Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

Όσιος Ιωάννης ο Βραχύσωμος ή Κολοβός


Όσιος Ιωάννης ο Βραχύσωμος ή Κολοβός. 
9 Νοεμβρίου.
ωάννην ἔκρυψε γῆς βραχὺς τόπος,
ς, κἂν βραχὺς τὸ σῶμα, τὴν πρᾶξιν μέγας.

Ο Όσιος Ιωάννης καταγόταν από τη Θήβα της Αιγύπτου και ονομάστηκε Κολοβός επειδή ήταν κοντός σωματικά. Υπήρξε από τους μεγάλους ασκητές της ερήμου και διακρίθηκε κυρίως για την εγκράτεια της γλώσσας του και για την ταπεινοφροσύνη του. Στους Συναξαριστές βρίσκουμε αρκετές σοφές συμβουλές του. 
Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον Συναξαριστή του: 
«Tον κατά πλάτος Bίον του Oσίου τούτου Iωάννου όρα εις τον Nέον Παράδεισον. Γράφει δε περί αυτού ο Eυεργετινός (σελ. 203) ότι έδειξεν άκραν και αδιάκριτον υπακοήν εις τον γέροντά του. O γαρ γέρωντάς του, όστις ήτον Θηβαίος, πέρνωντας ένα ξύλον ξηρόν, εφύτευσεν αυτό. Eίτα επρόσταξε τον Iωάννην να ποτίζη αυτό καθ’ ημέραν με ένα λαγήνιον νερόν, έως ου να βλαστήση και να κάμη καρπόν. Tόσον δε μακράν ήτον το νερόν, ώστε οπού εχρειάζετο διά να υπάγη τινας το βράδυ, και να γυρίση το πρωί. Όθεν ο μακάριος Iωάννης αδιακρίτως υπακούσας, επότιζεν αυτό χρόνους ολοκλήρους τρεις. Mετά δε τους τρεις χρόνους, ω του θαύματος! εβλάστησε το κατάξηρον ξύλον και εκαρποφόρησε καρύδια. Πέρνωντας δε τον καρπόν ο γέρωντάς του, επήγεν εις την Eκκλησίαν της Σκήτεως, και είπεν εις τους αδελφούς. Λάβετε φάγετε αδελφοί και Πατέρες καρπόν υπακοής. Eις δε την (σελ. 279) του αυτού αναγινώσκομεν, ότι ο Iωάννης ούτος είπε τα αξιομνημόνευτα ταύτα. Ήτοι, ότι η ταπεινοφροσύνη και ο φόβος του Θεού, υπεράνω εισί πασών των αρετών. Όθεν και τον πάγκαλον Iωσήφ η ταπεινοφροσύνη πέπρακεν. Hδύνατο γαρ ειπείν, ότε επωλείτο, ότι αδελφός των πωλούντων ειμί. Eπειδή δε σιωπών και ταπεινούμενος, επωλήθη, διά τούτο η ταπείνωσις κατέστησεν αυτόν ηγούμενον και άρχοντα εις Aίγυπτον. O αυτός είπε πάλιν. Tο ελαφρόν φορτίον αφήσαντες, ήτοι το να μεμφώμεθα τον εαυτόν μας, το βαρύ φορτίον βαστάζομεν, ήτοι το να δικαιόνωμεν τον εαυτόν μας. Όθεν περί της ταπεινώσεως του Iωάννου τούτου, είπε τις των Πατέρων. Ότι ο αββάς Iωάννης, διά της ταπεινώσεως αυτού, εκρέμασεν όλην την Σκήτιν εν τω μικρώ δακτύλω αυτού. O αυτός δε Iωάννης ο Kολοβός είπεν. O χορταζόμενος και λαλών μετά παιδίου, ήδη επόρνευσε τω λογισμώ μετ’ αυτού (εν τω Παραδείσω των Πατέρων)».

Ο Όσιος Ιωάννης απεβίωσε ειρηνικά.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Οι Άγιοι Αρχάγελλοι και το θαύμα της Μονής Δοχειαρίου



Οι Άγιοι Αρχάγελλοι και το θαύμα της Μονής Δοχειαρίου

Στα χρόνια της βασιλείας του Νικηφόρου Γ’ του Βοτανειάτη (1078-1081), ησύχαζε στο Άγιον Όρος, στην τοποθεσία Δάφνη, ο μοναχός Ευθύμιος με τη συνοδία του. Ύστερα όμως από επιδρομή των Σαρακηνών, αναγκάστηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη θέση που βρίσκεται σήμερα η μονή Δοχειαρίου. Αυτοί έχτισαν εκεί τη μονή. 
Τον Ευθύμιο διαδέχθηκε ο ανηψιός του Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος είχε στον κόσμο μεγάλη περιουσία, που τη διέθεσε τώρα για να χτίσει εκκλησία και ν’ ασφαλίσει τη μονή με τειχόκαστρο και πύργο. Ήταν όμως λυπημένος, γιατί τα χρήματά δεν επαρκούσαν για την αγιογράφηση του ναού. Ζήτησε τότε τη βοήθεια του Θεού, κι Εκείνος απάντησε με το ακόλουθο θαύμα: 
Εξήντα μίλια από το Άγιον Όρος, στο νησί Λόγγος, είχε η μονή ένα μετόχι, κι εκεί κοντά βρισκόταν στύλος αρχαίος με την επιγραφή: «Όποιος με χτυπήσει στο κεφάλι, θα βρει χρυσάφι άφθονο». 
Πολλοί δοκίμαζαν, πετώντας πέτρες στην κορυφή του στύλου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 
Κάποτε ένας εικοσάχρονος νέος, εργάτης στο μετόχι της μονής, αφού συλλογίστηκε πολύ, αποφάσισε να σκάψει στο σημείο όπου έπεφτε η σκιά της κορυφής του στύλου με την ανατολή του ήλιου. Καθώς έσκαβε, βρήκε μια μαρμάρινη πλάκα, και κάτω απ’ αυτήν ένα μεγάλο χάλκινο δοχείο γεμάτο χρυσά νομίσματα. 
Χαρούμενος για το εύρημα, σκεπάζει το δοχείο και τρέχει στο μοναστήρι. 
-Γέροντα, λέει εμπιστευτικά στον ηγούμενο Νεόφυτο, βρήκα χρυσάφι πολύ στο μετόχι μας. Δώσε ευλογία να έρθουν μοναχοί, για να το φέρουμε στο μοναστήρι.
Ο ηγούμενος κάλεσε τρεις μοναχούς, που, με οδηγό το νέο, πήγαν, έβγαλαν το χάλκωμα μαζί με το μάρμαρο που το σκέπαζε, μπήκαν στο καΐκι και ξεκίνησαν για το μοναστήρι. 
Οι μοναχοί όμως δεν άντεξαν στον πειρασμό. Σκέφτηκαν να ρίξουν τον εργάτη στη θάλασσα και ν’ αρπάξουν το χρυσάφι. 
Έτσι κι έκαναν. Όταν άρχισε να βραδιάζει, έδεσαν το μάρμαρο στο λαιμό του νέου και τον πέταξαν στη θάλασσα. Εκείνος ενώ βυθιζόταν, φώναξε: 
- Άγιοι αρχάγγελοι, σώστε με!
Αμέσως παρουσιάστηκαν οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ σαν αετοί χρυσόφτεροι, τον άρπαξαν από το βυθό και τον μετέφεραν αστραπιαία μέσα στην εκκλησία του Δοχειαρίου. 
Οι μοναχοί, στο μεταξύ, μοιράστηκαν το χρυσάφι, το έκρυψαν έξω από το μοναστήρι και οι ίδιοι έμειναν στον αρσανά. 
Ο νέος, μέσα στην εκκλησία, από το φόβο του κοκάλωσε και αποκοιμήθηκε. 
Όταν σήμανε ο όρθρος και πήγε ο εκκλησιαστικός ν’ ανοίξει την εκκλησία, είδε μέσα το νέο και τρόμαξε. Τρέχει τότε στον ηγούμενο και του λέει: 
-Γέροντά μου, είδα ένα φάντασμα στην εκκλησία και δεν μπορώ να μπω.
-Μη φοβάσαι, του απαντάει εκείνος. Κάνε το σταυρό σου και προχώρησε με θάρρος.
Ο μοναχός έκανε δεύτερη απόπειρα, αλλά είδε και πάλι το νέο. Κάλεσε τότε τον ηγούμενο, που διαπίστωσε πως το φαινόμενο ήταν αληθινό. Ο νέος κοιμόταν πεσμένος στο έδαφος, με την πέτρα δεμένη στο λαιμό. Ο γέροντας χτύπησε κάτω το ραβδί του και το παιδί ξύπνησε.
-Πού βρίσκομαι; ρώτησε. Μου φαίνεται πως είμαι στη θάλασσα, όπου μ’ έριξαν οι μοναχοί. 
-Δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι; Είσαι στο μοναστήρι, μέσα στην εκκλησία. Εγώ είμαι ο ηγούμενος Νεόφυτος. Πες μου λοιπόν, πώς βρέθηκες εδώ;
Το παιδί ζήτησε να το αφήσουν λίγο για να συνέλθει, κι ύστερα διηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. 
Το πρωί ο ηγούμενος συνάντησε τους τρεις εκείνους μοναχούς, που είχαν στο μεταξύ ανεβεί στη μονή, και τους ρώτησε: 
-Πατέρες, τι έγινε με το θησαυρό; 
-Ψέματα ήταν, γέροντά μου, απάντησαν εκείνοι. Μας απάτησε ο νέος, γι’ αυτό τον απειλήσαμε κι έφυγε.
-Καλά. Πάμε τώρα στην εκκλησία να ευχαριστήσουμε το Θεό.
Μπαίνοντας στο ναό, βλέπουν κατάπληκτοι το παιδί με την πέτρα δεμένη στο λαιμό του. Ήταν τόσο αναπάντεχο, που έμειναν άφωνοι. Ο ηγούμενος τους απείλησε κι έφεραν όλο το θησαυρό στο μοναστήρι. Ύστερα τους έδιωξε για πάντα, ενώ το νέο τον κούρεψε μοναχό. Την εκκλησία την αγιογράφησε και την αφιέρωσε στους αγίους Ταξιάρχες Μιχαήλ και Γαβριήλ. 
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 213
.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου


Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ᾽Ιωαννίκιος γεννήθηκε στὰ 754 (ἢ 762) στὴν κώμη τῶν Μαρυκάτων, βόρεια τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, τῆς Βιθυνίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἀγρότες καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φυλάει χοίρους. Εὐσεβὴς ἐκ φύσεως, ὁ ᾽Ιωαννίκιος, εἶχε ἐντούτοις παρασυρθεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του νὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν κατατάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. ῎Εχοντας ρωμαλέα κράση καὶ θαρραλέο χαρακτήρα, δοξάσθηκε στὶς μάχες μὲ πολλὰ κατορθώματα. Μετὰ ἀπὸ δεκαεπτὰ χρόνια θητείας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸ περιώνυμο μοναστικὸ κέντρο τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου τῆς Βιθυνίας καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος τοῦ κατέδειξε τὴν πλάνη του σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. ῾Ο νέος ἁνδρας μετανόησε ἀμέσως, προσκύνησε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μετανοίας.

Στὰ 795, οἱ Βούλγαροι εἰδωλολάτρες εἰσέβαλαν στὴ Θράκη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ’ συγκέντρωσε ισχυρὸ στρατὸ γιὰ νὰ τοὺς ἀπωθήσει, ἀλλὰ ὑπέστη οἰκτρὴ ἥττα στὸ φρούριο τῶν Μαρκελλῶν. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἐπέδειξε ἀσυνήθιστο ἡρωισμὸ τότε. ῎Εσωσε τὴ ζωὴ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ σκότωσε σὲ μονομαχία ἕνα βάρβαρο, καθιστώντας ἔτσι δυνατὴ τὴν ὀπισθοχώρηση τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ. ῾Ο αὐτοκράτορας, σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης, θέλησε νὰ τὸν ἐντάξει στὴν προσωπική του ὑπηρεσία. Τὸ θέαμα ὄμως τῶν σφαγῶν καὶ τῶν φρικαλεοτήτων τοῦ πολέμου ἔκαμαν τὸν ᾽Ιωαννίκιο νὰ καταλάβει τὴ ματαιότητα τοῦ βίου τούτου. Ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὡς μόνη χάρη νὰ τοῦ δώσει τὴν ἄδεια νὰ ἀποστρατευθεῖ μετὰ ἀπὸ εἰκοσι τέσσερα χρόνια ἀφοσιωμένης ὑπηρεσίας, γιὰ νὰ διεξαγάγει ἐφεξῆς τὸν ἀόρατο πόλεμο στὶς τάξεις τῆς ἰσάγγελης στρατιᾶς. 
Μετέβη πρῶτα στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων (ἢ ᾽Αγαύρων) κοντὰ στὴν Προύσα. ῾Ο ἠγούμενος ὅμως Γρηγόριος, βλέποντας τὴν ἀμάθειά του, τοῦ συνέστησε νὰ πάει πρῶτα νὰ προπαιδευθεῖ στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ νὰ λάβει τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ἀσκήσεως στοὺς κοαπους ἑνὸς κοινοβίου, πρὶν ἔλθει νὰ ζήσει ἀνάμεσα σὲ ἐμπειρότερους μοναχούς. Μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ στὴ Μονὴ Τελάου κοντὰ στὴν ᾽Ατρώα, ἔγινε δεκτὸς στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου ποὺ βρισκόταν σὲ πιὸ ἀπομονωμένη τοποθεσία, ὅπου γιὰ δύο χρόνια ἀποδείχθηκε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους μοναχοὺς στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καὶ κάθε εἴδους πειρασμοῦ. Καθὼς ἦταν ἐντελῶς ἀπαίδευτος, ἔλαβε τὶς στοιχειώδεις γνώσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ ἔμαθε ἀπὸ στήθους τριάντα ψαλμούς. Διψώντας ὅμως γιὰ μιὰ πιὸ ἀπομονωμένη ζωή, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ, μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ, στὸ ὄρος Κόρακος Κεφαλὴ ποὺ δέσποζε πάνω ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου. ῎Εμεινε ἐκεῖ, λοιπόν, γιὰ μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα, δίχως τροφή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ φέρει στὸν δρόμο του ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς τελειότητος. Τὴν ἑβδόμη ἡμέρα, συνάντησε δύο ἐρημίτες ποὺ εἶχαν τὸ χάρισμα τῆς προορατικότητας, οἱ ὁποῖοι τοῦ προφήτευσαν τὸ μέλλον του καὶ τοῦ ἔδωσαν ἕναν τρίχινο χιτώνα καὶ ἕναν σταυρό, διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι αὐτὰ θὰ τὸν βοηθοῦσαν πολὺ στοὺς ἀγῶνες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ διεξάγει κατὰ τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους. 
῎Εκτοτε ὁ ἅγιος ἄρχισε τὸν μονήρη βίο του. ᾽Εγκαταστάθηκε ἀρχικὰ στὸ ὄρος Τριχάλικος, κοντὰ στὴν Προύσα καὶ τὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων. Καθὼς ὅμως ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν του δὲν ἄργησε νὰ ἁπλωθεῖ στὴν περιοχή, κατέφυγε σὲ πιὸ ἀπομονωμένο τόπο. ᾽Εγκαταστάθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ χαμένη στὰ βάθη ἑνὸς πυκνοῦ δάσους στὸ χωρὶο ῾Ελλήσποντος στὴν περιοχὴ τῆς Πανδήμου, ὅπου δὲν τὸν ἡξερε παρὰ μόνο ἕνας βοσκός, ὁ ὁποῖος μία φορά τὸν μήνα τοῦ ἑφερνε νερὸ καὶ ψωμί. Τρία χρόνια ἀργότερα, ξαναβρῆκε ἕναν παλαιό του σύντροφο ἀπὸ τὸν στρατό, τὸν ᾽Αντώνιο, ποὺ εἶχε κι αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸν κόσμο. ᾽Αποτραβήχθηκαν μαζι στὰ ἁγρια καὶ δύσβατα ὄρη τῆς Κουνδουρίας, κοντὰ στὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Στὸν δρόμο, ὁ ᾽Ιωαννίκιος συνάντησε μιὰ νέα παρθένο θύμα τῶν πειρασμῶν τοῦ δαίμονος. Τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ θέσει τὸ χέρι της στὸν αὐχένα του, λέγοντας: «Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πειρασμὸς ποὺ σοῦ ἐπιτίθεται, νὰ πέσει ἐπάνω μου!» ᾽Ενῶ ἡ νεαρή κόρη ἐπέστρεφε ἀναπαυμένη, ὁ ἅγιος ἀποτραβήχθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ δεχόμενος τρομερὲς ἐπιθέσεις τοῦ δαίμονος τῆς πορνείας. 
Τρία χρόνια ἀργότερα, καθὼς ὁ ᾽Αντώνιος εἶχε ἐπιστρέψει στὴ Μονὴ Αὐγάρων, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀναχώρησε γιὰ νέα ἐρημητήρια στὰ βουνὰ τῆς Κιλικίας, ὅπου καὶ ἔμεινε ἑπτὰ χρόνια. Στὰ 807, μετὰ ἀπὸ ἕνα ὅραμα, ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Εριστῆς στὴν Πάνδημο, γιὰ νὰ λάβει ἐκεῖ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, ἀφοῦ τὴν προηγουμένη πληροφόρησε τὸν ἡγούμενο Στέφανο γιὰ τὸ ὅραμά του. ῏Ηταν τότε πενήντα τεσσάρων χρόνων καὶ εἶχε περάσει δώδεκα χρόνια στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Συνεχίζοντας τὶς περιπλανήσεις του, παρέμεινε ἕνα χρόνο σὲ μιὰ σπηλιὰ στὰ Μητάτα, κοντὰ στὸν ποταμὸ Γοργύτη, δεμένος σὲ μιὰ ἁλυσίδα. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἀπομόνωσης, ἐπισκέφθηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα, τὸν Γεώργιο, ποὺ ζοῦσε στὴ Χελιδόνα, στὸ ὁρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, καὶ στὸν δρόμο σκότωσε μὲ τὴν προσευχὴ ἕνα φοβερὸ δράκοντα ποὺ ζοῦσε στὸν ποταμό, κτυπώντας τον μὲ τὴν ἁλυσίδα του. Πέρασε τρία χρόνια κοντὰ στὸν Γεώργιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔμαθε τοὺς ὑπολοιπους ψαλμοὺς καὶ ὁλοκλήρωσε τὴ μοναχική του ἀγωγή.
Στὰ 810, ὁ Θεὸς τοῦ φανέρωσε σὲ ὅραμα ὅτι ἦταν πιὰ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἐρημίες καὶ νὰ ἐργασθεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. ᾽Αφοῦ πέρασε ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ξαναβρέθηκε στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων καὶ ἐγκαταστάθηκε πάλι στὸ ὁρος Τριχάλικος συνοδευόμενος ἀπὸ τρεῖς μοναχούς ἀναμεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Εὐστράτιος στὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος προεῖπε τὸ ἔνδοξο μέλλον του ὡς ἡγουμένου τῆς Μονῆς Αὐγάρων καὶ ἄρχισε νὰ φανερώνει τὰ χαρίσματα τῆς προορατικότητάς του καὶ τῆς ἐξουσίας του ἐπὶ τῶν ζώων, ὅπως ὁ ᾽Αδὰμ στὸν Παράδεισο. ῾Ο ἅγιος δεχόταν ἐκεῖ πολλοὺς ἐπισκέπτες, παρηγοροῦσε τὶς χειμαζόμενες ψυχές, ἔφερνε πίσω στὸν δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀρετῆς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους. ῏Ηταν τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, δίχως νὰ χάνει ποτὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπάθεια ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε χαρίσει σὲ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων του. ῾Ο ὅσιος ᾽Ιωαννίκιος ἑλαμπε ἰδιαιτέρως διὰ τῆς δωρεᾶς τῆς προφητείας. Προέβλεψε, μεταξὺ ἄλλων, τὴν ἥττα τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ (813) στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Βουλγάρων, τὴν ἀνάρρηση στὴν ἐξουσία τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου (813-820) καὶ τὸν τρομερὸ διωγμὸ ποὺ θὰ ἐξαπελυε κατὰ τῶν ὀρθοδόξων. 
᾽Επιστρέφοντας στὸ, ὄρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δηλητηριάσθηκε ἀπό ἕναν Πέρση (μάγο), ὀνομαζόμενο Γουρία. Τὴν ἑπόμενη νύκτα ὅμως, ἐμφανίσθηκε στὸ ὁνειρό του ὁ ἅγιος Εὐστάθιος (20 Σεπτ.). Τοῦ ἑδωσε νὰ φάει ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ τὸν γιάτρεψε ἀμέσως. ῾Ως δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης του ἔκτισε στὸν τόπο ἐκεῖνο ἐκκλησία καὶ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Εὐστάθιο, ποὺ λίγα χρόνια μετὰ ἀριθμοῦσε περισσότερους ἀπὸ ἑβδομήντα μοναχούς. Μιὰ ἁλλη φορά, φανερώθηκε στὸ ὁνειρό του ἕνα ἁγίασμα καὶ ἄκουσε φωνὴ ποὺ τοῦ ἑδινε τὴν ἐντολὴ νὰ κτίσει στὸ μέρος ἐκεῖνο ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὅπως καὶ ἕνα μοναστήρι. ῾Ο ὅσιος ἀνειλαβε ἀμέσως τὴν οἰκοδόμηση, βοηθώντας τοὺς ἐργάτες μὲ τὰ θαύματά του. ᾽Εξαφάνισε πολλὲς φορὲς τὰ φίδια ποὺ κατέκλυζαν τὸν τόπο, μὲ τὴ βοήθεια τῆς σιδερένιας ράβδου μὲ ἕνα σταυρὸ στὴν κορυφή της, τὴν ὁποία κρατοῦσε πάντα στὸ χέρι. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τιμᾶται ἔκτοτε ὡς προστάτης κατὰ τῶν φιδιῶν καὶ κάθε ἰοβόλου. Ἴδρυσε καὶ ἕνα τρίτο μοναστήρι, ἀφιερωμένο στοὺς ἁγίους ᾽Αποστολους Πέτρο καὶ Παῦλο. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὀργάνωσε τὰ τρία αὐτὰ καθιδρύματα, ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ προσομιλῶν σὲ τόπο ποὺ γνώριζε μόνον ὁ Εὐστράτιος. 
Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δεχόταν πολλοὺς ἐπισκέπτες στὸ ἐρημητήριό του. Παρηγοροῦσε καὶ στερέωνε στὴν ὀρθόδοξη πίστη μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο του καὶ τὰ θαύματά του. Μία ἡμέρα ὁ μαθητής του Εὐστράτιος ποὺ μπῆκε ἀθόρυβα στὸ κελλί του τὸν εἴδε μετέωρο, δύο πήχεις πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, μεταρσιωμένον ἀπὸ τὴν πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. 
᾽Ενῶ ἐμαίνετο ὁ διωγμός, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στὸ ὄρος Τριχάλικος καὶ δὲν ἔφυγε παρὰ μόνον μία φορὰ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴ Θράκη καὶ νὰ ἐλευθερώσει μὲ θαῦμα τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῶν Βουλγάρων. ῾Η φήμη του εἴχε ἤδη διαδοθεῖ σὲ ὅλη τὴν ᾽Ανατολὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε εὐσεβὴς χριστιανός, περαστικὸς ἀπὸ τὴν περιοχή, ποὺ νὰ μὴν ἔλθει νὰ λάβει τὴν εὐλογία τοῦ μεγάλου Γέροντος. Τὸ 824, μιὰ ὁμάδα ἀπὸ περίπου ἑκατὸ προσωπικότητες τῆς ᾽Εκκλησίας, μεταξὺ τῶν ἐπιφανέστερων τῆς ἐποχῆς (ἀνάμεσά τους ἦταν οἱ μητροπολίτες Χαλκηδόνος καὶ Νικαίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Κλήμης ὁ Νοτάριος), ἦλθαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ὅσιο καὶ τὸν ρώτησαν ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Γιατὶ ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών (Φιλιπ. 2, 7) γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο, στὸν ὁποῖο περιέπεσε ὁ πρόγονός μας ᾽Αδὰμ ἀπὸ ὑπερηφάνεια. ᾽Αποχαιρέτησε κατόπιν τοὺς φιλοξενουμένους του δίχως νὰ παραλείψει νὰ προείπει ὑπαινικτικὰ τὸ μελλον ὁρισμένων ἀπὸ αὐτούς. Μιὰ ἁλλη φορά, μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ ἐν ᾽Ατρώᾳ (3 ᾽Ιαν,), τοῦ ἀποκαλύφθηκε ὁ ἐπικείμενος θάνατος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ τῆς ᾽Ορθοδοξίας καὶ περιέγραψε τὴ σκῃνὴ στοὺς μαθητές του (837). Δέχθηκε ἐπίσης τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νεου (5 ᾽Οκτ.), τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ ὁποίου δοκίμασε κατηγορώντας τον ψευδῶς γιὰ φόνο. ᾽Επιστρέφοντας μία ἡμέρα ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου ᾽Αγροῦ, ὅπου εἴχε μεταβεῖ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο τοῦ ὁσίου Θεοφάνους τοῦ ῾Ομολογητοῦ (12 Μαρτ,), πέρασε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ βρίσκεται στὸ νησὶ Θάσιο, βορείως τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, ὅπου ὁ ἡγούμενος ὅσιος Δανιὴλ (12 Σεπτ.) τὸν ὑποδέχθηκε θερμὰ ὡς νέο προφήτη καί μετὰ ἀπὸ αἴτημα τῶν μοναχῶν, ἔδιωξε ἕνα μεγάλο φίδι ποὺ εἶχε τρομοκρατήσει τοὺς ντόπιους. ᾽Αναχώρησαν κατόπιν μὲ τὸν Δανιὴλ γιὰ νὰ διάγουν ἐρημικὸ βίο στὶς σπηλιὲς τῆς Τοπαρχῆς. ᾽Εκεῖ τὸν δάγκασε ἕνα φίδι, ἀλλὰ σώθηκε ἀβλαβὴς ἀπὸ θαῦμα καὶ μετὰ ἀπὸ σαράντα ἡμέρες ἐπέστρεψε στὸ ὁρος Τριχάλικος. 
Μία ἡμέρα, ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ἕνας μοναχὸς ποὺ θεωροῦσε ἀπίστευτα τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ὅσιος. ῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὸν καλοδέχθηκε καὶ τὸν φίλεψε. Κατὰ τὸ γεῦμα, ἐμφανίσθηκε αἱφνης μία ἀρκούδα σπέρνοντας τὸν πανικὸ στοὺς συνδαιτυμόνες. ῾Ο ἅγιος τότε τὴν κάλεσε μὲ γλυκύτητα στὴ φωνὴ καὶ τὸ ζῶο ἦρθε νὰ ξαπλώσει στὰ πόδια του. Τοῦ ἑδωσε κατόπιν ἐντολὴ νὰ κάνει τὸ ἴδιο μπροστὰ σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς εἶπε: «Κατὰ τὴ δημιουργία τους τὰ ζῶα σέβονταν τὸν ἁνθρωπο ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόναν τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τοῦ ἐνέπνεαν κανένα φόβο. Τώρα ὅμως τὰ φοβόμαστε, γιατὶ ἑχουμε παραβεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. ᾽Εὰν ἀγαπᾶμε τὸν Κύριό μας ᾽Ιησοῦ Χριστὸ καὶ φυλᾶμε τὶς ἐντολές Του, κανένα ζῶο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει». Οἱ ὁμοτράπεζοι ἀναχώρησαν ὠφελημένοι, δίχως ἔκτοτε νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ὁσίου. Κατὰ τὸν πολεμο ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν (838), ἦρθαν νὰ τοῦ ἀναφέρουν τὴ φρικτὴ κατάσταση τῶν χριστιανῶν αἰχμαλώτων στὸ ᾽Αμόριο τῆς Φρυγίας. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἔχυσε δάκρυα συμπόνιας ἀκούγοντας τὴ διήγηση καὶ τὴν ἑπόμενη νύκτα φανερώθηκε στοὺς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς ἐλευθέρωσε θαυματουργικῶς ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες τους. 
᾽Ενοχλούμενος ἀπὸ τὴ φήμη του, ὁ ἅγιος ἐπέστρεψε, μὲ τὸν Εὐστράτιο, στὴν ἐρημία τοῦ ὄρους Κόρακος Κεφαλὴ καὶ ἐγκαταβίωσαν σὲ ξεχωριστὰ κελλία. ᾽Ενῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ τύραννος Θεόφιλος καταδίωκε ἀγρίως τὴν ᾽Εκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς μοναχοὺς ποὺ ὑπερασπίζονταν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴ δύναμη τῆς ἀληθινῆς πίστεως κάνοντας νέα θαύματα μὲ μεσολαβητὴ τὸν ἅγιο ἐρημίτη. Καθὼς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Θεόφιλος ἄρχισε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ὀρθότητα ὅσων πίστευε (841), ἀπέστειλε μερικοὺς ἀγγελιοφόρους του στὸν ἅγιο ᾽Ιωαννίκιο, γιὰ νὰ λάβει συμβουλές. ῾Ο μακάριος Γέρων ἦταν κατηγορηματικός. Τοὺς εἴπε: ῞Οποιος δὲν ἀποτίει τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει δεκτὸς στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀκόμη καὶ ἄν ἑζησε μιὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἐνάρετη ζωή. ῞Οπως ἀκριβῶς ὅσοι περιφρονοῦν τὴ δική σου εἰκόνα, βασιλέα, τιμωροῦνται αὐστηρά, τὸ ἴδιο καὶ ὅσοι ἐμπαίζουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θὰ ριφθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ». Λέγεται ὅτι τὸν ἑπόμενο χρόνο, καθὼς ὁ Θεόφιλος ἧταν στὰ τελευταῖα του, εἶπε νὰ τοῦ φέρουν μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ δάκρυα πρὶν ξεψυχήσει. ῾Η γυναίκα του, ἡ εὐσεβεστάτη αὐγούστα Θεοδώρα (Ι Ι Φεβρ.), φρόντισε γρήγορα νὰ χειροτονηθεῖ ὁ Μεθόδιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (14 ᾽Ιουν.), κατὰ τὴν προφητεία τοῦ ὁσίου ᾽Ιωαννικίου, καὶ ἀπο κατέστησε ὁριστικὰ τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων εἰκόνων (842). 
Τὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ πατριάρχης ἐργάσθηκε ὥστε νὰ ἐπαναφέρει τὴν τάξη στὴν ᾽Εκκλησία, δίχως ὡστόσο νὰ δείξει ἀκραία αὐστηρότητα ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους ποὺ εἶχαν πέσει στὴν αἵρεση καὶ μετανόησαν. ῾Η στάση αὐτὴ δὲν ἄρεσε σὲ ὁρισμένους ἱεράρχες καὶ μοναχούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἐκεῖνοι τῆς Μονῆς Στουδίου. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος στήριξε μὲ τὴν αὐθεντία του τὴν μετριοπαθῆ στάση τοῦ ἁγίου Μεθοδίου. 
Κάποιοι μοναχοὶ ποὺ φθονοῦσαν τὴ φήμη του, ἔβαλαν μιὰ μέρα φωτιὰ στὸ κελλί του. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος πλησίασε το πλῆθος ποὺ παρευρισκόταν ἐκεῖ ἀνίσχυρο νὰ κάνει ὁ,τιδήποτε γιὰ τὴ φωτιά, καὶ δίχως δυσκολία διέγνωσε ἀνάμεσά τους τοὺς αὐτουργούς. Τοὺς ἀπευθύνθηκε μὲ εὐπροσηγορία καὶ πραότητα καὶ τοὺς προσέφερε γεῦμα μὲ ὅ,τι μπόρεσε νὰ σώσει ἀπὸ τὴ φωτιά. ῾Ορισμένοι μετανόησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑνδειξη εὐσπλαγνίας, ἀλλὰ ὁ μοναχὸς ᾽Επιφάνιος παρέμεινε ἀδιάλλακτος. ῾Ηδη ἐνενήντα δύο χρόνων τότε, καὶ ἐπιθυμώντας νὰ ἀναπαυθεῖ, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶδε στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα θεϊκὸ σημάδι καὶ ἀποφεύγοντας νὰ ξανακτίσει τό ἐρημητήριό του ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ἐκεί ἀκριβῶς ὅπου εἶχε πρωταρχίσει τὸν ἰσάγγελο βίο του, πρὶν πενήντα δύο ἑτη, διασχίζοντας ἀόρατος τὸ πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν. ᾽Εκοιμήθη ἐκεῖ ἐν Κυρίῳ στὶς 4 Νοεμβρίου τοῦ 846, ἀφοῦ προεῖπε στὸν φίλο του ἅγιο Μεθόδιο, ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ προσκέφαλό του, ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε ὀκτὼ μῆνες ἀργότερα. Τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του οἱ μοναχοὶ τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου εἶδαν μιὰ πύρινη στήλη νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Μέγα πλῆθος μοναχῶν καὶ πιστῶν ποὺ ἦλθαν ἀπὸ παντοῦ παρευρέθησαν στὴν κηδεία του καὶ τὰ τίμια λείψανά του συνέχισαν κατόπιν νὰ θαυματουργοῦν. 
῾Η κάρα του τιμᾶται σήμερα στὴ Μονὴ Παντοκράτορος τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾽Εγκωμιάζεται στὸ Συνοδικὸν τῆς ᾽Ορἑοδοξίας μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων ὁμολογητῶν καὶ χαρακτηρίζεται «προφητικώτατος».

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 3ος - Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

 

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Άγιος Μάρτυς Γόρδιος


Άγιος Μάρτυς Γόρδιος. 
3 Νοεμβρίου.

Καὶ τὶς παρέλθῃ Γόρδιον τὸν ὁπλίτην,
Πρὸς φρικτὸν ὅπλον στερρὸν ἄνδρα τὸ ξίφος; Τμηθεὶς ἀμφὶ τρίτῃ πέσε Γόρδιος ἐν κονίησιν. 
Ο Άγιος Γόρδιος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και ήταν διακεκριμένος αξιωματικός του στρατού του αυτοκράτορα της Ανατολής Λικινίου, ο οποίος το 314 ήλθε σε πόλεμο μετά του Μέγα Κωνσταντίνου. Και επειδή ο Κωνσταντίνος έδειχνε φανερή συμπάθεια προς τους Χριστιανούς, ο Λικίνιος αποφάσισε να περιποιηθεί τους ειδωλολάτρες με την προοπτική να τους κινήσει κάποια μέρα εναντίον του αντιπάλου του. Γι' αυτό, έδιωξε από την Αυλή και το στρατό, όλους τους χριστιανούς και διέταξε να κλείσουν και να γκρεμισθούν πολλές εκκλησίες. Επέβαλε μάλιστα, αυστηρές ποινές σ' όλους όσους αντιστέκονταν. 
Τότε λοιπόν απομακρύνθηκε και ο Γόρδιος από το στρατό. Αποσύρθηκε σ' ένα όρος, όπου περνούσε τον καιρό του με προσευχή, μελέτη και σωματική εργασία. Αλλά οι πληροφορίες που έπαιρνε ήταν, ότι ο Λικίνιος επέμενε στις σκληρές διώξεις κατά των χριστιανών. Κατέβηκε λοιπόν μια νύχτα με την απόφαση να φωνάξει εναντίον της αδικίας και υπέρ του Χριστού. Να στιγματίσει τη διαγωγή του αυτοκράτορα, ο οποίος έκανε τόσο ανίερη κατάχρηση της εξουσίας του εναντίον όχι μόνο της αλήθειας, αλλά και του ιερότατου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Έτσι λοιπόν, κάποια μέρα που όλοι οι επίσημοι ήταν μαζεμένοι στο θέατρο, ο Γόρδιος έκανε πράξη όλα τα παραπάνω, με αποτέλεσμα να αποκεφαλισθεί επί τόπου. Ήταν το έτος 320 μ.Χ. 
Συμπληρωματικά στοιχεία. 
Κατά την 3η Ιανουαρίου εκάστου έτους, η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Γορδίου, οπότε, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρεται εις αυτόν τον Μάρτυρα της Πίστεως με τα εξής λόγια: 
Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως, εν έτει τιδ΄ [314], καταγόμενος από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, στρατηγός και πρώτος επάνω εις εκατόν στρατιώτας. 
Oύτος λοιπόν μη υποφέρωντας να βλέπη την παρρησίαν των ασεβών Ελλήνων, και να ακούη τας βλασφημίας, οπού έλεγον κατά του Χριστού, εμακρύνθη από την πόλιν. Και αναχωρήσας εις τα βουνά, ευρίσκετο με τα θηρία και άλογα ζώα. 
Eκεί λοιπόν ησυχάζωντας, άναψεν ο αοίδιμος από τον του Χριστού πόθον και έρωτα. Και ενδυναμωθείς υπό Θεού και θάρρος λαβών κατά της πλάνης των Ελλήνων, ώρμησεν από την έρημον εις την πόλιν, ωσάν δυνατόν λεοντάρι. 
Eμβαίνωντας δε μέσα εις το παζάρι και θέατρον, εκήρυξε τον Χριστόν. Όθεν με την θεωρίαν του εγύρισεν όλον το πλήθος των παρεστώτων εις τον εαυτόν του. 
Aλλά και αυτόν τον άρχοντα της πόλεως προκαθήμενον εκεί, τον εκατάπληξε με την παρρησίαν του. Όθεν εκείνος εις άκρον θυμόν κινηθείς, επρόσταξε και απέκοψαν την τιμίαν του κεφαλήν. Και ούτως έλαβεν ο μακάριος του μαρτυρίου τον στέφανον. 
Τούτον τον Μάρτυρα Γόρδιον ετίμησε με εγκώμιον ο Μέγας Βασίλειος, ου η αρχή· «Νόμος εστί φύσεως». 
Το Εκκλησάκι του Αγίου Μάρτυρος Γορδίου στην Κέρκυρα.

Ο ιερός ναός του Αγίου Γορδίου στην Κέρκυρα έχει ιστορία που ριζώνει βαθιά πίσω στον χρόνο. Οι πηγές πιστοποιούν την ύπαρξή του τουλάχιστον από το 1497. Το τωρινό χτίσμα δεν φανερώνει την πραγματική του ηλικία, αλλά κάποιες δομικές ασυνέχειες αποκαλύπτουν ότι η ανοικοδόμηση έχει συμπεριλάβει παλαιότερο τμήμα του ναού, άγνωστης εποχής. 

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2024

Στους εσχάτους καιρούς τους ανθρώπους θα τους σώσουν η αγάπη, η ταπείνωση και η καλοσύνη. Η καλοσύνη ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου, η ταπείνωση οδηγεί μέσα σ’ αυτόν, αλλά η αγάπη εμφανίζει τον Θεό

Άγιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός (1929-1995)

 

Στους εσχάτους καιρούς τους ανθρώπους θα τους σώσουν η αγάπη, η ταπείνωση και η καλοσύνη. Η καλοσύνη ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου, η ταπείνωση οδηγεί μέσα σ’ αυτόν, αλλά η αγάπη εμφανίζει τον Θεό”.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

Άγιος Κέιθος ἱεραπόστολος στή Dyfen Οὐαλλίας


Άγιος Κέιθος ἱεραπόστολος στή Dyfen Οὐαλλίας. 
1η Νοεμβρίου.

Ο Άγιος Κέιθος/Ceitho ήταν ηγούμενος και άγιος που ζούσε στη Δυτική Ουαλία τον 6ο αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ένας από τους πέντε γιους που γεννήθηκαν στον Cynyr Barbtruc στο Cynwyl Gaeo και απόγονος του αρχαίου Ουαλού βασιλιά Cunedda Wledig. Ο Άγιος Κέιθος είχε άλλους 4 αδελφούς, τους Αγίους Gwynno [26 Οκτωβρίου], Gwynoro, Celynin, και Gwyn. Οι πέντε αδελφοί λέγεται ότι ίδρυσαν το χωριό Llanpumsaint. 
Ο Άγιος Κέιθος είναι επίσης ο προστάτης της κοινότητας του Llangeitho, Ceredigion, και λέγεται ότι ίδρυσε μια μονή στην οποία απομονώθηκε εκεί για να ζήσει ως ερημίτης. Κοντά στο χωριό υπάρχει μια φυσική πηγή γνωστή ως Πηγή του Αγίου Κέιθου που λέγεται ότι τρέχει κρύο νερό το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις