Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή του Ασώτου

16-Prodigal-son-big

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο Κεφ. 15,  11 -32

11 Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· · ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.

22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΑΠΟΔΟΣΗ

Είπεν ο Κύριος αύτη την παραβολή. Ένας άνθρωπος είχε δυο γιους. Και είπεν ο πιο μικρός από αυτούς στον πατέρα του, πατέρα, δός μου, το μερίδιο πού μου ανήκει από την περιουσία. Και τους μοίρασε την περιουσία. Και ύστερα από λίγες μέρες τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος και έφυγε σε μακρινή χώρα, και εκεί διασκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. Και όταν αυτός τα ξόδεψε όλα, έπεσε μεγάλη πείνα σ' εκείνη τη χώρα, και αυτός άρχισε να στερείται. Τότε πήγε και προσκολλήθηκε σ' έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας και εκείνος τον έστειλε στα χωράφια να βόσκει χοίρους. Καν λαχταρούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα πού έτρωγαν οι χοίροι και κανένας δεν του έδινε. Τότε ήρθε στον εαυτόν του και είπε. Πόσοι υπηρέτες του πατέρα μου τρώνε ψωμί και τους περισσεύει και εγώ πεθαίνω της πείνας; θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου καν θα του παν Πατέρα, ήμαρτον στον ουρανό και σε σένα και δεν αξίζω πια να με πεις παιδί σου, κάνε με σαν έναν από τους υπηρέτες σου. Και σηκώθηκε και ήρθε στον πατέρα του. Και ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον πόνεσε ή ψυχή του και έτρεξε και έπεσε στο λαιμό του και τον φίλησε καλά καλά. Τότε του είπε ο γιός, Πατέρα, ήμαρτον στον ουρανό και σε σένα και δεν αξίζω πια να με πεις παιδί σου. Και ο πατέρας είπε στους υπηρέτες του, βγάλτε και φέρτε την πιο καλή φορεσιά και ντύστε τον και βάλτε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια, και φέρτε και σφάχτε το θρεμμένο μοσχάρι, και ας φάμε και ας χαρούμε, γιατί τούτο το παιδί μου ήταν πεθαμένο και ξανάζησε και ήταν χαμένο και βρέθηκε. Και άρχισαν να διασκεδάζουν. Και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του στο χωράφι, και όπως ερχόταν και πλησίασε στο σπίτι, άκουσε όργανα και τραγούδια, και κάλεσε έναν από τους υπηρέτες και ζητούσε να μάθει τί τάχα να ήσαν ταύτα. Και ο υπηρέτης του είπε πώς ήρθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεμμένο μοσχάρι, γιατί τον είδε και ήρθε πίσω γερός.

Τότε οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. Βγήκε λοιπόν ο πατέρας του και τον παρακαλούσε. Και εκείνος αποκρίθηκε και είπε στον πατέρα, τόσα χρόνια σου δουλεύω και ποτέ δεν παραμέλησα εντολή σου, και ποτέ δεν έδωκες σε μένα ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου, αλλά όταν ήρθε τούτος ο γιος σου, πού σου έφαγε όλο το βίος με τις αμαρτωλές, έσφαξες για χάρη του το θρεμμένο μοσχάρι. Τότε ο πατέρας του είπε' παιδί μου, συ πάντα είσαι μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, αλλά έπρεπε να διασκεδάσουμε και να χαρούμε, γιατί τούτος ο αδελφός σου ήταν πεθαμένος και ξανάζησε και ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Οι Τρεις Ιεράρχαι

m_3hierarchs0

 

του (†) Ιωάννη Φουντούλη

Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν , την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου.

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.

Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.

Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.

Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.

Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.

Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388.

Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη

πηγή: http://www.orp.gr/?p=726

αναδημοσίευση από: http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Λόγος ψυχωφελής και θαυμάσιος

Ιωάννης_Δαμασκηνός

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός


Πρέπει να ξέρομε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους. Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα. Οι ψυχικές αισθήσεις είναι, νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία και αίσθηση· οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις. Οι σωματικές αισθήσεις είναι τούτες: όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση και αφή. Γι' αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες. Ώστε είναι αναγκαίο να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποιά είναι τα ψυχικά πάθη και ποιά τα σωματικά. Ψυχικές αρετές είναι εν πρώτοις οι τέσσερις γενικότατες αρετές, οι όποιες είναι, ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, θεία γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η χωρίς υπερηφάνεια, φθόνο, δόλο, η φιλαργυρία, συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλόντων αγαθών, πόθος της βασιλείας του θεού και επιθυμία της θείας υιοθεσίας.
Σωματικές αρετές, η μάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται με γνώση κατά το θέλημα του Θεού και μακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι έξης: εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, ολονύκτια στάση στην προσευχή, συνεχής γονυκλισία, αλουσιά, χρήση ενός μόνο ενδύματος, ξηροφαγία, το να τρώει κανείς αραιά, να πίνει μόνο νερό, χαμαικοιτία, φτώχεια, ακτημοσύνη, αποφυγή περιποιήσεως, καλλωπισμού, α-φιλαυτία, μόνωση, ησυχία, το να μη βγαίνει κανείς έξω, στέρηση, αυτάρκεια, σιωπή, το να κάνει κανείς εργόχειρο με τα χέρια του, και κάθε κακοπάθεια και σωματική άσκηση, και άλλα τέτοια, τα όποια, όταν είναι το σώμα εύρωστο και ενοχλείται από τα σαρκικά πάθη, είναι αναγκαιότατα και ωφελιμότατα. Όταν όμως το σώμα είναι εξασθενημένο και έχει, με τη βοήθεια του Θεού, νικήσει τα πάθη, δεν είναι τόσο αναγκαία, γιατί η αγία ταπείνωση και η ευχαριστία τα αναπληρώνουν όλα.
Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο και για τις ψυχικές και σωματικές κακίες, δηλαδή τα πάθη. Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, και κυριεύεται από όλα τα πάθη, τα όποια είναι: ασέβεια, κακοδοξία, δηλαδή η κάθε αίρεση, βλασφημία, θυμός, οργή, πικρία, οξυθυμία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλιά, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονικία, ζήλεια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψεύδος, απιστία, πλεονεξία, φιλουλία, εμπαθής προσκόλληση σε κάτι, σχέση με γήινα πράγματα, ακηδία, μικροψυχία, αχαριστία, γογγυσμός, οίηση, έπαρση, σπουδαιοφάνεια, αλαζονεία, φιλαρχία, ανθρωπαρέσκεια, δολιότητα, αναίδεια, αναισθησία, κολακεία, υπουλότητα, ειρωνεία, διβουλία, συγκατάθεση σε αμαρτήματα του παθητικού μέρους της ψυχής και συνεχής μελέτη αυτών, περιπλάνηση των λογισμών, η μητέρα των κακών φιλαυτία και η ρίζα όλων των κακών φιλαργυρία1, κακοήθεια και πονηρία.
Σωματικά πάθη είναι: γαστριμαργία, λαιμαργία, απόλαυση, μέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, μοιχεία, ασέλγεια, ακαθαρσία, αιμομιξία, παιδεραστία, κτηνοβασία, κακές επιθυμίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη· κλοπή, ιεροσυλία, ληστεία, φόνος, η κάθε σωματική άνεση και απόλαυση των θελημάτων της σάρκας, και μάλιστα όταν έχει υγεία το σώμα· μαντείες, μαγείες, οιωνισμοί, κληδονισμοί, αγάπη για στολίδια, κομπασμοί, νωθρότητες, καλλωπισμοί, φτιασιδώματα του προσώπου, η αξιοκατάκριτη αργία, φαντασιώσεις, τυχερά παιχνίδια, η εμπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσμου, η φιλοσώματη ζωή που παχαίνει το νου και τον κάνει γήινο και κτηνώδη, και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς την εργασία των αρετών.
Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία και η φιλαργυρία, από τις όποιες γεννιέται κάθε κακό. Δεν αμαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες που αναφέρει ο σοφότατος ασκητής Μάρκος*, δηλαδή η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια. Αυτές τις γεννά η ηδονή, η καλοπέραση και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασμού. Πρωταίτια όλων αυτών και κακή μητέρα είναι, όπως προείπαμε, η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώματος και εμπαθής προσκόλληση σ’ αυτό. Η διάχυση και η χαύνωση του νου με ευτραπελίες και αισχρολογίες προξενούν πολλά κακά και πολλές πτώσεις, όπως επίσης και η θρασύτητα και το γέλιο.
Πρέπει επίσης να γνωρίζομε ότι η εμπαθής φιληδονία είναι πολύμορφη και πολυτροπή, και είναι πολλές οι ηδονές που εξαπατούν την ψυχή, όταν δεν είναι στερεωμένη στο Θεό με νήψη και θείο φόβο, και δεν φροντίζει για την εργασία των αρετών με αγάπη προς το Χριστό. Γιατί είναι πάρα πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα μάτια της ψυχής· είναι οι ηδονές των σωμάτων, των χρημάτων, της απολαύσεως, της δόξας, της ραθυμίας, της οργής, της εξουσίας, της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας. Και φαίνονται όλες αυτές ότι έχουν λαμπερά πρόσωπα και αξιαγάπητα, ικανά να προσελκύσουν εκείνους που παθαίνονται για όλα αυτά και δεν έχουν σφοδρό έρωτα προς την αρετή και δεν υπομένουν τη σκληρότητά της. Κάθε σχέση με τα γήινα και η κάθε προσκόλληση σ’ αυτά προξενεί ηδονή και ευχαρίστηση σ’ αυτόν που την έχει, και αποδεικνύει ότι είναι ανώφελο και βλαβερό το επιθυμητικό μέρος της ψυχής όταν είναι εμπαθές, επειδή εξαιτίας του, εκείνος που αποστερείται κάτι που ποθεί, υποτάσσεται στο θυμό, στην οργή, στη λύπη και στη μνησικακία. Αν τώρα, μαζί με την εμπαθή προσκόλληση, επικρατήσει και κάποια έστω μικρή συνήθεια, αλλοίμονο! κάνει τότε εκείνον που κυριεύτηκε από αυτήν να ακολουθεί διαρκώς την παράλογη αυτή εμπαθή προσκόλληση αναίσθητα και χωρίς θεραπεία, με την ηδονή που είναι κρυμμένη μέσα σ’ αυτή.
Είναι πολυσχιδής η ηδονή της επιθυμίας, όπως προείπαμε· δεν αρκείται μόνο στην πορνεία και τις άλλες σωματικές απολαύσεις, άλλα ζητεί και τα λοιπά πάθη. Αφού, σωφροσύνη είναι όχι μόνον η αποχή από την πορνεία και τις σαρκικές ηδονές, άλλα να απέχει κανείς και από τις άλλες ηδονές. Γι’ αυτό εκείνος που αγαπά τη φιλοχρηματία, τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι ακόλαστος. Γιατί όπως ο ακόλαστος Έχει έρωτα προς τα σώματα, έτσι και αυτός έχει έρωτα προς τα χρήματα. 'Η μάλλον, αυτός είναι πιο ακόλαστος, αφού δεν έχει τόση βία από τη φύση να τον σπρώχνει σ’ αυτά. Γιατί αμαθής ηνίοχος δεν είναι εκείνος που δεν μπορεί να δαμάσει το άγριο και δυσάγωγο άλογο, άλλα εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει το ήμερο και ήσυχο άλογο. Και από παντού φαίνεται ότι είναι περιττή και όχι φυσική η επιθυμία των χρημάτων, γιατί δεν βιάζεται σ’ αυτήν ο άνθρωπος από τη φύση, άλλα από την κακή του προαίρεση. Γι’ αυτό και αμαρτάνει ασυγχώρητα εκείνος που νικιέται εκούσια από τη φιλοχρηματία. Ώστε πρέπει να γνωρίζομε καλά ότι η φιληδονία δεν έγκειται μόνον στην τρυφή και στην απόλαυση των σωμάτων, άλλα σε κάθε τρόπο και πράγμα που το αγαπά κανείς με πάθος και με την προαίρεση της ψυχής του. Και για να γνωρίζονται καθαρότερα τα πάθη που αφορούν στα τρία μέρη της ψυχής, προσθέτομε και τα παρακάτω με συντομία.
Η ψυχή διαιρείται σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμικό και το επιθυμητικό. Του λογιστικού αμαρτήματα είναι αυτά: απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφημία, αχαριστία, και οι συγκαταθέσεις των αμαρτημάτων, οι όποιες γίνονται από το παθητικό μέρος. Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών είναι η αδίστακτη πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη ορθόδοξα δόγματα της ευσέβειας, η αδιάκοπη μελέτη των λόγων του Πνεύματος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή, και η ευχαριστία προς το Θεό. Τα αμαρτήματα του θυμικού είναι τα έξης: η ασπλαχνία, το μίσος, η ασυμπάθεια, η μνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος και η συνεχής αυτών και των παρομοίων μελέτη. Η ίαση και η θεραπεία τους είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη η πραότητα, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία και η καλοσύνη. Του επιθυμητικού τα αμαρτήματα είναι τα έξης: η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η οινοποσία, η πορνεία, η μοιχεία, η ακαθαρσία, η ασέλγεια, η φιλοχρηματία, η επιθυμία της κενής δόξας και η επιθυμία χρυσού και πλούτου και σαρκικών ηδονών. Η ίαση και η θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, η ακτημοσύνη, το σκόρπισμα των χρημάτων στους φτωχούς, η επιθυμία των μελλόντων εκείνων αθάνατων αγαθών, ο πόθος της βασιλείας του Θεού και η επιθυμία της θείας υιοθεσίας.
Τώρα πρέπει να κάνομε λόγο για τη διάγνωση των εμπαθών λογισμών, από τους οποίους γίνεται η κάθε αμαρτία. Οκτώ είναι οι βασικοί λογισμοί της κακίας: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της οργής, της λύπης, της ακηδίας, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Το να μας παρενοχλούν η να μη μας παρενοχλούν οι οκτώ αυτοί λογισμοί, αυτό δεν είναι στην εξουσία μας. Το να επιμένουμε όμως σ’ αυτούς η να μην επιμένουμε, να κινούμε τα πάθη η να μην τα κινούμε, αυτό είναι στην εξουσία μας.
Στους λογισμούς αυτούς διακρίνομε τα έξης: προσβολή, συνδυασμό, πάλη, πάθος, συγκατάθεση (που πλησιάζει και μοιάζει με την πράξη), ενέργεια και αιχμαλωσία. Προσβολή είναι η απλή υπόμνηση του διαβόλου: «Κάνε τούτο η εκείνο», όπως συνέβη στον Κύριο και Θεό μας: «Πες να γίνουν οι πέτρες αυτές ψωμιά». Αυτό, όπως είπαμε, δεν είναι στην εξουσία μας. Συνδυασμός είναι η παραδοχή του λογισμού που μας υποβάλλει ο εχθρός, και μ’ ένα τρόπο, η μελέτη του πονηρού λογισμού και ηδονική συνομιλία με την προαίρεσή μας. Πάθος είναι η έξη που δημιουργείται από το συνδυασμό του λογισμού που υποβάλλει ο εχθρός, και η κατά κάποιο τρόπο συνεχής σχετική μελέτη και φαντασία. Πάλη είναι η αντίσταση στο λογισμό που γίνεται η προς κατάργηση του πάθους που αυτός περιέχει - δηλαδή του εμπαθούς λογισμού - η προς συγκατάθεση, καθώς λέει ο Απόστολος: «Η σάρκα επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σάρκας, κι αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους». Αιχμαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη απαγωγή της καρδιάς που τυραννείται από προηγούμενο εθισμό στην αμαρτία και μακρά συνήθεια. Συγκατάθεση είναι η συγκατάνευση στο πάθος που περιέχει ο λογισμός. Ενέργεια είναι η ίδια η πράξη του εμπαθούς λογισμού, στον οποίο συγκατατεθήκαμε. Εκείνος λοιπόν που αντιμετωπίζει απαθώς το πρώτο, δηλαδή την προσβολή, η το διώχνει αμέσως με αντίρρηση και σταθερότητα, έκοψε με μία και όλα τα επόμενα.
Η κατάργηση των οκτώ παθών ας γίνεται με τον έξης τρόπο. Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία· με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία· με τη συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείται η φιλαργυρία· με την αγάπη προς όλους και την καλοσύνη καταργείται η οργή· με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη· με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς το Θεό καταργείται η ακηδία· με την κρυφή εργασία των αρετών και τη συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία· με το να μη κρίνει κανείς τον άλλο η να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, άλλα να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο απ’ όλους, καταργείται η υπερηφάνεια. Έτσι λοιπόν, αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος5. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινή γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδας, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.
Η ψυχή λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, έχει τρία μέρη· αυτά είναι: λογισμός, θυμός και επιθυμία. Όταν στο θυμικό μέρος υπάρχει αγάπη και φιλανθρωπία, και στην επιθυμία καθαρότητα και σωφροσύνη, τότε ο λογισμός είναι φωτισμένος· όταν όμως στο θυμικό μέρος υπάρχει μισανθρωπία και στο επιθυμητικό υπάρχει ακολασία, τότε ο λογισμός είναι σκοτισμένος. Ο λογισμός λοιπόν τότε υγιαίνει και σωφρονεί και φωτίζεται, όταν έχει τα πάθη υποταγμένα και θεωρεί πνευματικά τους λόγους των κτισμάτων του Θεού και ανυψώνεται προς την μακάρια και Αγία Τριάδα. Ο θυμός τότε κινείται κατά φύση, όταν αγαπά όλους τους ανθρώπους και δεν έχει εναντίον κανενός λύπη η μνησικακία. Η δε επιθυμία, όταν με την ταπεινοφροσύνη, την εγκράτεια και την ακτημοσύνη νεκρώσει τα πάθη, δηλαδή την ηδονή της σάρκας και τον πόθο των χρημάτων και της πρόσκαιρης δόξας, και στραφεί προς τον θείο και αθάνατο έρωτα. Γιατί η επιθυμία κινείται προς τρία πράγματα: είτε προς τη σαρκική ηδονή, είτε προς τη μάταιη δόξα, η προς απόκτηση χρημάτων. Και για την παράλογη αυτή έφεση καταφρονεί το Θεό και τις άγιες εντολές Του, λησμονεί τη θεϊκή ευγένεια, γίνεται θηρίο εναντίον του πλησίον, σκοτίζει το λογισμό και δεν αφήνει να στραφεί και να δει την αλήθεια. Ενώ εκείνος που απόκτησε ανώτερο φρόνημα, όπως προείπαμε, απολαμβάνει από εδώ τη βασιλεία των ουρανών και ζει μακάρια ζωή αναμένοντας τη μακαριότητα που προορίζεται για όσους αγαπούν το Θεό. Αυτής είθε ν’ αξιωθούμε κι εμείς με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.
Πρέπει να γνωρίζομε και αυτό· ότι δεν μπορούμε να φτάσομε στο μέτρο κάποιας αρετής, παρά με κοπιαστική φιλοπονία για την απόκτησή της και προσπαθώντας με όση δύναμη έχομε σ’ όλη μας τη ζωή, όπως λόγου χάρη για την ελεημοσύνη, την εγκράτεια, την προσευχή, την αγάπη, η κάποια από τις γενικές αρετές. Από αυτές μερικώς ο καθένας ασκεί κάποια αρετή· λ.χ. ασκεί κανείς πότε-πότε την ελεημοσύνη, άλλα επειδή την ασκεί λίγο, δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσομε ελεήμονα, κι ακόμη περισσότερο όταν δεν το κάνει αυτό καλά και θεάρεστα. Γιατί το καλό δεν είναι καλό όταν δε γίνεται καλά. Άλλα καλό είναι πράγματι όταν δεν απολαμβάνει εδώ το μισθό του από οποιαδήποτε αιτία, π.χ. από ανθρωπαρέσκεια λόγω καλής φήμης, η επιδίωξη δόξας, η από πλεονεξία και αδικία. Επειδή ο Θεός δε ζητεί εκείνα που γίνονται και νομίζονται καλά, άλλα εξετάζει το σκοπό για τον όποιο γίνονται. Όπως λένε και οι θεοφόροι Πατέρες, όταν ο νους λησμονήσει το σκοπό της ευσέβειας, τότε και το έργο που είναι φανερά ενάρετο, γίνεται ανώφελο- και εκείνα που γίνονται χωρίς διάκριση και σκοπό, όχι μόνο δεν ωφελούν και αν ακόμη είναι καλά, άλλα βλάπτουν. Το αντίθετο συμβαίνει μ’ εκείνα που νομίζονται κακά, γίνονται όμως με θεοσεβή σκοπό· όπως εκείνος που μπήκε στο πορνείο και τράβηξε από εκεί την πόρνη. Από αυτό γίνεται φανερό ότι δεν είναι ελεήμων εκείνος που έκανε λίγες φορές την ελεημοσύνη, ούτε είναι εγκρατής εκείνος που εγκρατεύθηκε λίγο, άλλα εκείνος που πάρα πολλές φορές και σε όλη του τη ζωή εργάστηκε ολικά την αρετή με ασφαλή διάκριση. Γιατί η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ’ όλες τις αρετές, επειδή είναι βασίλισσα και αρετή των αρετών. Όπως πάλι και για τα’ αντίθετα· δε λέμε πόρνο η μέθυσο η ψεύτη εκείνον που μία φορά γλίστρησε σ’ ένα από αυτά, άλλα εκείνον που πέφτει συχνά σ’ αυτά και μένει αδιόρθωτος. Κοντά σ’ όσα είπαμε, πρέπει να γνωρίζομε και τούτο, που είναι και αναγκαιότατο σ’ όλους εκείνους που έχουν ζήλο να κατορθώσουν την αρετή και επιμελούνται να αποφύγουν την κακία· ότι δηλαδή, όσο η ψυχή είναι ασυγκρίτως καλύτερη από το σώμα και σε πολλά και μέγιστα σημεία είναι σπουδαιότερη και πιο πολύτιμη, τόσο και οι ψυχικές αρετές - και μάλιστα εκείνες που μιμούνται το Θεό και έχουν το όνομα Του - είναι ανώτερες από τις σωματικές αρετές. Αντίθετα πρέπει να νοούμε για τις ψυχικές κακίες, ότι διαφέρουν από τα σωματικά πάθη και ως προς τις ενέργειές τους και ως προς την έκτιση των τιμωριών που επιβάλλονται σ’ αυτές, αν και στους πολλούς, δεν ξέρω πως, αυτό τους διαφεύγει. Γιατί τη μέθη, την πορνεία, τη μοιχεία, την κλοπή και τα παραπλήσια μ’ αυτά, τα προσέχουν και τα αποφεύγουν, η τα τιμωρούν, επειδή φαίνονται στους πολλούς βδελυρά. Απέναντι όμως στα ψυχικά πάθη, που είναι πολύ χειρότερα και βαρύτερα από αυτά και που οδηγούν στην κατάσταση των δαιμόνων και στην αιώνια κόλαση που τους περιμένει όσους τα’ ακολουθούν χωρίς διόρθωση, μένουν αδιάφοροι. Εννοώ δηλαδή το φθόνο, τη μνησικακία, την πονηρία, την αναισθησία, τη φιλαργυρία, που ο Απόστολος την θεωρεί ρίζα όλων των κακών, και τα όμοιά τους.
Μιλήσαμε γι’ αυτά με όλη την αμάθεια και την αφέλειά μας, κάνοντας μία ευσύνοπτη και σαφή έκθεση του λόγου περί αρετών και παθών, για να μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και να εξακριβώνει τη διαίρεση και τη διαφορά τους με ακρίβεια και σαφήνεια. Γι’ αυτό και μιλήσαμε για το καθένα με πολλούς τρόπους και από πολλές απόψεις, ώστε, αν είναι δυνατόν, καμιά πλευρά της αρετής η της κακίας να μην αγνοείται- ακόμη για να επιδιώξουμε με χαρά τις αρετές — και μάλιστα τις ψυχικές, με τις όποιες προσεγγίζομε στο Θεό - και για ν’ αποφεύγομαι τις κακίες με όλη μας τη δύναμη. Γιατί είναι αληθινά μακάριος εκείνος που ζητά την αρετή και την ασκεί και εξετάζει με επιμέλεια τι είναι αρετή, επειδή με αυτήν πλησιάζει το Θεό και ενώνεται νοερά μ’ Αυτόν. Φρόνηση, ανδρεία, σοφία, αληθινή γνώση και πλούτος αναφαίρετος είναι κυρίως το ν’ ανυψώνεται ο άνθρωπος με την πρακτική αρετή στη θεωρία του Δημιουργού.
Η αρετή λέγεται έτσι από το ρήμα «αιρείσθαι»· γιατί είναι αιρετή και θελητή, επειδή κάνομε αυτοπροαίρετα και θεληματικά το αγαθό, κι όχι χωρίς να θέλομε και αναγκαστικά. Η φρόνηση πάλι λέγεται έτσι, γιατί φέρνει στο νου τα ωφέλιμα.
Αν θέλεις, ας προσθέσομε στον αφελή αυτό λόγο, σαν χρυσή σφραγίδα, και λίγα περί του «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν » του πιο τιμημένου από όλα τα κτίσματα του Θεού, δηλαδή του άνθρωπου. Το νοερό και λογικό ζώο, ο άνθρωπος, μόνο απ’ όλα τα κτίσματα είναι «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού. Κάθε άνθρωπος λέγεται «κατ’ εικόνα Θεού» για το αξίωμα του νου και της ψυχής, δηλαδή το ακατάληπτο, το αόρατο, το αθάνατο, το αυτεξούσιο. Και ακόμη για την ικανότητα να άρχει, να τεκνοποιεί και να οικοδομεί. «Καθ’ ομοίωσιν» λέγεται για την αρετή και τις πράξεις με τις οποίες μιμείται το Θεό και έχουν το όνομα του Θεού. Δηλαδή το να δείχνει φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους, να οίκτειρει, να ελεεί και να αγαπά τους συνδούλους του, και να δείχνει στους άλλους κάθε ευσπλαχνία και συμπάθεια. «Να γίνεστε, λέει ο Χριστός και Θεός, σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός και ο ουράνιος Πατέρας σας». Το «κατ’ εικόνα» το έχει κάθε άνθρωπος, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τα χαρίσματα Του. Το «καθ’ ομοίωσιν» όμως το έχουν σπάνιοι και μόνον οι ενάρετοι και άγιοι, οι όποιοι μιμούνται - κατά το δυνατόν σε ανθρώπους - την αγαθότητα του Θεού. Είθε κι εμείς ν’ αξιωθούμε την υπεράγαθη φιλανθρωπία του Θεού, αφού Του φανούμε ευάρεστοι με την αγαθοεργία και γίνομε μιμητές εκείνων που έχουν ευαρεστήσει από αιώνων το Χριστό. Γιατί σ’ Αυτόν ανήκει το έλεος και σ’ Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του, και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
----------------------------------------------------
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, τόμος Β, εκδόσεις : Το περιβόλι της Παναγίας

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Η γλώσσα της Λειτουργίας: η γλώσσα της Βίβλου.

π.Αλέξανδρος Σμέμαν
Η γλώσσα της Λειτουργίας: η γλώσσα της Βίβλου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιεί πολλές γλώσσες στη λα­τρεία της (ελληνικά, σλαβονικά, αγγλικά κ.λπ.) και όμως βα­σικά διαθέτει μία λειτουργική γλώσσα. Αυτή είναι η γλώσσα της Αγίας Γραφής, της Βίβλου. Για να καταλάβουμε τη Λει­τουργία, δεν αρκεί να τη μεταφράσουμε απλά σε μια «κατα­νοητή» γλώσσα (στα αγγλικά στην Αμερική, π.χ.). Θα πρέ­πει, επίσης, να μάθουμε τη βιβλική μορφή και το περιεχόμε­νο της, δηλαδή εικόνες, συγκρίσεις, αναφορές και, σε συντο­μία, ολόκληρο το σύστημα των εκφράσεων που προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από τη Βίβλο. Αυτός ο βιβλικός χαρακτήρας της χριστιανικής Λειτουργίας εξηγείται, κατ' αρχή, από το γεγονός ότι οι πρώτοι Χριστιανοί, που ήσαν Εβραίοι, χρησι­μοποίησαν με φυσικό τρόπο τις μορφές και τις εκφράσεις της ιουδαϊκής λατρείας, της οποίας η χριστιανική λατρεία αποτελεί την άμεση συνέχεια. Κατά δεύτερο, οι μεγάλοι χριστιανοί συγγραφείς που συνέθεσαν τους λειτουργικούς ύμνους και τις ευχές είχαν βαθειές ρίζες στη Βίβλο, την οποία και θεω­ρούσαν ως πηγή όλης της χριστιανικής σκέψης και διδασκα­λίας. Φυσικά χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα με την οποία ήταν εξοικειωμένοι. Η Βίβλος, έτσι, αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της Λειτουργίας, όπως ακριβώς η Λειτουργία αποτελεί μια ζωντανή ερμηνεία της Βίβλου. Γι' αυτό αποτε­λούν από κοινού τα δύο ουσιαστικά θεμέλια της εκκλησια­στικής ζωής.
Υπάρχουν τρεις διακεκριμένοι τρόποι με τους οποίους η Βίβλος χρησιμοποιείται ως η λειτουργική γλώσσα της Εκκλη­σίας, δηλαδή ως έκφραση της λατρείας, της προσευχής και της πίστης της:
1. Υπάρχει, κατ' αρχή, η χρήση των ίδιων των βιβλικών κεί­μενων, τα οποία αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι των ακο­λουθιών. Χρησιμοποιούνται ως μαθήματα (προφητείες, ανα­γνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, περικοπές από το ευαγ­γέλιο και τις επιστολές), ως ύμνοι (άσματα από την Παλαιά Διαθήκη, το Μεγαλυνάριο στην Παναγία, ο ύμνος του Συμε­ών κ.λπ.), και ως ψαλμωδία. Το Ψαλτήρι είναι το κατεξοχή λειτουργικό βιβλίο. Οι ψαλμοί, είτε ολόκληροι είτε σε στίχους και ομάδες στίχων (προκείμενα), διαποτίζουν τις ακολουθίες και αποτελούν, πράγματι, τη σημαντικότερη έκφραση της λει­τουργικής προσευχής. Οι πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγ­γραφείς γνώριζαν το ψαλτήρι απ' έξω και το θεωρούσαν ως τη θεόπνευστη έκφραση όλης της λατρείας.
2. Υπάρχουν, επιπλέον, βιβλικές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται αυτούσιες στη Λειτουργία, είτε με την ε­βραϊκή μορφή τους είτε μεταφρασμένες. Οι σημαντικότερες είναι: «Αμήν»: «γενηθήτω, ας γίνει». Αυτή η λέξη δηλώνει την αναγνώριση και αποδοχή από το λαό του Θεού της πραγμα­τικότητας, της αλήθειας, της δύναμης, όλων εκείνων που έχει κάνει ο Θεός και συνεχίζει να κάνει. Κάθε ευχή, κάθε εκφώ­νηση και λειτουργική πράξη «σφραγίζεται» από αυτό το αμήν του λαού. Θα μπορούσαμε δε να ισχυριστούμε ότι Χρι­στιανός είναι αυτός που έχει το δικαίωμα να λέει αμήν, να λαμβάνει δηλαδή και να οικειοποιείται αυτό που ο Θεός του δίνει μέσω της Εκκλησίας.
«Αλληλούια»: σε ελεύθερη μετάφραση «ο Θεός είναι εδώ, δοξάστε τον!» - μια χαρούμενη αναφώνηση εκείνων που βλέπουν και βιώνουν την παρουσία του Θεού· μια από τις βασικές λέξεις της Λειτουργίας, επειδή αποκαλύπτει την ίδια τη φύση της λατρείας, που σκοπό έχει να μας φέρνει στην παρουσία του Θεού.
«Ευλογημένη...». Η βασική βιβλική μορφή λατρείας, που χρησιμοποιείται σε όλη τη Λειτουργία ως έναρξη και άνοιγ­μα της. Μ' αυτή διακηρύσσουμε ότι ο Θεός και ο θρίαμβος του θελήματος και του σκοπού του είναι οι έσχατοι στόχοι όλων των επιθυμιών μας, η αφετηρία της λατρείας μας.
Σ' αυτή την κατηγορία ανήκουν λειτουργικές εκφράσεις του είδους «Άγιος, άγιος, άγιος....», «Θεός Κύριος και έπέφανεν ήμΐν...», και πολλές άλλες που στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσαν έκφραση της προσδοκίας του Ισραήλ για λύ­τρωση και οι οποίες τώρα αποκαλύπτουν την πίστη της Εκ­κλησίας ότι στον Χριστό βρήκαν την εκπλήρωση τους όλες οι ελπίδες και οι προφητείες.
3. Τέλος, όλοι οι ύμνοι και οι ευχές που χρησιμοποιούνται στη Λειτουργία είναι γεμάτοι από εικόνες, σύμβολα και εκ­φράσεις που λαμβάνονται από τη Βίβλο και που απαιτούν τη γνώση των γραφών για την κατανόηση τους. Όταν η Θεοτόκος συγκρίνεται, π.χ., με την «καιόμενη αλλά ού κατακαιόμενη βάτο», με το θυμιατό, το ναό, το όρος κ.λπ., όλες αυτές οι αναφορές απαιτούν τη γνώση όχι μόνο του ιστορικού πε­ριεχομένου των γραφών αλλά επίσης του θεολογικού και συμ­βολικού νοήματος τους. Όροι ή έννοιες όπως «φως», «σκό­τος», «πρωί», «ημέρα Κυρίου», ή τα σύμβολα του νερού, του ελαίου, του κρασιού κ.λπ. - για να κατανοήσουμε πλήρως τη λειτουργική χρήση τους - πρέπει να τους εξετάσουμε μέσα από τη σημασία που έχουν στη Βίβλο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το κείμενο αυτό  βρέθηκε μπροστά μου σε ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου Λειτουργία και Ζωή από τις εκδόσεις  Αρμός.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου



Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα παραλείπετε ο λόγος για τον οποίο ο Ιησούς λέει αυτή την παραβολή. Τον παραθέτω εδώ  λίγο πριν την ανάγνωση της παραβολής Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην·
Η αγιογράφηση της παραβολής είναι από τον ιερό ναό Αγίας Παρασκευής και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Νέας Σμύρνης. 
Κυριακή ΙΣΤ' Λουκά
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο Κεφ. 18,  10 - 14
9 Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· 10 ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης·12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
η απόδοσή τους στην νεοελληνικά
Είπεν ο Κύριος αύτη την παραβολή. Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο Ναό για να προσευχηθούν ο ένας ήταν Φαρισαΐος και ο άλλος ήταν τελώνης. Ο Φαρισαΐος στάθηκε και προσευχόταν στον εαυτό του με αυτά τα λόγια: «Θεέ μου, σε ευχαριστώ, γιατί εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, πού είναι κλέφτες, άδικοι, άτιμοι ή και σαν αυτόν τον τελώνη, νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, δίνω το ένα δέκατο απ' όλα τα εισοδήματα μου». Και ο τελώνης στεκόταν από μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, μόνο χτυπούσε στο στήθος του και έλεγε: «Θεέ μου, συγχώρεσε με τον αμαρτωλό». Σας λέγω πώς αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρεμένος παρά ο άλλος. Γιατί όποιος υπερηφανεύεται θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνεται θα ανυψωθεί.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Αναγνώσεις Τριωδίου

033020c
Η ανάγνωση του Τριωδίου αρχίζει το Σάββατο το απόγευμα μέσα στην ακολουθία του Εσπερινού. Λειτουργικά και πρακτικά το Τριώδιο αρχίζουμε να το διαβάζουμε μετά την ακολουθία της Θ΄ Ώρας και σε αυτή την μικρή ακολουθία η οποία αναγιγνώσκετε στο νάρθηκα θα ήθελα να σταματήσω για λίγο.


Το μικρό ωρολόγιο είναι ένα βιβλίο το οποίο σαν σελιδοδείκτης μας βοηθάει να εισέλθουμε λειτουργικά στις ώρες της μέρας μας. Τις ώρες της μέρας μας που τώρα πια δεν είναι μόνο ώρες δικές μας. Είναι οι ώρες και ο χρόνος της Εκκλησίας. Το γράφω αυτό γιατί είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως με την βάπτιση μας αποτελούμε μέλη του Σώματος του Χριστού.


Και ο Χρόνος είναι Αυτός. Μόνο αναγνωρίζοντας Αυτόν ως τον χρόνο μας μπορεί κάποιος να αποδεχθεί στη ζωή του Αυτόν που είναι η Ζωή. Οι ακολουθίες των Ωρών φέρνουν στη μνήμη μας το αντικείμενο της μνήμης[i] μας που είναι Αυτός.


Ώρα Θ΄ και είναι η ώρα που για τα μάτια του κόσμου, για τα μάτια όλων αυτών που εισέρχονται στο νάρθηκα και παραμένουν σε αυτόν ο Ιησούς «πεθαίνει»


Ο εν τη ενάτη ώρα δι' ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος, νέκρωσον της σαρκός ημών το φρόνημα, Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς.


Όσοι από εμάς έχουν εισέλθει λειτουργικά σε νάρθηκες ναών είναι εύκολο να φανταστούμε τον χώρο στον οποίο ο αναγνώστης διαβάζει την ακολουθία της Θ΄ ώρας. Για την ώρα ας αρκεστούμε σε αυτά που η αναζήτηση μας στο διαδίκτυο μπορεί να μας αποκαλύψει.


Θ΄ ώρα είναι η ώρα που τα μάτια των μαθητών βλέπουν τον Κύριο Τους να πεθαίνει πάνω στον σταυρό. Είναι η ώρα που για τα μάτια του κόσμου η ιστορία με αυτό τον λαοπλάνο έχει τελειώσει. Το μυστήριο του θανάτου της Ζωής είναι το αφετηριακό για την είσοδο μας στον κυρίος ναό, στο σώμα της Εκκλησίας. Το μυστήριο Του δικού Του θανάτου είναι αυτό που μπορεί να νοηματοδοτίσει την δική μας ζωή.


Ο νάρθηκας με τον χαμηλό φωτισμό του, με τα λιγοστά καντηλάκια είναι τύπος του κόσμου και του θανάτου, του κόσμου ως δυνατότητα να στραφούμε προς Αυτόν ή να απομακρυνθούμε από Αυτόν. Σε αυτό τον νάρθηκα απαρνιόμαστε το πνεύμα του κόσμου, σε αυτόν βαφτιζόμαστε και από αυτόν εισερχόμαστε όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά στην βασιλεία Του.


Το άνοιγμα του Τριωδίου λειτουργικά θα μπορούσε να μας βρει όλους εκεί στο νάρθηκα, κατηχούμενους και μυσταγωγούμενους στη Ζωή και το Πάθος Του. Με το τέλος της ακολουθίας της Θ΄ ώρας ο ιερές επιτρέπει στο βλέμμα μας να εισέλθει στον κυρίως ναό τραβώντας την κουρτίνα ή την βήλα από την κεντρική πύλη εισόδου στον κυρίως ναό.


Και αυτή η είσοδος μας πάντα μα πάντα θα πρέπει να είναι συνειδητή, η βήλα η κουρτίνα αυτή το καταπέτασμα που μας εμποδίζει να δούμε με τις αισθήσεις μας, να κατανοήσουμε με την λογική μας και με την καρδία μας είναι πρώτα από όλα πνευματική και εσωτερική και μπορεί να την άνοιξη μόνο η μετάνοια, ο ναός /το σώμα μας, οι αισθήσεις/ ο νάρθηκας, ο κυρίως ναός /ο νους και το ιερό / καρδία μας.


Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα· ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ' ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.
Καὶ νῦν... Θεοτοκίον
Ἦχος ὁ αὐτὸς
Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε· αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταῖς σαῖς πρεσβείαις ῥῦσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.
Εἶτα, Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἦχος πλ. β'
Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως· ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυῒδ βοῶ σοι· Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.


Ώρα Θ΄ και πάντα μα πάντα αυτή την ώρα είναι επιτρεπτό σε εμάς τους βαπτησμένους να εισέλθουμε από το νάρθηκα στον κυρίως ναό. Στους ναούς τον μεγαλουπόλεων ο νάρθηκας δεν υπάρχει πια για να αισθητοποιεί την αδυναμία μας να εισέλθουμε στη βασιλεία Του. Δεν υπάρχουν και οι κατηχούμενοι, και για τον λόγο αυτό τα λειτουργικά κείμενα της εκκλησία μας είναι ένας δυναμίτης για την πνευματικότητα μας.


Ο νάρθηκας είναι το πρώτα από τα τρία μέρη του ναού που συναντάμε με την είσοδο μας από την δυτική πύλη.  Ένα χώρο στον οποίο η εκκλησία ως κοινότητα έχει προβλέψει κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του ναού να είναι αρκετός για να φιλοξενήσει τους κατηχούμενους. Στις μέρες μας αυτός ο χώρος δεν υφίσταται δεν λειτουργείται κατηχητικά. Ασφαλώς εξαιρέσεις υπάρχουν δεν είναι ο κανόνας όμως. Δεν είναι η μέριμνα και η φροντίδα της εκκλησίας μας στραμμένη στο νάρθηκα, πια. Για τον λόγο αυτό οι αναγνώσεις του Τριωδίου θέλοντας και μη αποκτούν λειτουργικά έναν άλλο σκοπό, να μας ελέγξουν πνευματικά για την ακαρπία μας. Την πνευματική μας αναπηρία να εξέλθουμε από την επτασφράγιστη ψυχική μας αιχμαλωσία μέσα στην εκκλησία στην χώρα του άλλου/Άλλου. Την αδυναμία μας να ακούσουμε την φωνή Του Αναστημένου Ιησού να μας λέει «πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν" (Ματθ. 28, 18 - 20)


Μπορεί να βρισκόμαστε λοιπόν για χρόνια μέσα στην Εκκλησία, να μετέχουμε στα μυστήρια, να εκφράζουμε λόγο «πνευματικό» και να βρισκόμαστε ακόμα στο νάρθηκα, στον κόσμο των αισθήσεων και την θεραπεία τους. Σαν άλλοι φαρισαίοι να καυχόμαστε για τα έργα μας και τις πράξεις μας αδιαφορώντας ή κατακρίνοντας τον Άλλον.





[i] Η μνήμη δόθηκε στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία του ώστε να μπορεί μέσω αυτής να έχει συνεχή μνήμη του Θεού και να ενώνεται μ’ Αυτόν μόνιμα και δια του νού και δια της καρδιάς.

το Τριώδιο… ένα λειτουργικό βιβλίο



211709-Light_the_Way_by_Moonbeam13
ΤΡΙΩΔΙΟ*
Όμως το βιβλίο που προκαλεί στον πιστό την ποθητή κατάνυξη, αυτό που, μάλιστα, αποκαλείται και Κατανυκτικόν, είναι τοΤριώδιο. Με τους γλυκύτατους ύμνους του παίρνει την πέτρινη, τη σκληρή καρδιά μας και, συντρίβοντάς την πάνω στο διαμάντι της ταπείνωσης, διαβρέχοντάς την με τα δάκρυα της μετάνοιας, την οδηγεί στην κατάσταση εκείνη που μας επιτρέπει ν' ανοίξουμε χωρίς επιφυλάξεις τον εαυτό μας στη φωτολουσία της θείας Χάρης. Νύξη είναι το τσίμπημα, κατάνυξη το πολλαπλό τσίμπημα που μας συντρομάσσει και μας αφυπνίζει από το λήθαργο και την αποχαύνωση της αμαρτίας, μας κεντρίζει το ενδιαφέρον, συνδαυλίζει και παροξύνει την έγνοια μας για σωτηρία. Η παρακολούθηση, στη λατρεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, των ύμνων του Τριωδίου είναι -- αποδείχτηκε στη χιλιόχρονη χρήση του -- ένα κι ένα γι' αυτή την απαραίτητη στη ζωή μας λυτρωτική κίνηση. Ιδού ένα πρώτο δείγμα:

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα·
ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμα μου
πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου,
ναὸν φέρον τοῦ σώματος
ὅλον ἐσπιλωμένον.
Ἀλλ' ὡς οἰκτίρμων κάθαρον,
εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει.



Αλλά, θα θυμάστε, βέβαια, πως με τη λέξη Τριώδιο ονομάζουμε συνήθως μια συγκεκριμένη περίοδο του εορτολογικού έτους, και είναι μάλλον αυτή η χρήση που είναι η πιο γνωστή. Πράγματι, από το όνομα του βιβλίου που χρησιμοποιείται για δέκα εβδομάδες το χρόνο στις ασματικές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας πήρε τ' ονομά της και η περίοδος της προετοιμασίας για το Πάσχα, και ιδίως οι τρεις πρώτες εβδομάδες αυτής της περιόδου, από την Κυριακή του Τελώνη ώς την Κυριακή της Τυρινής. Ωστόσο, και το βιβλίο τ' όνομά του δεν το πήρε αυθαίρετα. Ας εξετάσουμε την προέλευση του όρου αναλυτικά. Από τον 8ο αιώνα που εγκαταλείφθηκε η συνήθεια των υμνογράφων να συνθέτουν κοντάκια, άρχισε να ανθίζει μια νέα ποιητική μορφή που ονομάστηκε κανόνας· πρόκειται για ποιήματα ως επί το πλείστον λυρικά, δηλαδή εκφραστικά συναισθημάτων, πολύστροφα, αποτελούνται συνήθως από σαράντα περίπου στροφές χωρισμένες σε ομάδες των πέντε. Κάθε ομάδα υμνεί και μια πτυχή του θέματος του ποιήματος, αφορμώμενη από το θέμα μιας από τις εννέα βιβλικές Ωδές. (Ανάμεσα στα πεζά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης συναντούμε οκτώ μεμονωμένα τραγούδια: το θριαμβικό του Μωυσή μετά τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας, το θρηνητικό του ίδιου λίγο πριν το θάνατό του, την προσευχή της μητέρας του Προφήτη Σαμουήλ, την προσευχή του Προφήτη Αββακούμ, την προσευχή του Προφήτη Ησαΐα, την προσευχή του Προφήτη Ιωνά, την προσευχή των Τριών Παίδων και το δοξολογικό ύμνο των ιδίων. Επίσης στο Κατά Λουκάν ιερό Ευαγγέλιο καταγράφεται ο ευχαριστήριος ύμνος της Θεοτόκου για το θαύμα της σύλληψης του Υιού του Θεού στη μήτρα της.) Οι βιβλικές, λοιπόν, Ωδές αποτελούν τη βάση της έμπνευσης των ποιητών των κανόνων, γιαυτό και οι ολοκληρωμένοι κανόνες περιέχουν εννιά ομάδες ύμνων, τροπαρίων (λέγονται τροπάρια επειδή τρέπονται προς, ακολουθούν τη μελωδία ενός ειρμού, πρότυπου ύμνου που προηγείται), δηλαδή εννιά Ωδές. Πολύ συχνά η δεύτερη, ως υπερβολικά θρηνητική, παραλείπεται και οι πλείστοι κανόνες αποτελούνται από οκτώ Ωδές. Στο πέρασμα του καιρού εμφανίστηκε ένας νεοτερισμός. Ο ποιητής Κοσμάς, συγκεκριμένα, επινόησε μια νέα μορφή κανόνα με τρεις μόνο Ωδές, μορφή που άρεσε ιδιαίτερα στους Στουδίτες, τους υμνογράφους μοναχούς της Μονής Στουδίου της Κωνσταντινούπολης. Ο Κοσμάς και οι Στουδίτες πλούτισαν τις Ακολουθίες της πριν το Πάσχα περιόδου με τριώδια, κι όταν οι συλλογές εκδόθηκαν, τα πρωτότυπα αυτά ποιήματα έδωσαν τ' όνομά τους στα βιβλία. Συνοψίζοντας, λοιπόν, ξεκαθαρίζουμε πως τριώδιο ονομάζουμε [α] είδος εκκλησιαστικού ποιήματος, και [β] το υμνολογικό βιβλίο που περιέχει τέτοια ποιήματα, και [γ] την εορτολογική περίοδο κατά την οποία χρησιμοποιείται αυτό το βιβλίο, ιδίως τις τρεις πρώτες εβδομάδες της.
Ας γυρίσουμε, όμως, στο λειτουργικό βιβλίο που είναι το θέμα μας. Εκτός από τους ιδιόρρυθμους κανόνες, το Τριώδιο συγκεντρώνει νεότερο, αλλά και αρχαιότατο υμνογραφικό υλικό θαυμαστής ποικιλίας και εκλεκτής θεολογικής και καλλιτεχνικής ποιότητας, κατανεμημένο δυσανάλογα στις Ακολουθίες της περιόδου που καλύπτει. Δηλαδή, ένα μικρό μέρος προσφέρεται στους πιστούς τις τρεις πρώτες, προανακρουσματικές εβδομάδες, η ποσότητα αυξάνεται στις μέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κορυφούμενη στο Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης, ένα εκτεταμένο (227 τροπάρια) μεγαλόπνοο ποίημα, καί το πλείστο και εξαιρετικότερο μέρος είναι αφιερωμένο στις Ακολουθίες, τους Όρθρους ιδίως, της Μεγάλης Εβδομάδας. Όλοι μένουμε εκστατικοί μπροστά στον υπέροχο πλούτο των ύμνων των ημερών που μας ποδηγετούν κάθε χρόνο από το Πάθος στην Ανάσταση, έργα εμπνευσμένων υμνογράφων, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει η μοναχή Κασσιανή, που στόχο τους έχουν να υπηρετήσουν το σκοπό της ιερής περιόδου, την προπαρασκευή μας για το Πάσχα.
Κλείνοντας παραθέτουμε ένα ιδιόμελο στιχηρό των Αίνων του Όρθρου της Μεγάλης Τρίτης, που υπομνηματίζει με λυρισμό την ευαγγελική περικοπή των Δέκα Παρθένων η οποία είναι ορισμένη να αναγιγνώσκεται αυθημερόν:


Ὁ τῇ ψυχῆς ραθυμίᾳ νυστάξας
οὐ κέκτημαι, νυμφίε Χριστέ,
καιομένην λαμπάδα τὴν ἐξ ἀρετῶν·
καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς
ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ρεμβόμενος.
Τὰ σπλάγχνα τῶν οἰκτιρμῶν σου
μὴ κλείσῃς μοι, δέσποτα·
ἀλλ' ἐκτινάξας μου τὸν ζοφερὸν ὕπνον,
ἐξανάστησον,
καὶ ταῖς φρονίμοις συνεισάγαγε παρθένοις
εἰς νυμφῶνα τὸν σὸν,
ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων
καὶ βοώντων ἀπαύστως·
Κύριε, δόξα σοι.

---------------------------------------------------------------------------------
το κείμενο προέρχεται από το θαυμάσιο ιστολόγιο υφαντό

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

17 Ιανουαρίου

DSCN0341
Εἰς τὴν Λιτήν, Στιχηρὰ Ἰδιόμελα.
Ἦχος β'
Τοῦ Στουδίτου
Ἀσκητικὸν γυμνάσιον, συγκροτήσας ἐπὶ γῆς, Ὅσιε Ἀντώνιε, τὰς τῶν παθῶν προσβολὰς ἐν τῇ ῥοῇ τῶν δακρύων σου, πάσας ἀπήμβλυνας, καὶ κλῖμαξ θεία καὶ σεπτή, εἰς οὐρανοὺς ἀνάγουσα, τοῖς πᾶσιν ἐγνωρίσθη, ὁ θεόληπτος βίος σου· εὐσεβείας γὰρ καρπούς, ἐν αὐτῷ ἐνδειξάμενος, ἰατρεύεις δι᾿ αὐτῶν, τὰς ἀσθενείας τῶν παθῶν, τῶν πιστῶς ἐκβοώντων σοι· Χαίροις τῆς Ἑῴας ἀστὴρ χρυσαυγέστατε, καὶ τῶν Μοναζόντων λαμπαδοῦχε καὶ ποιμήν. Χαίροις ἀοίδιμε, τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀκράδαντον ἔρεισμα. Χαίροις τῶν πλανωμένων, ὁ μέγας ὁδηγός· Χαίροις τὸ ἡμέτερον καύχημα, καὶ τῆς οἰκουμένης φαιδρὸν ἀγαλλίαμα.

StAnthony
ΒΙΟΣ*
Σύμφωνα μέ τόν «Βίο τοῦ Ἀντωνίου», ποῦ ἔγραψε ὅ Ἀθανάσιος, καί ἄλλες δευτερεύουσες πηγές ὅ Ά. γεννήθηκε τό 250/1 στήν κωμόπολη Κομά τῆς Μέσης Αἰγύπτου, τήν σημερινή Qeman-el-Arous. Οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν πλούσιοι, χριστιανοί καί ἀπαίδευτοι, πώς ἔμεινε καί ὅ ἴδιος. Ό Ά. ἦταν βαθιά θρησκευτική φύση κι ἔμαθε ἀπό στήθους τήν Γραφή, ἀκούοντας τήν. Περί τό 271, ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, ἐπηρεασμένος ἀπό τήν ὀρφάνια, ἄκουσε τό Μάτθ. 19,21 καί πούλησε ἤ χάρισε τά ὑπάρχοντά του. Ἀμέσως ἄρχισε τήν ἀσκητική του ζωή, πρῶτα ἔξω ἀπό τό σπίτι του κι ἔπειτα ἔξω ἀπό τό χωριό του. Τότε ζήτησε τίς συμβουλές γηραιοῦ ἀσκητῆ τῆς περιοχῆς, ἀπό τόν ὅποιο καρπώθηκε πνευματική πείρα καί πρακτική ἀσκήσεως. Προσευχόταν, ἀσκήτευε αὐστηρά, ἐργαζόταν γιά τόν ἐπιούσιο, ἐπισκεπτόταν καί ἄκουε καί ἄλλους ἀσκητές, ποῦ ζοῦσαν λίγο ἔξω ἀπό τίς πόλεις τους, καί γιά ἕνα διάστημα κατοίκησε σέ παλαιό τάφο, ὅπου γνώρισε τόν πιό φοβερό πόλεμο τῶν δαιμόνων.
Τό 285, σέ ἡλικία 35 ἐτῶν, προηγμένος καί ὥριμος πνευματικά, ὅ Ά. ἀποφάσισε (παρά τίς ἀντίθετες συμβουλές ἄλλων ἀσκητῶν) γιά μεγαλύτερο «τόνο ἀσκήσεως» νά ἀναχωρήσει γιά τήν μακρινή ἔρημο, ὅπου δέν θά ἦταν εὔκολη ἤ δυνατή ἤ ἐπικοινωνία μέ ἀνθρώπους. Ἔτσι ἐγκαινιάστηκε ὅ καθαυτό ὑποχωρητικός βίος στήν Ἐκκλησία. Πέρασε λοιπόν τόν Νεῖλο, βάδισε πρός τόν κόλπο τοῦ Σουέζ, ἔφθασε στήν ἔρημο Πισπίρ κι ἐγκλείστηκε στά ἐρείπια παλαιοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖ ἔζησε γιά 20 χρόνια μέ πολύ αὐστηρή ἄσκηση καί χωρίς νά βλέπει ἀνθρώπους. Ἤ φήμη τοῦ ἔγκλειστου ἀναχωρητῆ ἁπλώθηκε πολύ καί ἄρχισαν νά τόν πολιορκοῦν, ζητώντας τοῦ συμβουλές καί θεραπεῖες. Στίς παρακλήσεις ὑπέκυψε περί τό 305/7. Τότε ἄρχισε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Δέχτηκε μάλιστα νά στήσουν μερικοί ἀσκητές καλύβες στήν κοντινή περιοχή καί νά ἀσκοῦνται μέ τήν καθοδήγησή του. Αὐτοί πλήθυναν πολύ καί εἶχαν ἀββᾶ τόν Ά., ποῦ τούς δίδασκε ὄχι μόνο ἰδιαιτέρως ἄλλα καί στίς συγκεντρώσεις τους. Ἔτσι ὅ Ά. ἔγινε πολίτης τῆς ἔρημου.
Τό 311, στόν μεγάλο διωγμό τοῦ Μαξιμίνου, αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά συμπαρασταθεῖ στούς χριστιανούς. Πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια κι ἐκδήλωσε ἐπιθυμία νά μαρτυρήσει, χωρίς ἀποτέλεσμα. Τότε βοήθησε κι ἐνίσχυσε τούς ὁμολογητές χριστιανούς καί τό 312, ὅταν ἔπαυσε ὅ διωγμός, ἐπανῆλθε στήν ἔρημό του Πισπίρ. Τά γεγονότα τόν βοήθησαν νά συνειδητοποιήσει, αὐτός πρῶτος, ὅτι ὅπως γιά τόν ὁμολογητή τῆς πίστεως ἔσχατη θυσία εἶναι τό μαρτύριο, ἔτσι γιά τόν ἀσκητή ἔσχατη θυσία εἶναι τό «μαρτύριο τῆς συνειδήσεως», ὅ ἔντονος δήλ. πνευματικός ἀγώνας. Χάριν αὐτοῦ κι ἐπειδή ἀφόρητα πυκνές ἐπισκέψεις τοῦ διέκοπταν τήν προσευχή καί τήν ἡσυχία, ἀναζήτησε πιό ἀπρόσιτη ἔρημη τοποθεσία. "Ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ Ὀοίζουιτι, 30 μίλια περίπου ἀπό τόν Νεῖλο. "Ἔστησε τήν καλύβα του κι ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση καί τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καλλιεργώντας τήν γῆ γιά τόν ἐπιούσιο. Πάλι ὅμως ὑπέκυψε στίς παρακλήσεις τῶν ἀναχωρητῶν καί κάθε 15 ἤ 20 ἥμερές τους ἐπισκεπτόταν στό Πισπίρ, γιά νά τούς κατευθύνει καί νά τούς νουθετεῖ, ἀλλά χωρίς νά τούς ἐπιτρέπει νά τόν ἀκολουθοῦν ἔπειτα στήν ἀπόλυτη ἐρημιά του. "Ἔγινε ὅμως καί αὐτό, 15 χρόνια πρίν τόν θάνατό του. Οἱ μοναχοί Μακάριος καί Ἄμαθας ἦρθαν κι ἔμειναν κοντά του, ὅταν ὅ ἄββας ἦταν πιά 90 ἐτῶν.
Τό 354/5, ἕνα χρόνο πρίν τήν κοίμησή του, ἐπισκέφτηκε τήν Ἀλεξάνδρεια γιά νά βοηθήσει τήν Ἐκκλησία καί τόν φίλο του Ἀθανάσιο στόν ἀγώνα κατά τῆς ἀρειανικῆς αἱρέσεως. Ἤ παρουσία τοῦ πολυφημισμένου (γιά τίς ἀρετές, τά θαύματα, τίς θεραπεῖες, τό προορατικό χάρισμα καί τήν ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων) ἀναχωρητή καί ἄββα ἐντυπωσίασε βαθιά κι ἐπηρέασε πολύ. Στήριξε τούς ὀρθοδόξους, ἐπανέφερε πλανημένους στήν Ἐκκλησία καί μετέστρεψε πολλούς ἐθνικούς στόν χριστιανισμό.
Στόν μακροχρόνιο βίο τοῦ ὅ Ά. σχετίστηκε μέ ἄνδρες ποῦ ἔπαιξαν σπουδαῖο ρόλο στήν ἐποχή τους, ὅπως ὅ Μ. Ἀθανάσιος, ὅ Σεραπίων Θμούεως, ὅ Δίδυμος Τυφλός, ὅ ἐπιβήτορας τοῦ ἀλεξανδρινοῦ θρόνου Γρηγόριος, ὅ ὅσιος Ἴλαριων, ὅ Παῦλος Ἐρημίτης, ὅ Μακάριος Αἰγύπτιος, ὅ Ἄμμουν Νιτριώτης καί πολλοί φιλοσοφοῦντες. Ἀκόμα καί οἱ αὐτοκράτορες Μ. Κωνσταντῖνος, Κωνστάντιος καί Κώνστας ἐπιδίωξαν τήν γνωριμία του, τήν φιλία του, τίς συμβουλές του καί τίς εὐχές του.
Μετά τήν ἐπίσκεψη τῆς Ἀλεξάνδρειας ὅ Ά. ἐπανῆλθε στήν ἔρημο καί βρῆκε τούς μοναχούς του Πισπίρ, στούς ὁποίους ἄφησε τίς τελευταῖες του νουθεσίες καί εὐλογίες. Προβλέποντας τόν θάνατο τοῦ σύντομα, πῆρε μαζί τους δύο ὑποτακτικούς του κι ἔφυγαν γιά τό ἐρημητήριό του. Ἐκεῖ τους ἐπέβαλε νά μή φανερώσουν τόν τόπο τῆς ταφῆς του, ἄφησε ἐντολή νά δώσουν τήν μία του μηλωτή (τρίχινο ράσο) στόν Μ. Ἀθανάσιο καί τήν ἄλλη στόν Σεραπίωνα Θμούεως καί εἶπε τούς λόγους: «καί λοιπόν σώζεσθε, τέκνα· ὅ γάρ Ἀντώνιος μεταβαίνει καί οὐκέτι μεθ’ ὑμῶν ἐστίν» (91). Λίγο ἀργότερα «ἰλαρῶ τό προσώπω ἐξέλιπε» (92), κατά τήν παράδοση στίς 17 Ἰανουαρίου τοῦ 356, ἥμερα ποῦ τιμᾶται ἤ μνήμη του.
``````````````````````````````````````````````````````````
* ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ Β΄ σελ.187-189

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Εάν αγάπη για το Θεό σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μου…

neilos1
Εάν αγάπη για το Θεό σημαίνει έξοδο από τον εαυτό μου, οι πρώτοι που θα συναντήσω βγαίνοντας, είναι οι αδερφοί μου. Πια είναι η στάση μου απέναντι τους; Πια τα συναισθήματα μου για αυτούς; Μέχρι ποιού σημείου είμαι διατεθειμένος να έρθω σε αληθινή, βαθειά και πέρα για πέρα ανθρώπινη κοινωνία μ’ αυτούς;


Διαβάζω αυτές τις λίγες γραμμές στο βιβλίο του π. Ευσέβιου Βίττη «ΕΙΣ ΥΨΟΣ ΝΟΗΤΟΝ» … και υπογραμμίζω … υπογραμμίζω τα λάθη και τις αστοχίες μου.
Αυτό το μικρό απόσπασμα είναι πνευματικός οδηγός και σκέφτηκα να το αναρτήσω προβληματιζόμενος ταυτόχρονα που το συναντάω σε ένα κείμενο το οποίο μας μιλάει για την προσευχή. Να όμως που μια φράση μέσα σε αυτό το κείμενο είναι δυναμίτης πνευματικός για όσους νομίζουν πως προσεύχονται …

Γι' αυτό και το πρώτο βήμα εξόδου του ανθρώπου προς το Θεό δεν γίνεται στο κενό, άλλα στην περιοχή του συνανθρώπου του. Ό πρώτος, πού συναντά κανένας στην ανάβαση του προς τα μυστικά ύψη είναι ο διπλανός του. Ή συνάντηση αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι αναγκαία. Τόσο αναγκαία ως προς τον συμπλησιασμό του συνανθρώπου, ώστε χωρίς αυτόν και χωρίς την ανακάλυψη του διπλανού, χωρίς τη ρύθμιση των σχέσεων μαζί του δεν υπάρχει προσευχή. Ή προσευχή, πού τυχόν κάνουμε, είναι τότε φενάκη και όχι προσευχή.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αρχιμ.ΕΥΣΕΒΙΟΥ Ν.ΒΙΤΤΗ “ ΕΙΣ ΥΨΟΣ ΝΟΗΤΟΝ…” λόγος περί προσευχής του Αγίου Νείλου του Ασκητού σελ. 157-158. Έκδοση Γ΄ . Αποστολικής Διακονίας Της Εκκλησίας Της Ελλάδος

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010

Δεν είναι αρκετό να γεννηθεί στις καρδιές μας ο Ιησούς…

 
452px-RozdestvoHristovo_RublevBlagSoborMK
Δεν είναι αρκετό να γεννηθεί στις καρδιές μας ο Ιησούς. Δεν αρκεί η προετοιμασία που κάναμε για τον ερχομό Του. Δεν είναι ούτε πολλά ούτε λίγα τα χρόνια που μεγαλώνουμε κοντά Του, αν Αυτός δεν μεγαλώνει μέσα μας, (Λουκ Κεφ. 2,40). Δεν είναι αρκετά τα πολλά και μπορεί να αρκούν μόνο λίγες ανάσες για να μία Θεοφάνεια.
Kreschenie_RublevBlagSoborMK

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email