Ναι, το είπε ακριβώς όπως το διαβάσατε. Όπως εύστοχα σχολιάστηκε στις ιστοσελίδες, η δικαιοσύνη δεν αποφασίζει βάσει στοιχείων αλλά βάσει το τι φοράει ο κάθε δικαστής..
αναγνωσεις πορειας από το καθ’ ημεραν στο καθ’ ομοιωσιν
Στον προβληματισμό μου για τη σχέση των χριστιανών με την πολιτική εντάσσεται και αυτό το κεφάλαιο από την π.Δ είναι η στιγμή που ο λαός του Θεού ζητάει από τον Σαμουήλ βασιλιά το παραθέτω για προβληματισμό. Η άρνηση του λαού να ακούσει αυτά που του λέει ο ένας και γερασμένος Σαμουήλ με προβλημάτισε ακόμα περισσότερο… «Όχι! εμείς θέλουμε βασιλιά, για να είμαστε κι εμείς σαν τα άλλα έθνη. Θέλουμε βασιλιάς να μας κυβερνάει, να είναι αρχηγός μας και να διεξάγει τους πολέμους μας». Είμαι της γνώμης πως ο λαός του, εμείς οι χριστιανοί η εκκλησία ακροβατούμε πάνω σε ένα τεντωμένο σκηνή η περπατάμε πάνω στα κύματα διαρκώς μέσα στην ιστορία. Η παρουσία μας μέσα στον κόσμο καταγράφεται στην προς Διόγνητον επιστολή. Η ανάγνωση της έχει πολλά να δώσει σε αυτόν τον προβληματισμό. Ο Ιησούς στο σώμα Του θεραπεύει τα πάντα, που είναι έργα των χειρών Του και μέσω αυτής της θεραπείας και τα έργα των χειρών των ανθρώπων. Έργα που ευχαριστιακά τα προσφέρουμε σε Αυτόν για να τα κάνει και αυτά Σώμα του.
Α΄ΣΑΜΟΥΗΛ (ή ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄) ΚΕΦ 8
Οι Ισραηλίτες ζητούν βασιλιά
8 Όταν γέρασε ο Σαμουήλ, τοποθέτησε τους γιους του "Κριτές στον Ισραήλ. 20 "πρωτότοκος γιος του ονομαζόταν Ιωήλ και ο δευτερότοκος, Αβια. Αυτοί ήταν Κριτές στη Βέερ-Σεβά. 3 Αλλά οι γιοι του Σαμουήλ δεν ακολούθησαν το δικό του δρόμο. Παραδόθηκαν στο άνομο κέρδος, εξαγοράζονταν με δώρα και διέστρεφαν το δίκαιο. 4Τότε συγκεντρώθηκαν όλοι οι "πρεσβύτεροι του Ισραήλ και ήρθαν στο Σαμουήλ, στη Ραμά. 5 «Τώρα, εσύ γέρασες», του είπαν, «και οι γιοι σου δεν ακολουθούν το δρόμο σου. Γι' αυτό, όρισε έναν βασιλιά να μας κυβερνάει, όπως γίνεται σ' όλα τα άλλα έθνη».
6 Αυτό δεν άρεσε στο Σαμουήλ, που του είπαν: «Δώσε μας έναν βασιλιά για να μας κυβερνάει», και προσευχήθηκε στον Κύριο. 10 Κύριος του απάντησε: «Άκουσε το λαό και δέξου όλα όσα σου ζητούν δεν περιφρόνησαν εσένα, αλλά εμένα, κι αρνήθηκαν να είμαι πια βασιλιάς τους. 8Από την ημέρα που τους έβγαλα από την Αίγυπτο μέχρι σήμερα με εγκαταλείπουν και λατρεύουν άλλους θεούς. Όπως συμπεριφέρθηκαν σ' εμένα, τα ίδια κάνουν και σ' εσένα. 9Τώρα, λοιπόν, κάνε ό,τι σου ζητάνε, αλλά ξεκαθάρισε τους με σαφήνεια ποια θα είναι τα δικαιώματα του βασιλιά που θα τους κυβερνάει». 10 Ο Σαμουήλ ανακοίνωσε όλα τα λόγια του Κυρίου στο λαό, που του ζητούσε βασιλιά: 11 «Να ποια θα είναι τα δικαιώματα του βασιλιά, που θα σας κυβερνάει;» τους είπε. «0α παίρνει τους γιους σας και θα τους χρησιμοποιεί για τον εαυτό του στις άμαξες του και στ' άλογα του, και για να τρέχουν μπροστά από τη δική του άμαξα. 120α διορίζει για τον εαυτό του χιλίαρχους και πεντη-κόνταρχους, θα παίρνει άλλους για να οργώνουν τα χωράφια του, να θερίζουν τα σπαρτά του ή για να του κατασκευάζουν τα πολεμικά του όπλα και τα εξαρτήματα των αμαξών του. 130α παίρνει τις κόρες σας για να του φτιάχνουν αρώματα, να του μαγειρεύουν και να του ζυμώνουν. 14θα πάρει τα καλύτερα χωράφια σας και τα αμπέλια σας και τους ελαιώνες σας και θα τα δώσει στους αξιωματούχους του. 15Κι από τα σπαρτά σας κι από τα αμπέλια σας θα παίρνει το *δέκατο και θα το δίνει στους "ευνούχους και στους αξιωματούχους του. 16Τους υπηρέτες σας και τις υπηρέτριες σας, και τα καλύτερα βόδια και τα γαϊδούρια σας θα τα παίρνει να δουλεύουν γι' αυτόν. 17Από τα πρόβατα σας θα παίρνει το δέκατο κι εσείς θα είστε δούλοι του. 18Θ' αρχίσετε τότε να παραπονιέστε στον Κύριο για το βασιλιά σας, που εσείς τον εκλέξατε να σας κυβερνάει, αλλά ο Κύριος δε θα σας απαντάει».
19 Ο λαός αρνήθηκε ν' ακούσει αυτά που του έλεγε ο Σαμουήλ και έλεγαν: «Όχι! εμείς θέλουμε βασιλιά, 20για να είμαστε κι εμείς σαν τα άλλα έθνη. Θέλουμε βασιλιάς να μας κυβερνάει, να είναι αρχηγός μας και να διεξάγει τους πολέμους μας».210 Σαμουήλ άκουσε αυτά που του είπε ο λαός και τα ανέφερε στον Κύριο. 220 Κύριος του απάντησε: «Κάνε ό,τι σου ζητούν και δώσ' τους έναν βασιλιά».
Τότε κι ο Σαμουήλ είπε στους Ισραηλίτες να γυρίσουν καθένας στην πόλη του»
Το να ζεις λειτουργικά*, το να έχεις μια λειτουργική ζωή είναι μια απόφαση ζωής. Δεν θα εστιάσω και δεν θα επικεντρωθώ στα λειτουργικά κείμενα της εκκλησίας μας. Αυτά αποτελούν έκφραση αυτού του σκιρτήματος του καρδιακού μέσα μας το οποίο αρχίζει να αναγινώσκει, να διακονεί, να ιερουργεί και να επισκοπεί τη λειτουργία της Ζωής του κόσμου.
Η εκκλησία γίνεται όταν ανοίγετε και εγώ θα προσθέσω η λειτουργία Της Ζωής για τον καθένα μας προσωπικά μέσα σε αυτόν τον κόσμο αρχίζει όταν αρχίζει να ανοίγεται, να εξέρχεται, από τα υποστατικά εγώ του το πρόσωπο, (ατομικότητα, οικογένεια, ομάδα, εθνικότητα, θρησκεία) και να εισέρχεται στην Εκκλησία, το σώμα του Χριστού.
Η εκκλησία για χρόνια προετοίμαζε τον άνθρωπο να εισέλθει σε αυτή τη Λειτουργία. Την προετοιμασία αυτή την ονομάζουμε κατήχηση και δεν έχει να κάνει μόνο αυτή η κατήχηση με μια διδασκαλία, αλλά με όρους με κανόνες λειτουργίας τους οποίους ο άνθρωπος σταδιακά αρχίζει να λειτουργεί μέσα στον κόσμο τη Ζωή Του. Αυτή η λειτουργία σε αντίθεση με το πνεύμα του κόσμου δεν γεμίζει περηφάνια και εγωισμό τον άνθρωπο, δεν υψώνει τείχη μέσα στα οποία εγκλωβίζουμε και προφυλάσσουμε την πνευματικότητα ή τον πλούτο μας. Αντιθέτως τον μεταμορφώνει σε ταπεινό λειτουργό της ζωής του κόσμου. Έτσι από άνθρωπος του κόσμου εισέρχεται στις τάξεις των κατηχουμένων και πορεύετε όλο και ποιο χαμηλά . H σκάλα των αρετών που μας ανεβάζει στον Ουρανό είναι μια σκάλα που στα μάτια του κόσμου μας κατεβάζει όλο και πιο χαμηλά και μας ταπεινώνει εν Χριστό.
Τα όρια της κατήχησης εισέρχονται μέσα στη θεία Λειτουργία. Η μαθητεία στη λειτουργία χρειάζεται να περάσει από το καμίνι των πειρασμών και την αναμέτρηση με της δυνάμεις αυτού του κόσμου. Δίπλα στους κατηχούμενους για αιώνες οι λειτουργοί της Ζωής οι βαπτισμένοι χριστιανοί διδάσκουν, επιτιμούν, καθοδηγούν, επιβλέπουν είναι φώς εκ Φωτός για αυτούς και για όλους όσους θέλουν και έχουν τα μάτια να δουν και να ακούσουν να ψηλαφίσουν.
Η λειτουργία είναι ο μοναδικός τρόπος να ζεις εν Χριστό μέσα στον κόσμο κάθε ανάσα σου. Και είναι και ακολουθία, γιατί έχουμε πάντα μπροστάρι και συνοδοιπόρο μας και πάντοτε πίσω μας ερχόμενο τον Ιησού Χριστό.
Η παρουσία μας μέσα στον κόσμο δεν είναι εργασία, ούτε αγγαρεία, είναι λειτουργία και διακονία εν Χριστό.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
*Στην Εγκυκλοπαίδια ΠΑΠΥΡΟΣ LAROUSSE BRITANNICA 32 η λέξη λειτουργία, η (αρχ.) παροχή ή υπηρεσία που προσφερόταν από ένα πολίτη προς το αθηναϊκό κράτος. Η προσφορά αυτή συνίστατο στην εκτέλεση δημοσίου έργου ή στην ανάληψη μιας εξουσίας από κάποιον εύπορο πολίτη ή μέτοικο( ο οποίος έτσι έλπιζε ότι θα αποκτούσε το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη). Ο Θεσμός αυτός των λειτουργιών τέθηκε σε εφαρμογή τον 5ο π.Χ αιώνα και αποτελούσε είδος φορολογίας των πολιτών… Αποτελούσε επίσης χαρακτηριστικό στοιχείο της δημοσιονομικής πολιτικής της Αθήνας, αλλά και δείγμα της αγάπης των πολιτών για την πατρίδα τους και απόδειξη της έμπρακτης και ουσιαστικής συμμετοχής στα κοινά.
Έρχονται πολλά στο μυαλό μου και δεν είναι εύκολο να τα βάλω σε τάξη και σειρά. Χρησιμοποιώ εσκεμμένα τις λέξεις αναγνώστης, διάκονος, ιερέας και επίσκοπος, είναι μερικές φορές που οι σκέψεις καταργούν τους περιορισμούς που βάζουμε στις λέξεις και σου δίνεται η δυνατότητα έστω και για λίγο να τις πλάσεις μέσα σου και να δεις πως ταιριάζουν και έτσι
Κεφ. 8 , 34-Κεφ. 9,1 Ομιλία στο κατά Μάρκον από τον π.Κωνσταντίνο Στρατηγόπουλο
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο
Κεφ. 8, χωρία 34 έως Κεφ. 9, χωρίο 1.
«Είπεν ο Κύριος, 34 ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸνσταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσειαὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.
Θ´\ΚΑΙ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴγεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.»
Απόδοσή στα νέα ελληνικά
Και αφού προσκάλεσε τον λαό με τους μαθητές του, τους είπε: Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας αρνηθεί τελείως τον εαυτό του, ας σηκώνει το σταυρό του και ας με ακολουθεί. Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα την χάσει. Και οποίος θα χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και για χάρη του Ευαγγελίου, αυτός θα την σώσει.
Τι Θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και όμως χάσει την ψυχήν του; Και τι αντάλλαγμα θα δώσει ο άνθρωπος για την ψυχή του;
Όποιος σε τούτο τον άπιστο και αμαρτωλό κόσμο θα ντραπεί για μένα και θα καταφρονήσει τα λόγια μου, και ο Υιός του ανθρώπου θα ντραπεί γι' αυτόν, όταν έλθει μέσα στη θεϊκή Του δόξα μαζί με τους αγίους αγγέλους.
Και έλεγε σ' αυτούς: σας βεβαιώνω πώς υπάρχουν τώρα κάποιοι εδώ μεταξύ σας, πού δεν θα πεθάνουν και θα προφθάσουν να δουν τη βασιλεία και τη δύναμη του θεού.
Φθινόπωρο κι ύστερα χειμώνας τού 371. Τότε κορυφώθηκε το μαρτύριο της Εκκλησίας και μεσουράνησε ή δόξα της. Τότε ή Εκκλησία της Καππαδοκίας φανέρωσε τη φωτιά της αληθείας πού έκρυβε στο στήθος της.
Μέχρι τότε ή ορθοδοξία της Καππαδοκίας έμοιαζε λίγο-πολύ με νησίδα στην 5Ανατολή. Ό Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες ή βία και πονηριά τού έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε την Ορθοδοξία κι έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισαρεία. Είναι αλήθεια πώς οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα τού Ουάλη. "Άκουγαν ο,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα.
Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική τού αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύθηκαν οι περιουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν.
Ή θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. Έφθασαν στο σημείο να κάψουν στη Νικομήδεια ορθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σε πλοίο72. Όσο πλησίαζαν μάλιστα στην Καισαρεία τόσο πιο άγρια γινόταν ή θηριωδία τους. Όργανα τού αυτοκράτορα βεβήλωναν τους ναούς. Σε κάποια πόλη μπήκαν στο ναό, ανέβηκαν στην άγια Τράπεζα και χόρευαν πάνω σ' αυτήν73. Σε άλλο ναό, πού ό ορθόδοξος ιερέας προσπάθησε να εμποδίσει τους βέβηλους, σκότωσαν κι έχυσαν ανθρώπινο αίμα επάνω στην ίδια την άγια Τράπεζα74. Θύμα και ό ιερέας. Τα φοβερά τούτα σφυροκοπούσαν κάθε μέρα τ' αυτιά της ορθόδοξης Καισαρείας.
Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ό λαός είχε τρομοκρατηθεί. Έτρεμε και λύγιζε σαν αδύνατο φυλλαράκι πού ετοιμάζεται να χαθεί στο ποτάμι πού κυλάει δίπλα του. Δε μπορούσαν ν' αντισταθούν στο μανιασμένο άνεμο. Ήταν φοβερός και γκρέμιζε τειχιά.
Και ό Βασίλειος τι έκανε;
Κάτι προσπαθεί. Γυρεύει να ανασυντάξει τις ελάχιστες δυνάμεις τού σώματος του. Να στήσει όρθιο το πνεύμα του. Μικρά πράγματα δηλαδή για τόσο μεγάλη μάχη. Εκεί όμως πού φαινόταν και ήταν πράγματι λίγος, άρχισε να γίνεται μεγάλος, ατέλειωτος. Ό Θεός τον ήθελε και τον έκανε μεγάλο, τόσο μεγάλο πού δεν μπορούν να το δουν τα μάτια μας.
Τον ήθελε μεγάλο γιατί με το πρόσωπο τού ισχνού ιερού άνδρα θα γκρέμιζε τον ίδιο το Σατανά. Τη δύναμη πού δούλευε μέσα στον αυτοκράτορα, στους παλατιανούς και τους αιρετικούς. Όσο ή φοβερή στιγμή της αναμετρήσεως πλησίαζε τόσο πιο νηφάλιος γινόταν ό απογοητευμένος Βασίλειος. Το εξασθενημένο σώμα του αντέχει ακόμα περισσότερο στην προσευχή και την αγρύπνια:
«Βλέπεις, Χριστέ μου. Για σένα, για να πιστεύουν σε σένα το ζητάω. Δυνάμωσε με να σταθώ καλά, να σε ομολογήσω, να μη λυγίσω ούτε στιγμή. Σε παρακαλώ, ούτε στιγμή. Όχι, δεν είναι από δικό μου εγωισμό. Σύντριψε με, κατεξευτέλισε με τώρα, μπροστά σε όλο τον κόσμο, δε με πειράζει. Χάνομαι, αν θές. Δε σκοτίζομαι για τον εαυτό μου. "Άλλωστε μήπως μπορώ να ζήσω για πολύ με το χάλι πού έχω; Αυτό πού θέλω είναι να σταθώ εγώ καλά μπροστά στο Σατανά για να στυλωθεί ή ορθόδοξη πίστη σε σένα. Βοήθα με, λοιπόν. Κράτησε με όρθιο. Τη δόξα σου ποθώ. Τίποτε άλλο...».
Κάθε νύχτα κουβέντιαζε και πολέμαγε με το Θεό μέχρι πού έπεφτε μισολιπόθυμος στο σανιδένιο κρεβάτι του, τυλιγμένος κατάσαρκα με το ράσο πού ήταν από γιδότριχα.
Σε τέτοια επιμονή τόσο καθάριας ψυχής δε μπορεί ούτε ό Θεός ν' αντισταθεί, δεν το κάνει, δε θέλει. Αγαπάει τον άνθρωπο τόσο πολύ.
Πρέπει να ήταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν ή μία την άλλη. Σήμερα τον προσέβαλαν. Αύριο τού υπόσχονταν πολλά.
Πριν αποφασίσει ό Ουάλης την ώρα της τελικής εφόδου δοκίμασε πολλούς τρόπους για να φέρει στα νερά του το Βασίλειο. Ένοιωθε μάλιστα ότι και μόνο το γεγονός ότι ό Βασίλειος παραμένει ορθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας αποτελεί γι' αυτόν αποτυχία της πολιτικής του, γελοιοποίηση τού Βασιλικού του κύρους75.
Δεν είχε μπει λοιπόν ακόμη στην Καισαρεία και με χίλια τεχνάσματα προσπάθησε να κάνει αρειανόφρονα ποιόν; το Βασίλειο! Τι αφέλεια μπορεί να δείξει και ό ίδιος ό Σατανάς μερικές φορές! Σημαντικό ρόλο στις πιέσεις έπαιζαν οι δικαστικοί, πού είχαν κιόλας γίνει πέρα για πέρα όργανα του αυτοκράτορα. Δεν υστέρησαν όμως και οι στρατιωτικοί, καθώς και οι παλατιανοί ευνούχοι, το άθλιο τούτο κατάντημα τού άνδρα76.
Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα και ό Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρμενία. Αναγκάσθηκε λοιπόν ό Βασιλιάς να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισαρεία τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τι έκανε.
Ό Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων πού γίνονται βασιλικότεροι τού βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος και απάνθρωπος, για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. Ή Εκκλησία στην Ανατολή γνώρισε τη θηριωδία του από την καλή. Ωρυόταν σαν λιοντάρι και ήξερε να κάνει πράξη τις απειλές του, όπως ήξερε και να κολακεύει με υστεροβουλία. Έτσι στερέωνε τη θέση του δίπλα στον αυτοκράτορα.
Ό Γρηγόριος Ναζιανζηνός περιγράφει με ακρίβεια τα γεγονότα πού ακολούθησαν και πού θα διηγηθούμε πιο κάτω, προσφεύγοντας και σε ιστορικούς τού Ε' αιώνα77.
Στην Καισαρεία ό Μόδεστος εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο. Ή αναμέτρηση όμως με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο. Ό στρατός πού τον συνόδευε τόνιζε περισσότερο τις διαθέσεις του. Από την πρώτη στιγμή φρόντισε να πείσει τους πάντες ότι θα ήταν σκληρός κι ανελέητος. Δε χρειαζόταν όμως να κοπιάσει γι' αυτό. Διέταξε να τού φέρουν το Βασίλειο, πού ήταν κιόλας έτοιμος.
Όλη τη νύχτα ό επίσκοπος προσευχόταν. Για κάποια στιγμή ένοιωσε τα γόνατα του να λύνονται από φόβο. Θα τα κατάφερνε; Θα στεκόταν όσο χρειαζόταν άξιος μπροστά στο θηρίο; Το πικρό ποτήρι μένει πικρό και για τους μεγάλους. Πέρασε όμως ό φόβος του. Το άγιο Πνεύμα έσφιξε τους αρμούς του και άρχισε να αισθάνεται αλλιώτικα.
Ό χειμώνας της Καππαδοκίας είχε πέσει βαρύς. Όλα ήσαν παγωμένα κι έδειχναν ακίνητα.
Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος.
Στο σπίτι του ό Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα πού έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί! Πώς; κάνεις δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό.
Είδαν, επί τέλους, να γελούν λίγο τα χείλη του. Οι δικοί του τρόμαξαν βλέποντας τον. Ύστερα όμως ηρέμησαν κι αυτοί και τον ακολούθησαν.
Ό Βασίλειος είχε μέσα του άγιο πανηγύρι και το ακτινοβολούσε.
Περπατούσε για το Διοικητήριο. Όλα προμηνούσαν γιορτή. Το αφανισμένο του πρόσωπο δειχνόταν τώρα ωραίο, ιλαρό.
Το κουρασμένο βήμα του χαριτωμένο, σίγουρο.
Ακόμη και το τριμμένο ράσο του στεκόταν σήμερα με αξιοπρέπεια, με χάρη.
Πίσω του σχηματίσθηκε μικρή πομπή πού τον ακολουθούσε αθόρυβα.
- Ήσαν εκείνοι πού δεν πάγωσαν από το κρύο και την αγριότητα τού Μόδεστου. Ήσαν αυτοί πού λίγο ή πολύ ένοιωσαν κάτι από το ιερό πανηγύρι τού Βασιλείου.
Ήθελαν κι αυτοί να γιορτάσουν με τον ήρωα τους. Ήθελαν να είναι μπροστά στον αγώνα.
Δεν τους άφησαν όμως. Οι στρατιώτες πρότειναν τα σιδερένια κοντάρια. Σημάδι ότι όλοι έπρεπε να μείνουν έξω.
Προχώρησε μόνον ό ιερός άνδρας.
Σιγά, σταθερά ανέβηκε την κλίμακα του Πραιτώριου. Ή σιλουέτα του μάκραινε, αλλά ό ίδιος μεγάλωνε, πλάταινε, γέμιζε την ατμόσφαιρα. Ό μικρός άνδρας ήταν εκεί, πάνω και μέσα σε όλα. Στα μάτια πού τον παρακολουθούσαν μίκρυναν όλα τα άλλα-στρατιώτες, κτήρια λαμπρά -γιατί μεγάλωσε υπερφυσικά ό Βασίλειος.
Και ό Μόδεστος; Μόλις τον ειδοποίησαν πήγε στην επίσημη αίθουσα κι έκατσε στο θρόνο προκλητικά, περισσότερο απειλητικά.
Έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ξαφνιάσει το Βασίλειο. Είχε ακούσει τόσα πολλά για τον ισχνό τούτο άνδρα πού τον έκαναν λιγότερο σίγουρο.
Αμηχανία κι ένας αδιόρατος φόβος καρφώθηκε κάπου στην καρδιά του Μόδεστου και δεν έλεγε να φύγει.
Γι' αυτό έπρεπε από την αρχή. Να του πάρει αμέσως τον αέρα με τρόπο απότομο, έτσιθελικό, σκληρό. Να τελειώσει μια ώρα γρηγορότερα.
Λίγο πίσω από τον έπαρχο στάθηκαν μερικά επίσημα πρόσωπα: ό διοικητής, ευνούχοι, δικαστές ξοφλημένοι....
Έφεραν στην αίθουσα το Βασίλειο. Προχώρησε στο θρόνο αγέρωχα, χωρίς να προκαλεί. Εύχαρης, χωρίς να γελάει.
Ηλεκτρικό ρεύμα κενώθηκε στην αίθουσα. Οι καρδιές των βλοσυρών παλατιανών έχασαν για λίγο το ρυθμό τους. Τον ξαναβρήκαν όμως γρήγορα. Έπρεπε να κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Ό Μόδεστος τεντώθηκε, έβαλε πάγο και σίδερο στη φωνή του, μίλησε:
Μόδεστος: Βασίλειε, πώς τόλμησες -μόνο εσύ- να πάς κόντρα στο θέλημα του βασιλιά μας; Ποιος είσαι συ πού τόλμησες να τον περιφρονήσεις;
Ό Βασίλειος κατάλαβε την τακτική: επίθεση κι αιφνιδιασμός. Δεν θα παρασυρόταν όμως. Θα επέβαλλε το δικό του ρυθμό στη φοβερή αναμέτρηση. Θα γινόταν βράχος πού επάνω του θα τσακιζόταν ή οργή και το μίσος των αιρετικών. Θα υψωνόταν σύμβολο για το όρθωμα της Εκκλησίας μπροστά στις εξουσίες του κόσμου τούτου. Ζητάει λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία, κατηγορία καθαρή:
Βασίλειος: Για ποιο πράγμα με κατηγορείς, ποιο είναι το σφάλμα μου και δεν το ξέρω;
Μόδεστος: Δεν έχεις την πίστη του βασιλιά, τώρα πού όλοι υποτάχθηκαν.
Βασίλειος: Κάνω έτσι γιατί ό δικός μου βασιλιάς δε στέργει την πίστη του Ουάλη, πού προσκυνά το κτίσμα (οι αρειανοί δέχονταν τον Υιό σαν κτίσμα). Πώς να το κάνω τούτο, αφού εγώ πού είμαι κτίσμα κλήθηκα να γίνω Θεός. Προσκυνώ τον Υιό σαν Θεό και όχι σαν κτίσμα.
Μόδεστος: Και τότε τι είμαστε εμείς, πού πιστεύουμε όπως ο αυτοκράτορας;
Βασίλειος: Τίποτα, όσο προστάζετε τέτοια πράγματα! Ίδρωτας, αγωνία και μαζί οργή χωρίς όρια πάλευαν στο άρρυθμο πνεύμα του έπαρχου. "Άρχισε κιόλας να τα χάνει. Έτσι εξηγείται ή αφελής του ερώτηση:
Μόδεστος: Γιατί δε τώχεις για σπουδαίο να είσαι με το μέρος μας, να μας έχεις φίλους;
Βασίλειος: Βεβαίως είσαστε κιόλας έπαρχοι και μάλιστα από τους ισχυρούς · μα δε σας έχω πιο σεβαστούς από το Θεό! Και σαν τέκνα του Θεού πού είσαστε είναι σπουδαίο να σας έχω φίλους. Τόσο σπουδαίο όσο να έχω φίλους και τους υφισταμένους σας. Ό χριστιανισμός δε φαίνεται από τα αξιώματα, αλλά από την πίστη των προσώπων.
Με τα λόγια τούτα ό Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται ή αυθάδεια του.
Ό Μόδεστος το κατάλαβε. Ένοιωσε να τον ξεγυμνώνουν. Να του παίρνουν τη δύναμη, με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.
"Άναψε λοιπόν και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχθηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού αγέρωχου άνδρα· να το κάψει, να το σκορπίσει. Με μιας ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:
Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;
Βασίλειος: Μα τι μπορείς να μου κάνεις, τι πρόκειται να πάθω;
Τώρα πια ό έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. "Άθελα του ή θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ό Σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματα του. Όρθιος και αγριότερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:
Μόδεστος: Τι μπορώ; Ένα από τα πολλά πού έχω δικαιοδοσία.
Ή ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Από τη στιγμή όμως πού δε φοβήθηκε την ανθρώπινη οργή κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά βέβαια. Δεν το έκανε. Θα ήταν μικρή ανθρώπινη προσβολή του δύστυχου έπαρχου και δεν ήθελε να τον ταπεινώσει, δεν ήθελε να πονέσει ο βασανιστής του. Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: «Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πώς δεν έχω τίποτα από αυτά πού μπορεί να βλάψει ό άνθρωπος τούτος»; Δεν έφθασαν οι σκέψεις και το μειδίαμα στα ιερά χείλη. Ρώτησε μόνο απλά! Βασίλειος: Ποια είναι αυτά πού θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω!
Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο.
Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισε με, αυτά δε με νοιάζουν.
Ό εξαγριωμένος έπαρχος ένοιωσε τα λόγια τούτα μαχαίρι στα νεφρά του. Τα μάτια του έγιναν πιο κόκκινα. Ή φωνή του τσάκισε. Τα νεύρα του έκλαιγαν και παραδίνονταν. Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μίκραινε. Γινόταν αυτός πού ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε:
Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό, πώς και δε φοβάσαι; Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός πού δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βιβλία. Αυτά είναι όλο το βίος μου, Μόδεστε! Ή εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και ή Καισαρεία στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου λοιπόν κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος.
Τα βασανιστήρια; Τι να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελείωσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον όποιο ζω και αγωνίζομαι. Βιάζομαι να φθάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!
Ποιος θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον πού ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια. Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών.
Ό Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο. Δεν τον είχε βοηθήσει να δαμάσει τον ήμερο, γιατί ο Βασίλειος ημέρεψε κοινωνώντας με το Θεό. Θέλοντας και μη έπρεπε να δείξει ρεαλισμό. Δεν θα έλεγε βέβαια μπροστά στον εχθρό του τη λέξη «νικήθηκα». Σώπασε όμως για λίγο. Βυθίσθηκε περισσότερο στο θρόνο. Έγειρε μπρος το κεφάλι. Συλλογίσθηκε... Όλα λοιπόν ανώφελα με το ιερό αυτό τέρας, το Βασίλειο. Σήκωσε αργά το κεφάλι. Δεν το έστησε ολόρθο στους ώμους. Τόσο πού να μπορεί να κοιτάξει τον ισχνό άνδρα πού γέμιζε την αίθουσα. Ζήτησε να πει κάτι. Δεν του ερχόταν. "Άνοιξε κάποτε το στόμα του κι αυτό για μια έμμεση ομολογία της ήττας του, αναγνώριση του μεγαλείου του Βασιλείου. Μόδεστος: Κανείς μέχρι τώρα δε μίλησε με τόσο θάρρος στο Μόδεστο, κανείς δεν είχε μπροστά μου τόση παρρησία.
- Ήρθε και ή ώρα του κεραυνού. Ό Βασίλειος δεν κρατήθηκε. Οι ώρες είναι μεγάλες, κρίσιμες, ιστορικές. Γι' αυτό δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς εγωιστή! Βασίλειος: Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκοπο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον 'ίδιο τρόπο, αφού θ' αγωνιζόταν για τόσο υψηλά πράγματα. (Ό Βασίλειος είδε τώρα το συντριμμένο έπαρχο, μέτρησε και το βαρύ λόγο πού ξεστόμισε και θέλησε να μαλακώσει την ατμόσφαιρα). Εμείς οι ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και ταπεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δε φερόμαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. "Αν όμως τύχει να κινδυνεύει ή πίστη στο Θεό, τότε περιφρονούμε τα πάντα και αγκαλιάζουμε αυτήν. Τότε ή φωτιά, το ξίφος του δήμιου, τα θηρία και το ξέσκισμα της σάρκας μας με τα νύχια των βασανιστών φέρνει σε μας περισσότερο ευχαρίστηση παρά φόβο. Γι' αυτό κάνε ο,τι θέλεις, ο,τι έχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, απείλησε με όσο θέλεις. "Ας το ακούσει όμως κι ο βασιλιάς, δεν θα με καταφέρεις να δεχθώ την κακοδοξία, έστω κι αν απειλήσεις χειρότερα.
Ήταν ή τελευταία ψυχρολουσία πού δέχθηκε ό τραγικός άρχοντας από το Βασίλειο στη φοβερή και ιστορική τούτη αναμέτρηση. Μουδιασμένος ό Μόδεστος, σαν το δαρμένο ζώο, έκανε νόημα στους φρουρούς ν' αφήσουν ελεύθερο το Βασίλειο.
Έξω ένα μέρος από το ποίμνιο του περίμενε. Και περίεργο... Δεν αγωνιούσε. Ήξερε ότι στην κρίσιμη ώρα ό Βασίλειος, (πες καλύτερα ό Θεός) θα νικούσε.
Τον κύκλωσαν, τον έβαλαν στη μέση προστατευτικά, με δέος, με σεβασμό. Όπως άλλοτε τους μάρτυρες, τους ομολογητές, τα λείψανα των μαρτύρων.
Ήταν το παλλάδιο τους, ο ήρωας τους, το πρόσωπο πού όλοι θα ήθελαν να είναι μα πού δε χαριτώθηκαν από το Θεό τόσο πολύ!
Πρώτος μεταξύ αυτών πού περίμεναν ήταν και ο φίλος του Γρηγόριος.
Μόλις ο αθλητής Βασίλειος τον είδε, ένοιωσε μια τρυφερή ανακούφιση. Ανεπαίσθητα όμως, διακριτικά. Δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς. Την ίδια ώρα ο Γρηγόριος ήθελε πολύ να πάρει στην αγκαλιά του το Βασίλειο. Συγκρατήθηκε. Τώρα δεν περνούσε ο Βασίλειος, ο επιστήθιος φίλος του. Περνούσε ο εκλεκτός του θεού, το πρόσωπο με το όποιο νίκησε ο Θεός το Σατανά. Το ιερό σύμβολο, πού όλοι έπρεπε να σέβονται σαν φανέρωση της δυνάμεως του Θεού. Χωρίς επιφωνήματα για τη νίκη, χωρίς περιττές κουβέντες οδήγησαν το Βασίλειο στο σπίτι του. Έμεινε κοντά του μόνον ό Γρηγόριος. Οι άλλοι σκόρπισαν στην Καισαρεία να βεβαιώσουν την ιστορική νίκη. Τι απέγινε με το Μόδεστο; Έμεινε πολλή ώρα συλλογισμένος. "Όχι πάνω στο θρόνο -κι αυτός του έφταιγε-. Δίπλα στο γραφείο του διοικητή.
Ή ταπείνωση τον είχε συντρίψει. Δεν έλεγε όμως ν' αλλάξει φρόνημα. Αγαπούσε πιο πολύ το αξίωμα του από το Θεό και γι' αυτό αρνιόταν τη θεία χάρη.
Την άλλη μέρα δοκίμασε πάλι ο Μόδεστος, χωρίς αγριάδες τώρα.
Μήπως ο Βασίλειος είχε αλλάξει γνώμη. Φυσικά ούτε και ο ίδιος πίστευε σε κάτι τέτοιο. Τήρησε απλώς τη συνήθεια.Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε στο Βασιλιά, πού έφθανε στην Καισαρεία.
Δε δίστασε να του πει όλη την αλήθεια: «Νικηθήκαμε, βασιλιά μου, από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας. Δε φοβάται απειλές. Είναι πιο σταθερός από τους λόγους μας, πιο ισχυρός από την πειθώ μας. "Ας απειλήσουμε κανένα δειλό, όχι το Βασίλειο. "Αν θέλουμε αποτελέσματα, πρέπει να καταφύγουμε στον εξαναγκασμό»78 (να τον εξορίσουν δηλαδή).
Ό αυτοκράτορας, πού στο μεταξύ έμαθε τα καθέκαστα, όσα χρειαζόταν για να καταλάβει τη δύναμη του Βασιλείου, δε συμφώνησε. Είχε το κουράγιο να θαυμάζει τις αρετές των ανθρώπων79.
Έδωσε εντολή να μη χρησιμοποιήσουν βία.
Όχι, πώς άλλαξε γνώμη για το Βασίλειο. Ό θαυμασμός του στο Βασίλειο δε σήμαινε αναγνώριση της πλάνης του. Απλώς άλλαξε τακτική. Το σίδερο στη φωτιά λυγίζει, μα μένει σίδερο80.
Περίμενε λοιπόν μια ευκαιρία. Θα έβρισκε τρόπο να προωθήσει τα σχέδια του. Όλους μέχρι τώρα τους είχε καταφέρει. Με λίγη υπομονή θα έσκυβε και ό Βασίλειος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η ΖΩΗ ΕΝΟC ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑCΙΛΕΙΟC ΚΑΙCΑΡΕΙΑC Εκδόσεις:Αποστολικής Διακονίας
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
η εικόνα είναι του αγιογράφου Γεωργίου Κόρδη