Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ


Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ

6 Φεβρουαρίου 

Πηγή: ΤΟ ΕΙΛΗΤΑΡΙΟΝ

Ο άγιος πατήρ ημών Φώτιος ο Μέγας γεννήθηκε το 810. Η οικογένειά του ανήκε στην υψηλή βυζαντινή αυτοκρατορία· ο πατέρας του, ο σπαθάριος Σέργιος, ήταν αδελφός του πατριάρχου αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.] και ο εκ μητρός θείος του είχε νυμφευθεί την αδελφή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (815-867) [11 Φεβρ.]. Οι γονείς του ήσαν φιλομόναχοι και μαρτύρησαν κατά τον εικονομαχικό διωγμό, αφήνοντας έτσι στον υιό τους παρακαταθήκη ένα αγαθό κατά πολύ πολυτιμότερο από την ευγενική καταγωγή και περιουσία: την μέχρι θανάτου προσήλωση στην αληθινή πίστη. Προικισμένος από τον Θεό με εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες, ο νεαρός Φώτιος έλαβε την πλέον ενδελεχή μόρφωση σε όλες τις επιστήμες: θύραθεν και ιερές. Περνούσε ολόκληρες νύκτες μελετώντας, μην επιτρέποντας να του ξεφύγει κανένα είδος επιστήμης της τότε εποχής και αποκτώντας ευρύτατες γνώσεις που τον κατέστησαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του και την κυρίαρχη μορφή της πνευματικής αναγέννησης του Βυζαντίου μετά τα δεινά της εικονομαχίας. Εν συνεχεία, έγινε περίφημος διδάσκαλος της αριστοτελικής φιλοσοφίας και της θεολογίας στην αυτοκρατορική Ακαδημία που είχε ιδρυθεί στο ανάκτορο των Μαγγάνων [1]. Απεσταλμένος σε διπλωματική αποστολή στην Βαγδάτη (845), συνέταξε από μνήμης προς χρήση του αδελφού του την «Μυριόβιβλον (βιβλιοθήκη)» [2]: κριτική επιτομή 280 έργων πάσης φύσεως, απόδειξη του εύρους των γνώσεών του. Καθώς η αποστολή αυτή εστέφθη με επιτυχία, έλαβε επιστρέφοντας το αξίωμα του «πρωτασηκρήτη» (έμπιστου γραμματέα και συμβούλου του αυτοκράτορα), δίχως παρά ταύτα να εγκαταλείψει τα διδακτικά του καθήκοντα και τις αγαπημένες του μελέτες. 
Το 857, ο θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (839-867), Βάρδας (816-866), κατέλαβε την πολιτική εξουσία με τον τίτλο του καίσαρος. Για να εκδικηθεί τον πατριάρχη Ιγνάτιο (798-877) [23 Οκτ.], ο οποίος είχε ελέγξει το ήθος του, τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το αξίωμά του και ενήργησε ώστε να εκλεγεί, παρά τη θέλησή του, ομόφωνα από τον κλήρο ο ευσεβής και σοφός Φώτιος. Προτιμώντας τον θάνατο παρά το γεμάτο κινδύνους τούτο λειτούργημα σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο, εκείνος αντιστάθηκε όσο μπορούσε στις παρακλήσεις και στις απειλές και, τελικά, κλαίγοντας ενέδωσε και δέχθηκε να εγκαταλείψει την γαλήνη του σπουδαστηρίου του και τις φιλοσοφικές συζητήσεις με τους πνευματικούς του φίλους για να χειροτονηθεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στις 25 Δεκεμβρίου του 858, αφού ανήλθε μέσα σε έξι ημέρες όλους τους βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Σε μια επιστολή του στον καίσαρα Βάρδα, έγραφε ότι ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο «ἀγόμενος καὶ ἑλκόμενος, καὶ μᾶλλον ἂν προτιμήσας τοῦ βίου τὴν τελευτήν». Οι ακραίοι οπαδοί του Ιγνατίου άρχισαν τότε να αντιτίθενται στον νέο πατριάρχη με κάθε είδους ραδιουργίες, προφασιζόμενοι την αντικανονικότητα της αιφνίδιας ανόδου ενός λαϊκού στον ανώτατο βαθμό της ιεραρχίας. Όσο για τον Φώτιο, εκείνος προσπαθούσε να αποφύγει την οποιαδήποτε σύγκρουση και έκανε ό,τι ήταν στο χέρι του για να αποκαταστήσει την ενότητα και ειρήνη στην Εκκλησία, στερεώνοντάς την στην αγάπη που είναι ο «σύνδεσμος της τελειότητας» (βλ. Κολ. 3, 14). 
Προσπάθησε κατ’ αρχήν να εκριζώσει τα υπολείμματα των αιρέσεων των μανιχαίων και εικονομάχων, ανέλαβε την ανοικοδόμηση πλήθους ναών, μονών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που είχαν πέσει θύματα βανδαλισμού εκ μέρους των εικονομάχων και συν τοις άλλοις επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα στην οργάνωση ιεραποστολών για τον ευαγγελισμό των βάρβαρων λαών. Παρά τις προσπάθειές του να κατευνάσει τους οπαδούς του Ιγνατίου και κατακρίνοντας ταυτόχρονα τις βίαιες διώξεις εναντίον τους εκ μέρους της κυβέρνησης, αναγκάσθηκε να συγκαλέσει σύνοδο (859), η οποία επικύρωσε την εκθρόνιση του Ιγνατίου και τον εξόρισε στην Μυτιλήνη, κατόπιν δε στην Τερέβινθο. Η αναταραχή, όμως, δεν σταμάτησε και, έτσι, συγκλήθηκε και άλλη σύνοδος το 861, στον ναό των Αγίων Αποστόλων, με την παρουσία λεγάτων του πάπα που ονομάστηκε «Πρωτοδευτέρα» και που επισήμως είχε ως σκοπό να επικυρώσει την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας και να καταδικάσει οριστικά την εικονομαχία. Πέρα, όμως, από τον δογματικό αυτό ρόλο της, η σύνοδος αναγνώρισε επίσης την εγκυρότητα της χειροτονίας του Φωτίου με την πλήρη συγκατάθεση των λεγάτων, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι ενεργούσαν αντίθετα στις διαταγές του πάπα, σκέφτονταν ότι με τον τρόπο αυτό συνέβαλλαν στον θρίαμβο της εξουσίας της Ρώμης. 
Ο αλαζόνας και φιλόδοξος πάπας Νικόλαος Δ΄ (858-868) είχε πάρει το μέρος του Ιγνατίου, διαβλέποντας στην υπόθεση αυτή να προβάλει –για πρώτη φορά με έκδηλο τρόπο στην ιστορία της Εκκλησίας– την αξίωση των παπών της Ρώμης για δικαιοδοσία «ἐπὶ τῆς καθολικῆς (ολόκληρης της) Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ ὅλης τῆς γῆς». Από το πρωτείο τιμής και την διαιτητική εξουσία επί δογματικών θεμάτων, που αναγνωρίζονταν ανέκαθεν στην Ρώμη από τις άλλες Εκκλησίες, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων που προώθησαν οι αυτοκράτορες (αρειανισμός, μονοθελητισμός, εικονομαχία), οι πάπες την εποχή αυτή αρχίζουν να αναλαμβάνουν για δικό τους λογαριασμό την ηγεμονική αξίωση των Φράγκων να ανασυσταθεί η δυτική αυτοκρατορία, που είχε διαλυθεί με τον θάνατο του Καρλομάγνου (742-814) και την συνθήκη του Βερντέν (Verdun, Αύγουστος 843). Με πρωτοβουλία αυταρχικών παπών, η ρωμαϊκή Εκκλησία επιδίωκε να επιβάλει τότε σε ολόκληρη την Εκκλησία την υπεροχή της, την οποία ισχυριζόταν ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό και που θα της έδινε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών και να επιβάλλει παντού τα ήθη της (αγαμία του κλήρου, νηστεία του Σαββάτου, χρήση αζύμων στην θεία Ευχαριστία, μεταξύ άλλων). 
Η αντιπαλότητα του πάπα Νικολάου Α΄ (820-867) και η ανάμιξή του στις υποθέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ είχε κληθεί μόνο για να αποφανθεί περί της εικονομαχίας, ώθησε τον άγιο Φώτιο να καταγγείλει τους νεωτερισμούς της Ρώμης. Έγραφε τότε: «Η κατάργηση και των πλέον ελασσόνων παρακαταθηκών που ελάβαμε από την Παράδοση, οδηγεί στην πλήρη καταφρόνηση των δογμάτων». Η αντίδραση αυτή προκάλεσε την οργή του πάπα, ο οποίος έγραψε προς όλους τους επισκόπους της Ανατολής κατηγορώντας τον Φώτιο ως μοιχεπιβάτη, αφού κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο ζώντος του νομίμου κατόχου του και αποφάσισε από μόνος του την εκθρόνιση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα πρωτοφανές στην ιστορία της Εκκλησίας. Αποφαινόταν επιπλέον ότι οι αποφάσεις της Συνόδου του 861 ήσαν άκυρες, επικαλούμενος το δικαίωμα των παπών να κρίνει τις συνόδους. Και δεν σταμάτησε εκεί. Το 863 συγκάλεσε στην Ρώμη σύνοδο επισκόπων της Δύσεως, η οποία αποφάσισε την εκθρόνιση του Φωτίου και αφόρισε όλους τους κληρικούς που είχαν χειροτονηθεί από αυτόν. Στις ενστάσεις του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ ο πάπας δήλωσε, το 865, ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό την υπεροχή επί της καθολικής Εκκλησίας και ως εκ τούτου μπορούσε να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών. Κατόπιν, με σειρά επιστολών εξαπέλυσε σωρεία ύβρεων κατά του Φωτίου, οι οποίες κρίθηκαν ανάξιες αποκρίσεως εκ μέρους του αληθινού μαθητού του Σωτήρος. 
Παρά τις αντιδράσεις και τις μέριμνες, ο άγιος πατριάρχης δεν έπαψε την αποστολική δραστηριότητά του. Σε συμφωνία με τον βασιλέα οργάνωσε τότε ιεραποστολές για την διάδοση του Ευαγγελίου στους Σλάβους. Απευθύνθηκε προς τούτο στον συνάδελφο και σοφό φίλο του Κωνσταντίνο, τον οποίο τιμούμε ως άγιο με το όνομα Κύριλλος, καθώς και στον αδελφό του Μεθόδιο, ασκητή στο όρος Όλυμπος, για να αναλάβουν μια πρώτη αποστολή στους Χαζάρους της νότιας Ρωσίας. Λίγο αργότερα, κατόπιν αιτήματος του ηγεμόνα της Μοραβίας, έστειλε τους δύο αδελφούς σε μια μεγάλη ιεραποστολική περιοδεία η οποία σημάδεψε τις απαρχές του εκχριστιανισμού των σλαβικών πληθυσμών των Βαλκανίων [βλ. εορτή αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου: 11 Μαΐου (826-869· 815-885)]. 
Την ίδια εποχή, ο ηγεμών της Βουλγαρίας Μπόρις Α΄ (Борис-Михаил· ηγεμ.: 852-889· θάν.: 2 Μαΐου 907) [2 Μαΐ.], ο οποίος είχε μόλις βαπτισθεί λαμβάνοντας το όνομα Μιχαήλ, με ανάδοχο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, συμπαρασύροντας ολόκληρο το έθνος του στην χριστιανική πίστη, αποστασιοποιείτο από το Βυζάντιο εξαιτίας της άρνησης του αυτοκράτορα να του παραχωρήσει έναν πατριάρχη των Βουλγάρων και απευθύνθηκε στην Ρώμη (866). Δραττόμενος της ευκαιρίας αυτής που ανταποκρινόταν τόσο καλά στις φιλοδοξίες του, ο πάπας έστειλε αμέσως λατίνους προσηλυτιστές στην Βουλγαρία, με την εντολή να διαδώσουν τους νεωτερισμούς τους στην νεαρή αυτή Εκκλησία που είχε ιδρυθεί από τους Βυζαντινούς, ιδιαιτέρως δε να διαδώσουν την προσθήκη «και του Υιού» (filioque) στο «Σύμβολο της Πίστεως» [3]. Μπροστά στον κίνδυνο των νεωτερισμών που έπλητταν αυτό το ίδιο το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ο άγιος Φώτιος έκρινε πως είχε έρθει πλέον η ώρα «ο πράος να γίνει μαχητής» (βλ. Ιωήλ 4, 11), να λύσει την σιωπή του και να περάσει στην αντεπίθεση. Απηύθυνε μια Εγκύκλιο Επιστολή σε όλους τους επισκόπους της Ανατολής, με την οποία καταδίκαζε εντονότατα τις πλάνες των Λατίνων, ιδιαιτέρως το filioque. Στη συνέχεια, συγκάλεσε μεγάλη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 867, η οποία διακήρυξε την νίκη του ορθοδόξου δόγματος επί παντός αιρέσεως και αναθεμάτισε τον πάπα Νικόλαο και τους ιεραποστόλους του στην Βουλγαρία. Έτσι, ένα επίσημο σχίσμα χώρισε τις δύο Εκκλησίες, πρόδρομος αυτό του Μεγάλου Σχίσματος του 1054. 
Εν τω μεταξύ, στα τέλη του έτους 867, μετά την δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄, ανήλθε στον θρόνο ο Βασίλειος Α΄ (867-886) ιδρύοντας την δυναστεία των Μακεδόνων (867-1057). Αμέσως φρόντισε να καθαιρεθεί ο άγιος Φώτιος και να φυλακισθεί στην Μονή της Σκέπης, επαναφέροντας στον θρόνο τον άγιο Ιγνάτιο. Παρά τις φιλειρηνικές επεμβάσεις του Ιγνατίου, οι εχθροί του Φωτίου άρχισαν κανονικό διωγμό κατά πάντων των κληρικών που είχε χειροτονήσει εκείνος. Μπροστά στις ταραχές αυτές, ο Βασίλειος Α΄ έκρινε κατάλληλη την περίσταση να αναθέσει στην Ρώμη να κρίνει μεταξύ των δύο διεκδικητών του πατριαρχικού θρόνου. Ο διάδοχος του Νικολάου Α΄, Αδριανός Β΄ (792-872), επωφελήθηκε από αυτή την ευκαιρία που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας και συγκάλεσε σύνοδο (869), η οποία καταδίκασε εκ νέου τον Φώτιο, κήρυξε άκυρη την Σύνοδο του 867 καίγοντας δημόσια τα Πρακτικά της και έδωσε εντολή για σύγκληση συνόδου στην Κωνσταντινούπολη. Η ψευτοσύνοδος αυτή που ονομάστηκε από τους Λατίνους «Όγδοη Οικουμενική Σύνοδος», συγκέντρωσε το 869-870 ολιγάριθμους επισκόπους που, από τον φόβο του ηγεμόνα και από δειλία, καταδίκασαν τον Φάρο της Εκκλησίας και εξόρισαν τους οπαδούς του στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από διακόσιοι επίσκοποι καθαιρέθηκαν τότε και πολλοί ιερείς αποσχηματίσθηκαν. Ο άγιος πατριάρχης Φώτιος σύρθηκε ως κακοποιός ενώπιον εκείνης της συνόδου και πιεζόμενος έντονα να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, είπε μετά από μακρά σιωπή: «Ο Θεός ενωτίζεται την φωνή αυτού που σιγεί. Διότι και ο ίδιος ο Χριστός σιωπώντας δεν απέφυγε την καταδίκη». Καθώς οι κατήγοροί του επέμεναν, εκείνος αποκρίθηκε: «Η δικαίωσή μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». Άξιος μιμητής του Πάθους του πραότατου και καρτερικότατου Ιησού Χριστού, ο άγιος Φώτιος, παρά την ασθένειά του, υπέμεινε για τρία χρόνια τα δεινά μιας σκληρής ειρκτής, την στέρηση κάθε είδους συντροφιάς, ακόμη και των βιβλίων του, δίχως να παραπονεθεί ούτε μια φορά και δίχως να κατηγορήσει ποτέ τον Ιγνάτιο –ο οποίος ήταν άλλωστε αθώος για όλες τις ωμότητες αυτές– μην έχοντας στον νου του άλλο παρά να ενθαρρύνει τους δοκιμαζόμενους φίλους του με τις επιστολές του και να προσεύχεται για τον βασιλέα και για τους διώκτες του. 
Εν τω μεταξύ, οι επίσκοποι αντιλαμβανόμενοι ότι η δειλία και ο καιροσκοπισμός τους οδήγησε στην καθυπόταξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στον δεσποτισμό της Ρώμης, έπεισαν τον αυτοκράτορα να κηρύξει άκυρες τις αποφάσεις της συνόδου του 870 και να ελευθερώσει τον Φώτιο. Ο άγιος ανακλήθηκε με τιμές και ανέλαβε την εκπαίδευση των παιδιών του βασιλέα. Η πρώτη κίνησή του ήταν να σπεύσει προς τον άγιο Ιγνάτιο για να συμφιλιωθεί μαζί του. Οι δύο άγιοι, θύματα των ανταγωνισμών μεταξύ των μερίδων που χρησιμοποιούσαν το όνομά τους, αγκαλιάσθηκαν με θέρμη και ο Φώτιος πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια στον άρρωστο πατριάρχη τον οποίον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Όταν εκοιμήθη ο άγιος Ιγνάτιος (23 Οκτωβρίου του 877), ομόφωνη η Εκκλησία αποκατέστησε τον άγιο Φώτιο στον πατριαρχικό θρόνο. Λίγο αργότερα, με δική του πρωτοβουλία ο Φώτιος εισήγαγε τον εορτασμό της μνήμης του αγίου Ιγνατίου. Δικαίως, λοιπόν, η Εκκλησία εγκωμιάζει από κοινού τους δύο αγίους στο «Συνοδικό» που διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «Τῶν ἁγιωτάτων ὀρθοδόξων καὶ ἀοιδίμων πατριαρχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη!». 
Κατά τα έτη 879-880, συνήλθαν σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη 383 ιεροί και θειότατοι Πατέρες υπό την προεδρία του Φωτίου και παρουσία λεγάτων του πάπα. Επικύρωσαν την αποκατάσταση του πατριάρχη, έκριναν αντικανονική την σύνοδο του 870 και αποκατέστησαν την επικοινωνία μεταξύ των δύο Εκκλησιών, αναθεματίζοντας κάθε νεωτερισμό και, συγκεκριμένα, την προσθήκη του filioque στο «Σύμβολο της Πίστεως». Η διακαής επιθυμία του ιεράρχη είχε εκπληρωθεί: η ειρήνη και η ενότητα της Εκκλησίας είχε αποκατασταθεί. Αμέσως επιδόθηκε στο έργο της ειρήνευσης, προτείνοντας με αγάπη στους εχθρούς του την συμφιλίωση και μεριμνώντας δίχως μνησικακία για τους οπαδούς του Ιγνατίου. 
Όταν ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (886-912) διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, θέλησε να εκδικηθεί έναν φίλο του Φωτίου, πιστεύοντας ότι είχε καταδώσει τον Βασίλειο στην συνωμοσία που ετοίμαζε ο Λέων εναντίον του. Καθαίρεσε τον άγιο πατριάρχη (886) και τον έκλεισε σαν κακοποιό στην Μονή των Αρμενιανών, όπου ο άγιος παρέμεινε έγκλειστος για πέντε ολόκληρα χρόνια, στερημένος από κάθε ανθρώπινη παραμυθία, λάμποντας, όμως, σαν τον χρυσό στην κάμινο της δοκιμασίας. Εκεί συνέταξε δίχως κανένα βοήθημα, την «Μυσταγωγία του Αγίου Πνεύματος» [4], συστηματική ανασκευή της αιρέσως του filioque, όπου καταδεικνύεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αιωνίως από το Πρόσωπο του Πατρός –την «Πηγὴ τῆς Θεότητος»– και μας αποστέλλεται «διὰ τοῦ Υἱοῦ», για να μας καταστήσει μετόχους της θείας φύσεως. Αφήνοντας εν είδει διαθήκης στην Αγία Εκκλησία την πραγματεία αυτή, ενόψει μελλοντικών αγώνων, μετέστη στην χορεία των αγίων Πατέρων και Διδασκάλων στις 6 Φεβρουαρίου του 893. Τα θαύματα που ακολούθησαν και που πλήθυναν γρήγορα επάνω στον όλβιο τάφο του, συνέβαλαν στην μεταστροφή ακόμη και των μεγαλύτερων εχθρών του. Ταπεινόφρων, σιωπηλός και υπομονετικός στις δοκιμασίες, ο Ομολογητής αυτός της Πίστεως, ο οποίος αδίκως κατηγορήθηκε για φανατισμό από τους εχθρούς του, παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους φωστήρες της Ορθοδοξίας, ένας από τους αυθεντικότερους μάρτυρες του αναλλοίωτου ευαγγελικού πνεύματος [5]. 
Σύμφωνα δε με την ακμαία και ζώσα συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, ο Μέγας Φώτιος μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά [15 Νοεμ.] και τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό [19 Ιαν.] αποτελούν αναμφίβολα μια άλλη, δεύτερη, θεοσύνθετη και θεοκίνητη «τριάδα» Πατέρων και Ιεραρχών (αγιολογική αδεία επόμενη των Τριών Ιεραρχών [30 Ιαν.]), οι οποίοι με τον βίο, με τους αγώνες, με την ομολογία και την διδαχή τους, έγιναν για τους πιστούς οι ευεργετικά απλανείς οριοθέτες της Αληθείας των ιερών Δογμάτων και οι πανίσχυροι καταπέλτες ενάντια στην αίρεση του παπισμού, κάθε σαθρής καινοτομίας και κάθε ολέθριου νεωτερισμού επί των δογμάτων, του ήθους, του τρόπου και του λόγου της θείας και αμώμητης Πίστεως.
- Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ -
[1] Δεν αποτελούσε ακόμη τότε πραγματικό πανεπιστήμιο· το πανεπιστήμιο («Πανδιδακτήριον») ιδρύθηκε το 855 από τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο.
[2] Μετάφρ. Φωτίου: «Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμοι 5-9· «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
[3] Το εσφαλμένο αυτό δόγμα περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού, και όχι μόνο εκ του Πατρός, είχε διατυπωθεί αρχικώς από τον άγιο Αυγουστίνο (354-430) [15 Ιουν.] ως προσωπική άποψη και δεν δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, έως ότου υιοθετήθηκε αρχικά από Φράγκους θεολόγους που επιθυμούσαν να διαφοροποιηθούν δογματικά από την Ελληνική Εκκλησία και κατόπιν από την ίδια την Εκκλησία της Ρώμης με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως δογματικό όργανο για τις φιλόδοξες βλέψεις της επί της αδιαιρέτου καθολικής Εκκλησίας.
[4] Μετάφρ. Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως: «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας»«Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμος 4, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
[5] Οι άδικες συκοφαντίες που διέδιδαν για το πρόσωπό του οι ακραίοι οπαδοί του αγίου Ιγνατίου και τις οποίες επαναλαμβάνουν δίχως σοβαρή εξέταση ανά τους αιώνες οι ιστορικοί και απολογητές της Δύσης, παρουσιάζουν τον άγιο Φώτιο ως κύριο υπεύθυνο για όλες τις διαιρέσεις που προετοίμασαν την μεγάλη ρήξη του 1054. Ευτυχώς, πρόσφατες έρευνες ρωμαιοκαθολικών ιστορικών (συγκεκριμένα του Francis Dvornik· 1893-1975) αποκατέστησαν την αλήθεια, καθ’ όλα σύμφωνη με την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 68–74.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις