Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

Άγιος Αντώνιος Καντακουζηνός ο Μετεωρίτης, ιδρυτής της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων.

 
Άγιος Αντώνιος Καντακουζηνός ο Μετεωρίτης, ιδρυτής της Μονής Αγίου Στεφάνου Μετεώρων.  
17 Ιανουαρίου.

Ο αρχιμανδρίτης Άγιος Αντώνιος (Καντακουζηνός) υπήρξε κτίτωρ και ηγούμενος της μονής Αγίου Στεφάνου, κατά το πρώτο μισό του ιε’ αιώνα. Οι ελάχιστες μαρτυρίες που διαθέτουμε γύρω από το πρόσωπό του είναι αρκετά συγκεχυμένες, καθώς ανάγονται σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους (περίπου τον ιη’ αι.) 
Το επώνυμο του «Καντακουζηνός», το οποίο δεν είναι και σίγουρο, το συναντούμε σε σημείωμα ενός λειτουργικού χειρογράφου, υπ’ αριθ, 143 της μονής του Αγίου Στεφάνου: «εγράφη παρά αντονήου Κατακοζηνού κ(αι) κτήτορ του αγίου Στεφάνου πλησίον της με(γάλης Θομής, ονομαζόμενον Σταγούς) έτος αυδω (=1404)». Ίσως ο κώδικας αυτός, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα αποδιδόταν παλιότερα, κατά παράδοση, στον κτίτορα και ηγούμενο της μονής του Αγίου Στεφάνου Αντώνιο (Καντακουζηνό) και κάποιος πρόσθεσε εκ των υστέρων το μεταγενέστερο αυτό σημείωμα. Κατά συνέπεια παραμένει αβέβαιο και αναπόδεικτο, εάν ο κώδικας αυτός είναι αυτόγραφος του Αντωνίου (Καντακουζηνού). 
Το συναντούμε επίσης και σε μεταγενέστερη και αμφισβητούμενη μαρτυρία του ιερομονάχου της μονής του Αγίου Στεφάνου Αρσενίου, η οποία έχει συμπεριληφθεί σε υπόμνημα του έτους 1786, που ο ίδιος συνέταξε «περί του μοναστηρίου Μπουτόϊ, μετοχίου της μονής Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων εν Βλαχία». Στο υπόμνημα αυτό αναγράφεται ότι β’ ηγούμενος του Μπουτόϊ υπήρξε «ο αρχιμανδρίτης κυρ Αντώνιος ο Καντακουζηνός, και πάλιν υπέστρεψεν εις τα Μετέωρα εις τον άγιον Στέφανον, και έστειλεν ηγούμενον τον κυρ Νείλον αρχιμανδρίτην», «όστις Νείλος εστάλη δια να ηγουμενεύση εις το Μπουτόϊ εις τους 6921 (=1413)». 
Και σε ένα άλλο γράμμα του έτους 1413, που αναφέρεται στη αφιέρωση της κάρας του Αγίου Χαραλάμπους στη μονή του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων, γίνεται μνεία «του αρχιμανδρίτου του…. Μοναστηρίου (του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων) κυρ Αντωνίου (Καντακουζηνού)». 
Η τάση όμως και η διάθεση των μοναχών να θεωρούν κτίτορες ή ανακαινιστές των μοναστηριών τους ένδοξους βασιλείς και αυτοκράτορες ή γόνους αυτών, κυρίως για λόγους δόξας και ακτινοβολίας, είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση και να θεωρηθεί ως κτίτωρ της μονής του Αγίου Στεφάνου αντί του Αντωνίου ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ’ ο Καντακουζηνός (1347-1355). 
Τέλος, ο D. Nicol αποδεχόμενος και γνώμες παλαιοτέρων, υποστηρίζει ότι ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος (Καντακουζηνός) ήταν γιος της βασίλισσας Μαρίας Καντακουζηνής († μετά το 1359), κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνού και του δεσπότου της Ηπείρου Νικηφόρου Β’ Orsini († 1359). Εάν λάβουμε υπόψη την παραπάνω άποψη, τότε ο κτίτωρ της μονής του Αγίου Στεφάνου όσιος Αντώνιος (Καντακουζηνός) πρέπει να θεωρηθεί εγγονός του αυτοκράτορα Ιωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνού (και μετέπειτα μοναχού με το όνομα Ιωάσαφ), και πρώτος ξάδελφος του βασιλέως Ιωάννη Ούρεση Παλαιολόγου – μοναχού Ιωάσαφ, του δεύτερου δηλαδή κτίτορος (1387-88) της μονής Μεταμορφώσεως των Μετεώρων, γιατί η μητέρα του Ιωάννη - Ιωάσαφ μοναχού, Θωμαΐς, ήταν αδελφή του Νικηφόρου Β’ της Ηπείρου. 
Στη συγγένεια αυτή του οσίου με τους Ελληνοσέρβους ηγεμόνες της δυναστείας των Νεμανίδων μπορεί να αποδοθεί και η αφιέρωση της μονής στον πρωτομάρτυρα Στέφανο, όνομα το οποίο συναντούμε στους περισσότερους Σέβρους ηγεμόνες. 
Η παραπάνω όμως πληροφορία γύρω από τη συγγένεια του οσίου Αντωνίου με Βυζαντινούς αυτοκράτορες και Σέρβους βασιλείς παραμένει ανεπιβεβαίωτη και αναπόδεκτη, καθώς περιορίζεται μόνο στην ταύτιση του επωνύμου του Αντωνίου με το επώνυμο της μητέρας του Μαρίας Καντακουζηνής, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο επώνυμο (Orsini) του πατέρα του Νικηφόρου Β’ της Ηπείρου. 
Τοιχογραφία του οσίου Αντωνίου (Καντακουζηνού) έχουμε στο ναύδριο του Αγίου Στεφάνου. Στο νάρθηκα, αριστερά ως προς τον εισερχόμενο, δίπλα στον αρχάγγελο Γαβριήλ, εικονίζεται ολόσωμος με τη μοναχική του ενδυμασία (μανδύα – κουκόλιο- μέγα σχήμα) κι με την κεφαλή του να περιβάλλεται από φωτοστέφανο, όπως συμβαίνει πάντοτε με όλους τους Αγίους της Εκκλησίας. Η παράσταση φέρει την επιγραφή: Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤ)ΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Κ(ΑΙ) ΚΤΗΤΩΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Στο χέρι του κρατάει ειλητάριο, στο οποίο αναγράφεται: «ει π(ατε)ρα καλείν με θέλετε, μιμεισθε μου τας πραξεις και τ(ον) βίον». 
Νεότερη ιστόρηση των οσίων Αντωνίου και Φιλοθέου, κτιτόρων της ιεράς μονής Αγίου Στεφάνου, έχει γίνει στο Καθολικό της μονής από τον αγιογράφο Βλάσιο Τσοτσώνη το έτος 1995. 
Αυτά τα ελάχιστα γνωρίζουμε γύρω από το πρόσωπο του οσίου Αντωνίου (Καντακουζηνού) κτίτορα της μονής Αγίου Στεφάνου. Δεν μας είναι γνωστά αγιολογικά κείμενα (ακολουθίες – κανόνες, συναξάριο ή βίος), που να αναφέρονται σε αυτόν. Ούτε ημερομηνία εορτασμού της μνήμης του αναγράφεται πουθενά. Η ιερά μονή του Αγίου Στεφάνου τιμά την μνήμη του στις 17 Ιανουρίου, μαζί με το β’ κτήτορα της όσιο Φιλόθεο.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο εξ Ιωαννίνων

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
 Ο εξ Ιωαννίνων 

Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1810 σε πτωχή οικογένεια του χωριού Τζάρχλι (σημ. Άγιος Γεώργιος) της επαρχίας Γρεβενών. Μετά τον θάνατο των γονέων του, εισήλθε στην υπηρεσία ενός Τούρκου αξιωματικού, ως ιπποκόμος. Παρ’ όλο που έμεινε προσηλωμένος στην Χριστιανική Πίστη, οι υπόλοιποι Τούρκοι υπηρέτες συνήθιζαν να τον φωνάζουν με μουσουλμανικό όνομα: «γκιαούρ Χασάν». Ύστερα από οκτώ χρόνια, καθώς ετοιμαζόταν ο Γεώργιος να εορτάσει τους αρραβώνες του με μια πάμπτωχη νεαρή χριστιανή ονόματι Ελένη, ένας Τούρκος αγάς παρενέβη και τον κατήγγειλε στον δικαστή, λέγοντας ότι ενώ ήταν μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, ετοιμαζόταν να νυμφευθεί χριστιανή. Ενώπιον της κατηγορίας αυτής, ο Γεώργιος, που ήταν συνήθως συνεσταλμένος και λιγομίλητος, κατόρθωσε να αποδείξει ότι γεννήθηκε και παρέμεινε χριστιανός. Ο Γεώργιος νυμφεύθηκε και εισήλθε στην υπηρεσία άλλου οθωμανού αξιωματούχου στην πόλη των Φιλιατών.

Επιστρέφοντας στα Ιωάννινα, την ημέρα που γεννήθηκε ο γιος του (12 Ιανουαρίου 1838) συνελήφθη εκ νέου από τον πρώτο κατήγορό του. Γρήγορα μαζεύτηκε κόσμος. Ο Γεώργιος οδηγήθηκε στον δικαστή και ομολόγησε με επιμονή ότι πάντα ήταν χριστιανός και ότι ποτέ δεν αρνήθηκε την Πίστη των πατέρων του. Οι πιέσεις των Τούρκων και οι φωνές τους δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τον έριξαν στην φυλακή και εκεί άλλοι χριστιανοί κρατούμενοι ενθάρρυναν μέσα του την επιθυμία να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τον στέφανο του μαρτυρίου. Ένας λευκοφορεμένος νέος τού παρουσιάσθηκε, τον ανακούφισε από τις βαριές χειροπέδες και του ενέπνευσε ένα υπεράνθρωπο θάρρος, ώστε με απερίγραπτη χαρά άκουσε το πρωί της 17ης Ιανουαρίου την απόφαση της καταδίκης του σε θάνατο. Ακολούθησε τους δημίους του στον τόπο της εκτέλεσης σχεδόν τρέχοντας, όπως η διψασμένη έλαφος που ποθεί να πιει από τις πηγές των υδάτων (βλ. Ψαλμ. 41, 1).

Ετελειώθη με απαγχονισμό. Το σώμα του έμεινε στην αγχόνη τρεις ημέρες. Ανέπνεε λεπτό άρωμα και οι φύλακες είδαν με τα μάτια τους να το περιβάλλει ένα ουράνιο φως. Τέλος, η σορός του παραδόθηκε στον μητροπολίτη Ιωακείμ, ο οποίος συγκέντρωσε όλους τους χριστιανούς των Ιωαννίνων για να κηδεύσουν επίσημα τον νέο χριστιανό μάρτυρα. Μέγας αριθμός θαυμάτων έγιναν κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας και έκτοτε επιτελούνται διά των λειψάνων του αγίου.
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,


ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ



ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ- ΕΔΩ 

Ο άγιος Αντώνιος, το πρώτο άνθος της Ερήμου, γεννήθηκε περί το 250 στο μικρό χωριό Κόμα (σημ. Κιμάν αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ-Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι χριστιανοί, τον ανέθρεψαν με πίστη και φόβο Θεού. Ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση του γιου τους, γιατί ο Αντώνιος δεν αρεσκόταν να συμμετέχει στα θορυβώδη παιγνίδια των άλλων παιδιών και περιφρονούσε τις θύραθεν επιστήμες. Δεν έβγαινε από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσε προσεκτικά την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την εξιστόρηση των άθλων των αγίων. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο θάνατος των γονέων του τον άφησε κύριο της οικογενειακής περιουσίας και μόνον υπεύθυνο για την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του. Μια ημέρα, καθώς πήγαινε στην εκκλησία συλλογιζόμενος την ειρηνική και αμέριμνη ζωή των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών, άκουσε να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να Με ακολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21). Πεπεισμένος ότι διαβάστηκε ειδικά γι’ αυτόν, πήγε και μοίρασε χωρίς χρονοτριβή όλα τα κτήματα που διέθετε, πούλησε τα υπάρχοντά του, μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς και δεν κράτησε παρά τα απαραίτητα για την αποκατάσταση της αδελφής του. Μια άλλη φορά ακούγοντας να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Μην αγωνιάτε για το αύριο» (Ματθ. 6, 34), αποφάσισε να αποταχθεί οριστικά τον κόσμο, να μοιράσει το υπόλοιπο της περιουσίας του, να εμπιστευθεί την αδελφή του σε έναν ενάρετο άνθρωπο, να εγκαταλείψει το σπίτι του και να ασπασθεί τον ασκητικό βίο.

Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμη μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους, νηστεύοντας και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε εκεί κοντά. Ο Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκασταστάθηκε κι εκείνος σ’ ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και κάθε ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους πτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή μέσα στην καρδιά. Ωσάν μέλισσα, κάθε φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη και, όταν γύριζε στο κελί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες αυτές τις αρετές.

Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέο άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Του υπέβαλε αρχικά την ενθύμηση της περιουσίας που είχε αφήσει, της αδελφής που είχε εγκαταλείψει και όλων των απολαύσεων της περασμένης ζωής του. Ύστερα, του παράστησε με φοβερό τρόπο τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, την αδυναμία του σώματός του, τον μακρύ αγώνα που θα έπρεπε να διεξάγει επί πολλά χρόνια, υποβάλλοντάς του πυκνό νέφος σκοτεινών λογισμών. Καθώς ο Αντώνιος αντιστεκόταν στις επιθέσεις του, μένοντας σταθερός στην πίστη, την υπομονή και την αδιάλειπτη προσευχή, ο Πονηρός επιτέθηκε σε άλλο μέτωπο. Τον κατέκλυσε με ακάθαρτους λογισμούς και τον ερέθισε με άσεμνες νύξεις. Και βλέποντας ότι ο Αντώνιος αντιστεκόταν σθεναρά, μία νύχτα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα που του έκανε προκλητικές χειρονομίες. Όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον απώθησε περιφρονητικά ψάλλοντας: «Ο Κύριος είναι βοηθός και σύμμαχός μου, γι’ αυτό κι εγώ θα δω τους εχθρούς μου νικημένους και ταπεινωμένους μπροστά στα πόδια μου» (βλ. Ψαλμ. 117, 7). Ήταν όντως πεπεισμένος ότι δεν ήταν εκείνος που κατήγαγε αυτή την πρώτη νίκη, αλλά η Χάρη του Θεού που ενοικούσε μέσα του (βλ. Α΄ Κορ. 15, 10). Σοφά κατηχημένος από την μελέτη των αγίων Γραφών για τις διάφορες μηχανεύσεις των δαιμόνων, ο Αντώνιος δεν εφησύχασε. Πάντα γρηγορών, εργαζόταν με ακόμη περισσότερη φροντίδα να καθυποτάξει το σώμα του, από φόβο μήπως, νικητής σε μια μάχη, βρεθεί ηττημένος σε άλλη. Έχοντας εδραιώσει την απόφαση στην οσιακή πολιτεία του, δεν κουραζόταν πια να περνά όλη την νύχτα προσευχόμενος, δεν έτρωγε παρά λίγο ψωμί και αλάτι κάθε δύο ημέρες και αρνιόταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία. Χωρίς να συλλογιέται πόσα χρόνια διήγε στην ασκητική βιοτή «έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσει αυτά που ήταν μπροστά του» (βλ. Φιλιπ. 3, 14)· θεωρούσε την κάθε ημέρα ως απαρχή της ασκήσεώς του, οικειοποιούμενος τα λόγια του Προφήτη Ηλία: «Στον ζωντανό Θεό θα παρουσιαστώ σήμερα» (βλ. Γ΄ Βασ. 18, 15).

Με αυτόν τον τρόπο ο Αντώνιος πέρασε στην αντεπίθεση: επέλεξε για κατάλυμα έναν από τους αρχαίους τάφους που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες. Μη υποφέροντας τέτοια πρόκληση, ο Σατανάς ήρθε να τον πολιορκήσει την νύχτα με ολόκληρη λεγεώνα δαιμόνων. Του κατάφεραν τόσα πλήγματα, ώστε τον άφησαν καταγής καταπληγωμένο. Όταν ο φίλος που φρόντιζε να του πηγαίνει τροφή τον βρήκε σ’ αυτήν την κατάσταση, ημιθανή σχεδόν, τον έφερε εσπευσμένα στον ναό του χωριού. Μόλις όμως ο Αντώνιος συνήλθε, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει ξανά στον τάφο. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, προσευχόταν ξαπλωμένος και προκαλούσε θαρραλέα τους δαίμονες, οι οποίοι εισήλθαν στον τάφο με την μορφή κάθε λογής θηρίων και ερπετών. Ο ανδρείος μαχητής πολιορκούμενος από παντού τους απωθούσε φωνάζοντας: «Αν είχατε την παραμικρή εξουσία, θα αρκούσε ένας από σας για να με καταβάλει. Επειδή όμως ο Χριστός σάς αφαίρεσε την δύναμη, προσπαθείτε να με τρομάξετε με την πληθώρα σας. Το γεγονός ότι έχετε υποβιβασθεί να παίρνετε το σχήμα των άλογων ζώων, είναι γνώρισμα της αδυναμίας σας. Αν έχετε κάποια δύναμη εναντίον μου, εμπρός, μη καθυστερείτε άλλο, επιτεθείτε! Αν δεν έχετε δύναμη, σταματήστε να πηγαινοέρχεσθε έτσι. Το σημείο του Σταυρού και η Πίστη αποτελούν τείχος απόρθητο!». Οι δαίμονες στην αδυναμία τους, δεν μπορούσαν παρά να τρίζουν τα δόντια από θυμό. Τέλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μία ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: «Πού ήσουν, Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτή την μάχη;». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε: «Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη».

Ο Αντώνιος, τριάντα πέντε χρόνων τότε (286), ύστερα από τους αγώνες αυτούς αισθάνθηκε να δυναμώνει ο ζήλος του και αποφάσισε να αποσυρθεί ολομόναχος στην έρημο. Έφθασε στην ανατολική όχθη του Νείλου, βρήκε πάνω στο βουνό ένα παλιό φρούριο εγκαταλειμμένο και, αφού έδιωξε τα ερπετά που το κατοικούσαν, εγκαταστάθηκε εκεί σε απόλυτη ησυχία, απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους. Έμεινε επί είκοσι χρόνια στο καταφύγιο αυτό, όπου κάθε έξι μήνες ερχόταν ένας φίλος και του έριχνε ψωμί πάνω από το τείχος. Ωστόσο, πολλοί ήσαν εκείνοι που πήγαιναν, παρακινημένοι από την φήμη του οσίου. Κάθονταν έξω από το τείχος και άκουγαν να έρχεται από το εσωτερικό του φρουρίου μεγάλη βοή και αναταραχή και τις φωνές των δαιμόνων να αντηχούν μανιασμένες εναντίον εκείνου που τόλμησε να κατοικήσει στο άντρο τους. Μία ημέρα, οι επισκέπτες παραβίασαν την θύρα και αντίκρισαν τον άγιο Αντώνιο ακτινοβολούντα ωσάν να έβγαινε από κάποιο μυστικό θυσιαστήριο και με την όψη αναλλοίωτη ύστερα από είκοσι χρόνια, παρ’ όλες τις κακοπάθειες της σαρκός. Έκτοτε, συμφώνησε να δέχεται μαθητές, ο αριθμός των οποίων συνεχώς μεγάλωνε. Ίδρυσε δυο μοναστήρια: το ένα ανατολικά του Νείλου, στο Πισπίρ (σημ. Νταγιάρ-αλ-Μαϊμούν), το άλλο στην αριστερή όχθη, όχι μακριά από την Αρσινόη. Με ειρηνική καρδία και νου ακλόνητα προσηλωμένο στον Θεό, ο άγιος Αντώνιος είχε την δύναμη να συμφιλιώνει τους εχθρούς μόνο με την παρουσία του, να κάνει να βασιλεύει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και να θεραπεύει τους αρρώστους με την προσευχή. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος δίδασκε στους μαθητές του την πνευματική επιστήμη. Τους συνιστούσε να μην αφήνουν ποτέ να τους αποθαρρύνουν οι δοκιμασίες ή να ψυχραίνεται ο αρχικός τους ζήλος, αλλά απεναντίας να τον αυξάνουν, σαν να άρχιζαν κάθε μέρα για πρώτη φορά, συλλογιζόμενοι τα λόγια του Αποστόλου: «κάθε ημέρα εγώ πεθαίνω» (Α΄ Κορ. 15, 31).

Έλεγε: «Ας προσπαθήσουμε να μην κατέχουμε παρά μονάχα ό,τι θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο: προπαντός την αγάπη, την πραότητα, την δικαιοσύνη. Η αρετή, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών, δεν έχει ανάγκη παρά μόνον της βουλήσεώς μας, γιατί «είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21) και από εμάς τους ίδιους αποκτάται (Ματθ. 11, 12). Στην πραγματικότητα η αρετή έγκειται στην διατήρηση της ψυχής μας στην καθαρότητα και την ωραιότητα με την οποία επλάσθη. Φυλάσσοντας άγρυπνα την καρδιά μας από κάθε μολυσμό κακού λογισμού, από φιλήδονους ερεθισμούς και παράφορο θυμό, θα μπορούμε να αντιστεκόμαστε στις επιθέσεις των δαιμόνων που μας περιτριγυρίζουν και μηχανεύονται τα πάντα με σκοπό να εμποδίσουν τους χριστιανούς να ανεβούν στον ουρανό και να καταλάβουν την θέση από την οποία εκδιώχθηκαν εξαιτίας της αλαζονείας και της ανυπακοής τους. Μόνο προσκαρτερώντας με σταθερή άσκηση και πολλή προσευχή, μπορούμε να λάβουμε από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, για να αντιμετωπίσουμε τις μηχανεύσεις τους. Στην αρχή επιτίθενται υποβάλλοντας ακάθαρτους λογισμούς· κατόπιν, εάν τους αποδιώξει κανείς με πίστη, νηστεία και προσευχή, επιτίθενται εκ νέου υποβάλλοντας διάφορες φαντασιώσεις με σκοπό να μας τρομάξουν. Διωγμένοι γι’ άλλη μια φορά με την δύναμη του Χριστού, επιχειρούν τότε να μας εξαπατήσουν παριστάνοντας ότι προλέγουν τα μέλλοντα να συμβούν, ενώ μόνον ο Θεός τα γνωρίζει ως Παντογνώστης. Χάρη στην ελαφρότητα και κινητικότητα της ασώματής τους φύσεως, μπορούν να εξαπατήσουν τους αστήρικτους. Εάν μένουμε ακλόνητοι, τότε ο ίδιος ο αρχηγός τους, ο Σατανάς, παρουσιάζεται μέσα σε πομπή περιβαλλόμενος με απατηλό φως, απεικόνιση του πυρός που ετοιμάζεται γι’ αυτόν στην αιωνιότητα, και υποβάλλει οράσεις, αποκαλύψεις, ασκητικά ανδραγαθήματα και κάθε λογής παγίδες, για να μας ρίξει στην έπαρση και την πλάνη. Να μη φοβηθείτε όλες αυτές τις επιθέσεις. Έχοντας χάσει την δύναμή τους από την Ενσάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μη μπορώντας διόλου να ησυχάσουν, δεν τους μένει άλλο παρά να μας απειλούν με λόγια, με θορύβους και με μάταιες εμφανίσεις. Εάν είχαν κάποια εξουσία, δεν θα ήταν ανάγκη να στήσουν τέτοια παράσταση και θα είχαν από καιρό ανακόψει την ανάπτυξη και την πρόοδο των χριστιανών. Μονάχα τον Θεό πρέπει να φοβόμαστε και, όχι απλώς να μην δειλιάζουμε απέναντι στους δαίμονες, αλλά να τους περιφρονούμε. Τίποτε δεν φοβούνται περισσότερο από την νηστεία των μοναχών, την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή, την αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Αν σας φανερωθεί κάτι, μην ταραχθείτε, αλλά ρωτήστε αυτόν που παρουσιάσθηκε, ποιος είναι και από πού έρχεται. Εάν η εμφάνιση είναι αγία, θα διαλυθούν πάραυτα οι αμφιβολίες σας και θα μεταβληθεί ο φόβος σας σε χαρά. Εάν προέρχεται από τον διάβολο, αυτός θα τραπεί σε φυγή μόλις δει την σταθερότητά σας. Όλες αυτές οι δοκιμασίες είναι προς όφελός σας: αν λείψουν οι πειρασμοί, κανείς δεν θα σωθεί. Χάρη στον άγιο Αντώνιο, «η έρημος μεταβλήθηκε σε πόλη που κατοικήθηκε από πλήθος μοναχών, οι οποίοι αποτάχθηκαν τον κόσμο ώστε να μιμηθούν την αγγελική ζωή» (βλ. Άγιος Αθανάσιος· «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», 14, 7, ΕΠΕ 11, 47). Όλες αυτές οι κοινότητες μοναχών έμοιαζαν με ναούς, όπου άνθρωποι ενωμένοι σε γλυκιά αρμονία λόγω του ενός, μοναδικού και κοινού σκοπού, εγκαταβίωναν ψάλλοντας ύμνους, μελετώντας τις άγιες Γραφές, νηστεύοντας και προσευχόμενοι με την χαρά και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.

Την εποχή εκείνη ο Μαξιμίνος Δάιας είχε εξαπολύσει ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών στην Αίγυπτο και έπνιξε την Αλεξάνδρεια στο αίμα (308). Ο Αντώνιος, φλεγόμενος από τον πόθο να κατακτήσει τον στέφανο του μαρτυρίου, ήλθε στην Αλεξάνδρεια και θαρραλέα ριψοκινδύνευσε την ζωή του διακονώντας τους ομολογητές της Πίστεως. Παρά τον διάπυρο πόθο του να συμμεριστεί το μαρτύριό τους, ο Θεός τού επεφύλαξε άλλους αγώνες. Δεν τον συνέλαβαν και, έτσι, ο Αντώνιος επέτρεψε στην μοναστική του κοινότητα, όπου συνέχισε το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, διπλασιάζοντας τον ασκητικό του κανόνα. Εξακολουθούσε να επιτελεί θαύματα και, μολονότι παρέμενε έγκλειστος, δεν έπαυαν να συρρέουν επισκέπτες στο ερημητήριό του. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αποσυρθεί ακόμη πιο βαθιά μες στην έρημο. Ακολούθησε ένα καραβάνι βεδουίνων και έφθασε οδοιπορώντας μέχρι το όρος Κοζλίμ (Κουολζούμ ή Όρος Αγίου Αντωνίου) που βρισκόταν προς το μέρος της Ερυθράς Θάλασσας στην έρημο, τρεις ημέρες απόσταση από τον Νείλο, όπου εγκαταστάθηκε κατόπιν θείας πληροφορίας. Καλλιεργούσε λίγα οπωροκηπευτικά για να τρέφεται. Αγρίμια και θηρία έρχονταν να πιουν στην πηγή εκεί κοντά και χαλούσαν το περιβόλι. Ο άγιος τα επέπληξε και τα ζώα δεν ξαναπλησίασαν. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις των μαθητών του και ο Αντώνιος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί χωρίς περισπασμούς στην θεωρία και στον αγώνα κατά της μανίας των δαιμόνων. Ο νους του έμεινε ακλόνητος και ατάραχος όπως το όρος Σιών, και η παρρησία του προς τον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έφευγαν οι δαίμονες και τα θηρία συμβίωναν ειρηνικά μαζί του.

Ύστερα από πολλά χρόνια ο Αντώνιος, σε προχωρημένη ήδη ηλικία, συγκατένευσε να επισκεφθεί τους μαθητές του στο Πισπίρ, στην δεξιά όχθη του Νείλου. Καθ’ οδόν έκανε να αναβλύσει νερό στην έρημο, για να πιουν οι συνοδοιπόροι του που υπέφεραν από δίψα. Με πολύ μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν στην κοινότητα τον άνθρωπο του Θεού και για όλους τους μοναχούς η επίσκεψή του έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί ο ζήλος τους για τον αγώνα της αρετής. Μέγα πλήθος τον ακολούθησε όταν επέστρεψε στο όρος του: άλλοι τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τις σωματικές τους ασθένειες, άλλοι έρχονταν για να λάβουν πνευματική παρηγορία και καθοδήγηση. Ο άγιος έδινε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως ο Θεός ο Ίδιος. Δεν διέκοπτε την σιωπή του παρά μόνον από το Άγιο Πνεύμα και μιλούσε τότε με λόγια της Αγίας Γραφής σαν να ήταν εκείνος ο συγγραφέας τους. Έλεγε με ένθεη παρρησία: «Δεν φοβούμαι πλέον τον Θεό, αλλά Τον αγαπώ! Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο!». Για τον λόγο αυτό στην διδασκαλία του υπογράμμιζε προπαντός την αγάπη προς τους αδελφούς και την ανάγκη καθάρσεως της καρδίας. Έλεγε ακόμη: «Η ζωή και ο θάνατος εξαρτώνται από τον πλησίον. Εάν κερδίσουμε τον αδελφό μας, κερδίζουμε τον Θεό. Εάν όμως είμαστε αφορμή αμαρτίας για τον αδελφό μας, αμαρτάνουμε ενώπιον του Χριστού». Ως πατέρας φιλεύσπλαχνος, ήξερε να μετριάζει στην κατάλληλη στιγμή την άσκηση των μαθητών του, διδάσκοντάς τους αυτό που είχε μάθει από έναν άγγελο: να εναλλάσσουν με διάκριση την νοερά προσευχή, την ψαλμωδία και το εργόχειρο ώστε να αγωνίζονται κατά της ακηδίας. Επωμιζόταν σαν να ήταν δικές του τις συμφορές όσων κατέφευγαν σ’ αυτόν και προσευχόταν για τον καθένα τους. Όταν ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού μια ίαση, Τον ευχαριστούσε· και όταν του την αρνιόταν, πάλι Τον ευχαριστούσε και παρακινούσε τον πάσχοντα να συνεχίζει να ελπίζει.

Μια ημέρα, την ώρα της προσευχής, ο άγιος Αντώνιος αρπάχτηκε με το πνεύμα του και υψώθηκε σωματικά στον αέρα από αγγέλους που απομάκρυναν την ορδή των δαιμόνων, οι οποίοι απαιτούσαν να απολογηθεί για όλη την διαγωγή του από τότε που γεννήθηκε. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τέτοια λάμψη καθαρότητας και όλες οι κινήσεις του σώματος πρόδιδαν τέτοια απάθεια ψυχής, ώστε καταύγαζε γύρω του φως ειρήνης, χαράς και πραότητας. Χωρίς να δηλώσει καν ποιος είναι, όλοι όσοι τον έβλεπαν ελκύονταν ακατάσχετα προς εκείνον. Μπορούσε να διαβάσει την καρδιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο ωσάν έμπειρος ιατρός, και τους έδινε πάντα το κατάλληλο φάρμακο. Όλη η Αίγυπτος τον θεωρούσε πατέρα και ιατρό της, προσωπικότητες από τις πλέον υψηλά ιστάμενες έφτασαν στην μακρινή έρημο για να συνομιλήσουν μαζί του ή απλώς για να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος και οι γιοι του έγραψαν επιστολές στον ταπεινό μοναχό ωσάν προς τον πατέρα τους.

Χωρίς να αποσπάται από όλες αυτές τις τιμές και με τον νου αδιάκοπα στραμμένο στην παρουσία του Θεού εντός του, ο Αντώνιος είχε επιπλέον διδαχθεί από τον Θεό όλη την γνώση που χρειαζόταν για να αποστομώνει τους σοφούς του κόσμου. Έλληνες φιλόσοφοι, επαιρόμενοι για την μάταιη γνώση τους, ήλθαν να επισκεφθούν με περιφρόνηση αυτόν τον αγράμματο μοναχό για τον οποίο μιλούσε όλη η Αίγυπτος. Με λίγα λόγια του ο άνθρωπος του Θεού κλόνισε την αλαζονεία τους. Κατέδειξε πώς η σοφία τούτου του κόσμου κατέστη μωρά από την μωρία του Σταυρού, αποδείχνοντάς τους την ανοησία των μύθων τους που καταβιβάζει τον Θεό σε ομοιώματα ζώων ή άψυχων αντικειμένων, ενώ η Διδασκαλία του Χριστού ανεβάζει τον άνθρωπο σε άχραντη κοινωνία με την θεία φύση. Τους έκανε να αναγνωρίσουν ότι αυτό που οι χριστιανοί γνωρίζουν με την πίστη και την δύναμη του βιώματος, εκείνοι μάταια επιχειρούν να το φθάσουν με τις συζητήσεις και τους συλλογισμούς. Επισφράγισε, τέλος, την νίκη του λυτρώνοντας δαιμονισμένους με την δύναμη του Χριστού και οι επισκέπτες του αποχώρησαν αποσβολωμένοι.

Ο άγιος Αντώνιος σεβόταν ιδιαίτερα τους κληρικούς και τους ταγούς της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια ξένος από κάθε εκκλησιαστική υπόθεση, όμως υποστήριζε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη, που κινδύνευε σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Όταν οι οπαδοί του Αρείου στην Αλεξάνδρεια διέδωσαν ότι ο ξακουστός ερημίτης συμμεριζόταν την ανόητη διδασκαλία τους, ο άγιος δεν δίστασε να αφήσει το ησυχαστήριό του, να έλθει στην τύρβη της μεγαλούπολης και να ομολογήσει καθαρά και απερίφραστα, ενώπιον του λαού που έτρεξε να τον δει, την πίστη του στην θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, την ακράδαντη προσήλωσή του στο δόγμα της Συνόδου της Νικαίας και την αμέριστη υποστήριξή του στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα (338).

Όταν έφθασε σε ηλικία εκατόν πέντε ετών, πήγε κατά την συνήθειά του να επισκεφθεί τους μοναχούς που είχαν εγκατασταθεί σε ένα βουνό ακόμη πιο βαθειά μες στην έρημο και να τους αναγγείλει με χαρά ότι ο Θεός θα τον καλούσε σύντομα στην αληθινή πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ. Τους εμψύχωσε παρακινώντας τους να επιμένουν στην άσκηση, σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την επόμενη μέρα, να μιμούνται το παράδειγμα των αγίων και να τηρούν με επιμέλεια την παράδοση των θεόπνευστων Πατέρων, αποφεύγοντας κάθε σχέση με αιρετικούς. Ύστερα επέστρεψε στην βαθειά έρημο με δύο υποτακτικούς: τον Μακάριο [19 Ιαν.] και τον Αμάτα. Πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, έδωσε εντολή να μη μεταφέρουν την σορό του στην Αίγυπτο, από φόβο μήπως την ταριχεύσουν σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα που ίσχυαν ακόμη. Διέταξε να τον ενταφιάσουν σε μέρος άγνωστο σε όλους. Κληροδότησε ένα μέρος από τα ενδύματά του στους δύο μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας: τον άγιο Αθανάσιο [18 Ιαν και 2 Μαΐ.] και τον άγιο Σεραπίωνα Θμούεως [21 Μαρτ.] και την μάλλινη μηλωτή του στους δύο υποτακτικούς του, ώστε να προστατεύονται αοράτως από αυτόν. Ύστερα, άπλωσε τα πόδια και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά, σαν να συναντούσε φίλους, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό (17 Ιανουαρίου του 356).

Η φήμη του ως Πατήρ των μοναχών και ως Πατήρ πατέρων απλώθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης και εδώ και πολλούς αιώνες ο «Βίος» του, γραμμένος με αγάπη και αφοσίωση από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο της οδού που πρέπει να ακολουθήσουν κατά την οικεία τους έφεση και δύναμη οι πραγματικοί εραστές του Θεού για να φθάσουν στην ζωογόνα τελειότητα της Χριστιανικής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν. και 30 Ιαν.] γράφει ότι ο «Βίος» του αγίου Αντωνίου είναι «μια νομοθεσία για τον μοναχικό βίο μέσα από την πλοκή της διηγήσεώς του» (Λόγος 21, 5, PG 35, 1088).

Το λείψανο του αγίου Αντωνίου φαίνεται πως αποκαλύφθηκε ύστερα από όραμα το 561 και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Γύρω στο 635, λόγω της απειλούμενης αραβικής εισβολής, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, περί το 1070, σύμφωνα με μαρτυρία της δυτικής παράδοσης, ένας άρχοντας της Ντωφινέ μετέφερε το τίμιο λείψανο στην Γαλλία (Άγιος Αντώνιος της Ντωφινέ) όπου αποτελεί μέχρι και σήμερα σεβάσμιο αντικείμενο ονομαστού προσκυνήματος.

Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος), 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

17 Ιανουαρίου του Μεγάλου Αντωνίου




Εἰς τὴν Λιτήν, Στιχηρὰ Ἰδιόμελα.

Ἦχος β'
Τοῦ Στουδίτου
Ἀσκητικὸν γυμνάσιον, συγκροτήσας ἐπὶ γῆς, Ὅσιε Ἀντώνιε, τὰς τῶν παθῶν προσβολὰς ἐν τῇ ῥοῇ τῶν δακρύων σου, πάσας ἀπήμβλυνας, καὶ κλῖμαξ θεία καὶ σεπτή, εἰς οὐρανοὺς ἀνάγουσα, τοῖς πᾶσιν ἐγνωρίσθη, ὁ θεόληπτος βίος σου· εὐσεβείας γὰρ καρπούς, ἐν αὐτῷ ἐνδειξάμενος, ἰατρεύεις δι᾿ αὐτῶν, τὰς ἀσθενείας τῶν παθῶν, τῶν πιστῶς ἐκβοώντων σοι· Χαίροις τῆς Ἑῴας ἀστὴρ χρυσαυγέστατε, καὶ τῶν Μοναζόντων λαμπαδοῦχε καὶ ποιμήν. Χαίροις ἀοίδιμε, τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀκράδαντον ἔρεισμα. Χαίροις τῶν πλανωμένων, ὁ μέγας ὁδηγός· Χαίροις τὸ ἡμέτερον καύχημα, καὶ τῆς οἰκουμένης φαιδρὸν ἀγαλλίαμα.



ΒΙΟΣ*
Σύμφωνα μέ τόν «Βίο τοῦ Ἀντωνίου», ποῦ ἔγραψε ὅ Ἀθανάσιος, καί ἄλλες δευτερεύουσες πηγές ὅ Ά. γεννήθηκε τό 250/1 στήν κωμόπολη Κομά τῆς Μέσης Αἰγύπτου, τήν σημερινή Qeman-el-Arous. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν πλούσιοι, χριστιανοί καί ἀπαίδευτοι, πώς ἔμεινε καί ὅ ἴδιος. Ό Ά. ἦταν βαθιά θρησκευτική φύση κι ἔμαθε ἀπό στήθους τήν Γραφή, ἀκούοντας τήν. Περί τό 271, ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, ἐπηρεασμένος ἀπό τήν ὀρφάνια, ἄκουσε τό Μάτθ. 19,21 καί πούλησε ἤ χάρισε τά ὑπάρχοντά του. Ἀμέσως ἄρχισε τήν ἀσκητική του ζωή, πρῶτα ἔξω ἀπό τό σπίτι του κι ἔπειτα ἔξω ἀπό τό χωριό του. Τότε ζήτησε τίς συμβουλές γηραιοῦ ἀσκητῆ τῆς περιοχῆς, ἀπό τόν ὅποιο καρπώθηκε πνευματική πείρα καί πρακτική ἀσκήσεως. Προσευχόταν, ἀσκήτευε αὐστηρά, ἐργαζόταν γιά τόν ἐπιούσιο, ἐπισκεπτόταν καί ἄκουε καί ἄλλους ἀσκητές, ποῦ ζοῦσαν λίγο ἔξω ἀπό τίς πόλεις τους, καί γιά ἕνα διάστημα κατοίκησε σέ παλαιό τάφο, ὅπου γνώρισε τόν πιό φοβερό πόλεμο τῶν δαιμόνων.  
Τό 285, σέ ἡλικία 35 ἐτῶν, προηγμένος καί ὥριμος πνευματικά, ὅ Ά. ἀποφάσισε (παρά τίς ἀντίθετες συμβουλές ἄλλων ἀσκητῶν) γιά μεγαλύτερο «τόνο ἀσκήσεως» νά ἀναχωρήσει γιά τήν μακρινή ἔρημο, ὅπου δέν θά ἦταν εὔκολη ἤ δυνατή ἤ ἐπικοινωνία μέ ἀνθρώπους. Ἔτσι ἐγκαινιάστηκε ὅ καθαυτό ὑποχωρητικός βίος στήν Ἐκκλησία. Πέρασε λοιπόν τόν Νεῖλο, βάδισε πρός τόν κόλπο τοῦ Σουέζ, ἔφθασε στήν ἔρημο Πισπίρ κι ἐγκλείστηκε στά ἐρείπια παλαιοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖ ἔζησε γιά 20 χρόνια μέ πολύ αὐστηρή ἄσκηση καί χωρίς νά βλέπει ἀνθρώπους. Ἤ φήμη τοῦ ἔγκλειστου ἀναχωρητῆ ἁπλώθηκε πολύ καί ἄρχισαν νά τόν πολιορκοῦν, ζητώντας τοῦ συμβουλές καί θεραπεῖες. Στίς παρακλήσεις ὑπέκυψε περί τό 305/7. Τότε ἄρχισε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Δέχτηκε μάλιστα νά στήσουν μερικοί ἀσκητές καλύβες στήν κοντινή περιοχή καί νά ἀσκοῦνται μέ τήν καθοδήγησή του. Αὐτοί πλήθυναν πολύ καί εἶχαν ἀββᾶ τόν Ά., ποῦ τούς δίδασκε ὄχι μόνο ἰδιαιτέρως ἄλλα καί στίς συγκεντρώσεις τους. Ἔτσι ὅ Ά. ἔγινε πολίτης τῆς ἔρημου.
Τό 311, στόν μεγάλο διωγμό τοῦ Μαξιμίνου, αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά συμπαρασταθεῖ στούς χριστιανούς. Πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια κι ἐκδήλωσε ἐπιθυμία νά μαρτυρήσει, χωρίς ἀποτέλεσμα. Τότε βοήθησε κι ἐνίσχυσε τούς ὁμολογητές χριστιανούς καί τό 312, ὅταν ἔπαυσε ὅ διωγμός, ἐπανῆλθε στήν ἔρημό του Πισπίρ. Τά γεγονότα τόν βοήθησαν νά συνειδητοποιήσει, αὐτός πρῶτος, ὅτι ὅπως γιά τόν ὁμολογητή τῆς πίστεως ἔσχατη θυσία εἶναι τό μαρτύριο, ἔτσι γιά τόν ἀσκητή ἔσχατη θυσία εἶναι τό «μαρτύριο τῆς συνειδήσεως», ὅ ἔντονος δήλ. πνευματικός ἀγώνας. Χάριν αὐτοῦ κι ἐπειδή ἀφόρητα πυκνές ἐπισκέψεις τοῦ διέκοπταν τήν προσευχή καί τήν ἡσυχία, ἀναζήτησε πιό ἀπρόσιτη ἔρημη τοποθεσία. "Ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ Ὀοίζουιτι, 30 μίλια περίπου ἀπό τόν Νεῖλο. "Ἔστησε τήν καλύβα του κι ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση καί τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καλλιεργώντας τήν γῆ γιά τόν ἐπιούσιο. Πάλι ὅμως ὑπέκυψε στίς παρακλήσεις τῶν ἀναχωρητῶν καί κάθε 15 ἤ 20 ἥμερές τους ἐπισκεπτόταν στό Πισπίρ, γιά νά τούς κατευθύνει καί νά τούς νουθετεῖ, ἀλλά χωρίς νά τούς ἐπιτρέπει νά τόν ἀκολουθοῦν ἔπειτα στήν ἀπόλυτη ἐρημιά του. "Ἔγινε ὅμως καί αὐτό, 15 χρόνια πρίν τόν θάνατό του. Οἱ μοναχοί Μακάριος καί Ἄμαθας ἦρθαν κι ἔμειναν κοντά του, ὅταν ὅ ἄββας ἦταν πιά 90 ἐτῶν.Τό 354/5, ἕνα χρόνο πρίν τήν κοίμησή του, ἐπισκέφτηκε τήν Ἀλεξάνδρεια γιά νά βοηθήσει τήν Ἐκκλησία καί τόν φίλο του Ἀθανάσιο στόν ἀγώνα κατά τῆς ἀρειανικῆς αἱρέσεως. Ἤ παρουσία τοῦ πολυφημισμένου (γιά τίς ἀρετές, τά θαύματα, τίς θεραπεῖες, τό προορατικό χάρισμα καί τήν ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων) ἀναχωρητή καί ἄββα ἐντυπωσίασε βαθιά κι ἐπηρέασε πολύ. Στήριξε τούς ὀρθοδόξους, ἐπανέφερε πλανημένους στήν Ἐκκλησία καί μετέστρεψε πολλούς ἐθνικούς στόν χριστιανισμό.
Στόν μακροχρόνιο βίο τοῦ ὅ Ά. σχετίστηκε μέ ἄνδρες ποῦ ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στήν ἐποχή τους, ὅπως ὅ Μ. Ἀθανάσιος, ὅ Σεραπίων Θμούεως, ὅ Δίδυμος Τυφλός, ὅ ἐπιβήτορας τοῦ ἀλεξανδρινοῦ θρόνου Γρηγόριος, ὅ ὅσιος Ἴλαριων, ὅ Παῦλος Ἐρημίτης, ὅ Μακάριος Αἰγύπτιος, ὅ Ἄμμουν Νιτριώτης καί πολλοί φιλοσοφοῦντες. Ἀκόμα καί οἱ αὐτοκράτορες Μ. Κωνσταντῖνος, Κωνστάντιος καί Κώνστας ἐπιδίωξαν τήν γνωριμία του, τήν φιλία του, τίς συμβουλές του καί τίς εὐχές του. 
Μετά τήν ἐπίσκεψη τῆς Ἀλεξάνδρειας ὅ Ά. ἐπανῆλθε στήν ἔρημο καί βρῆκε τούς μοναχούς του Πισπίρ, στούς ὁποίους ἄφησε τίς τελευταῖες του νουθεσίες καί εὐλογίες. Προβλέποντας τόν θάνατο τοῦ σύντομα, πῆρε μαζί τους δύο ὑποτακτικούς του κι ἔφυγαν γιά τό ἐρημητήριό του. Ἐκεῖ τους ἐπέβαλε νά μή φανερώσουν τόν τόπο τῆς ταφῆς του, ἄφησε ἐντολή νά δώσουν τήν μία του μηλωτή (τρίχινο ράσο) στόν Μ. Ἀθανάσιο καί τήν ἄλλη στόν Σεραπίωνα Θμούεως καί εἶπε τούς λόγους: «καί λοιπόν σώζεσθε, τέκνα· ὅ γάρ Ἀντώνιος μεταβαίνει καί οὐκέτι μεθ’ ὑμῶν ἐστίν» (91). Λίγο ἀργότερα «ἰλαρῶ τό προσώπω ἐξέλιπε» (92), κατά τήν παράδοση στίς 17 Ἰανουαρίου τοῦ 356, ἥμερα ποῦ τιμᾶται ἤ μνήμη του.

***
* ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, 
ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β΄ σελ.187-189



Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Ο όσιος πήρε λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην εικονογραφία και άλειψε τις πληγές του λεπρού.


 

Από τον βίο του οσίου Αλυπίου της Λαύρας του Κιέβου

Όταν στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου ηγουμένευε ο όσιος Νίκων, κάποιος πλούσιος χριστιανός από το Κίεβο, που είχε προσβληθεί από λέπρα, απεγνωσμένα αλλά μάταια ζητούσε βοήθεια από τους γιατρούς. Αυτοί δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Πάνω στην απελπισία του κατέφυγε σε ειδωλολάτρες μάγους, ελπίζοντας να γίνει καλά με τα δαιμονικά θεραπευτικά τους μέσα. Όχι, όμως, ωφέλεια δεν είδε, αλλά και χειροτέρεψε.

Τότε ένας φίλος του τον συμβούλεψε να πάει στη Λαύρα των Σπηλαίων και να ζητήσει τη βοήθεια των πατέρων. Αλλά εκείνος ο δύστυχος, ενώ είχε πιστέψει ότι θα τον θεράπευαν οι δαιμονολάτρες μάγοι, δεν παραδεχόταν ότι μπορούσαν να τον βοηθήσουν οι φιλόχριστοι μοναχοί. Γι’ αυτό δεν αποφάσιζε να πάει στη λαύρα. Μόνο μετά τις συνεχείς και φορτικές προτροπές του φίλου του λύγισε. Ξεκίνησε για το μοναστήρι με μισή καρδιά. Τον συνόδευαν οι δικοί του.

Ο ηγούμενος Νίκων του έδωσε να πιεί νερό από το πηγάδι του οσίου Θεοδοσίου. Με το ίδιο νερό του άλειψε τα μάτια και το κεφάλι.

Γυρίζοντας στο σπίτι του, όμως, ο ταλαίπωρος άνθρωπος, διαπίστωσε πως η αρρώστια του είχε επιδεινωθεί. Από τις πληγές του, που είχαν ανοίξει, έτρεχε πύο, ενώ το σώμα του μύριζε τόσο άσχημα, που κανείς δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Οι αιτίες του κακού ήταν, όπως αποδείχθηκε απ’ όσα ακολούθησαν, η απιστία και η αμετανοησία του.

Ο λεπρός άρχισε να θρηνεί για το κακό που τον είχε βρει. Πολλές μέρες έμεινε κλεισμένος και απομονωμένος στο σπίτι του. Γεμάτος ντροπή και απόγνωση για το θέαμα που εμφάνιζε και τη δυσοσμία που σκόρπιζε γύρω του, περίμενε τον θάνατο, που δεν φαινόταν να είναι μακριά.

Αλλά σε μια στιγμή ο φιλάνθρωπος Θεός τον φώτισε και κατάλαβε γιατί επιδεινώθηκε η αρρώστια του. Τότε σαν δεύτερος Δαβίδ φώναξε από μακριά τους συγγενείς του:
- «Σκέπασε η ντροπή το πρόσωπό μου! Τ’ αδέλφια μου δεν με αναγνωρίζουν πια, κι έγινα ξένος για τους γιους της μητέρας μου» (Ψαλμ. 68:8-9), επειδή χωρίς πίστη και με την καρδιά λερωμένη από αμαρτίες τόλμησα να πάω στη λαύρα και να ζητήσω θεραπεία!
Σηκώθηκε αμέσως και ξαναπήγε στο μοναστήρι. Ζήτησε από τον ηγούμενο να εξομολογηθεί. Εκείνος τον έστειλε σ’ έναν άγιο ιερομόναχο, τον όσιο Αλύπιο τον Εικονογράφο. Με δάκρυα συντριβής ο λεπρός εξομολογήθηκε όλα τα αμαρτήματά του και με ειλικρινή μετάνοια ζήτησε από τον Θεό την άφεσή τους. Ο όσιος του είπε:
- Παιδί μου, έργο σπουδαίο και σωτήριο πραγματοποίησες με την Εξομολόγηση των παραπτωμάτων σου. Θυμάσαι τι λέει ο προφήτης Δαβίδ; «Είπα: “Θα ομολογήσω την ανομία μου στον Κύριο”. Κι Εσύ τότε συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου» (Ψαλμ. 31:5). Αυτό ακριβώς έγινε τώρα και μ’ εσένα. Εξομολογήθηκες μετανοημένος μπροστά στον Κύριο, κι Εκείνος σε συγχωρεί ως αγαθός και φιλάνθρωπος.
Ο όσιος πήρε λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην εικονογραφία και άλειψε τις πληγές του λεπρού. Ύστερα τον οδήγησε στην εκκλησία και τον κοινώνησε. Τέλος, τον έφερε σε μια γωνιά, όπου βρισκόταν μια λεκάνη με νερό. Μ’ αυτό πλένονταν οι ιερείς μετά τη θεία Λειτουργία.
- Πάρε νερό από τη λεκάνη και πλύσου, του είπε.
Εκείνος ξέπλυνε τα χρώματα, και την ίδια στιγμή έγινε το θαύμα: Οι πληγές του εξαφανίστηκαν και το πρόσωπό του καθάρισε!

Έπεσε αμέσως στα πόδια του οσίου Αλυπίου και τα έβρεξε με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του, επειδή τον είχε απαλλάξει τόσο από τη σωματική όσο και από την ψυχική λέπρα.

Με απερίγραπτη έκπληξη οι συγγενείς του λεπρού τον είδαν θεραπευμένο.
- Μα πώς έγινε αυτό; ρωτούσαν. Γιατί την πρώτη φορά που ήρθε στη λαύρα η αρρώστια του επιδεινώθηκε, ενώ τώρα θεραπεύτηκε;

- Αδελφοί, τους εξήγησε ο όσιος Αλύπιος, ο Κύριός μας λέει: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους» (Ματθ. 6:24). Αυτός ο άνθρωπος προηγουμένως, αμαρτάνοντας, δούλευε στον εχθρό μας, τον διάβολο. Και όταν αρρώστησε, πάλι σ’ εκείνον πήγε για να θεραπευθεί -στους μάγους και στα μαγικά. Δεν πίστευε στον Κύριο ως μοναδικό Σωτήρα και Γιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Την πρώτη φορά ήρθε με την καρδιά γεμάτη απιστία και ακαθαρσία. Γι’ αυτό η αρρώστια του επιδεινώθηκε. Γιατί ο Κύριος είπε: «Όλα όσα ζητάτε, όταν προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι θα τα λάβετε, και θα σας δοθούν» (Μαρκ. 11:4). Τώρα, όμως, που ήρθε με πίστη και μετάνοια, ο Θεός τον θεράπευσε.
Μετά την εξήγηση του οσίου Αλυπίου, οι άνθρωποι έβαλαν μετάνοια κι έφυγαν, δοξάζοντας τον Θεό.

Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 132.

Γιατί μας πολεμούν έτσι σκληρά οι δαίμονες;


184. 

Ρώτησαν κάποιον Γέροντα: «Γιατί μας πολεμούν έτσι σκληρά οι δαίμονες;»

Κι εκείνος απάντησε: «Γιατί τα όπλα μας τα πετάμε, και εννοώ την περιφρόνηση από μέρους των άλλων, την ταπείνωση, την ακτημοσύνη και την υπομονή».

Δημοφιλείς αναρτήσεις