Ψυχωφέλιμος λόγος του Γέροντα Παρθενίου Καθηγουμένου της Ι.Μ. Αγίου Παύλου
Ψυχωφέλιμος λόγος του Γέροντα Παρθενίου Καθηγουμένου της Ι.Μ. Αγίου Παύλου
Ενότητα
Στὴν ἐρημικὴ μονὴ τοῦ Μερνόκ, στὸ λεγόμενο Πανευφρόσυνο Νησὶ κοντὰ στὸ βουνὸ Σλήβ, τὰ οικήματα των αδελφών ηταν διασκορπισμένα αλλά ζοῦσαν μαζὶ στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς ἀγάπης. Δειπνοῦσαν ἀπὸ κοινοῦ καὶ συνάζονταν γιὰ τὴ θεία λατρεία. Δὲν ἔτρωγαν ἄλλο ἀπὸ φροῦτα, ξηροὺς καρπούς, ρίζες καὶ ἄλλα βότανα.
Ἀλλὰ μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο καθένας παρέμενε στὸ κελλί του μέχρι τὸ λάλημα τῶν πετεινῶν ἢ τὴν κρούση τῆς καμπάνας.
ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ
Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου
Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου
Ο άγιος Αρσένιος επίσκοπος Τβερ2 Μαρτίου
Ο άγιος Αρσένιος γεννήθηκε στο Τβερ από γονείς πλούσιους και ευγενείς, από τους οποίους έλαβε λαμπρή μόρφωση, εντυπώνοντάς του ταυτόχρονα φόβο Θεού και διδάσκοντάς τον ότι τα αγαθά τούτου του κόσμου είναι εφήμερα.
Προικισμένο με ζωηρό πνεύμα και δεκτικό στα πνευματικά, ο νεαρός ένιωσε γρήγορα ξένος και παρεπίδημος στον κόσμο. Μόλις πέθαναν οι γονείς του, απελευθέρωσε τους υπηρέτες του, προς μεγάλη δυσαρέσκεια της υπόλοιπης οικογένειας, και μοίρασε την περιουσία του στους πτωχούς. Ύστερα, παρακινημένος από εσωτερική φωνή, πήγε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.
Όταν ζήτησε από τον ηγούμενο να τον δεχτεί εξαιτίας των πολλών του αμαρτιών, εκείνος κατάλαβε αμέσως ότι κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα αναπαυόταν σε αυτό τον νέο υποψήφιο για τον μοναχικό βίο. Για να τον δοκιμάσει ωστόσο του είπε: «Διάλεξε έναν άλλο πιο εύκολο δρόμο!». Ο νέος του αποκρίθηκε χρησιμοποιώντας μάλιστα τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ’ άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού» (Λκ. 9:62).
Αφού έγινε δεκτός στο μοναστήρι, τον εμπιστεύθηκαν σε ένα πεπειραμένο γέροντα. Στα διάφορα διακονήματα υπάκουε πάντα χωρίς την παραμικρή αντιλογία, και ποτέ δεν τον άκουσαν να αργολογεί. Η παραδειγματική διαγωγή του και οι διανοητικές του ικανότητες κίνησαν την προσοχή του μητροπολίτη Κιέβου, αγίου Κυπριανού [16 Σεπτ.], που τον προήγαγε στο βαθμό του αρχιδιακόνου και τον έκανε ιδιαίτερο γραμματέα του. Κατόπιν, όταν ο άγιος Κυπριανός έφυγε για τη Μόσχα να διαδεχθεί τον αποθανόντα μητροπολίτη Αλέξιο, εξέλεξε τον Αρσένιο επίσκοπο παρά την αντίστασή του και του εμπιστεύθηκε την έδρα του Τβερ, ανταποκρινόμενος στο αίτημα του ηγεμόνα και των κατοίκων (1391).
Μένοντας προσηλωμένος στη μοναχική ζωή, ο νέος επίσκοπος ίδρυσε στα περίχωρα του Τβερ την Μονή Ζελτίκοβο, όπου του άρεσε να αποσύρεται στην ησυχία και την προσευχή. Όταν επέστρεφε στην πόλη, μετέδιδε στους κατοίκους, με τη διδασκαλία του αλλά προπαντός την ευαγγελική του βιοτή, αυτό το μήνυμα ειρήνης και αγάπης του οποίου τα μοναστήρια αποτελούν ζωντανή πραγμάτωση. Καθώς αγαπούσε τους πτωχούς, τους μοίραζε ελεημοσύνες, περιποιόταν και θεράπευε τους ασθενείς, και χρησιμοποιούσε όλη του την επιρροή για να υπερασπιστεί τους θλιβομένους, μη διστάζοντας να απειλήσει τους ηγεμόνες του Τβερ με τη θεία οργή όταν δείχνονταν άδικοι και τυραννικοί.
Εκοιμήθη εν ειρήνη το 1409 και τον έβαλα στον τάφο που είχε ανοιχθεί στη Μονή Ζελτίκοβο. Το 1483, τα τίμια λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα και η Εκκλησία τον συγκαταρίθμησε επισήμως στους αγίους το 1547. Μερικά χρόνια αργότερα, ένα νεκρός αναστήθηκε μπροστά στα τίμιά του λείψανα.
῎Ας μή λησμονοῦμε ὅτι καλό εἶναι μόνο ἡ ἀρετή πού πηγάζει ἀπό τό φόβο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν ἀγάπη. Κακό ἐπίσης εἶναι μονάχα ἡ ἁμαρτία καί ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεό.
Ἀββᾶς Θεόδωρος
Ολόκληρη η συζήτηση με τον αββά Θεόδωρο εδώ
Ἀπό τό βιβλίο,“Η ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ,
τό κακό κατά τούς Πατέρες”
Ἐκδόσεις ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Καρέα
ΑΡΕΤΕΣ
Τὸ σῶμα εἶναι ἡ κατοικία τῆς ψυχῆς.Ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ κατοικία τοῦ νοῦ.Ὁ νοῦς εἶναι ἡ κατοικία τῆς καρδιᾶς.καρδιὰ εἶναι ἡ κατοικία τῆς πίστεως.Ἡ πίστη εἶναι ἡ κατοικία τοῦ Θεοῦ.Θεὸς εἶναι ἡ κατοικία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁπως μιὰ λυχνία ρίχνει τὸ φῶς της σὲ ἕνα σκοτεινὸ σπίτι, ἔτσι καὶ ἡ ἀλήθεια ἀναδύεται ἀπὸ τὴν πίστη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ἐμφανίζεται ἐκεῖ, ἀπελαύνει τέσσερα σκοτάδια: τὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας, τὸ σκοτάδι τῆς ἀμφιβολίας, τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.
ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ
Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου
Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου
Πολλοί μιλάνε για την ομορφιά και την αθωότητα των καρναβαλιών. Διαβάζουμε όμως στον βίο του Αγίου Απόστολου Τιμόθεου ότι δολοφονήθηκε φρικτά από καρναβαλιστές-ειδωλολάτρες της εποχής του...
«Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Παύλου καὶ τὴν ἅλωσιν τῆς Ἱερουσαλὴμ (70 μ.Χ.) ἦλθεν ἐκ Παλαιστίνης καὶ ἐγκατεστάθη εἰς Ἔφεσον ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅπου συνεδέθη μετὰ τοῦ Τιμοθέου, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε φίλος, διδάσκαλος καὶ συνεργός, παρέμεινε δὲ ἐκεῖ μέχρι τοῦ 96 μ.Χ., ὅτε ἐξωρίσθη εἰς Πάτμον κατὰ τὸν ἐπὶ αὐτοκράτορος Δομετιανοῦ (81-96 μ.Χ.) ἐγερθέντα σφοδρὸν κατὰ τῶν χριστιανῶν διωγμόν.
Ὁ Τιμόθεος ἐν Ἐφέσῳ εἶχε νὰ ἀντιπαλαίσῃ κατὰ φανατικῶν εἰδωλολατρῶν. Ἤδη πρὸ αὐτοῦ ὁ Παῦλος ἐκινδύνευσε σοβαρῶς, διωχθεὶς ὑπὸ τοῦ εἰδωλοποιοῦ Δημητρίου καὶ «κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησεν ἐν Ἐφέσῳ» (Α´ Κορινθ. ΙΕ´ 32). Εἰς Ἔφεσον ἐλατρεύετο ἡ Ἄρτεμις καὶ κατὰ τὰς πρὸς τιμήν της πανδήμους ἑορτὰς ἐλάμβανον χώραν ἀνήκουστα ὄργια, τὰ ὁποῖα δικαίως ἐξήγειρον τὴν ψυχὴν τοῦ Ἀποστόλου. Κατὰ τὴν τοιαύτην πανήγυριν, ὀνομαζομένην Καταγώγιον, τὸ ἔτος 97 μ.Χ., οἱ Ἐφέσιοι εἰδωλολάτραι περιήρχοντο μετημφιησμένοι καὶ μὲ προσωπίδας τὴν πόλιν, φέροντες μικρὰ εἴδωλα εἰς χεῖρας καὶ προβαίνοντες εἰς πλεῖστα ὄργια, ἐγκλήματα καὶ ἀσελγείας καθ᾿ ὁδόν. Ὁ Τιμόθεος ἐπιχειρήσας νὰ ἐμποδίσῃ αὐτοὺς ἐν μέσῃ ὁδῷ καὶ ἐλέγξῃ τὴν πλάνην των, ὑπέστη σφοδρὸν καὶ ἀνηλεῆ λιθοβολισμόν ἐκ μέρους τοῦ μαινομένου πλήθους, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου κατέπεσεν αἱμόφυρτος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Οἱ εἰδωλολάτραι τότε μὲ μεγαλυτέραν λύσσαν ἔτυπτον διὰ λίθων καὶ ῥοπάλων τὸν Ἅγιον, τὸν ὀποῖον ἐχλεύαζον καὶ ἔσυρον ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως. Ὁ Τιμόθεος μετὰ καρτερίας ὑφίστατο τὸ μαρτύριον, εὐχαριστῶν τὸν Κύριον, διότι τὸν ἠξίωσε νὰ προσφέρῃ τὴν ζωήν του ὑπὲρ Ἐκείνου καὶ νὰ γίνῃ πιστὸς «ἄχρι θανάτου».
Ἐν τέλει ἐγκαταλειφθεὶς ἡμιθανής, περσυνελέγῃ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν ὑπὸ χριστιανῶν καὶ μετεκομίσθῃ κρύφα πέραν τοῦ λιμένος τῆς πόλεως. Τὸ ἀσθενικὸν σῶμα τοῦ μάρτυρος ἐξαντληθὲν τελείως ἐκ τῶν κακώσεων καὶ τῶν τραυμάτων ὑπέκυψε καὶ ἡ παρθενικὴ ψυχὴ τοῦ ἁγίου τούτου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ αὐτό μαρτυρικὸν τέλος μὲ τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανον, ἔσπευσεν εἰς συνάντησιν τοῦ ουρανίου αὐτῆς Νυμφίου, τὴν 22αν Ἰανουαρίου τοῦ 97μ.Χ., ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος Δομετιανοῦ, ἢ κατ᾿ ἄλλην ἐκδοχήν, ἐπὶ Νέρβα, ἀνθυπατεύοντος τῆς Ἀσίας τοῦ Περεγρίνου.
Τὸ ἱερὸν σκῆνος τοῦ Ἁγίου ἐνεταφιάσθη ὑπὸ τῶν χριστιανῶν εἰς τόπον καλούμενον ὑπὸ τῶν Ἐφεσίων πίονα, ἐκεῖθεν δὲ διεκομίσθη τὸ ἱερόν του λείψανον εἰς Κωνσταντινούπολιν, τὸ 356 μ.Χ., ἐπὶ αὐχοκράτορος Κωνσταντίου, υἱοῦ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐναποτεθὲν ὑπὸ τὴν ἁγίαν Τράπεζαν τοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, ὁμοῦ μετὰ τῶν λειψάνων τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Λουκᾶ, «ἵνα ὥσπερ αὐτοῖς κοινὰ γέγονε πάντα, ὁ τρόπος, ἡ μαθητεία, τὸ κήρυγμα, κοινὸς γένηται καὶ ὁ τάφος, ἐπεὶ κοινὴ τούτων καὶ ἡ ἐκεῖθεν κατάπαυσις», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Συμεῶνος τοῦ Μεταφραστοῦ.
Απόσπασμα εκ τῆς ἐκδόσεως Ἀκολουθία καὶ Βίος τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Τιμοθέου ἐκ τῶν Ο´, ὑπὸ Ἀρχιμ. Τιμοθέου Ματθαιάκη, Ἀθῆναι 1951
πηγή: εδώ