Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Η άκαιρη λύπη (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)



Η άκαιρη λύπη 
Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς

πηγή: ΕΔΩ 
Από την ΚΘ’ ομιλία του Αγ. Γρηγορίου (P.G. 151, 364-376) στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου της ΣΤ’ Κυριακής για την «κατά Θεόν λύπη»
Όσοι αμαρτήσαμε έχουμε ανάγκη πάλι από τη λύπη και τον πόνο της μετάνοιας για τα αμαρτήματα που έχουμε διαπράξει. Πρέπει να μετανοήσουμε και να πέσουμε στα γόνατα, για να ακούσει καθένας μας μυστικά μέσα στην καρ­διά του, όπως ο Παράλυτος του Ευαγγελίου, «έχε θάρρος, τέκνο». Και έτσι, αφού πληροφορηθεί η καρδιά μας ότι έχουμε λάβει τη συγχώρηση, να με­ταστρέψουμε τη λύπη σε χαρά. Διότι αυτή είναι η λύπη, το μέλι το πνευματικό, που θηλάζουμε εμείς από τη στερεά πέτρα, σύμφωνα με το αποστολικό ρητό: «Εθήλασαν μελί από πέτρα» (Δευτ. 32, 13) «η δε πέτρα είναι ο Χριστός» (Α’ Κορ. 10, 4). Να μη σας κάνει όμως εντύπωση που απο­κάλεσα τη λύπη «μέλι». Γιατί αυτή είναι η λύπη για την οποία ο απόστολος Παύλος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προκαλεί αμεταμέλητη μετάνοια για τη σωτηρία» (Β’ Κορ. 7, 10). Όπως δηλαδή σ’ αυτόν που έχει τραυματισμένη γλώσσα το μέλι θα του φανεί πικρό -αλλά όταν θα θεραπευθεί θα αλλάξει γνώμη,- έτσι και ο φόβος του Θεού προκαλεί λύπη στις ψυχές που είναι δεκτικές του Ευαγγελικού κηρύγματος. Όσο καιρό οι ψυχές αυτές έχουν ανοικτά τα τραύματα των αμαρτιών τους, αισθάνονται λύπη. Όταν όμως ελευθερωθούν απ’ αυτά δια της μετανοίας, νιώθουν εκείνη τη χαρά, την οποία εννοεί ο Κύριος όταν λέει: «η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά» (Ιωάν. 16, 20). Ποιά λύπη; Ασφαλώς εκείνη που αισθάνονταν οι Μαθητές στο άκουσμα ότι θα στερούνταν τον Κύριο και Διδά­σκαλό τους. Τη λύπη εκείνη που αισθάνθηκε ο Πέτρος όταν Τον αρνήθηκε. Δηλαδή τη λύπη που αισθάνεται ο κάθε πιστός όταν μετανοεί για τις αμαρτίες, για τις ελλείψεις του στην αρετή, πράγμα που οφείλεται στη ραθυμία του.

Και εμείς λοιπόν, όταν πέφτουμε σε τέτοιου είδους αμαρτίες, να λυπούμαστε και να κατηγορούμε τους εαυτούς μας και όχι κάποιον άλλο. Άλλωστε, ούτε τον Αδάμ, όταν αθέτησε την εντολή του Θεού, τον ωφέλησε η μετάθεση της ευθύνης προς την Εύα, αλλά ούτε και την Εύα τη βοήθησε το ότι επέρριψε την ευθύνη στον αρχέκακο όφι. Κι αυτό, γιατί εμείς έχουμε πλασθεί από τον Θεό ως αυτεξούσιοι· και έχουμε λάβει το ηγεμονικό της ψυχής ως εξουσιαστική δύναμη κατά των παθών. Δεν έχουμε λοιπόν κανέναν που να κυριαρχεί επάνω μας και να μας αναγκάζει σε υποταγή.

Αυτό θεωρείται κατά Θεόν σωτήρια λύπη: Το να κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και όχι κάποιον άλλο, για όσα πλημμελήματα διαπράττουμε. Να λυ­πούμαστε για τον εαυτό μας και να ειρηνεύουμε με τον Θεό με την κατάνυξη και την εξομολόγηση. Αυτή την αυτομεμψία και κατάνυξη επέδειξε ο Λάμεχ, ο οποίος εξομολογήθηκε ενώπιον όλων την αμαρ­τία του, κατέκρινε τον εαυτό του και τον θεώρησε περισσότερο ένοχο από τον Κάιν, σύμφωνα με την Αγία Γραφή που λέει: «Για τον Κάιν προβλεπόταν τιμωρία επτά φορές, και για τον Λάμεχ εβδομή­ντα επτά» (Γεν. 4, 24). Έτσι, αφού πένθησε τον εαυτό του ως ένοχο, με την βαθιά του κατάνυξη και την ομο­λογία της αμαρτίας του, διέφυγε από την καταδίκη του Νόμου, όπως είπε αργότερα και ο Προφήτης: «Ομολόγησε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να δικαιωθείς» (Ησ. 43, 26). Αυτό επιβεβαίωσε αργότερα και ο Απόστολος, λέγοντας: «Αν εμείς κρίναμε τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμαστε» (Α’ Κορ. 11, 31).
*
Πρώτος λοιπόν ο Λάμεχ αναφέρεται ότι απέ­φυγε την καταδίκη του Νόμου, διότι μετανόησε και λυπήθηκε για την αμαρτία του. Έπειτα από αυτόν, συμπεριφέρθηκαν, κατά τον ίδιο τρόπο, και οι Νινευίτες, λαός πολύς και πόλη μεγάλη. Αυτοί μάλιστα είχαν τη βεβαιότητα ότι θα ξεπεράσουν την καταδίκη τους με τη λύπη και τη μετάνοια, όχι μόνο όταν συνειδητοποίησαν την αμαρτία τους, αλλά και όταν άκουσαν από τον προφήτη Ιωνά την απόφαση του Θεού που έλεγε: «Ακόμα τρεις ημέρες και η Νινευί θα καταστραφεί» (Ιωνά 3, 4). Ακουσαν λοιπόν οι Νινευίτες και πίστευσαν. Δεν έπεσαν στο πονηρό και δαιμο­νικό βάραθρο της απογνώσεως, ούτε φόρτωσαν στις καρδιές τους το λίθο της πωρώσεως. Αλλά είπε ο ένας στον άλλο: «Ποιός ξέρει, μπορεί να αλλάξει απόφαση ο Θεός και να μας ελεήσει, ώστε να μην καταστραφούμε» (Ιωνά 3, 9). Έτσι εγκατέλειψαν την πονηρία και τις αμαρτωλές συνήθειές τους. Κήρυξαν γενική νηστεία, φόρεσαν μικροί και μεγάλοι, ακόμα και ο βασιλιάς τους, σάκκους, έριξαν πάνω τους στάχτη. Έμειναν ακόμα και τα βρέφη χωρίς τροφή, γιατί, όπως φαίνεται, λησμόνησαν από τη λύπη τους οι μητέρες να τα θηλάσουν, σύμφωνα μ’ αυτό που λέει και ο Ψαλμωδός: «Από τη φωνή του στεναγμού μου λησμόνησα να φάω τον άρτο μου» (Ψαλμ. 101,5 και εξ.). Και όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά ακόμα και τα ζώα τα άφησαν, εξαιτίας του πένθους τους, νηστικά και απότιστα, κλεισμένα στα μαντριά τους. Έτσι, ζώντας όλοι στην ατμόσφαιρα της σωτήριας λύπης και του πένθους, απέφυγαν τις ολέθριες συνέπειες της αμαρτίας τους και βρήκαν συγχώρηση και έλεος από τον Θεό.

Επειδή λοιπόν, αδελφοί μου, και η δική μας ζωή περνάει σχεδόν ολόκληρη μέσα στην αμαρτία, οφείλουμε κι εμείς να λειτουργήσουμε τη σωτήρια αυτή λύπη που γεννιέται από τη μετάνοια. Γιατί αν δεν κάνουμε αυτό, τότε, καθώς λέει ο Κύριος, «οι Νινευίτες θα μας κατακρίνουν κατά την ημέρα της κοινής αναστάσεως» (Ματθ. 12, 41). Κι αυτό, γιατί εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά, ενώ εμείς δεν μετανοούμε με το λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χρι­στού, ο Οποίος είναι και ο Θεός του Ιωνά.

Ο Ιωνάς, επίσης, δεν κήρυττε μόνο μετάνοια, αλλά μιλούσε και για τις βαριές συνέπειες της αμαρ­τίας τους, δηλαδή για καταδίκη και για θάνατο. Ο Χριστός όμως ήλθε για να έχουμε ζωή και κάτι περισσότερο ακόμα: Για να απολαύσουμε τη Θεία Υιοθεσία και την Ουράνια Βασιλεία.

Ο Ιωνάς, με το κήρυγμά του, δεν υποσχόταν Βασιλεία Ουρανών. Ο Χριστός όμως, κηρύττοντας μετάνοια, μας υπόσχεται Βασιλεία Ουράνια. Ταυτό­χρονα, μας προλέγει τη μέλλουσα συντέλεια του κόσμου, λέγοντας: «Όπως οι άνθρωποι της εποχής του Νώε απολάμβαναν τα σωματικά αγαθά με άνεση και χωρίς φόβο, και ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους, έτσι θα συμβεί και στη συντέλεια, γιατί παρέρχεται το σχήμα αυτού του κόσμου» (Α’ Κορ. 7, 31).

Ο Ιωνάς απειλούσε τότε τους Νινευίτες με καταστροφή φθαρτών πραγμάτων, αλλά δεν τους μίλησε για φοβερό βήμα και αδέκαστη Κρίση ούτε βέβαια για το πυρ το άσβεστο ούτε για ακοίμητο σκώληκα ούτε για σκότος εξώτερο ούτε τριγμό των οδόντων ούτε πένθος απαράκλητο. Ο Κύριος όμως, παράλληλα με αυτά, είπε ότι όσοι δεν λυπηθούν για τις αμαρτίες τους εδώ και δεν κλαύσουν, αυτές τις συνέπειες θα τις γευθούν μετά τη συντέλεια του κόσμου, η οποία δεν θα λάβει χώρα σε τρεις ημέρες, όπως κήρυττε τότε ο Ιωνάς, αλλά μετά από πολύ χρόνο. Και αυτό θα γίνει από την απέραντη μακροθυμία του Χριστού.

Η μακροθυμία λοιπόν του Θεού σε οδηγεί, αδελφέ μου, σε μετάνοια και λύπη. Πρόσεχε όμως, μήπως, από τη σκληρότητά σου και την ανάλγητη καρδιά σου, «θησαυρίσεις για τον εαυτό σου οργή κατά την ημέρα της συντέλειας και της δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ. 2, 5). Διότι ο Κύριος θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.

Σ’ εκείνους που ζητούν, με τη ζωή της μετά­νοιας και της υπομονής, με την οδύνη και συντριβή της καρδιάς, την άφεση των αμαρτιών τους, θα δώ­σει ο Κύριος χαρά και ανάπαυση, ζωή αιώνια και βασιλεία άρρητη. Σε όσους όμως παρέμειναν στην ζωή ανάλγητοι και αμετανόητοι, θα έλθει θλίψη και στενοχώρια αφόρητη και επιπλέον, ατελεύτητη κό­λαση.
*
Ο προφήτης Δαυίδ επίσης αναδείχθηκε στήλη «της κατά Θεόν λύπης». Και μάλιστα, στήλη που ζει και διακηρύττει την αξία της σωτήριας λύπης και της κατανύξεως. Διότι αυτός κατέγραψε και την αμαρτία που διέπραξε, αλλά και το πένθος προς τον Θεό και τη μετάνοια που ο ίδιος επέδειξε, καθώς και το έλεος που δέχθηκε από τον Θεό. Αυτός λέει στον Ψαλμό: «Είπα, θα εξομολογηθώ ενώπιον του Κυρίου την ανομία μου, και Συ συγχώρεσες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31, 5). Εννοούσε βέβαια ως ασέβεια τη ρίζα της κακίας, το ένοικο πάθος και ως ανομία την έμπρακτη αμαρτία. Γι’ αυτήν, αφού την έκανε σε όλους γνωστή, θρήνησε και πένθησε. Έτσι βρήκε όχι μόνο την άφεση, αλλά δέχθηκε στην ψυχή του και τη θεραπεία.

Πώς όμως πενθούσε; Ας ακούσουμε πάλι τον ίδιο να μας λέει: «Με μαστίγωναν οι θλίψεις και οι αδικίες όλη την ημέρα και ήλεγχα τον εαυτό μου συνεχώς μήπως και έχω πέσει σε κάποια αμαρτία» (Ψαλμ. 72, 14) και «όλη την ημέρα πενθούσα και σκυθρώπαζα και ταπείνωνα τον εαυτό μου» (Ψαλμ. 34, 14)

Εμπρός λοιπόν, αδελφοί μου, ας προσκυνή­σουμε και ας προσπέσουμε και ας κλαύσουμε, -όπως ο ίδιος Προφήτης μας προτρέπει- ενώπιον του Κυ­ρίου που μας έπλασε και μας κάλεσε σε μετάνοια και σ’ αυτή τη σωτήρια λύπη, το πένθος και την κατάνυξη. Κι αυτό, γιατί εκείνος που δεν έχει λύπη, δεν έχει υπακούσει σ’ Εκείνον που έχει κάνει την κλήση, δεν έχει συναριθμηθεί με τους προσκαλεσμέ­νους Αγίους του Θεού, ούτε, ασφαλώς, θα αξιωθεί να λάβει την παρηγοριά εκείνη που έχει υποσχεθεί ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Γιατί Εκείνος λέει: «Είναι μακάριοι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα βρουν παρηγοριά» (Ματθ. 5, 4).
*
Υπάρχει κανένας που μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν έχει αμαρτίες και γι’ αυτό δεν χρειάζεται το πένθος; Αλλά και αν ακόμα λέγαμε κάτι τέτοιο -πράγμα σχεδόν αδύνατον, αφού και μόνο το να έχει φθάσει κανείς στη μετριοπάθεια είναι μεγάλο κατόρθωμα- όμως στην αρχή του λόγου μας αναφέ­ραμε και μια ακόμα αιτία πένθους. Οι μαθητές του Χριστού λυπούνταν επειδή δεν θα έβλεπαν πλέον τον Μόνο και Αληθινό Αγαθό, Τον Διδάσκαλο και Σωτήρα τους. Εκείνου και εμείς τώρα τη θέα στερού­μαστε. Και όχι μόνο Εκείνον αλλά και την τρυφή του Παραδείσου. Διότι ξεπέσαμε από αυτή και ανταλ­λάξαμε τον απαθή εκείνο τόπο με τον εμπαθή και επίπονο τούτο χώρο που τώρα ζούμε. Στερηθήκαμε την πρόσωπο με Πρόσωπο συνομιλία μας με τον Θεό, την συναναστροφή με τους Αγγέλους Του και την ατελεύτητη ζωή.

Ποιός λοιπόν, γνωρίζοντας το τι έχουμε στερη­θεί, δεν θα πονέσει και δεν θα πενθήσει γι’ αυτό; Αν υπάρχει κάποιος που το γνωρίζει και δεν το κάνει, τότε, σίγουρα, αυτός δεν είναι πιστός.

Επομένως, εμείς τώρα που γνωρίζουμε, με τη θεόπνευστη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τι έχει συμβεί, ας πενθήσουμε τους εαυτούς μας, αδελφοί, και ας καθαρίσουμε τους μολυσμούς που έχουμε υποστεί από τις αμαρτίες που έχουμε διαπράξει, με το σωτήριο πένθος. Έτσι και το έλεος του Θεού θα βρούμε και τον Παράδεισο θα ανακτήσουμε και την αιώνια παρηγοριά και ανάπαυση θα απολαύσουμε.
*
Αυτή τη ζωή, μακάρι όλοι να την αποκτήσουμε, με τη Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Αναρχο Πατέρα και το Πανάγιο και Αγαθό και Ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


Απόσπασμα από το βιβλίο «ΩΔΗ ΣΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ: Η Λύπη κατά τους Πατέρες», Εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

Ο όσιος Βανδρίγιος, ηγούμενος της Μονής Φοντενέλ



Ο όσιος Βανδρίγιος, ηγούμενος της Μονής Φοντενέλ

22 ΙΟΥΛΙΟΥ  
Ο όσιος Βανδρίγιος (Wandregisilus) γεννήθηκε στην περιοχή του Βερντέν στα τέλη του 6ου αιώνα. Ήταν από οικογένεια που συγγένευε με τον αυλάρχη Πεπίνο του Εριστάλ, πατέρα του Καρόλου Μαρτέλου. Εισήλθε νέος στην αυλή του βασιλιά Δαγοβέρτου Α’, ο οποίος του χορήγησε τον τίτλο του κόμητος και του εμπιστεύθηκε την διαχείριση των βασιλικών κτημάτων. 
Εξεπλήρωνε με αφοσίωση τα καθήκοντά του, αλλά η κλίση του ήταν προς τον βίο τον αφιερωμένο στον Θεό. Συνδέθηκε με πνευματική φιλία με άλλους αξιωματούχους, όπως ο θησαυροφύλακας Δεσιδέριος και ο σφραγιδοφύλακας Νταντόν, οι οποίοι ακολουθούσαν στην αυλή βίο ασκητικών στερήσεων. 
Ο Βανδρίγιος νυμφεύτηκε από υποχρέωση στους γονείς του και συμφώνησε με την σύζυγό του να ζήσουν εν αγνεία και να αποσυρθούν και οι δύο σε μοναστήρι. Εκείνος αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα από τα κτήματά του στην Λοραίνη, που ονομαζόταν Montfaucon, κοντά στον άγιο ερημίτη Βαλδρίκιο. 
Μαθαίνοντας την αποσκίρτησή του ο βασιλιάς Δαγοβέρτος κάλεσε τον Βανδρίγιο, ο οποίος εμφανίσθηκε στο παλάτι με το ασκητικό ένδυμα, ακτινοβολώντας ωστόσο μιαν ουράνια λάμψη, και έλαβε από τον βασιλιά την άδεια να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. 
Μετέβη τότε στον Ιούρα για να εγκατασταθεί εκεί στο ερημητήριο που είχε ιδρύσει ο άγιος Ουρσανός. Ακολουθώντας την παράδοση των ιρλανδών μοναχών και του αγίου Κολομβανού [23 Νοεμ.], διήγε εξαιρετικά αυστηρό βίο, περνώντας όλες σχεδόν τις νύκτες του εν αγρυπνία, ανυπόδητος, απαγγέλλοντας ψαλμούς· όταν δε τον κατέθλιβαν οι πειρασμοί πήγαινε και έπεφτε σε μία παγωμένη λιμνούλα. 
Επιθυμώντας να αφομοιώσει βαθύτερα την κληρονομιά του αγίου Κολομβανού μετέβη στην Μονή του Μπόμπιο την οποία είχε ιδρύσει ο άγιος στην Ιταλία και εκεί προόδευσε ακόμα περισσότερο με την εμπειρία της κοινοβιακής ζωής. Επιστρέφοντας στην Γαλατία, σταμάτησε στην Μονή του Ρομαινμουτιέ [28 Φεβρ.], που είχε ανακαινισθεί από μαθητές του αγίου Κολομβανού, και εγκαταβίωσε εκεί δώδεκα χρόνια. 
Ειδοποιημένος από άγγελο για την αποστολή που έπρεπε να αναλάβει προς σωτηρίαν πλήθους ψυχών, εγκατέλειψε τον Ιούρα για την Νευστρία. Στην Ρουέν ξαναβρήκε τον φίλο του Νταντόν που είχε γίνει επίσκοπος με το όνομα Ουέν (Audoenus) [24 Αυγ.] και χειροτονήθηκε από αυτόν διάκονος. Αφού έλαβε την ιερωσύνη από τα χέρια του αγίου Ομέρ, επισκόπου Τερουάννης [9 Σεπτ.], βοήθησε τον άγιο Ουέν στον ευαγγελισμό της επισκοπής του. 
Λίγα χρόνια αργότερα (649), με την καρδιά πάντα διψασμένη για την συνομιλία με τον Θεό στην ησυχία, έλαβε την άδεια από τον επίσκοπό του να εγκατασταθεί στο ελώδες λαγκάδι του Φοντενέλ, στο δάσος του Ζυμιέζ, το οποίο είχε αποκτήσει ο ανηψιός του Γκοντ, που είχε λάβει την απόφαση να απαρνηθεί τον κόσμο. 
Αναλαμβάνοντας με ακάματο ζήλο την εκχέρσωση της περιοχής, ο Βανδρίγιος και οι ολοένα περισσότεροι μαθητές που συγκεντρώνονταν γύρω του ανήγειραν εκεί τέσσερεις ναούς και κελλιά. 
Δίνοντας το παράδειγμα στις χειρωνακτικές εργασίες, ο όσιος ήταν πρώτος στην προσευχή και δίδασκε τους μοναχούς του να ανατείνουν πάντοτε προς την τελειότητα, λέγοντας: «Δεν πρέπει να λογαριάζουμε τα χρόνια που περάσαμε στο μοναστήρι, αλλά εκείνα που περάσαμε στην ανεπίληπτη άσκηση των θείων εντολών. Η αδελφική αγάπη να είναι ο δεσμός που σας ενώνει και να υπηρετείτε ο ένας τον άλλο. Ο πολέμιός σας, ο διάβολος, βλέποντάς σας έτσι ενωμένους θα τραπεί σε φυγή, γιατί δεν μπορεί να πλησιάσει εκείνον που βλέπει ενωμένο, πνεύματι και καρδία, με όσους τον περιβάλλουν». 
Ο Βανδρίγιος άφηνε την μονή μόνο για να κηρύξει στους ειδωλολάτρες της περιοχής ή για να ιδρύσει άλλα μοναστήρια, τα οποία έγιναν πέντε τον αριθμό, οργανωμένα όπως το Φοντενέλ με την εναρμόνιση της ιρλανδικής παραδόσεως του αγίου Κολομβανού και του Κανονισμού του αγίου Βενεδίκτου, που είχε αρχίσει να διαδίδεται στην Γαλλία. 
Αφού διοίκησε το μοναστήρι του επί δεκαεννέα χρόνια, ο όσιος Βανδρίγιος που θρηνούσε για την ξενιτεία στην οποία ζούσε στην γη, ασθένησε και ήλθε σε έκσταση, κατά την οποία είδε την πύλη των Ουρανών ανοιχτή και τον θρόνο της δόξης που είχε ετοιμασθεί γι’ αυτόν. 
Όταν ήλθε πάλι εις εαυτόν, προέτρεψε τους μαθητές του στην αμοιβαία αγάπη, όρισε τον διάδοχό του και χαμογελώντας στους αγγέλους και στους αγίους που είχαν έλθει να τον υποδεχθούν, εκοιμήθη εν ειρήνη στις 22 Ιουλίου 688, παρουσία του αγίου Ουέν και των τριακοσίων μαθητών του. 

 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 11ος, Ιούλιος. Ίνδικτος

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2022

Δύσκολα χρόνια!... Θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πη τράνταγμα;

 

Δύσκολα χρόνια!... Θα περάσουμε τράνταγμα. Ξέρετε τί θα πη τράνταγμα; Αν δεν έχετε λίγη κατάσταση πνευματική, δεν θα αντέξετε. Κοιτάξτε να αδελφωθήτε, να ζήσετε πνευματικά, να γαντζωθήτε στον Χριστό. Αν γαντζωθήτε στον Χριστό, δεν θα φοβάστε ούτε διαβόλους ούτε μαρτύρια. Γιατί, όταν κανείς είναι κοντά στον Χριστό, τί να φοβηθή;

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου
ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματική Αφύπνιση»

Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Διαμαρτυρία μέ Ὀρθόδοξο τρόπο, γιά τά τεκταινόμενα περί ὁμοφυλοφιλίας στό Σαμπεζύ :



Διαμαρτυρία μέ Ὀρθόδοξο τρόπο, γιά τά τεκταινόμενα περί ὁμοφυλοφιλίας στό Σαμπεζύ : 
Ἡ μέθοδος τοῦ κουνουπιοῦ. 
Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, 
πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῆς πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, στό χωρίο Κεφάλαιο 1, στίχος 9, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Πέμπτη 5-3-2015.

[...]Τώρα θά κάνω μιά παρατήρηση ἐδῶ -τό λέω ἀνθρωποπαθῶς- πού μέ σύγχισε πάρα πολύ σήμερα τό μεσημέρι, πού ἔχει σχέση μέ ὅλα αὐτά. Ἐγώ σήμερα τό μεσημέρι τό ἔμαθα καί ἔχει σχέση μέ τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία. Καί θά τό πῶ ὄχι γιατί συγχίστηκα ἐγώ. Συγχίστηκα ὀρθοδόξως. Θά σᾶς τό πῶ γιά νά ἔχετε ἐγρήγορση σέ πολλά μεγάλα θέματα καί τό κριτήριο πολλές φορές τῆς ἀλήθειας εἶναι τό «τάδε λέγει Κύριος» καί πόσο ὁ λαός δέν κοιμᾶται ὄρθιος καί δέν δέχεται πλανημένες διδασκαλίες. Αὐτό πού θά σᾶς πῶ θά σᾶς συγχίσει, ἀλλά εἶναι ἀλήθεια. Δέν μπορῶ νά τό κρύψω. Ἁπλῶς δέν θά πῶ ὀνόματα· θά τά μάθετε ἄν θέλετε. Κι ἐγώ τό βρῆκα καί τό διάβασα τό μεσημέρι καί πραγματικά ταράχτηκα. Τό θέμα εἶναι μεῖζον πάντως. Δέν μιλᾶμε γιά μιά κουβέντα, παρόλο πού ὁποιαδήποτε κουβέντα εἶναι σπουδαία - ἐγώ κι ἐσύ. Μιλᾶμε γιά τή μεγαλύτερη κουβέντα πού μπορεῖ νά γίνει στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Τή μεγαλύτερη κουβέντα πού μπορεῖ νά γίνει στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας. Σᾶς ἑτοιμάζω γι᾽ αὐτό πού θά ἀκούσετε. Τή μεγαλύτερη κουβέντα πού μπορεῖ νά γίνει στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας· καί ἔγινε αὐτές τίς μέρες.

Στό Chambésy [Σαμπεζύ] τῆς Ἑλβετίας -τό Chambésy εἶναι ἕνα κέντρο κοντά στήν Γενεύη- ὑπάρχει τό Πατριαρχικό Κέντρο (συνεδριακό κέντρο, ὅπου γίνονται πολύ μεγάλες συσκέψεις καί συνδιαλέξεις). Αὐτές τίς μέρες συνῆλθε ἡ Ἐπιτροπή ἡ Πανορθόδοξη, ἡ ὁποία προετοιμάζει τά θέματα τά ὁποῖα θά τεθοῦν στή μεγάλη Οἰκουμενική, ἄς τήν πῶ, Σύνοδο. Πανορθόδοξη θά εἶναι, ἀλλά Οἰκουμενική εἶναι, μετά ἀπό τόσους αἰῶνες. Θά γίνει μετά ἀπό 1-2 χρόνια. Ὑπάρχει μία ἐπιτροπή λοιπόν, ἐκτεταμένη, μέ ἐκπροσώπους ὅλων τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία προετοιμάζει τή θεματική. Καί ἑτοιμάζει τή θεματική σημαίνει βάζει καί μία εἰσήγηση, γιατί βάζει αὐτό τό θέμα. Δέν λέει ἔχουμε αὐτό τό θέμα ἤ δέν θά λεχθεῖ μονάχα τήν ἡμέρα ἐκείνη πού θά γίνει ἡ Οἰκουμενική αὐτή ἡ Πανορθόδοξη. Θά ὑπάρξει καί μιά προετοιμασία. Ἡ προετοιμασία τί εἶναι; Ἤδη ὑπάρχουν ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν σέ αὐτόν τόν χῶρο. Θά πεῖ τό κείμενο: «Ἐμεῖς θέτουμε αὐτό τό θέμα» καί οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχουν ἐδῶ τήν ἑξῆς σύμφωνη ἤ διαφορετική γνώμη. Καί προσέξτε: Γιά νά βγεῖ ὄχι μόνο ἀπόφαση γιά τή μέλλουσα νά συνέλθει Πανορθόδοξη, ἀκόμη καί τώρα, πρέπει νά συμφωνήσουν ὅλες οἱ τοπικές Ἐκκλησίες. Νά ποῦν ὅλοι «συμφωνοῦμε νά γίνει θέμα». Ἀλλά νά ποῦν ὅλοι «ὑπάρχει θέμα» καί μάλιστα ὑπάρχει τό θέμα καί νά ὑπάρχει ἀκόμη καί μιά πρώιμη λύση («ἐμεῖς προτείνουμε νά προσεχθεῖ αὐτό»).

Ἡ συνεδρίαση πού ἔγινε πρίν ἀπό λίγες μέρες κράτησε, ἀπ᾽ ὅ,τι ἔμαθα, 5-7 ὧρες καί ἔγινε μεγάλος καυγάς. Θά σᾶς πῶ τό θέμα. Μεγάλος καυγάς ἔγινε. Τό θέμα τό εἰσηγήθηκε ἕνας Ἐπίσκοπος, ὄχι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος -γενικότερα τῆς Ὀρθοδοξίας- καί μετά ὑπῆρχαν ἀπό κάτω τοπικές Ἐκκλησίες. Οἱ δύο ἐκπρόσωποι (μόνο δύο ὑπάρχουν ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος) ἦταν σύμφωνοι μέ τήν πρόταση, πού ἦταν τραγική. Ὅλες οἱ ἄλλες τοπικές Ἐκκλησίες, οἱ Ὀρθόδοξες (ρωσική, βουλγαρική…) διαφωνοῦσαν μαζί τους. Καί αὐτοί οἱ τρεῖς ἔκαναν μεγάλο σαματά καί δέν κάνανε πίσω.

Θά πεῖτε ποιό εἶναι τό θέμα. Μεῖζον θέμα. Μεῖζον θέμα. Θά τό πῶ τό θέμα τώρα (μήν πέσετε κάτω): Πῶς θά ἀποκαλέσουν τούς ὁμοφυλόφιλους, πῶς θά τούς λένε δηλαδή καί πῶς θά τούς δοῦνε. Καί ἔλεγε ὁ εἰσηγητής: «Θά λέμε: “αὐτοί πού ἔχουν σεξουαλικές ἰδιαιτερότητες”», καί οἱ δύο δικοί μας Ἐπίσκοποι, γνωστότατοι, (δέν θά πῶ τά ὀνόματά τους) συμφωνοῦσαν. Καί ἄλλοι λέγανε: «Μά τί λέτε; Σοβαρά μιλᾶτε; Αὐτό τό θέμα δέν τό κουβεντιάζουμε», λέγανε. Στήν Οἰκουμενική Σύνοδο ἔρχονται θέματα στά ὁποῖα πρόκειται νά θεολογήσουμε. Δέν ὑπάρχει θέμα, γιατί εἶναι σαφέστατα τά πράγματα. Τό θέμα τῆς ἀρσενοκοιτίας εἶναι στή Γραφή πεντακάθαρο. Ἡ Γραφή τό κρίνει. Λέει: «ὅλοι πᾶνε στήν κόλαση». Τό λέει στή Γραφή: Οἱ ἀρσενοκοῖτες «βασιλείαν οὐρανῶν οὐ κληρονομήσουσι»[1]. Δέν τίθεται θέμα δηλαδή νά τούς δῶ μέ μιά συμπάθεια ἐπειδή εἴμαστε σέ μιά μοντέρνα ἐποχή. Τί θά πεῖ «σεξουαλικές ἰδιαιτερότητες»; Καί ἔλεγαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες: «Ὄχι, θά πεῖτε τή λέξη». Ἑφτά ὧρες, ἀπ᾽ ὅ,τι κατάλαβα, δέν κατέληξαν πουθενά. Εὔχομαι νά διαλυθοῦν καί νά μήν συνεχίσουν.

Ἄν ἔτσι ἑτοιμάζουν τήν Πανορθόδοξη Σύσκεψη, νά μήν τήν κάνουν ποτέ, Θεέ μου. Μᾶς ἀρκεῖ αὐτό πού ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καί ἡ Ἐκκλησία τί κάνει; Τόσους αἰῶνες δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος. Ἀπό τόν 8ο αἰώνα, τό 787, δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει παράδοση; Πῶς δέν ἔχει! Γίνεται Θεολογία, τή δέχεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία καί γίνεται παράδοση. Τί εἶναι ἡ Θεολογία τοῦ Παλαμᾶ καί ἄλλα πολύ ὑψηλά θέματα; Εὔχομαι νά μή συνεχίσουν. Νά διαλυθοῦν, νά τά σπάσουν ὅλα καί νά φύγουν καί νά μήν ξαναβρεθοῦν, τό λέω ἔτσι· καί τό λέω γιά τόν λαό μου.

Ἀλλά ὁ λαός πρέπει νά εἶναι ξύπνιος, γιατί ὁ λαός πού τό μαθαίνει πρέπει κάπου νά διαμαρτύρεται γιά τέτοια ὑψηλά θέματα. Τόν τρόπο τῆς διαμαρτυρίας σᾶς τόν ἔχω μάθει. Προσέξτε: Ὄχι φύρδην-μίγδην, εὐκαίρως ἀκαίρως ὁ καθένας νά κάνει ὅ,τι θέλει. Ὁ τρόπος εἶναι συγκεκριμένος, ὅπου εἶναι πολύ ταπεινός ὁ τρόπος καί ἀνίσχυρος φαίνεται, ἀλλά εἶναι πολύ ἐνοχλητικός, σάν τό κουνούπι. Θυμηθεῖτε τόν τρόπο. Σάν τό κουνούπι. Τό κουνούπι, ξέρετε, ἔρχεται, ξανάρχεται, ξανάρχεται, δέν φεύγει. Εἶναι συνέχεια ἐκεῖ. Θά λειτουργήσουμε λοιπόν τή μέθοδο τοῦ κουνουπιοῦ, ὄχι ἄλλες μεθόδους, στούς τόπους πού πρέπει καί ὅπως πρέπει. Ὅταν ἀκοῦμε τέτοια πράγματα, ὁ ὀρθόδοξος λαός πρῶτα-πρῶτα θά πιάνει τόν παπά τῆς ἐνορίας του. Τί φταίει ὁ φουκαράς; Νά μάθει ὁ ἄνθρωπος. Ποῦ θά τό πεῖ; Στόν ἐπίσκοπό του, καί ταυτόχρονα πιάνει τόν παπά τῆς ἐνορίας του καί πιάνει καί τόν ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς του. Καί λέει: «Τί μάθαμε Σεβασμιώτατε; Τί θά γίνει; Αὐτοί τί συνέρχονται; Θά δεχθοῦμε τέτοιες ἀποφάσεις;». Τ᾽ ἄκουσε, δέν τ᾽ ἄκουσε, θά εἴμαστε «κουνούπια». Συνέχεια. Σᾶς λέω τή μέθοδο. Χωρίς φασαρία, χωρίς νά κάνουμε σχίσματα, αἱρέσεις, θά εἴμαστε κουνούπια ἐάν ξέρουμε τήν ἀλήθεια.

Καί ἐδῶ τό θέμα εἶναι πολύ χοντρό. Παρακαλῶ, κάπου θά τό βρεῖτε. Ἐγώ τό βρῆκα στά μέσα ἐνημερώσεως, στό Internet τό βρῆκα. Ἔχει βγεῖ ἀνακοινωθέν. Μπορεῖτε νά μελετήσετε καί τή διεργασία πού ἔγινε καί νά πεῖτε: Μά τί ἀκούσαμε τώρα; Ἐκεῖ θά καταλήξουμε; Καί αὐτοί οἱ δύο πού ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, πῶς τήν ἐκπροσωποῦν; Ἐμᾶς, μᾶς ἐκπροσωποῦν; Ποιοί εἶναι αὐτοί; Αὐτοί θά μᾶς ἐκπροσωπήσουν; Τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος; Ἐμένα; Ἔ, ὄχι, δέν μέ ἐκπροσωπεῖ. Αὐτό πού λέει εἶναι τραγικό, καί γινόμαστε -ἄς τό πῶ ἔτσι ἀνθρώπινα- καί ρεζίλι στίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Καί λένε οἱ ἄλλοι: «Μά τί γίνεται, παιδιά, στήν Ἑλλάδα; Αὐτά εἶναι τῆς Ἁγίας Γραφῆς», λέγανε οἱ ἄλλοι. «Ποῦ καταλήξατε;».

Βλέπετε τί σημαίνει «ὑγιαίνουσα διδασκαλία»; Ποῦ μπορεῖ νά χαθεῖ; Ἀλλά εἶναι καί στά χέρια τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πολλά πράγματα. Καί ἐδῶ δέν χρειάζεται πολλή θεολογία. Θέλεις τό παιδί σου νά γίνει ὁμοφυλόφιλος; Ὄχι. Στέκεσαι καί λές «ὄχι». Πολύ ἁπλό. Ἐμένα δέν μέ νοιάζει τί ἄκουσα προχθές, ὅτι βγαίνει διάταγμα νόμου σύμφωνα μέ τό ὁποῖο γίνεται πιά ἐπίσημο τό «συμβόλαιο συμβιώσεως». Αὐτό ἤδη γίνεται νόμος αὐτές τίς μέρες. Θά μποροῦν δύο, ἕνας ἄνδρας μέ ἕναν ἄλλο ἄνδρα, νά παίρνουν ἕνα συμβόλαιο συμβιώσεως γιά νά ζοῦν μαζί καί νά ἀποκτήσουν νομικά δικαιώματα, καί μετά νά ἀποκτοῦν καί παιδί, διά υἱοθεσίας φυσικά. Μποροῦμε ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία νά μποῦμε σέ αὐτή τή διαδικασία; Δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιατί τό κράτος ἔχει αὐτές τίς ἰδέες. Καμία σχέση μέ Χριστιανισμό, μέ τήν Ὀρθοδοξία. Δέν τίς δέχομαι· τό θεωρῶ τραγικότατο, ἀλλά ἐγώ κάνω τόν ἔλεγχο, τόν ἐσωτερικό ἔλεγχο, αὐτόν πού μᾶς νοιάζει ἐμᾶς πάρα πολύ. Κι ἄν ἐμεῖς δέν ἔχουμε ὑγιαίνουσα διδασκαλία, τότε τό κράτος τί νά κάνει; Τί νά κάνει ἀφοῦ δέν ἔχει κι ἕνα ἀντίβαρο νά ἀκούσει νά ποῦν «ὄχι βρε παιδιά, γιατί τό κάνετε αὐτό τό πράγμα;». Καί δέν πρόκειται νά περάσει ποτέ ὁ λόγος μας ἀφοῦ τό ἀποφάσισαν νά γίνει νόμος, γιά λόγους μοντερνισμοῦ, δημοκρατίας (ψευτοδημοκρατία ἐννοεῖται, ἔτσι;).

Ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη ἱστορία τώρα. Ποῦ ὑπάρχει ὑγιαίνουσα διδασκαλία; Καί ἐδῶ παρακαλῶ τόν λαό νά εἶναι σέ ἐγρήγορση. Καί νά λειτουργήσει τή μέθοδο τοῦ «κουνουπιάζειν» (ἔφτιαξα ἕνα ρῆμα). Ἀλλά προσέξτε, τό κουνούπι δέν σέ σκοτώνει, δέν σοῦ κάνει κάτι. Εἶναι ὅμως ἐνοχλητικό πάρα πολύ. Ἀλλά προσέξτε, μέ ὑπευθυνότητα γι᾽ αὐτό πού λέτε καί ποῦ τό λέτε. Μέ ἀγάπη καί ταπείνωση, ὄχι νά πάρουμε πάνω καί νά γίνουμε ὅλοι ἐπαναστάτες. Εἴμαστε ἐπαναστάτες, ἀλλά μέ ἕναν ἄλλο τρόπο.

Τό ἔδωσα σάν παράδειγμα, γιατί εἶναι πολύ χοντρό καί εἶναι κορυφαῖο. Τί πιό κορυφαῖο ἀπό ἕνα θέμα μιᾶς μελλούσης νά συνέλθει Πανορθοδόξου, ἀλλά στήν πράξη Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ποιά εἶναι ἡ εὐθύνη μας; Πολύ μεγάλη· κι ἐκεῖ δέν θά σταματήσουμε νά μιλᾶμε μέ τίποτε. Δέν ἔχουμε ἄλλο τρόπο. Ἐγώ τώρα πού τό ἔμαθα τό λέω παντοῦ· ὅπου μοῦ τύχει θά τό λέω συνέχεια αὐτό τό πράγμα. Θά τό πῶ καί σ᾽ αὐτούς τούς δυό. Καί θά τό πῶ καί στούς δυό. Θά τό στείλω καί στό Internet, κάπου θά βρῶ τή διεύθυνσή τους. Θά τούς πῶ: Ἐμένα, τόν ἁπλό παπά, δέν μέ ἐκπροσωπεῖ ἡ φωνή σου. Θά τό κάνω. Αὐτό μπορῶ νά κάνω. Μόνο αὐτό μπορῶ νά κάνω. Θά τό πῶ καί στόν Ἐπίσκοπό μου πού σίγουρα ἔχει σύμφωνη γνώμη, γιατί συμφωνεῖ σέ αὐτά τά πράγματα. Αὐτή εἶναι ἡ δική μας δουλειά. Κάτι ἄλλο δέν μποροῦμε νά κάνουμε: Νά γίνουμε ἐνοχλητικοί λοιπόν, νά καταλάβουν ὅτι δέν ἔχουν ὑπόβαθρο, ὅτι δέν ἔχουν λαό. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι λαός. Τά πάντα στά χέρια τοῦ λαοῦ, γι᾽ αὐτό θέλουμε λαό πού ξέρει καί ζεῖ. Ἄν ὁ λαός εἶναι ἀνερμάτιστος καί δέν ξέρει καί δέν ζεῖ, δέν μπορεῖ νά δώσει τή μάχη του. Ποῦ θά τή δώσει; Θά ἀκούει μιά γνώμη ἀπό ᾽δῶ, μιά γνώμη ἀπό ᾽κεῖ, θά παρασύρεται; Ὁ λαός πρέπει νά εἶναι λαός ὅμως, καί αὐτό μέ ἐνδιαφέρει κατεξοχήν.

Αὐτό περί τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας καί «τοῖς ἀντιλεγομένοις ἐλέγχειν», λέει. Προσέξτε τί λέει: Νά ξέρω γιατί, ἄν ὑπάρχει ἀντίλογος (ἀντιλεγομένοις), «ἐλέγχειν». Θά ποῦν κάποιον ἄλλο λόγο. Νά τό ἐλέγχεις, ὄχι μόνο νά ἐλέγχεις αὐτούς. Ἐμεῖς δέν κάνουμε προσωπική στάση ἀντιπαλότητας μέ τούς ἀνθρώπους· ἔχουμε ἀντίρρηση μέ τίς ἰδέες τους, τίς ἀπόψεις τους, μέ αὐτά πού λένε. Γιά μᾶς ὅλοι εἶναι μελλοντικοί ἅγιοι καί εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί οἱ ὁμοφυλόφιλοι εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, εἶναι μελλοντικοί ἅγιοι. Δέν ἔχουμε κάτι προσωπικά μαζί τους. Ἔχουμε μέ τή διαστροφή τους, καί ὅταν ὑπάρχει διαστροφή εἶναι ἀρρώστια καί ἡ ἀρρώστια πρέπει νά γιατρευτεῖ καί μέ νοιάζει νά γιατρευτεῖ. Καί ἐπειδή ἡ ἀρρώστια ὑπάρχει μέσα σέ ἕνα χῶρο, ἀρρωσταίνουν καί ἄλλοι γύρω. Εἶναι ἄρρωστος αὐτός καί ἀρρωσταίνει καί τό περιβάλλον. Ἕνα μῆλο εἶναι σάπιο, ὅλο τό πανέρι θά σαπίσει. Ἀλλά αὐτό μέ νοιάζει ἐμένα. Δέν ἔχω προσωπική ἀντιπαλότητα μέ κάποιον ἄνθρωπο. Τόν βλέπω πραγματικά σάν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει ἅγιος, καί εἶναι ἡ ἔγνοια μου, ἄν ἐγώ δέν κάνω κάτι σωστά, μπάς καί χάσει τήν εὐκαιρία νά γίνει ἅγιος. Δέν θά τόν βιάσω μέ τό ζόρι, ἀλλά πρέπει νά γίνω ἐνοχλητικός καί νά ἔχω τό «ἀντιλέγειν»· καί ἄς λένε ὅλοι ὅτι εἶναι μοντέρνο πιά καί ὅλοι τό δέχονται. Πέσαμε στό παράδειγμα βλέπετε τώρα, πού εἶναι πάρα πολύ ἔντονο. Ἀντιλέγειν λοιπόν· «ἐλέγχειν τούς ἀντιλέγοντας».

Ἐλέγχουμε, λοιπόν. Προσέξτε: Ὁ ἔλεγχος εἶναι πάνω στίς ἰδέες του. Δέν διαλύω τόν ἄλλον, καί σέ μιά κατάσταση θεραπευτικῆς τί τοῦ λέω; «Ὡραῖα. Ὅταν εἶσαι ἄρρωστος ποῦ πᾶς; Σέ ἕναν γιατρό πᾶς. Αὐτό πού ζεῖς τό ἐλέγχει ἕνας γιατρός; Γιατί εἶσαι ἔτσι, ἔχεις αὐτό τό πάθος; Τό πάθος ἐκφράζεται σωματικῶς» (τώρα σᾶς δίνω παράδειγμα, δηλαδή, λόγου). «Τό πάθος ἐκφράζεται σωματικῶς, αὐτό τό πάθος, ἀλλά οὐσιαστικά μέσα του κρύβονται βαθιά πνευματικά καί ψυχολογικά μεγέθη. Δέν εἶναι πάθος “ἔτσι μοῦ ἦρθε”. Γιατί σοῦ ἦρθε ἐσένα; Ὑπάρχει λοιπόν κάτι πού εἶναι πάθος καί δέν μπορεῖς νά τό σταματήσεις, γιατί ὑπάρχουν αἴτια βαθιά πνευματικά» (καί πεῖτε του καί ψυχολογικά, νά καταλάβει τή λέξη, παρόλο πού δέν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια ὁρολογία). «Εἶναι πνευματικά-ψυχολογικά. Τό ἐλέγχεις ἀπό κάπου, πού κάποιος μπορεῖ νά σοῦ πεῖ δυό λόγια;». Καί προσέξτε, λέω τή λέξη «πνευματικά-ψυχολογικά», προσέξτε. Ἄρα τοῦ λές ὅτι τό θέμα εἶναι ψυχολογικό καί πνευματικό. Τό ἐλέγχεις ἀπό ἕνα γιατρό πού ἔχει αὐτή τήν ἰδιότητα; Βάζω καί τά δύο, προσέξτε, μήν πάει σέ ψυχολόγο. Τό βάζω καί στόν πνευματικό τόν χῶρο. Εἶναι καί πνευματικό θέμα. Πρέπει νά ξέρετε τί εἶναι αὐτό, γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου, τό Ἅγιο τό Πνεῦμα οὐσιαστικά. Εἶναι καθαρά λόγια, πεντακάθαρα· καί ἐκεῖ νά περάσει ὁ ἔλεγχος ὁ θεραπευτικός. Ἄν δέν θέλει νά ἀκούσει, εἶναι δική του εὐθύνη. Καί προσέξτε: Διττή ἡ θεραπευτική πρόταση. Σωματικό πρῶτα (εἶναι τό πρῶτο) καί μετά εἶναι ψυχολογικό-πνευματικό. Αὐτά δένονται.

[...] Ποιός ἔχει ὑγιαίνουσα διδασκαλία; Ἡ Ἐκκλησία μας. Ἄρα ὑποτασσόμεθα στήν Ἐκκλησία μας, ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ὑγιαίνουσα διδασκαλία. Τώρα, ἄν οἱ δύο Ἐπίσκοποι αὐτοί πᾶνε στίς περιοχές τους καί λένε αὐτά πού λένε, δέν πρέπει κανείς νά τούς ἀκούσει. Βλέπετε παράδειγμα; Οἱ δύο αὐτοί Ἐπίσκοποι, πού ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, θά πᾶνε στίς Μητροπόλεις τους καί θά λένε τά ἴδια πράγματα. Πρέπει νά μήν τούς ἀκούσει κανείς. Προσέξτε, ἡ ὑπακοή ποῦ εἶναι; Ἡ ὑπακοή εἶναι μόνο στήν ἀλήθεια, ἄνευ ἁμαρτίας. Καί ἄν εἶναι ἁμαρτία; Καί ἄν εἶναι διαστροφή;

Ἄνευ ἁμαρτίας καί αἱρέσεως. Κρατῆστε αὐτά τά δύο. Ὑπακοή ὑπάρχει ἄνευ ἁμαρτίας καί αἱρέσεως, ἄρα καί τό θέμα τῆς ὑπακοῆς δέν εἶναι ἀπόλυτο. Ὑπακοή οὐσιαστικά κάνουμε στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καί στούς φορεῖς τῆς Ἐκκλησίας, τούς διακόνους της (τούς ἱερεῖς, τούς κληρικούς, τούς ἐπισκόπους). Ἀλλά προσέξτε: Κρατᾶτε δύο στοιχεῖα στά χέρια σας. Κάντε ὑπακοή ἄνευ ἁμαρτίας καί αἱρέσεως. Ἄν σᾶς πεῖ ὁ πνευματικός σας ἤ ὁ ἐπίσκοπός σας νά κλέψετε, νά πεῖτε μιά αἵρεση, δέν θά τό δεχθεῖτε, θά κάνετε ἀνυπακοή. Εἶναι ἡ στιγμή πού ἔχετε δικαίωμα, ἀκόμη καί ἀπό τόν πνευματικό, νά φύγετε ὁπωσδήποτε. Ἄν σᾶς λέει νά κάνετε ἁμαρτία ἤ αἵρεση, τί πνευματικός εἶναι; Δέν σᾶς ὁδηγεῖ καλά. Καί στόν ἐπίσκοπο νά ἀρνηθεῖτε καί νά τόν καταγγείλετε κιόλας. Στά ἁρμόδια ὄργανα πού πρέπει νά καταγγείλετε, ὄχι ἀπό ᾽δῶ καί ἀπό ᾽κεῖ.

Μάθετε -ἄς τό πῶ ἔτσι, ἄν ἐπιτρέπεται- δημοκρατικά καί τά δικαιώματά σας. Νά ξέρετε πῶς κινούμαστε. Δέν εἴμαστε ἄφωνοι σαλίγκαροι στήν Ὀρθοδοξία. Ἔχουμε λόγο, ἀλλά -προσέξτε- «κουνουπιάζοντας». Κρατῆστε τό ρῆμα μου (δικό μου εἶναι, δέν θά τό βρεῖτε πουθενά). Κουνουπιάζοντας· καί ὅπου χρειαστεῖ θά πᾶτε καί παρακάτω.

[...] Ἐρώτηση: Ὑπάρχει μιά παράδοση πού λέει: «Ὁ ἱερέας εἶναι σάν τό κάρβουνο. Ὅταν τό ἀγγίξεις, ἄν εἶναι ἀναμμένο θά καεῖς, ὅταν εἶναι σβηστό θά λερωθεῖς. Φοβόμαστε πάρα πολύ νά ἐκφραστοῦμε σέ τέτοια κακῶς κείμενα πού ὑπάρχουν στήν Ἐκκλησία. Καί ἔχουμε ἀκούσει τραγικά πράγματα κατά καιρούς καί φοβόμαστε νά μιλήσουμε. Λίγο νά μᾶς πεῖτε πῶς…

Ἀπάντηση: Τό εἶπα ἤδη καί τό ξαναλέω, τό ξεκαθάρισα καί τό τονίζω: Πρῶτον: ν ἔχετε ὁποιαδήποτε παρατήρηση, ὄχι ἀπό ᾽δῶ καί ἀπό ᾽κεῖ. Οὔτε στή γειτονιά, οὔτε στή φίλη σας, οὔτε πουθενά. Στόν ἐπίσκοπο. «Εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ»[2]. Πρῶτον: Ἔχετε τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση. Καί δεύτερον: ν πρόκειται περί αἱρέσεως καί ἁμαρτίας - τί εἶπα; Ἄν διδάσκει αἵρεση καί ἁμαρτία. Καλά, ἄν ἔχεις καί ἄλλες παρατηρήσεις (νά μοῦ πεῖτε «ὁ παπάς στήν ἐνορία μου δέν κάνει ἑσπερινό») νά τό πεῖτε στόν ἐπίσκοπο, ἀλλά τό κέντρο εἶναι αἵρεση καί ἁμαρτία. Βέβαια, ἄν δέν κάνεις ἀκολουθίες, μετά ἄν δέν κάνεις προσευχή βγαίνει καί ἡ ἁμαρτία, ἀλλά…

Πρῶτον: Κρατῆστε ὅτι ἔχετε τό δικαίωμα καί τήν ὑποχρέωση. Ἄν θέλετε νά εἶστε σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά θεραπεύεται ἡ Ἐκκλησία χωρίς κουτσομπολιό, χωρίς κουβέντες στήν γειτονιά ἀπό ᾽δῶ καί ἀπό ᾽κεῖ, οὔτε στή φίλη σου, πουθενά, καί ἀκόμη καί στόν ἄνδρα σου νά τό πεῖς θά πάρεις ἄδεια ἀπό τόν πνευματικό σου, ἄν πρέπει νά τό πεῖς στόν ἄνδρα σου. Μπορεῖ νά σκανδαλιστεῖ· ἀκόμη καί σέ τέτοιο σημεῖο. Θά πᾶς στόν ἐπίσκοπο ἤ θά γράψεις γράμμα μέ τηλέφωνο καί ὄνομα. Θά πεῖς «αὐτό καί αὐτό καί αὐτό», καί ἄν δέν τό κάνεις εἶσαι ὑπεύθυνη. Κάνεις ἁμαρτία. Διάβασε τό Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, Ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία. Ὁ Χριστός τό λέει: «Εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ», στό πρόσωπο τοῦ ἐπισκόπου. Εἶναι σαφέστατο. Πολύ ὡραῖο αὐτό πού λές, νά μήν ἀκουμπᾶς ἱερέα, εἶναι κάρβουνο. Κι ἐγώ τό σέβομαι καί δέν πρέπει νά κρίνουμε, καί λένε μάλιστα τά κείμενα τῶν ἁγίων ὅτι ἄν δεῖς ἱερέα πού κάνει ἁμαρτία νά τόν καλύψεις, λέει. Ἀλλά νά τόν καλύψεις, νά μήν τό κάνεις στή γειτονιά πρόβλημα. Ἄν εἶναι ἁμαρτωλός καί παρασύρει τούς ἄλλους, τί κάνουμε;

Νά εἶστε σαφεῖς λοιπόν καί εἶναι ὑποχρέωσή σας. Ἀλλά προσέξτε: Στόν ἐπίσκοπο. Κι ἄν εἶναι χοντρό καί δέν γίνεται τίποτε, θά ἐπιμένετε στόν ἐπίσκοπο, καί μετά θά πᾶτε καί παρακάτω. Θά κάνετε ὑπόμνημα στήν Ἱερά Σύνοδο. Θά πεῖτε: «Αὐτά εἶπα στόν Ἐπίσκοπο» (θά γράψετε τίς ἐπιστολές, ἀντίγραφα) «καί δέν μέ ἀκούει. Τί κάνουμε ἐδῶ;». Ἔχει σημασία παρακαλῶ. Νά εἶστε ὑπεύθυνοι μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἄρα καλές οἱ φράσεις «εἶναι κάρβουνο καί μᾶς καίει», ἀρκεῖ νά εἶναι κάρβουνο ὅμως. Οἱ ἱερεῖς εἶναι κάρβουνο πραγματικά. Τί εἶναι οἱ ἱερεῖς; «Ὁ ποιῶν τούς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καί τούς λειτουργούς αὐτοῦ πυρός φλόγα»[3]. Εἶναι φωτιά, ἀρκεῖ νά εἶναι φωτιά ὅμως. Πολύ καλή ἡ φράση, ἀλλά ἀρκεῖ νά εἶναι φωτιά.

Μέ καταλάβατε; Ἐπειδή μέ ρωτήσατε τώρα καί σᾶς τά εἶπα, τώρα δεσμευτήκατε· ἐπειδή εἶστε Ὀρθόδοξοι. Ὁτιδήποτε ἔχετε, πουθενά σᾶς εἶπα. Στόν ἐπίσκοπο, καί στόν πνευματικό σας φυσικά. Μή μείνετε στόν πνευματικό ὅμως. Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὑπεύθυνος γιά νά γιατρευτεῖ κάτι, ὄχι ὁ πνευματικός. Ὁ πνευματικός μπορεῖ νά εἶναι ἀπό ἕνα μακρινό μέρος καί κανονικά ὁ πνευματικός πρέπει νά πεῖ «νά πᾶς στόν ἐπίσκοπο»[...]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Α´ Κορ. 6:9.
[2]. Ματθ. 18:17.
[3]. Πρός Ἐβρ. 1:7.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

«Θα ήταν καλύτερα για ολόκληρες περιοχές να μείνουν χωρίς κήρυγμα, και θα ήταν καλύτερο για τους φτωχούς και πεινασμένους να μην βρουν το μερίδιο του φαγητού τους, παρά να μην μπορέσει αυτός ο άνθρωπος να σωθεί» (απόσπασμα από κήρυγμα του Πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου για την ομοφυλοφιλία).


«Θα ήταν καλύτερα για ολόκληρες περιοχές να μείνουν χωρίς κήρυγμα, και θα ήταν καλύτερο για τους φτωχούς και πεινασμένους να μην βρουν το μερίδιο του φαγητού τους, παρά να μην μπορέσει αυτός ο άνθρωπος να σωθεί» 

(απόσπασμα από κήρυγμα του Πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου για την ομοφυλοφιλία). 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Αὐτή τήν κουβέντα θέλουν καί ὁ λαός πού δέν ξέρει πολλά ἀπό τέτοια πράγματα -θά πρέπει νά ξέρει δυό πράγματα- τά ἀκούει ἔτσι καί λέει «δές ἡ Ἐκκλησία τώρα», «ἔ, ἄνθρωποι εἶναι καί αὐτοί, τί νά κάνουμε;», «ἕνα ἐλάττωμα, ἕνα κουσούρι ἔχουν». Γνωστή ἐκκλησιαστική λέξη. Γιά ἕνα κουσούρι τώρα, γιά ἕνα κουσούρι τώρα; Τί κουσούρι, καλέ; Κουσούρι εἶναι αὐτό; Μιλᾶμε γιά κουσούρι; Διαστροφή τῆς κοινωνίας ὁλόκληρης εἶναι. Εἶναι τόσο μικρό τό ἐλάττωμα; Εἶναι δυνατόν; «Μά ξέρεις εἶναι προσωπικά τά δεδομένα» λέει. Εἶναι προσωπικό τό δεδομένο του, εἶναι μιά δική του ἰδιότητα. Θέλει νά εἶναι ὑπουργός, γραμματέας, καθηγητής πανεπιστημίου καί νά ἔχει καί αὐτό τό κουσούρι. Εἶναι ξέρω νόμος, αὐτός ὁ γνωστός, περί προσωπικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι πολύ καλός σέ αὐτό τό ἐπάγγελμα. Ἄ, δέν ἔχω καμιά ἀντίρρηση, παρόλο πού ἔχω νά ἀντείπω καί ἐδῶ κάτι. Ὅτι ἐφόσον ἔχει αὐτό τό κουσούρι δηλαδή, καί εἶναι ἀπό τά προσωπικά δεδομένα πού δέν πρέπει νά παρουσιαστεῖ καί δέν πρέπει νά κολλήσει τό ἔργο του ὡς καθηγητοῦ στήν ἕδρα ἤ ὡς ὑπουργοῦ στό ὑπουργεῖο. Ἕνα πράγμα εἶμαι ἐγώ σίγουρος, ξέροντας τή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας: αὐτός ἔχει θολωμένο μυαλό, ἐφόσον ζεῖ μιά διαστροφή, ἐπειδή εἶναι αὐτό κάτι ἰδιωτικό του. Δέν τό λέει πουθενά, δέν τό δημοσιεύει, δέν τό διαφημίζει ὅπως οἱ ἄλλοι, πού εἶναι οἱ συνδικαλιστές τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Καθόλου. Τό κρύβει γιά τόν ἑαυτό του. Δέν μπορεῖ νά εἶναι καλός ὑπουργός οὔτε μπορεῖ νά εἶναι καλός καθηγητής -κατά τά μέτρα τῆς ὁλότητας δηλαδή, τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ κοιτάγματος- γιατί δέν ἔχει καθαρό μυαλό. Δέν εἶναι τά πράγματα τόσο ἁπλά. 
Φανταστεῖτε δηλαδή νά συζητούσαμε καί νά λέγαμε, ἕνας ἀρχιμανδρίτης ἔχει ἕνα κουσούρι τέτοιο, δέν τό λέει σέ κανένα, τό κρατάει γιά τόν ἑαυτό του· ἔχει τό προσωπικό δικαίωμα νά τό κάνει. Διαστροφή θά ἦταν αὐτό. Κάπου ἀκούστηκε κάτι τέτοιο, κάτι τέτοιο ἀκούστηκε, μέ μιά μικρή ἐγκύκλιο, δέν θέλω νά πῶ πολλά πράγματα. Κάτι, κάτι ἀκούστηκε. Τί θά γίνει δηλαδή; Θά ἔχουν κουσούρια καί αὐτοί; Ἀκόμα πιό βαθύ, ἐάν εἶναι ἐκκλησιαστικό δηλαδή. Εἶναι δυνατό; Ὁ ὑπουργός δέν ἔχει τέτοια δογματική, λέει ἐγώ θά εἶμαι ὑπουργός, θά εἶμαι ἕνας τέτοιος, θά κάνω καλά τό ἔργο μου, θά εἶμαι ὑπουργός τάδε καί τά λοιπά. Δέν γίνεται, δέν ἔχει σταθερό μυαλό. Πόσῳ μᾶλλον νά πεῖ ἡ Ἐκκλησία ἔχω μερικούς ἀρχιμανδρίτες πού ἔχουν κουσούρια τέτοια. Εἶναι προσωπική τους ἐρωτική ζωή, δέν μπορῶ νά τούς πῶ τίποτα. Εἶναι ἀξιόλογοι, εἶναι πολύ καλοί ἱεροκήρυκες, κάνουν πολύ καλό φιλανθρωπικό ἔργο. Μά τί τρέλα εἶναι αὐτή; Εἶναι ἀνόητο τό Πηδάλιο, δηλαδή; -τό ὁποῖο λέει «αὐτός ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτεται νά ἔχει ἕνα τέτοιο πράγμα, καθαιρεῖται γιά τό καλό τοῦ λαοῦ καί γιά τό καλό τῆς ψυχῆς του». Ἡ Ἐκκλησία δέν τιμωρεῖ, τό ξέρετε, ἀπό τό Πηδάλιο αὐτό λέμε. Θέλει νά θεραπεύσει καί τόν ἁμαρτάνοντα καί τόν περίγυρό του, δηλαδή. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κουσούρι πού εἶναι προσωπικό του. Στήν Ἐκκλησία δέν ἔχουμε «εἶναι προσωπικό δεδομένο, ἀφῆστε με νά τό ἔχω· νά ἔχω ἕνα προσωπικό ἐρωτικό βίτσιο καί νά εἶμαι ἕνας πολύ καλός ἱεροκήρυκας». Νά σᾶς λείψει ὁ ἱεροκήρυκας ἀπό τήν ἐνορία σας; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού τρέφει τόσους φτωχούς; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού εἶναι τόσο καλός σέ τόσα-τόσα καλά; Μά πῶς θά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος; Ἄς μήν ἀκούσουν ὁλόκληρες γειτονιές κήρυγμα· καί νά μή φᾶνε οἱ πεινασμένοι φαγητό, ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν πρόκειται νά σωθεῖ. Ἔτσι μετρᾶμε; Μέ ἀριθμητικά μέσα; Αὐτό, κάτι πῆγε νά γίνει γύρω ἀπό αὐτή τήν ἱστορία. Καί σηκώθηκε ἕνας ἄλλος ἱεράρχης καί εἶπε: «τί τρέλες λέτε τώρα ἐκεῖ πέρα; Τί θά πεῖτε ἐκεῖ πέρα;». Μιά ἱστορία γιά δραματικές καταστάσεις εἶναι αὐτή, ἀλλά δέν μποροῦμε νά δεχόμαστε αὐτά, τουλάχιστον μέσα στό χῶρο τῆς δικῆς μας ζωῆς καί τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχουν ἐδῶ πέρα προσωπικά δεδομένα. Τό Πηδάλιο εἶναι σαφές, εἶναι θεραπευτικό. 
Ἐγώ δέν θέλω νά τιμωρηθεῖ κανείς, ἀλλά θέλω νά χρησιμοποιηθεῖ τό Πηδάλιο, γιά θεραπεία τοῦ ἁμαρτάνοντος καί τοῦ λαοῦ· αὐτό μήν τό ξεχνᾶμε. Ὅταν ὅλα αὐτά τά ξεχάσουμε, καταλήγουμε πιά σέ τέτοιες κοσμικές καταστάσεις. 

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν 225, 226 καί 229 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου,
στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας,
τό Σάββατο 14-01-2006.

Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών



Η φοβερή προφητεία του αββά Παμβώ για τα έσχατα χρόνια!
Ερώτησε κάποτε ένας μοναχός τον αββά Παμβώ: 
«Αλήθεια γέροντα, θα αλλάξουν οι συνήθειες και οι παραδόσεις των χριστιανών και δεν θα υπάρχουν ιερείς στις εκκλησιές;» 
Και ο Γέροντας απάντησε: 
«Εκείνο τον καιρό θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών και θα πέσει μεγάλη θλίψη. Θα γίνουν επιδρομές εθνών. Μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. Θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. Οκνηροί στις προσευχές αλλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγορία. Δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε να ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε «αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν και εμείς»
Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα προς τους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. Θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά. 
Ακόμη θα εισχωρήσει και στον λαό απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές.» 
Είπε τότε ο αδελφός: 
«Και τί θα μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;» 
Και ο Γέροντας απάντησε: 
«Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών».

Το Μέγα Γεροντικόν 
Τόμος Α’ σελ.113,115 
Εκδ. Ι. Ησυχ. 
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου» 
Πανόραμα Θεσσαλονίκης

Δημοφιλείς αναρτήσεις