Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Θέλει να γίνουμε σώμα του όχι μόνο με την αγάπη αλλά να αναμειχθούμε πραγματικά με τη σάρκα του.



"'Ιν' ουν μη μόνον κατά την αγάπην τούτο γενώμεθα, αλλά και κατ' αυτό το πράγμα, εις εκείνην ανακερασθώμεν την σάρκα. Διά της τροφής γαρ τούτο γίνεται ης εχαρίσατο, βουλόμενος ημίν δείξαι τον πόθον, ον έχει περί ημάς. Διά τούτο ανέμειξεν εαυτόν ημίν, και ανέφυρε το σώμα αυτού εις ημάς, ίνα έν τι υπάρξωμεν, καθάπερ σώμα κεφαλή συνημμένον. Των γαρ σφόδρα ποθούντων εστί τούτο δείγμα".
***
«Θέλει να γίνουμε σώμα του όχι μόνο με την αγάπη αλλά να αναμειχθούμε πραγματικά με τη σάρκα του. Κι αυτό γίνεται με την τροφή που μάς χάρισε, θέλοντας να μάς δείξει τον έρωτα που έχει για μάς. Γι' αυτό ανάμειξε τον εαυτό του και το σώμα του με μάς για να γίνουμε ένα πράγμα, όπως ένα σώμα ενωμένο με την κεφαλή του. 'Ετσι κάνουν όσοι αγαπούν σφόδρα». 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Εις Ιωάννην ομιλία 46, PG 69, 260 όπως περιέχεται στο Γ. Φλωρόφσκυ, Το σώμα του ζώντος Χριστού. Μια ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας [Le corps du Christ vivant 1948], (μτφρ. Ι. Παπαδόπουλος, έκδ. Αρμός, Αθήνα 1999, σσ. 73-74).

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και τον έβαλε στον παράδεισο, για να ασχολείται μόνον με την καλλιέργεια του καλού και την θεωρία του Δημιουργού μέσα από τα έργα Του. Ο φθονερός όμως διάβολος παράπεισε τους πρωτοπλάστους να παραβούν την θεία εντολή και πέτυχε να εκδιωχθούν από τον παράδεισο της τρυφής. Εν συνεχεία ο Θεός διά του Μωυσέως έδωσε τον Νόμο Του στους ανθρώπους και διά των προφητών κατέστησε γνωστό σ’ αυτούς το θέλημά Του, ώστε να τους προετοιμάσει για μια μεγαλύτερη ευεργεσία: την ενσάρκωση του μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος θα ελευθέρωνε τους ανθρώπους από τα δίχτυα του πονηρού. 
Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση μας ο Χριστός, θέλησε να συμμετάσχει στην πεπτωκυία κατάστασή μας κατά πάντα, εκτός από την αμαρτία. Γι’ αυτό και ο Θεός Τού ευτρέπισε μια άμωμη κατοικία, μια παρθενική κιβωτό, την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία αν και υπέκειτο στον θάνατο και στην καταδίκη των προπατόρων μας, είχε εκλεγεί από τον Θεό προ των αιώνων, για να γίνει η νέα Εύα, η Μητέρα του Σωτήρα Χριστού, το αίτιο της απολύτρωσής μας και το πρότυπο της χριστιανικής αγιότητας.

Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωακείμ και καταγόταν από το γένος του Νάθαν, υιού του βασιλέως Δαβίδ. Ο Νάθαν γέννησε τον Λευί, ο Λευί γέννησε τον Μελχί και τον Πάνθηρα, ο Πάνθηρας γέννησε τον Βαρπάνθηρα, πατέρα του Ιωακείμ. Η Άννα, γυναίκα του Ιωακείμ, ως εγγονή του Ματθάν, απογόνου του Δαβίδ από τον Σολομώντα, καταγόταν και αυτή από την ίδια βασιλική φυλή. Ο Ματθάν νυμφεύθηκε την Μαρία από την φυλή του Ιούδα και γέννησε τον Ιακώβ, πατέρα του μνήστορος Ιωσήφ, και τρεις κόρες: την Μαρία, την Σοβή και την Άννα. Η Μαρία γέννησε την Σαλώμη την μαία, η Σοβή την Ελισάβετ, μητέρα του Προδρόμου, η δε Άννα την Θεοτόκο Μαρία, που έφερε το όνομα της γιαγιάς της και της θείας της. Επομένως, η Ελισάβετ και η Σαλώμη ήταν ανεψιές της Άννας και ξαδέλφες της Θεοτόκου.

Για να φανερωθεί η στειρότητα της ανθρώπινης φύσεως πριν από την έλευση του Χριστού, ο Θεός κατ’ οικονομίαν επέτρεψε να μείνουν άτεκνοι ο Ιωακείμ και η Άννα ως τα γεράματά τους. Ο ευσεβής και πλούσιος Ιωακείμ δεν σταμάτησε να προσφέρει διπλά τα δώρα του στον Θεό και να Τον ικετεύει να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας. Μία εόρτια ημέρα, καθώς πρόσφερε τα δώρα του, κάποιος Ιουδαίος τού είπε: «Δεν σου επιτρέπεται να προσφέρεις τα δώρα σου, διότι δεν έδωσες απογόνους στον Ισραήλ». Ο Ιωακείμ, λυπημένος πολύ, δεν επέστρεψε στο σπίτι του, αλλά σύμφωνα με την παράδοση ανέβηκε στο όρος Χοζεβά για σαράντα ημέρες, προκειμένου να προσευχηθεί και να κλαύσει εκεί ενώπιον του Θεού. Τον ίδιο καιρό και η Άννα μέσα στον κήπο της έχυνε άφθονα δάκρυα και ανέπεμπε θερμές ικεσίες προς τον ουρανό. Ο Θεός «πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς» εισάκουσε τις προσευχές τους και απέστειλε στην Άννα τον αρχάγγελο Γαβριήλ, τον άγγελο της ευδοκίας του Θεού [8 Νοεμ.], για να της αναγγείλει ότι στα γεράματά της θα γεννήσει παιδί, για το οποίο θα μιλά όλη η οικουμένη. Γεμάτη έκπληξη και χαρά η Άννα ανεφώνησε: «Ζῇ Κύριος ὁ Θεός μου· ἐὰν γεννήσω εἴτε ἄρρεν είτε θῆλυ, προσάξω αὐτὸ δῶρον τῷ Κυρίῳ τῷ Θεῷ μου, καὶ ἔσται λειτουργοῦν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ». Άγγελος επισκέφθηκε και τον Ιωακείμ στο όρος και του είπε να επιστρέψει στο σπίτι του και να χαρεί με την γυναίκα του, διότι ο Θεός θα θέσει τέλος στην λύπη τους.

Μετά την παρέλευση εννέα μηνών, η Άννα γέννησε και ρώτησε την μαία τι παιδί γεννήθηκε. Αυτή απάντησε: «Θήλυ». Είπε δε η Άννα: «Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ» και ξάπλωσε στοργικά το βρέφος. Όταν συμπληρώθηκαν οι καθορισμένες από τον Νόμο ημέρες του καθαρισμού της, σηκώθηκε, πλύθηκε, θήλασε το παιδί και του έδωσε το όνομα «Μαρία»· το μυστήριο όνομα που προσδοκούσαν οι πατριάρχες, οι κριτές και οι προφήτες, για το οποίο ο Θεός πραγματοποίησε το σωτήριο σχέδιό Του, το αποκεκρυμμένο από κτίσεως κόσμου.

Ημέρα με την ημέρα η μικρή κόρη μεγάλωνε και κραταιωνόταν. Όταν έγινε έξι μηνών, η Άννα την απέθεσε στην γη, για να δει αν μπορεί να σταθεί όρθια. Η μικρή περπάτησε επτά βήματα και επιστρέφοντας έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της, η οποία την σήκωσε λέγοντας: «Ζει Κύριος ο Θεός μου. Δεν θα περπατήσεις σ’ αυτή τη γη, μέχρι να σε πάω στον Ναό του Κυρίου». Της ξεχώρισε έναν τόπο στον κοιτώνα, όπου τίποτε το κοινό ή ακάθαρτο του κόσμου δεν επέτρεπε να εισέλθει, και κάλεσε αμίαντες παρθένες των Εβραίων να παίζουν μαζί της.

Όταν η παρθένος έγινε ενός έτους, ο Ιωακείμ παρέθεσε μεγάλο συμπόσιο. Προσκάλεσε τους ιερείς, τους γραμματείς, τα μέλη του Συνεδρίου και όλον τον λαό του Ισραήλ. Προσήγαγε δε την κόρη του στους ιερείς, οι οποίοι την ευλόγησαν λέγοντας: «Ο Θεός των πατέρων μας, ευλόγησε αυτή την παιδούλα και δώσε σ’ αυτή ένα αιώνιο όνομα, το πιο ονομαστό απ’ όλες τις γενιές». Και είπε όλος ο λαός: «Γένοιτο, γένοιτο, αμήν». Την έφερε και στους αρχιερείς και την ευλόγησαν κι αυτοί λέγοντας: «Ο Θεός των υψωμάτων, επίβλεψε σ’ αυτή την παιδούλα και ευλόγησέ την με την πιο έσχατη και μεγάλη Σου ευλογία, που να είναι αδιάδοχη».

Έπειτα η μητέρα της την πήγε στο άδυτο του δωματίου της, την θήλασε και ύμνησε τον Θεό με την ωδή:
 

«σω ᾠδὴν Κυρίῳ
τῷ Θεῷ μου,
ὅτι ἐπισκέψατό με
καὶ ἀφείλατο ἀπ’ ἐμοῦ
τὸ ὄνειδος τῶν ἐχθρῶν μου·
καὶ ἔδωκέν μοι Κύριος
καρπὸν δικαιοσύνης αὐτοῦ,
μονοούσιον καὶ πολυπλούσιον
ἐνώπιον αὐτοῦ.
Τίς ἀναγγελεῖ
τοῖς υἱοῖς Ρουβὶμ
ὅτι Ἄννα θηλάζει;
Ἀκούσατε, ἀκούσατε,
αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ Ἰσραήλ,
ὅτι Ἄννα θηλάζει!».

Απέθεσε εκεί την Μαρία να αναπαυθεί και έφυγε, για να υπηρετήσει τους προσκεκλημένους, που ευφραίνονταν και υμνούσαν τον Θεό του Ισραήλ…
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Φάρμακα και Πίστη...



~529~
  Ερώτηση
- Πές μου, Πάτερ, αυτοί που στην αρρώστια τους περιφρονούν τα φάρμακα και τα φαγητά, βρίσκονται στο μέτρο της τελειότητας;

   Απόκριση Ιωάννου.
- Αυτοί που περιφρονούν τα φάρμακα και τα φαγητά εφθασαν στο μέτρο της πίστεως, όχι της τελειότητας.

ΠΡΟΣ ΕΝΑΝ ΑΡΡΩΣΤΟ ΑΔΕΛΦΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗ 

Βαρσανουφίου και Ιωάννου 
κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά 
(ερωταποκρίσεις) τόμος Β΄, 
εκδόσεις “ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Παράκληση Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος




Παρακληση Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μάμαντος

Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν: 
Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.
Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
 Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.

Εἶτα τὸ τροπάριον.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοὺς καταφεύγοντας τῷ θείῳ ναῷ σου, καὶ τὴν θερμήν σου προστασίαν αἰτοῦντας, Μεγαλομάρτυς Μάμα παναοίδιμε, πάσης ἀπολύτρωσαι, ἐπηρείας καὶ βλάβης, καὶ παθῶν καὶ θλίψεων, καὶ δεινῶν συμπτωμάτων, ἡμῖν δὸς τὴν συγχώρησιν.
Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός ν’ (50).
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Σὺ εἶ ὦ Μάμα, ἡμῶν προστάτης. Γερασίμου.
ᾨδὴ α΄.
Ἦχος πλ. Δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Στενώσεως πάσης ὀδυνηρᾶς, ἡμᾶς Μάρτυς Μάμα, διατήρησον ἀσινεῖς, καὶ πάσης ἐν βίῳ δυσπραγίας, τοὺς εὐλαβῶς προσιόντας τῇ σκέπῃ σου. 
ψόθεν ἐπίβλεψον εὐμενῶς, ἡμῖν Μάρτυς Μάμα, καὶ παράσχου ὡς συμπαθής, ψυχῶν καὶ σωμάτων θεραπείαν, τοῖς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προστρέχουσι. 
ν θλίψεσι τάχιστον βοηθόν, πλουτοῦντές σε Μάρτυς, ἐκβοῶμεν ἀπὸ ψυχῆς· βοήθει ἡμῖν πάσῃ ἀνάγκῃ, καὶ πάσης βλάβης ἡμᾶς ἀπολύτρωσαι.
Θεοτοκίον.
άτρευσον Κόρη τὴν χαλεπῶς, νοσοῦσαν ψυχήν μου, ταῖς τοῦ πλάνου ἐπιβουλαῖς, καὶ λῦσον παθῶν μου τὴν ὁμίχλην, τῇ φωταυγεῖ Σου πρεσβείᾳ πανάχραντε.

ᾨδὴ γ΄.
 Οὐρανίας ἁψῖδος.
ς Χριστοῦ Ἀθλοφόρος καὶ ἀῤῥαγὴς πρόβολος, Μάμα τῶν ἀεὶ ἀφορώντων πρὸς τὴν πρεσβείαν σου, δίωκε πάντοτε, τὰς καθ’ ἡμῶν ἐπιθέσεις, τοῦ δολίου δράκοντος, τῇ προστασίᾳ σου. 
Μαρτυρήσας γενναίως ὑπὲρ Χριστοῦ Ἅγιε, φέρειν γενναιόφρονι γνώμῃ, ἡμᾶς ἐνίσχυσον, ἅπαν ἐπίπονον, καὶ τὸν Χριστὸν ἐκδυσώπει, δοῦναι ἡμῖν ἔλεος, Μάμα δεόεμθα. 
πὸ πάσης ἀνάγκης καὶ προσβολῆς ἔνδοξε, καὶ τῶν ἐν τῷ βίῳ κινδύνων, καὶ περιστάσεων, ἀτρώτους φύλαττε, τοὺς τῷ ἁγίῳ σου Μάμα, καταφεύγοντας, καὶ σὲ γεραίροντας.
Θεοτοκίον.
Μητροπάρθενε Κόρη ἡ τὸν Θεὸν τέξασα, σάρκα γεγονότα ἀτρέπτως, ἐκ τῶν αἱμάτων σου, σαρκός μου ἴασαι, καὶ τῆς ψυχῆς τὰς ὀδύνας, καὶ τὸν νοῦν μου λάμπρυνον, φωτὶ τῆς χάριτος. 
Διάσωσον, Μάμα θεόφρον Κυρίου Μεγαλομάρτυς, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχοντας, τῶν ἐν τῷ βίῳ κινδύνων καὶ πάσης βλάβης. 
πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Πρεσβεύειν ἀεὶ Θεῷ τῷ πανοικτίρμονι, μὴ παύσῃ σοφέ, ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε, ὡς ἂν παθῶν καὶ θλίψεων, οἱ τιμῶντές σε Μάμα ῥυώμεθα, ὅτι τῇ σῇ ἀντιλήψει πιστῶς, προστρέχοντες χάριτος πληρούμεθα.

ᾨδὴ δ΄.
 Εἰσακήκοα Κύριε.
ντιλήπτωρ θερμότατος, πέλων Μάρτυς Μάμα τῶν εὐφημούντων σε, ἀφ’ ἡμῶν ἀπαύστως δίωκε, πᾶσαν τοῦ ἀλάστορος ἐπήρειαν. 
σὴ χάρις ἐκλάμπουσα, ὑπὲρ τὰς αὐγὰς ἡλίου ἑκάστοτε, διαλύει ζόφον ἅπαντα, Μάμα Ἀθλοφόρε πικρῶν θλίψεων. 
Μὴ ἐλλείπῃς δεόμεθα, χεῖρα βοηθείας καὶ ἀντιλήψεως, ἐπορέγειν τοῖς ἐκ πίστεως, ἐπικαλουμένοις τὸ σὸν ὄνομα.
Θεοτοκίον.
ς τεκοῦσα ἐν σώματι, Κόρη Παναγία τὸν Ὑπερούσιον, ἀεὶ πρέσβευε δεόμεθα, σώζεσθαι τοὺς πίστει Σε δοξάζοντας.

ᾨδὴ ε΄.
Φώτισον ἡμᾶς.
Νόσων χαλεπῶν, ψυχῆς ἅμα καὶ τοῦ σώματος, καὶ μαστίγων ὀλεθρίων καὶ δεινῶν, ἐλευθέρωσον ἡμᾶς Μάμα μακάριε. 
Πλήρωσον ἡμῶν, τὰς αἰτήσεις Μάμα ἔνδοξε, τῶν θερμῶς προσκαλούντων σε σοφέ, οἷα πρέσβυς ἡμῶν μέγιστος πρὸς Κύριον. 
άβδῳ μυστικῇ, τῶν θερμῶν σου ἀντιλήψεων, ἐκ τῆς ποίμνης σου ἀπέλασον μακράν, τὸν ὁρμῶντα καθ’ ἡμῶν θῆρα ἀόρατον. 
Θεοτοκίον.
μβρησον ἡμῖν, ὡς νεφέλη θείου Πνεύματος, ἀγαλλίασιν ὡς δρόσον νοητήν, Θεοτόκε τοῖς ἐν θλίψεσι στενάζουσι.

ᾨδὴ στ΄.
Τὴν δέησιν.
Σταγόσι, καὶ ἐπομβρίαις ἀΰλοις, τῶν σεπτῶν σου πρεσβειῶν πρὸς τὸν Κτίστην, σβέσον ἡμῶν, τῶν παθῶν τὰς καμίνους, καὶ τὰς καρδίας ἡμῶν καταδρόσισον, τὰς τηκομένας τοῖς δεινοῖς, Αθλοφόρε Χριστοῦ Μάμα ἔνδοξε. 
Τοῦ βίου, τὴν χαλεπὴν ἡμῶν ζάλην, εἰς γάλήνην μεταποίησον Μάρτυς, καὶ ἀσφαλῶς, καθοδήγησον Μάμα, ἐπὶ λιμένα τοῦ θείου θελήματος, τοὺς παραβάσει πολλαῖς θαλαττεύοντας, φθόνῳ τοῦ ὄφεως. 
γγέλων, συγχορευτὴς Μάμα πέλων, σὺν αὐτοῖς διὰ παντὸς ἐκδυσώπει, δαιμονικῆς, ἐπηρείας καὶ βλάβης, ἀεὶ λυτροῦσθαι τοὺς σὲ μακαρίζοντας, καὶ πάσης μάστιγος ἡμᾶς, ἀβλαβεῖς διασώζεσθαι Ἅγιε.
Θεοτοκίον.
Τὸν Κτίστην, καὶ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων, ἀποῤῥήτως σωματώσασα Κόρη, σωματικῶν, ἡμᾶς λύτρωσαι πόνων, καὶ ψυχικῆς ἀθυμίας δεόμεθα, καὶ μετανοίας δίδου φῶς, τοῖς ἐν σκότει δεινῶν παραπτώσεων. 
Διάσωσον, Μάμα θεόφρον Κυρίου Μεγαλομάρτυς, τοὺς ἐν πίστει τῇ σῇ πρεσβείᾳ προστρέχοντας, τῶν ἐν τῷ βίῳ κινδύνων καὶ πάσης βλάβης. 
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
ς ἀντιλήπτωρ ἡμῶν ἑτοιμότατος, καὶ πρὸς Χριστὸν πρεσβευτὴς Μάμας μέγιστος, ἀπαύστως ἱκέτευε Ἅγιε, πειρατηρίων δεινῶν καὶ κακώσεων, ἡμᾶς ἀσινεῖς διασώζεσθαι. 
Προκείμενον: Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ. 
Στ.: Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ Αὐτοῦ, ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.
Εὐαγγέλιον.
Δόξα: Ταῖς τοῦ Ἀθλοφόρου...
Καὶ νῦν: Ταῖς τῆς Θεοτόκου...
Στ.: Ἐλέησόν με...

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
ρμον ὡς ἀχείμαστον, τὸν σὸν ναὸν κεκτημένοι, Μάμα παμμακάριστε, ἐν αὐτῷ προστρέχομεν μετὰ πίστεως, καὶ δεινῶν θλίψεων, καὶ πικρῶν κυμάτων, τῶν ἐν βίῳ ἐκλυτρούμεθα, τῇ ἀντιλήψει σου· ὅθεν ἐκβοῶμέν σοι Ἅγιε· εἰρήνην ἀστασίαστον, καὶ γαλήνην δίδου ἀτάραχον, πᾶσιν Ἀθλοφόρε, τοῖς μέλπουσι τοὺς ἄθλους σου φαιδρῶς, καὶ τὴν θερμὴν προστασίαν σου, εὐσήμως κηρύττουσι.

ᾨδὴ ζ΄.
 Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
δοθεῖσά σοι χάρις ἐκ χειρὸς τοῦ Σωτῆρος Μάμα πολύαθλε, προφθάνει καὶ λυτροῦται, κινδύνων πολυτρόπων, τοὺς καλοῦντας τὴν κλῆσίν σου· διὸ τὴν σὴν ἀρωγήν, φωνοῦμεν οἱ ἐν πόνοις. 
Συστροφῆς ὀλεθρίου τῶν ἀεὶ τεκταινόντων θλίψεως καὶ δάκρυα, τῇ σῇ πρὸς τὸν Σωτῆρα, ἀπάλλαξον πρεσβείᾳ, Μάρτυς Μάμα τοὺς ψάλλοντας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. 
Γενοῦ ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προπύργιον θεῖον Μάμα πολύαθλε, τοῖς πίστει προσιοῦσι, τῷ ἱερῷ ναῷ σου, καὶ ζητοῦσιν ἑκάστοτε, τῆς προστασίας τῆς σῆς, τὰς σωτηρίους δόσεις.
Θεοτοκίον.
σαρκώθης ὡς οἶδεν ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης δι’ ἀγαθότητα, ἐκ Σοῦ Παρθενομῆτορ, καὶ ὤφθη τοῖς ἐν κόσμῳ διασώζων τοὺς ψάλλοντας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδὴ η΄.
Τὸν Βασιλέα.
ῶσιν παράσχου, καὶ τὴν κατ’ ἄμφω ὑγείαν, Μάμα ἔνδοξε Μαρτύρων ὡραιότης, τοῖς καταφοιτῶσι, τῷ θείῳ σου τεμένει. 
ῤῥωστημάτων, καὶ πολυπλόκων σκανδάλων, διαφύλαττε ἀπαρατρώτους Μάμα, τοὺς ὑμνολογοῦντας, τοὺς θείους σου ἀγῶνας. 
Σκέπε ἐκ πάσης, δαιμονικῆς ἐπηρείας, Μάμα ἔνδοξε καὶ δόλου καὶ μανίας, τοὺς ἐκδεχομένους, τὴν ἀρωγήν σου Μάρτυς.
Θεοτοκίον.
να ὑμνῶ Σε, ὦ ὑπερύμνητε Κόρη, ἀκηδίας με χαλεπωτάτης ῥῦσαι, καὶ τῷ θείῳ φόβῳ, τείχισον τὴν ψυχήν μου.
ᾨδὴ θ΄.
Κυρίως Θεοτόκον.
Μαρτύρων ὡραιότης, σὺν αὐτοῖς δυσώπει, Μάμα θεόφρον Χριστὸν τὸν πανάγαθον, διδόναι λύσιν πταισμάτων ἡμῖν δεόμεθα. 
μέγας εὐσεβούντων, καὶ θερμὸς προστάτης, ἡμᾶς μεγάλων ἀπάλλατε θλίψεων, Μεγαλομάρτυς Κυρίου Μάμα πανεύφημε. 
πάρχων φωτὸς πλήρης, Μάμα οὐρανίου, τῆς τῶν παθῶν ἡμᾶς ῥῦσαι ζοφώσεως, ταῖς φωτοφόροις πρεσβείαις σου ἀξιάγαστε
Θεοτοκίον.
πὲρ τῶν ἀνυμνούντων, τὰ Σὰ μεγαλεῖα, μὴ διαλίπῃς πρεσβεύουσα ἄχραντε, τὸν προελθόντα ἀφράστως ἐκ τῶν λαγόνων Σου.

Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν. 
Βλάστημα Μαρτύρων ὢν εὐκλεές, Μάμα Ἀθλοφόρε, ἠγωνίσω μαρτυρικῶς, καὶ καταπαλαίσας, ἐχθροῦ τὴν δυναστείαν, λαμπρῶς ἐμεγαλύνθης, θαυμάτων χάριτι. 
Τῷ Χριστῷ ἐκ βρέφους ἀνατεθείς, Μαρτύρων τοὺς πόνους, καὶ ἀγῶνας τοὺς θαυμαστούς, ὑπῆλθες ἀνδρείως, Μεγαλομάρτυς Μάμα, καὶ νίκης ἐκοσμήθης, τῷ διαδήματι. 
Τοῦ πυρὸς τὴν φύσιν νενικηκώς, φέρων ἐν καρδίᾳ, πῦρ τὸ ἄϋλον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θηρῶν ἀγρίων, ὁρμὰς ὡς χαλινώσας, ἀξίως ἐδοξάσθης, Μάμα πολύαθλε. 
Πάντας τοὺς προστρέχοντας εὐλαβῶς, τῷ σεπτῷ ναῷ σου, ῥῦσαι πάσης έπιβουλῆς, Μάμα Ἀθλοφόρε, καὶ δίδου ἡμῖν μάκαρ, χαρὰν καὶ εὐφροσύνην, ψυχῆς καὶ σώματος. 
Χαίρων ἐν τῇ χάριτι τοῦ Χριστοῦ, πρὸς πῦρ ἠγωνίσω, καὶ πρὸς ὕδωρ Μάμα στεῤῥῶς, καὶ καταπαλαίσας, τῆς πλάνης τὴν ἀπάτην, τῆς οὐρανίου δόξης λαμπρῶς ἠξίωσαι. 
Νόσων καῖ κινδύνων καὶ συμφορῶν, δεινῆς ἀθυμίας, καὶ κακίας τοῦ δυσμενοῦς, ἡμᾶς ἀνωτέρους, φύλαττε Μάρτυς Μάμα, τοὺς μέγαν σε προστάτην, ἔχοντας Ἅγιε. 
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.
Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα.

Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.
Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.
Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια:
Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Μάρτυς, Ἀθλοφόρε τοῦ Χριστοῦ, Μάμα εὐσεβούντων προστάτα, καὶ τεῖχος ἄῤῥηκτον, πάσης περιστάσεως καὶ συμφορᾶς χαλεπῆς, καὶ παθῶν ἀπολύτρωσαι, ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, τοὺς πιστῶς προστρέχοντας, τῇ ἀντιλήψει σου· ἔχεις γὰρ πολλὴν παῤῥησίαν, μάκαρ πρὸς Χριστὸν διὰ τοῦτο, δέχου τὰς φωνᾶς ἡμῶν ἑκάστοτε.
Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. 
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
 
Δι’ εὐχῶν.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Παρακλητικός Κανών Ὁσίου ΣΥΝΕΩΝ τοῦ Στυλίτου



Παρακλητικός Κανών Ὁσίου ΣΥΝΕΩΝ τοῦ Στυλίτου,
μ. Γερασίμου
Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως ὁ ρμβ΄ (142) Ψαλμός καί τό Θεός Κύριος μετά τῶν στίχων αὐτοῦ. Εἶτα τά Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ σταυρῷ.
ς δοξασθεὶς τῇ θεϊκῇ χορηγίᾳ, ἡμῶν προστάτης ἐναργὴς ἀνεδείχθης, καὶ πρεσβευτὴς πρὸς Κύριον θερμότατος· ὅθεν ἀεὶ πρέσβευε, Συμεὼν θεοφόρε, πάσης ἡμᾶς ῥύεσθαι, συμφορᾶς καὶ ἀνάγκης, καὶ πολυτρόπων Πάτερ πειρασμῶν, τοὺς ἀδιστάκτῳ ψυχῇ προσιόντας σοι.

Δόξα. Καὶ νῦν. 
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

O N΄ (50) Ψαλμός.

Εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: Συμεών, σκέπε ἡμᾶς παμμάκαρ. Γερασίμου.
ᾨδὴ α΄.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Συμεὼν τοῖς Ἀγγέλοις Πάτερ χοροῖς, σὺν αὐτοῖς δυσώπει, πάσης ῥύεσθαι ἀπειλῆς, τοὺς πίστει καὶ πόθῳ προσιόντας, θαυματουγὲ Συμεὼν τῇ πρεσβείᾳ σου.

ψίστου θεράπων θεοειδής, Συμεὼν θεόφρον, τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, ψυχῆς μου θεράπευσον τὸ ἄλγος, καὶ τὴν προσιοῦσάν μοι λύπην ἀφάνισον.

Μυρίοις κυκλούμενος πειρασμοῖς, πρὸς σὲ καταφεύγω, καὶ κραυγάζω σοι ἐκ ψυχῆς· σπεῦσον Συμεὼν θαυματοφόρε, καὶ τῶν εὑρόντων δεινῶν με ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.
κ Σοῦ προελήλυθεν ὑπὲρ νοῦν, σαρκὸς ἐν προσλήψει, ὁ τῶν ὅλων Δημιουργός, καὶ ἔσωσε πάντας Θεοτόκε, τοὺς προσκυνοῦντας τὸν ἄφραστον τόκον Σου.

ᾨδὴ γ΄. 
Οὐρανίας ἁψῖδος.
ς θερμὸς ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθὸς ἕτοιμος, Συμεὼν σοφὲ τῆς σῆς ποίμνης, ταύτην περίεπε, τῇ ἀντιλήψει σου, ἐκ συμφορῶν καὶ κινδύνων, ἀπαλλάττων Ὅσιε, ὡς συμπαθέστατος.

Νοσημάτων ποικίλων καὶ πολλαπλῶν θλίψεων, Συμεὼν ἀτρώτους συντήρει, τοὺς σὲ γεραίροντας, καὶ αἴτει πάντοτε, ἀπὸ Κυρίου εἰρήνην, καὶ πταισμάτων ἄφεσιν, ἡμῖν δεόμεθα.

Σοφιστείας τοῦ πλάνου καὶ πονηρᾶς ἕξεως, καὶ ἐπηρειῶν ὀλεθρίων, ἡμᾶς ἀπάλλαττε, Συμεὼν Ὅσιε, τοὺς ἐν θερμῇ διανοίᾳ, σπεύδοντας ἑκάτοτε, τῇ προστασίᾳ σου.
Θεοτοκίον.
Καταφύγιον κόσμου καὶ ἀσφαλὲς στήριγμα, στήριξον ἡμᾶς Θεοτόκε, φόβῳ τῷ κρείττονι, τοὺς καταφεύγοντας, ὑπὸ τὴν θείαν Σου σκέπην, καὶ ζητοῦντας Δέσποινα, τὴν Σὴν βοήθειαν.

Διάσωσον, ὦ Συμεὼν θεοφόρε ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Κάθισμα. 
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
κ στύλου σοφὲ ἐκλάμπων ἐν τοῖς πέρασι, θαυμάτων αὐγαῖς πυρσεύεις τὰς ψυχὰς ἡμῶν· διὸ πιστῶς βοῶμέν σοι· Συμεὼν ἀσκητὰ ἐγκαλλώπισμα, τὴν τῶν παθῶν ἡμῶν λῦσον ἀχλύν, φωτὶ τῶν θερμῶν σου παρακλήσεων.

ᾨδὴ δ΄. 
Εἰσακήκοα Κύριε.
πωδύνων κακώσεων, καὶ πολυειδῶν δεινῶν περιστάσεων, ἀσινεῖς ἡμᾶς διάσωζε, Πάτερ Συμεὼν ταῖς ἱκεσίαις σου.

Παῤῥησίαν πρὸς Κύριον, ἔχων Συμεὼν μὴ παύσῃ δεόμενος, λυτρωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, τῶν ἐπηρειῶν τοῦ πολεμήτορος.

ντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, τὴν ὁδὸν ὁδεύειν Πάτερ ἐνίσχυσον, τοὺς ἐν πίστει καταφεύγοντας, τῇ σωτηριώδει ἀντιλήψει σου. 
Θεοτοκίον.
Θεὸν σωματώσασα, καὶ μετὰ τὸν τόκον ἄφθορος μείνασα, Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, ἐκ φθοροποιῶν παθῶν με λύτρωσαι.

ᾨδὴ ε΄. 
Φώτισον ἡμᾶς.
Μέγας ἀρωγός, Συμεὼν καὶ τεῖχος ἄῤῥηκτον, τῆς Μονῆς ταύτης ὑπάρχεις ἀληθῶς, αὐτὴν τείχιζε ταῖς θείαις ἱκεσίαις σου.

νωθεν ἡμᾶς, ἐφορῶν μὴ παύσῃ Ὅσιε, ἀποτρέπων τὰς ποικίλας καθ’ ἡμῶν, μεθοδείας τοῦ δολίου πολεμήτορος.

Σύνεσιν ἡμῖν, καὶ εἰρήνην ἀεὶ βράβευε, καὶ πταισμάτων Συμεὼν τὸν ἱλασμόν, ταῖς πρὸς Κύριον πρεσβείαις σου δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
Πόνων χαλεπῶν, τὴν ζωὴν ἡμῶν ἀπάλλαξον, ἡ τὸν Πρύτανιν τεκοῦσα τῆς ζωῆς, σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν Πανύμνητε.

ᾨδὴ στ΄. 
Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
γγέλων, τὴν πολιτείαν ἀνύων, περιβόητος ἐν κόσμῳ ἐγένου· ὅθεν ἡμᾶς, κοσμικῶν φρονημάτων, καὶ ἐννοιῶν ματαιότητος λύτρωσαι, καὶ δίδου θεῖον φωτισμόν, ταῖς ψυχαῖς Συμεὼν ἡμῶν πάντοτε.

Μεγίσταις, θαυματουργίαις ἐμπρέπων, θεραπεύεις τὰ δυσίατα πάθη· ὅθεν κἀμοῦ, τὴν νοσοῦσαν καρδίαν, καὶ τὰ τοῦ σωματος ἴασαι τραύματα, καὶ θεῖον φόβον τῷ νοΐ, Συμεὼν θεοφόρε χορήγησον.

Μονήν σου, τὴν ἱερὰν θεοφόρε, μὴ ἐλλίπῃς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, καὶ ἀπειλῆς ἀπαλλάττων ἀπαύστως, ὡς ἀντιλήπτωρ αὐτῆς καὶ ὑπέρμαχος, καὶ καθοδήγει Συμεών, πρὸς νομὰς σωτηρίους δεόμεθα.

Θεοτοκίον.
φράστως, τὸν Ποιητὴν τετοκυῖα, ὡς ηὐδόκησεν ἁγνὴ Θεοτόκε, τὸν τῆς ἀρχαῖας κατάρας τὸν κόσμον, δι’ εὐσπλαγχνίαν πολλὴν λυτρωσάμενον, ἱκέτευε διὰ παντός, τοῦ σωθῆναι ἡμᾶς τοὺς τιμῶντάς Σε.

Διάσωσον, ὦ Συμεὼν θεοφόρε ταῖς σαῖς πρεσβείαις, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Κοντάκιον. 
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ταῖς πρὸς Θεὸν ἱκεσίαις σου Ἅγιε, ἐπερχομένων δεινῶν ἡμᾶς λύτρωσαι, καὶ αἴτει πταισμάτων συγχώρησιν, καὶ παθημάτων παντοίων τὴν ἴασιν, ἡμῖν Συμεὼν τοῖς τιμῶσί σε.

Προκείμενον
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου Αὐτοῦ.

Στ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (Κεφ. ια΄ 27-30).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Δόξα. Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου...

Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου...

 Στ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός...
Προσόμοιον. 
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Στῦλος οὐρανόφωτος, τῶν ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσιν, Ἐκκλησίας πέφηνας, ἐπὶ στύλου Ὅσιε ὡς ἐβίωσας, καὶ φωτὶ πάντοτε, τῆς σῆς προστασίας, τῶν παθῶν σκότος βαθύτατον, λύεις ἑκάστοτε, καὶ ἀσθενειῶν τὴν σκοτόμαιναν, ὑγείαν τε καὶ λύτρωσιν, νέμων τοῖς πιστῶς προσιοῦσί σοι· Συμεὼν τρισμάκαρ, Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα σεπτόν, καὶ πρεσβευτὰ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, πρὸς Χριστὸν τὸν Κύριον. 
 
ᾨδὴ ζ΄. 
Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Καθαιρέτης ἐδείχθης ἀκαθάρτων πνεύματων Συμεὼν Ὅσιε· αὐτῶν τῆς ἐπηρείας, καὶ τῆς κακοτροπίας, ἀσινεῖς ἀεὶ φύλαττε, τῇ ἀντιλήψει τῇ σῇ, τοὺς σὲ ἀνευφημοῦντας.

νωτέρους συντήρει ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ πάσης θλίψεως, τῇ σῇ ἐπιστασίᾳ, καὶ θείᾳ προστασίᾳ, Συμεὼν τοὺς κραυγάζοντας· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

υπωθέντα μοι σπίλοις ἁμαρτίας ἀπόπλυνον τῇ σῇ χάριτι, καὶ δίδου θεοφόρε, δάκρυα μετανοίας, τῷ βοῶντι ἱκέτῃ σου· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.
Γεωργήσας Παρθένε τῶν παθῶν τὰς αἰτίας νοὸς κουφότητι, ἐμόλυνα ψυχῆς μου, τὸ εὐγενὲς ὁ τάλας· ἀλλὰ Σύ με ἐκκάθαρον, ἐκ μολυσμῶν χαλεπῶν, διὰ τῆς μετανοίας.

ᾨδὴ η΄. 
Τὸν Βασιλέα.
ργοις ἁγίοις, τῶν ἀρετῶν θεοφόρε, ὥσπερ ἄμπελον κομῶσαν τὴν Μονήν σου, δεῖξον γεωργίᾳ, τῶν θείων πρεσβειῶν σου.

ῦσαί με Πάτερ, τῆς τοῦ ἐχθροῦ δυναστείας, καὶ ἀπάλλαξον πικρᾶς με συνηθείας, ὡς παρὰ Κυρίου, λαβὼν πλουσίαν χάριν.

ῤῥωστημάτων, καὶ συνοχῆς ψυχοφθόρου, ῥύου πάντοτε ὦ Συμεὼν παμμάκαρ, τοὺς ἐπικαλουμένους, τὴν κλῆσίν σου τὴν θείαν.

Θεοτοκίον.
Σωματικῶν με, καὶ ψυχικῶν συντριμμάτων, ἀπολύτρωσαι Παρθένε Θεοτόκε, τὸν οἰκτρόν Σου δοῦλον, πολλῇ Σου εὐσπλαγχνίᾳ

ᾨδὴ θ΄. 
Κυρίως Θεοτόκον.
σχὺν καὶ θείαν ῥώμην, παρὰ τοῦ Κυρίου, αἴτει ἡμῖν Συμεὼν παναοίδιμε, ὡς ἂν ἐχθροῦ τῆς δυνάμεως κατισχύσωμεν.

Μονήν σου τὴν ἁγίαν, φύλαττε ἀπαύστως, ἀνακειμένην τῇ θείᾳ πρεσβείᾳ σου, ταύτῃ παρέχων, ἐξ ὕψους τὴν εὐλογίαν σου.

σίως καὶ ἀμέμπτως, ἡμᾶς διανύειν, τὴν βιοτὴν Συμεὼν καταξίωσον, ὡς ἂν ζωὴν τὴν ἀγήρω κληρονομήσωμεν.

Θεοτοκίον.
πέραγνε Παρθένε, Μῆτερ τοῦ Κυρίου, τὴν ἄναγνόν μου καρδίαν ἐκκάθαρον, καὶ καθαρῶς βιοτεύειν με ἐνδυνάμωσον.

Μεγαλυνάρια.
ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Στήλη ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, ἐπὶ στύλου ζήσας, ὑπεράνθρωπος Συμεών· ὅθεν ὑπὲρ φύσιν, θεόθεν ἐδοξάσθης, καὶ ἅπασι παρέχεις, τὴν προστασίαν σου.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ἡ καλλονή, καὶ τῶν μοναζόντων ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις παλαισμάτων, μεγίστων θεῖον θαῦμα, ὦ Συμεὼν καὶ πρέσβυς, ἡμῶν πρὸς Κύριον.

ρθης ἐπὶ στύλου σωματικῶς, καὶ πνεύματι Πάτερ, ἀνυψώθης πρὸς οὐρανόν· ὅθεν οὐρανίων, ἠξίωσαι χαρίτων, καὶ ἅπασι βλυστάνεις, χάριν ἀέναον.

Σώματος τοὺς πόνους ὑπειδών, Συμεὼν ὡράθης, ἀπαθείας θεῖον λειμών· ὅθεν πάντα πόνον, κουφίζεις θεοφόρε, τῶν πίστει προσιόντων, τῇ ἀντιλήψει σου.

Θαύμασιν ἐκλάμπων πάσῃ τῇ γῇ, νόσους θεραπεύεις, χορηγίᾳ τῇ θεϊκῇ· ὅθεν ἡμᾶς ῥῦσαι, ποικίλων συμπτωμάτων, καὶ νόσων ὀλεθρίων, Συμεὼν Ὅσιε.

Σκέπε καὶ διάσωζε ἐσαεί, ταύτην τὴν Μονήν σου, τῇ θερμῇ σου ἐπισκοπῇ, καὶ ἐξαίτει ταύτῃ, ὦ Συμεὼν εἰρήνην, καὶ πᾶσαν εὐπραγίαν, ὁσίων πράξεων.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. 
Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς, τὴν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν· Κύριε ἐλέησον. Ὑπὸ τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καὶ τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τὴν Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τὰ παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάσης, τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλῆς, Πάτερ Συμεὼν θεοφόρε, ἀξιοθαύμαστε, φύλαττε ἀπήμονας, τῇ προστασίᾳ σου, τοὺς πιστῶς σοι προσέρχοντας, εἰρήνην ὑψόθεν, καὶ πταισμάτων ἄφεσιν, ἡμῖν αἰτούμενος· σὲ γάρ, πρὸς τὸν πάντων Σωτῆρα, ἔχομεν μεσίτην καὶ πρέσβυν, καὶ ταχὺν ἐν πᾶσιν ἀντιλήπτορα.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΗΤΑ



ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΟΜΑ ΡΗΤΑ 

Ο Αββάς Δωρόθεος έλεγε: Είναι αδύνατον σ’ αυτόν που έχει πίστη στη δική του σύνεση και στο δικό του λογισμό να υποταχθεί ή να μιμηθεί κάποιο καλό που βλέπει στον πλησίον. 

Έλεγε πάλι: Επειδή δουλεύουμε ακόμα στα πάθη, δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε στο λογισμό και στα αισθήματά μας, γιατί στραβός οδηγός και τα καλά τα κάνει στραβά. 

Έλεγε πάλι: Όποιος δεν καταφρονήσει κάθε υλικό πράγμα και δόξα και σωματική ανάπαυση, ακόμα και τα δικαιώματά του, δεν μπορεί να κόψει τα θελήματά του ,ούτε ν’ απαλλαχτεί από την οργή και τη λύπη, ούτε ν’ αναπαύσει τον πλησίον. 

Έλεγε πάλι: Δεν είναι σπουδαίο πράγμα το να μην κρίνεις ή ακόμα και να συμπαθήσεις αυτόν που βρίσκεται σε κάποια θλίψη και σου ζητάει βοήθεια. Μεγάλη αρετή είναι να μην κρίνεις αυτόν που από δικό του πάθος σου αντιλέγει. Να μη συνταιριαστείς μ’ αυτόν που κατακρίνει εκείνον που σου αντιλέγει και να μη χαρείς μαζί μ’ εκείνον που τιμάει εσένα περισσότερο από άλλον. 

Είπε πάλι: Μην απαιτήσεις αγάπη από τον πλησίον , γιατί αυτός που απαιτεί ταράζεται, αν δεν του δώσουν. Αλλά δείξε εσύ μάλλον την αγάπη σου στον πλησίον και ανάπαυσέ τον και έτσι θα τον φέρεις στο σημείο να σε αγαπήσει. 

Είπε πάλι: Αν κάνει κανείς κάτι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οπωσδήποτε θα συναντήσει πειρασμό. Γιατί σε κάθε καλό που γίνεται ή προηγείται ή ακολουθεί πειρασμός. Και ούτε βέβαια είναι σίγουρο ότι είναι γνήσιο αυτό που γίνεται και σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αν δεν δοκιμαστεί πρώτα με τον πειρασμό. 

Είπε πάλι: Τίποτα δεν ενώνει τόσο πολύ τους ανθρώπους, όπως το να χαίρονται για τα ίδια πράγματα και να έχουν κοινά φρονήματα. 

Είπε πάλι: Το να μην περιφρονήσει κανείς το δώρο που του κάνει ο άλλος είναι καρπός της ταπεινοφροσύνης ,γιατί πρέπει να το καταδέχεται μ’ ευχαριστία και αν ακόμα είναι μικρό και ασήμαντο. 

Είπε πάλι: Εγώ, αν η περίσταση το φέρει, προτιμάω να γίνει η γνώμη του πλησίον – ακόμα και να τύχει να αποτύχω ακουλουθώντας την- παρά να πετύχω κάνοντας αυτό που εγώ θεωρώ σωστό. 

Είπε πάλι: Είναι συμφέρον μας σε κάθε περίπτωση να ικανοποιούμε ελάχιστα από τις ανάγκες μας. Γιατί δεν είναι συμφέρον ν’ αναπαυόμαστε με πληρότητα σε όλα. 

Είπε πάλι: Σε καθετί που μου συμβαίνει ποτέ δεν θέλησα να κατευθυνθώ από την ανθρώπινη σοφία και να στηριχτώ σ’ αυτήν, αλλά πάντοτε προσπαθώ να κάνω για καθετί ό,τι μπορώ και αφήνω τα πάντα στην Πρόνοια του Θεού. 

Είπε πάλι: Όποιος δεν έχει δικό του θέλημα, κάνει πάντοτε το δικό του. Γιατί εφόσον δεν έχει δικό του, ό,τι κι αν γίνει τον αναπαύει. Και έτσι είναι σαν να κάνει πάντα το δικό του. Επειδή δεν θέλει να γίνονται τα πράγματα όπως αυτός θέλει, αλλά τα αποδέχεται όπως γίνονται. 

Είπε πάλι: Δεν πρέπει να διορθώνει κανείς τον αδελφό του την ώρα που αμαρτάνει εναντίον του, αλλ’ ούτε πάλι άλλην ώρα, μόνο και μόνο για να τον εκδικηθεί για το λάθος του. 

Είπε πάλι: Η αγάπη, που χαρίζει ο Θεός και που τη ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, είναι πιο δυνατή από τη φυσική ανθρώπινη αγάπη. 

Είπε πάλι: Ποτέ μην κάνεις το κακό για ν’ αστειευτείς. Γιατί πολλές φορές συμβαίνει να κάνει κανείς στην αρχή αστεία το κακό, μετά όμως και χωρίς να το θέλει υποδουλώνεται σ’ αυτό. 

Είπε πάλι: Δεν πρέπει κανείς να θέλει ν’ απαλλαγεί απ΄ το πάθος του, επειδή θέλει ν’ αποφύγει τη θλίψη που αυτό του προκαλεί, αλλά επειδή ακριβώς το μισεί, όπως λέει: «Τους μισούσα μ’ όλη μου την ψυχή» (Ψαλμ. 138, 22) .

Είπε πάλι: Είναι αδύνατον να οργιστεί κανείς εναντίον του πλησίον αν πρώτα δεν υπερηφανευτεί εσωτερικά απέναντί του και αν δεν τον περιφρονήσει και αν δεν θεωρήσει τον εαυτόν του καλύτερον απ’ αυτόν. 

Είπε πάλι: Απόδειξη πως ενεργεί με τη θέλησή του το πάθος είναι αν ταράζεται όταν τον ελέγχουν ή τον διορθώνουν γι’ αυτό. Όταν όμως δέχεται τον έλεγχο χωρίς να ταραχτεί, δηλαδή τη διόρθωση που του προτείνουν, είναι απόδειξη ότι, και αν αμαρτάνει, αμαρτάνει από άγνοια και αδυναμία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις