Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Σύντομο εγκώμιο στον Άγιο πατέρα μας και θαυματουργό Ανδρόνικο και τη σύζυγό του Οσία Αθανασία. Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου



Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου

Σύντομο εγκώμιο στον Άγιο πατέρα μας και θαυματουργό Ανδρόνικο και τη σύζυγό του Οσία Αθανασία και μερικά από τα θαύματά τους 
9 Οκτωβρίου

Ο λαμπρός και σπουδαίος βίος του Ανδρονίκου και της Αθανασίας μαρτυρεί καθαρά τη σωστή κλήση τους. Δέθηκαν με τα αναπόφευκτα δεσμά της ζωής και έγιναν γονείς δύο παιδιών, τα οποία πέθαναν. Αν και δεν έπαθαν κάτι εύκολο, όμως μιμήθηκαν την μεγαλοψυχία του Ιώβ που είπε «ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος τα αφαίρεσε». Έπειτα, αφού με ανδρεία και σύνεση έσπασαν τα δεσμά του βίου και διαμοίρασαν τον πλούτο σ’ όσους είχαν ανάγκη, θησαύρισαν στον ουρανό. Δεν έδωσαν σημασία στη ζωή και τη σάρκα, δεν νικήθηκαν από τον πλούτο και την άνεση, δεν είπαν, δώσε μας άλλο παιδί, Δημιουργέ της φύσεως, αλλά αφού έβαλαν κατά μέρος κάθε εύλογη πρόφαση, αποχαιρέτισαν την πόλη τους Αντιόχεια και όλους τους γνωστούς και πορεύθηκαν στους Αγίους Τόπους των Ιεροσολύμων. Μόνο σε κάποιον γαμπρό από την αδελφή τους εμπιστεύτηκαν: «Εάν ο θάνατος εμποδίσει την επιστροφή μας, κάνε ξενώνα το σπίτι μας, αδελφέ». Αυτό αφού είπαν, έφυγαν με πρόθυμη τη ψύχη προς τον Θεό, για να προσκυνήσουν τους ιερούς τόπους και να αξιωθούν να φορέσουν το άγιο και αγγελικό σχήμα.
Αφού προσκύνησαν τον τάφο του Κυρίου και τα άλλα προσκυνήματα και εκπλήρωσαν την επιθυμία τους, έφθασαν στην Αλεξάνδρεια και έμειναν στον ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Μηνά. Από εκεί έρχονται στη Σκήτη για να συναντήσουν τον Μεγάλο Δανιήλ και καθοδηγητή της. Τους δέχθηκε ευχαρίστως και αφού με το διορατικό βλέμμα του γνώρισε όσα θα γίνονταν στην μακαρία Αθανασία, προτρέπει τον Ανδρόνικο να την οδηγήσει στο γυναικείο μοναστήρι που ονομαζόταν Οκτωκαιδέκατο για να γίνει μοναχή. Τους έδωσε εντολή εις το εξής να μην επικοινωνούν μεταξύ τους και ο καθένας μόνος του να βαδίσει το δρόμο της ασκήσεως. Αφού δέχθηκαν οι μακάριοι με υπακοή την εντολή του Οσίου, ακολουθούσαν με βία το δρόμο της ασκήσεως, με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, χαμαικοιτίες, δάκρυα και τις υπόλοιπες κακοπάθειες, με σκοπό να κατανικήσουν τη δύναμη του σώματος, να υποδουλώσουν το χειρότερο στο καλύτερο και να υποτάξουν τη σάρκα στο πνεύμα. Αυτά τα έκαναν οι μακάριοι ενδυναμωθέντες από τον Θεό και με εντονότερη άσκηση, η μεν Αθανασία έχυνε τους ασκητικούς ιδρώτες της στο μοναστήρι, που είπαμε, στο οποίο έγινε μοναχή, ο δε Ανδρόνικος έγινε μοναχός στον θειο καθηγητή τον Μεγάλο Δανιήλ. Ήταν ακούραστος υποτακτικός κάνοντας τους αγώνες της κατά Θεόν ζωής.

Μετά από δώδεκα χρόνια αποχωρισμού και αγώνων, αφού απονέκρωσαν τα πάθη του σώματος και δέχθηκαν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος την απαθή δόξα των αγγέλων, τους παρακίνησε πάλιν επιθυμία προσκυνήσεως του ζωηφόρου Παναγίου τάφου. Αυτό έγινε από κάποιο μυστικό σχέδιο του Θεού και ήταν σαφέστατο γνώρισμα μεγαλύτερης αρετής. Χωρίς να εμποδιστούν, ούτε ο Ανδρόνικος από τον Γέροντά του, ούτε η Αθανασία από την ηγουμένη, ξεκίνησαν από το ασκητήριο του ο καθένας απ’ αυτούς καθοδηγούμενος από το Άγιο Πνεύμα. Κατά κάποιο παράξενο τρόπο έγιναν συνοδοιπόροι, και ο ένας ρωτούσε τον άλλον για την μοναχική του ζωή. Και ο μεν Ανδρόνικος φανέρωσε τον εαυτό του, η δε ονόμαζε τον εαυτό της Αθανάσιο. Ήταν ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, θέλοντας να κρύψει την αδύνατη γυναικεία φύση, που μετέτρεψε με θαυμαστό τρόπο σε ανδρική και ενδυναμώθηκε με θειο ζήλο. Επειδή είχε το πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και τα σημάδια της αυστηρής νηστείας, δεν κατάλαβε καθόλου ο Ανδρόνικος, ποιος ήταν ο συνοδοιπόρος μοναχός και μόνον θαύμαζε την ευλάβεια και τη σύνεσή του. Η Αθανασία κατάλαβε τον Ανδρόνικο, γι’ αυτό του μιλούσε λίγο και συνεσταλμένα, επειδή φοβόταν, μήπως με τα πολλά λόγια έλθει στην επιφάνεια αυτό που λησμονήθηκε. Απ’ αυτό, ο Ανδρόνικος περισσότερο θαύμαζε τη σιωπή και τα λίγα λόγια του συνοδοιπόρου του.

Όταν έφθασαν στους Αγίους Τόπους και προσκύνησαν, όπως ποθούσαν, επιστρέφουν πάλιν στα μέρη της Σκήτης, και παρακινώντας ο ένας τον άλλον στην άρετε, αποφασίζουν να ζήσουν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους. Έρχεται λοιπόν ο θειος Ανδρόνικος στον Γέροντά του θειότατο Δανιήλ και ζητά τη συμβουλή του. Αυτός με το διορατικό βλέμμα γνωρίζοντας το μέλλον, συμφωνεί με τη γνώμη και προτρέπει τον Ανδρόνικο, επαινώντας την αρετή του Αθανασίου λέγοντας: «Γνωρίζω τον Αθανάσιο, που είναι σπουδαίος στην αρετή και η συναναστροφή μαζί του θα έχει καλά αποτελέσματα». Έτσι αφού πήρε ο Ανδρόνικος του οσίου καθηγητού τις γνώμες και τις ευχές, έρχεται προς τον δήθεν όσιο Αθανάσιο.

Έζησαν άλλα δώδεκα χρόνια μαζί, και ήταν ονομαστό και ξακουστό το όνομα του Ανδρόνικου και του Αθανασίου όχι μόνο στη Σκήτη, αλλά και στην Αλεξάνδρεια. Και σε όλη την περιοχή ήταν μεγάλη η δόξα τους, όχι απλά για την αρετή και τη φήμη, αλλά και για τα πολλά θαύματα, τα οποία έκανε αυτός που είπε ότι «αυτούς που με δοξάζουν θα τους δοξάσω». Ότι δε με έργα και με λόγια δόξασαν τον Θεό, ο Ανδρόνικος και η σύζυγός του, είναι σε όλους φανερό. Ήταν άνδρας σπουδαίος και θαυμαστός, πλούσιος και ξακουστός, είχε γνώση της κατεργασίας του αργύρου, επάγγελμα που είχε ο πατέρας του. Όταν με τη σύζυγό του άφησαν όλα τα ευχάριστα της ζωής και προτίμησαν την μοναχική ζωή για να δοξάσουν τον Θεό με όλη τους την ύπαρξη, εύλογα και ο Θεός τους αντιδόξασε «στη γη και στον ουρανό».

Έτσι, αφού ολοκλήρωσαν με δόξα και άξιο θαυμασμού το δρόμο της ενάρετης ζωής, έφτασε ο καιρός των στεφάνων και των αμοιβών με το θάνατό τους. Ήταν κοντά τους και ο θείος Γέροντας Δανιήλ, που συνήθιζε να τους επισκέπτεται κάθε χρόνο. Αφού τους είπε όσα έπρεπε, ετοιμάστηκε να επιστρέψει στο κελλί του. Ενώ βρισκόταν στο μέσο της διαδρομής, φθάνει τρέχοντας ο θείος Ανδρόνικος και του λέει: «Σε καλεί, πάτερ, ο αδελφός Αθανάσιος, για να προσευχηθείς γι’ αυτόν, γιατί φεύγει για τον Κύριο». Γύρισε γρήγορα πίσω ο θείος άνδρας και την βρήκε στις τελευταίες στιγμές της. Αφού της είπε τα κατάλληλα λόγια και της μετέδωσε τα Μυστήρια του Χριστού, είπε προς αυτόν μυστικά η μακαρία: «Θα βρεις επιστολή στο κρεβάτι μου και θα μάθεις απ’ αυτήν αυτά που προγνωρίζεις. Όταν θα κηδευθεί το σώμα μου, δώσε την επιστολή στον αδελφό Ανδρόνικο». Αυτά αφού είπε, παρέδωσε τη ψύχη της στα χέρια του Θεού και κοιμήθηκε με τρόπο οσιακό. Όταν της φορούσαν τα νεκρικά ενδύματα, τότε οι παρόντες είδαν με έκπληξη ότι ήταν γυναίκα. Συγκεντρώθηκε όλη η Σκήτη και πλήθος λαού από την Αλεξάνδρεια λόγω του παράδοξου ακούσματος και θεάματος. Πολλά θαύματα και θεραπείες ποικίλων ασθενειών πραγματοποίησε ο Θεός κατά την ταφή του ιερού λειψάνου και «όλοι δόξαζαν τον Θεό» διότι έδωσε σ’ αυτή την αδύνατη γυναικεία φύση τη νίκη. Όταν δε σύμφωνα με την απόφαση της μακαρίας δόθηκε η επιστολή στον αββά Ανδρόνικο, και τότε αποκαλύφθηκε σ’ αυτόν ότι δεν ήταν Αθανάσιος αλλά η Αθανασία, που παλαιότερα ήταν η σύζυγός του, ποιός μπορεί ακριβώς να περιγράψει την χαρμολύπη του και του λαού την έκπληξη; Δεν θέλω όλα να τα περιγράψω και να μακρύνω το λόγο.
Ο θειος Δανιήλ αφού παρέμεινε και έκανε το εννεαήμερο μνημόσυνο της όσιας, πήρε το δρόμο της επιστροφής στην σκήτη του. Όταν κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του δρόμου, πάλιν κάποιος τρέχοντας τον έφθασε και του είπε: «Μη συνεχίσεις, πάτερ, την πορεία σου, διότι σε φωνάζει το παιδί σου ο Ανδρόνικος, επειδή και αυτός αναχωρεί προς τον Κύριο». Αμέσως ο Γέροντας, όσο μπορούσε έτρεχε να γυρίσει πίσω, ειδοποιώντας τους μοναχούς της Σκήτης να έλθουν στην κηδεία του Ανδρόνικου. Πρόφθασε ο Γέροντας τον όσιο Ανδρόνικο ακόμα ζωντανό, του διάβασε ευχή και τον παρέδωσε στον Κύριο. Οι πατέρες της Σκήτης ήθελαν να μεταφέρουν εκεί το λείψανο, επειδή ήταν αδελφός τους, αλλά οι Ταβεννησιώτες ήθελαν να το θάψουν στο Οκτωκαιδέκατο επειδή ήταν συνασκητής του Αθανασίου, έγινε δε μεγάλη αναστάτωση γι’ αυτό. Ο θείος Δανιήλ αφού έκρινε δίκαιο να ταφεί μαζί με την αδελφή και συνασκήτριά του, σταμάτησε την ταραχή.

Έπρεπε και εμείς εδώ να σταματήσουμε τη συνέχεια του λόγου, εδώ που και οι όσιοι σταμάτησαν την εγκόσμια ζωή τους. Αλλά θα προσθέσω ακόμη λίγα για τον ναό και λίγα από τα πολλά θαύματά τους. Επειδή γίνονταν πολλά θαύματα από τα θεια λείψανα, κτίστηκε ναός αφιερωμένος στο όνομα του Ανδρόνικου και της Αθανασίας, στον οποίον υπήρχαν αγιογραφημένες εικόνες τους, από τις οποίες σαν ιδρώτας έσταζε μύρο, που ήταν θεραπευτικό ποικίλων ασθενειών. Θα αφηγηθώ δύο ή τρία θαύματα που βεβαιώνουν τη χάρη του Θεού στους αγίους.

Κάποιος άνθρωπος είχε ανίατη ασθένεια στη γλώσσα (καρκίνο την ονομάζουν οι γιατροί) που τον ταλαιπωρούσε με πολλούς πόνους. Επειδή από κανένα γιατρό δεν έβρισκε θεραπεία, προστρέχει στο πλούσιο ιατρείο, πήρε από το μύρο, που είπαμε, άλειψε τη γλώσσα και σε λίγες ημέρες θεραπεύθηκε και μιλούσε καλά.

Κάποιου άλλου άνδρα, η μικρή κόρη υπέφερε από απόστημα, όπως έλεγαν οι γιατροί, στα σπλάχνα, που ξεπερνούσε τα όρια της ιατρικής. Φέρνει ο πατέρας την κόρη του στο ναό των οσίων και αφού πήρε μύρο από την εικόνα τους, το ανέμειξε με νερό και της το έδωσε να το πιεί. Το υγρό που ήπιε έκοψε την αρρώστια σαν ξυράφι και μετά από ένα δυνατό εμετό η κόρη απαλλάχθηκε απ’ αυτήν.

Κάποιος άλλος ήταν μισοπεθαμένος, επειδή είχαν από φοβερή αρρώστια σαπίσει τα απόκρυφα μέλη του. Αφού θυμήθηκε τα θαύματα του Ανδρόνικου και της Αθανασίας, έστειλε και του έφεραν από το μύρο που έσταζε και άλειψε τα σαπισμένα μέλη του. Γρήγορα σταμάτησε ο πόνος, και τα σαπίσματα μετά από λίγες ημέρες αποκαταστάθηκαν. Ο άνδρας, που θεραπεύθηκε φρόντισε να παραδοθούν γραπτά από κάποιο μορφωμένο τα θαύματα των οσίων και η θαυμαστή ζωή τους.

Εγώ δε μετά από παρέλευση τόσων χρόνων, μακαρία δυάδα, ευτυχισμένο ζευγάρι ενωμένο από τον Θεό, ποιό αντάξιο εγκώμιο θα σας προσφέρω ή πώς θα σας προσφωνήσω; Η σπουδαιότατη και θαυμαστή ζωή σας επισκιάζει κάθε εγκώμιο. Αφού ενώσατε την πνευματική ανδρεία με την αθανασία των πράξεων, ανανεώσατε τους θείους αγρούς των ψυχών σας, σκορπίσατε τα έργα της αρετής, θερίσατε στάχυα γεμάτα ζωή, συγκεντρώσατε στις θείες αποθήκες τους καρπούς των πράξεών σας, τριάντα, εξήντα, εκατό θεοπρεπείς καρπούς, υπομείνατε τον καύσωνα όλης της ημέρας της κοπιαστικής ζωής σας, αντέξατε άγρυπνοι μέχρι τέλους τη νυκτερινή παγωνιά των παθών και των δαιμόνων, αποθηκεύσατε στον ουρανό το θησαυρό των πράξεών σας και τώρα απολαμβάνετε τον πλούτο της θείας αγαλλιάσεως, στην οποία δεν υπάρχει καμιά οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά το ανέσπερο φως, οι ευφρόσυνες φωνές, η συμμετοχή στην αθανασία και η απόλαυση του παραδείσου.

Τα ιερά σας λείψανα, όμοια με πηγή, αναβλύζουν μύρο. Επικυρώνει το λόγο μου η περιοχή της Αττάλειας, στην οποίαν μικρή μερίδα των λειψάνων του θείου Ανδρόνικου, τόσο πολύ μύρο αναβλύζει, που αν και μοιράζεται παντού, δεν ελαττώνεται και δίνει πλούσια τις θεραπείες στους αρρώστους. Κάποιος νεαρός άνδρας, από τα Μύρα της Λυκίας, που είχε φίδι μέσα στην κοιλιά του και υπέφερε πολύ, αφού πήρε το μύρο, αμέσως έκανε εμετό το φίδι. Αυτού του μύρου, που μου έφερε κάποιος από την Αττάλεια σε γυάλινο δοχείο, είδα και εγώ την θεία ενέργεια σε ανθρώπους και σε ζώα και δόξασα τον Θεό και αυτούς που δοξάσθηκαν απ’ αυτόν, διότι αυτούς που τον δοξάζουν τους δοξάζει με ασύγκριτη δόξα.

Εσείς δε, ω ιερό και πανόσιο ζευγάρι, Ανδρόνικε και Αθανασία, αφού δεχθείτε σαν μικρή ευλογία την προσφορά του λόγου μου, παρακαλέστε τον Χριστό, τον Θεό μας, να σπλαχνιστεί εμένα και όσους τιμούν την ετήσια μνήμη σας, τον οποίον δοξάσατε με όλη σας την ύπαρξη, επειδή έχετε παρρησία σ’ Αυτόν, που και εμείς δοξολογούμε μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο και ζωαρχικό του Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.

Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, 
Συγγράμματα τ. Γ΄, έκδ. Ι. Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγ. Νεοφύτου
Πάφος 1999, 
σ.253-261 

Μετάφραση κειμένου
από Α. Χριστοδούλου, Θεολόγο

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

Όσιος Αμβρόσιος ο εν Στύλο της Καλαβρίας.


 8 Οκτωβρίου.

Όσιος Αμβρόσιος ο εν Στύλο της Καλαβρίας.  
Οι όσιοι ασκητές Αμβρόσιος και Νικόλαος, ασκήτευαν σε μια σπηλιά της λαύρα του όρους Consolino της Καλαβρίας και υπήρξαν πνευματικοί καθοδηγητές του οσίου Ιωάννου του Θεριστού.
Πηγή: 
https://www.facebook.com/photo.php?fbid=2002700759826757&set=pb.100002605583903.-2207520000.1553860494.&type=3&theater

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2024

Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ Eνενήντα Oκτώ Θεοφόροι Πατέρες που ασκήτευσαν στην Κρήτη.



Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι συν αυτώ Eνενήντα Oκτώ Θεοφόροι Πατέρες που ασκήτευσαν στην Κρήτη. 
7 Οκτωβρίου.

Ακολουθία τους εκδόθηκε στο Ηράκλειο το 1879. Πάντα σύμφωνα με την ακολουθία τους, απεβίωσαν ειρηνικά συγχρόνως και οι 98 μαζί. Κατάγονταν από διάφορα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου και ασκήτευαν στην Κρήτη. Τον κυριότερο απ’ αυτούς έλεγαν Ιωάννη και γιορτάζεται τοπικά στην Κρήτη. Οι 99 αυτοί Άγιοι, κοιμήθηκαν όλοι μαζί την ίδια ημέρα. Ο Άγιος Ιωάννης τελείωσε την παρούσα ζωή με βίαιο τρόπο – φονεύθηκε από κυνηγό που τον πέρασε για θήραμα. Οι υπόλοιποι 98, κατά παλαιά τοπική παράδοση κοιμήθηκαν ειρηνικά, ο ένας μετά τον άλλο, άλλος ακουμπισμένος στην ράβδο του, άλλος γονατιστός, άλλος όρθιος καθώς προσεύχονταν κλπ από ώρας τρίτης της ημέρας έως ώρας εβδόμης. 
Στις αρχές λοιπόν του 1600 ξεκίνησαν από την Αίγυπτο 36 από αυτούς. Έφτασαν στην Κύπρο και εκεί αναζήτησαν τόπο ερημικό για να μπορέσουν να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στην λατρεία του Θεού. Πίστευαν ότι μόνο χωρίς πολυκοσμία και μέσα στην ερημιά θα μπορούσαν να ζήσουν όπως ήθελαν. Ότι μόνο έτσι μπορεί κανείς να επικοινωνεί με τον Ύψιστο, να προσεύχεται σ΄ Αυτόν και να Τον υμνεί. Όσο όμως κι αν επιδίωξαν την ερημιά οι συγκεκριμένοι εκείνοι Πατέρες στην Κύπρο, η φήμη τους εξαπλώθηκε παντού. Πολύ σύντομα ήταν δίπλα τους πλήθος κόσμου για να ακούσει την διδασκαλία τους και να θαυμάσει τον ήρεμο, άκακο και άγιο τρόπο της ζωής τους. Στην συντροφιά τους τότε προστέθηκαν κι άλλοι Πατέρες Κύπριοι 38 στον αριθμό. Η ερημιά που ζητούσαν δεν υπήρχε πλέον και έτσι οι 75 ως τώρα Πατέρες αποφάσισαν να μεταναστεύσουν πηγαίνοντας προς την Αττάλεια της Μικράς Ασίας. Όμως ούτε εκεί μπόρεσαν να βρουν την πολυπόθητη ησυχία. Οι άνθρωποι συνέρρεαν σαν μέλισσες, που ζητούσαν με επιμονή να ρουφήξουν το μέλι της διδασκαλίας τους, το άρωμα της αγιοσύνης τους. Ταυτόχρονα προστέθηκαν άλλοι 24 Πατέρες από εκεί, ντόπιοι και έτσι έφτασαν στον αριθμό 99. Οι Πατέρες δεν έπαιρναν άλλο μαζί τους διότι πίστευαν πως τα οικονόμησε έτσι ο Κύριος ώστε ο εκατοστός να είναι ο Ίδιος. 
Αφού η κατάσταση ολοένα και χειροτέρευε, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν πάλι και αυτή την φορά για την Κρήτη. Καθώς έπλεαν με την βάρκα τους και οι 99 στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο βλέπουν από μακριά την Κρήτη. Η τρικυμία δεν τους επέτρεψε να φτάσουν κοντά, καθώς κινδύνευσε το καράβι τους να χτυπήσει στα βράχια. Έτσι μετά από μια περιπλάνηση ημερών στις ακτές του νησιού έφτασαν τελικά στο νησί Γαύδο. Αξίζει να πούμε ότι οι Πατέρες είχαν σκοπό να αποβιβαστούν στο ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου, στην Σητεία που είναι ποιο κοντά στην Μικρά Ασία όπου ξεκίνησαν. Η φουρτούνα όμως τους ανάγκασε να τραβήξουν νότια και ύστερα δυτικά και έτσι περνώντας από Ιεράπετρα και Καλούς Λιμένες, αφού ηρέμησε ο καιρός κατάφεραν να αράξουν σε κάποιο μικρό κόλπο στην Γαύδο. 
Στην Γαύδο οι Πατέρες έμειναν 24 μέρες και αφότου ηρέμησε η θάλασσα μπήκαν στη βάρκα τους και γύρισαν στην Κρήτη. Έφτασαν απέναντι στα Σφακιά που είναι περίπου είκοσι μίλια απόσταση, μετά που κατέβηκαν διαπίστωσαν ότι έλειπε ένας και αυτός ήταν ο Ιωάννης ο Ερημίτης. Έτσι έχουμε το εξής θαύμα: Θέλοντας ο Θεός να δοξάσει τον Άγιο Ιωάννη και να φανερώσει στους ανθρώπους την αρετή του, τον σκέπασε με νέφος εκεί που κοιμόταν όταν έφευγαν οι Πατέρες και έτσι δεν τον είδαν. Δεν φτάνει όμως αυτό αλλά όταν το αντιλήφθηκαν δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω γιατί άρχισε και πάλι τρικυμία, έτσι συγκεντρώθηκαν στην παραλία των Σφακίων και περίμεναν. Το θαύμα αυτό ολοκληρώνεται όταν ο Ιωάννης μετά από αρκετή προσευχή ηρέμησε την θάλασσα και απλώνοντας το μανδύα του στο νερό άρχισε να πλέει σαν βάρκα, μετά ανέβηκε πάνω, έβαλε το ραβδί του για κατάρτι και το ράσο του για άρμενο. Με το θαυμαστό αυτό τρόπο έφτασε μετά από μερικές ώρες εκεί που τον περίμεναν οι υπόλοιποι 98 Πατέρες οι οποίοι έκθαμβοι από το θαύμα που είδαν τον αγκάλιασαν και όλοι μαζί έψαλαν ύμνους στο θεό. 
Αφού περιπλανήθηκαν στις ακτές και τα βουνά των Σφακίων οι Πατέρες αναζήτησαν κατάλυμα. Κατευθύνθηκαν δυτικότερα και μπήκαν στην επαρχία Σελίνου. Εκεί βρήκαν μια σπηλιά στο βουνό του μεγάλου χάρακα κοντά στο χωριό Αζωγυρέ και δίπλα σε ένα ποτάμι. Ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες βρήκαν επιτέλους την ησυχία που αναζητούσαν. Επειδή η σπηλιά δεν ήταν τόσο μεγάλη που να χωρέσει και τους 99 μοιράστηκαν. Οι 36 πέρασαν απέναντι από το ποτάμι σε μια άλλη σπηλιά. Μοναδικό φαγητό για αυτούς ήταν χαρούπια και οι καρποί του σκίνου και δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να προσεύχονται. Ενώ οι λοιποί Πατέρες ήταν ευχαριστημένοι με το κοινόβιο, ο Άγιος Ιωάννης ήταν θερμός υποστηρικτής του απόλυτου μοναχικού βίου. Θεωρούσε την παρουσία ακόμη και σεβάσμιων ανθρώπων εμπόδιο στην προσπάθεια ολόψυχης αφιερώσεως και επικοινωνία με τον Θεό. Στην τελευταία κοινή προσευχή τους, οι Πατέρες, πριν φύγει ο Ιωάννης παρακάλεσαν τον Θεό να τους εκπληρώσει μια επιθυμία που ήταν καθολική. Ζήτησαν να πεθάνουν όλοι μαζί την ίδια μέρα. 
Φεύγοντας ο Άγιος Ιωάννης από τον Αζωγυρέ και αφήνοντας πίσω του τους 98 πατέρες μετά από πολύ ταλαιπωρία, έφτασε στο ακρωτήρι Χανίων. (Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος πηγαίνοντας για τα Χανιά πέρασε και σταμάτησε για να ξεκουραστεί στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου, όπου κι εκεί υπάρχει σπήλαιο το οποίο έχει ένα εκκλησάκι και εορτάζει στην μνήμη του), σημερινό προσκύνημα. Φτάνοντας στο Ακρωτήρι ο Όσιος Ιωάννης βρήκε ένα σπήλαιο όπου και έζησε πολλά χρόνια. Μια μέρα που ο Άγιος βγήκε να βρει μερικά χόρτα κάποιος βοσκός τον πέρασε για θήραμα πίσω από τους θάμνους που ήταν και τον χτύπησε με το τόξο του. Ακολουθώντας τα αίματα ο βοσκός έφτασε στη σπηλιά όπου με δυσκολία είχε συρθεί ως εκεί ο Άγιος. Στεναχωρημένος ο βοσκός ζητούσε να τον συγχωρήσει και τότε με ήρεμη φωνή του απάντησε ο Άγιος Ιωάννης: «εγώ σε συγχωρώ μα το σπουδαιότερο είναι πως ο Θεός που αγαπά την σωτηρία των ανθρώπων θα δεχθεί την μετάνοια σου….» 
Τα πλήθη που συγκεντρώθηκαν στη σπηλιά είδαν τον Άγιο, άκουσαν ψαλμωδίες και ένοιωσαν την ευωδία του λιβανιού που απλωνόταν τριγύρω. Άνθρωποι πίστεψαν, όσοι ασθενείς πήγαν θεραπεύτηκαν. Χτίστηκε εκκλησία εκεί δίπλα την οποία αφιέρωσαν στον Άγιο και από τότε και στην Εκκλησία και στο σπήλαιο υπάρχει μαρτυρία θαυμαστών γεγονότων. Από τον 18o αιώνα στην περιοχή όπου κοιμήθηκε ο Όσιος Ιωάννης κτίστηκε Μοναστήρι, το οποίο λειτουργεί μέχρι και σήμερα. 
Σύμφωνα με την παράδοση και τα ιερά βιβλία με τους λοιπούς 98 Πατέρες έγινε αυτό που ζήτησαν από το Θεό. Την ίδια ώρα που πέθανε ο Άγιος Ιωάννης πέθαναν και οι 98 Πατέρες στο σπήλαιο. Μάλιστα ήταν τόσο αιφνίδιος ο θάνατος που άλλοι ήταν καθιστοί και ακουμπισμένοι στα ραβδιά τους, άλλοι κοιμώμενοι όπως ήταν και άλλοι σε στάση προσευχής. 
Όλα αυτά συνέβησαν την 6ην Οκτωβρίου του 1632. Η Εκκλησία μας τους τιμά στις 7 Οκτωβρίου με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, του Κρητός αφού την 6ην του αυτού μηνός εορτάζει την μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Θωμά.

Απολυτίκιον.
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Χορός πολυάριθμος, των Ασκητών του Χριστού, λαμπρώς συγκροτούμενος, τω της αγάπης δεσμώ, εν Κρήτη εξέλαμψεν ένθα και ομοφρόνως, ενασκήσαντες πίστει, πάντες μια ημέρα, μετετέθησαν άνω, πρεσβεύοντες Χριστώ τω Θεώ, δούναι πάσιν ημίν συγχώρησιν.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

''Θα πίνετε τον καφέ σας ένα πρωί...'' ~ Γερ. Θεόδωρος Νείλος, ο ασκητής του Αγιοφάραγγου




πηγή : εδώ  
Θα πίνετε τον καφέ σας ένα πρωί... και θα ακούσετε ότι οι Εβραίοι, (Ισραήλ) χτύπησαν το πυρηνικό πρόγραμμα της Περσίας, (Ιράν). Από εκείνη την στιγμή, όλα θα αλλάξουν...


~ Γέρων Θεόδωρος Νείλος, ο Αγιοφαραγγίτης
Εκοιμήθη 28/4/2016

 Mαρτυρία Μητρ. Μόρφου Νεόφυτου

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Όσιος Αμμούν «ὁ τῆς Νιτρίας».


 
Όσιος Αμμούν «ὁ τῆς Νιτρίας».  
4 Οκτωβρίου και 7 Δεκεμβρίου.

σκήσεως διῆλθε τὴν στενὴν τρίβον,
Ἀμμοῦν ὁ θεῖος, καὶ τρυφῆς εὗρε πλάτος. 
μμοῦν πατρὸς κατεῖδες Νητρία τρία,
Κόσμου φυγήν, ἄσκησιν, ἔξοδον βίου. 
Ο όσιος πατήρ ημών Αμμούν καταγόταν από την Αίγυπτο. Όταν πέθαναν οι γονείς του ανέλαβε την ανατροφή του ένας θείος του, ο οποίος τον υποχρέωσε να νυμφευθεί. Ο Αμμούν ήταν τότε είκοσι δύο χρόνων. Την ίδια εκείνη νύκτα του γάμου, όταν οι νεόνυμφοι αποσύρθηκαν στη νυφική παστάδα, ο Αμμούν άνοιξε την Αγία Γραφή και διάβασε το χωρίο της προς Κορινθίους επιστολής όπου ο Απόστολος μιλά για τα δεινά του γάμου, τις ταραχές και τις μέριμνες που προκαλεί στους εγγάμους, ενώ οι εν παρθενία αφιερωμένοι στον Κύριο μπορούν να αφοσιώνονται απερίσπαστοι στην προσευχή και στα πνευματικά έργα (Α’ Κορ., 7). Τηρώντας κατά γράμμα τους αποστολικούς λόγους: «οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι» … «καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι» οι νεόνυμφοι πήραν την απόφαση να ζήσουν εν παρθενία και να αποσυρθούν μαζί σε τόπο έρημο για να αφιερωθούν στη νηστεία και στην προσευχή. Πήγαν λοιπόν στην έρημο της Νιτρίας, που βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την Αλεξάνδρεια, και εγκαταστάθηκαν σε μια μικρή καλύβα. Σύντομα, όμως, αντελήφθησαν ότι δεν ήταν θεμιτό να θέτουν τους εαυτούς τους σε πειρασμούς συζώντας άνδρας και γυναίκα μαζί, γι’ αυτό και χώρισαν για να μπορέσει καθένας τους να ασκητεύσει μόνος. 
Ο Αμμούν άφησε λοιπόν την καλύβα και πήγε στην έρημο, όπου δεν υπήρχαν ακόμη μοναστήρια. Έκτισε δυο κελλιά θολωτά και επί είκοσι δύο χρόνια ο βίος του ήταν ισάξιος των αγγέλων. Λάδι και κρασί δεν γνώριζε, μόνο ξερό ψωμί έτρωγε, κι αυτό μόνον κάθε δύο ή τρεις μέρες. Η διαγωγή του ευαρέστησε τον Κύριο και σύντομα μεγάλος αριθμός αδελφών, που επιθυμούσαν να ασπασθούν και εκείνοι τον μοναχικό βίο, μαζεύτηκε γύρω του. Όταν έφθανε ένας νέος υποψήφιος, ο Αμμούν του παραχωρούσε αμέσως το κελλί του κι όλα του τα υπάρχοντα, και οι άλλοι αδελφοί έφερναν κρυφά είτε κάποιες προμήθειες είτε κάποιο χρήσιμο αντικείμενο στον νέο τους σύντροφο κι έτσι η αδελφική αγάπη ήταν ο πρώτος νόμος που κυβερνούσε τη συνεχώς αυξανόμενη αυτή κοινωνία. Μετά από μερικά χρόνια, υπό τις διαταγές του οσίου Αμμούν, η έρημος της Νιτρίας μεταμορφώθηκε σε πόλη αληθινή, σε βαθμό που ορισμένοι αδελφοί επιθυμούσαν να κτίσουν το κελλί τους πιο μακριά, ώστε να μπορούν να ζουν πιο απερίσπαστοι. Μία ήμερα, ήρθε να επισκεφθεί τον αββά Αμμούν ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας. Ο Αμμούν του ανέφερε το θέμα και τον ρώτησε ποιο θα ήταν το πλέον κατάλληλο μέρος. Αφού έφαγαν το λιτό τους γεύμα την ενάτη ώρα, άρχισαν να περπατούν στην έρημο μέχρι το ηλιοβασίλεμα κι έμπηξαν στο χώμα έναν σταυρό στο μέρος που έφθασαν, ώστε όσοι ήθελαν θα μπορούσαν να κτίσουν εκεί το κελλί τους με την ευλογία των δύο Γερόντων. «Με αυτό τον τρόπο», είπε ο αββάς Αντώνιος, «όταν οι αδελφοί έλθουν από τη Νιτρία για να συναντήσουν όσους ζουν εδώ, αμέσως μετά το γεύμα της ενάτης ώρας, θα φθάσουν εγκαίρως. Και όσοι ξεκινήσουν από εδώ για να φθάσουν στη Νιτρία, πράττοντας το αυτό, θα διατηρήσουν την ησυχία τους». Έτσι δημιουργήθηκε η έρημος των «Κελλίων» (δεκαεννέα χιλιόμετρα μακριά από τη Νιτρία), όπου μερικά χρόνια αργότερα ζούσαν περί τους εξακόσιους μοναχούς, ο καθένας στο κελλί του. 
Ο άγιος Αμμούν και ο άγιος Αντώνιος ήταν δεμένοι με βαθειά έν Θεώ αγάπη τέτοια πού όταν ο αββάς Αμμούν παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, ο Αντώνιος που βρισκόταν στο όρος του, το όποιο απείχε δεκατεσσάρων ημερών πεζοπορία, διέκοψε τη συνομιλία που είχε με κάποιους νέους μοναχούς, περιήλθε σε έκσταση και είδε την ψυχή του Αμμούν να ανέρχεται στον ουρανό ενώ άγγελοι έψαλλαν ύμνους χαράς. 
Μεταξύ των λόγων που ενέπνεε το Άγιο Πνεύμα στον αββά Αμμούν, ήταν και η φράση: «Βάσταζε πάντα άνθρωπον καθώς βαστάζει σε ο Θεός».


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Ισαάκ τον Σύρο Επίσκοπο Νινευί



Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Ισαάκ τον Σύρο Επίσκοπο Νινευί

Ποίημα Αθανασίου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου

†Εορτάζεται στις 28 Σεπτεμβρίου

Εῦλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 

ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὂτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. Δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὀνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

καὶ τὰ Τροπάρια·

Ἦχος δ’ . Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τῆς μετανοίας τὴν χριστόῤῥειθρον γλῶτταν, τῆς κατανύξεως καὶ πένθους ἐργάτην, διδάσκαλον θεόπνευστον χοροῦ τῶν μοναστῶν, ᾿Ισαὰκ τὸν πάνσοφον, ἱκετεύσωμεν πόθῳ, ὅπως ἅπερ γέγραφεν ἐν τῇ βίβλῳ εἰς πρᾶξιν, μεταποιήσωμεν προθύμως ἀδελφοί, καὶ αἰωνίαν, ζωὴν ἀπολαύσωμεν.

Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῥῤύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους, οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα ἐκ σοῦ, σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εἶτα ὁ Ν΄ ψαλμός.

Ελέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα έλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημα μου. Ἐπί πλεῖον πλύνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιον μου ἐστι διά παντός. Σοι μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιον Σου ἐποίησα, ὅπως ἀν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαι Σε. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις εκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσας μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, αγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπον Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα ευθές εγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή αντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὀδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σε ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσιν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν, ὁλοκαυτώματα οὑκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὑκ ἐξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, ἐν τῆ εὐδοκία Σου τήν Σίων καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον Σου μόσχους.

εἶτα ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Ἀββᾶ ᾿Ισαάκ, δὸς ἡμῖν εὐχὴν ἐν μετανοίᾳ.Ἀ(θανάσιος).

ᾨδὴ α΄. ῏Ηχος πλ.δ΄. ῾Υγρὰν διοδεύσας.
Ἀγγέλων πολίτευμα διελθών, διδάσκεις πανσόφως, τὸν ἀγῶνα κατὰ παθῶν, Ἀββᾶ ᾿Ισαὰκ τοῖς μελετῶσι, ἐν προσοχῇ θεοχάρακτον βίβλον σου.

Βαρύνει ἀμέλεια τὴν ψυχήν, Ἀββᾶ ἑκουσίως, καὶ σκοτίζει τὸν λογισμόν, ταῖς σαῖς ἱκεσίαις ἔγειρόν με, πρὸς ἐργασίαν σωτήριον δέομαι.

Βασίλισσα πέλει τῶν ἀρετῶν, ἡ θεία ἀγάπη, καὶ ὁ ἔρως πρὸς τὸν Θεόν, ὧν Πάτερ στερούμενος αἰτοῦμαι, ταῦτά μοι δοῦναι ἁγίαις πρεσβείαις σου.

Θεοτοκίον.
Ἀθάνατον ἔχων μου τὴν ψυχήν, οὐδόλως μοι μέλει, Θεοτόκε περὶ αὐτῆς, παρόντων φροντίζων οὐ μενόντων, ὅθεν βοῶ σοι ἀνάνηψιν δίδου μοι.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἰσαὰκ θεοφόρε καταγελῶν ἔλιπες, πάντα τὰ ἡδέα τοῦ κόσμου, κατὰ τὴν κλῆσίν σου, Θεὸν θηρώμενος, ῞Ον σχὼν ἐν μέσῃ καρδίᾳ, πάντοτε ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν δούλων σου.

Συνεχῶς ἁμαρτάνων, τὸν ᾿Ιησοῦν Ὂσιε, τὸν γλυκὺν λυπῶ ἀναισθήτως ἐπιδεικνύμενος, θέλημα ὅπερ μου, εὐχαῖς σου σύντριψον πάτερ, καὶ πραῢν ἀνάδειξον, τὸν ἀνυπότακτον.

Ἀδεῶς μου τὸν βίον, ἐκδαπανῶ Ὂσιε, καὶ ἐν πρακτικῇ ἀθεΐᾳ διαπορεύομαι, ὅθεν τὴν αἴσθησιν, τῆς πανταχοῦ παρουσίας, τοῦ Δεσπότου δώρησαι, τὴν ἐγερτήριον.

Θεοτοκίον.
Ἀγνοτάτη καθ᾿ ὅλα, τὴν τοῦ Θεοῦ εἵλκυσας, Χάριν Παναγία Παρθένε, ἐγὼ δὲ κάλλος μου, ψυχῆς ἠμαύρωσα, παντοδαπαῖς αἰσχρουργίαις, ὧν με ρῦσαι Δέσποινα, τῇ μεσιτείᾳ σου.

Διάσωσον, ἀπὸ παθῶν ψυχοφθόρων τοὺς σοὺς ἱκέτας, ὦ Ἀββᾶ ᾿Ισαὰκ ὡς ἰσάγγελος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς δεινῆς, τυραννίας δαιμόνων.

Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἲτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
῏Ηχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Ἀββᾶ Ἰσαάκ, διδάσκαλε θεώσεως, δακρύων κρουνούς, ἐν κατανύξει δώρησαι, ὅπως πλύνω ὅσιε, τῆς ψυχῆς μου τὸν βόρβορον, καὶ σὲ δοξάζω ἀεί, ὡς σωτηρίας πρόξενον.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Κύνας Πάτερ ἐκδίωξον, τοὺς φιλομακέλλους κατασπαράξαι μου, τὴν καρδίαν ἀναμένοντας, καὶ ἀλλοτριῶσαι τοῦ Δεσπότου μου.

Δεδεμένον ἀφύκτως με, τοῖς πλημμελημάτων δεσμοῖς μακάριε, ἐλευθέρωσον σοῦ δέομαι, ἵνα πετασθῶ πρὸς τὰ οὐράνια.

Ο καιρός μου παρέρχεται, ἄκαρπος Ἀββᾶ μου καὶ τί γενήσομαι; σπεῦσον τόνωσον ἰσχύας μου, καὶ τῆς παραλύσεως ἐξέγειρον.

Θεοτοκίον.
Σοὶ προσπίπτω Πανάμωμε, τῇ διασῳζούσῃ τοὺς ἁμαρτάνοντας, καὶ Κυρίῳ ἐπιστρέφοντας, διὰ τῆς ἁγίας μεσιτείας σου.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἢδη ὁ καιρός, τῆς ζωῆς Ἀββᾶ συντέτμηται, καὶ ὡς ἡ ἄκαρπος συκῆ τὴν ἐκκοπήν, πτοοῦμαι σπεῦσον, ἐν ἐσχάτῃ ὥρᾳ σῶσόν με.

Μέγας ὁ ποιῶν, ἀγρυπνίαν λέγεις ῞Οσιε, τοῖς ἀσωμάτοις ἁμιλλώμενος, διὸ ὑπνοῦντα, πρὸς ἐγρήγορσίν με ἔγειρον.

Ἲσχυσεν Ἀββᾶ, ἡ συνήθεια καὶ ἕλκει με, ὥσπερ δήμιος τὸ θῦμα πρὸς σφαγήν, ὅθεν βοῶ σοι· λογισμούς μου ἐξαλλοίωσον.

Θεοτοκίον.
Νοῦν μου ᾿Αγαθή, τὸν ἀκράτητον συμπέδησον, τῇ σωτηρίῳ μνήμῃ γλυκυτάτου ᾿Ιησοῦ, ὅπως ἐκφύγω, τῆς δουλείας τοῦ ἀλάστορος.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ.
Εὐλόγησον, τὴν μικράν μου Ὂσιε, λειτουργίαν ἣν προσάγω Κυρίῳ, καὶ τὸν πτωχόν, ὀβολὸν πλήθυνόν μου, εἰς ἑκατὸν ἀρετῆς τὰ νομίσματα, ἀκούει γὰρ τὴν σὴν εὐχήν, ὁ Δεσπότης πληρῶν τὰ αἰτήματα.

‘Υψώσας μου, λογισμὸν ἐκπέπτωκα, ὡσεὶ κέδρος ὑψηλὴ τοῦ Λιβάνου, σαῖς προσευχαῖς, Ἰσαὰκ θεοφόρε, ἐν ταπεινώσει τὸν βίον περάσαι με, ἀξίωσον καὶ ἐφεξῆς, τῷ Χριστῷ εὐαρέστως πορεύεσθαι.

Χαλίνωσον, ἀναιδές μου ὄρνεον, ὡς ἐκάλεσας νοὸς τὰς κινήσεις, σεπτὲ ᾿Αββᾶ, καὶ εὐχῇ τοῦτον θρέψον, ἵνα πτωμάτων μὴ θέλῃ τὴν σκύλευσιν, καὶ πότισόν με δαψιλῶς, τῇ πηγῇ τῶν δακρύων τρισόλβιε.

Θεοτοκίον.
Ἠνέῳξας, τοῖς ἀνθρώποις Δέσποινα, τῆς ζωῆς τῆς ἀληθοῦς θείαν θύραν, ἥν ὡς στενήν, ἀξιώσαις περάσαι, κἀμὲ τὸν ράθυμον σφόδρα πρεσβείαις σου, καθαίρουσα τὸ ὀπτικόν, τῆς ταλαίνης ψυχῆς μου ἐν δάκρυσι.

Διάσωσον, ἀπὸ παθῶν ψυχοφθόρων τοὺς σοὺς ἱκέτας, ὦ Ἀββᾶ Ἰσαὰκ ὡς ἰσάγγελος, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς δεινῆς, τυραννίας δαιμόνων.

Ἂχραντε ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παρρησίαν.

Αἲτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
῏Ηχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Τῇ σῇ βίβλῳ ἐδίδαξας ἄπειρα, μοναστῶν καὶ μιγάδων συστήματα, ὅθεν Πάτερ, εὐγνωμοσύνης δέχου τὰς φωνάς, Ἀββᾶ Ἰσαὰκ καὶ πρὸς παθῶν, τὴν ἐκκοπὴν δίδου ἡμῖν, πατρικὴν εὐλογίαν σου, ὅπως κεκαθαρμένοι, ζήσωμεν ἐν Κυρίῳ, καὶ συναφθῶμεν μυστικῶς, εἰς αἰῶνα ἀτελεύτητον.

Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ῾Οσίου αὐτοῦ.
Στίχ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις Αὑτοῦ.

Ευαγγέλιον, 

Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον.

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ῎ᾼρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. ῾Ο γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὀσίου πρεσβείαις ᾿Ελεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ Νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. ᾿Ελεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός…
῏Ηχος πλ.β΄. ῞Ολην ἀποθέμενοι.
᾿Ισαὰκ μακάριε, τῶν ἀσκητῶν μέγα κλέος, ἱσταμένων στήριγμα, πεπτωκότων ἔγερσις, καὶ διδάσκαλε, τῶν ποθούντων κάθαρσιν, καὶ μετὰ Κυρίου, τὴν σωτήριον συνένωσιν, σὲ ἱκετεύομεν, δὸς ἡμῖν εὐχῶν σου βοήθειαν, καὶ σκεύη τιμιώτατα, ἀπὸ ἀναξίων ἐξάγαγε· ὅπως εὐγνωμόνως, τιμῶμέν σου τὴν μνήμην τὴν σεπτήν, καὶ τὸν Δεσπότην δοξάζωμεν, σὲ ὑπερδοξάσαντα.

Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου…

ᾨδὴ ζ΄. Παῖδες ἑβραίων.
Νῆψιν ᾿Αββᾶ χαρίσαις πᾶσι, τοῖς τὴν βίβλον σου, ἐκ πόθου μελετῶσι, καὶ ποθοῦσι τὸν σὸν, μιμεῖσθαι θεῖον βίον, ὅπως εὐχὴν κτησώμεθα, ἐν γνησίᾳ μετανοίᾳ.

Εὗρες τὸν θεῖον Μαργαρίτην, δι᾿ ὅν πέπρακες, τὸν ἅπαντά σου βίον, καὶ πλουτήσας ᾿Αββᾶ, τῇ ἀρετῶν ἀσκήσει, ταύτας ἡμῖν ὡς φρόνιμος, οἰκονόμος μεταδοίης.

Νέκρωσον φρόνημα τοῦ κόσμου, ὦ θνησίζωε, ἐκ τῆς ἡμῶν καρδίας, καὶ τὴν μνήμην ἀεί, θανάτου ἐγκαινίσαις, ὅπως Χριστῷ συζήσωμεν, Ἰσαὰκ εἰς τοὺς αἰῶνας.

Θεοτοκίον.
Μόνη ὑπάρχεις σωτηρία, Παναμώμητε ἐλπὶς ἀπηλπισμένων, διὸ πρόσχες κἀμοῦ, φωνῆς ἀπηλπισμένου, καὶ δωρεὰν παράσχου μοι, Παραδείσου θεῖον κλῆρον.

ᾨδὴ η΄. Τὸν ἐν ὄρει.
Ἐλεήμων ὡς ἔχων τὴν καρδίαν, πάντας ἤθελες, σωθῆναι ἐν Κυρίῳ, διὸ καῦσιν τὴν σήν, μετάδος μοι ὦ Πάτερ, τῷ ἐψυγμένῳ πάθεσι, καὶ παντοίαις ἁμαρτίαις.

Τρέμω Πάτερ τὴν τελευταίαν ὥραν, τῆς ἐτάσεως, ὡς φύλλον ἐξ ἀνέμου, ἔνδυσόν με γυμνόν, ἐσθῆτι τῇ τοῦ γάμου, μήπως τοῦ Δείπνου μέτοχος, κἀγὼ γένωμαι εὐχαῖς σου.

Ἀγγελός τις ὡς σεσωματωμένος, καὶ ἀσκήσεως, ὢν λύχνος φωτοφόρος, δίδαξόν με πῶς δεῖ, Θεῷ εὐαρεστῆσαι, καὶ μὴ ἀκάρπως δόλιχον, μοναζόντων διατρέξω.

Θεοτοκίον
Νίκην δίδου ἀεὶ κατὰ ἐχθρῶν μου, Παναμώμητε, σαῖς θείαις ἱκεσίαις, ἵνα μὴ δι᾿ ἐμέ, βλασφημηθῇ Υἱός σου, Χριστὸς ῞Ον περ δοξάζομεν, οἱ πιστοὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ΄. ᾿Εξέστη ἐπὶ τούτῳ.
Οὐράνιον ὡς μάννα σαὶ διδαχαί, καὶ ποτὸν ὡς ἐκ πέτρας γνωρίζονται τοῖς μονασταῖς, ὧν καταγλυκαίνουσι δαψιλῶς, καρδίας καὶ συντείνουσιν, εἰς τὸν ἐν Χριστῷ ἀνακαινισμόν, οὗ ᾿Ισαὰκ θεόφρον, ἡμᾶς καταξιώσαις, τοὺς ἐντρυφῶντας τοῖς πυξίοις σου.

Ἰᾶσαι πρακτικώτατε ἰατρέ, ψυχοφθόρων παθῶν ἀναγνώστας σου καὶ τὰς πληγάς, ἐν ἐλαίῳ πίονι θαυμαστῶς, καθαίρεις ἐξ ὧν ἔμαθες, ὢν ἐν τῇ ἐρήμῳ Ἀββᾶ σοφέ, διὸ ἀντίμισθόν σοι, τὸν ὕμνον τοῦτον δέχου, ὃν εὐγνωμόνως ἀναμέλπομεν.

Ἀέρα ἧττον ἔπνεις τοῦ ᾿Ιησοῦ, ᾿Ισαὰκ ὅθεν τούτῳ συγγέγονας, ἐξ Οὗ τὸ πᾶν, ρῆμα ἀπεξήντλησας καὶ γραφαῖς, ἡμῖν κλῆρον παρέδωκας, ὑπὲρ πλοῦτον πρόσκαιρον καὶ φθαρτόν, δι᾿ οὗ υἱοὺς γενέσθαι, τῆς θείας Βασιλείας, τοὺς σὲ γεραίροντας ἀξίωσον.

Θεοτοκίον
Ἀκένωτος ὑπάρχουσα ποταμός, τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος Δέσποινα, δίδου ἡμῖν, τοῖς ἀνευφημοῦσί σε ἐκ ψυχῆς, τὸ ὕδωρ τὸ σωτήριον, καὶ τῆς Βασιλείας ἀναψυχήν, πρεσβεύουσα Κυρίῳ, σὺν ᾿Ισαὰκ τῷ μύστῃ, καὶ λατρευτῇ σου Θεονύμφευτε.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξωτέραν, ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως, Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα μεγαλυνάρια,
Σύρος ὢν τὸ γένος τὸ σαρκικόν, ἄγγελος Κυρίου, ἀνεδείχθης ὦ ᾿Ισαάκ, σάλπιγγι ἀγάπης, μετάνοιαν κηρύττων, καὶ σωτηρίας τρίβον, εὐθύνων λόγοις σου.

Ἀρχιερωσύνης τὸν στολισμόν, πόθῳ ἡσυχίας, καταλέλοιπας ᾿Ισαάκ, καὶ ἐπενεδύθης, τοῦ Πνεύματος τὴν Χάριν, δι᾿ ἧς τοὺς πεπτωκότας, ἐγείρεις πάνσοφε.

Μοναστῶν παιδεύεις Ἀββᾶ χορούς, δίαυλον βαδίζειν, ἐν ἀσκήσει καθαρτικῇ, καὶ Χριστὸν διώκειν, πάσῃ ψυχῆς δυνάμει, τὸν πλοῦτον Βασιλείας, διδόντα ἄφθονον.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).

Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ.α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ πυρὶ τῆς ἀγάπης ὁλοκαυτούμενος, ἀντὶ σώματος πνεῦμά σου ὥσπερ σφάγιον, ἀνενενέγκας τῷ Θεῷ φιλοσοφώτατε, τὰ βαθέα παρ’ Αὐτοῦ, ἐμυήθης Ἰσαάκ,
καὶ ὥσπερ στόμα τι θεῖον, ἐκληροδότησας Πάτερ, ἡμῖν τὴν βίβλον σου.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς·

῏Ηχος β΄. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου σε.
Νέας Διαθήκης ᾿Ισαάκ, τὸν ἐγκαινισμὸν τῆς καρδίας σοφῶς διδάσκοντα, δεῦτε εὐφημήσωμεν, καθικετεύοντες· τῶν ρευμάτων τοῦ Πνεύματος, ἀξίωσον Πάτερ, πάντας τοὺς τὴν βίβλον σου, ἀναγινώσκοντας, ὅπως ἐν καρποῖς μετανοίας, ἴδωμεν προσώπου Κυρίου, κάλλος τὸ ἀμήχανον πρεσβείαις σου.

Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς.
Ἀμήν.

Στίχοι·
Σφάττειν πονηροὺς υἱοὺς τῇ κατανύξει,
Ἀββᾶ ᾿Ισαάκ, ἀξίωσον σοὺς δούλους.


Δημοφιλείς αναρτήσεις