Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Άγιος Ιερομάρτυς Ευθύμιος Τιχονράβωφ


Άγιος Ιερομάρτυς Ευθύμιος Τιχονράβωφ. 
3 Φεβρουαρίου. 
Γεννήθηκε στις 17 Απριλίου του 1881 στην πόλη Σούγιε της επαρχίας Βλαντιμίρ. Ο πατέρας του Σέργιος Τιχονράβωφ ήταν ιερέας. 
Σε ηλικία είκοσι τριών χρόνων, αφού είχε ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Εκκλησιαστικό Σχολείο της ενορίας του, νυμφεύθηκε την Τατιανή από το χωριό Ντορονίνο, όπου και εγκαταστάθηκε. Από τον γάμο του απέκτησε τρεις κόρες. Κύρια επαγγελματική του ασχολία ήταν οι αγροτικές εργασίες, ενώ παράλληλα υπηρετούσε ως νεωκόρος στον ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ο ναός ήταν γι’ αυτόν δεύτερο σπίτι. Μαζί του υπηρετούσε ως ιεροψάλτης και ο πεθερός του Αλέξανδρος Σπεράνσκι. 
Όταν, μετά την μπολσεβικική επανάσταση του 1917 και την επακόλουθη καθεστωτική μεταβολή, άρχισε ο διωγμός της Εκκλησίας, οι εκπρόσωποι της σοβιετικής εξουσίας στο Ντορονίνο απείλησαν τον ιερέα του χωριού ότι, αν δεν σταματούσε να λειτουργεί, θα δήμευαν όλη του την περιουσία. Ο ιερέας εκείνος είχε πολλά παιδιά, και για χάρη τους εγκατέλειψε την ιερατική διακονία. Ο οικείος ιεράρχης έστειλε άλλον ιερέα στο χωριό, αλλά κι εκείνος αναγκάστηκε να φύγει ύστερ’ από λίγο καιρό, εξαιτίας των απειλών των μπολσεβίκων. 

 

Ο Ευθύμιος, βλέποντας με λύπη τον ενοριακό ναό αλειτούργητο για χρόνια και τους πιστούς σκορπισμένους σαν πρόβατα δίχως ποιμένα, κυριεύθηκε από φλογερό πόθο να υπηρετήσει ο ίδιος, με οποιοδήποτε κόστος, το άγιο Θυσιαστήριο. Παρακάλεσε, λοιπόν, τον αρχιερέα να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Οι συγγενείς του, όταν το έμαθαν, έπεσαν πάνω του για να τον μεταπείσουν. 
-Σε τέτοια εποχή, του έλεγαν, που άλλοι ιερείς απαρνιούνται την ιερωσύνη και άλλοι κρύβονται, εσύ θέλεις να χειροτονηθείς!
Εκείνος, όμως, παρέμενε στέρεος στην απόφασή του. Έτσι, το 1933, σε ηλικία πενήντα δύο χρονών, χειροτονήθηκε στον Ναό της Μεταμορφώσεως του Ντορονίνο και επιδόθηκε με ζήλο αποστολικό στη διακονία του εγκαταλειμμένου ποιμνίου του. Η πνευματική ζωή στο χωριό φάνηκε να ξανανθίζει. Η πρεσβυτέρα Τατιανή στεκόταν πρόθυμα στο πλευρό του π. Ευθυμίου, συντρέχοντας στις ανάγκες της ενορίας. Εκείνη ζύμωνε κάθε φορά και έψηνε τα πρόσφορα για τις Λειτουργίες. Το 1935, όμως, αρρώστησε βαριά, τυφλώθηκε και τελικά πέθανε. Από τότε η Αντωνίνα, η μικρότερη κόρη του π. Ευθυμίου, τον βοηθούσε σε ό,τι χρειαζόταν κατά την τέλεση της ιερατικής του διακονίας. Οι άλλες δύο κόρες του είχαν ήδη φύγει από το χωριό και ζούσαν αλλού. 
Στο μεταξύ πολλοί άθεοι κάτοικοι του Ντορονίνο ανησυχούσαν για την απρόσμενη αναγέννηση της ενοριακής ζωής. Στις συζητήσεις τους όλο και πιο συχνά μελετούσαν το κλείσιμο του ναού και την εξόντωση του ενοχλητικού εφημερίου. Πολλές φορές ο π. Ευθύμιος, βαδίζοντας στον δρόμο, άκουγε πίσω του βλαστήμιες, κοροϊδίες και γέλια. 
Τελικά, το 1935 οι μπολσεβίκοι του επέβαλαν βαρύτατο φόρο, τον οποίο, φυσικά, δεν μπόρεσε να πληρώσει. Έτσι, δήμευσαν την περιουσία του και χωρίς καμιά εξήγηση έκλεισαν τον ναό. Σύντομα μια ομάδα αθέων μπήκαν με ασέβεια στον ιερό ναό για να τον βεβηλώσουν. Ένας απ’ αυτούς πέταξε τις εικόνες καταγής και τις ποδοπατούσε μανιασμένα. Ο Θεός, όμως, θέλοντας να τον συνετίσει, να τι επέτρεψε: Την ίδια μέρα έπαθε τέτοια κρυοπαγήματα, που αχρηστεύθηκαν εντελώς και τα χέρια του και τα πόδια του. Μα το πιο συγκλονιστικό ήταν ότι το παιδί του, που γεννήθηκε εκείνες τις μέρες, ήρθε στον κόσμο με όλα τα μέλη του ακρωτηριασμένα! 
Οι τοπικες αρχές, βέβαια, όλα αυτά τα θεώρησαν τυχαία, γι’ αυτό και μετέτρεψαν τον ναό αρχικά σε αποθήκη σιτηρών, έπειτα σε στάβλο και τελικά σε αποθήκη κοπριάς. 
Ο π. Ευθύμιος, πικραμένος βαθιά για την ασυδοσία και την αυθαιρεσία των αρχών, έμεινε για λίγο καιρό ακόμα στο χωριό, τελώντας τα Μυστήρια στα σπίτια των πιστών και στηρίζοντάς τους. Επειδή, όμως, η ζωή του γινόταν όλο και πιο δύσκολη από τις επιθέσεις των μπολσεβίκων, μετοίκησε στην πόλη Ιβάνοβο. 
Στην πόλη αυτή, κυκλοφορώντας με κοσμική αμφίεση, εργάστηκε ως φύλακας σ’ ένα νοσοκομείο. Παράλληλα, παίρνοντας χίλιες δυο προφυλάξεις, τελούσε κρυφά Μυστήρια, για χάρη των χριστιανών που γνώριζαν πως ήταν ιερέας. Τις νύχτες κοιμόταν σε μια φτωχική γωνιά, την οποία νοίκιαζε, σ’ ένα κτίριο της εργατικής συνοικίας. Εκεί ένα δωμάτιο το μοιράζονταν πολλοί άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους, που κοιμόντουσαν στο πάτωμα. 
Έτσι έζησε για δύο σχεδόν χρόνια ο ευλογημένος π. Ευθύμιος, ώσπου έγινε γνωστή η ιερατική του ιδιότητα. Καταδόθηκε στις αρχές την 1η Ιανουαρίου του 1938, συνελήφθη και κλείστηκε στις φυλακές του Ιβάνοβο. Λίγες μέρες αργότερα στάθηκε μπροστά στον ανακριτή. 
-Συλληφθήκατε, του είπε εκείνος, ως μέλος της παράνομης αντεπαναστατικής ομάδας του επαρχιακού κλήρου, που έκανε αντισοβιετική προπαγάνδα. Παραδέχεστε την ενοχή σας; 
-Δεν παραδέχομαι την ενοχή μου, επειδή δεν υπήρξα ποτέ μέλος αντεπαναστατικής ομάδας και δεν έκανα καμιά αντισοβιετική προπαγάνδα, αποκρίθηκε ο π. Ευθύμιος.
Η σπιτονοικοκυρά του, ωστόσο, έδωσε την εξής ψευδή κατάθεση: «Ο Τιχονράβωφ σ’ όλη τη διάρκεια του έτους 1937 έκανε συστηματικά μπροστά μου συκοφαντικές επιθέσεις κατά της σοβιετικής εξουσίας… Τον Σεπτέμβριο, μάλιστα, δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του προς τη σοβιετική εξουσία, δήλωσε: «Η ζωή έγινε αφόρητη. Εμάς, τους ιερείς, μας φορτώνουν δυσβάσταχτους φόρους… Σκοπός τους είναι η εξαφάνιση της θρησκείας και του κλήρου». Θυμάμαι πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Τιχονράβωφ διέδιδε αντεπαναστατικές και ψευδείς ειδήσεις, όπως, λ.χ., για δήθεν εκμετάλλευση των κρατουμένων στις σοβιετικές φυλακές…. 
Άλλος ψευδομάρτυρας κατέθεσε: Τον Νοέμβριο του 1937, συζητώντας μαζί μου για τις εκλογές στο Ανώτατο Σοβιέτ, έλεγε: «Τι λογής εκλογές είναι αυτές, στις οποίες ορίζουν δικούς τους υποψηφίους; Όποιον δεν τους είναι αρεστός, τον στέλνουν στη φυλακή και στα καταναγκαστικά έργα. Καυχιούνται για τα κανάλια που κατασκευάζουν. Μήπως, όμως, τα ανοίγουν οι ίδιοι; Με τα χέρια των φυλακισμένων ανοίγονται, των φυλακισμένων που δουλεύουν όπως δούλευαν οι Εβραίοι στη φαραωνική Αίγυπτο». 
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1938 η ΝιΚαΒεΝτε καταδίκασε τον π. Ευθύμιο σε θάνατο. Την επόμενη μέρα οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα και έλαβε από τα χέρια του Κυρίου του το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Τάφηκε σε άγνωστο κοινοτάφιο. 
Πηγή: Ηγουμένου Δαμασκηνού Ορλόφσκι, ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ. Ρώσοι Ιερομάρτυρες και Ομολογητές του 20ού αιώνα. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014, σελ. 254.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Οι όσιοι αυτάδελφοι Δαβίδ, Συμεών και Γεώργιος Μυτιλήνης



Οι όσιοι αυτάδελφοι Δαβίδ, Συμεών και Γεώργιος Μυτιλήνης 
 1 Φεβρουαρίου  
Ο μεγαλύτερος μεταξύ των αδελφών αυτών, ο Δαβίδ, έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαέξι ετών, μετά την φανέρωση σ’ αυτόν του αγίου Αντωνίου του Μεγάλου. Αποσύρθηκε στο όρος Ίδη της Τρωάδος, όπου ίδρυσε μονή περί το 762. Εκεί τον βρήκε η ευσεβής μητέρα του, μετά από μακρόχρονη αναζήτηση, και του έφερε τον μικρό του αδελφό, Συμεών, για να του διδάξει τα ιερά γράμματα και να τον αφιερώσει στον Θεό. 
Ο Συμεών, μετά τον θάνατο του κατά σάρκα αδελφού και πνευματικού του πατέρα (784), επιδόθηκε στην μίμηση της πολιτείας του οσίου Συμεών του Στυλίτου [1η Σεπτ.]. Εγκαταστάθηκε σε έναν στύλο, φορτωμένος βαριές αλυσίδες, μένοντας συχνά δίχως τροφή επί μία ολόκληρη εβδομάδα. Φορούσε όλες τις εποχές έναν σάκκο από χοντρή αλογότριχα και για την επιβίωσή του εγκατέλειπε τον εαυτό του πλήρως στην θεία Πρόνοια. Και τον χειμώνα, ένας μεγάλος αετός ερχόταν να τον ζεστάνει κάτω από τις φτερούγες του. 
Η τόσο μεγάλη βία που άσκησε στην φύση τον αξίωσε να περιβληθεί την χάρη του Θεού, την οποία με την σειρά του μοίραζε αγαπητικά γύρω του σε όλους τους ανθρώπους που προσέτρεχαν σ’ αυτόν, με τα θαύματά του, τις προφητείες του και τις πνευματικές του συμβουλές. Τις ανάγκες του διακονούσε ο μεγαλύτερος αδελφός του Γεώργιος, πρότυπο υπακοής και ταπεινοφροσύνης, ο οποίος, ωσάν ακούραστο υποζύγιο, υπηρετούσε εξάλλου και όλους τους αδελφούς της μονής. 
Ο εικονομάχος επίσκοπος Μυτιλήνης, εγκάθετος του αυτοκράτορα Λέοντος Ε’ του Αρμενίου (813), είχε εξορίσει τον νόμιμο κάτοχο της επισκοπικής έδρας Γεώργιο * και προσπαθούσε να υποτάξει στην θέλησή του τους ομολογητές της αληθινής πίστεως. Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής ανάγκασε τον Συμεών να κατέβει από τον στύλο, τον οποίο αμέσως κατόπιν παρέδωσε στις φλόγες. Ο άγιος άφησε την ηγουμενία της μονής στον Γεώργιο και επιδόθηκε σε περιοδείες για να στηρίξει με τις διδαχές του και τα θαύματα τους ορθοδόξους μοναχούς που ζούσαν διάσπαρτοι στην ευρύτερη περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Κατά την βασιλεία του Θεοφίλου, εποχή κατά την οποία μαίνονταν οι διωγμοί (829), ο άγιος Συμεών εξορίσθηκε στην νήσο Αφουσία, μαζί με τους αγίους Θεοφάνη και Θεόδωρο, τους Γραπτούς. Εκεί ίδρυσε μονή και αναδείχθηκε μέγα στήριγμα των μοναχών και των κατοίκων του νησιού. 
Μετά τον θάνατο του τυράννου (842), τον οποίο είχε προείπει ο άγιος, ο Συμεών ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από την ευσεβή αυτοκράτειρα Θεοδώρα, μαζί με όλους τους εξόριστους ομολογητές, για την αποκατάσταση της τιμής των σεπτών εικόνων. Εκεί βρήκε και τον αδελφό του Γεώργιο που είχε έλθει από την Μυτιλήνη και κατά την διάρκεια μιας δημόσιας θεολογικής συζήτησης αντέκρουσε με λαμπρό τρόπο τον αιρετικό πατριάρχη Ιωάννη. Εν συνεχεία συνέβαλε στην εκλογή του αγίου Μεθοδίου [14 Ιουν.] στον πατριαρχικό θρόνο. 
Αφού αρνήθηκε όλα τα αξιώματα με τα οποία θέλησαν να τον τιμήσουν, ο Συμεών επέστρεψε στην πατρίδα του μαζί με τον ταπεινό Γεώργιο. Ο τελευταίος, αφού αρνήθηκε κατ’ αρχήν να χειροτονηθεί μητροπολίτης Εφέσου, υποχρεώθηκε, εν συνεχεία, να αναλάβει την επισκοπή Μυτιλήνης. Λίγο μετά την επιστροφή τους (843) ο Κύριος κάλεσε κοντά του τον Συμεών και λίγο αργότερα, την παραμονή του Πάσχα του 844, ο Γεώργιος, ο οποίος στο σύντομο αυτό διάστημα περιέβαλλε με την αγάπη του τους κατοίκους του νησιού και των περιχώρων της Σμύρνης, ωφελώντας τους ψυχικά, έσπευσε να συναντήσει τους δύο αδελφούς του στις ουράνιες μονές. 
*Ο εν λόγω άγιος Γεώργιος Μυτιλήνης μνημονεύεται στις 7 Απριλίου και διακρίνεται από τον άγιο Γεώργιο που μνημονεύεται σήμερα. 

“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, Τόμος 6ος Φεβρουάριος, Εκδόσεις Ορμύλια

 

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 
ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

κείνη τὴν προγονικὴ κατάρα καὶ καταδίκη πρὸ Χριστοῦ τὴν εἴχαμε ὅλοι κοινὴ καὶ ἴδια, ἐκχυμένη σὲ ὅλους ἀπὸ ἕναν προπάτορα, σὰν νὰ ἀναπτυσσόταν ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ γένους καὶ νὰ ἦταν συνημμένη μὲ τὴ φύσι. Ὁ καθένας ἐπέσυρε ἢ τὴν μομφὴ ἢ τὸν ἔπαινο ἀπὸ τὸν Θεό, μὲ ὅσα ἔπραττε προσωπικῶς, ἐνῶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμη τίποτε ἀπέναντι σ' ἐκείνη τὴν κοινὴ κατάρα καὶ καταδίκη καὶ ἀπέναντι στὸν πονηρὸ κλῆρο πού κατεβαίνει ἀπὸ ἐπάνω σ' αὐτὸν καὶ διʼ αὐτοῦ στοὺς ἀπογόνους του. Ἀλλ' ἦλθε ὁ Χριστὸς ἐλευθερωτὴς τῆς φύσεως, πού μετέβαλε τὴν κοινὴ κατάρα σὲ κοινὴ εὐλογία· ἀφοῦ ἀνέλαβε τὴν ἔνοχη φύσι μας ἀπὸ τὴν ἀκήρατη Παρθένο καὶ τὴν ἥνωσε στὴν ὑπόστασί του νέαν, χωρὶς νὰ ἔχη μετάσχει σὲ παλαιὸ σπέρμα, τὴν κατέστησε ἀθῶα καὶ δικαιωμένη, ὥστε καὶ οἱ γεννώμενοι ἀπὸ αὐτόν ἔπειτα κατὰ πνεῦμα νὰ μένουν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν προγονικὴ ἐκείνη κατάρα καὶ καταδίκη.

Τί λοιπόν; Δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας καὶ δὲν λαμβάνει ὁ καθένας μας ἄφεσι τῶν πλημμελημάτων του ἀπὸ αὐτόν, ἐπειδὴ αὐτὸς δὲν ἀνέλαβε ὑπόστασι ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλά τὴν φύσι μας τὴν ὁποία ἀνανέωσε ἑνωθείς μὲ αὐτήν κατὰ τὴν ἰδιαίτερη ὑπόστασί του: Πῶς ὅμως θὰ ἐνεργοῦσε ἔτσι, αὐτός πού θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι τελείως καὶ κατῆλθε κλίνοντας τοὺς οὐρανούς γιὰ χάρι ὅλων καί, ἀφοῦ δι' ἔργων καὶ λόγων καὶ παθημάτων τοῦ ὑπέδειξε κάθε δρόμο σωτηρίας, ἐπανῆλθε στοὺς οὐρανούς, ἑλκύοντας πρὸς τὰ ἐκεῖ τούς πιστούς του; Ἑπομένως γιὰ νὰ παράσχη τελεία ἀπολύτρωσι ὄχι μόνο στὴ φύσι τὴν ὁποία ἔλαβε ὁ Ἴδιος ἀπὸ ἐμᾶς σὲ ἀδιάσπαστη ἕνωση, ἀλλά καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας σ' αὐτόν; Τοῦτο λοιπὸν ἔπραξε καὶ δὲν ἔπαυσε νὰ πράττη, συνδιαλλάσσοντας τὸν καθένα μας δι' ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἐπαναφέροντας τὸν καθένα στὴν ὑπακοὴ καὶ θεραπεύοντας κάθε παρακοή.

Γι' αὐτό λοιπὸν καθώρισε καὶ θεῖο Βάπτισμα κι' ἔθεσε σωτηρίους νόμους, ἐκήρυξε μετάνοια σὲ ὅλους καὶ μετέδωσε δὲν μεταδίδει τὴ χάρι του σὲ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις μας ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ αἷμα του. Διότι δὲν εἶναι γενικῶς ἡ φύσις ἀλλά ἡ ὑπόστασις τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς πιστεύοντας πού δέχεται τὸ Βάπτισμα καὶ πολιτεύεται κατὰ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ γίνεται μέτοχός του θεουργοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηριοῦ. Διὰ τῶν μέσων τούτων βέβαια ὁ Χριστὸς μᾶς ἐδικαίωσε ὑποστατικῶς καὶ μᾶς ἐπανέφερε στὴν ὑπακοὴ τοῦ οὐράνιου Πατρός· τὴν ἴδια δὲ τὴ φὺσιν πού προσέλαβε ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀνανέωσε, τὴν ἔδειξε ἁγιασμένη καὶ δικαιωμένη καὶ σὲ ὅλα ὑπήκοο στὸν Πατέρα, δι' ἐκείνων πού ἔπραξε καὶ ἔπαθε αὐτός κατ' αὐτήν ἑνωμένος μὲ αὐτήν ὑποστατικῶς. Ἀνάμεσα σὲ αὐτά εἶναι καὶ ἡ ἑορταζόμενη σήμερα ἀπὸ ἐμᾶς ἀνάβασις, ἡ ἀναβίβασίς του στὸν παλαιὸ ἐκεῖνο ναὸ πρὸς καθαρισμό, ἡ προϋπάντησις ἀπὸ τὸν θεόληπτο Συμεὼν καὶ ἡ εὐχαριστία τῆς Ἄννας, ἡ ὁποία παρέμενε στὸν ναὸ ὅλη τὴ ζωὴ της (Λουκᾶ 2,22-38).

Πραγματικὰ μετὰ τὴν γέννησι τοῦ Σωτῆρος ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ τὴν κατὰ τὸν μωσαϊκὸ νόμο περιτομὴ τὴν ὄγδοη ἡμέρα, ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμερες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμο τοῦ Μωϋσέως, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο». Περιτέμνεται κατὰ τὸν νόμο, ἀνεβάζεται κατὰ τὸ γεγραμμένο, προσφέρεται θυσία κατὰ τὰ λεγόμενα στὸν νόμο Κυρίου.

Βλέπετε ὅτι ὁ ποιητὴς καὶ δεσπότης τοῦ νόμου γίνεται καθ' ὅλα ὑπήκοος στὸν νόμο; Ἐπιτελώντας τί μὲ αὐτά; Καθιστώντας καθ' ὅλα ὑπήκοο τὴν φύσι μας στὸν Πατέρα καὶ θεραπεύοντας τὴν κατ' αὐτήν παρακοή μας καὶ μετατρέποντας τὴν γι' αὐτήν κατάρα σ' εὐλογία. Ὅπως δηλαδὴ ὅλη ἡ φύσις μας ἦταν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι καὶ στὸν Χριστὸ· καὶ ὅπως διὰ τοῦ ἀπὸ τὴν γῆ Ἀδὰμ ὅλοι ὅσοι ἐλάβαμε ἀπὸ ἐκεῖνον τὴν ὕπαρξι ἐστραφήκαμε πρὸς τὴν γῆ καὶ καταρριφθήκαμε, φεῦ, στὸν 'Ἅδη, ἔτσι διὰ τοῦ ἀπὸ τὸν οὐρανό Ἀδάμ, κατὰ τὸν ἀπόστολο, ὅλοι ἀνακληθήκαμε στὸν οὐρανό καὶ ἀξιωθήκαμε τὴν ἐκεῖ δόξα καὶ χάρι. Τώρα ὅμως ἀξιωθήκαμε μυστικῶς, διότι, λέγει «ἡ ζωὴ σας μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ εἶναι στὸν Θεό, ὅταν δὲ ὁ Χριστὸς φανερωθῆ κατὰ τὴν δευτέρα ἐπιφάνεια καὶ παρουσία, τότε καὶ σεῖς ὅλοι θὰ φανερωθῆτε σὲ δόξα» (Ἐφ. 5, 5). Ποιοὶ «ὅλοι»; Ὅσοι υἱοποιήθηκαν κατὰ τὸν Χριστὸ διὰ τοῦ Πνεύματος ἀποδείχθηκαν καὶ διὰ τῶν ἔργων πνευματικὰ τέκνα τούτου.

Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν, τὸν ἀνέβασαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο. Ποιῶν «αὐτῶν»; Ὁ λόγος τοῦ νόμου εἶναι περὶ τῶν γεννητόρων, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν γεννωμένων ἀπὸ τὴν ἕνωσί τους, πού ἔχουν ἀνάγκη καθάρσεως. Διότι καὶ ὁ ψαλμωδὸς λέγει «συνελήφθηκα σὲ ἀνομίες καὶ ἡ μητέρα μου μ' ἐκυοφόρησε σὲ ἁμαρτίες». Ἐδῶ δὲ πού δὲν ὑπάρχουν γεννήτορες, ἀλλά ἦταν μόνο μητέρα, καὶ αὐτή Παρθένος, πού ὑπάρχει ἐπίσης γὲννησις παιδιοῦ συλληφθέντος ἀσπόρως, ὁπωσδήποτε δὲν ὑπῆρχε χρεία καθαρισμοῦ, ἀλλ' ἦταν ἔργο ὑπακοῆς καὶ τοῦτο, πού ἐπανέφερε τὴν παρακούσασα φύσι καὶ ἀπήλειφε τὴν εὐθύνη ἐξ αἰτίας τῆς παρακοῆς.

Ὅταν λοιπὸν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ των, τὸν ἀνέβασαν γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο, νὰ τὸν ἀφιερώσουν, νὰ καταστήσουν φανερὸ ὅτι εἶναι πρωτότοκος, ὅπως ἔχει γραφεῖ στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού διανοίγει τὴν μήτρα, θὰ ἀποκληθῆ ἀφιερωμένο στὸν Κύριο».

Καί ὅμως αὐτός εἶναι ὁ μόνος πού διάνοιξε μήτρα, ἀφοῦ κυοφορήθηκε χωρὶς γεννετήσια ἕνωσι μὲ μόνο τὸ προσφώνημα καὶ τὸ μήνυμα τοῦ Θεοῦ, πού δέχθηκε στὶς ἀκοές της ἡ Παρθένος δι' ἀγγέλου· πῶς λοιπὸν ὁ νόμος λέγει «κάθε ἀρσενικὸ παιδὶ πού διανοίγει μήτρα»; Ὅπως πολλοὶ λέγονται προφῆτες καὶ πολλοὶ χρισμένοι, καθὼς λέγει ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ψαλμωδοῦ, «μὴ ἐγγίζετε τοὺς χρισμένους μου καὶ μὴ κακοποιῆτε τοὺς φέροντας σ' αὐτό ὡς Θεὸν τὸν ὕμνο καὶ τὴν ἱκεσία», παρακαλώντας ν' ἀπαλλαγῆ εἰρηνικὰ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ διακηρύσσοντας σὲ ὅλους ὅτι αὐτό εἶναι τὸ σωτήριο φῶς, ἰσχυριζόμενος δὲ ὅτι τοῦτο ἔχει τεθῆ σὲ πτῶσι τῶν ἀπιστούντων καὶ σὲ ἀνάστασι τῶν πιστευόντων σ' αὐτό.

Ἔπειτα συνωμίλησε μὲ τὴν Παρθένο καὶ Μητέρα τοῦ βρέφους. δεικνύοντας ἀπὸ τὴν ὀδύνη γιὰ τὸν μελλοντικὸ σταυρὸ τοῦ παιδιοῦ ὅτι θὰ φανερωθῆ κατὰ φύσι μητέρα τοῦ τώρα Θεανθρώπου βρέφους καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἀποκαλύψη τοὺς ἀμφίβολους γι' αὐτό λογισμοὺς θὰ τοὺς ἀπαλείψη ἀπὸ τὶς καρδιές· διότι καὶ ὁ Συμεὼν τὴν γνησία μητέρα τοῦ ἀμφίβολου παιδιοῦ προσδιώρισε ἀπὸ τὴν σχετικὴ μὲ τὸ πάθος ὀδύνη καὶ ἀπὸ τὴν γι' αὐτό τὸ πάθος σφοδρὰ λύπη καὶ συμπάθεια.

Ἡ δὲ προφήτις Ἄννα, χήρα τοῦ Φανουὴλ ἡλικίας ὀγδόντα τεσσάρων ἐτῶν, ἐπιδιδομένη σὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις καὶ μὴ ἀπομακρυνόμενη καθόλου ἀπὸ τὸν ναό, καταληφθεῖσα τότε περισσότερο ἀπὸ Θεῖο Πνεῦμα εὐχαρίστησε τὸν Θεό καὶ εὐαγγελίσθηκε ὅτι θὰ ἔλθη ἡ λύτρωσις σ' ὅσους τὴν προσδέχονται, δεικνύοντας ὅτι αὐτή εἶναι τὸ βρέφος τοῦτο.

Τέτοια λογικὰ τρυγόνια προέπεμψε τὸ ἅγιο Πνεῦμα πρὸς προϋπάντησι τοῦ Χριστοῦ, καθὼς ἀνέβαινε στὸν ναὸ καὶ μᾶς ἔδειξε ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ δεχόμενοι μέσα τους τὸν Χριστό, καὶ ὁποῖοι καὶ ὁποῖες πρέπει νὰ εἶναι αὐτές πού ἔχασαν τοὺς ἄνδρες των καὶ αὐτοί πού ἔχασαν τὶς συζύγους των. Διότι ἡ Ἄννα αὐτή ἦταν χήρα τοῦ Φανουὴλ ἀλλά καὶ προφήτις. Πῶς; διότι, ἀφοῦ ἄφησε τὶς κοσμικὲς καὶ βιωτικὲς φροντίδες, δὲν ἐγκατέλειψε τὸν ναό· διότι εἶχε ἄμωμο τὸν βίο διημερεύοντας καὶ διανυκτερεύοντας μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες, μὲ προσευχὲς καὶ ψαλμωδίες. Γι' αὐτό καὶ ἡ γυναίκα αὐτή τὸν Κύριο, πού λάτρευε μὲ ἔργα, εὐλόγως τὸν ἀνεγνώρισε ὅταν ἦλθε, ὅπως λέγει πρὸς αὐτόν ὁ ψαλμωδὸς προφήτης, «θὰ ψάλω καὶ θὰ προσέξω στὴν τελεία ὁδό, πότε θὰ ἔλθης πρὸς ἐμένα».

Τί πρέπει λοιπὸν νὰ αἰσθανώμαστε ἐμεῖς πού, ἐνῶ ἔχομε διαταχθῆ νὰ σταυρώσωμε τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὶς ἐπιθυμίες, περιπίπτομε πάλι στὰ ἴδια, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπείθειας; πού, ἐνῶ διαταχθήκαμε νὰ νεκρώσωμε τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γὴς, πορνεία, ἀκαθαρσία, πάθος κακό καὶ τὴν ἐπιθυμία, δὲν ἐφαρμόζομε τὴν παραίνεσι; Δὲν θὰ φοβηθοῦμε λοιπὸν κάποτε, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, τουλάχιστο τὶς θεομηνίες, τὶς ἀπὸ κάτω, τὶς ἀπὸ ἐπάνω, τὶς περασμένες, τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ αἰώνιες πού μᾶς ἀπειλοῦν; Δὲν θὰ σεβασθοῦμε τὴν κατὰ σάρκα ἐπιφάνεια τοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης Χριστοῦ, ὥστε νὰ περιπατήσωμε προσεκτικὰ σὰν σὲ ἡμέρα; Δὲν θὰ φρίξωμε τὶς ἀποστολικὲς προειδοποιήσεις καὶ ἀποφάσεις καὶ παραινέσεις, πού λέγουν, «δὲν γνωρίζετε ὅτι εἶσθε ναοὶ Θεοῦ καὶ μέσα σας κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος φθείρει τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸν φθείρη ὁ Θεός»· καὶ πάλι, «φανερὰ εἶναι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, πού εἶναι πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια καὶ τὰ ὅμοια, γιὰ τὰ ὁποῖα προλέγω, ὅπως καὶ ἤδη προεῖπα, ὅτι ὅσοι πράττουν τέτοια δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»· καὶ πάλι, «τοῦτο νὰ γνωρίζετε, ὅτι κάθε πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, δηλαδὴ εἰδωλολάτρης, δὲν ἔχει κληρονομιὰ στὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ»· καὶ πάλι, «τοῦτο εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός μας, ἡ ἀποχή ἀπὸ τὴν πορνεία· διότι δὲν μᾶς ἐκάλεσε ὁ Θεός γιὰ ἀκαθαρσία, ἀλλά γιὰ ἁγιασμὸ· ἑπομένως ὅποιος τὸ ἀθετεῖ, δὲν ἀθετεῖ ἄνθρωπο, ἀλλά τὸν Θεό πού δίδει τὸ ἅγιο Πνεῦμα του σ' ἐμᾶς». Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ συλλέξη ὅλες τὶς παραγγελίες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν γιὰ τὸ θέμα τοῦτο; Σ' αὐτούς ἀκριβῶς πού σωφρονοῦν καὶ γι' αὐτό εὑρίσκονται ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ, τί παραγγέλλει ὁ ἀπόστολος; «Σᾶς ἔγραψα στὴν ἐπιστολή, μὴ συναναστρέφεσθε πόρνους». Πραγματικὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι δὲν ἐντρέπονται οἱ ἴδιοι, συμβουλεύει τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς ἀποφεύγουν καὶ νὰ τοὺς ἐντροπιάζουν, λέγοντας πρὸς αὐτούς, «ἐὰν κάποιος κατ' ὄνομα ἀδελφός εἶναι πόρνος, μὲ αὐτόν οὔτε νὰ συντρώγετε». Βλέπεις ὅτι ὅποιος κυλίεται στὴν πορνεία εἶναι κοινὸ μόλυσμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ γι' αὐτό πρέπει ὅλοι νὰ τὸν ἀποφεύγουν καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνουν; Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Παῦλος παρέδωσε στὸν Σατανᾶ τὸν πορνεύοντα στὴν Κόρινθο καὶ δὲν συνέστησε πρὸς αὐτόν ἀγάπη οὔτε τὸν προσέλαβε, ἕως ὅτου ἐπέδειξε τὴν μετάνοια ἱκανοποιητικῶς.

Σῶζε ὁπωσδήποτε τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὰ τόσα κακά, ὦ ἄνθρωπε, τῶν παρόντων καὶ τῶν μελλόντων, τῶν τελευταίων, διττῶν μάλιστα, καὶ στὸν μέλλοντα καὶ στὸν παρόντα αἰώνα. Τὸ γένος τοῦ Ἠσαῦ ἦταν ἀπόβλητο, διότι ἐκεῖνος ἦταν πόρνος καὶ βέβηλος, καὶ ὁ Ροβοὰμ ἔχασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς βασιλείας, ἐπειδὴ ὁ πατέρας του Σολομῶν, γυναικομανῆς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, ἐπέθανε χωρὶς νὰ πάθη τοῦτο ὁ ἴδιος λόγω τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος τὸ προσαφθὲν κάποτε σὲ βάρος τοῦ ἄγος ἐκαθάρισε μὲ ροὲς δακρύων καὶ μὲ τὰ ἄλλα ἔργα τῆς μετανοίας.

Ἀποφεύγετε τὴν πορνεία, ἀδελφοί, παραγγέλλει πάλι ὁ ἀπόστολος. Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σαμψών, δὲν θὰ ἔπιπτε στὰ χέρια τῆς Δαλιδᾶς, ὥστε μαζὶ μὲ τὰ μαλλιά του νὰ χάση καὶ τὴν δύναμί του, δὲν θὰ ἐτυφλωνόταν, δὲν θὰ ἔχανε ἀδόξως τὴ ζωὴ του μαζὶ μὲ τοὺς ἀλλοφύλους. Ἂν τὴν ἀπέφευγαν οἱ ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μωϋσῆ ὡς στρατηγὸ καὶ νομοθέτη Ἰουδαῖοι δὲν θὰ ἐθυσίαζαν στὸν Βεελφεγώρ, δὲν θὰ ἔτρωγαν θυσίες, δὲν θὰ ἔπιπταν ὅσο ἔπεσαν. Ἂν τὴν ἀπέφευγε ὁ Σολομῶν, δὲν θ' ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τὸν Θεό πού τὸν κατέστησε βασιλέα καὶ σοφὸ οὔτε θὰ ἀνήγειρε ναοὺς στὰ εἴδωλα.

Βλέπετε ὅτι τὸ πάθος τῆς πορνείας ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ πρὸς ἀσέβεια; Οὔτε τὸ κάλλος τῆς Σωσάννης, πού ἐξαπάτησε στὴ Βαβυλώνα τοὺς πρεσβυτέρους, θὰ ἐθριάμβευε ἔπειτα καὶ θὰ συνεκάλυπτε τὸν λιθοβολισμό, ἂν αὐτοί ἀπέφευγαν ἀπὸ τὴν ἀρχή τὸ βδέλυγμα καὶ δὲν τὴν παρατηροῦσαν πρωτύτερα κάθε μέρα ἀκολάστως. Οὔτε ὁ Ὀλοφέρνης θὰ ἐκοιτόταν μὲ κομμένον τὸν λαιμὸ ὁ ἄθλιος, ἂν προηγουμένως, ὅπως ἔχει γραφεῖ, δὲν εἵλκυε τὸν ὀφθαλμὸ του τὸ σανδάλιο τῆς Ἰουδίθ καὶ δὲν αἰχμαλώτιζε τὴν ψυχή του ἡ ὀμορφιά της. Γι' αὐτό λέγει ὁ Ἰώβ· «ἔβαλα κανόνα στοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ δὲν θὰ προσέξω παρθένο», πόσο μᾶλλον ἄσεμνο γύναιο, ἄγαμο ἢ ἔγγαμο.

Ἤ ἀγαμία θεοφιλῆ νὰ τηρῆς, ἀγαπητέ, ἢ συζυγία θεοδότη. Πίνε ὕδατα ἀπὸ τὰ πηγάδια σου, κι' αὐτό μὲ σωφροσύνη, ἄπεχε δὲ τελείως ἀπὸ νοθευμένο ποτό, διότι εἶναι ὕδωρ Στυγός, ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ Ἀχέροντος, εἶναι γεμάτο θανατηφόρο ἰό, ἔχει τὴ δύναμι δηλητηρίου· διότι ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ρίπτη ὅσους πίνουν στὴν καταπακτὴ τοῦ Ἅδη ἢ μᾶλλον στοὺς ἴδιους τούς μυχοὺς τοῦ Ἅδη. Ἀπόφευγε τὸ μέλι ἀπὸ πορνικὰ χείλη, διότι ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ ἐπαλείφουν πορνικὸ θάνατο, πού εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό. Πρὸς αὐτόν λέγει ὁ Δαβίδ, «ἐξωλόθρευσὲ ὅλους ὅσοι πορνεύουν».

Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ καθαρεύη ἢ νὰ καθαίρεται κι' ἔτσι νὰ μένη διαρκῶς ἀμίαντος, ἀρκούμενος στὶς ἐπιτρεπτόμενες ἡδονές, αὐτός τοῦ ὁποίου τὸ σῶμα ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σ' αὐτό, νὰ σπεὺδη πρὸς ἀπόκτησι ἁγνείας καὶ σωφροσύνης καὶ πρὸς ἀποφυγὴ πορνείας καὶ κάθε ἀκαθαρσίας, γιὰ νὰ παραμείνωμε αἰωνίως εὐφραινόμενοι μαζὶ μὲ τὸν ἄφθαρτο νυμφίο στὶς ἁγνές παστάδες, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ἀειπάρθενου καὶ παναμώμου καὶ ὑπερδοξασμένης Μητέρας πού τὸν ἐγέννησε παρθενικῶς γιὰ τὴν σωτηρία μας· τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Πηγή : imaik.gr

Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας


Το μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας 
1 Φεβρουαρίου 
Η συγκλονιστική περιγραφή του μαρτυρίου δύο νεαρών μητέρων: η μία βρέθηκε με το θηλάζον βρέφος της στην φυλακή και η άλλη εγκυμονούσα…

Μαρτύριο της Αγίας Περπέτουας, Σατύρου, Σατουρνίνου, Σεκούνδου, Ρεουκάτου και Φιλικιτάτης. (Μηνολόγιο Βασιλείου Β΄)
Βρισκόμαστε στην Καρχηδόνα το έτος 203 μ. Χ. Η Βίβια Περπέτουα, από αρχοντική οικογένεια, μορφωμένη, είχε κάνει ένα καλό γάμο σε πολύ νεαρή ηλικία. 
Ήταν μητέρα ενός μικρού αγοριού. Στην εποχή, που θα παρακολουθήσουμε το μαρτύριο της, ήταν περίπου 22 ετών. 
Οι γονείς της ζούσαν, καθώς και τα δύο της αδέλφια. Ο ένας από αυτούς, όπως και η Περπέτουα, εκείνο τον καιρό, ήταν κατηχούμενος. 
Η ίδια πιό κάτω διηγείται όλη την ιστορία του μαρτυρίου της : 
-Βρισκόμουνα μαζί και με άλλους κατηχούμενους στο Θουμπούρμπο, όταν ήρθε ο πατέρας μου να με δει.
Προσπάθησε με κάθε τρόπο να μου κλονίσει την πίστη μου. Όταν είδε ότι εγώ ήμουν σταθερή εξαγριώθηκε. Χίμηξε επάνω μου. Κι’ ύστερα έφυγε γεμάτος θυμό. Πέρασαν αρκετές μέρες και δεν ξαναήρθε.
Ευχαριστούσα το Θεό, γιατί αυτή η απουσία μου ήταν μία ανακούφιση. Ακριβώς μέσα σ’ αυτό το διάστημα δεχθήκαμε το άγιο Βάπτισμα. Το άγιο Πνεύμα μου έβαλε τη σκέψη εκείνη την ώρα του μυστηρίου να ζητήσω τη δύναμη, για να αντέξω σε ό,τι στη συνέχεια θα είχα ν’ αντιμετωπίσω.
Ύστερα από λίγες μέρες μας μετέφεραν στις φυλακές της Καρχηδόνος. Τρόμαξα. Δεν είχα ποτέ βρεθεί σε τέτοια σκοτάδια. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι στρατιώτες έπαιρναν ό,τι χρήματα έβρισκαν πάνω μας. Kι’ υστέρα με κατέτρωγε η ανησυχία για το παιδί μου, που ήταν ακόμη πολύ μικρό και με είχε ανάγκη, γιατί θήλαζε.
Τότε ο Τέρτιος και ο Πομπόνιος, δύο αφοσιωμένοι διάκονοι που φρόντιζαν για μας, ύστερα από πολλά, πέτυχαν να μας μεταφέρουν σ’ ένα τόπο της φυλακής πιο υποφερτό. Εκεί μπόρεσα λίγο να περιποιηθώ το μωρό μου. 
Το πόσο ανησυχούσα γι’ αυτό το παιδί, το είπα στη μητέρα μου. Για λίγο ανέθεσα τη φροντίδα του στον αδελφό μου. Αλλά και αυτό δεν με ανέπαυε. Στο τέλος κατέληξα να το πάρω μαζί μου στη φυλακή. Αμέσως τότε το είδα να συνέρχεται και αυτό με ανακούφισε. Μου φάνηκε τότε και η φυλακή ένα λαμπρό παλάτι.
.
Ύστερα από μερικές μέρες κυκλοφόρησε η είδηση πως θα πάμε για ανάκριση. Ο πατέρας μου γεμάτος πόνο κατέφθασε Προσπάθησε και πάλι να με πείσει ν’ αλλάξω τη πίστη μου. «Λυπήσου, κόρη μου, τα γερατειά μου, μου είπε. Αν ακόμη μου αξίζει να με λες πατέρα, λυπήσου με. Σ’ ανάθρεψα με τα χέρια μου. Σ’ αγαπούσα περισσότερο από όλα τα άλλα παιδιά, Μη με κάνεις τώρα περίγελο του κόσμου. Σκέψου τ’ αδέρφια σου, τη μητέρα σου, το παιδί σου, που δεν θα μπορέσει, αν του λείψεις, να ζήσει. Έλα στα λογικά σου και μη θέλεις να διαλύσεις την οικογένειά σου».
Και ενώ μου έλεγε αυτά, φιλούσε τα χέρια μου, έπεφτε στα πόδια μου. Πονούσα πολύ βλέποντας τον πατέρα μου σ’ αύτη την κατάσταση. Ήταν ο μόνος απ’ την οικογένειά μας, που δεν μπορούσε να με καταλάβει.
-Δεν θα συμβεί και στο δικαστήριο κάτι που δεν θα το θέλει ο Θεός, πατέρα, του έλεγα. Πίστεψέ το, πως δεν εξαρτάται από μας η πορεία του καθενός μας, αλλά από το Θεό.
Έφυγε, μετά από αυτά, θλιμμένος. 
Ξαφνικά ένα μεσημέρι μας οδήγησαν στο δικαστήριο. Το νέο διαδόθηκε στις γειτονιές. Μαζεύτηκε κόσμος. Ανεβήκαμε στο εδώλιο. Ανέκριναν πρώτα τους άλλους. Σαν έφτασε η σειρά μου, βλέπω τον πατέρα μου νάρχεται προς το μέρος μου, κρατώντας στην αγκαλιά του το παιδί μου. 
Με τράβηξε και μου είπε: «Θυσίασε, λυπήσου το βρέφος». Ο Ιλαριανός, ο εισαγγελέας με τη σειρά του τότε μου είπε: «Λυπήσου τα γεράματα του πατέρα σου, την τρυφερή ηλικία του παιδιού σου, θυσίασε για την ευτυχία των αυτοκρατόρων». 
Εγώ απήντησα : Δεν θυσιάζω ! 
Ιλαριανός : Είσαι χριστιανή ;
Του είπα : Ναι, είμαι χριστιανή !
Ο δικαστής δεν άργησε να βγάλει την απόφαση : Όλοι θα γινόμαστε τροφή των θηρίων. Φύγαμε για τη φυλακή νοιώθοντας ευτυχισμένοι.
Την παραμονή είδα ένα όνειρο που πολύ με ενίσχυσε. Ότι πολέμησα με ένα Αιγύπτιο άνδρα, τον οποίον και νίκησα. Ότι όλο το πλήθος γύρω μου ξέσπασε σε επευφημίες. Σαν ξύπνησα, κατάλαβα ότι η μάχη που θα δώσω δεν θάναι με τα άγρια θηρία, αλλά με το Διάβολο. Κι’ ήμουν βεβαία για τη νίκη.
.
Η διήγηση του μαρτυρίου. 
Ανάμεσα στους άλλους κρατουμένους ήταν και η Ευτυχία (Φιλικιτάτη). Όταν την συνέλαβαν, ήταν οχτώ μηνών έγκυος. Όταν πλησίασε η ήμερα της θηριομαχίας, στενοχωριόταν στη σκέψη, πώς το δικό της μαρτύριο θα έπαιρνε αναβολή, λόγω της καταστάσεως της: Γιατί ο νόμος απαγόρευε τη θανατική εκτέλεση στις εγκύους· 
Όσοι βρίσκονταν μαζί της, κι’ αυτοί ήταν βαθιά λυπημένοι στη σκέψη, πως θ’ αφήσουν μόνη μια τόσο καλή κι’ αγαπητή τους αδελφή, που μαζί τους βάδιζε προς την ίδια ελπίδα. 
Τρεις μέρες πριν απ’ το μαρτύριο, όλοι μαζί έκαναν θερμή ικεσία προς τov Κύριο. Μόλις είχαν τελειώσει την προσευχή τους, όταν έπιασαν την Ευτυχία οι πόνοι του τοκετού. Οι συνθήκες στις όποιες βρισκόταν η επίτοκος, καθώς και ο πρόωρος τοκετός (ήταν στους οχτώ μήνες) την έκαναν να υποφέρει πολύ και να βογγάει. 
Τότε ένας απ’ τους δεσμοφύλακες της είπε: «Αν τώρα τόσο πολύ βογγάς, τι θα κάνεις όταν βρεθείς ανάμεσα στ’ άγρια θηρία, που τ’ αψήφησες με την άρνησή σου να θυσιάσεις στους θεούς ;». 
Η Ευτυχία τότε του απάντησε : «Τώρα είμαι εγώ που υποφέρω αυτό που υποφέρω. Ενώ εκεί ένας άλλος θάναι μέσα μου, που θα υποφέρει για μένα, γι’ αυτό για χάρη του θα υποφέρω». Η Ευτυχία έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι, που το υιοθέτησε μια χριστιανή και το είχε σαν παιδί της…
. 
Το Άγιο Πνεύμα μας επέτρεψε να σημειώσουμε γραπτώς το χρονικό του μαρτυρίου. Έτσι, παρά την αναξιότητά μας, συμπληρώνομε το ιστορικό ενός τόσο αξιόλογου μαρτυρίου. Κι’ εκπληρώνουμε και την επιθυμία και την αποστολή, που μας εμπιστεύθηκε η Αγία Περπέτουα. 
Άς αναφέρομε κάτι από τη σταθερότητα και τη μεγαλοψυχία της μάρτυρος. Ο δήμαρχος μεταχειρίζεται με σκληρό τρόπο τους κρατουμένους. Η Περπέτουα τότε του είπε κατά πρόσωπον : «Γιατί στερείς από την επιείκεια σου τους τόσο ευγενείς κατάδικους, που θ’ αγωνιστούν για τα γενέθλια του Καίσαρος; Δεν θάναι συμφέρον για την υπόληψή σου να φέρεις στη κονίστρα φυλακισμένους ευτραφείς;» 
Ο δήμαρχος κατακοκκίνισε. Έδωσε διαταγή να χρησιμοποιούν τους φυλακισμένους πιο ανθρώπινα. Έτσι και τα αδέλφια της Περπέτουας και όλοι οι άλλοι επισκέπτες είχαν την ευκολία να μπαίνουν στη φυλακή και να φέρνουν στους δικούς τους τα απαραίτητα. 
Την παραμονή της θηριομαχίας, γινόταν το τελευταίο γεύμα των καταδίκων, που το ονόμαζαν «ελεύθερο γεύμα». 
Οι μάρτυρες, όσο μπορούσαν, μετέβαλαν αυτό το δείπνο από δείπνο οργίων σε δείπνο αγάπης. Μιλούσαν εκεί στα πλήθη με το θάρρος που τους χαρακτήριζε, υπογραμμίζοντας τους την κρίση του Θεού. 
Διαλαλούσαν την ευτυχία τους, που δίνουν τη ζωή τους για το Θεό και κινούσαν την απορία των ακροατών. Πολλοί από τους ειδωλολάτρες συγκινιόνταν και πίστευαν. 
Η ήμερα της νίκης έφθασε. Οι μάρτυρες άφησαν τη φυλακή για να πάνε στο αμφιθέατρο. Θάλεγε κανείς, πως πάνε στον ουρανό. Τα πρό­σωπά τους ήταν φωτεινά, χαριτωμένα. Ήταν συγκινημένοι όχι από φόβο, αλλά από χαρά. Η Περπέτουα βάδιζε πίσω, μ’ ένα βήμα ήρεμο, σταθερό, σαν η μικρή αγαπημένη του Θεού. Η λάμψη των ματιών της έκανε όλους να ρίξουν το βλέμμα κάτω. 
Όταν έφτασαν στην πόρτα του αμφιθεάτρου, θέλησαν να τους φορέσουν ειδικές στολές: στους άνδρες τη στολή των ιερέων του Κρόνου, στις γυναίκες τη στολή της ιέρειας Δήμητρας. Ή Περπέτουα όμως αντιστάθηκε μέχρι τέλους. 
Αρνήθηκε να δεχθεί κάτι τέτοιο. «Αν ήρθαμε εδώ θεληματικά, είπε, ήταν για να υπερασπίσουμε την ελευθερία μας. Αν θυσιάζουμε τη ζωή μας, είναι για να μη κάνουμε παρόμοια με αυτό που μας ζητάτε. Πάνω σ’ αυτό έχομε κάνει μαζί σας μια συμφωνία». 
Η αδικία έπρεπε να υποχώρηση μπρος στη δικαιοσύνη. Ο δήμαρχος δέχτηκε να περάσουν με τα συνηθισμένα τους ρούχα. 
Η Περπέτουα τραγουδούσε. Για τις γυναίκες μάρτυρες είχαν φυλάξει οι δήμιοι μια από τις άγριες αγελάδες να τις κατασπαράξει. Τις έκλεισαν μέσα στα δίχτυα και έτσι τις έφεραν μέσα στο στάδιο. Εδώ άρχιζε η πάλη με το άγριο θηρίο. 
Η Περπέτουα συμμάζεψε το σχισμένο φόρεμα επάνω της, μάζεψε τα μαλλιά της, που ήταν λυμένα. Γιατί μια μάρτυς δεν πρέπει να πεθάνει με ξέπλεκα τα μαλλιά, όπως όταν κανείς πενθεί, αφού είναι ήμερα χαρμόσυνη γι’ αυτήν. 
Έτσι όπως την είδαν άφοβη και αλύγιστη ξέσπασαν σε μίσος τα πλήθη έξαλλα και την έβγαλαν από την πόρτα των Ζώων, όπως έλεγαν μια πόρτα της Καρχηδόνος. 
Εκεί την περιμάζεψε ένας κατηχούμενος, ο Ρούστικος. 
Εκείνη φαινόταν σαν τότε να ξυπνά από ένα βαθύ λήθαργο. Κοίταξε γύρω της και όλοι ξαφνιάστηκαν σαν την άκουσαν να ρωτά: «Πότε λοιπόν θα μας ρίξουν στην άγρια αγελάδα ;» 
Κι’ όταν της είπαν ότι αυτό είχε ήδη γίνει, δεν το πίστευε, αν δεν της το επιβεβαίωναν τα σημάδια επάνω στο σώμα της και στο φόρεμα της. Εν συνεχεία κάλεσε τον αδελφό της και τον κατηχούμενο. Τους είπε :«Μείνετε σταθεροί στην πίστη σας. Αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Οι δοκιμασίες οι δικές μας μη σας κλονίσουν ποτέ». 
Εν τω μεταξύ οι άλλοι μάρτυρες έδωκαν μέσα στο στάδιο ο καθένας με τη σειρά του το αίμα του για τη πίστη του. Την Περπέτουα την κτύπησαν στα πλευρά. Έβγαλε μια φωνή. Ύστερα έπιασε η ίδια το χέρι του άπειρου μονομάχου και έφερε το ξίφος στο λαιμό της. Δεν μπορούσε μια τέτοια γυναίκα να πεθάνει με άλλον τρόπο απ’ αυτόν… 
Ω σεις άγιοι κι ευτυχισμένοι μάρτυρες ! Είσαστε οι εκλεκτοί και οι διαλεγμένοι για τη δόξα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός που τιμάτε και λατρεύετε, ας χρησιμοποιήσει και σας για την οικοδομή της Εκκλησίας. Είσαστε και σεις μια μαρτυρία, ότι το αυτό Πνεύμα ενεργεί το ίδιο παντού, καθώς και ο Πατήρ και ο Υιός, στον οποίον ανήκει η δόξα και η τιμή στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
.
 Άγιες Γυναίκες της αρχαίας Εκκλησίας, Εκδ. Ι. Μ. Κεχροβουνίου Τήνου. Επιμέλεια Αρχ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου.

Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φηλικιτάτη οι Μάρτυρες

Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φηλικιτάτη οι Μάρτυρες 
Περί το 203, στην ρωμαϊκή Βόρειο Αφρική, μια περιοχή όπου ο χριστιανισμός είχε ευρέως εξαπλωθεί, συνελήφθησαν στην πόλη Θουβουρβώ, οι νεαροί κατηχούμενοι: Περπέτουα, Ρεουκάτος, Φηλικιτάτη, Σατουρνίνος και Σεκούνδος. Η Φηλικιτάτη ήταν δούλη, σύντροφος του Ρεουκάτου.

Η Περπέτουα, ηλικίας είκοσι δύο ετών, ήταν ευγενικής καταγωγής, μητέρα ενός βρέφους που θήλαζε ακόμη. Όταν οδηγήθηκε με τους υπόλοιπους στην Καρθαγένη (Καρχηδόνα), ο πατέρας της προσπάθησε κατά την προανάκριση να την πείσει να μην ομολογήσει την πίστη της, εκείνη όμως αρνήθηκε και την οδήγησαν στην φυλακή, όπου ζήτησε να κρατήσει το παιδί της. Η αποπνιχτική ατμόσφαιρα του κελλιού, όπου είχαν στοιβάξει τους κρατούμενους, έγινε για την νεαρή γυναίκα αληθινό παλάτι, όπου περίμενε την επίσκεψη του Βασιλέως Χριστού. Ο Θεός τότε της αποκάλυψε σε όραμα τι την περίμενε, την ίδια και τους συναθλητές της. Είδε μια στενή, χάλκινη κλίμακα που εκτεινόταν από την γη στον ουρανό. Στις δύο πλευρές της ήσαν μπηγμένα κάθε είδους φονικά όργανα και στην βάση της βρισκόταν όφις τρομερός που τρομοκρατούσε όσους επιθυμούσαν να ανέβουν την κλίμακα. Ο κατηχητής τους Σάτυρος, που είχε παραδοθεί αυτοβούλως στις αρχές ώστε να βρίσκεται μαζί τους, προχώρησε πρώτος και έφθασε στην κορυφή τής κλίμακας, απ’ όπου φώναξε: «Περπέτουα, σε περιμένω, πρόσεξε να μη σε δαγκάσει το φίδι!». Εκείνη απάντησε: «Εν ονόματι τού Ιησού Χριστού δεν θα με βλάψει». Συνέθλιψε με την φτέρνα το κεφάλι τού φιδιού και με μιας έφθασε στην κορυφή τής σκάλας, όπου φανερώθηκε μπροστά της ο Παράδεισος τής τρυφής, και πλήθος λευκοντυμένων μαρτύρων ήλθε να την υποδεχθεί.
Οι άγιοι μάρτυρες παρουσιάσθηκαν κατόπιν ενώπιον του δικαστηρίου, όπου με μεγάλη χαρά δέχθηκαν την καταδικαστική απόφαση να θηριομαχήσουν και περίμεναν την ημέρα των εορταστικών εκδηλώσεων ενδυναμωμένοι από θεία οράματα που τους διαβεβαίωναν για την νίκη τους επί του διαβόλου και για την είσοδό τους στις ουράνιες μονές. Μπροστά σε τούτο το θέαμα η Περπέτουα αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ! Ήμουν ανέκαθεν άνθρωπος πρόσχαρος και με εύθυμη διάθεση. Στο εξής θα είμαι ακόμη περισσότερο!»

Η Φηλικιτάτη, έγκυος στον όγδοο μήνα, ένιωθε μεγάλη θλίψη στην σκέψη ότι θα ανέβαλλαν την θανάτωσή της εξαιτίας τής κατάστασής της. Διά των προσευχών των μαρτύρων, ο Θεός μερίμνησε ώστε να την πιάσουν οι ωδίνες τού τοκετού τρεις ημέρες πριν τις εορταστικές εκδηλώσεις. Ένας δεσμοφύλακας που την έβλεπε να βογγά από τους πόνους την ενέπαιξε, διαβεβαιώνοντάς την πως την περίμεναν ασύγκριτα μεγαλύτερες οδύνες. Η αγία τού απάντησε: «Τώρα, είμαι εγώ που υποφέρω ό,τι υποφέρω. Τότε όμως, κάποιος άλλος εντός μου θα υποφέρει για χάρη μου και γι’ Αυτόν θα μαρτυρήσω!» Έφερε στον κόσμο μια κόρη την οποία εμπιστεύθηκαν στην φροντίδα μιας χριστιανής και ευθύς προετοιμάσθηκε για τον τελικό αγώνα.

Την παραμονή τής εκτέλεσης η φυλακή άνοιξε στους επισκέπτες και οι μελλοθάνατοι παρέθεσαν γεύμα κηρύττοντας στο πλήθος τα θαυμαστά τού Θεού. Έφθασε τέλος η μέρα και οι άγιοι μάρτυρες πορεύθηκαν με πρόσωπα που έλαμπαν προς το αμφιθέατρο. Ο Θεός προσέφερε στον καθένα το είδος τού θανάτου που επιθυμούσε για να συμμερισθεί τα πάθη τού Χριστού. Στην αρχή τού θεάματος ο Σατουρνίνος και ο Ρεουκάτος δέχθηκαν την επίθεση μιας λεοπάρδαλης και στην συνέχεια τους καταξέσχισε μια αρκούδα. Ο Σάτυρος που φοβόταν τις αρκούδες έμεινε κατ’ αρχήν άθικτος από τα θηρία και τέλος, αφού το ζήτησε ο ίδιος, μία λεοπάρδαλη τον κατασπάραξε, προσφέροντάς του το τέλειο Βάπτισμα μέσα στο ίδιο του το αίμα.

Οι δύο νεαρές γυναίκες υποχρεώθηκαν πριν βγουν στην αρένα να φορέσουν την στολή των ιερειών τής Δήμητρας. Μπροστά στην γεμάτη παρρησία και σθένος άρνηση της Περπέτουας οι αρχές υποχώρησαν έστειλαν τις δύο γυναίκες στην αρένα σχεδόν γυμνές, ντυμένες με δίχτυα. Το πλήθος όμως εξέφρασε τότε τον αποτροπιασμό του, βλέποντας ότι η μία ήταν κόρη, σε τρυφερή ηλικία, ενώ της άλλης οι μαστοί έσταζαν γάλα καθώς μόλις είχε γεννήσει. Οι αρμόδιοι απομάκρυναν τότε τις δύο μάρτυρες, τις έντυσαν με χιτώνες, τις έφεραν εκ νέου στην αρένα και εξαπέλυσαν εναντίον τους μια μανιασμένη αγελάδα. Η Περπέτουα δέχθηκε πρώτη ένα κτύπημα από τα κέρατα του ζώου και έπεσε στο χώμα. Αμέσως ανακάθησε, συμμάζεψε το φόρεμα και σκέπασε τον μηρό της, μεριμνώντας περισσότερο για την σεμνότητα από ό,τι για τους πόνους. Κατόπιν ζήτησε μια βελόνα, έσφιξε τα σχισμένα της ενδύματα και έδεσε τα μαλλιά της, γιατί δεν άρμοζε στην μάρτυρα του Χριστού να εμφανιστεί με ακατάστατα μαλλιά, ώστε να μην φανεί ότι πενθεί την ώρα τής νίκης της.

Στην συνέχεια οι δύο γυναίκες οδηγήθηκαν εκτός του αμφιθεάτρου για να τους δοθεί το χαριστικό πλήγμα μαζί με τους άλλους μάρτυρες. Ο όχλος, όμως, που διψούσε για αίμα απαίτησε να θανατωθούν οι μάρτυρες εντός της αρένας. Οι άγιοι προσήλθαν μόνοι τους στο κέντρο του αμφιθεάτρου, αντάλλαξαν μεταξύ τους τον ασπασμό τής ειρήνης και παραδόθηκαν σιωπηλά στο ξίφος, σαν να είχαν ήδη μεταφερθεί στον ουρανό. Όπως προείδε στο όραμά της η Περπέτουα, το ξίφος τού μονομάχου δεν βρήκε με την πρώτη το καίριο σημείο και την έπληξε στα πλευρά. Τότε πήρε η ίδια το τρεμάμενο χέρι του δημίου και κατηύθυνε το ξίφος στον λαιμό της.

Θυσιασμένοι έτσι σαν αθώα πρόβατα για τον Χριστό, τον Αμνό τού Θεού, οι άγιοι αυτοί μάρτυρες εισήλθαν στην αιώνια δόξα.
[Το θαυμάσιο Μαρτύριό τους είναι ένα από τα σπάνια κείμενα για τους μάρτυρες της Β. Αφρικής που σώζεται στα ελληνικά· βλ. Τα Μαρτύρια των αρχαίων Χριστιανών, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1978, σσ. 252-293]
«Νέος Συναξαριστής της
Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Φεβρουάριος, 
εκδ. Ίνδικτος, 

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ

ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΠΕΡΠΕΤΟΥΑΣ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Τὸ «Μαρτύριον Περπετούας», ἐκτὸς ἀπὸ σπουδαῖο μαρτυρολογικὸ κείμενο, ἀποτελεῖ καὶ πληροφοριακὴ πηγὴ περὶ ἀντιλήψεων καὶ νοοτροπιῶν ποὺ κυριαρχοῦν κατὰ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα. Ἔτσι, καθίσταται ταυτοχρόνως σημαντικὸ θεολογικὸ καὶ ἱστορικὸ ἔργο.


Μαρτύριον τῆς ἁγίας Περπετούας καὶ τῶν σὺν αὐτῇ τελειωθέντων ἐν Ἀφρικῇ· τῇ πρὸ τεσσάρων νονῶν Φευρουαρίων. Εὐλόγησον.

πὶ Οὐαλεριάνου καὶ Γαλιηνοῦ διωγμὸς ἐγένετο, ἐν ᾧ ἐμαρτύρησαν οἱ ἅγιοι Σάτυρος, Σατουρνῖλος, Ῥεουκάτος, Περπετούα, Φηλικητάτη, νόναις Φευρουαρίαις.

Εἰ τὰ παλαιὰ τῆς πίστεως δόγματα, καὶ δόξαν θεοῦ φανεροῦντα καὶ οἰκοδομὴν ἀνθρώποις ἀποτελοῦντα, διὰ τοῦτό ἐστιν γεγραμμένα, ἵνα τῇ ἀναγνώσει αὐτῶν ὡς παρουσίᾳ τῶν πραγμάτων χρώμεθα καὶ ὁ θεὸς δοξασθῇ, διατί μὴ καὶ τὰ καινὰ παραδείγματα, ἅτε δὴ ἑκάτερα ἐργαζόμενα ὠφέλειαν, ὡσαύτως γραφῇ παραδοθείη; ἢ γὰρ τὰ νῦν πραχθέντα οὐ τὴν αὐτὴν παρρησίαν ἔχει, ἐπεὶ δοκεῖ πως εἶναι τὰ ἀρχαῖα σεμνότερα; πλὴν καὶ ταῦτα ὕστερόν ποτε γενόμενα παλαιά, ὡσαύτως τοῖς μεθ᾿ ἡμᾶς γενήσεται καὶ ἀναγκαῖα καὶ τίμια. ἀλλ᾿ ὄψωνται οἵτινες μίαν δύναμιν ἑνὸς ἁγίου πνεύματος κατὰ τὰς ἡλικίας κρίνουσι τῶν χρόνων· ὅτε δὴ δυνατώτερα ἔδει νοεῖσθαι τὰ καινότερα, ὡς ἔχοντα αὐξανομένης τῆς χάριτος τῆς εἰς τὰ τέλη τῶν καιρῶν ἐπηγγελμένης. Ἐν ἐσχάταις γὰρ ἡμέραις, λέγει ὁ κύριος, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν· καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται, καὶ οἱ πρεσβῦται ὑμῶν ἐνυπνίοις ἐνυπνιασθήσονται. ἡμεῖς δὲ οἵτινες προφητείας καὶ ὁράσεις καινὰς δεχόμεθα καὶ ἐπιγινώσκομεν καὶ τιμῶμεν πάσας τὰς δυνάμεις τοῦ ἁγίου πνεύματος, ὡς χορηγεῖ τῇ ἁγίᾳ ἐκκλησίᾳ πρὸς ἣν καὶ ἐπέμφθη πάντα τὰ χαρίσματα ἐν πᾶσιν διοικοῦν, ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ θεός, ἀναγκαίως καὶ ἀναμιμνήσκομεν καὶ πρὸς οἰκοδομὴν εἰσάγομεν, μετὰ ἀγάπης ταῦτα ποιοῦντες εἰς δόξαν θεοῦ, καὶ ἵνα μή πως ᾖ ἀβέβαιός τις καὶ ὀλιγόπιστος, ἢ καὶ τοῖς παλαιοῖς μόνον τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν δίδοσθαι νομίσῃ, εἴτε ἐν τοῖς τῶν μαρτύρων εἴτε ἐν τοῖς τῶν ἀποκαλύψεων ἀξιώμασιν· πάντοτε ἐργαζομένου τοῦ θεοῦ ἃ ἀπηγγείλατο εἰς μαρτύριον μὲν τῶν ἀπίστων εἰς ἀντίληψιν δὲ τῶν πιστῶν. καὶ ἡμεῖς ἃ ἠκούσαμεν καὶ ἑωράκαμεν καὶ ἐψηλαφήσαμεν εὐαγγελιζόμεθα ἡμῖν ἀδελφοὶ καὶ τέκνα· ἵνα καὶ οἱ συμπαρόντες ἀναμνησθῶσιν δόξης θεοῦ, καὶ οἱ νῦν δι᾿ ἀκοῆς γινώσκοντες κοινωνίαν ἔχητε μετὰ τῶν ἁγίων μαρτύρων, καὶ δι᾿ αὐτῶν μετὰ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.

ν πόλει Θουρβιτάνων τῇ μικροτέρᾳ συνελήφθησαν νεανίσκοι κατηχούμενοι, Ῥεουκάτος καὶ Φηλικητάτη σύνδουλοι, καὶ Σατουρνῖλος καὶ Σεκοῦνδος· μετ᾿ αὐτῶν δὲ καὶ Οὐιβία Περπετούα, ἥτις ἦν γεννηθεῖσα εὐγενῶς καὶ τραφεῖσα πολυτελῶς γαμηθεῖσά τε ἐξόχως. αὕτη εἶχεν πατέρα καὶ μητέρα καὶ δύο ἀδελφοὺς, ὧν ὁ ἕτερος ἦν ὡσαύτως κατηχούμενος· εἶχεν δὲ καὶ τέκνον, ὃ πρὸς τοῖς μασθοῖς ἔτι ἐθήλαζεν· ἦν δὲ αὕτη ἐτῶν εἴκοσι δύο· ἥτις πᾶσαν τὴν τάξιν τοῦ μαρτυρίου ἐντεῦθεν διηγήσατο, ὡς καὶ τῷ νοῒ αὐτῆς καὶ τῇ χειρὶ συγγράψασα κατέλιπεν οὕτως εἰποῦσα.

Ἔτι, φησίν, ἡμῶν παρατηρουμένων ἐπεχείρει ὁ πατήρ μοι λόγοις πείθειν με κατὰ τὴν ἑαυτοῦ εὐσπλαγχνίαν τῆς προκειμένης ὁμολογίας ἐκπεσεῖν· κἀγὼ πρὸς αὐτόν· Πάτερ, ἔφην, ὁρᾶς λόγου χάριν σκεῦος κείμενον ἢ ἄλλο τι τῶν τοιούτων; κἀκεῖνος ἀπεκρίθη· Ὁρῶ. κἀγώ· Ἄλλο ὀνομάζειν αὐτὸ μὴ θέμις; οὐδὲ δύναμαι, εἰμὴ ὃ εἰμί, τουτέστι χριστιανή. τότε ὁ πατήρ μου ταραχθεὶς τῷδε τῷ λόγῳ ἐπελθὼν ἠθέλησεν τοὺς ὀφθαλμούς μου ἐξορύξαι· ἔπειτα μόνον κράξας, ἐξῆλθεν νικηθεὶς μετὰ τῶν τοῦ διαβόλου μηχανῶν. τότε ὀλίγας ἡμέρας ἀποδημήσαντος αὐτοῦ, ηὐχαρίστησα τῷ κυρίῳ, καὶ ἥσθην ἀπόντος αὐτοῦ· καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἡμέραις ἐβαπτίσθημεν· καὶ ἐμὲ ὑπηγόρευσεν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον μηδὲν ἄλλο αἰτήσασθαι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ βαπτίσματος εἰ μὴ σαρκὸς ὑπομονήν. μετὰ δὲ ὀλίγας ἡμέρας ἐβλήθημεν εἰς φυλακὴν, καὶ ἐξενίσθην· οὐ γὰρ πώποτε τοιοῦτον ἑωράκειν σκότος· ὡς δεινὴν ἡμέραν καῦμά τε σφοδρόν· καὶ γὰρ ἀνθρώπων πλῆθος ἦν ἐκεῖ ἄλλως τε καὶ στρατιωτῶν συκοφαντίαις πλείσταις· μεθ᾿ ἃ δὴ πάντα κατεπονούμην διὰ τὸ νήπιον τέκνον. τότε Τέρτιος καὶ Πομπόνιος, εὐλογημένοι διάκονοι οἳ διηκόνουν ἡμῖν, τιμὰς δόντες ἐποίησαν ἡμᾶς εἰς ἡμερώτερον τόπον τῆς φυλακῆς μεταχθῆναι. τότε ἀναπνοῆς ἐτύχομεν, καὶ δὴ ἕκαστοι προσαχθέντες ἐσχόλαζον ἑαυτοῖς· καὶ τὸ βρέφος ἠνέχθη πρός με, καὶ ἐπεδίδουν αὐτῷ γάλα, ἤδη αὐχμῷ μαρανθέν· τῇ μητρὶ προσελάλουν, τὸν ἀδελφὸν προετρεπόμην, τὸ νήπιον παρετιθέμην· ἐτηκόμην δὲ ὅτι ἐθεώρουν αὐτοὺς δι᾿ ἐμὲ λυπουμένους· οὕτως περίλυπος πλείσταις ἡμέραις οὖσα, ᾔτησα καὶ τὸ βρέφος ἐν τῇ φυλακῇ μετ᾿ ἐμοῦ μένειν· κἀκεῖνο ἀνέλαβεν καὶ ἐγὼ ἐκουφίσθην ἀπὸ ἀνίας καὶ πόνου, καὶ ἰδοὺ ἡ φυλακὴ ἐμοὶ γέγονεν πραιτώριον, ὡς μᾶλλόν με ἐκεῖ θέλειν εἶναι, καὶ οὐκ ἀλλαχοῦ.

Τότε εἶπέν μοι ὁ ἀδελφός· Κυρία ἀδελφή, ἤδη ἐν μεγάλῳ ἀξιώματι ὑπάρχεις, τοσαύτη οὖσα ὡς εἰ αἰτήσειας ὀπτασίας ὀπτασίαν λάβοις ἂν εἰς τὸ δειχθῆναί σοι εἴπερ ἀναβολὴν ἔχεις ἢ παθεῖν μέλλεις. κἀγὼ ἥτις ᾔδειν με ὁμιλοῦσαν θεῷ, οὗ γε δὴ τοσαύτας εὐεργεσίας εἶχον, πίστεως πλήρης οὖσα, ἐπηγγειλάμην αὐτῷ εἰποῦσα· Ἄυριόν σοι ἀπαγγελῶ. ᾐτησάμην δέ, καὶ ἐδείχθη μοι τοῦτο· εἶδον κλίμακα χαλκῆν θαυμαστοῦ μήκους· ἧς τὸ μῆκος ἄχρις οὐρανοῦ· στενὴ δὲ ἦν ὡς μηδένα δι᾿ αὐτῆς δύνασθαι εἰ μὴ μοναχὸν ἕνα ἀναβῆναι· ἐξ ἑκατέρων δὲ τῶν τῆς κλίμακος μερῶν πᾶν εἶδος ἦν ἐμπεπηγμένον ἐκεῖ ξιφῶν, δοράτων, ἀγκίστρων, μαχαιρῶν, ὀβελίσκων· ἵνα πᾶς ὁ ἀναβαίνων ἀμελῶς καὶ μὴ ἀναβλέπων τοῖς ἀκοντίοις τὰς σάρκας σπαραχθείη· ἦν δὲ ὑπ᾿ αὐτῇ τῇ κλίμακι δράκων ὑπερμεγέθης, ὃς δὴ τοὺς ἀναβαίνοντας ἐνήδρευεν, ἐκθαμβῶν ὅπως μὴ τολμῶσιν ἀναβαίνειν. ἀνέβη δὲ ὁ Σάτυρος· ὃς δὴ ὕστερον δι᾿ ἡμᾶς ἑκὼν παρέδωκεν ἑαυτόν· αὐτοῦ γὰρ καὶ οἰκοδομὴ ἦμεν· ἀλλ᾿ ὅτε συνελήφθημεν ἀπῆν. ὡς οὖν πρὸς τὸ ἄκρον τῆς κλίμακος παρεγένετο, ἐστράφη, καὶ εἶπεν· Περπετούα, περιμένω σε· ἀλλὰ βλέπε μή σε ὁ δράκων δάκῃ· καὶ εἶπον· Οὐ μή με βλάψῃ, ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ ὑποκάτω τῆς κλίμακος ὡσεὶ φοβούμενός με ἠρέμα τὴν κεφαλὴν προσήνεγκεν· καὶ ὡς εἰς τὸν πρῶτον βαθμὸν ἠθέλησα ἐπιβῆναι, τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπάτησα. καὶ εἶδον ἐκεῖ κῆπον μέγιστον, καὶ ἐν μέσῳ τοῦ κήπου ἄνθρωπον πολιὸν καθεζόμενον ποιμένος σχῆμα ἔχοντα ὑπερμεγέθη, ὃς ἤλμευγε τὰ πρόβατα· περιειστήκεισαν δὲ αὐτῷ πολλαὶ χιλιάδες λευχειμονούντων· ἀπάρας δὲ τὴν κεφαλὴν ἐθεάσατό με καὶ εἶπεν· Καλῶς ἐλήλυθας, τέκνον. καὶ ἐκάλεσέν με, καὶ ἐκ τοῦ τυροῦ οὗ ἤλμευγεν ἔδωκέν μοι ὡσεὶ ψωμίον· καὶ ἔλαβον ζεύξασα τὰς χεῖράς μου καὶ ἔφαγον· καὶ εἶπαν πάντες οἱ παρεστῶτες· Ἀμήν. καὶ πρὸς τὸν ἦχον τῆς φωνῆς ἐξυπνίσθην ἔτι τί ποτε μασωμένη γλυκύ· καὶ εὐθέως διηγησάμην τῷ ἀδελφῷ καὶ ἐνοήσαμεν ὅτι δέοι παθεῖν· καὶ ἠρξάμην ἔκτοτε μηδεμίαν ἐλπίδα ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ ἔχειν.

Μετὰ δὲ ἡμέρας ὀλίγας ἔγνωμεν μέλλειν ἡμᾶς ἀκουσθήσεσθαι· παρεγένετο δὲ καὶ ὁ πατὴρ ἐκ τῆς πολλῆς ἀποδημίας μαραινόμενος, καὶ ἀνέβη πρός με προτρεπόμενός με καταβαλεῖν, λέγων· Θύγατερ, ἐλέησον τὰς πολιάς μου· ἐλέησον τὸν πατέρα σοθ, εἴπερ ἄξιός εἰμι ὀνομασθῆναι πατήρ σου· μνήσθητι ὅτι ταῖς χερσὶν ταύταις πρὸς τὸ τοιοῦτον ἄνθος τῆς ἡλικίας ἀνήγαγόν σε· καὶ προειλόμην σε ὑπὲρ τοὺς ἀδελφούς σου· ὅρα τὴν σὴν μητέρα καὶ τὴν τῆς μητρός σου ἀδελφήν, ἴδε τὸν υἱόν σου ὃς μετὰ σὲ ζῆν οὐ δύναται· ἀπόθου τοὺς θυμοὺς καὶ μὴ ἡμᾶς πάντας ἐξολοθρεύσῃς· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν μετὰ παρρησίας λαλήσει, ἐάν τί σοι συμβῇ. ταῦτα ἔλεγεν ὡς πατὴρ κατὰ τὴν τῶν γονέων εὔνοιαν· καὶ κατεφίλει μου τὰς χεῖρας καὶ ἑαυτὸν ἔρριπτεν ἔμπροσθεν τῶν ποδῶν μου καὶ ἐπιδακρύων οὐκέτι με θυγατέρα ἀλλὰ κυρίαν ἐπεκάλει· ἐγὼ δὲ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ πατρὸς ἤλγουν, ὅτι ἐν ὅλῳ τῷ ἐμῷ γένει μόνος οὐκ ἠγαλλιᾶτο ἐν τῷ ἐμῷ πάθει. παρεμυθησάμην δὲ αὐτὸν εἰποῦσα· Τοῦτο γενήσεται ἐν τῷ βήματι ἐκείνῳ [ὃ] ἐὰν θέλῃ ὁ κύριος· γνῶθι γὰρ ὅτι οὐκ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐξουσίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν τῇ τοῦ θεοῦ ἐσόμεθα· καὶ ἐχωρίσθη ἀπ᾿ ἐμοῦ ἀδημονῶν.

Καὶ τῇ ἡμέρᾳ ἐν ᾗ ὥριστο ἡρπάγημεν ἵνα ἀκουσθῶμεν· καὶ ὥσπερ ἐγενήθημεν εἰς τὴν ἀγορὰν φήμη εὐθὺς εἰς τὰ ἐγγὺς μέρη διῆλθεν, καὶ συνέδραμεν πλεῖστος ὄχλος· ὡς δὲ ἀνέβημεν εἰς τὸ βῆμα ἐξετασθέντες οἱ λοιποὶ ὡμολόγησαν· ἤμελλον δὲ κἀγὼ ἐξετάζεσθαι· καὶ ἐφάνη ἐκεῖ μετὰ τοῦ τέκνου μου ὁ πατήρ· καὶ καταγαγών με πρὸς ἑαυτόν, εἶπεν· Ἐπίθυσον ἐλεήσασα τὸ βρέφος. καὶ Ἱλαριανός τις ἐπίτροπος, ὃς τότε τοῦ ἀνθυπάτου ἀποθανόντος Μινουκίου Ὀππιάνου ἐξουσίαν εἰλήφει μαχαίρας, λέγει μοι· Φεῖσαι τῶν πολιῶν τοῦ πατρός σου· φεῖσαι τῆς τοῦ παιδίου νηπιότητος· ἐπίθυσον ὑπὲρ σωτηρίας τῶν αὐτοκρατόρων. κἀγὼ ἀπεκρίθην· Οὐ θύω. καὶ εἶπεν Ἱλαρίανος· Χριστιανὴ εἶ; καὶ εἶπον· Χριστιανή εἰμι. καὶ ὡς ἐσπούδαζεν ὁ πατήρ μου καταβαλεῖν με ἀπὸ τῆς ὁμολογίας, κελεύσαντος Ἱλαριάνου ἐξεβλήθη· προσέτι δὲ καὶ τῇ ῥάβδῳ τῶν δορυφόρων τις ἐτύπτησεν αὐτόν· κἀγὼ σφόδρα ἤλγησα, ἐλεήσασα τὸ γῆρας αὐτοῦ· τότε ἡμᾶς πάντας πρὸς θηρία κατακρίνει. καὶ χαίροντες κατίημεν εἰς φυλακήν. ἐπειδὴ δὲ ὑπ᾿ ἐμοῦ ἐθηλάζετο τὸ παιδίον, καὶ μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῇ φυλακῇ εἰώθει μένειν, πέμπω πρὸς τὸν πατέρα μου Πομπόνιον διάκονον, αἰτοῦσα τὸ βρέφος· ὁ δὲ πατὴρ οὐκ ἔδωκεν· πλὴν ὡς ὁ θεὸς ᾠκονόμησεν οὔτε ὁ παῖς μασθοὺς ἐπεθύμησεν ἔκτοτε, οὔτε ἐμοί τις προσγέγονεν φλεγμονή· ἴσως ἵνα [μὴ] καὶ τῇ τοῦ παιδίου φροντίδι καὶ τῇ τῶν μασθῶν ἀλγηδόνι καταπονηθῶ.

Καὶ μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας προσευχομένων ἡμῶν ἁπάντων ἐξαίφνης ἐν μέσῳ τῆς προσευχῆς ἀφῆκα φωνὴν καὶ ὠνόμασα Δεινοκράτην. καὶ ἔκθαμβος ἐγενήθην, διότι οὐδέποτε εἰ μὴ τότε ἀνάμνησιν αὐτοῦ πεποιήκειν· ἤλγησα δὲ εἰς μνήμην ἐλθοῦσα τῆς αὐτοῦ τελευτῆς. πλὴν εὐθέως ἔγνων ἐμαυτὴν ἐξίαν οὖσαν αἴτησιν ποιήσασθαι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἠρξάμην πρὸς Κύριον μετὰ στεναγμῶν προσεύχεσθαι τὰ πλεῖστα· καὶ εὐθέως αὐτῇ τῇ νυκτὶ ἐδηλώθη μοι τοῦτο. ὁρῶ Δεινοκράτην ἐξερχόμενον ἐκ τόπου σκοτεινοῦ, ὅπου καὶ ἄλλοι πολλοὶ καυματιζόμενοι καὶ διψῶντες ἦσαν, ἐσθῆτα ἔχοντα ῥυπαράν, ὠχρὸν τῇ χρόᾳ· καὶ τὸ τραῦμα ἐν τῇ ὄψει αὐτοῦ τελευτῶν ὅπερ περιὼν ἔτι εἶχεν. οὗτος δὲ ὁ Δεινοκράτης, ὁ ἀδελφός μου κατὰ σάρκα, ἑπταετὴς τεθνήκει ἀσθενήσας καὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ γαγγραίνῃ σαπεὶς ὡς τὸν θάνατον αὐτοῦ στυγητὸν γενέσθαι πᾶσιν ἀνθρώποις. ἐθεώρουν οὖν μέγα διάστημα ἀνὰ μέσον αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ, ὡς μὴ δύνασθαι ἡμᾶς ἀλλήλοις προσελθεῖν. ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ τόπῳ ἐν ᾧ ἦν ὁ ἀδελφός μου κολυμβήθρα ἦν ὕδατος πλήρης· ὑψηλωτέραν δὲ εἶχεν τὴν κρηπῖδα ὑπὲρ τὸ τοῦ παιδίου μῆκος· πρὸς ταύτην ὁ Δεινοκράτης διετείνετο πιεῖν προαιρούμενος· ἐγὼ δὲ ἤλγουν διότι καὶ ἡ κολυμβήθρα ἦν πλήρης ὕδατος, καὶ τὸ παιδίον οὐκ ἠδύνατο πιεῖν διὰ τὴν ὑψηλότητα τῆς κρηπῖδος· καὶ ἐξυπνίσθην. καὶ ἔγνων κάμνειν τὸν ἀδελφόν μου· ἐπεποίθειν δὲ δύνασθαί με αὐτῷ βοηθῆσαι ἐν ταῖς ἀνὰ μέσον ἡμέραις, ἐν αἷς κατήχθημεν εἰς τὴν ἄλλην φυλακὴν τὴν τοῦ χιλιάρχου· ἐγγὺς γὰρ ἦν τῆς παρεμβολῆς οὗ ἠμέλλομεν θηριομαχεῖν· γενέθλιον γὰρ ἤμελλεν ἐπιτελεῖσθαι Καίσαρος. εἶτα προσευξαμένη μετὰ στεναγμῶν σφοδρῶς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς δωρηθῆναί μοι αὐτὸν ἠξίωσα.

Καὶ εὐθὺς ἐν τῇ ἑσπέρᾳ ἐν ᾗ ἐν νέρβῳ ἐμείναμεν, ἐδείχθη μοι τοῦτο. ὁρῶ *τόπῳ* ἐν ᾧ ἑωράκειν τὸν Δεινοκράτην, καθαρῷ σώματι ὄντα, καὶ καλῶς ἠμφιεσμένον καὶ ἀναψύχοντα· καὶ ὅπου τὸ τραῦμα ἦν οὐλὴν ὁρῶ· καὶ ἡ κρηπὶς τῆς κολυμβήθρας κατήχθη ἕως τοῦ ὀμφαλίου αὐτοῦ· ἔρρεεν δὲ ἐξ αὐτῆς ἀδιαλείπτως ὕδωρ· καὶ ἐπάνω τῆς κρηπῖδος ἦν χρυσῆ φιάλη μεστή· καὶ προσελθὼν ὁ Δεινοκράτης ἤρξατο ἐξ αὐτῆς πίνειν· ἡ δὲ φιάλη οὐκ ἐνέλειπεν. καὶ ἐμπλησθεὶς ἤρξατο παίζειν ἀγαλλιώμενος ὡς τὰ νήπια· καὶ ἐξυπνίσθην. καὶ ἐνόησα ὅτι μετετέθη ἐκ τῶν τιμωριῶν.

Καὶ μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας Πούδης τις στρατιώτης ὁ τῆς φυλακῆς προιστάμενος μετὰ πολλῆς τῆς σπουδῆς ἤρξατο ἡμᾶς τιμᾶν καὶ δοξάζειν τὸν θεόν, ἐννοῶν δύναμιν μεγάλην εἶναι περὶ ἡμᾶς· διὸ καὶ πολλοὺς εἰσελθεῖν πρὸς ἡμᾶς οὐκ ἐκώλυεν εἰς τὸ ἡμᾶς διὰ τῶν ἐπαλλήλων παραμυθιῶν παρηγορεῖσθαι. ἤγγισεν δὲ ἡ ἡμέρα τῶν φιλοτιμιῶν καὶ εἰσέρχεται πρός με ὁ πατήρ, τῇ ἀκηδίᾳ μαρανθείς, καὶ ἤρξατο τὸν πώγωνα τὸν ἴδιον ἐκτίλλειν ῥίπτειν τε ἐπὶ γῆς· καὶ πρηνὴς κατακείμενος κακολογεῖν τὰ ἑαυτοῦ ἔτη κατηγορῶν καὶ λέγων τοιαῦτα ῥήματα ὡς πᾶσαν δύνασθαι τὴν κτίσιν σαλεῦσαι· ἐγὼ δὲ ἐπένθουν διὰ τὸ ταλαίπωρον γῆρας αὐτοῦ.

Πρὸ μιᾶς οὖν τοῦ θηριομαχεῖν ἡμᾶς, βλέπω ὅραμα τοιοῦτον. Πομπόνιος ὁ διάκονος, φησίν, ἦλθεν πρὸς τὴν θύραν τῆς φυλακῆς καὶ ἔκρουσεν σφόδρα· ἐξελθοῦσα ἤνοιξα αὐτῷ· καὶ ἦν ἐνδεδυμένος ἐσθῆτα λαμπρὰν καὶ περιεζωσμένος· εἶχεν δὲ ποικίλα ὑποδήματα καὶ λέγει μοι· Σὲ περιμένω, ἐλθέ. καὶ ἐκράτησεν τὰς χεῖράς μου, καὶ ἐπορεύθημεν διὰ τραχέων καὶ σκολιῶν τόπων· καὶ μόλις παρεγενόμεθα εἰς τὸ ἀμφιθέατρον· καὶ εἰσήγαγέν με εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει μοι· Μὴ φοβήθῃς· ἐνθάδε εἰμὶ μετὰ σοῦ, συγκάμνων σοι· καὶ ἀπῆλθεν. καὶ ἰδοὺ βλέπω πλεῖστον ὄχλον ἀποβλέποντα τῇ θεωρίᾳ σφόδρα· κἀγὼ ἥτις εἶδον πρὸς θηρία με καταδικασθεῖσαν ἐθαύμαζον ὅτι οὐκ ἔβαλλόν μοι αὐτά. καὶ ἦλθεν πρός με Αἰγύπτιός τις ἄμορφος τῷ σχήματι μετὰ τῶν ὑπουργούντων αὐτῷ μαχησόμενός μοι. καὶ ἔρχεται πρός με νεανίας τις εὐμορφώτατος τῷ κάλλει ἐξαστράπτων, καὶ ἕτεροι μετ᾿ αὐτοῦ νεανίαι ὡραῖοι, ὑπηρέται τε σπουδασταὶ ἐμοί. καὶ ἐξεδύθην καὶ ἐγενήθην ἄρρην· καὶ ἤρξαντο οἱ ἀντιλήμπτορές μου ἐλαίῳ με ἀλείφειν, ὡς ἔθος ἐστὶν ἐν ἀγῶνι· καὶ ἄντικρυς βλέπω τὸν Αἰγύπτιον ἐκεῖνον ἐν τῷ κονιορτῷ κυλιόμενον. ἐξῆλθεν δέ τις ἀνὴρ θαυμαστοῦ μεγέθους, ὑπερέχων τοῦ ἄκρου τοῦ ἀμφιθεάτρου, διεζωσμένος ἐσθῆτα ἥτις εἶχεν οὐ μόνον ἐκ τῶν δύο ὤμων τὴν πορφύραν, ἀλλὰ καὶ ἀνὰ μέσον ἐπὶ τοῦ στήθους· εἶχεν δὲ καὶ ὑποδήματα ποικίλα ἐκ χρυσίου καὶ ἀργυρίου· ἐβάσταζεν δὲ καὶ ῥάβδον ὡς βραβευτὴς ἢ προστάτης μονομάχων· ἔφερεν δὲ καὶ κλάδους χλωροὺς ἔχοντας μῆλα χρυσᾶ· καὶ αἰτήσας σιγὴν γενέσθαι, ἔφη· Οὗτος ὁ Αἰγύπτιος ἐὰν ταύτην νικήσῃ ἀνελεῖ αὐτὴν μαχαίρᾳ· αὕτη δὲ ἐὰν νικήσῃ αὐτὸν λήψεται τὸν κλάδον τοῦτον· καὶ ἀπέστη. προσήλθομεν δὲ ἀλλήλοις καὶ ἠρξάμεθα παγκρατιάζειν· ἐκεῖνος ἐμοῦ τοὺς πόδας κρατεῖν ἠβούλετο· ἐγὼ δὲ λακτίσμασιν τὴν ὄψιν αὐτοῦ ἔτυπτον· καὶ ἰδοὺ ἐπῆρα ἀπὸ ἀέρος καὶ ἠρξάμην αὐτὸν οὕτως τύπτειν ὡς μὴ πατοῦσα τὴν γῆν. ἰδοῦσα δὲ ὡς οὐδέπω ᾔκιζον αὐτὸν ζεύξασα τὰς χεῖράς μου καὶ δακτύλους δακτύλοις ἐμβαλοῦσα τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπελαβόμην· καὶ ἔρριψα αὐτὸν ἐπ᾿ ὄψει καὶ ἐπάτησα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. καὶ ἤρξατο πᾶς ὁ ὄχλος βοᾶν· καὶ οἱ σπουδασταί μου ἐγαυρίων. καὶ προσῆλθον τῷ βραβευτῇ καὶ ἔλαβον τὸν κλάδον· καὶ ἠσπάσατό με καὶ εἶπεν· Εἰρήνη μετὰ σοῦ, θύγατερ· καὶ ἠρξάμην εὐθὺς πορεύεσθαι μετὰ δόξης πρὸς πύλην τὴν λεγομένην ζωτικήν. καὶ ἐξυπνίσθην· καὶ ἐνόησα ὅτι οὐ πρὸς θηρία μοι ἀλλὰ πρὸς τὸν διάβολόν ἐστιν ἡ ἐσομένη μάχη· καὶ συνῆκα ὅτι νικήσω αὐτόν. ταῦτα ἕως πρὸ μιᾶς τῶν φιλοτιμιῶν ἔγραψα· τὰ ἐν τῷ ἀμφιθεάτρῳ γενησόμενα ὁ θέλων συγγραψάτω.

Ἀλλὰ καὶ ὁ μακάριος Σάτυρος τὴν ἰδίαν ὀπτασίαν αὐτὸς δι᾿ ἑαυτοῦ συγγράψας ἐφανέρωσεν τοιαῦτα εἰρηκώς. Ἤδη, φησίν, ἦμεν ὡς πεπονθότες καὶ ἐκ τῆς σαρκὸς ἐξεληλύθειμεν, καὶ ἠρξάμεθα βαστάζεσθαι ὑπὸ τεσσάρων ἀγγέλων πρὸς ἀνατολάς, καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν οὐχ ἥπτοντο· ἐπορευόμεθα δὲ εἰς τὰ ἀνώτερα, καὶ οὐχ ὕπτιοι ἀλλ᾿ οἷον ὡς δι᾿ ὁμαλῆς ἀναβάσεως ἐφερόμεθα. καὶ δὴ ἐξελθόντες τὸν πρῶτον κόσμον φῶς λαμπρότατον εἴδομεν· καὶ εἶπον πρὸς τὴν Περπετούαν (πλησίον γάρ μου ἦν)· Τοῦτό ἐστιν ὅπερ ὁ κύριος ἡμῶν ἐπηγγείλατο· μετειλήφαμεν τῆς ἐπαγγελίας. αἰωρουμένων δὲ ἡμῶν διὰ τῶν τεσσάρων ἀγγέλων ἐγένετο στάδιον μέγα, ὅπερ ὡσεὶ κῆπος ἦν ἔχων ῥόδου δένδρα καὶ πᾶν γένος τῶν ἀνθέων· τὸ δὲ ὕψος τῶν δένδρων ἦν ὡσεὶ κυπαρίσσου μῆκος, ἀκαταπαύστως δὲ κατεφέρετο τὰ δένδρα τὰ φύλλα αὐτῶν. ἦσαν δὲ μεθ᾿ ἡμῶν ἐν αὐτῷ τῷ κήπῳ οἱ τέσσαρες ἄγγελοι, ἀλλήλων ἐνδοξότεροι, ὑφ᾿ ὧν ἐφερόμεθα· πτοουμένους δὲ ἡμᾶς καὶ θαυμάζοντας *καὶ ἀπέθηκαν, καὶ ἀνέλαβον· καὶ ὁδὸν* λαβόντες διήλθομεν τὸ στάδιον τοῖς ἡμετέροις ποσίν. ἐκεῖ εὕρομεν Ἰουκοῦνδον καὶ Σάτυρον καὶ Ἀρτάξιον, τοὺς ἐν αὐτῷ τῷ διωγμῷ ζῶντας κρεμασθέντας· εἴδομεν δὲ Κοΐντον τὸν μάρτυρα τὸν ἐν τῇ φυλακῇ ἀποθανόντα· ἐζητοῦμεν δὲ καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ποῦ ἄρα εἰσίν· καὶ εἶπον οἱ ἄγγελοι πρὸς ἡμᾶς· Δεῦτε πρῶτον ἔσω ἵνα ἀσπάσησθε τὸν κύριον.

Καὶ ἤλθομεν πλησίον τοῦ τόπου ἐκείνου τοῦ ἔχοντος τοίχους ὡσανεὶ ἐκ φωτὸς ᾠκοδομημένους, καὶ πρὸ τῆς θύρας τοῦ τόπου ἐκείνου εἰσελθόντες οἱ τέσσαρες ἄγγελοι ἐνέδυσαν ἡμᾶς λευκὰς στολάς· καὶ εἰσήλθομεν καὶ ἠκούσαμεν φωνὴν ἡνωμένην λεγόντων· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, ἀκαταπαύστως. καὶ εἴδομεν ἐν μέσῳ τοῦ τόπου ἐκείνου καθεζόμενον ὡς ἄνθρωπον πολιόν· οὗ αἱ τρίχες ὅμοιαι χιόνος καὶ νεαρὸν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· πόδας δὲ αὐτοῦ οὐκ ἐθεασάμεθα. πρεσβύτεροι δὲ τέσσαρες ἐκ δεξιῶν καὶ τέσσαρες ἐξ εὐωνύμων ἦσαν αὐτοῦ· ὀπίσω δὲ τῶν τεσσάρων πολλοὶ πρεσβύτεροι. ὡς δὲ θαυμάζοντες εἰσεληλύθαμεν καὶ ἔστημεν ἐνώπιον τοῦ θρόνου, οἱ τέσσαρες ἄγγελοι ἐπῆραν ἡμᾶς, καὶ ἐφιλήσαμεν αὐτόν, καὶ τῇ χειρὶ περιέλαβεν τὰς ὄψεις ἡμῶν· οἱ δὲ λοιποὶ πρεσβύτεροι εἶπον πρὸς ἡμᾶς· Σταθῶμεν καὶ προσευξώμεθα. καὶ εἰρηνοποιήσαντες ἀπεστάλημεν ὑπὸ τῶν πρεσβυτέρων, λεγόντων· Πορεύεσθε καὶ χαίρεσθε. καὶ εἶπον· Περπετούα, ἔχεις ὃ ἐβούλου. καὶ εἶπεν· Τῷ θεῷ χάρις, ἵνα, ὡς ἐν σαρκὶ μετὰ χαρᾶς ἐγενόμην, πλείονα χαρῶ νῦν.

Ἐξήλθομεν δὲ καὶ εἴδομεν πρὸ τῶν θυρῶν Ὀπτάτον τὸν ἐπίσκοπον καὶ Ἀσπάσιον τὸν πρεσβύτερον πρὸς τὰ ἀριστερὰ μέρη διακεχωρισμένους καὶ περιλύπους. καὶ πεσόντες πρὸς τοὺς πόδας ἡμῶν ἔφασαν ἡμῖν· Διαλλάξατε ἡμᾶς πρὸς ἀλλήλους ὅτι ἐξεληλύθατε καὶ οὕτως ἡμᾶς ἀφήκατε. καὶ εἴπαμεν πρὸς αὐτούς· Οὐχὶ σὺ πάπας ἡμέτερος εἶ, καὶ σὺ πρεσβύτερος; ἵνα τί οὕτως προσεπέσατε τοῖς ἡμετέροις ποσίν; καὶ σπλαγχνισθέντες περιελάβομεν αὐτοὺς καὶ ἤρξατο ἡ Περπετούα Ἑλληνιστὶ μετ᾿ αὐτῶν ὁμιλεῖν, καὶ ἀνεχωρήσαμεν σὺν αὐτοῖς εἰς τὸν κῆπον ὑπὸ τὸ δένδρον τοῦ ῥόδου. καὶ λαλούντων αὐτῶν μεθ᾿ ἡμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ἄγγελοι πρὸς αὐτούς· Ἐάσατε αὐτοὺς ἀναψύξαι, καὶ εἴ τινας διχοστασίας ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἄφετε ὑμεῖς ἀλλήλοις. καὶ ἐπέπληξαν αὐτοὺς καὶ εἶπαν Ὀπτάτῳ· Ἐπανόρθωσαι τὸ πλῆθός σου· οὕτω γὰρ συνέρχονται πρός σε, ὡσεὶ ἀπὸ ἱπποδρομιῶν ἐπανερχόμενοι καὶ περὶ αὐτῶν φιλονεικοῦντες. ἐνομίζομεν δὲ αὐτοὺς ὡς θέλειν ἀποκλεῖσαι τὰς πύλας. καὶ ἠρξάμεθα ἐκεῖ πολλοὺς τῶν ἀδελφῶν ἐπιγινώσκειν, ἀλλάγε καὶ τοὺς μάρτυρας· ἐτρεφόμεθα δὲ πάντες ὀσμῇ ἀνεκδιηγήτῳ ἥτις οὐκ ἐχόρταζεν ἡμᾶς· καὶ εὐθέως χαίρων ἐξυπνίσθην.

Αὗται αἱ ὁράσεις ἐμφανέσταται τῶν μαρτύρων Σατύρου καὶ Περπετούας ἃς αὐτοὶ συνεγράψαντο· τὸν γὰρ Σεκοῦνδον τάχειον ἐκ τοῦ κόσμου μετεπέμψατο [ὁ θεός]· ἐν γὰρ τῇ φυλακῇ τῆς κλήσεως ἠξιώθη σὺν τῇ χάριτι πάντως κερδάνας τὸ μὴ θηριομαχῆσαι· πλὴν εἰ καὶ μὴ τὴν ψυχὴν ἀλλοῦνγε τὴν σάρκα αὐτοῦ διεξῆλθεν τὸ ξίφος.

Ἀλλὰ καὶ τῇ Φηλικητάτῃ ἡ χάρις τοῦ θεοῦ τοιαύτη ἐδόθη. ἐκείνη γὰρ συλληφθεῖσα ὀκτὼ μηνῶν ἔχουσα γαστέρα, πάνυ ὠδύρετο, διότε οὐκ ἔξεστιν ἐγκύμονα θηριομαχεῖν ἢ τιμωρεῖσθαι, μήπως ὕστερον μετὰ ἄλλων ἀνοσίων ἐκχυθῇ τὸ αἷμα αὐτῆς τὸ ἀθῷον. ἀλλὰ καὶ οἱ συμμάρτυρες αὐτῆς περίλυποι ἦσαν σφόδρα οὕτω καλὴν συνεργὸν καὶ ὡσεὶ συνοδοιπόρον ἐν ὁδῷ τῆς αὐτῆς ἐλπίδος μὴ θέλοντες καταλείπειν. πρὸ τρίτης οὖν ἡμέρας τοῦ πάθους αὐτῶν κοινῷ στεναγμῷ ἑνωθέντες προσευχὴν πρὸς τὸν κύριον ἐποιήσαντο· καὶ εὐθὺς μετὰ τὴν προσευχὴν ὠδῖνες αὐτὴν συνέσχον, κατὰ τὴν τοῦ ὀγδόου μηνὸς φύσιν χαλεπαί. καὶ μετὰ τὸν τοκετὸν καμοῦσα ἤλγει. ἔφη δέ τις αὐτῇ τῶν παρατηρούντων ὑπηρετῶν· Εἰ νῦν οὕτως ἀλγεῖς, τί ἔχεις ποιῆσαι βληθεῖσα πρὸς θηρία, ὧν κατεφρόνησας ὅτε ἐπιθύειν κατεφρόνησας καὶ οὐκ ἠθέλησας θῦσαι; κἀκείνη ἀπεκρίθη· Νῦν ἐγὼ πάσχω ὃ πάσχω· ἐκεῖ δὲ ἄλλος ἐστὶν ὁ πάσχων ὑπὲρ ἐμοῦ· ἔσται ἐν ἐμοὶ ἵνα πάθῃ, διότι ἐγὼ πάσχω ὑπὲρ αὐτοῦ. ἔτεκεν δὲ κοράσιον, ὃ μία τῶν ἀδελφῶν συλλαβοῦσα εἰς θυγατέρα ἀνέθρεψεν αὑτῇ.

Ἡμῖν δὲ ἀναξίοις οὖσιν ἐπέτρεψεν τὸ ἅγιον πνεῦμα ἀναγράψαι τὴν τάξιν τὴν ἐπὶ ταῖς φιλοτιμίαις παρακολουθήσασαν· πλὴν ὡς ἐντάλματι τῆς μακαρίας Περπετούας μᾶλλον δὲ ὡς κελεύσματι ὑπηρετοῦντες ἀναπληροῦμεν τὸ προσταχθὲν ἡμῖν. ὡς δὲ πλείους ἡμέραι διεγίνοντο ἐν τῇ φυλακῇ ὄντων αὐτῶν, ἡ μεγαλόφρων καὶ ἀνδρεία ὡς ἀληθῶς Περπετούα, τοῦ χιλιάρχου ἀπηνέστερον αὐτοῖς προσφερομένου, τινῶν πρὸς αὐτὸν ματαίως διαβεβαιωσαμένων τὸ δεῖν φοβεῖσθαι μήπως ἐπῳδαῖς μαγικαῖς τῆς φυλακῆς ὑπεξέλθωσιν, ἐνώπιον ἀπεκρίθη λέγουσα· Διατί ἡμῖν ἀναλαμβάνειν οὐκ ἐπιτρέπεις ὀνομαστοῖς καταδίκοις Καίσαρος γενεθλίοις ἀναλωθησομένοις; μὴ γὰρ οὐχὶ σὴ δόξα ἐστίν, ἐφ᾿ ὅσον πίονες προσερχόμεθα; πρὸς ταῦτα ἔφριξεν καὶ ἐδυσωπήθη ὁ χιλίαρχος, ἐκέλευσέν τε αὐτοὺς φιλανθρωπότερον διάγειν, ὡς καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτῆς καὶ λοιπούς τινας δεδυνῆσθαι εἰσελθεῖν καὶ ἀναλαμβάνειν μετ᾿ αὐτῶν. τότε καὶ αὐτὸς ὁ τῆς φυλακῆς προεστὼς ἐπίστευσεν.

Ἀλλὰ καὶ πρὸ μιᾶς ὅτε τὸ ἔσχατον ἐκεῖνο δεῖπνον, ὅπερ ἐλεύθερον ὀνομάζουσιν, ὅσον δὲ ἐφ᾿ ἑαυτοῖς οὐκ ἐλεύθερον δεῖπνον ἀλλ᾿ ἀγάπην ἐπεκάλουν τῇ αὐτῶν παρρησίᾳ· πρὸς δὲ τὸν ὄχλον τὸν ἐκεῖσε παρεστῶτα ῥήματα ἐξέπεμπον μετὰ πολλῆς παρρησίας αὐτοῖς ἀπειλοῦντες κρίσιν θεοῦ, ἀνθομολογούμενοι τὸν μακαρισμὸν τοῦ πάθους ἑαυτῶν, καταγελῶντες τὴν περιεργείαν τῶν συντρεχόντων, Σατύρου λέγοντος· Ἦ αὔριον ἡμέρα ὑμῖν οὐκ ἐπαρκεῖ; τί ἡδέως ὁρᾶτε οὓς μισεῖτε· σήμερον φίλοι· αὔριον ἐχθροί; πλὴν ἐπισημειώσασθε τὰ πρόσωπα ἡμῶν ἐπιμελῶς ἵνα καὶ ἐπιγνῶτε ἡμᾶς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. οὕτως ἅπαντες ἐκεῖθεν ἐκπληττόμενοι ἐχωρίζοντο· ἐξ ὧν πλεῖστοι ἐπίστευσαν.

Ἐπέλαμψε δὲ ἡμέρα τῆς νίκης αὐτῶν· καὶ προῆλθον ἐκ τῆς φυλακῆς εἰς τὸ ἀμφιθέατρον ὡς εἰς οὐρανὸν ἀπιόντες, ἱλαροὶ καὶ φαιδροὶ τῷ προσώπῳ, πτοούμενοι εἰ τύχοι χαρᾷ μᾶλλον ἢ φόβῳ. ἠκολούθει δὲ ἡ Περπετούα πρᾴως βαδίζουσα, ὡς ματρώνα Χριστοῦ, ἐγρηγόρῳ ὀφθαλμῷ, καὶ τῇ προσόψει καταβάλλουσα τὰς πάντων ὁράσεις. ὁμοίως καὶ ἡ Φηλικητάτη χαίρουσα ἐπὶ τῇ τοῦ τοκετοῦ ὑγείᾳ ἵνα θηριομαχήσῃ, ἀπὸ αἵματος εἰς αἷμα, ἀπὸ μαίας πρὸς μονομαχίαν, μέλλουσα λούσασθαι μετὰ τὸν τοκετόν, βαπτισμῷ δευτέρῳ, τουτέστι τῷ ἰδίῳ αἵματι. ὅτε δὲ ἤγγισαν πρὸ τοῦ ἀμφιθεάτρου, ἠναγκάζοντο ἐνδύσασθαι σχήματα, οἱ μὲν ἄρρενες ἱερέων Κρόνου, αἱ δὲ θηλεῖαι τῆς Δημήτρας· ἀλλ᾿ ἡ εὐγενεστάτη ἐκείνη Περπετούα παρρησίᾳ ἠγωνίσατο ἕως τέλους· ἔλεγεν γάρ· Διὰ τοῦτο ἑκουσίως εἰς τοῦτο ἐληλύθαμεν, ἵνα ἡ ἐλευθερία ἡμῶν μὴ ἡττηθῇ· διὰ τοῦτο τὴν ψυχὴν ἡμῶν παρεδώκαμεν, ἵνα μηδὲν τῶν τοιούτων πράξωμεν· τοῦτο συνεταξάμεθα μεθ᾿ ὑμῶν. ἐπέγνω ἡ ἀδικία τὴν δικαιοσύνην· καὶ μετέπειτα ἐπέτρεψεν ὁ χιλίαρχος ἵνα οὕτως εἰσαχθῶσιν ὡς ἦσαν· καὶ ἡ Περπετούα ἔψαλλεν, τὴν κεφαλὴν τοῦ Αἰγυπτίου ἤδη πατοῦσα. Ῥεουκάτος δὲ καὶ Σατουρνῖλος καὶ Σάτυρος τῷ θεωροῦντι ὄχλῳ προσωμίλουν· καὶ γενόμενοι ἔμπροσθεν Ἱλαριάνου, κινήμασιν καὶ νεύμασιν ἔφασαν· Σὺ ἡμᾶς καὶ σὲ ὁ θεός. πρὸς ταῦτα ἀγριωθεὶς ὁ ὄχλος μαστιγωθῆναι αὐτοὺς ἐβόησεν· ἀλλὰ οἱ ἅγιοι ἠγαλλιάσθησαν ὅτι ὑπέμεινάν τι καὶ τῶν κυριακῶν παθῶν.

Ἀλλ᾿ ὁ εἰπὼν Αἰτεῖσθε καὶ λήψεσθε ἔδωκεν τοῖς αἰτήσασιν ταύτην τὴν δόξαν οἵαν ἕκαστος αὐτῶν ἐπεθύμησεν. εἴποτε γὰρ μεθ᾿ ἑαυτῶν περὶ τῆς εὐχῆς τοῦ μαρτυρίου συνελάλουν, Σατουρνῖλος μὲν πᾶσιν τοῖς θηρίοις βληθῆναι ἑαυτὸν θέλειν [ἔλεγεν] πάντως ἵνα ἐνδοξότερον στέφανον ἀπολάβῃ. ἐν ἀρχῇ γοῦν τῆς θεωρίας αὐτὸς μετὰ Ῥεουκάτου πάρδαλιν ὑπέμεινεν· ἀλλὰ καὶ ὕστερον ἐπὶ τῆς γεφύρας ὑπὸ ἄρκου διεσπαράχθη. Σάτυρος δὲ οὐδὲν ἄλλο ἣ ἄρκον ἀπεστρέφετο· καὶ ἑνὶ δήγματι παρδάλεως τελειοῦσθαι αὐτὸν ἐπεπόθει· ὥστε καὶ τῷ συῒ διακονούμενος ἐσύρη μόνον, σχοινίῳ προσδεθείς· ὁ δὲ θηρατὴς ὁ τῷ συῒ αὐτὸν προσβαλὼν ὑπὸ τοῦ θηρὸς κατετρώθη οὕτως ὡς μεθ᾿ ἡμέραν τῶν φιλοτιμιῶν ἀποθανεῖν. ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄρκον διαδεθεὶς ὑγιὴς πάλιν διέμεινεν· ἐκ γὰρ τοῦ ζωγρίου αὐτῆς ἡ ἄρκος οὐκ ἐθέλησεν ἐξελθεῖν.

Ταῖς μακαρίαις δὲ νεάνισιν ἀγριωτάτην δάμαλιν ἡτοίμασεν ὁ διάβολος, τὸ θῆλυ αὐτῶν παραζηλῶν διὰ τοῦ θηρίου· καὶ γυμνωθεῖσαι γοῦν προσήγοντο· ὅθεν ἀπεστράφη ὁ ὄχλος, μίαν μὲν τρυφερὰν κόρην βλέπων, τὴν δὲ ἄλλην μασθοῖς στάζουσαν γάλα, ὡς προσφάτως κυήσασαν· καὶ ἀναληφθεῖσαι πάλιν, καὶ δικτύοις περιβληθεῖσαι, ἐνδιδύσκονται ὑποζώσμασιν· ὅθεν εἰσελθουσῶν αὐτῶν, ἡ Περπετούα πρώτη κερατισθεῖσα ἔπεσεν ἐπ᾿ ὀσφύος· καὶ ἀνακαθίσασα τὸν χιτῶνα ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς συναγαγοῦσα, ἐσκέπασεν τὸν ἑαυτῆς μηρόν, αἰδοῦς μᾶλλον μνημονεύσασα ἢ πόνων· αἰδουμένη, μηδαμῶς φροντίσασα τῶν ἀλγηδόνων· καὶ ἐπιζητήσασα βελόνην τὰ ἐσπαραγμένα συνέσφιξεν, καὶ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς περιέδησεν· οὐ γὰρ ἔπρεπεν τῇ μάρτυρι θριξὶν σπαραχθείσαις ὁρᾶσθαι· ἵνα μὴ ἐν τῇ ἰδίᾳ τιμῇ δοκῇ πενθεῖν. [καὶ κερατισθεῖσαν ἰδοῦσα τὴν Φηλικητάτην, προσῆλθεν αὐτῇ] καὶ κρατήσασα τῆς χειρὸς αὐτῆς ἤγειρεν αὐτήν. καὶ ἔστησαν ἅμα· τῆς δὲ σκληρότητος τοῦ ὄχλου ἐκνικηθείσης ἀνελήφθησαν εἰς τὴν πύλην τὴν ζωτικήν· ἐκεῖ ἡ Περπετούα ὑπό τινος κατηχουμένου ὀνόματι Ῥουστίκου, ὃς παρειστήκει αὐτῇ, ὡς ἐξ ὕπνου ἐγερθεῖσα (οὕτως ἐν πνεύματι γέγονεν ἔκστασιν παθοῦσα), καὶ περιβλεψαμένη θαμβούντων ἁπάντων ἔφη· Πότε βαλλόμεθα πρὸς τὴν δάμαλιν ἣν λέγουσιν; καὶ ἀκούσασα ὅτι ἤδη ἐξεληλύθει πρὸς αὐτήν, οὐ πρότερον ἐπίστευσεν πρὶν ἢ σημεῖά τινα τῆς βλάβης ἐν τῷ ἰδίῳ σώματι ἑωράκει· ἀναδειχθέντων δὲ καλέσασα τὸν ἴδιον ἀδελφὸν καὶ αὐτὸν τὸν κατηχούμενον παρεκάλει ἵνα ἐν πίστει διαμείνωσιν καὶ ἀλλήλους ἀγαπῶσιν, καὶ τοῖς παθήμασιν ἐκείνοις μὴ σκανδαλισθῶσιν τοιούτοις οὖσιν.

Καὶ ἐν ἑτέρᾳ πύλῃ ὁ Σάτυρος τῷ στρατιώτῃ Πούδεντι προσωμίλει, καθόλου λέγων ὅτι Κατὰ τὴν πρόλεξιν τὴν ἐμήν, ὡς καὶ προεῖπον, οὐδὲ ἓν θηρίων ἥψατό μου ἕως ἄρτι· ἰδοὺ δὲ νῦν, ἵνα ἐξ ὅλης καρδίας διαπιστεύσῃς, προσέρχομαι, καὶ ἐν ἑνὶ δήγματι παρδάλεως τελειοῦμαι· καὶ εὐθὺς ἐν τέλει τῆς θεωρίας πάρδαλις αὐτῷ ἐβλήθη, καὶ ἐν ἑνὶ δήγματι τοῦ αἵματος τοῦ ἁγίου ἐνεπλήσθη· τοσοῦτον αἷμα ἐρρύη, ὡς λογισθῆναι δευτέρου βαπτισμοῦ μαρτύριον· καθὼς καὶ ἐπεφώνει ὁ ὄχλος βοῶν καὶ λέγων· Καλῶς ἐλούσω, καλῶς ἐλούσω. καὶ μὴν ὑγιὴς ἦν ὁ τοιούτῳ τρόπῳ λελουμένος. τότε τῷ στρατιώτῃ Πούδεντι ἔφη· Ὑγίαινε καὶ μνημόνευε πίστεως καὶ ἐμοῦ· καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ στερεωσάτω σε μᾶλλον ἢ ταραξάτω. καὶ δακτύλιον αἰτήσας παρ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐνθεὶς αὐτὸ τῷ ἰδίῳ αἵματι ἔδωκεν αὐτῷ μακαρίαν κληρονομίαν, ἀφεὶς μνήμην καὶ ἐνθήκην αἵματος τηλικούτου. μετὰ ταῦτα λοιπὸν ἐμπνέων ἔτι ἀπήχθη μετὰ καὶ τῶν ἄλλων τῷ συνήθει τόπῳ· εἰς σφαγὴν δὲ ὁ ὄχλος ᾔτησεν αὐτοὺς εἰς μέσον μεταχθῆναι, ὅπως διὰ τῶν ἁγίων σωμάτων ἐλαυνόμενον τὸ ξίφος θεάσωνται· καὶ οἱ μακάριοι μάρτυρες ἑκόντες ἠγέρθησαν· ᾐσχύνοντο γὰρ ὀλίγους μάρτυρας ἔχειν ἐπὶ τῷ μακαρίῳ θανάτῳ αὐτῶν. καὶ δὴ ἐλθόντων αὐτῶν ὅπου ὁ ὄχλος ἐβούλετο, πρῶτον κατεφίλησαν ἀλλήλους ἵνα τὸ μυστήριον διὰ τῶν οἰκείων τῆς πίστεως τελειώσωσιν· καὶ μετέπειτα ἀσμένως ὑπέμειναν τὴν διὰ τοῦ ξίφους τιμωρίαν· πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁ Σάτυρος, ὁ δὴ πρότερος τὴν κλίμακα ἐκείνην ἀναβάς, ὃς καὶ ἔπεισεν τὴν Περπετούαν ἀναβαίνειν. ἡ δὲ Περπετούα, ἵνα καὶ αὐτὴ γεύσηται τῶν πόνων, περὶ τὰ ὀστέα νυγεῖσα ἠλάλαξεν, καὶ πεπλανημένην τὴν δεξιὰν ἀπείρου μονομάχου κρατήσασα προσήγαγεν τῇ κατακλεῖδι ἑαυτῆς· ἴσως τὴν τοσαύτην γυναῖκα τοῦ ἀκαθάρτου πνεύματος φοβουμένου καὶ φονευθῆναι μὴ βουλομένου.

Ὦ ἀνδριώτατοι καὶ μακαριώτατοι μάρτυρες καὶ στρατιῶται ἐκλεκτοί, εἰς δόξαν Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ κεκλημένοι. πῶς μεγαλύνωμεν ὑμᾶς ἢ μακαρίσωμεν, γενναιότατοι στρατιῶται; οὐχ ἧσσον τῶν παλαιῶν γραφῶν, ἃ εἰς οἰκοδομὴν ἐκκλησίας ἀναγινώσκεσθαι ὀφείλει ἡ πανάρετος πολιτεία τῶν μακαρίων μαρτύρων δι᾿ ὧν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ πατρὶ τῶν αἰώνων, ἅμα τῷ μονογενεῖ αὐτοῦ υἱῷ τῷ κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ σὺν ἁγίῳ πνεύματι· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.


Δημοφιλείς αναρτήσεις