει πρός τά πάνω κι αὐτό τό δοξολογικό δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἔκφραση ἁπλῆς προσευχῆς, εἶναι ἕνα δυναμικό, ἐκρηκτικό σημεῖο πού ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει πρός τά ἐπάνω. Ἄν δέν τό κάνει, διαλογίζεται ἐν ἑαυτῷ καί σπάζει τό μυαλό του, κομματιάζει τό μυαλό του. 
Καί μετά ἔρχεται ὁ προσδιορισμός τῆς λύσης τοῦ προβλήματός του μέσα ἀπό τή λύση τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος: «Συνάξω, καθελῶ ἀποθήκας», ὅλος ὁ κινητήριος μοχλός τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἡ οἰκονομική του σχέση μέ τά πράγματα. Κι αὐτό πολύ μᾶς βάζει νά ἀναλογιστοῦμε πάρα πολλά πράγματα τά ὁποῖα προσδιορίζουν τίς σημερινές δομές, ἀνατομικές καταστάσεις, προσπαθώντας νά βροῦμε τό τί φταίει στήν κοινωνία, πολλές φορές στρέφονται, ἤ πολλές φορές ἀποκλειστικά στρέφονται, μόνο στή λύση τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος. Ἐδῶ, τό βάζει σάν τρίτη αἰτία τῆς ἐκφράσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας. 
Καί σάν τέταρτη αἰτία ἔρχεται ἡ φράση «ψυχή μου», στρέφεται πάλι στόν ἑαυτό του, στήν ψυχή του, ἀλλά δέν στρέφεται στήν ψυχή του μέ ἕναν τρόπο πού ἀφορᾶ τήν ψυχή του, λέει: «φάγε, πίε, εὐφραίνου». Εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες ἡ σαρκοποίηση ἤ σωματοποίηση τῆς ψυχῆς, ὅπου ἀκόμη καί τό βασικό αὐτό δυναμικό πού ἔχει μέσα του γιά νά ἀναιρέσει πιθανῶς τά ἐρεθίσματα τῆς σάρκας καί πού δέν μπορεῖ νά τά ἁγιάσει, τό βασικό δυναμικό τό διαλύει καί λέει: «ψυχή μου, νά φᾶμε καί νά πιοῦμε», πού ἡ ψυχή ἀλλιῶς τρέφεται κι ἐδῶ, μπαίνουμε στό βάθος πιά τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνομίας, ὅπου μέσα σέ αὐτή τή βαθιά στροφή στόν ἑαυτό μας, σωματοποιοῦμε, σαρκοποιοῦμε καί τήν ψυχή μας καί περνᾶμε πάνω της ὅλα τά σαρκικά μας τά πάθη. 
Καί ἀκριβῶς μετά ἔρχεται πιά ἡ λύση τοῦ προβλήματος, εἶναι λύση, στόν ἄνθρωπο πού δέν μιλοῦσε μέ τόν Θεό, πού δέν μιλοῦσε μέ τόν συνάνθρωπο, ὁμιλεῖ ὁ Θεός. Ἐδῶ εἶναι ἡ λύση τῆς τραγωδίας, γιατί δέν ξέρουμε ποῦ καταλήγει αὐτός ὁ πλούσιος, ἡ περικοπή παραμένει μυστική. Δέν λέει τή λύση, ἄν αὐτός μετάνιωσε ἤ ὄχι. Τ᾽ ἀφήνει ἔτσι. Ἀλλά ἡ λύση εἶναι ἤδη αὐτό πού δέν κάνει ὁ ἄνθρωπος: τό ὅτι ὁμιλεῖ ὁ Θεός κι ἐμεῖς ἀξιοποιοῦμε πιά αὐτή τή λύση τοῦ Θεοῦ, πού ὁμιλεῖ Ἐκεῖνος μαζί μας, πού Ἐκεῖνος συγκαταβαίνει μαζί μας, καί τότε ἀνοίγεται ὁ δρόμος πού στήν περικοπή αὐτή δέν ἀποκαλύπτεται, παραμένει μυστικό, τοῦ τί γίνεται μ᾽ αὐτό τόν πλούσιο ἄνθρωπο, αὐτόν τόν ἄφρονα. 
Τό μυστικό εἶναι πιά τό νά μιλοῦμε στόν ἑαυτό μας. Βλέπετε ἐδῶ ἡ θεραπευτική; Ἡ στροφή στόν ἑαυτό γιά νά βροῦμε τά λάθη μας καί τίς ἁμαρτίες μας. Ἡ μόνη στροφή στόν ἑαυτό μας εἶναι αὐτή: ἡ κατανόηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας. Καί τότε, ἐνῶ ὅλα ἦταν δαιμονισμένα καί ἦταν ταραγμένα καί ἦταν διαλυμένα, ναί, ὁ Θεός κουβεντιάζει πάλι γιά νά μποροῦμε νά στραφοῦμε στόν ἑαυτό μας, ὅπως ἐστράφη ὁ τελώνης -ἐν ἑαυτῷ εἶχε στραφεῖ ὁ τελώνης- κι ἀρχίζει πιά ἡ θεραπευτική μέσα ἀπό τό λάθος μας. Ἐκεῖ πού στρεφόμασταν δαιμονικά στόν ἑαυτό μας, [τώρα] στρεφόμαστε ἁγιαστικά καί θεϊκά στόν ἑαυτό μας. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς περιγράφεται ἁπλά, λιτά, τό μυστήριο τῆς ἀνομίας καί τό μυστήριο μέ ἁπλά λόγια τῆς δικῆς μου ψυχῆς καί τῆς δικῆς μας ἀδυναμίας νά σταθοῦμε εὐλογημένα μπροστά στή ζωή. 
Ἀναλύοντας αὐτά τά σκαλοπάτια, αὐτές τίς θεραπευτικές προτάσεις τοῦ κειμένου αὐτοῦ, πάρα πολύ μποροῦμε νά ἀναλογιστοῦμε τή ζωή μας, τόν ἑαυτό μας καί τίς κρυμμένες ταραχές πού χωρίς νά τίς προσδιορίσουμε, ὁρίζουν τή ζωή μας καί μᾶς κάνουν νά εἴμαστε ἀπελπισμένοι καί ποτέ δοξολογικοί καί μέ στάση εὐχαριστιακή πρός τόν Θεό.


Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2024

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

 ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

Πηγή: ΕΔΩ

  Άπαντα Έργα [11 Τόμοιτου Ἁγίου Γρηγορίου του Παλαμά - εδώ

Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς και θαυματουργός [1], γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1296. Οι γονείς του, αριστοκράτες που είχαν μετοικήσει από τη Μικρά Ασία μπροστά στον κίνδυνο της εισβολής των Τούρκων, ανήκαν στην αυλή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Παρά το υψηλό του αξίωμα, ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό και την προσευχή, και του συνέβη κάποτε, την ώρα που βρισκόταν στη Σύγκλητο, να μην ακούσει τον αυτοκράτορα που του απηύθυνε τον λόγο· τόσο πολύ βυθισμένος ήταν στην προσευχή! Εκοιμήθη όταν ο Γρηγόριος ήταν ακόμη νέος, αφού ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Η γυναίκα του, Καλλονή, επιθυμούσε επίσης να γίνει μοναχή, αλλά περίμενε να εξασφαλίσει τη μόρφωση των επτά παιδιών της. Εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο, τον Γρηγόριο, στους καλύτερους δασκάλους των θύραθεν επιστημών και εκείνος σε μερικά χρόνια απέκτησε τέλεια γνώση της φιλοσοφικής σκέψεως· σε βαθμό, μάλιστα, που ο δάσκαλός του νόμιζε ότι άκουγε τον ίδιο τον Αριστοτέλη! Παρά τις διανοητικές του επιτυχίες, ο νέος αυτός δεν είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του παρά στα πράγματα του Θεού. Σύχναζε στους ονομαστούς μοναχούς της Βασιλεύουσας και έκαμε πνευματικό του πατέρα τον Θεόληπτο Φιλαδελφείας [2], ο οποίος τον εισήγαγε στην ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.

Περί το 1316, ο Γρηγόριος έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου και πήρε μαζί του στον μοναχικό βίο τη μητέρα του, δύο αδελφές, δύο αδελφούς και πλήθος υπηρετών του. Πηγαίνοντας πεζή στο Άγιον Όρος, ο Γρηγόριος και οι δύο αδελφοί του εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Μονής Βατοπαιδίου, υπό την καθοδήγηση του τότε περιβόητου Γέροντος Νικοδήμου που είχε έλθει από το όρος το λεγόμενο «του Αυξεντίου», στη Νικομήδεια.

Γυμνασμένος παιδιόθεν να βάζει σε πράξη θεμελιώδεις αρετές όπως η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η νηστεία, η αγρυπνία και οι διάφορες σκληραγωγίες που επιτρέπουν την καθυπόταξη της σαρκός στο πνεύμα, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έκανε γρήγορες προόδους στην άσκηση της προσευχής. Νυχθημερόν απευθυνόταν ακατάπαυστα προς τον Θεό με καρδιοστάλακτους λυγμούς που διέκοπταν την ησυχία των μακάριων νυκτών του, λέγοντας με ιερό πόθο: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!». Μετά από λίγο καιρό, η Κυρία Θεοτόκος, προς την οποία προσέφευγε με πίστη ήδη από τη νεότητά του, του έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για να του υποσχεθεί την προστασία και την εύνοιά της στη ζωή αυτή αλλά και την άλλη, την αιώνια και άληκτη εν Χριστώ.

Τρία χρόνια μόλις αργότερα, ο πρόωρος θάνατος του αδελφού του Θεοδοσίου, τον οποίο σύντομα ακολούθησε εκείνος του Γέροντος Νικοδήμου, ώθησε τον Γρηγόριο και τον άλλο αδελφό του, Μακάριο, να μπουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ορίσθηκε εκεί ψάλτης και γέννησε τον θαυμασμό των συμμοναστών του με τον ζήλο του στην άσκηση όλων των ευαγγελικών αρετών. Ο βίος του ήταν τόσο αυστηρός που έμοιαζε σαν να ήταν άσαρκος: μπορούσε έτσι να μένει τρεις μήνες δίχως ύπνο! Παρ’ ότι τέλειος στην κοινοβιακή πολιτεία, η ψυχή του ωστόσο ποθούσε το μέλι της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε μετά από τρία χρόνια στη Σκήτη την ονομαζόμενη «Γλωσσία» (σημ. «Προβάτα»), υπό την καθοδήγηση ενός περιβόητου μοναχού, του Γρηγορίου από το Βυζάντιο [6 Απρ.] [3]. Από την κάθαρση των παθών, μπόρεσε έτσι να υψωθεί με την προσευχή προς τη θεωρία των μυστηρίων της κτίσεως. Χάρη στη μόνωση και την ησυχία, ο Γρηγόριος κρατούσε διαρκώς προσηλωμένη τη διάνοιά του στα βάθη της καρδιάς του για να επικαλείται εκεί τον Κύριο Ιησού με κατάνυξη, έτσι ώστε γινόταν όλος προσευχή και δάκρυα γλυκά κυλούσαν από τα μάτια του, σάμπως από δύο αέναες βρύσες.

Οι αδιάκοπες όμως επιδρομές των Τούρκων πειρατών ανάγκασαν σύντομα τον Γρηγόριο με τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν τον τόπο. Με δώδεκα μοναχούς, ο άγιος αποφάσισε να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να βρει καταφύγιο στο όρος Σινά, αλλά εμποδίστηκε στο σχέδιό του αυτό και έμεινε για λίγο στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες ενός πνευματικού κύκλου, εμπνευστής του οποίου ήταν ο μελλοντικός πατριάρχης Ισίδωρος [4] που προσπαθούσε να διαδώσει ευρύτερα την πρακτική της νοεράς προσευχής στους πιστούς, δίνοντάς τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από την εμπειρία των μοναχών. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αφού έλαβε σε μια οπτασία τη διαβεβαίωση ότι η χειροτονία του ήταν όντως θέλημα Θεού. Αναχώρησε κατόπιν για την περιοχή της Βέροιας και συνέστησε Σκήτη σε τόπο ήδη ηγιασμένο από τον όσιο Αντώνιο τον Νέο [17 Ιαν.], όπου για πέντε χρόνια επιδόθηκε σε μία πιο αυστηρή ακόμη άσκηση: έμενε έγκλειστος τις πέντε ημέρες της εβδομάδας νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος λουσμένος στα δάκρυα, και εμφανιζόταν μόνον το Σάββατο και την Κυριακή για να τελέσει τη θεία Λειτουργία, να συμμετάσχει σ’ ένα αδελφικό γεύμα και να συζητήσει για κάποια πνευματικά θέματα με τους συνασκητές του. Συνέχισε έτσι να αναβιβάζει τον νου του στη θεωρία και να έρχεται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό μέσα στην καρδιά του.

Όταν εκοιμήθη η μητέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έφερε από εκεί τις αδελφές του, τις οποίες και εγκατέστησε σε ένα ασκητήριο πλησίον του δικού του. Δεν μπόρεσε ωστόσο να βρει ανάπαυση για πολύ χρόνο, διότι η περιοχή ερημωνόταν τακτικά από τις επιδρομές των Αλβανών. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Άθω και εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, πιο πάνω από τη Μεγίστη Λαύρα. Η νέα αυτή διαμονή ήταν γι’ αυτόν ευκαιρία να απομονωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους για να συνομιλεί απερίσπαστα με τον Θεό. Μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις πήγαινε στο μοναστήρι και με τους σπάνιους επισκέπτες του επικοινωνούσε μόνον την Κυριακή και τις εορτές. Με τον τρόπο αυτό, από την εξωτερική ακόμη θεωρία, ο Γρηγόριος έφθασε στη θεοπτία μέσα στο φως του Αγίου Πνεύματος και στην επαγγελθείσα, από τον Χριστό προς τους τέλειους μαθητές Του, μυστική και άφραστη θέωση. Μια μέρα είδε σ’ ένα όνειρο ότι κρατούσε στα χέρια του ένα αγγείο γεμάτο γάλα· αυτό άρχισε να αναβλύζει σαν πηγή και ξεχείλισε με δύναμη παντού· και, καθώς χυνόταν, μεταβλήθηκε αίφνης σε κρασί που γέμισε τα χέρια του, τα ενδύματά του και τον γύρω χώρο με θεϊκή ευωδία. Ήταν ένα θεόσταλτο σημάδι που τον πληροφορούσε ότι είχε φθάσει πια ο καιρός να διδάξει στους αδελφούς του τα μυστήρια που του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Συνέταξε τότε μερικές ασκητικές πραγματείες και το 1335 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου. Ο ζήλος του όμως και οι απαιτήσεις του δεν κατανοήθηκαν από τους διακόσιους μοναχούς που ζούσαν με πνευματική ρηχότητα εκεί· έτσι, μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο ερημητήριό του.

Την εποχή αυτή, ένας μοναχός καταγόμενος από την Καλαβρία, ο Βαρλαάμ, απέκτησε λαμπρή φήμη στους λόγιους κύκλους της πρωτεύουσας, χάριν της ικανότητάς του στις αφηρημένες, θεωρητικές εικοτολογίες. Αρεσκόταν ιδιαιτέρως στον σχολιασμό των συγγραμμάτων του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3 Οκτ.], έδινε όμως σε αυτά μια φιλοσοφική ερμηνεία, καθιστώντας τη γνώση του Θεού αντικείμενο όχι εμπειρίας, αλλά ψυχρών συλλογισμών. Έχοντας κάνει τη γνωριμία κάποιων απλών μοναχών, ο εκλεπτυσμένος αυτός ουμανιστής είχε σκανδαλισθεί από τις μεθόδους προσευχής τους και από τη θέση που παραχωρούσαν στο αισθητό στοιχείο εντός της πνευματικής ζωής. Βρήκε την ευκαιρία αυτή για να διαβάλει τους μοναχούς και να τους κατηγορήσει για αίρεση (1337).

Μπροστά στις κατηγορίες του νοησιαρχικού μοναχού Βαρλαάμ από την Καλαβρία, οι ησυχαστές απευθύνθηκαν τότε (1337) στον Γρηγόριο, ο οποίος έγραψε πολλές αντιρρητικές πραγματείες, στις οποίες απαντούσε στις χονδροειδείς πλάνες του Βαρλαάμ τοποθετώντας τη μοναχική πνευματικότητα σε μία ευρεία δογματική σύνθεση και σε μία εσωτερική θαυμαστή ζωή την οποία αδυνατεί παντελώς ο αφώτιστος κόσμος να κατανοήσει και να εκτιμήσει συνάμα. Κατέδειχνε ο άγιος Πατέρας ότι η άσκηση και η προσευχή είναι η απόληξη ολόκληρου του μυστηρίου της Σωτηρίας και αποτελούν το μέσον που διαθέτει, κατά το μέτρο των δυνάμεων και των εφέσεών του, ο κάθε πιστός για να κάνει να ανθίσει μέσα του η Χάρη που του έχει χορηγηθεί κατά το άγιο Βάπτισμα. Υπερασπιζόταν εξάλλου το βάσιμο των μεθόδων που χρησιμοποιούν οι ησυχαστές για να προσηλώσουν τον νου μέσα στην καρδιά, διότι μετά από την Ενανθρώπηση του Χριστού, οφείλουμε να αναζητούμε τη Χάρη του Πνεύματος στα σώματά μας, τα καθαγιασμένα από τα άχραντα Μυστήρια και εγκεντρισμένα διά της θείας Ευχαριστίας στο Σώμα του Χριστού. Η Χάρη αυτή είναι η ίδια η Δόξα του Θεού που, αναβλύζοντας από το σώμα του Χριστού την ημέρα της Μεταμορφώσεως θάμβωσε τους μαθητές (Ματθ. 17), και η οποία, απαστράπτοντας τώρα μέσα στην καθαρισμένη από τα πάθη καρδιά, μας ενώνει πραγματικά με τον Θεό, μας φωτίζει, μας θεώνει ως ακατάλυτος αρραβώνας της άφθαρτης δόξας που θα λάμψει στα σώματα των αγίων μετά την Ανάσταση των πάντων.

Βεβαιώνοντας έτσι την πραγματικότητα της θεώσεως, ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνιόταν ότι ο Θεός είναι απολύτως υπερβατικός και απερινόητος στην ουσία Του. Ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες, αλλά με σαφέστερο τρόπο, διακρίνει στον Θεό την κατά πάντα αμέθεκτη ουσία και τις αιώνιες, δημιουργικές και προνοιακές ενέργειες, διά των οποίων ο Κύριος κάνει τα κτιστά όντα να μετέχουν αληθινά στο είναι Του, στην ενότητα της θείας φύσεως.

Για τον άγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι η αφηρημένη και ασαφής έννοια των φιλοσόφων, αλλά είναι Αγάπη, Πρόσωπο ζων και «Πυρ καταναλίσκων», όπως διδάσκει η Γραφή (Εβρ. 12, 29), που κάνει τα πάντα για να μας θεώσει. Οι λαμπρές απαντήσεις του αγίου Ιεράρχου, αφού αναγνωρίστηκαν πρώτα από τους ηγέτες της Αθωνικής Πολιτείας στον «Αγιορειτικό Τόμο» (1340), που είχε συνταχθεί από τον Γρηγόριο, υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από την Εκκλησία, η οποία καταδίκασε τον Βαρλαάμ - και μαζί του τον φιλοσοφικό ουμανισμό που έμελλε σύντομα να πλοηγήσει την ευρωπαϊκή αναγέννηση - σε δύο Συνόδους που συγκαλέσθηκαν στην Αγία Σοφία το 1341.

Ο Βαρλαάμ καταδικασμένος κατέφυγε στην Ιταλία, η διαμάχη όμως δεν είχε κλείσει. Ο Γρηγόριος, που για να συντάξει τις πραγματείες του είχε ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα έγκλειστος σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν πρόφθασε να επιστρέψει στο ασκητήριό του στο Άγιον Όρος, και ένας από τους παλαιούς φίλους του, ο Ακίνδυνος, υιοθετώντας την ουσία των σκολιών και αδόκιμων επιχειρημάτων του Καλαβρού, κατηγόρησε τον Γρηγόριο ότι εισήγαγε νεωτερισμούς με τη διάκριση θείας ουσίας και ενέργειας. Διαιτητής καταρχήν μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου, ο Ακίνδυνος, ήταν ένας από τους συντηρητικούς και αβαθείς τυπολάτρες που αρκούνταν να επαναλαμβάνουν απλές διατυπώσεις για να καταδικάσουν τους ουμανιστές, δίχως να αναζητήσουν να διεισδύσουν στο πνεύμα της ιεράς Παραδόσεως. Τότε ξέσπασε ένας τρομερός εμφύλιος πόλεμος (1341-1347), που οφειλόταν στην αντιζηλία ανάμεσα στον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον φιλόδοξο Ιωάννη Καντακουζηνό, φίλο του Παλαμά. Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας πήρε το μέρος του Απόκαυκου και διαμέσου του Ακίνδυνου κίνησε δίκη κατά του Γρηγορίου, η έκβαση της οποίας ήταν να αφορισθεί ο άγιος και να καταδικασθεί σε φυλάκιση. Κατά τα τέσσερα έτη του πικρού εγκλεισμού του, ο Γρηγόριος δεν χαλάρωσε τη δραστηριότητά του: διατήρησε εκτεταμένη αλληλογραφία και συνέταξε σημαντική πραγματεία εναντίον του Ακίνδυνου. Κατά το 1346, καθώς ο Καντακουζηνός άρχισε να υπερισχύει, η Άννα Παλαιολογίνα της Σερβίας (1365) που ασκούσε την αντιβασιλεία, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γρηγορίου και καθαίρεσε τον πατριάρχη, την παραμονή κιόλας της θριαμβευτικής εισόδου του Καντακουζηνού στη Βασιλεύουσα. Ο Καντακουζηνός όρισε τον Ισίδωρο πατριάρχη (1347-1350) και συνεκάλεσε νέα Σύνοδο για να δικαιώσει τους ησυχαστές (8 Φεβρουαρίου 1347). Η διένεξη, ωστόσο, δεν έλαβε οριστικό τέλος παρά το 1351, με τη σύγκλιση μιας τρίτης Συνόδου η οποία έκρινε και καταδίκασε τον ουμανιστή Νικηφόρο Γρηγορά. Στον «Συνοδικό Τόμο» το δόγμα του Γρηγορίου για τις άκτιστες ενέργειες και τη θεία Χάρη αναγνωρίσθηκε ως κανόνας πίστεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Ισίδωρος προχώρησε στη χειροτονία μιας σειράς νέων επισκόπων και εμπιστεύθηκε στον Γρηγόριο τον θρόνο της Θεσσαλονίκης (Μάρτιος 1347). Καθώς όμως η πόλη βρισκόταν στα χέρια των Ζηλωτών, αντιπάλων του Καντακουζηνού, ο νέος μητροπολίτης δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του. Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λήμνο για λίγο καιρό, όπου επέδειξε ηρωική αφοσίωση κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας, ο Γρηγόριος μπόρεσε τελικά να επιστρέψει στην πόλη, ανευφημούμενος ως εικόνα του τροπαιούχου Χριστού με πασχάλιους ύμνους. Στις πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να επωφεληθούν από τα άφθονα χαρίσματα που απέκτησε στη γεμάτη αμετεώριστη και καθαρή προσευχή ερημία του. Άφησε να λάμψει στην πόλη το φως που φώτιζε την καρδιά του και μοίρασε αφειδώς τις θεόπνευστες διδαχές του, επιμένοντας στον στενό δεσμό που πρέπει να ενώνει την προσευχή και τη μυστηριακή ζωή στον βίο του κάθε χριστιανού. Με τη δύναμη του Χριστού, έκανε επίσης πλήθος θαυμάτων και θεράπευσε πολλούς.

Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία ένα χρόνο. Η σχετική ελευθερία που διέθετε και η ευρύτητα του πνεύματός του, του επέτρεψαν να κάνει τότε φιλικές θεολογικές συζητήσεις με μουσουλμάνους θεολόγους και με τον γιο του εμίρη Ορχάν (1354-1355). Απελευθερώθηκε χάρη σε λύτρα που ήρθαν από τη Σερβία, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε το έργο του ποιμενάρχη και θαυματουργού. Στα τέλη του 1354, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί [5]. Εκθρόνισε τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο [11 Οκτ.] και στράφηκε εναντίον των οπαδών του αγίου Γρηγορίου. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, που είχε καταδικασθεί από τη Σύνοδο του 1351, επανέλαβε τις κατηγορίες του ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να αποδίδεται στον Θεό παρά μία απλή ουσία. Ο αυτοκράτορας διοργάνωσε δημόσια συζήτηση μεταξύ του τελευταίου αυτού και του Γρηγορίου, παρουσία ενός λογάτου του πάπα, η οποία κατέληξε στην επιβεβαίωση της Συνοδικής αποφάσεως (1355).

Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Καθώς δοκιμαζόταν από μια μακροχρόνια και βαριά ασθένεια, του εμφανίσθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να τον καλέσει να τον συναντήσει εν μέσω του παραδείσιου χορού των αγίων ιεραρχών, την ημέρα μετά την εορτή του. Και, πράγματι, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρέδωσε την ιερή και θεοπτική ψυχή του στον Θεό στις 14 Νοεμβρίου του 1357. Όταν εκοιμήθη, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε φως, όμοιο με εκείνο που καταύγαζε τον άγιο Στέφανο (Πράξ. 6, 15). Ο Θεός έδειξε με τον τρόπο τούτο, στο πρόσωπο του πιστού δούλου Του, την αλήθεια της διδασκαλίας Του για την πραγματικότητα της, διά του ακτίστου φωτός του Αγίου Πνεύματος, θεώσεως του ανθρώπου. Ο θείος Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος το 1368 και για το πλήθος των θαυμάτων του τιμάται έως σήμερα ως συμπολιούχος της Θεσσαλονίκης μαζί με τον άγιο Δημήτριο.

- ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1] Ο άγιος Γρηγόριος εορτάζεται και τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, μετά την εορτή της Ορθοδοξίας. Η τιμή του αγίου Γρηγορίου άρχισε αμέσως μετά τον θάνατό του, κατόπιν των θαυμάτων που έγιναν κοντά στη σορό του, στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, αναπτύχθηκε έντονα και η τιμή του στο Άγιον Όρος. Το 1363, ο άγιος πατριάρχης Κάλλιστος [20 Ιουν.] ανέθεσε στους επισκόπους της περιοχής Θεσσαλονίκης να συντάξουν έκθεση των θαυμάτων του και των μαρτυριών της αγιότητάς του. Η έκθεση αυτή που εστάλη στον άγιο πατριάρχη Φιλόθεο τον Κόκκινο [11 Οκτ.] στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε την επίσημη αναγνώριση της τιμής του και δημοσιεύθηκε στον Τόμο της Συνόδου του Μαρτίου-Απριλίου 1368. Στη Μεγίστη Λαύρα, η μνήμη του μετατέθηκε στις 5 Νοεμβρίου, επειδή συνέπιπτε με εκείνη του αγίου Φιλίππου, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης [9 Νοεμ.], στη Θεσσαλονίκη εορταζόταν στις 13 μαζί με εκείνη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στις πρώτες τοιχογραφίες που τον εικονίζουν (Ι. Μ. Βατοπαιδίου), δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ονομάζεται «Νέος Χρυσόστομος». Τον κατά πλάτος «Βίον» του συνέγραψε ο άγιος Φιλόθεος ο Κωνσταντινουπόλεως· «Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν» (εκδ. «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1984). 
[2] Γεννημένος κατά το 1250 στη Νίκαια, μετά από σύντομο γάμο, έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος, όπου απέκτησε βαθιά πείρα του μυστικού βίου. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας το 1283, διεύθυνε την ηρωική άμυνα της πόλεως εναντίον των Τούρκων το 1310 και εκπλήρωσε επάξια τα ποιμαντικά του καθήκοντα στις δύσκολες συνθήκες τις εποχής εκείνης μέχρι την κοίμησή του, το 1322. Πνευματικός πατέρας της Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας και σύμβουλος της Μονής Φιλανθρώπου Σωτήρος, την οποία είχε ιδρύσει αυτή, είναι συγγραφέας σημαντικών πνευματικών πραγματειών, εκ των οποίων ορισμένες συμπεριελήφθησαν στη «Φιλοκαλία» και, σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υπήρξε ο βασικός πρόδρομος του Ησυχασμού. Δυστυχώς, όμως, δεν συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των αγίων (βλ. «Θεόκλητος Φιλαδελφείας ο Ομολογητής (1250-1322), Βίος και Έργα», επιμ. Ιωάννης Κ. Γρηγορόπουλος, εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1996). 
[3] Ο θεολόγος, λόγιος και ιστορικός συγγραφέας Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) τον ονομάζει «Γρηγόριος ο Δριμύς». Πρόκειται ίσως για τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη [6 Απρ.]. 
[4] Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, ο άγιος Ισίδωρος (Βούχειρας) έζησε για λίγο στο Άγιον Όρος, αλλά χρειάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου για δέκα περίπου χρόνια επιδόθηκε να διαδώσει την πρακτική της νοεράς προσευχής μεταξύ των λαϊκών. Εκάρη μοναχός από τον άγιο Γρηγόριο (1335), έγινε ένας από τους πιστότερους οπαδούς του και τον συνόδευσε στη Σύνοδο του 1341. Εξελέγη μητροπολίτης Μονεμβασίας, καθαιρέθηκε εξαιτίας των θέσεών του υπέρ των ησυχαστών. Μετά τη νίκη του Ιωάννου Καντακουζηνού έπαυσε να είναι σε δυσμένεια και εξελέγη πατριάρχης (1347), γεγονός που του επέτρεψε να ανεβάσει τον άγιο Γρηγόριο στο αξίωμα του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη εν ειρήνη μετά από τρία μόλις χρόνια (1350), αφήνοντας πίσω του τη φήμη αγίου. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος συνέταξε τον «Βίον» του, η μνήμη του όμως δεν έχει ακόμη συμπεριληφθεί στο αγιολόγιο της Εκκλησίας. 
[5] Έγινε τότε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος),
σελ. 145–152.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δημοφιλείς αναρτήσεις