Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ

Δεν ήταν ιερέας ο Συμεών, αλλά «ένας άνθρωπος που έμενε στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος ήταν πιστός και ευλαβής και περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ, καθοδηγώντας τον το Άγιο Πνεύμα. Του είχε λοιπόν φανερώσει το Άγιο Πνεύμα ότι δεν πρόκειται να πεθάνει πριν να δει τον Μεσσία» (Λουκ. 2, 25–26).

*Λένε γι’ αυτόν τον Δίκαιο Συμεών διάφοροι Πατέρες διάφορα εκφράζοντας ποικίλες απόψεις και εκδοχές. Ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος στο δεύτερο τροπάριο του ασματικού κανόνος που συνέθεσε προς τον Δίκαιο Συμεών, τον θέλει να είναι ιερέας: «Ἐν νόμῳ γενόμενος ἱερουργός, ἱερώτατε». Το ίδιο λέει και ο ιερομάρτυς Μεθόδιος: «Ἀπόλαβε, πρεσβύτα τίμιε καὶ ἱερέων ἄριστε». Όμως ο κριτικός Φώτιος και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, λένε ότι δεν ήταν ιερέας, αλλά ανώτερος από τον ιερέα. Άλλοι, πάλι, λένε ότι ο άγιος Συμεών, ήταν ένας από τους Εβδομήκοντα μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου. Επίσης, κατά την εκπόνηση της μετάφρασης του εβραϊκού κειμένου, όταν έφθασε στο σημείο να ερμηνεύσει το προφητικό χωρίο «Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο» (Ησ. 7, 14), ο ίδιος απίστησε μέσα του φοβερά σε αυτό και, αφού του δόθηκε αφυπνιστικά ένα αόρατο παιδαγωγικό ράπισμα από Θεού, πήρε από τότε τον φοβερό χρηματισμό από το Άγιο Πνεύμα ότι μέλλει να ζήσει και να μη λάβει πείρα θανάτου μέχρι να πάρει στην αγκαλιά του τον Ίδιο τον προφητευθέντα Παρθενικό Τόκο (δηλ., τον Θεάνθρωπο Χριστό), καθώς υποστηρίζει και ο Γεώργιος ο Κεδρηνός. Ο Ευθύμιος ο Ζυγαδηνός και ο Αθηνών Μελέτιος, διατείνονται ότι ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχθηκε τον Χριστό ήταν πάνω από 270 χρονών. Άλλοι πάλι (όπως οι: Wettstein, Zahn και Plummer) γενεαλογούν και ταυτίζουν τον άγιο Συμεών με τον Rabban Συμεών λέγοντας ότι ήταν γιος του Πατριάρχου των Εβραίων Χιλλέλ και πατέρας του περίφημου «νομοδιδασκάλου» και του «έντιμου και σεβαστού σε όλο το λαό» Γαμαλιήλ, που αναφέρεται στις «Πράξεις των Αποστόλων» (Πράξ. 5, 34), του και σεβαστού διδασκάλου του Αποστόλου Παύλου (Πράξ. 22, 3). Επειδή όμως αυτός ο Rabban ζούσε ακόμη κατά το 13 μ.Χ., ενώ ο Συμεών του Λουκ. 2 φαίνεται ότι πέθανε σχεδόν αμέσως ή λίγο αργότερα μετά την Υπαπαντή, η παραπάνω ταύτιση είναι αρκετά αστήρικτη. Σύμφωνα με το απόκρυφο του ψευδο-Ματθαίου (15, 2) ο Συμεών ήταν ήδη 112 ετών κατά την Υπαπαντή. Κατά τον Λαυρεντιανό κώδικα αυτού του απόκρυφου, ο υπέργηρος Συμεών δεν μπορούσε να στέκεται όρθιος και μόλις υπάντησε το θείο Βρέφος, έτρεξε μέχρι το θυσιαστήριο του Ναού του Κυρίου, διότι senex puerum portabat, puer senem regebat (=«ο ηλικιωμένος έφερε το Παιδί και το Παιδί κυβερνούσε και οδηγούσε τον ηλικιωμένο [Συμεών]»). Άλλοι ισχυρίζονται ότι ήταν πρόεδρος του συνεδρίου των Εβραίων. Και όσοι θέλουν να ακολουθούν ασφαλέστερα την ευαγγελική ιστόρηση, εγκωμιάζουν τον Θεοδόχο Συμεών απλώς σαν έναν πραγματικά πνευματοκίνητο και πνευματέμφορο άνδρα. Στο μαρτυρολόγιο της Δύσης ο Συμεών μνημονεύεται την 8η Οκτωβρίου, ενώ στο βυζαντινό εορτολόγιο την 3η Φεβρουαρίου. Τα λείψανά του φέρονται ανακομισθέντα τον ΣΤ΄ αι. στη Βασιλεύουσα και το 1243 στη Zara της Ιταλίας, όπου είναι τοποθετημένα σε πολύτιμη αργυρή λειψανοθήκη. Ας έχουμε υπόψη, ότι «Συμεών» στα εβραϊκά σημαίνει «υπακοή», «αυτός που ακούει» -κατά τον Νικήτα- σύμφωνα με το χωρίο της Γενέσεως και τα λόγια της Λείας, όταν αυτή γέννησε τον Συμεών: «“Ασφαλώς με άκουσε ο Κύριος, γιατί είμαι παραγκωνισμένη και μου έδωσε τούτον τον γιο”· και ονόμασε τον γιο της Συμεών» (Γέν. 29, 33)*.

Επομένως, ο Δίκαιος Συμεών, ήταν άνθρωπος θεοφιλής που περίμενε και προσδοκούσε πότε να έρθει ο Χριστός να παρηγορήσει τους Εβραίους και να τους ελευθερώσει από την σκλαβιά των αμαρτιών τους· ενδεχομένως, και από τη δουλεία των Ρωμαίων και του Ηρώδη. Εκείνος πάντως που θα πιστεύσει στον Χριστό, είναι πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Άνθρωπος που τιμάται από βασιλιάδες και από όλους τους ανθρώπους. Δες τους Αποστόλους· αυτοί, δεν ήταν δούλοι των Ρωμαίων; Αλλά τώρα σεβαστικά τους προσκυνούν και τους τιμούν οι βασιλιάδες. Να, λοιπόν, που τώρα σ’ αυτό τον λαό του Ισραήλ, του δόθηκε η αναμενόμενη παράκληση· δηλαδή η παρηγοριά που είναι ο Χριστός. Κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, ο Άγιος Συμεών, ανέβηκε στο Ιερό όταν προσέφερε η Παρθένος τον Κύριο και, για να Τον δεχθεί στην αγκαλιά του, Τον ομολογούσε πρώτα ότι είναι Θεός.

Με το να πει: «Νῦν ἀπολύεις με, Δέσποτα», από αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι ομολογεί ότι, Αυτός που προσάγεται τώρα στον Ναό σαν σαρανταήμερο βρέφος, είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Για πρόσεξε πως οι άγιοι δεσμό και φυλακή λογίζονται το σώμα. Γι’ αυτό και λέει τώρα ο Άγιος Συμεών: «νῦν, ἀπολύεις»· και είναι σαν να λέει: «άσε με να φύγω τώρα, σαν από κάποιο δεσμό και φυλακή». 
Είπε, επίσης, «κατὰ τὸ ῥῆμα Σου»· για εκείνον τον παλαιό χρησμό που ο ίδιος έλαβε από το Πνεύμα το Άγιο να μην πεθάνει μέχρι να δει και ν’ αντικρύσει τον Σωτήρα Χριστό. Και το «ἐν εἰρήνῃ», το είπε αντί να πει «ἐν ἀναπαύσει». Επίσης, το «ἐν εἰρήνῃ», δηλώνει παράλληλα και «ἐν τῇ ἀπολήψει». Δηλαδή, «ότι πήρα», «ότι έλαβα» πια εγώ την ελπίδα μου και τώρα πλέον έχω μέσα μου ειρήνη. Γιατί, πριν να θωρήσω και ν’ αντικρίσω τον Κύριο, δεν ειρήνευα από τους ένδοθεν λογισμούς, προσμένοντάς Τον διακαώς και πάντοτε σκεφτόμενος το πότε επιτέλους θα έρθει. Αλλά, τώρα που Τον είδα, ειρήνευσα και ξένοιασα μέσα μου. Κι έτσι, τώρα, φεύγω· «ἀπολύομαι». 
Το «Σωτήριον», το είπε για την Σάρκωση του Μονογενούς Υιού του Θεού, την οποία θέλησε και την ενέταξε στο σχέδιο της θείας Οικονομίας ο προαιώνιος Θεός. 
«Κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν», ετοίμασε ο Χριστός αυτήν την σωτηρία για να σώσει τον κόσμο και για να φανερωθεί σε όλους η Σάρκωσή Του. Έτσι, αυτό «τὸ σωτήριον», είναι πραγματικά «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν». Έλαβε χώρα για τον φωτισμό των εθνών που βρίσκονταν για αιώνες μέσα στο πνευματικό σκοτάδι. 
«Δόξαν λαοῦ Σου, Ἰσραήλ»· «δόξα», είναι ο Χριστός για τον αληθινά λαό του Ισραήλ, μια που ανθρωπίνως προέρχεται και γεννήθηκε από αυτούς. Είναι δόξα για εκείνους που είναι «αληθινοί Ισραηλίτες» (πρβλ. Ιωάν. α΄ 48), που είναι καλόγνωμοι και καυχώνται γι’ Αυτόν. 
Αυτά τα ιερά λόγια είναι που είπε ο Δίκαιος Συμεών.

Εμένα, πάλι, μου φαίνεται ότι στον Δίκαιο και Θεοδόχο Συμεών ταιριάζουν και εκείνα τα θεόπνευστα λόγια του Προφητάνακτος και Ψαλμωδού Δαβίδ που λέει σ’ ένα του Ψαλμό (90, 16): «Μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (=Θα γεμίσω ολάκερη την ζωή του με μακροημέρευση και θα δείξω αποκαλυπτικά σε αυτόν την δική μου σωτηρία καθώς και το Θείο Πρόσωπο αυτής της ενσαρκωμένης σωτηρίας που θα αποστείλω στον κόσμο)».

 

(1) Αγίου Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας
«Ερμηνεία
εις τα Τέσσαρα Ιερά Ευαγγέλια»
(Επιμέλεια Ιερομονάχου
Γαλακτίωνος Π. Γκαμίλη),
Τόμος Α΄, μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §4
«Περί Συμεώνος»,
σελ. 245–246,
Αθήναι, 1973.
*(2) Σχόλιο στην πρώτη φράση
«Δεν ήταν ιερέας ο Συμεών…»·
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
«Εορτοδρόμιον»,
«Ερμηνεία στον Κανόνα της Υπαπαντής»,
Τόμ. Α΄, υποσημ. 137 και 139,
σελ. 345 και 347,
έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσ/νίκη 19873.
(3) Θησαυρός Δαμασκηνού
(του Υποδιακόνου και Στουδίτου,
του Θεσσαλονικέως),
Λόγος Δ΄, σελ. 66–72,
εκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου,
Θεσσαλονίκη 1997.
(4) «Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια»·
Τόμ. 11ος, σ. 531–533
(του Δημ. Β. Οικονομίδη),
Αθήναι, 1967.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 


 ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 

ΕΔΩ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων
που είναι σε μορφή djvu είναι το sumatrapdfreader

Άγιος Νικόλαος Κασάτκιν Αρχιεπίσκοπος Ιαπωνίας, ο Ισαπόστολος.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Άγιος Νικόλαος Κασάτκιν Αρχιεπίσκοπος Ιαπωνίας, ο Ισαπόστολος.
Ημέρα Μνήμης: 3 Φεβρουαρίου.

Ο Άγιος Νικόλαος, κατά κόσμο Ιωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1836 μ.Χ. στο χωριό Μπεργιοζόβσκυ του Μπελσκ, κοντά στην περιοχή του Σμολένσκ. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Ξένη και ήσαν ευσεβείς και φιλόθεοι. Έτσι ο Άγιος αγάπησε τον εκκλησιαστικό βίο από την παιδική του ηλικία και έκανε τα πρώτα του βήματά του μέσα στην Εκκλησία με την βοήθεια του πατέρα του, ο οποίος ήταν ιερεύς. Όταν ο Ιωάννης μεγάλωσε, πήγε στο τοπικό δημοτικό σχολείο και μετά στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Μελίνσκι. Αφού αποφοίτησε μεταξύ των πρώτων, συνέχισε τις σπουδές του στη θεολογική ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως, από την οποία τελείωσε το έτος 1861 μ.Χ.

Στην Ιαπωνία, λίγο μετά την άφιξη των Πορτογάλων Ιησουιτών στο νότιο άκρο τον 17ο αιώνα μ.Χ., οι Ολλανδοί έμποροι είχαν πείσει την κυβέρνηση πως πρέπει η χώρα να προφυλαχθεί από την ολέθρια επιρροή των ξένων. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν τα λιμάνια για όλους εκτός από τους εμπόρους αυτούς. Για διακόσια χρόνια κράτησε η πολιτική του απομονωτισμού, που άρχισε σιγά - σιγά να υποχωρεί. Έτσι δόθηκε στον Άγιο Νικόλαο η ευκαιρία να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην Άπω Ανατολή.

Στο Χακοντάτε, λιμάνι της βόρειας Ιαπωνίας, εγκαταστάθηκε Ρωσική Πρεσβεία και το προσωπικό της χρειαζόταν εφημέριο. Ο Ιωάννης, που πριν τελειώσει την ακαδημία είχε καρεί μοναχός, είχε μετονομασθεί σε Νικόλαο και είχε χειροτονηθεί Πρεσβύτερος το 1860 μ.Χ. από τον Μητροπολίτη Νόβγκοροντ και Αγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ήταν εκείνος που με χαρά δέχθηκε να εργαστεί ιεραποστολικά στην Ιαπωνία. Και έτσι το 1861 μ.Χ., σε ηλικία 26 ετών, ο νεαρός ιερομόναχος ξεκίνησε χωρίς συνοδεία και ταξίδεψε στην Σιβηρία. Έτσι έφθασε στο Χακοντάτε ως εφημέριος του διπλωματικού σώματος. Από εκεί έστειλε γράμμα στον Μητροπολίτη της Αγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τον πολιτισμό, την ευγένεια και τον λεπτό χαρακτήρα των Ιαπώνων. Τους θαύμαζε γι' αυτά και όμως συγχρόνως τους λυπόταν, επειδή τους έλειπε το κυριότερο: η Ορθόδοξη πίστη.

Στο Χακοντάτε δεν τον είχαν υποδεχθεί θερμά ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Ιάπωνες. Ειδικά οι τελευταίοι, εξ' αιτίας του χρόνιου απομονωτισμού τους, δεν είχαν την διάθεση να ακούσουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Αυτό αποθάρρυνε κάπως το Νικόλαο. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1861 μ.Χ., όμως, δέχθηκε της επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Ιννοκεντίου, ιεραποστόλου της Αμερικής. Εκείνος τον επετίμησε για τον φθίνοντα ενθουσιασμό του και τον συμβούλεψε να μάθει την ιαπωνική γλώσσα. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος Νικόλαος έμαθε την γλώσσα και άρχισε να κηρύττει. Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθώς μελετούσε στο κελί του, βλέπει ένα σαμουράι να ορμά στο δωμάτιό του με το σπαθί στο χέρι. Θα τον έσφαζε, του είπε, εάν δεν σταματούσε να «διαφθείρει» με τα κηρύγματά του τους ντόπιους. Ταπεινά ο Άγιος Νικόλαος δέχθηκε να πεθάνει, αν όμως πρώτα ο επίδοξος δολοφόνος του θα μάθαινε τι μελετούσε την ώρα εκείνη. Ο σαμουράι άφησε το σπαθί του, για να ακούσει τι είχε να του πει ο Άγιος. Και έτσι αυτός άρχισε να του εξηγεί την δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό, το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και πως ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα ήταν, ο παραλίγο δήμιός του να κατηχηθεί και να βαπτισθεί. Λίγα χρόνια αργότερα ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε έγινε ο πατήρ Παύλος, ο πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας ιερέας. Ακολούθησαν χρόνια ιεραποστολικής δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικών βιβλίων και της Αγίας Γραφής και έντονης κατηχητικής διακονίας.

Το έτος 1880 μ.Χ., μετά από πολλά χρόνια ιεραποστολικής δράσεως, εξελέγη και χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Ιαπωνικής Εκκλησίας της Ρωσικής Διασποράς. Το ιεραποστολικό του έργο ήταν πολύ μεγάλο. Κατήχησε και βάπτισε χιλιάδες ανθρώπους. Φρόντισε για την ανέγερση ναών, την πνευματική καλλιέργεια και την λειτουργική αγωγή του εφημεριακού κλήρου. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Ορθόδοξος ιεραπόστολος οφείλει να έχει ανοιχτές τις πόρτες του σπιτιού του, γι' αυτούς που επιθυμούν μια προσωπική επικοινωνία και να μεταβαίνει πρόθυμα όπου υπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως του Ευαγγελίου».

Ο Άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1912 μ.Χ.

 


O ιερέας π. Παύλος Σαβάμπε Τακούμα - Ο σαμουράι που έγινε ορθόδοξος ιερέας.

 

Ο π. Παύλος Σαβάμπε Τακούμα ήταν ο πρώτος ορθόδοξος ιερέας της Ιαπωνίας και ένας από τους τρεις πρώτους ορθοδόξους χριστιανούς. Ήταν γιος ενός σαμουράι και γαμπρός ενός σιντοϊστή ιερέα.Ήταν φανατικός εθνικιστής και μισούσε κάθε ξένη επιρροή στην χώρα του.

«Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθώς μελετούσε στο κελί του, βλέπει ένα σαμουράι να ορμά στο δωμάτιό του με το σπαθί στο χέρι. Θα τον έσφαζε, του είπε, εάν δεν σταματούσε να «διαφθείρει» με τα κηρύγματά του τους ντόπιους.

Ταπεινά ο Άγιος Νικόλαος δέχθηκε να πεθάνει, αν όμως πρώτα ο επίδοξος δολοφόνος του θα μάθαινε τι μελετούσε την ώρα εκείνη.

Ο σαμουράι άφησε το σπαθί του, για να ακούσει τι είχε να του πει ο Άγιος. Και έτσι αυτός άρχισε να του εξηγεί την δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό, το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και πως ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο. Το αποτέλεσμα ήταν, ο παραλίγο δήμιός του να κατηχηθεί και να βαπτισθεί. Λίγα χρόνια αργότερα ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε έγινε ο πατήρ Παύλος, ο πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας ιερέας»

* * *

Ο Άγιος Νικόλαος Κασάτκιν διακονούσε τον Ιησού ως Ορθόδοξος Ιερέας στην Ιαπωνία κατά την ηγεμονία του Τοκουγάουα στην Έντο εποχή (1603-1868). Τότε έβλεπαν του ξένους με δυσπιστία και πολλοί ακόμα τους μισούσαν, ενώ ήταν παράνομο να προωθήσει κάποιος μια ξένη θρησκεία. Τα πρώτα χρόνια της διακονίας του ο Άγιος Νικόλαος βρέθηκε σε έντονη αντιπαράθεση με ένα πολεμιστή Σαμουράι που ήταν Σίντο ιερέας, τον Τακούμα Σαγάβε.

Ο σαμουράι είχε οπλιστεί με το σπαθί του και ήρθε σε αντιπαράθεση με τον ιερέα, σκοπεύοντας να τον σκοτώσει πριν ακόμα αρχίσει να κηρύττει. Με μια άγρια διάθεση ο σαμουράι στάθηκε μπροστά στον π. Νικόλαο. Τι δουλειά είχε αυτός ο άνθρωπος να καταφθάσει στην αγαπημένη του πατρίδα και να διδάσκει μια παράξενη θρησκεία; Θα του έδειχνε αυτός! Αν δεν μπορούσε να ακούσει από λόγια ίσως να έπρεπε να ληφθούν άλλα μέτρα.


Δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές για τον π. Νικόλαο. Γνώριζε ότι πολλοί Ιάπωνες αντιδρούσαν στην Ορθόδοξη πίστη. Και ορίστε που μπροστά του στεκόταν ένας περήφανος σαμουράι, ένας ειδωλολάτρης ιερέας του αρχαιότερου θυσιαστηρίου Σίντο της πόλης, να τον κοιτάζει ψυχρά, περιφρονώντας την Ορθόδοξη πίστη. Ο π. Νικόλαος δεν μπορούσε απλώς να τον αγνοήσει.

Η περίπτωση χρειαζόταν πρωτοβουλία και επειδή είχε προετοιμαστεί για χρόνια με σκληρή δουλειά, μελέτη και δυσκολίες στα πρώτα του χρόνια, ο π. Νικόλαος μπορούσε να αντιμετωπίζει τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Δείχνοντας ηρεμία άρχισε μια απαλή συζήτηση με τον εκνευρισμένο άνδρα. Το μίσος που ένιωθε ο σαμουράι δεν μπορούσε να διαρκέσει για πολύ. Έγινε σοβαρός και σκεπτικός.

Ορίστε τι έγραψε γι’ αυτόν ο Άγιος Νικόλαος: «Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισα να του εξηγώ την αγιασμένη ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Έφερε μαζί του χαρτί και καλαμάρι και άρχισε να γράφει όλα όσα του έλεγα.

Με διέκοπτε σχεδόν σε κάθε λέξη με αντιρρήσεις που χρειάζονταν επεξήγηση. Με την πάροδο των ημερών υπήρχαν όλο και λιγότερες παρεμβάσεις ενώ εξακολουθούσε να γράφει κάθε σκέψη και κάθε όνομα. Η διαδικασία με την οποία το χέρι του Θεού αναγεννούσε αυτόν τον άνθρωπο ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια μου».

Ο σαμουράι πολεμιστής-ιερέας Τακούμα Σαγάβε βαπτίστηκε με τη Χάρη του Θεού τον Απρίλιο του 1868 μαζί με δύο φίλους του, τον Σακάι και τον Ουράνο. Πήρε τ’όνομα Παύλος. Οι τρείς φίλοι έγιναν οι πρώτοι Ιάπωνες προσήλυτοι στην Ορθοδοξία.

Το 1875, ο Παύλος χειροτονήθηκε ως πρώτος Ιάπωνας ιερέας, ο οποίος εξακολούθησε να υπηρετεί την εκκλησία η οποία μεγάλωσε τις επόμενες δεκαετίες. 
Εκοιμήθη ένα χρόνο μετά τον Άγιο Νικόλαο το 1913.

Αιωνία του η Μνήμη!


Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α´. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τόν Νικόλαον πάντες, ἀνευφημήσωμεν, Ἰαπωνίας ποιμένα καί Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἱδρυτήν καί φρυκτωρόν, ἱεραπόστολον· ὅτι ἐκήρυξε Χριστόν τοῖς ἐν σκότει καί σκιά, καθεύδουσι τοῦ θανάτου· καί γέγονεν ἐν τοῖς ἔργοις, τῶν Ἀποστόλων πιστόν ἀντίγραφον.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - ΕΔΩ  

Ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού Τρύφων καταγόταν από την Λάμψακο της Φρυγίας. Οι γονείς του, άνθρωποι ταπεινοί και ευλαβείς, του ενέπνευσαν από νεαρή ηλικία τις άγιες ευαγγελικές αρετές και από νωρίς έλαβε από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύει ανθρώπους και ζώα από τις ασθένειες και να εκδιώκει ακάθαρτα πνεύματα, εξακολουθώντας πάντα να ασκεί το ταπεινό επάγγελμα του χηνοβοσκού. 
Κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Γορδιανού (238–244), ένας μαινόμενος δαίμονας κυρίευσε την θυγατέρα του ηγεμόνα, χωρίς οι γιατροί και οι μάγοι να μπορούν να κάμουν το παραμικρό γι’ αυτήν. Μια μέρα ο δαίμονας ανέκραξε: «Μόνο ο Τρύφων έχει την δύναμη να με διώξει!». Ο Γορδιανός έστειλε ευθύς αξιωματούχους σε όλη την αυτοκρατορία να αναζητήσουν τον άνθρωπο αυτόν. Τον βρήκαν να βόσκει γαλήνια τις χήνες του και οδήγησαν τον δεκαεπτάχρονο νέο στην Ρώμη. Φθάνοντας εκεί, ο Τρύφων με την δύναμη της προσευχής του εξέβαλε τον δαίμονα και τον ανάγκασε να εμφανιστεί στους κατοίκους της πόλεως με την μορφή μαύρου και αποκρουστικού σκύλου και να ομολογήσει ότι ήταν όργανο του μισόκαλου Σατανά και ότι ο ίδιος, όπως και οι όμοιοί του, ήσαν ανίσχυροι απέναντι στους χριστιανούς. 
Ευγνώμων ο αυτοκράτορας, γέμισε τον Τρύφωνα δώρα τα οποία ο άγιος μοίρασε στους φτωχούς καθ’ όλη την διαδρομή της επιστροφής στην πατρίδα του. Γύρισε στις ειρηνικές ασχολίες του, επιτελώντας θαύματα και σκορπώντας γύρω θείες ευλογίες, μέχρι τα χρόνια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (250). Τον κατήγγειλαν τότε στον έπαρχο της Ανατολής, Ακυλίνο, ως επικίνδυνο υπέρμαχο του χριστιανισμού. Στους στρατιώτες που στάλθηκαν να τον συλλάβουν παραδόθηκε ο άγιος από μόνος του και παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου στην Νίκαια ακτινοβολώντας ολόκληρος θεία χάρη και αντιμετωπίζοντας με περιφρόνηση και παρρησία τόσο τις κολακείες όσο και τις απειλές του έπαρχου. 
Πρώτα τον κρέμασαν στο τιμωρητικό ξύλο και επί τρεις ώρες τον κτυπούσαν με τα ξύλινα ξίφη που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες στις ασκήσεις τους. Ο Τρύφων, όμως, έδειχνε να είναι ξένος στον πόνο και ο τύραννος διέταξε τότε να τον δέσουν πίσω από το άλογό του και να τον αναγκάσουν να τρέχει ανυπόδητος πάνω στους χαλικόστρωτους και παγωμένους δρόμους. Όταν τον έφεραν πίσω στην Νίκαια, αρνήθηκε να προσφέρει λατρεία στην εικόνα του αυτοκράτορα· τότε του έμπηξαν καρφιά στα πόδια και τον έσυραν έτσι στο κέντρο της πόλεως. Η αγάπη του, όμως, για τον Χριστό μεταμόρφωνε τους πόνους του νεαρού μάρτυρος σε θείες τρυφές και το θέαμα του μαρτυρίου προκάλεσε τον θαυμασμό του πλήθους. Οι στρατιώτες εξάρθρωσαν τα μέλη του, τον ράβδισαν λυσσαλέα και έκαψαν όλο το σώμα του με δαυλούς, ο άγιος όμως υπέμεινε τα πάντα με χαρά, προσευχόμενος υπέρ των δημίων του. Και αίφνης, στέφανος από άνθη, κεκοσμημένος με πολύτιμους λίθους ήλθε εξ ουρανού και έστεψε την κεφαλή του. Ο Ακυλίνος, ανίσχυρος και καταγέλαστος, έδωσε τότε διαταγή να τον πάρουν έξω από την πόλη και να τον αποκεφαλίσουν. Πριν, όμως, προλάβει ο δήμιος να κατεβάσει το φονικό ξίφος, ο άγιος μάρτυς παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό. 
Οι χριστιανοί της Νίκαιας έσπευσαν να τιμήσουν το τίμιο λείψανό του, αλλά ο άγιος τούς φανερώθηκε και τους αποκάλυψε ότι η θέση του ήταν στην γενέτειρά του. Ενταφιάστηκε λοιπόν στην Λάμψακο, όπου επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων ανά τους αιώνες. Οι πιστοί επικαλούνται με πίστη την βοήθειά του για την προστασία κήπων, αμπελιών και καλλιεργειών από ακρίδες ερπετά και κάθε είδους βλαβερά ζώα.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

 


ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 

Ἔ­χων ἡ­μέ­ρας 28· εἰ δέ ἐ­στι βί­σε­κτον τὸ ἔ­τος, 29. 

Ἡ ἡ­μέρα ἔ­χει ὥ­ρας 11 καὶ ἡ νὺξ ὥ­ρας 13.  

1. Προ­ε­όρ­τια τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ Κυ­ρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ­ καὶ μνήμη τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Τρύ­φω­νος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον προ­ε­όρ­τιον. Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς Ἀγ­γε­λι­κός.

Οὐ­ρά­νιος χο­ρός, οὐ­ρα­νίων ἁ­ψί­δων, προ­κύ­ψας ἐπὶ γῆς, καὶ φε­ρό­με­νον βλέ­πων, ὡς βρέ­φος ὑ­πο­μά­ζιον, πρὸς ναὸν τὸν πρω­τό­το­κον, πά­σης κτί­σεως, ὑπὸ Μη­τρὸς ἀ­πει­ράν­δρου, προ­ε­όρ­τιον, νῦν σὺν ἡ­μῖν με­λῳ­δοῦσι, φρι­κτῶς ἐ­ξι­στά­με­νοι. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.
Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τρυ­φὴν τὴν ἀ­κή­ρα­τον, ἰ­χνη­λα­τῶν ἐκ παι­δός, βα­σά­νους ὑ­πή­νεγ­κας ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤ­θλη­σας ἄ­ρι­στα· ὅ­θεν τὴν τῶν θαυ­μά­των, κο­μι­σά­με­νος χά­ριν, λύ­τρω­σαι πά­σης βλά­βης, καὶ παν­τοίας ἀ­νάγ­κης, Τρύ­φων Με­γα­λο­μάρ­τυς, τοὺς σὲ μα­κα­ρί­ζον­τας. 

Κον­τά­κιον προ­ε­όρ­τιον. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

ν ἀγ­κά­λαις δέ­ξα­σθαι κα­θά­περ βρέ­φος, Συ­μεὼν ἐ­πεί­γε­ται, τὸν νο­μο­δό­την καὶ Θεόν· ᾧ καὶ βο­ή­σει γη­θό­με­νος· ἀ­πό­λυ­σόν με· σὲ γὰρ εἶ­δον, Δέ­σποτα. 

Κον­τά­κιον τοῦ Μάρ­τυ­ρος. 

Ἦ­χος πλ. δ´. Ὡς ἀ­παρ­χάς.

Τρι­α­δικῇ στεῤ­ῥό­τητι, πο­λυ­θε­ΐαν ἔ­λυ­σας ἐκ τῶν πε­ρά­των Ἀ­οί­διμε, τί­μιος ἐν Κυ­ρίῳ γε­νό­με­νος· καὶ νι­κή­σας τυ­ράν­νους ἐν Χρι­στῷ τῷ Σω­τῆρι, τὸ στέ­φος εἴ­λη­φας τῆς μαρ­τυ­ρίας σου, καὶ χα­ρί­σματα θείων ἰ­ά­σεων, ὡς ἀ­ήτ­τη­τος. 

Με­γα­λυ­νά­ριον προ­ε­όρ­τιον.

Χαί­ρει ὁ πρε­σβύ­τα­τος Συ­μεών, ἐγ­γί­ζοντα βλέ­πων, τὸν Δε­σπό­την ἐν τῷ Ναῷ· ὅ­θεν ἐ­πι­σπεύ­δει, αὐ­τὸν ὑ­πο­δε­χθῆ­ναι, προ­­­εορ­τίως ᾄ­δων ὕ­μνον ἐ­πά­ξιον. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Μάρ­τυ­ρος.

Ἴ­χνε­σιν ἑ­πό­με­νος ἀ­κλι­νῶς, Τρύ­φων ἀ­θλο­φόρε, τοῦ γνω­σθέν­τος ἐπὶ τῆς γῆς, τῶν αὐ­τοῦ χα­ρί­των, δο­χεῖον ἀ­νε­δεί­χθης, καὶ ἱ­ε­ροῖς ἀ­γῶσι, Μάρ­τυς δι­έ­πρε­ψας. 

2. Ἡ Ὑ­πα­παντὴ τοῦ Κυ­ρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Ἀργία καὶ κατάλυσις ἰχθύος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος α´.

Χαῖρε, κε­χα­ρι­τω­μένη Θε­ο­τόκε Παρ­θένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀ­νέ­τει­λεν ὁ Ἥ­λιος τῆς δι­και­ο­σύ­νης, Χρι­στὸς ὁ Θεὸς ἡ­μῶν, φω­τί­ζων τοὺς ἐν σκό­τει. Εὐ­φραί­νου καὶ σύ, Πρε­σβῦτα δί­καιε, δε­ξά­με­νος ἐν ἀγ­κά­λαις, τὸν ἐ­λευ­θε­ρω­τὴν τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν, χα­ρι­ζό­με­νον ἡ­μῖν καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­σιν. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος α´.

μή­τραν παρ­θε­νι­κὴν ἁ­γι­ά­σας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖ­ρας τοῦ Συ­μεὼν εὐ­λο­γή­σας ὡς ἔ­πρεπε, προ­φθά­σας καὶ νῦν ἔ­σω­σας ἡ­μᾶς Χρι­στὲ ὁ Θεός· ἀλλ᾿ εἰ­ρή­νευ­σον ἐν πο­λέ­μοις τὸ πο­λί­τευμα, καὶ κρα­ταί­ω­σον βα­σι­λεῖς οὓς ἠ­γά­πη­σας, ὁ μό­νος φι­λάν­θρω­πος. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Σή­με­ρον ἡ πά­να­γνος Μα­ριάμ, τῷ ναῷ προ­σά­γει, ὥ­σπερ βρέ­φος τὸν Ποι­η­τήν, ὅν ἐν ταῖς ἀγ­κά­λαις, ὁ Πρέ­σβυς δε­δε­γμέ­νος, Θεὸν αὐ­τὸν κη­ρύτ­τει, κἂν σάρκα εἴ­ληφε. 

3. Τοῦ Ἁ­γίου καὶ Δι­καίου Συ­μεὼν, τοῦ Θε­ο­δό­χου, καὶ Ἄν­νης, τῆς Προ­φή­τι­δος. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τῶν Δικαίων Συ­μεὼν καὶ Ἄν­νης.
Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τὸν Ὑ­πέρ­θεον Λό­γον σάρκα γε­νό­με­νον, ἐ­νηγ­κα­λίσω ὡς βρέ­φος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, Θε­ο­δόχε Συ­μεών, Πρε­σβῦτα ἔν­δοξε· ὅ­θεν καὶ Ἄννα ἡ σε­πτή, ἀν­θο­μο­λό­γη­σιν αὐτῷ, προ­σ­ήγα­γεν ὡς Προ­φῆ­τις· ὅ­θεν ὑ­μᾶς εὐ­φη­μοῦ­μεν, οἷα Χρι­στοῦ θεί­ους θε­ρά­πον­τας. 

Κον­τά­κιον τῶν Δικαίων Συ­μεὼν καὶ Ἄν­νης.

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Ξυ­νω­ρὶς ἡ ἔν­θεος, χαρ­μο­νι­κῶς εὐ­φη­μεί­σθω, Συ­μεὼν ὁ δί­καιος, σὺν τῇ Προ­φή­τίδι Ἄννῃ· οὗ­τοι γάρ, εὐ­α­ρε­στή­σαν­τες τῷ Κυ­ρίῳ, ὤ­φθη­σαν, τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Λό­γου αὐ­τό­πται· τοῦ­τον γὰρ κα­θά­περ βρέ­φος, εἶ­δον ἀ­ξίως καὶ προ­σε­κύ­νη­σαν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τῶν Δικαίων Συ­μεὼν καὶ Ἄν­νης.

Δί­καιοι ἐν νόμῳ καὶ εὐ­βλα­βεῖς, Συ­μεὼν ὁ πρέ­σβυς, καὶ ἡ Ἄννα ἡ Φα­νουήλ, ὤ­φθη­σαν Κυ­ρίῳ, τῷ σε­σω­μα­τω­μένῳ, καὶ ὕ­μνη­σαν τὴν τού­του ἄῤ­ῥη­τον κέ­νω­σιν. 

4. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Ἰ­σι­δώ­ρου τοῦ Πη­λου­σι­ώ­του. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἧ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Σο­φίᾳ κο­σμού­με­νος, παν­το­δα­πεῖ εὐ­κλεῶς, τοῖς λό­γοις ἐ­κό­σμη­σας, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν Χρι­στοῦ, Ἰ­σί­δωρε, Ὅ­σιε· σὺ γὰρ δι᾿ ἐγ­κρα­τείας, σε­αυ­τὸν ἐκ­κα­θά­ρας, πρά­ξει καὶ θε­ω­ρίᾳ, δι­α­λάμ­πεις ἐν κό­σμῳ· δι᾿ ὧν μυ­στα­γω­γού­μεθα, Πά­τερ τὰ κρείτ­τονα. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

­ω­σφό­ρον ἄλ­λον σε, ἡ Ἐκ­κλη­σία, εὑ­ρα­μένη ἔν­δοξε, ταῖς τῶν σῶν λό­γων ἀ­στρα­παῖς, λαμ­πρυ­νο­μένη κραυ­γά­ζει σοι· χαί­ροις παμ­μά­καρ, θε­ό­φρον Ἰ­σί­δωρε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

­ρωτι σο­φίας δι­α­πρε­πής, ἀ­πο­δε­δει­γμέ­νος, κα­τα­λάμ­πεις πᾶ­σαν τὴν γῆν, ἐκ τοῦ Πη­λου­σίου, τῶν λό­γων τὰς ἀ­κτῖ­νας, ὥ­σπερ πυρ­σὸς ἐκ­πέμ­πων, Πά­τερ Ἰ­σί­δωρε. 

5. Τῆς Ἁ­γίας Μάρ­τυ­ρος Ἀ­γά­θης. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

ό­δον εὔ­ο­σμον, τῆς παρ­θε­νίας, νύμφη ἄ­φθο­ρος, τοῦ Ζω­ο­δό­του ἀ­νε­δέ­δει­ξαι Ἀ­γάθη πα­νεύ­φημε· τῶν ἀ­γα­θῶν τὴν πη­γὴν γὰρ πο­θή­σασα, μαρ­τυ­ρι­κῶς ἐν τῷ κό­σμῳ δι­έ­πρε­ψας· μάρ­τυς ἔν­δοξε, λι­ταῖς σου θεί­αις ἀ­γά­θυ­νον, τοὺς πόθῳ με­γα­λύ­νον­τας τοὺς ἄ­θλους σου. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Στο­λι­ζέ­σθω σή­με­ρον, ἡ Ἐκ­κλη­σία, πορ­φυ­ρίδα ἔν­δο­ξον, κα­τα­βα­φεῖ­σαν ἐξ ἁ­γνῶν, λύ­θρων Ἀ­γά­θης τῆς Μάρ­τυ­ρος, Χαῖ­ρε, βο­ῶσα, Κα­τά­νης τὸ καύ­χημα. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Εἰς ὀ­σμὴν τῶν μύ­ρων σου τῶν τερ­πνῶν, ἔ­δρα­μον Σω­τήρ μου, ἀ­νε­βόας τῷ Ἰ­η­σοῦ, νο­μί­μως ἐνα­θλοῦσα, Ἀ­γάθη Ἀ­θλη­φόρε· διὸ τοῦ σοῦ νυμ­φίου, τρυ­φᾷς ταῖς κάλ­λεσι. 

6. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βου­κό­λου, Ἐ­πι­σκό­που Σμύρ­­νης.  

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἧ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ς δι­α­λάμ­πων ἀ­ρε­τῶν ταῖς ἀ­κτῖσι, τοῦ ἐν τῷ στή­θει τοῦ Δε­σπό­του πε­σόν­τος, ἐκ πό­θου προ­σε­πέ­λα­σας τῷ θείῳ φωτί· ὅ­θεν ὡς θε­ό­πνευ­στος, Ἱ­ε­ράρ­χης ἐμ­πρέ­ψας, ἴ­θυ­νας τὴν ποί­μνην σου, πρὸς νο­μὰς ἀ­λη­θείας· καὶ νῦν δυ­σώ­πει πάν­τοτε Χρι­στόν, Πά­τερ Βου­κόλε, ὑ­πὲρ τῶν τι­μών­των σε. 

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος β´. Τοὺς ἀ­σφα­λεῖς.

Τὸ κα­θα­ρὸν καὶ δι­αυ­γὲς τοῦ βίου σου, ὁ μα­θη­τὴς ὁ τῷ Χρι­στῷ ἐ­ρά­σμιος, ἀ­τε­χνῶς ὡς θε­α­σά­με­νος, Βου­κόλε Πά­τερ ἱ­ε­ρώ­τατε, ποι­μένα Ἐκ­κλη­σίας σε κα­θί­στησι, καὶ λύ­χνον εὐ­σε­βείας φα­ει­νό­τα­τον· τῶν τρό­πων αὐτῷ γὰρ ἐ­κοι­νώ­νη­σας. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τῷ ἠ­γα­πη­μένῳ μύ­στῃ Χρι­στοῦ, Βου­κόλε θε­ό­φρον, μα­θη­τεύ­σας ὡς κα­θα­ρός, ὤ­φθης Ἐκ­κλη­σίας, ποι­μὴν τῆς ἐν τῇ Σμύρνῃ, καὶ τῷ καλῷ ποι­μένι, ταύ­την ὡ­δή­γη­σας. 

7. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Παρ­θε­νίου, Ἐ­πι­σκό­που Λαμ­ψά­κου, καὶ τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Λουκᾶ, τοῦ ἐν τῷ Στει­ρίῳ τῆς Ἑλ­λά­δος. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ἁγίου Παρ­θε­νίου.

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύ­μα­τος, ποι­μὴν Λαμ­ψά­κου ὀ­φθείς, τὴν θείαν ἐ­νέρ­γειαν, παρὰ Θεοῦ δα­ψι­λῶς, θαυ­μά­των ἐ­πλού­τη­σας, δαί­μο­νας ἀ­πε­λαύ­νειν, ἀ­σθε­νοῦν­τας ἰ­ᾶ­σθαι, νό­σους ἀ­πο­δι­ώ­κειν, καὶ πλη­ροῦν τὰς αἰ­τή­σεις· Παρ­θέ­νιε Ἱ­ε­ράρχα, τῶν προ­σι­όν­των σοι. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Ὁ­σίου Λουκᾶ.

Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Τῆς Ἑλ­λά­δος τὸ κλέος καὶ Ὁ­σίων τὸ καύ­χημα, καὶ τὸν τοῦ Στει­ρίου φω­στῆρα, καὶ οἰ­κή­τορα ὅ­σιον, τι­μή­σω­μεν ᾀ­σμά­των ἐν ᾠ­δαῖς, Λου­κᾶν τὸν θε­ο­φό­ρον εὐ­σε­βῶς· τῷ Χρι­στῷ γὰρ οἰ­κει­οῦ­ται διὰ παν­τός, τοὺς πί­στει ἀ­να­κρά­ζον­τας· δόξα τῷ δε­δω­κότι σοι ἰ­σχύν, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁγίου Παρ­θε­νίου.

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

Τῶν θαυ­μά­των εἴ­λη­φας, τὴν θείαν χά­ριν θέ­ο­φρον, ἱ­ερὲ Παρ­θέ­νιε, θαυ­μα­τουργὲ θε­ο­φόρε, ἅ­παντα τὰ τῶν πι­στῶν πάθη ἀ­πο­κα­θαί­ρων, πνεύ­ματα τῆς πο­νη­ρίας Πά­τερ ἐ­λαύ­νων· διὰ τοῦτό σε ὑ­μνοῦ­μεν, ὡς μέ­γαν μύ­στην Θεοῦ τῆς χά­ρι­τος. 

Κον­τά­κιον τοῦ Ὁ­σίου Λουκᾶ. 

Ἦ­χος πλ. δ´. Τῇ ὑ­περ­μάχῳ.

ἐ­κλε­ξά­με­νος Θεὸς πρὸ τοῦ πλα­σθῆ­ναί σε, εἰς εὐ­α­ρέ­στη­σιν αὐ­τοῦ οἷς οἶδε κρί­μασι, προσ­λα­βό­με­νος ἐκ μή­τρας κα­θα­γι­ά­ζει, καὶ οἰ­κεῖον ἑ­αυ­τοῦ δοῦ­λον δει­κνύει σε, κα­τευ­θύ­νων σου Λουκᾶ τὰ δι­α­βή­ματα, ὁ φι­λάν­θρω­πος· ᾧ νῦν χαί­ρων πα­ρί­στα­σαι. 

Με­γα­λυ­νά­ριον Ἁγίου Παρ­θε­νίου.

Τὴν πη­γὴν τῆς χά­ρι­τος ἐκ­πιών, πέ­λα­γος θαυ­μά­των, ἀ­να­βλύ­ζεις ὑ­περ­φυῶν, καὶ κα­τα­πι­αί­νεις Χρι­στοῦ τὴν Ἐκ­κλη­σίαν, ῥο­αῖς ταῖς ζω­ηῤῥύ­τοις, Πά­τερ Παρ­θέ­νιε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Ὁ­σίου Λουκᾶ.

Χαί­ροις ἡ­συ­χίας λύ­χνος λαμ­πρός, καὶ τῆς ποι­μαν­σίας, ὁ ἀ­κοί­μη­τος ὀ­φθαλ­μός· χαί­ροις μο­να­ζόν­των, ὑ­πο­γραμ­μὸς καὶ τύ­πος, Λουκᾶ θαυ­μα­το­φόρε, Ἑλ­λά­δος καύ­χημα. 

8. Τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δώ­ρου, τοῦ Στρα­τη­λά­του, καὶ τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ζαχαρίου. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Μεγαλομάρτυρος.

 Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Στρα­το­λο­γίᾳ ἀ­λη­θεῖ Ἀ­θλο­φόρε, τοῦ οὐ­ρα­νίου στρα­τη­γὸς Βα­σι­λέως, πε­ρι­καλ­λὴς γε­γέ­νη­σαι Θε­ό­δωρε· ὅ­πλοις γὰρ τῆς πί­στεως, πα­ρε­τάξω ἐμ­φρό­νως, καὶ κα­τε­ξω­λό­θρευ­σας, τῶν δαι­μό­νων τὰ στίφη, καὶ νι­κη­φό­ρος ὤ­φθης ἀ­θλη­τής· ὅ­θεν σε πί­στει ἀεὶ μα­κα­ρί­ζο­μεν. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον τοῦ Προ­φή­του.

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Τὴν κλῆ­σιν κα­τάλ­λη­λον, δεί­ξας τοῖς ἔρ­γοις σοφέ, τα­μεῖον ἐ­πά­ξιον, τῆς ἐ­πι­πνοίας Θεοῦ, Ζα­χα­ρία γε­γέ­νη­σαι· ἔ­χων γὰρ ἐν τῷ βίῳ, συλ­λα­λοῦν­τας Ἀγ­γέ­λους, ὤ­φθης τῶν ἐ­σο­μέ­νων, θε­η­γό­ρος Προ­φή­της· καὶ νῦν ἡ­μῶν τὰς αἰ­τή­σεις, ἄ­νω­θεν πλή­ρω­σον. 

Κον­τά­κιον τοῦ Μεγαλομάρτυρος. 

Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

ν­δρείᾳ ψυ­χῆς, τὴν πί­στιν ὁ­πλι­σά­με­νος, καὶ ῥῆμα Θεοῦ, ὡς λόγ­χην χει­ρι­σά­με­νος, τὸν ἐ­χθρὸν κα­τέ­τρω­σας, τῶν Μαρ­τύ­ρων κλέος Θε­ό­δωρε· σὺν αὐ­τοῖς Χρι­στῷ τῷ Θεῷ, πρε­σβεύων μὴ παύσῃ ὑ­πὲρ πάν­των ἡ­μῶν.

  

Κον­τά­κιον τοῦ Προ­φή­του. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

μ­πνευ­σθεὶς τοῦ Πνεύ­μα­τος τῇ ἐ­πι­λάμ­ψει, Ζα­χα­ρία ἔν­δοξε, τρα­νῶς προ­έ­γρα­ψας ἡ­μῖν, ὥ­σπερ λαμ­πάδα πο­λύ­φω­τον, τὴν τοῦ Σω­τῆ­ρος ἀ­πόῤ­ῥη­τον κέ­νω­σιν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Μεγαλομάρτυρος.

Χαί­ροις τῶν Μαρ­τύ­ρων ἡ καλ­λονή, καὶ τῆς Ἐκ­κλη­σίας, ἀ­προ­σμά­χη­τος βο­η­θός. Χαί­ροις δω­ρη­μά­των, θη­σαύ­ρι­σμα τῶν θείων, Θε­ό­δωρε τρι­σμά­καρ, ἡ­μῶν ἀν­τί­λη­ψις. 

Με­γα­λυ­νά­ριον τοῦ Προ­φή­του.

Χά­ρι­τος ἀ­ΰ­λου ἐμ­φο­ρη­θείς, ὤ­φθης τῶν μελ­λόν­των, θε­η­γό­ρος προ­μη­νυ­τής· σὺ γὰρ Ζα­χα­ρία, συμ­βο­λι­κῶς προ­λέ­γεις, τὴν πρὸς ἡ­μᾶς τοῦ Λό­γου, ἄῤ­ῥη­τον κέ­νω­σιν. 

9. Τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Νι­κη­φό­ρου. 

Σή­με­ρον ἀ­πο­δί­δο­ται ἡ Ἑ­ορτὴ τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ Κυ­ρίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Ἀ­γάπη τοῦ Κτί­σαν­τος, κα­ταυ­γα­σθεὶς τὴν ψυ­χήν, τοῦ νό­μου τῆς χά­ρι­τος, ἐκ­πλη­ρω­τὴς ἀ­κρι­βής, ἐμ­φρό­νως γε­γέ­νη­σαι· ὅ­θεν καὶ τὸν πλη­σίον, ὡς σαυ­τὸν ἀ­γα­πή­σας, ἤ­θλη­σας Νι­κη­φόρε, καὶ τὸν ὄ­φιν κα­θεῖ­λες· ἐν­τεῦ­θεν ἐν ὁ­μο­νοίᾳ, ἡ­μᾶς δι­α­τή­ρη­σον. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος α´. Χο­ρός Ἀγ­γε­λι­κός.

­γά­πης τῷ δε­σμῷ, συν­δε­θεὶς Νι­κη­φόρε, δι­έ­λυ­σας τρα­νῶς, τὴν κα­κίαν τοῦ μί­σους· καὶ ξί­φει τὴν κά­ραν σου, ἐ­κτμη­θείς ἐ­χρη­μά­τι­σας, Μάρ­τυς ἔν­θεος, τοῦ σαρ­κω­θέν­τος Σω­τῆ­ρος· ὃν ἱ­κέ­τευε, ὑ­πὲρ ἡ­μῶν τῶν ὑ­μνούν­των, τὴν ἔν­δο­ξον μνή­μην σου. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Πλή­ρης ὢν ἀ­γά­πης τῆς πρὸς Θεόν, ἠ­γά­πη­σας μά­καρ, τὸν πλη­σίον ὡς σε­αυ­τόν· ὅ­θεν καὶ ἀ­θλή­σας, τοῦ μί­σους τὸν ἐρ­γά­την, κα­θεῖ­λες Νι­κη­φόρε, Χρι­στῷ πει­θό­με­νος. 

10. Τοῦ Ἁ­γίου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Χα­ρα­λάμ­πους, τοῦ Θαυ­μα­τουρ­γοῦ. 

Ἀρ­γία καὶ κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

ς στῦ­λος ἀ­κλό­νη­τος, τῆς Ἐκ­κλη­σίας Χρι­στοῦ, καὶ λύ­χνος ἀ­εί­φω­τος, τῆς οἰ­κου­μέ­νης σοφέ, ἐ­δεί­χθης Χα­ρά­λαμ­πες· ἔ­λαμ­ψας ἐν τῷ κό­σμῳ διὰ τοῦ μαρ­τυ­ρίου, ἔ­λυ­σας καὶ εἰ­δώ­λων τὴν σκο­τό­μαι­ναν, μά­καρ· διὸ ἐν παῤ­ῥη­σίᾳ Χρι­στῷ, πρέ­σβευε σω­θῆ­ναι ἡ­μᾶς. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

ς φω­στὴρ ἀ­νέ­τει­λας, ἐκ τῆς Ἑ­ῴας, καὶ πι­στοὺς ἐ­φώ­τι­σας, ταῖς τῶν θαυ­μά­των σου βο­λαῖς, Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς Χα­ρά­λαμ­πες· ὅ­θεν τι­μῶ­μεν τὴν θείαν σου ἄ­θλη­σιν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τὸν ἐν ἀ­θλο­φό­ροις ἱ­ε­ρουρ­γόν, καὶ ἐν ἱ­ε­ρεῦ­σιν ἱ­ε­ρώ­τα­τον ἀ­θλη­τήν, τὸν θαυ­μά­των ῥεῖ­θρα, πη­γά­ζοντα ἐν κό­σμῳ, τὸν μέ­γαν Χα­ρα­λάμ­πην ὕ­μνοις τι­μή­σω­μεν. 

11. Τοῦ Ἁ­γίου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Βλα­σίου, ἐ­πι­σκό­που Σε­βα­στείας.

 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον λό­γον.

Φε­ρώ­νυ­μως βλα­στή­σας ὡς δέν­δρον εὔ­καρ­πον, Ἱ­ε­ράρχα Κυ­ρίου Βλά­σιε ἔν­δοξε, μαρ­τυ­ρίου τοὺς καρ­ποὺς κό­σμῳ προ­ή­γα­γες, καὶ θαυ­μά­των δω­ρεάς, ἀ­να­βλύ­ζεις δα­ψι­λῶς, ὡς θεῖος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς, τοῖς κα­τα­φεύ­γουσι Πά­τερ, τῇ ἀν­τι­λή­ψει τῆς πρε­σβείας σου. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

θεῖος βλα­στός τὸ ἄν­θος τὸ ἀ­μά­ραν­τον, ἀμ­πέ­λου Χρι­στοῦ τὸ κλῆμα τὸ πο­λύ­φο­ρον, θε­ο­φόρε Βλά­σιε τοὺς ἐν πί­στει τε­λοῦν­τας τὴν μνή­μην σου, εὐ­φρο­σύ­νης πλή­ρω­σον τῆς σῆς, πρε­σβεύων ἀ­παύ­στως ὑ­πὲρ πάν­των ἡ­μῶν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Λό­γον ἀ­λη­θείας γε­η­πο­νῶν, τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ἀ­νε­βλά­στη­σας τοὺς καρ­πούς, ὧν ἡ Ἐκ­κλη­σία, ὁ­σῶ­ραι γευ­ο­μένη, Βλά­σιε ἱ­ε­ράρχα, τιμᾷ τοὺς ἄ­θλους σου. 

12. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Με­λε­τίου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀν­τι­ο­χείας τῆς Με­γά­λης.


 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Νό­μον ἔν­θεον, ἐμ­με­λε­τή­σας, τὴν οὐ­ρά­νιον, γνῶ­σιν ἐ­κλάμ­πεις, τῇ Ἐκ­κλη­σίᾳ Ἱ­ε­ράρχα Με­λέ­τιε· τὴν γὰρ Τρι­άδα κη­ρύτ­των ὁ­μό­τι­μον, αἱ­ρε­τι­κῶν δι­α­λύ­εις τὰς φά­λαγ­γας· Πά­τερ Ὅ­σιε, Χρι­στὸν τὸν Θεὸν ἱ­κέ­τευε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος πλ. β´. Τὴν σω­μα­τι­κήν σου πα­ρου­σίαν.

Τὴν πνευ­μα­τι­κήν σου παῤ­ῥη­σίαν, δε­δοι­κὼς ὁ ἀ­πο­στά­της, φεύ­γει Μα­κε­δό­νιος· τὴν πρε­σβευ­τι­κὴν δὲ λει­τουρ­γίαν, ἐκ­πλη­ροῦν­τες σου οἱ δοῦ­λοι, πόθῳ σοι προ­στρέ­χο­μεν, τῶν Ἀγ­γέ­λων ἐ­φά­μιλλε Με­λέ­τιε, ἡ πύ­ρι­νος ῥομ­φαία Χρι­στοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ­μῶν, ἡ πάν­τας τοὺς ἀ­θέ­ους κα­τα­σφάτ­τουσα· ἀνυ­μνοῦ­μέν σε τὸν φω­στῆρα, τὸν φω­τί­σαντα τὰ πάντα. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Με­λέτῃ δο­γμά­των πα­νευ­σε­βῶν, τῆς Ὀρ­θο­δο­ξίας, ἀ­να­βλύ­ζεις τὸν γλυ­κα­σμόν, καὶ τῆς ἀ­νο­μίας ἐ­ξαί­ρεις τὴν πι­κρίαν, Με­λέ­τιε παμ­μά­καρ, Τρι­ά­δος πρό­μαχε.

13. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Μαρ­τι­νι­α­νοῦ. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος πλ. δ´.

Τὴν φλόγα τῶν πει­ρα­σμῶν, δα­κρύων τοῖς ὀ­χε­τοῖς, ἐ­να­πέ­σβε­σας Μα­κά­ριε, καὶ τῆς θα­λάσ­σης τὰ κύ­ματα, καὶ τῶν θη­ρῶν τὰ ὁρ­μή­ματα, χα­λι­νώ­σας ἐ­κραύ­γα­ζες· δε­δο­ξα­σμέ­νος εἶ Παν­το­δύ­ναμε, πυ­ρὸς καὶ ζά­λης ὁ σώ­σας με. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τοὺς ἀ­σφα­λεῖς.

ς ἀ­σκη­τὴν τῆς εὐ­σε­βείας δό­κι­μον, καὶ ἀ­θλη­τὴν τῇ προ­αι­ρέ­σει τί­μιον, καὶ ἐ­ρή­μου καρ­τε­ρό­ψυ­χον πο­λί­την ἅμα καὶ συ­ν­ίστορα, ἐν ὕ­μνοις ἐ­πα­ξίως εὐ­φη­μή­σω­μεν, Μαρ­τι­νι­α­νὸν τὸν ἀ­ει­σέ­βα­στον, αὐ­τὸς γὰρ τὸν ὄ­φιν κα­τε­πά­τη­σεν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

διὰ γυ­ναίου ἐ­πι­βα­λών, πά­λαι τῷ Γε­νάρχῃ, καὶ συ­λή­σας αὐ­τὸν οἰ­κτρῶς, οὕτω καὶ σοὶ Πά­τερ, ὑ­πού­λως ἐ­πε­τέθη, ἀλλ᾽ ἥτ­τη­ται εἰς τέ­λος, τῇ καρ­τε­ρίᾳ σου. 

14. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Αὐ­ξεν­τίου, τοῦ ἐν τῷ Βουνῷ.  

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον λό­γον.

­σπερ φοῖ­νιξ ηὐ­ξή­θης Πά­τερ ὑ­ψί­κο­μος, δι­και­ο­σύ­νης ἐκ­φέ­ρων τοὺς ψυ­χο­τρό­φους καρ­πούς· σὺ γὰρ βίον ἱ­ε­ρὸν πο­λι­τευ­σά­με­νος, τῆς Ἐκκλησίας στηριγμός, καὶ θαυ­μά­των αὐ­τουρ­γός, Αὐ­ξέν­τιε ἀ­νε­δεί­χθης, διὰ παν­τὸς ἱ­κε­τεύων, ἐ­λε­η­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

γ­κρα­τείας ὕ­δασι, πα­νευ­κλεῶς ἐκ­βλα­στή­σας, ὡς ἐ­λαία εὔ­καρ­πος, ἐν τοῖς Ὁ­σί­οις ἐ­φά­νης· κό­σμου γὰρ, ἀ­παρ­νη­σά­με­νος τὴν ἀ­πά­την, γέ­γο­νας, ὑ­περ­κο­σμίου φω­τὸς δο­χεῖον, δι᾿ οὗ λάμ­πρυ­νον ἐν­θέως, τοὺς σὲ τι­μῶ­νας, Πά­τερ Αὐ­ξέν­τιε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Κα­τη­γλα­ϊ­σμέ­νος ταῖς ἀ­ρε­ταῖς, ὤ­φθης ἐν τῷ βίῳ, θε­ο­φόρε πε­ρι­φα­νής, αἴ­γλῃ εὐ­σε­βείας, καὶ χά­ριτι θαυ­μά­των, Αὐ­ξέν­τιε ῥυ­­θμί­ζων, τοὺς προ­σι­όν­τας σοι. 

15. Τοῦ Ἁ­γίου Ἀ­πο­στό­λου Ὀ­νη­σί­μου. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Ταῖς ἀ­κτῖσι τοῦ Παύ­λου φω­τι­σθεὶς τὴν δι­ά­νοιαν, ὤ­φθης ὑ­πη­ρέ­της τοῦ Λό­γου καὶ Ἀ­πό­στο­λος ἔν­θεος· καὶ ὄ­νη­σιν ἐ­βρά­βευ­σας ζωῆς, Ὀ­νή­σιμε θε­ρά­πων τοῦ Χρι­στοῦ, διὰ λό­γων καὶ θαυ­μά­των θε­ο­πρε­πῶν, τοῖς πί­στει ἐκ­βο­ῶσί σοι· δόξᾳ τῷ σὲ δο­ξά­σαντι φαι­δρῶς, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

ς ἀ­κτὶς ἐ­ξέ­λαμ­ψας, τῇ οἰ­κου­μένῃ, ταῖς βο­λαῖς λαμ­πό­με­νος, ἡ­λίου μά­καρ παμ­φα­οῦς, Παύ­λου τοῦ κό­σμον φω­τί­σαν­τος· διό σε πάν­τες, τι­μῶ­μεν Ὀ­νή­σιμε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Παύλῳ τῷ θε­ό­πτῃ μα­θη­τευ­θείς, ὤ­φθης ἀ­λη­θείας, θε­η­γό­ρος μυ­στα­γω­γός· ὑ­πὲρ ἧς προ­θύ­μως Ὀ­νή­σιμε ἀ­θλή­σας, ὀ­νή­σι­μον πη­γά­ζεις χά­ριν τοῖς χρῄ­ζουσι. 

16. Τοῦ Ἁ­γίου Μάρ­τυ­ρος Παμ­φί­λου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.


 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Τὴν ὡ­ραι­ό­τητα.

Τὴν δω­δε­κά­ρι­θμον, Μαρ­τύ­ρων φά­λαγγα, ἀ­νευ­φη­μή­σω­μεν, ἐν­θέ­οις ᾄ­σμασι· Πάμ­φι­λον, Παῦ­λον, Σα­μουήλ, Οὐ­ά­λεντα καὶ Ἠ­λίαν, Ἱ­ε­ρε­μίαν, Σέ­λευ­κον, Δα­νιὴλ καὶ Πορ­φύ­ριον, Ἰ­ου­λι­α­νὸν ὁ­μοῦ Ἡ­σα­ΐαν, Θε­ό­δου­λον· αὐ­τοὶ γὰρ τὸν Δε­σπό­την τῶν ὅ­λων, πᾶ­σιν ἡ­μῖν ἐ­ξι­λε­οῦν­ται. 

Κον­τά­κιον. 

Ἧ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Κο­λα­στη­ρίων φο­βε­ρῶν προ­κει­μέ­νων, οἱ τοῦ Κυ­ρίου ἀ­θλη­ταὶ οἱ γεν­ναῖοι, ἐν ἀ­ητ­τήτῳ χαί­ρον­τες φρο­νή­ματι, τού­τοις προ­σ­ωμί­λη­σαν, τῆς σαρ­κὸς ἀ­λο­γοῦν­τες· ὅ­θεν ἐ­κλη­ρώ­σαντο αἰ­ω­νί­ζου­σαν δό­ξαν, ὑ­πὲρ ἡ­μῶν πρε­σβεύ­ον­τες ἀεί, τῶν εὐ­φη­μούν­των, αὐ­τῶν τὰ πα­λαί­σματα. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Φά­λαγξ δω­δε­κά­ρι­θμε Ἀ­θλη­τῶν, ἡ συν­τε­τα­γμένη, εὐ­σε­βείᾳ τε καὶ σπουδῇ, σύ­να­ψον σπου­δαίως, ἡ­μᾶς ἐν ὀ­μο­νοίᾳ, καὶ λύ­σιν τῶν πται­σμά­των ἡ­μῖν πρυ­τά­νευ­σον. 

17. Τοῦ Ἁ­γίου Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Τή­ρω­νος. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος β´.

Με­γάλα τὰ τῆς πί­στεως κα­τορ­θώ­ματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλο­γός, ὡς ἐπὶ ὕ­δα­τος ἀ­να­παύ­σεως, ὁ ἅ­γιος μάρ­τυς Θε­ό­δω­ρος ἠ­γάλ­λετο· πυρὶ γὰρ ὁ­λο­καυ­τω­θείς, ὡς ἄρ­τος ἡ­δύς, τῇ Τρι­άδι προ­σή­νε­κται· ταῖς αὐ­τοῦ ἱ­κε­σί­αις, Χρι­στὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Αὐ­τό­με­λον.

Πί­στιν Χρι­στοῦ ὡ­σεὶ θώ­ρακα, ἔν­δον λα­βὼν ἐν καρ­δίᾳ σου, τὰς ἐ­ναν­τίας δυ­νά­μεις κα­τε­πά­τη­σας πο­λύ­α­θλε, καὶ στέ­φει οὐ­ρα­νίῳ ἐ­στέ­φθης, αἰ­ω­νίως ὡς ἀ­ήτ­τη­τος. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Δῶ­ρον πο­λυ­τί­μη­τον καὶ τερ­πνόν, ἀ­θλή­σας προ­σή­χθης, τῷ δο­ξά­σαντί σε λαμ­πρῶς· ὅ­θεν ἐ­δω­ρή­θης, θερ­μό­τα­τος προ­στά­της, τῇ Ἐκ­κλη­σίᾳ πάσῃ, Τή­ρων Θε­ό­δωρε. 

18. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Λέ­ον­τος, Πάπα Ῥώ­μης.


 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Θείας πί­στεως.

Θείας πί­στεως, ὀρ­θο­δο­ξία, ὑ­πε­στή­ρι­ξας, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν, ὡς πο­λύ­φω­νον τοῦ πνεύ­μα­τος ὄρ­γα­νον, ἐκ γὰρ Δυ­σμῶν ἀ­να­λάμ­ψας ὡς ἥ­λιος, αἱ­ρε­τι­κῶν τὴν ἀ­πά­την ἐ­μεί­ω­σας· Λέων Ὅ­σιε, Χρι­στὸν τὸν Θεὸν ἱ­κέ­τευε, δω­ρή­σα­σθαι ἡ­μῖν τὸ μέγα ἔ­λεος. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

πὶ θρό­νου ἔν­δοξε, ἱ­ε­ρω­σύ­νης κα­θί­σας, καὶ λε­όν­των στό­ματα, τῶν λο­γι­κῶν ἀ­πο­φρά­ξας, δό­γμα­σιν ἐν θε­ο­πνεύ­στοις σε­πτῆς Τρι­ά­δος, ηὔ­γα­σας φῶς τῇ σῇ ποί­μνῃ θε­ο­γνω­σίας· διὰ τοῦτο ἐ­δο­ξά­σθης, ὡς θεῖος μύ­στης Θεοῦ τῆς χά­ρι­τος. 

   Με­γα­λυ­νά­ριον.

Βρυ­χή­ματι Λέον βα­σι­λικῷ, τῶν θε­ο­τυ­πώ­των, καὶ σο­φῶν σου ὑ­πο­θη­κῶν, ὡς θῶας καὶ λύ­κους, αἱ­ρε­τι­κῶν τὰ σμήνη, τῆς θε­ο­λέ­κτου ποί­μνης, σκορ­πί­ζεις πάν­τοτε. 

19. Τοῦ Ἁ­γίου Ἀ­πο­στό­λου Ἀρ­χίπ­που. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ς προ­σπε­λά­σας ὁ­λικῇ δι­α­θέ­σει, τῷ τῶν ἀῤῥή­των μυ­ητῇ καὶ ἐ­πό­πτῃ, τῶν Ἀ­πο­στό­λων σύ­σκη­νος ἐ­δεί­χθης σοφέ· ὅ­θεν τὸν τῆς πί­στεως, θεῖον λό­γον κη­ρύ­ξας, ἔ­τε­μες τοῖς τρό­ποις σου, τὰ φυτὰ τῆς κα­κίας, καὶ ἐ­να­θλή­σας Ἄρ­χιππε στεῤῥῶς, δι­και­ο­σύ­νης, ἐ­δέξω τὸν στέ­φα­νον. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

ς ἀ­στέρα μέ­γαν σε, ἡ Ἐκ­κλη­σία, κε­κτη­μένη Ἄρ­χιππε, ταῖς τῶν θαυ­μά­των σου βο­λαῖς, φω­τι­ζο­μένη κραυ­γά­ζει σοι· σῶ­σον τοὺς πί­στει, τι­μῶν­τας τὴν μνή­μην σου. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Χαί­ροις Ἀ­πο­στό­λων ὁ κοι­νω­νός, καὶ τῆς ἀ­λη­θείας, φυ­το­κό­μος ὁ ἱ­ε­ρός· χαί­ροις Πα­ρα­κλή­του, τὸ ἔμ­ψυ­χον τα­μεῖον, Ἀ­πό­στολε καὶ Μάρ­τυς, τοῦ Λό­γου Ἄρ­χιππε. 

20. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Λέ­ον­τος, Ἐ­πι­σκό­που Κα­τά­νης.


 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

­ε­ρέων ἀ­κρό­της εὐ­σε­βείας δι­δά­σκα­λος, καὶ θαυ­μα­τουρ­γὸς ἀ­νε­δεί­χθης Ἱ­ε­ράρχα πα­νόλ­βιε· ἠ­θῶν γὰρ οὐ­ρα­νίων τῷ φωτί, τοῦ Πνεύ­μα­τος πλου­τή­σας τὴν ἰ­σχύν, θε­ρα­πεύ­εις τοὺς νο­σοῦν­τας καὶ τὰς ψυ­χάς, Λέον τῶν προ­σι­όν­των σοι· δόξα τῷ σὲ δο­ξά­σαντι Χρι­στῷ, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τὴν ἐν πρε­σβεί­αις.

Τὸν ἀπὸ βρέ­φους Κυ­ρίῳ ἀ­να­τε­θέντα, καὶ ἐκ σπαρ­γά­νων τὴν χά­ριν ἀ­νει­λη­φότα, πάν­τες τοῖς ᾄ­σμασι στε­φα­νώ­σω­μεν, Λέ­οντα τὸν φω­στῆρα τῆς Ἐκ­κλη­σίας καὶ πρό­μα­χον· αὐ­τῆς γὰρ ὑ­πάρ­χει τὸ στή­ρι­γμα. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

­φρι­ξαν ἰ­δόν­τες σε ἐν φλογί, ἱ­στά­με­νον Πά­τερ, ὡς ἐν κήπῳ ἀ­ει­θα­λεῖ, τὸν δὲ μά­γον ὥ­σπερ, κη­ρὸν δι­α­λυ­θέντα, οἱ εὐ­σε­βεῖς ὦ Λέον, Θεὸν δο­ξά­ζον­τες. 

21. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Τι­μο­θέου, τοῦ ἐν Συμ­βό­λοις. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον.

Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Φε­ρω­νύ­μως τι­μή­σας Θεὸν Τι­μό­θεε, διὰ ζωῆς ἐ­νά­ρε­του ἀπὸ παι­δὸς ὡς σο­φός, ἐ­τι­μή­θης παρ᾿ αὐ­τοῦ ἀ­ξίως Ὅ­σιε· τῶν γὰρ ἐν­θέων δω­ρεῶν, σκεῦος ὤ­φθης ἱ­ε­ρόν, πα­ρέ­χων ἑνὶ ἑκά­στῳ, πο­λυ­τε­λεῖς χο­ρη­γίας, πρὸς σω­τη­ρίαν τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

ς ἀ­στὴρ πο­λύ­φω­τος ἐκ τῆς Ἑ­ῴας, ἀ­να­λάμ­ψας ηὔ­γα­σας, ἐν ταῖς καρ­δί­αις τῶν πι­στῶν, τὰς ἀ­ρε­τὰς τῶν θαυ­μά­των σου, θαυ­μα­το­φόρε θέ­ο­φρον Τι­μό­θεε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

­ρας τὸν σταυ­ρόν σου ἀπὸ παι­δός, ἴ­χνεσι τοῦ Λό­γου ἐ­πο­ρεύ­θης ἀ­σκη­τι­κῶς, καὶ τῆς ἀ­πα­θείας, τὴν ἔλ­λαμ­ψιν πλου­τή­σας, πα­θῶν ἡ­μᾶς ἀ­χλύος, ῥῦ­σαι Τι­μό­θεε. 

22. Ἡ εὕ­ρε­σις τῶν λει­ψά­νων τῶν Ἁ­γίων Μαρ­τύ­ρων, τῶν ἐν τοῖς Εὐ­γε­νίου. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. Ἦ­χος α´. Τὸν τά­φον σου Σω­τήρ.

ς ῥόδα νο­ητά, καὶ χα­ρί­των τα­μεῖα, ἐ­φά­νη­σαν ἐκ γῆς, τὰ σε­πτὰ ὑ­μῶν σκήνη, πα­νέν­δο­ξοι μάρ­τυ­ρες, Ἐκ­κλη­σίας ἑ­δραί­ωμα, δι­α­πνέ­οντα, τῶν ἰ­α­μά­των τὴν χά­ριν, καὶ πα­ρέ­χοντα, ὀ­σμὴν ζωῆς τοῖς ἐκ πό­θου, ὑμᾶς μα­κα­ρί­ζουσι. 

Κον­τά­κιον. Ἦ­χος πλ. β´. Τὴν ὑ­πὲρ ἡ­μῶν.

­θλο­φο­ρι­κήν, ἐκ­φαί­νοντα εὐ­κλη­ρίαν, καὶ πνευ­μα­τι­κήν, ἐκ­πνέ­οντα εὐ­ω­δίαν, ἀ­νε­φά­νη­σαν γῆ­θεν, Ὑ­μῶν νῦν τὰ λεί­ψανα, Ἀ­θλο­φό­ροι πα­να­οί­δι­μοι, τῶν Ἀγ­γέ­λων ὁ­μο­δί­αι­τοι, καὶ Χρι­στοῦ κή­ρυ­κες ἔν­θεοι· ὃν δυ­σω­πεῖτε θερ­μῶς, τοῦ σω­θῆ­ναι ἡ­μᾶς. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

ν­θη­σαν ὡς κρίνα μυ­ρο­βαφῆ, τὰ λεί­ψανα ἤδη, ἐν τῷ κό­σμῳ ὑ­μῶν σε­πτῶς, καὶ τῆς ἀ­φθαρ­σίας, τῇ νο­ητῇ εὐ­πνοίᾳ, Μάρ­τυ­ρες τοῦ Κυ­ρίου, ἡ­μᾶς εὐ­φραί­νουσι. 

23. Τοῦ Ἁ­γίου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Πο­λυ­κάρ­που, Ἐ­πι­σκό­που Σμύρ­νης. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον.

Ἦ­χος δ´. Ταχύ προ­κα­τά­λαβε.

Τὴν κλῆ­σιν τοῖς ἔρ­γοις σου, ἐ­πι­σφρα­γί­σας σοφέ, ἐ­λαία κα­τά­καρ­πος, ὤ­φθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πο­λύ­καρπε ἔν­δοξε· σὺ γὰρ ὡς Ἱ­ε­ράρ­χης, καὶ στεῤ­ῥὸς Ἀ­θλο­φό­ρος, τρέ­φεις τὴν Ἐκ­κλη­σίαν, λο­γικῇ εὐ­καρ­πίᾳ, πρε­σβεύων Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς, ὑ­πὲρ τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον.
Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς Ἀγ­γε­λι­κός.

Καρ­ποὺς τοὺς λο­γι­κούς, τῷ Κυ­ρίῳ προ­σφέ­ρων, Πο­λύ­καρπε σοφέ, ἀ­ρε­τῶν δι᾿ ἐν­θέων, ἐ­δεί­χθης ἀ­ξι­ό­θεος, Ἱ­ε­ράρχα μα­κά­ριε· ὅ­θεν σή­με­ρον, οἱ φω­τι­σθέν­τες σοῖς λό­γοις, ἀ­νυ­μνοῦ­μέν σου, τὴν ἀ­ξι­έ­παι­νον μνή­μην, δο­ξά­ζον­τες Κύ­ριον. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Φοί­νιξ ἀ­νε­δεί­χθης καρ­πο­τε­λής, ὡς καρ­πο­φο­ρίαν, πε­ρι­φέ­ρων θε­ουρ­γι­κήν, τὴν τῶν Ἀ­πο­στό­λων, ἀ­μέ­σως κοι­νω­νίαν, δι᾿ ἧς ἐκ­τρέ­φεις κό­σμον, Πά­τερ Πο­λύ­καρπε. 

24. Ἡ πρώτη καὶ δευ­τέρα εὕ­ρε­σις τῆς Τι­μίας Κε­φα­λῆς τοῦ Ἁ­γίου Προ­φή­του, Προ­δρό­μου καὶ Βα­πτι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου. 

Κα­τά­λυ­σις οἴ­νου καὶ ἐ­λαίου. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

κ γῆς ἀ­να­τεί­λασα ἡ τοῦ Προ­δρό­μου Κε­φαλή, ἀ­κτῖ­νας ἀ­φί­ησι τῆς ἀ­φθαρ­σίας, πι­στοῖς τῶν ἰ­ά­σεων, ἄ­νω­θεν συ­να­θροί­ζει, τὴν πλη­θὺν τῶν Ἀγ­γέ­λων· κά­τω­θεν συγ­κα­λεῖ­ται, τῶν ἀν­θρώ­πων τὸ γέ­νος, ὁ­μό­φω­νον ἀ­να­πέμ­ψαι, δό­ξαν Χρι­στῷ τῷ Θεῷ. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

Προ­φῆτα Θεοῦ, καὶ Πρό­δρομε τῆς χά­ρι­τος, τὴν Κά­ραν τὴν σήν, ὡς ῥό­δον ἱ­ε­ρώ­τα­τον, ἐκ τῆς γῆς εὑ­ρά­με­νοι, τὰς ἰ­ά­σεις πάν­τοτε λαμ­βά­νο­μεν, καὶ γὰρ πά­λιν ὡς πρό­τε­ρον, ἐν κό­σμῳ κη­ρύτ­τεις τὴν με­τά­νοιαν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

­σπερ μυ­ρο­θήκη πνευ­μα­τική, ἐκ γῆς ἀ­νε­φάνη, σοῦ ἡ πάν­τι­μος Κε­φαλή, Βα­πτι­στὰ Κυ­ρίου, καὶ κό­σμου κα­τευ­φραί­νει, τῆς ἡ­δυ­πνόου δό­ξης ταῖς δι­α­δό­σεσι. 

25. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Τα­ρα­σίου, Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Τὴν ὡ­ραι­ό­τητα.

Βίου ὀρ­θό­τητι, καλ­λω­πι­ζό­με­νος, φω­στὴρ ὑ­πέρ­λαμ­προς, ὤ­φθης τοῦ Πνεύ­μα­τος, καὶ τὴν Εἰ­κόνα τοῦ Χρι­στοῦ, Συ­νόδῳ ἐν τῇ Ἑ­βδόμῃ, προ­σκυ­νεῖν ἐ­κή­ρυ­ξας, ὀρ­θο­δό­ξως μα­κά­ριε, στῦ­λος καὶ ἑ­δραί­ωμα, Ἐκ­κλη­σίας γε­νό­με­νος· διὸ τοὺς σοὺς ἀ­γῶ­νας γε­ραί­ρει, Πά­τερ Ἱ­ε­ράρχα Τα­ρά­σιε. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος γ´. Ἡ Παρ­θέ­νος σή­με­ρον.

ρ­θο­δο­ξίας δό­γμασι, τὴν Ἐκ­κλη­σίαν φαι­δρύ­νας, καὶ Χρι­στοῦ μα­κά­ριε, τὴν σε­βα­σμίαν Εἰ­κόνα, σέ­βε­σθαι, καὶ προ­σκυ­νεῖ­σθαι πᾶ­σι δι­δά­ξας, ἤ­λεγ­ξας, Εἰ­κο­νο­μά­χων ἄ­θεον δό­γμα· διὰ τοῦτό σοι βο­ῶ­μεν· ὦ Πά­τερ χαί­ροις, σοφὲ Τα­ρά­σιε. 

   Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τύ­πον κα­λῶν ἔρ­γων δι᾽ ἀ­ρε­τῆς, ἐν τῇ Ἐκ­κλη­σίᾳ, πα­ρα­στή­σας Πά­τερ σαὐ­τόν, τοῦ Χρι­στοῦ τὸν τύ­πον, ἐν ἱ­ε­ραῖς Εἰ­κό­σιν, ἐ­δί­δα­ξας τι­μᾶ­σθαι, ὀρ­θῶς Τα­ρά­σιε. 

26. Τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρὸς ἡ­μῶν Πορ­φυ­ρίου, Ἐ­πι­σκό­που Γά­ζης. 

Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ὁ ὑ­ψω­θεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Πορ­φυ­ραυ­γέ­σιν ἀ­ρε­τῶν λαμ­πη­δόσι, κα­τα­λαμ­πρύ­νας σε­αυ­τὸν Ἱ­ε­ράρχα, κα­θά­περ φῶς ἐ­ξέ­λαμ­ψας Πορ­φύ­ριε σοφέ· λό­γοις γὰρ καὶ θαύ­μα­σιν, ἀ­λη­θῶς δι­α­πρέ­ψας, πᾶ­σιν ἐ­βε­βαί­ω­σας, εὐ­σε­βείας τὴν χά­ριν· καὶ νῦν Χρι­στῷ ἀ­ΰ­λως λει­τουρ­γῶν, ὑ­πὲρ τοῦ κό­σμου, μὴ παύσῃ δε­ό­με­νος. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τοῖς τῶν αἱ­μά­των σου.

Ἱ­ε­ρω­τά­τοις σου τρό­ποις κο­σμού­με­νος, ἱ­ε­ρω­σύ­νης στο­λαῖς κα­τη­γλά­ϊ­σαι, παμ­μά­καρ θέ­ο­φρον Πορ­φύ­ριε, καὶ ἰ­α­μά­των ἐμ­πρέ­πεις ὑ­ψώ­μασι, πρε­σβεύων ἀ­παύ­στως ὑ­πὲρ πάν­των ἡ­μῶν. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης σε­πτὸς βλα­στός, καὶ Γα­ζαίων θεῖος, ποι­με­νάρ­χης καὶ ὁ­δη­γός, καὶ τῆς Ἐκ­κλη­σίας, νυμ­φα­γω­γὸς ἐ­δεί­χθης, Πορ­φύ­ριε τρι­σμά­καρ, σῴ­ζων τοὺς δού­λους σου. 

27. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Προ­κο­πίου, τοῦ Δε­κα­πο­λί­του, τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος α´. Τῆς ἐ­ρή­μου πο­λί­της.

Φε­ρω­νύ­μως προ­κό­πτων ἐν ἀ­σκή­σει Προ­κό­πιε, ἤρ­θης ἐκ δυ­νά­μεως Πά­τερ, πρὸς ἀ­θλή­σεως ἔλ­λαμ­ψιν· Χρι­στοῦ γὰρ τὴν εἰ­κόνα προ­σκυ­νῶν, Μαρ­τύ­ρων ἀ­νε­δεί­χθης κοι­νω­νός· μεθ᾿ ὧν πρέ­σβευε παμ­μά­καρ δι­α­παν­τός, ὑ­πὲρ τῶν ἐκ­βο­ών­των σοι· δόξα τῷ δε­δω­κότι σοι ἰ­σχύν, δόξα τῷ σὲ στε­φα­νώ­σαντι, δόξα τῷ ἐ­νερ­γοῦντι διὰ σοῦ, πᾶ­σιν ἰ­ά­ματα. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

­ω­σφό­ρον σή­με­ρον, ἡ Ἐκ­κλη­σία, κε­κτη­μένη ἅ­πα­σαν, κα­κο­δο­ξίας τὴν ἀ­χλύν, δι­α­σκε­δά­ζει τι­μῶσά σε, οὐ­ρα­νο­μύ­στα Προ­κό­πιε ἔν­δοξε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Θείας ὑ­πα­λεί­πτην σε προ­κο­πῆς, καὶ ὁ­μο­λο­γίας, θε­η­γό­ρου ὑ­φη­γη­τήν, Πά­τερ εὖ εἰ­δό­τες, τοὺς πό­νους σου τι­μῶ­μεν, δι᾽ ὧν κα­τα­πυρ­σεύ­εις, ἡ­μᾶς Προ­κό­πιε. 

28. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λείου τοῦ Ὁ­μο­λο­γη­τοῦ, συ­να­σκη­τοῦ τοῦ Ἁ­γίου Προ­κο­πίου τοῦ Δε­κα­πο­λί­του. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος δ´. Ταχὺ προ­κα­τά­λαβε.

Βα­σί­λειον δώ­ρημα, τῆς Ἐκ­κλη­σίας Χρι­στοῦ, ἐ­δεί­χθης Βα­σί­λειε, ὡς βα­σι­λεύ­σας πα­θῶν τοῖς θεί­οις σου σκάμ­μασι· σὺ γὰρ ὁ­μο­λο­γίᾳ, τὸν σὸν βίον φαι­δρύ­νας, λάμ­πεις δι᾿ ἀμ­φο­τέ­ρων, ὡς ἀ­στὴρ σε­λα­σφό­ρος· ἐν­τεῦ­θεν τῆς ἀ­σα­λεύ­του, βα­σι­λείας ἠ­ξί­ω­σαι. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος β´. Τὰ ἄνω ζη­τῶν.

ξ ὕ­ψους λα­βών, τὴν θείαν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν, ἐ­ξῆλ­θες σοφέ, ἐκ μέ­σου τῶν συγχύσεων· καὶ μο­νά­σας Ὅσιε, τῶν θαυ­μά­των εἴ­λη­φας ἐ­νέρ­γειαν, καὶ τὰς νό­σους ἰ­ᾶ­σθαι τῇ χά­ριτι, Βα­σί­λειε Πάτερ ἱ­ε­ρώ­τατε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

­φθης Βα­σι­λέως τῶν οὐ­ρα­νῶν, θε­ρά­πων καὶ μύ­στης, διὰ βίου εἰ­λι­κρι­νοῦς· οὗ τὸν χα­ρα­κτῆρα, σε­βό­με­νος αἰ­σχύ­νεις, Βα­σί­λειε παμ­μά­καρ, ἄ­να­κτα τύρα­ννον. 

29. Τοῦ Ὁ­σίου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Κασ­σι­α­νοῦ τοῦ Ῥω­μαίου. 

 Ἀ­πο­λυ­τί­κιον. 

Ἦ­χος πλ. α´. Τὸν συ­νά­ναρ­χον Λό­γον.

Τῆς σο­φίας τὸν λό­γον Πά­τερ τοῖς ἔρ­γοις σου, ἀ­σκη­τι­κῶς γε­ωρ­γή­σας ὡς οἰ­κο­νό­μος πι­στός, ἀ­ρε­τῶν μυ­στα­γω­γεῖς τὰ κα­τορ­θώ­ματα· σὺ γὰρ πρά­ξας εὐ­σε­βῶς, ἐκ­δι­δά­σκεις ἀ­κρι­βῶς, Κασ­σι­ανὲ θε­ο­φόρε, καὶ τῷ Σω­τῆρι πρε­σβεύ­εις, ἐ­λε­η­θῆ­ναι τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν. 

Κον­τά­κιον. 

Ἦ­χος α´. Χο­ρὸς Ἀγ­γε­λι­κός.

Οἱ λό­γοι σου σοφέ, οὐ­ρα­νίου κασ­σίας, ὀ­σμὴν πνευ­μα­τι­κὴν, δια­­πνέ­ουσι κό­σμῳ· φι­ά­λαι γὰρ ὤ­φθη­σαν, ἀ­ρω­μά­των ὡς γέ­γρα­πται, σι­α­γό­νες σου, αἱ ἀ­να­πτύσ­σουσι πᾶσι, τὰς ἐν Πνεύ­ματι, πνευ­μα­τι­κὰς ἀ­να­βά­σεις, Κασ­σι­ανὲ Ὅ­σιε. 

Με­γα­λυ­νά­ριον.

Γνώ­σεως τῆς θύ­ρα­θεν με­τα­σχών, ὤ­φθης κε­κρυμ­μέ­νης, ἐ­πι­στή­μης μυ­στα­γω­γός, ἧς τὰς ἐ­πι­δό­σεις, λό­γοις ἡ­μᾶς παι­δεύ­εις, Κασ­σι­ανὲ θε­ό­φρον, Πνεύ­μα­τος σκή­νωμα.

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις