Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Άγιος Brendan (Μπρένταν) ο πλοηγός


Άγιος Brendan (Μπρένταν) ο πλοηγός 

29 Νοέμβριος  

Ο πατέρας μας άγιος Brendan γεννήθηκε γύρω στο 484 μέσα σε μια Ιρλανδική οικογένεια κοντά στη σημερινή πόλη του Tralee, στην Κομητεία Kerry, στην Ιρλανδία. Σε πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε την εκπαίδευση του στην ιεροσύνη και σπούδασε υπό την καθοδήγηση της αγίας Ita στο Killeedy. Αργότερα ολοκλήρωσε τις σπουδές του υπό τον άγιο Erc, ο οποίος τον χειροτόνησε το 512. 
Κατά τη διάρκεια των επόμενων 20 χρόνων της ζωής του, ο άγιος Brendan έπλευσε γύρω από όλα τα νησιά που κυκλώνουν την Ιρλανδία, διαδίδοντας τον λόγο του Θεού και ιδρύοντας το ένα μοναστήρι μετά το άλλο. Το ποιο αξιοσημείωτο από αυτά είναι το Clonfert στο Galway, το οποίο ίδρυσε γύρω στο 557 και το οποίο άντεξε μέχρι το 1600. Ο άγιος Brendan κοιμήθηκε γύρω στο 578 και η εορτή του είναι στις 16 Μαΐου. 
Το πρώτο ταξίδι του Brendan τον οδήγησε στα Νησιά Arran, όπου ίδρυσε ένα μοναστήρι και σε πολλά άλλα νησιά τα οποία απλά επισκέφτηκε, συμπεριλαμβανομένου του νησιού Hynba της Σκωτίας όπου λέγεται πως συνάντησε τον άγιο Columba. Σε αυτό το ταξίδι ταξίδεψε και στην Ουαλία και τελικά στην Βρετάνη στην βορειότερη ακτή της Γαλλίας. 
Το γεγονός για το οποίο τιμούν περισσότερο τον άγιο Brendan, είναι το ταξίδι του στην «Γη της Επαγγελίας». Κάποια στιγμή στα πρώτα του ταξίδια, ο άγιος Brendan άκουσε από έναν άλλο μοναχό την ιστορία για μια γη μακριά στη δύση, η οποία όπως υποστήριζαν οι Ιρλανδοί ήταν μια γη αφθονίας. 

 

Αυτός και μια μικρή ομάδα μοναχών που περιλάμβανε, πιθανόν, τον άγιο Machutus νήστεψαν για 40 ημέρες και έπειτα έπλευσαν για αυτή τη γη προκειμένου να ερευνήσουν και να φέρουν στην αληθινή πίστη τους ντόπιους κατοίκους. Όλο το ταξίδι διήρκησε εφτά χρόνια. 
Τον ένατο αιώνα, ένας Ιρλανδός μοναχός έγραψε μια καταγραφή για το ταξίδι με το όνομα «Το Ταξίδι του αγίου Brendan» (Navigatio Sancti Brendani). Αυτό το βιβλίο παρέμεινε ιδιαίτερα γνωστό όλο το Μεσαίωνα και έκανε τον Brendan γνωστό σαν πλοηγό. 

Η καταγραφή χαρακτηρίζεται από μεγάλη λογοτεχνική ελευθερία και περιέχει αναφορές στην κόλαση όπως «φοβεροί δαίμονες εξαπέλυαν κομμάτια από φλεγόμενη λάβα από ένα νησί με ποτάμια από χρυσή φωτιά» και «μεγάλους κρυστάλλινους πυλώνες». Πολλοί σήμερα πιστεύουν πως αυτές είναι αναφορές στις δραστηριότητες των ηφαιστείων γύρω από την Ισλανδία και στα παγόβουνα. 
Μόλις έφτασαν στον προορισμό τους, συνάντησαν έναν οδηγό ο οποίος τους οδήγησε γύρω από εκείνη τη γη. Πήγαν στην ενδοχώρα όμως τους απέτρεψε να πάνε μακρύτερα ένα μεγάλο ποτάμι. Σύντομα μετά από αυτό, ο άγιος Brendan και οι σύντροφοι του έπλευσαν πίσω στην Ιρλανδία. Μόνο λίγοι επιβίωσαν σε αυτό το ταξίδι. 
Στην σύγχρονη εποχή η ιστορία θεωρήθηκε σαν προϊόν φαντασίας, όμως το 1970 ένας άντρας ονόματι Tim Severin ενθουσιάστηκε από την ιστορία και αποφάσισε να κάνει το ταξίδι του αγίου Brendan. Ο Severin έφτιαξε μια βάρκα από δέρμα και ξύλο βελανιδιάς ακριβώς σαν εκείνη που περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο. Τα δέρματα ράφτηκαν μεταξύ τους πάνω σε ένα λυγισμένο πλαίσιο από στάχτες ξύλου και οι ραφές σφραγίστηκαν με ζωικό λίπος. Με μια ομάδα εθελοντών έπλευσε για την Αμερική και έφτασε στην νέα γη. Το ταξίδι του καταγράφεται στο έργο «Το Ταξίδι του Brendan: Πέρα από τον Ατλαντικό μέσα σε μια Δερμάτινη Βάρκα». 

Άγιος Σατουρνίνος, πρώτος Επίσκοπος Τουλούζης


Άγιος Σατουρνίνος, πρώτος Επίσκοπος Τουλούζης. 
29 Νοεμβρίου.  
Ο Άγιος Σατουρνίνος (επονομαζόμενος επίσης Σερνίνος), ελληνικής και ευγενούς καταγωγής, ήταν ένας από τους επτά ιεραποστόλους που εστάλησαν από τη Ρώμη για να ευαγγελίσουν τη Γαλατία, επί Δεκίου το 250. Όταν οι Άγιοι έφτασαν στην Αρελάτη, στον Σατουρνίνο ανατέθηκαν οι περιοχές του Λανγκεντόκ, της Γασκώνης (νοτιοδυτική Γαλλία) και η Ισπανική μεθόριος. Μετά τις μεγάλρς επιτυχίες που είχε το κήρυγμά του, ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληροκαρδία των ειδωλολατρών της Καρκασόν και φυλακίσθηκε. Ελευθερώθηκε με την παρέμβαση ενός Αγγέλου και συνέχισε την αποστολή του προς την Τουλούζη, όπου συνάντησε ψυχές πιο ευεπίφορες στον λόγο του Θεού και ίδρυσε εκεί ένα ναό. Θεράπευε αρρώστους και λεπρούς με το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ενέπνεε με τα λόγια του φλογερή αγάπη για τον Θεό στους ακροατές του. Εν συνεχεία, αφήνοντας τον Άγιο Πάπυλο να συνεχίσει το έργο του, προχώρησε στην Ισπανία και κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Παμπλόνα και στο Τολέδο. 
Επιστρέφοντας στην Τουλούζη μετά το μαρτύριο του Αγίου Παπύλου, ο Άγιος επίσκοπος ακτινοβολούσε σε τέτοιο βαθμό τη Χάρη του Θεού, που τα είδωλα έπαυσαν να δίνους τους απατηλούς χρησμούς τους και σιώπησαν, παρά τις ικεσίες και τις θυσίες των οπαδών τους. Οι ειδωλολάτρες λοιπόν είχαν απελπιστεί και ετοιμάζονταν να θυσιάσουν έναν ταύρο στο Καπιτώλιο, όταν έτυχε να περάσει από εκεί ο Σατουρνίνος πηγαίνοντας σε μια Λειτουργία. Κάποιος από το πλήθος τον αναγνώρισε και φώναξε: 
«Ιδού ο εχθρός της θρησκείας μας, ο αρχηγός του νέου δόγματος, αυτός που διδάσκει ότι πρέπει να καταστρέψουμε τους ναούς μας, αυτός που καταδικάζει τους θεούς μας αποκαλώντας τους δαίμονες, αυτός που με την παρουσία του μας εμποδίζει να λάβουμε τις απαντήσεις όπως άλλοτε. Ας εκδικηθούμε την προσβολή απέναντί μας και απέναντι στους θεούς μας. Να τον αναγκάσουμε να θυσιάσει για να εξευμενίσει τους θεούς, ειδαλλιώς να πεθάνει για να τους ευχαριστήσει με τον θάνατό του!».
Ενώ οι σύντροφοί του τράπηκαν σε φυγή, ο Σατουρνίνος, παραμένοντας γαλήνιος, απάντησε: 
«Δεν γνωρίζω παρά τον μόνο και αληθινό Θεό. Πως θα μπορούσα λοιπόν να φοβηθώ τους φανταστικούς θεούς σας, την ώρα που αυτοί οι ίδιοι τρέμουν εμένα;» 
Με τα λόγια αυτά του επισκόπου, η αναταραχή στο πλήθος μεγάλωσε. Άρπαξαν τον Σατουρνίνο, και με ένα χοντρό σχοινί τον έδεσαν από τα πόδια πίσω από τον άγριο ταύρο, ο οποίος βιαίως κεντριζόμενος, όρμησε μαινόμενος έξω από τον ναό. Το κεφάλι του μάρτυρος συντρίφθηκε αμέσως και τα μυαλά του σκόρπισαν στη γη. Το ζώο συνέχισε την ξέφρενη πορεία του στους δρόμους της πόλεως κομματιάζοντας το σώμα του Αγίου, μέχρι που έσπασε το σχοινί σε ένα μέρος όπου αργότερα κτίσθηκε ναός προς τιμήν του. 
Περιφρονώντας τον κίνδυνο, δύο φτωχές γυναίκες ήλθαν λίγο αργότερα στον τόπο του μαρτυρίου, πήραν το σώμα του Αγίου Σατουρνίνου, το εναπόθεσαν σε ξύλινο κιβώτιο και το έθαψαν εκεί κοντά. Στους αιώνες που ακολούθησαν, πλήθος προσκυνητών έρχονταν στον τάφο του Αποστόλου της Τουλούζης, πάνω στον οποίο είχε ανεγερθεί μεγάλη βασιλική, και η φήμη του απλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, εξαιτίας των θαυμάτων που γίνονταν εκεί. Στη Γαλλία, πολλά μέρη φέρουν ακόμη το όνομά του.  
 
Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Τόμος 3ος (Νοέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Όσιος Πιτυρούν


Όσιος Πιτυρούν. 
29 Νοεμβρίου.

Τῇ σῇ θελήσει πρὸς σὲ χωρεῖ Χριστέ μου,
σῶν Πιτυροῦν ἐργάτης θελημάτων.

Ο Όσιος Πιτυρούν έκανε μαθητής του Μεγάλου Αντωνίου [17 Ιανουαρίου] και πήρε από τις αρετές και τα χαρίσματα εκείνου, η δε εγκράτεια του εικονίζεται κατά τον αυστηρότατο ασκητισμό. Πολλές φορές έμεινε νηστικός εντελώς, χωρίς καθόλου να ζημιωθεί η υγεία του ή να ελαττωθεί η πνευματική αντοχή του και η προθυμία του. Συχνά έλεγαν οι μοναχοί για οράματα, που εμφανίζονταν σ' αυτούς οι δαίμονες. Εκείνος τότε έλεγε: «εγώ φοβάμαι περισσότερα τα δαιμόνια, πού φωλιάζουν την υπερηφάνεια, τη φιλαργυρία, τη φιληδονία και άλλα παρόμοια πάθη. Αυτά είναι τα πιο επικίνδυνα δαιμόνια και πρέπει μεγάλη προσοχή προς αυτά». Ο όσιος Πιτυρούν απεβίωσε ειρηνικά.

Βίος Αγίου Φιλουμένου

 

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟ εδώ 

Βίος Αγίου Φιλουμένου (1913-1979)

Ο Άγιος Φιλούμενος, κατά κόσμον Σοφοκλής Ορουντιώτης, ήταν γέννημα και θρέμμα της αγιοτόκου νήσου Κύπρου. Γεννήθηκε στις 15 του Οκτώβρη του έτους 1913 στην ενορία του Αγίου Σάββα στη Λευκωσία. Η καταγωγή του όμως ήταν από το χωριό της επισκοπής Μόρφου, Ορούντα. Γόνος ευλαβών γονέων -του Γεωργίου και της Μαγδαληνής Χασάπη- και «υποτακτικός» της ευλογημένης γιαγιάς του Αλεξάνδρας, ο Άγιος Φιλούμενος μυήθηκε από πολύ νωρίς σ’ ένα μοναχικό τυπικό ζωής. 
Παιδιόθεν έμαθε να προσεύχεται, να νηστεύει, να εκκλησιάζεται και να μελετά την Αγία Γραφή και τα συναξάρια με τους βίους των Αγίων. Ιδιαίτερα του άρεσε να διαβάζει το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου, του οποίου η βιοτή τόσο τον είχε θέλξει, ώστε άναψε μέσα του έντονη η επιθυμία να αναχωρήσει εκ του κόσμου για να ζήσει την κατά Θεό μοναχική ζωή. 
Έτσι, το Καλοκαίρι του 1927 εγκατέλειψε, μαζί με τον αδελφό του Αλέξανδρο (τον μετέπειτα ιερομόναχο Ελπίδιο), το πατρικό του σπίτι και πήγε στο Σταυροβούνι όπου παρέμεινε για 5 χρόνια υποτασσόμενος «εν παντί» στον τότε ηγούμενο, μοναχό Βαρνάβα. 
Το 1934 -Θεού τη νεύση- αναχώρησε, μαζί με τον αδελφό του, από τη Μονή του Σταυροβουνιού και μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να εγγραφεί στο Γυμνάσιο του εκεί Πατριαρχείου. Στον τρίτο χρόνο φοίτησής του στο Γυμνάσιο εκάρη μοναχός, από τον τότε Πατριάρχη Τιμόθεο Θέμελη και λίγους μήνες μετά χειροτονήθηκε διάκονος. Το 1943 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έξι χρόνια αργότερα έλαβε και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη. 
Αποφοιτώντας από τη Σχολή του Πατριαρχείου ο Άγιος Φιλούμενος, παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα όπου υπηρέτησε, ως μέλος της Αγιοταφικής αδελφότητας, για 45 συνεχή χρόνια. Σ’ αυτά τα χρόνια διορίστηκε ως ηγούμενος σε διάφορα προσκυνήματα -στην Τιβεριάδα, στην Ιόππη, στη Μονή του Αρχαγγέλου, στη Ραμάλλα, στον Αββά Θεοδόσιο, στον Προφήτη Ηλία, στο Φρέαρ του Ιακώβ- απ’ όπου διακόνησε με πολλή αγάπη και πόνο το εκάστοτε ποίμνιό του. 
Ο κόσμος, και κυρίως οι απλοί άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόταν καθημερινά, στηρίζοντάς τους πνευματικά και υλικά, τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Πολλοί μάλιστα τον ευλαβούνταν από τον καιρό που ήταν εν ζωή, αφού από πολύ νωρίς απέκτησε τη φήμη ενός εξαιρετικού ιερομονάχου και πνευματικού. 
Η ζωή του ήταν απλή και ταπεινή -σύμφωνη, όσο ήταν δυνατόν, με το αυστηρό μοναχικό τυπικό που ως παρακαταθήκη παρέλαβε από τους πρώτους πνευματικούς του πατέρες στο Σταυροβούνι. Ο ίδιος ήταν πολύ αυστηρός νηστευτής -συνήθως έτρωγε ελάχιστα και χωρίς να έχει απαιτήσεις για το είδος του φαγητού. Το ίδιο αυστηρός ήταν και στο θέμα της προσευχής και της τέλεσης των ακολουθιών (Στις ακολουθίες ήθελε το τυπικό και η εκκλησιαστική τάξη να τηρείται με πολλή ακρίβεια). 
Αγαπούσε τη μελέτη -γι’ αυτό και ήταν καλά καταρτισμένος θεολογικά- και του άρεσε να διηγείται κομμάτια από τα βιβλία που διάβαζε στους προσκυνητές που τον επισκέπτονταν. Πολλές φορές του είχαν προτείνει να φύγει από τα Ιεροσόλυμα για να σπουδάσει και επιστρέφοντας να ανεβεί σε μια ψηλότερη εκκλησιαστική τάξη. Ο Άγιος όμως πάντοτε αρνιόταν, αφού η μόνη του φιλοδοξία ήταν να αντιπροσωπεύει καλά το Μοναστήρι στα ηγουμενεία που διοριζόταν, όντας ένας σωστός μοναχός. 
Το τελευταίο προσκύνημα στο οποίο διορίστηκε ήταν στο Φρέαρ του Ιακώβ. Εκεί είχε να αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες γιατί συχνά τον επισκέπτονταν φανατικοί Σιωνιστές απαιτώντας να αφαιρέσει τις εικόνες και το Σταυρό από το ναό. Πολλές φορές μάλιστα τον απειλούσαν ότι θα τον σκότωναν αν δεν έφευγε από το προσκύνημα, αλλά αυτός είχε πάρει την απόφαση να παραμείνει εκεί ό,τι και αν συνέβαινε. 
Το απόγευμα της 29ης Νοεμβρίου του 1979, μέρα που η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου μάρτυρος Φιλουμένου -του εν Αγκύρα μαρτυρήσαντος εν έτη 270- «άγνωστοι» εισήλθαν στο Φρέαρ του Ιακώβ και επιτέθηκαν στον Άγιο. Τον σκότωσαν κτυπώντας τον με τσεκούρι στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια. Στη συνέχεια βεβήλωσαν την εκκλησία, ενώ φεύγοντας έριξαν και μια χειροβομβίδα καταστρέφοντας το χώρο σχεδόν ολοσχερώς. 
Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε για νεκροψία στο Τελ Αβίβ και παρόλο που οι αρχές το έδωσαν στους πατέρες του Πατριαρχείου μετά από 5 μέρες, δεν παρουσίαζε νεκρική ακαμψία αλλά ήταν μαλακό και ευλύγιστο σαν να ήταν εν ζωή. 
Η κηδεία έγινε στο ναό της Αγίας Θέκλας (στις 4 Δεκεμβρίου του 1979), παρόντων των Αγιοταφιτών πατέρων, συγγενών του Αγίου και πλήθους κόσμου, όχι μόνο ορθοδόξων αλλά και ετεροδόξων και μουσουλμάνων. Λίγο αργότερα έγινε και η ταφή του μάρτυρος στο κοιμητήριο της Αγιοταφικής αδελφότητας στην Αγία Σιών.

Τέσσερα περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Αγίου Φιλουμένου, στις 30 Νοεμβρίου του 1983, πάρθηκε η απόφαση από το Πατριαρχείο να γίνει η ανακομιδή των οστών του. Όσοι ήταν παρόντες όμως βρέθηκαν μπροστά σε ένα θαυμαστό γεγονός: όταν ανοίχτηκε ο τάφος το σώμα του μάρτυρος ήταν άφθορο και ευωδιάζων, ως άνωθεν επισφράγιση της ένταξής του «εν σκηναίς Αγίων». Στη συνέχεια ξανακλείστηκε ο τάφος και άνοιξε ξανά στις 26 Δεκεμβρίου του 1984. Το σκήνωμά του Αγίου βρέθηκε και πάλι να ευωδιάζει και να διατηρεί μερική αφθαρσία. Τότε, οι Αγιοταφίτες το τοποθέτησαν στο Ιερό Βήμα του ναού της Αγίας Σιών. Στις μέρες μας έχει ολοκληρωθεί στον τόπο μαρτυρίου του Αγίου περικαλλής τρίκλιτος ναός, του οποίου το ένα κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Φιλούμενο. Εκεί μεταφέρθηκε το 2008 και το σκήνωμά του. Σ’ αυτό προστρέχουν και πολλοί που ευλαβούνται τον Άγιο -όχι μόνο ορθόδοξοι αλλά και άραβες ακόμη και ετερόδοξοι- ζητώντας τις προς τον Κύριο πρεσβείες του. Στις 29 Νοεμβρίου του 2009 έχει γίνει από τη Σύνοδο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων η επίσημη Αγιοκατάταξη του Αγίου.

Πηγή: 
«Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Φιλούμενος ο Κύπριος», έκδ. Ιεράς Μονής Αγίου Νικολάου Ορούντας, Ορούντα - Κύπρος 2007.

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

Άγιος Βασόλος ο Ερημίτης στο Verzy της Γαλλίας


Άγιος Βασόλος ο Ερημίτης στο Verzy της Γαλλίας.  
26 Νοεμβρίου. 
Ο Άγιος Βασόλος γεννήθηκε το 555 μ.Χ. κοντά στην Λιμόζ. Εκάρη μοναχός κοντα στο Verzy και έζησε ως ερημίτης για 40 χρόνια σε ένα λόφο κοντά στη Ρημών (Ρεμς). Ο Άγιος μετά από πολλούς αγώνες, νηστεία, προσευχή και επιτελώντας πολλά θαύματα σε όσους ζητούσαν τη βοήθειά του, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό το 620 μ.Χ.

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2023

Όσιος Γεώργιος εκ Ροσσάνο της Καλαβρίας


Όσιος Γεώργιος εκ Ροσσάνο της Καλαβρίας, μαθητής του Οσίου Νείλου του Νέου του Καλαβρού. 
 24 Νοεμβρίου.

Όταν κάποτε ο Όσιος Νείλος έστειλε τον μαθητή του Άγιο Στέφανο στο Ροσσάνο [26 Σεπτεμβρίου] για να αγοράσει μία περγαμηνή, αυτός επέστρεψε συνοδευόμενος από ένα ηλικιωμένο άνδρα, ο οποίος ήταν ένας από τους μεγάλους άνδρες της πόλεως. Το όνομά του ήταν Γεώργιος. 
Αυτός είπε στον Όσιο πως επιθυμεί να γίνει μοναχός εξ’ αιτίας ενός οράματος που είχε δει, όπου ο Κύριος του υπέδειξε να πάει στον Όσιο Νείλο να τον κείρει μοναχό. Ο Όσιος είπε στον άνθρωπο να πάει σε κοινόβιο, όπου θα βρει ανάπαυση ψυχής και σώματος. Την επόμενη Κυριακή μάλιστα τον οδήγησε στο κοινοβιακό μοναστήρι του Καστελάνου, για να τον αφήσει εκεί, μα ο Γεώργιος δεν αποδέχθηκε αυτό το γεγονός, λέγοντας στον Όσιο πως δεν είναι σωστό αυτό που κάνει, καθ' ότι εκεί πού πηγαίνει ο δάσκαλος, εκεί πρέπει να πηγαίνει και ο μαθητής του. Έτσι επέστρεψαν μαζί στο σπήλαιο. Εκεί, ο Γεώργιος αφηγήθηκε ολόκληρη τη ζωή του, αναφέροντας στον Όσιο πως έχει γνωρίσει εξ’ ίσου την αφθονία και την υστέρηση και πως ούτε η νηστεία ούτε η εργασία τον τρομάζουν, καθ' ότι τα έχει γνωρίσει και τα δύο, κατά τη διάρκεια των πολλών ταξιδιών του ανά τον κόσμο. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μία βαθιά πνευματική σχέση, και ο Γεώργιος προοδευτικά αποδέχεται την τραχιά και ασκητική ζωή που διάγει ο Όσιος Νείλος.


Ακολουθεί ο θάνατος του Γεωργίου και ο Βίος, αφού σημειώνει πως εξελίχθηκε σε τέλειο μοναχό, τον υμνεί για την υπακοή, τη νέκρωση, τον ασκητισμό και την καταφρόνηση του ιδίου θελήματος, που όλα συνιστούν πραγματικά μαρτυρική ζωή.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής - Επιστολή στον Πατριάρχη Νικηφόρο



Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης ὁ Ὁμολογητής 
 Επιστολή στον Πατριάρχη Νικηφόρο 
Χρησιμοποιώντας το ασήμαντο γραμματάκι μας σαν προπέτασμα, από ντροπή του αγγέλου της μακαριότητος σου, παρουσιάζουμε τούς εαυτούς μας εμείς οι ταπεινοί στην ιερότατη κορυφή της από ανάγκη. Ήδη προς το παρόν μας ανέφερε ο σύνδουλος και μαθητής μας Ιωάννης ότι όταν αξιώθηκε να προσκυνήσει τη σε-βασμιότητα σου, άκουσε από αυτήν κάποια παράξενα απευκταία πράγματα. Είπε δηλαδή ότι διασπάτε την Εκκλησία. Πόση λύπη φυσικό ήταν, μακαριότατε, να αισθανθεί η ψυχή μας γι’ αυτά; Πώς λοιπόν να μη απαντήσουμε απολογητικά στην αγιοσύνη σου και να μη επικυρώσουμε την κατηγορία με τη σιωπή μας; Εγώ όμως πριν από την απολογία θα αναφέρω επιπλέον με σεβασμό και τούτο, ότι δεν πρέπει να ανοίγουμε τα αυτιά στον καθένα πού θέλει να πει κάτι εναντίον κάποιου, ούτε και να εκφράζουμε τη γνώμη μας απερίσκεπτα για το συκοφαντούμενο πρόσωπο. Μήπως δηλαδή «ο νόμος σας», λέγει, «καταδικάζει τον άνθρωπο χωρίς προηγουμένως να ακούσει και να μάθει από αυτόν τι έκανε», ώστε να ακούσει η μακαριότητα σου αυτό το βαρύ και ελεεινό για την ευτέλεια μας; Γιατί τι μεγαλύτερο κακό υπάρχει από την απόσχιση της Εκκλησίας και από το να χάσει το πρόβατο τον αρχιποίμενα ή συμποίμενα; Υπάρχει δηλαδή, έστω και χωρίς να το αξίζουμε, δοσμένο και σε μας τούς αμαρτωλούς από τον ποιμένα Θεό χρίσμα και όνομα, τολμώ να πω, να προσάγουμε, να ανακρίνουμε και να νουθετούμε, άλλοτε ιδιαιτέρως, άλλοτε πάλι δημοσίως  σύμφωνα με τη διδασκαλία πού υπαγορεύεται από τον Κύριο, ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτόν μόνο, ή μαζί με άλλους δύο, κι έπειτα, εάν επιμένει, όπως λέγει ο ίδιος, τότε να τον θεωρείς ως εθνικό και τελώνη. Εμείς όμως μέχρι τώρα ούτε με απεσταλμένο, ούτε με αυτοπρόσωπη εξέταση ακούσαμε κάτι τέτοιο για την άγια σου ψυχή, ούτε και δεχθήκαμε κάποια υπόδειξη, ώστε έτσι να βγάλουμε απόφαση. Ας εξετάσει η τελειότητα σου, εάν προξενήθηκε λύπη στα τέκνα σου χωρίς να το αξίζουμε. 
Ας έρθουμε λοιπόν στην ίδια την απολογία, απολογούμενοι στον Θεό πού τα εποπτεύει όλα, και στην αρχιεροσύνη σου. Δεν είμαστε σχισματικοί άγια κορυφή της Εκκλησίας του Θεού, και είθε να μη το πάθουμε αυτό ποτέ. Αλλά, έστω και αν είμαστε ένοχοι για άλλα πολλά αμαρτήματα, όμως είμαστε ορθόδοξοι και τρόφιμοι της καθολικής Εκκλησίας απορρίπτοντας κάθε αίρεση, και αποδεχόμενοι κάθε οικουμενική και τοπική σύνοδο, και όχι μόνο, αλλά και τις κανονικές διατάξεις πού διατυπώθηκαν από αυτές. Ούτε ο ορθόδοξος βέβαια είναι τέλειος, αλλά κατά το ήμισυ, αυτός πού νομίζει ότι κρατά την ορθόδοξη πίστη, αλλά δεν ακολουθεί τούς θείους κανόνες. Και την μακαριότητα σου, όταν κατηγορήθηκε, την αποδεχθήκαμε, όπως απολογηθήκαμε ενώπιον σου, και από τότε και μέχρι τώρα κατά τη λειτουργία την μνημονεύουμε, όπως πρέπει. Και μάρτυρας ο Θεός, εάν και την ημέρα αυτή μας ζητούσε να μας κοινωνήσει, θα κοινωνούσαμε μαζί της χωρίς διάκριση, επειδή από την αρχή είναι σε μας αγαπητή. Για ποιο λόγο όμως διαδίδεται αυτό πού λέγεται για τον οικονόμο, τον όποιο καθήρεσε η ίδια η αλήθεια, επειδή παρέβη πολλούς κανόνες; Γιατί και πριν από τη φανερή μοιχεία, ενώ ο προηγούμενος βασιλιάς διέπραττε μοιχεία με διάφορα πρόσωπα, όχι μόνο λειτουργούσε και τον κοινωνούσε και έτρωγε μαζί του, αλλά ήταν και με το μέρος του, γι’ αυτό και έγινε ολοφάνερα πρόθυμος στην ασέλγεια, περιφρονώντας τον Θεό και τις θείες εντολές του. Και για να γίνει πιο φανερό αυτό πού λέμε, όχι προς διδασκαλία, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά μόνο προς υπενθύμιση, εάν εγκρίνει η μακαριότητα σας, ας εξετάσει εκ νέου αυτήν την ιερή μυσταγωγία του στεφανώματος και θα διαπιστώσει πόσο παροργισμός του άγιου Πνεύματος μπορεί να προξενηθεί από αυτά εξαιτίας αυτών των αντιφάσεων. Γιατί οπωσδήποτε όσα τελεί ο ιερεύς, αυτά υπόσχεται ότι τα επικυρώνει και ο Θεός, σύμφωνα με τον μέγα Διονύσιο. Γι’ αυτό ακριβώς παρακαλούμε την τελειότητά σου, αυτόν πού είναι καθηρημένος από τούς κανόνες και από τον προκάτοχο της αγιοσύνης σου, και εμποδίστηκε επί εννιά ολόκληρα χρόνια, να τον παύσει από την Ιερουργία στην όποια εισήλθε κατά παράλογο τρόπο. 
Ανοίξαμε βέβαια το ταπεινό στόμα μας τώρα, όταν κατηγορηθήκαμε. Γιατί, όταν είχε γίνει η μικρή εκείνη συνέλευση, και δεν ξέρω ποια να πω, μόλις είχα βγει από τη φυλακή, και επειδή έβλεπα συγκεντρωμένους εκείνους πού προηγουμένως είχαν αποδεχθεί τη μοιχεία να αποδέχονται τον νυμφευμένο μοιχό, θυμήθηκα εκείνο το προφητικό «Αυτός πού καταλαβαίνει, τον καιρό εκείνο θα σωπάσει, γιατί ο καιρός είναι πονηρός». Επειδή όμως ο ίδιος λέγει, «Σιώπησα, αλλά μήπως θα σιω­πώ πάντοτε;», γι’ αυτό στον κατάλληλο καιρό, όταν συκοφαντήθηκα, ανέφερα αυτά πού είχαν συμβεί, γιατί, όσο εξαρτιόταν από μένα, στα δύο αυτά χρόνια φυλάχτηκα με κάθε τρόπο, για να μη γίνει φανερή η υπόθεση, λέγοντας στον εαυτό μου το έξης· Αφού δεν είμαι επίσκοπος, ώστε να έχω το δικαίωμα να μπορώ να ελέγχω, μου είναι αρκετή η φυλακή μου και το να μη παίρνω μέρος στην κοινωνία εκείνου και αυτών πού εν γνώσει τους λειτουργούν μαζί του, μέχρι πού να εξαλειφθεί το σκάνδαλο .Αυτό λοιπόν παρακαλούμε και ικετεύουμε, να καμφθεί η άγια ψυχή σου και να παύσει τον άνδρα, για να μη κατηγορείται η άμεμπτη οσιότητα σου, ούτε να μολύνεται το θείο θυσιαστήριο με τη λειτουργία καθηρημένου, ούτε να είναι αιτία πολλών σχισμάτων. Γιατί, ας γνωρίζει η μακαριότητα σου ειλικρινά και καθαρά, ότι, αν δεν γίνει αυτό με τη συγκατάθεση της φιλόθεης ψυχής και των ευσεβέστατων και ένδοξων βασιλέ­ων μας (γιατί είναι ζηλωτές), όσων αφορά εμάς το πώς θα εκδηλωθεί η ένσταση μας είναι γνωστό στον Θεό, θα γίνει όμως μεγάλο σχίσμα στην Εκκλησία μας, με μάρτυρα τον Θεό και τούς εκλεκτούς αγγέλους. Αλλά δείξε το έλεος σου, συ ο καλός ποιμένας, βοήθησε συ ο επιστήμονας γιατρός την ποίμνη σου, τα πρόβατά σου, τις εκκλησίες σου, με τις μεθόδους της σοφίας σου, με τα λόγια της σύνεσης σου, με τα ιατρικά φάρμακο σου εμπόδισε το ένα πρόβατο μόνο από την ιερουργία, και κέρδισε όλα τα άλλα, για να μη μολυνθεί από την ψώρα του ενός η Εκκλησία «την όποια απέκτησε με το πολύτιμο αίμα του» ο Κύριος και Θεός μας.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ των νηπτικών πατέρων, 
Θεοδώρου Στουδίτου Επιστολές 18Β, σελ. 118-125 



Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Θεοφόρον Πατέρα ημών Ιάκωβον τον εν Ευβοία

Παρακλητικός Κανών εις τον Όσιον Θεοφόρον Πατέρα ημών Ιάκωβον τον εν Ευβοία
Ποίημα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Εδέσσης Ιωήλ

†Εορτάζεται στις 22 Νοεμβρίου

Εΰλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 
ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὂτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. Δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α´. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτοῦς.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ’. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἦχος δ΄. 
Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν θεοφόρον ἀσκητὴν τοῦ Ὑψίστου, τὸν ἐν Εὐβοίᾳ ἐν τοῖς χρόνοις τοῖς νέοις, ἀναδειχθέντα εἴπωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς,ἅγιε Ἰάκωβε μοναστῶν ποδηγέτα,πάσης περιστάσεως τὴν ἁγίαν Μονήν σου,καὶ τοὺς οἰκοῦντας πάντας ἐν αὐτῇ,ταῖς σαῖς πρεσβείαις,ἀεὶ διαφύλαττε.

Δόξα. Τὸ αὐτό. Καὶ νῦν. 
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι·εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,τίς ἡμᾶς ἐρρύσατο, ἐκ τοσούτων κινδύνων; τίς δὲ διεφύλαξεν,ἕως νῦν ἐλευθέρους;οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοῦ·σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις,ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν΄ (50) Ψαλμός.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Καὶ ὁ κανὼν οὗ ἡ ἀκροστιχὶς
«Πάτερ Ἰάκωβε δός μοι σὴν βοήθειαν. Ἰωήλ»

ᾨδὴ α΄. 
Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Παράσχου τὴν χάριν σου ἀφειδῶς,Ἰάκωβε πάτερ,τοῖς προστρέχουσιν εὐλαβῶς,τῇ θείᾳ Μονῇ σου ἐν Εὐβοίᾳ,καὶ προσκυνοῦσιν τὸν τάφον σου ἅγιε.

νύσας τὸν βίον ἀσκητικῶς,μετὰ τῶν ὁσίων,ἠριθμήθης ἐν οὐρανῷ,διὸ ταῖς ὀξείαις σου πρεσβείαις,τοῖς ἀλγουμένοις τὴν ἴασιν χἀρισαι.

Τὰ πάθη νικήσας ἐπὶ τῆς γῆς,ἐκτήσω θεόφρον,παῤῥησίαν ἐν οὐρανοῖς,διὸ τοὺς ἱκέτας σου ἐκ βλάβης,τοῦ πονηροῦ περιφρούρει Ἰάκωβε.

Θεοτοκίον
λπὶς ὀρθοδόξων χριστιανῶν,ὑπάρχουσα Μῆτερ,μὴ ἐλλείπῃς διηνεκῶς,τοὺς λύκους αἱρέσεων ποικίλων, διασκεδάζουσα θείᾳ δυνάμει σου.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
υπαρὰς ἁμαρτίας,καὶ τὰ πολλὰ σφάλματα,ἅπερ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν,ποιῶ ὡς ἄσωτος,πάτερ Ἰάκωβε,ἱκετηρίαις σου τάχει,πρὸς Χριστὸν διόρθωσον,ἀειμακάριστε.

ατρὸς δαιμονώντων,ἀναδειχθεὶς ἅγιε,ὥς ποτε ἐῤῥύσω τὸν νέον,ἐκ τοῦ ἀλάστορος·διὸ βοήθησον,τοὺς σὲ ὑμνοῦντας ἐνθέρμως,
ὅπως κατασπάσωσιν,ἐχθροῦ τοξεύματα.

πὸ πάσης ἀνάγκης,καὶ πειρασμῶν λύτρωσαι,τοὺς ἐνασκουμένους πατέρας,ποτὲ συνόντας σοι,τῆς θείας μάνδρας σου,ἐν τῇ Εὐβοίᾳ θεόφρον,σὺ γὰρ ὤφθης ἅγιε,αὐτῶν τὸ στήριγμα.

Θεοτοκίον
Κραταιὰ προστασία,καὶ ἀρωγὸς ἕτοιμος,τῶν καταφευγόντων μερόπων,τῇ θείᾳ σκέπῃ σου,Παρθένε φάνηθι,σὺ γὰρ φιλόστοργος μήτηρ, καὶ τροφὸς καὶ στήριγμα,ἁπάντων γέγονας.

Διάσωσον,ἀπὸ κινδύνων Ἰάκωβε θανασίμων,καὶ ἀνιάτων ἀσθενειῶν καὶ κακώσεων,τοὺς ἀνυμνοῦντας τὴν μνήμην σου θεοφόρε.

πίβλεψον,ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε,ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Ἡ Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
πὲρ τῆς Μονῆς,τῆς σῆς θεομακάριστε,πρεσβεύειν αεί,Χριστῷ τῷ Παντοκράτορι,μὴ παύσῃ ἱκεσίαις σου,ὡς ἡγούμενος ταύτης Ἰάκωβε, καὶ ποδηγὸς σοφὸς τῶν μοναστῶν,τῶν πόθῳ τιμώντων τὴν μνήμην σου.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
σπερ φύλαξ ἀήττητος,τοῦ ἀντικειμένου τὰ ἐνοχλήματα,διασκέδασον πρεσβείαις σου,ἀπὸ τῶν αἰτούντων σου βοήθειαν.

Βοηθὸς ἐν ταῖς θλίψεσι,τῶν ἀσθενειῶν μου γενοῦ Ἰάκωβε,σὺ γὰρ ἔχεις ἀνεπαίσχυντον,πάτερ παῤῥησίαν πρὸς τὸν Κύριον.

πομβρίαις χαρίτων σου,τῆς ψυχῆς φοβίας πάτερ Ἰάκωβε,μετασκεύασον δεόμεθα,πρὸς χαρὰν ἁπάντων τῶν αἰνούντων σε.

Θεοτοκίον
Δός μοι χάριν καὶ δύναμιν,ὅπως διαπλεύσω τὸ μέγα πέλαγος,Ἀειπάρθενε τοῦ βίου μου,καὶ εἰς πλάτος φθάσω παραδείσιον.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
λος τῷ Θεῷ,ἐκ παιδὸς ἀνατιθέμενος,τὴν νεότητα ὁδήγει ἀσφαλῶς,πρὸς τὴν τρίβον τοῦ Σωτῆρος ἀξιάγαστε.

Σώματος ἡμῶν,καὶ ψυχῆς τὰ ἀῤῥωστήματα,ἱκετεύομεν εὐχαῖς σου ἱεραῖς,ἰαθῆναι θεοκίνητε Ἰάκωβε.

Μνήσθητι ἡμῶν,τῶν σῶν φίλων ὦ Ἰάκωβε,καὶ παράσχου τὴν εἰρήνην λογισμῶν,τοῦ νοὸς ταῖς ἱκεσίαις σου πρὸς Κύριον.

Θεοτοκίον
πανσθενουργός,καὶ Δεσπότης πάσης κτίσεως,τὴν σὴν δέησιν ἀκούει εὐμενῶς·διὸ ζήτει ὑπὲρ πάντων τὰ σωτήρια.

ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
άτρευσας,προσευχαῖς σου ἅγιε,ἐπιτόκων γυναικῶν ἀσθενείας,καὶ ἐκ καρκίνου βαρέως ἐῤῥύσω,πολλοὺς ἀνθρώπους παμμάκαρ Ἰάκωβε· διὸ μὴ παύσῃ καὶ ἡμῶν,θεραπεύων ψυχῆς τὰ οἰδήματα.

Σοφίᾳ,τῇ ἱερᾷ κεκόσμησαι,ὁδηγήσας μοναζόντων χορείαν,πρὸς βιοτὴν τὴν λιτὴν καὶ ὁσίαν,καὶ ἀγαπήσας Χριστοῦ τὴν ταπείνωσιν·
διὸ κατάστειλον ταχύ,τοῦ νοός μου τὸν τύφον Ἰάκωβε.

δύτητα,σαρκικὴν ἀπέκρουσας,ἐγκρατείᾳ καὶ νηστείᾳ θεόφρον,καὶ ταῖς πυκναῖς προσευχαῖς σου ἀνῆλθες,εἰς κορυφὴν τῆς θεώσεως ἅγιε,
πρὸς ἣν κατεύθυνον ἡμᾶς,τοὺς φιλοῦντάς σε πάτερ Ἰάκωβε.

Θεοτοκίον
Νῦν Πάναγνε,Θεοτόκε Δέσποινα,ἱκετεύοντες οἱ δοῦλοί σου πάντες,τῶν στυγερῶν καὶ ἀτέγκτων δαιμόνων,τὴν κακουργίαν ταχέως διάλυσον·σὺ γὰρ τὴν κάραν τοῦ ἐχθροῦ,τῷ σῷ τόκῳ συνέτριψας τέλεον.

Διάσωσον,ἀπὸ κινδύνων Ἰάκωβε θανασίμων,καὶ ἀνιάτων ἀσθενειῶν καὶ κακώσεων,τοὺς ἀνυμνοῦντας τὴν μνήμην σου θεοφόρε.

πίβλεψον,ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε,ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν,καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
ς ἱερεὺς τοῦ Χριστοῦ ἐννομώτατος,καὶ ἀσκητὴς περιάκουστος ἅγιε,Μονὴν τὴν ἁγίαν σου φύλαττε,ἱκετηρίαις σου πάτερ Ἰάκωβε,
Δαυῒδ τοῦ ὁσίου διάδοχε.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.
Στίχ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.

Εὐαγγέλιον. 
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Κεφ. στ΄ 17 – 23).
Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔστη ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ.

Δόξα.
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός…
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
γιε Ἰάκωβε,τῶν μοναζόντων τὸ κλέος,τεῖνον χεῖρα ἅπασι,τοῖς προσερχομένοις τῇ θείᾳ μάνδρᾳ σου,ἐν πολλαῖς θλίψεσι,καὶ ποικίλαις νόσοις,καὶ παντοίοις παραπτώμασι,παρέχων ἴασιν,θάρσος καὶ χαρὰν ἀναφαίρετον,τοὺς δὲ ἐκ βλάβης πάσχοντας,τοῦ ἀντικειμένου θεράπευσον,ἵνα ἀνυμνῶσι,τὴν χάριν σου τὴν ἄμαχον σεμνέ,καὶ ἐγκαρδίως γεραίρωσι,τὰ πολλά σου θαύματα.

Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου…

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Βαρυνθεὶς ἀνομίαις,πολυφρόντιδος βίου,ὁ δυστυχὴς καὶ πτωχός,ὑψῶ τὰς δύο χεῖρας,ἱκετικῶς παμμάκαρ,πρὸ τῆς θείας εἰκόνος σου, καὶ ἀναμένω τὴν σήν,λαβεῖν ἐπικουρίαν.

πολλοὺς τῷ σῷ λόγῳ,καὶ σημείοις ἀῤῥήτοις,ὡς εὐσπλαγχνίας πατήρ,ἐν τῇ ζωῇ στηρίξας,καὶ μετὰ τὴν θανήν σου,θεοφόρε Ἰάκωβε,
κἀμὲ τὸν σὸν ὑμνητήν,ἀνάστησον πεσόντα.

μονή σου τυγχάνει,ὸ προπύργιον πάτερ,τῶν εὐσεβῶν κοσμικῶν,καὶ τῶν ἐνδεδυμένων,στολὴν τῶν μοναζόντων,οὓς συντήρει Ἰάκωβε, ἐν καθαρᾷ βιοτῇ,καὶ ὀρθοδόξῳ πίστει.

Θεοτοκίον
Θεοτόκε Παρθένε,ἡ τεκοῦσα ἀσπόρως τὸν πάντων Κύριον,δυσώπησον λιταῖς σου,αὐτὸν ὑπὲρ τῶν δούλων,τῶν ὑμνούντων τὴν χάριν σου, καὶ τὰ πολλά σου Ἁγνή,σημεῖα εὐγνωμόνως.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
πισταμένως,τοὺς ἐκζητοῦντας ἐν πόθῳ,παραμύθιον ἐν θλίψεσι παράσχου,Ἰάκωβε Εὐβοίας,ὁ φύλαξ καὶ προστάτης.

ασαι πάτερ,τὴν ἀσθενοῦσαν ψυχήν μου,ἐκ παθῶν ἡδονοφόρων καὶ αἰσχίστων,καὶ βοηθησόν μοι,ποιεῖν τὰ τοῦ Κυρίου.

πὸ τοῦ τύφου,τῶν πονηρῶν ἐννοιῶν μου,ταῖς λιταῖς σου πρὸς Χριστὸν ἀπάλλαξόν με,καὶ τῇ σῇ προνοίᾳ,πρὸς φῶς ὁδήγησόν με.

Θεοτοκίον
Νεῦσον ἐξ ὕψους,πρὸς τοὺς ἱκέτας σου Μῆτερ,καὶ ὁδήγησον αὐτοὺς πρὸς σωτηρίαν,ἵνα τοῦ Υἱοῦ σου,ἐντάλματα τηρῶσι.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
δεῖν ἐπιθυμοῦμεν,πρόσωπον Κυρίου,ταῖς σαῖς πρεσβείαις παμμάκαρ Ἰάκωβε,σὺ γὰρ οἰκήτωρ ὑπάρχεις,τῆς ἄνω πόλεως.

ς ἔχων παῤῥησίαν,πρέσβευε ἀπαύστως,ὑπὲρ τῆς μάνδρας σου πάτερ Ἰάκωβε,σὺν τῷ Δαυῒδ τῷ ὁσίῳ,Γέροντι πάντιμε.

Θεοτοκίον
Λιμὴν ἀπηλπισμένων,τῶν πιστῶν ἡ βάσις,καὶ στηριγμὸς τῶν πεσόντων ἐν παραπτώμασι,τῇ σῇ ὀξείᾳ δυνάμει,φάνηθι Δέσποινα.

ξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ· τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια,
Χαίροις Λιβισίου γόνος λαμπρός,καὶ Εὐβοίας πάσης,ὁ ἀκένωτος θησαυρός,χαίροις κοινοβίου Δαυῒδ τοῦ θεοφόρου,Ἰάκωβε ἡγῆτορ, καὶ μέγας ἔφορος.

Χαίροις ἀῤῥωστούντων θεραπευτής,τῶν πενήτων φίλος,καὶ πενθούντων ἀναψυχή,χαίροις τῶν στενόντων,ταῖς θλίψεσι τοῦ βίου, Ἰάκωβε θεόφρον,τὸ παραμύθιον.

φθης ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν,ἐν Εὐβοίᾳ πάτερ,τὸ ἀλάβαστρον ἀρετῶν,καὶ χαρίτων θείων,ταμεῖον πεπλησμένον,Ἰάκωβε παρέχον, πιστοῖς τὰ πρόσφορα.

Εἴληφας Ἰάκωβε ἱερέ,τῆς ἱερωσύνης,μέγα δῶρον ἀπὸ Θεοῦ,καὶ πολλοὺς πεσόντας,ἀνέστησας θεόφρον,τῷ θείῳ μυστηρίῳ, ἐξαγορεύσεως.

Γέγονας τὸ στήριγμα μοναχῶν,θεραπεύων τούτων,ἀῤῥωστήματα τῆς ψυχῆς,ὡς καὶ διανοίας,τῆς λογικῆς καθαίρων,σοφαῖς σου συμβουλίαις,πάτερ Ἰάκωβε.

Κόσμημα καὶ καύχημα ἱερόν,πάσης τῆς Ἑλλάδος,ἀνεδείχθης σεμνοπρεπῶς,ταῖς θαυματουργίαις,καὶ διδαχαῖς ἁγίαις,Ἰάκωβε ἀγγέλων, ὁ ὁμοδίαιτος.

Τάφον προσκυνοῦντές σου τὸν σεπτόν,χάριτας ποικίλας,ἀρυόμεθα ἐξ αὐτοῦ,σὺ γὰρ Παρακλήτου,Ἰάκωβε δοχεῖον,τὸ πάγχρυσον ἐφάνης,
θεοχαρίτωτε.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον
γιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα.

 

Ἦχος πλ. β΄.
λέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Καὶ Ἀπολυτίκιον ψαλλόμενον πρωτίστως ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τοῦ Ὁσίου Δαυΐδ.

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τῶν ὁσίων Πατέρων τὰ κατορθώματα,ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις ζηλώσας ἅγιε,ἀνεδείχθης μιμητὴς τούτων Ἰάκωβε,ἐν τῇ μάνδρᾳ τοῦ Δαυΐδ,τοῦ προστάτου σου σεμνέ,ποιμάνας ταύτην ἐνθέως,διὸ σὺν τούτῳ μὴ παύσῃ,ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ δεόμενος.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρόν.
Πάτερ διελθὼν τῶν πειρασμῶν,πέλαγος Ἰάκωβε μέγα,ἔφθασας ὅσιε,εἰς μονὰς τῆς χάριτος,τοῦ Παντοκράτορος,διὸ πρόφθασον ἅγιε, δεόμεθα πάντες,παῦσαι ταῖς πρεσβείαις σου,τοῦ πολεμήτορος,δόλον καὶ σπουδὴν καὶ μανίαν,κατὰ τῆς ἁγίας Μονῆς σου, προεστὼς γὰρ ταύτης ἐχρημάτισας.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὅ Θεός ἡμῶν έλέησον ἡμᾶς.
’Ἀμήν.

Όλα να αντιμετωπίζωνται μέσα στον γάμο με αγάπη, πραότητα, υπομονή.

 
Μην ακούσεις ποτέ τι λέει ο κόσμος. Μπαίνουν πειρασμοί. Άνθρωποι είμεθα. Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, πανουργίες, παγίδες. Όλα να αντιμετωπίζωνται μέσα στον γάμο με αγάπη, πραότητα, υπομονή. 
Πίστη στον Θεό και προσευχή και όλα θα πηγαίνουν κατά Θεόν. Μεταξύ σας (με τον σύζυγο) να υπάρχη κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας. Μην αφήνης κάτι μέσα σου, γιατί αυτό μετά θα σε πνίξη. Μην αφήνης τους λογισμούς να εμφωλεύουν μέσα σου, είναι όφεις. Η αγάπη όλα τα σκεπάζει. Με προσοχή, διάκριση, λεπτότητα και απέναντι στον κόσμο και μεταξύ σας. Αν έχετε κάτι μεταξύ σας, μην το λέτε σε τρίτους. Η προσοχή και η προσευχή όλα τα διορθώνουν, όλα τα κάνουν καλά. Να ζούμε με σωφροσύνη, νηστείες, αποχή σαρκικών επιθυμιών

Πηγή: (Από το βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος
Διηγήσεις-Νουθεσίες-Μαρτυρίες.)

Όσιος Λουκάς ο εν τω Μερκουρίω της Καλαβρίας


Όσιος Λουκάς ο εν τω Μερκουρίω της Καλαβρίας. αδελφός του Οσίου Φαντίνου του Νέου. 
 21 Νοεμβρίου.

Ο Όσιος Φαντίνος γεννήθηκε στην Καλαβρία το 902 μ.Χ. και οδηγήθηκε από τον πατέρα του, σε ηλικία 8 ετών, στον Άγιο Ηλία τον Σπηλαιώτη, ο οποίος σε ηλικία 16 ετών του αναθέτει διάφορα διακονήματα αφού τον ενέδυσε το μοναχικό σχήμα. Όταν ο Άγιος Ηλίας εκοιμήθη, ο Όσιος Φαντίνος αφιερώθηκε στην ερημική ζωή, για 18 χρόνια στην άγρια μοναστική περιοχή, ανάμεσα στη Λουκανία, την Καλαβρία και το Σιλέντο, το όρος Μερκούριον, διάγοντας μια ζωή έντονης ασκήσεως και κακοπάθειας. 
Εκείνη την εποχή ετοίμασε δύο ερημητήρια, το ένα για τη μητέρα και την αδελφή του, και το άλλο για τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο πρώτος του αδελφός Κοσμάς, ήταν ήδη μαθητής του Αγίου Ηλία του Σπηλαιώτου. Ο Όσιος Λουκάς που εορτάζει σήμερα, τοποθετήθηκε από τον Όσιο Φαντίνο οικονόμος των μοναχών, ώστε να μπορεί ο ίδιος να αφιερωθεί χωρίς περισπασμούς στην ησυχαστική ζωή. 
Ο Όσιος Λουκάς ακολούθησε αργότερα τον Άγιο Νείλο τον Καλαβρό στις περιπλανήσεις του στο Σιλέντο και μέχρι το μοναστήρι του Βαλλελούτσε (Valleluce) στο Μόντεκασσίνο (Montecassino) στην ηγουμενία του οποίου τοποθετήθηκε από τον ίδιο τον Άγιο Νείλο. 
Εκοιμήθη το 991 μ.Χ. και θάφτηκε στο νάρθηκα της εκκλησίας που ήταν αφιερωμένη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

Άγιος Πάτροκλος τῆς Bourges Γαλλίας


Άγιος Πάτροκλος τῆς Bourges Γαλλίας.  
19 Νοεμβρίου. 
Ο Άγιος Πάτροκλος γεννήθηκε το 496 μ.Χ. και ζούσε στο Berry της Γαλλίας. Ο Άγιος Γρηγόριος Τουρώνης στο βιβλίο του Historia Francorum αναφέρει ότι ο Άγιος Πάτροκλος έγινε ιερέας από νεαρή ηλικία. Έκανε μεγάλους ασκητικούς αγώνες τρώγοντας μόνο ψωμί, αλάτι και πίνοντας νερό με λίγο μέλι. Ζούσε μία ενάρετη ζωή με πολύ προσευχή και νηστεία, γι'αυτό ο Κύριος τον προίκισε με το ιαματικό χάρισμα. Παρέδωσε την Αγία του ψυχή το έτος 576 μ.Χ. σε ηλικία 80 ετών.

Ο όσιος Σίμων ο Καλαβρός


Ο όσιος Σίμων ο Καλαβρός

Ο όσιος Σίμων έζησε τον 10ο αιώνα. Ήταν μοναχός σε ένα μοναστήρι της Καλαβρίας, πιθανόν στο όρος Μερκούριον. Σε μια από τις συχνές επιδρομές τους, οι Σαρακηνοί συνέλαβαν μία ημέρα τρεις μοναχούς της μονής και έναν έφηβο και τους οδήγησαν στην Αφρική. Ο όσιος Σίμων στάλθηκε τότε από τον ηγούμενό του με αποστολή να εξαγοράσει τους αιχμαλώτους. 
Φθάνοντας στον προορισμό του, συνάντησε έναν από τους αδελφούς, από τον οποίο έμαθε ότι ήθελαν να τον εξαναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του. Ένας από τους βαρβάρους, βλέποντας τους δύο χριστιανούς να κουβεντιάζουν, όρμησε κατεπάνω του Σίμωνος κραδαίνοντας το ξίφος για να τον κτυπήσει, αλλά στη στιγμή το χέρι του παρέλυσε. 
Οι υπόλοιποι Σαρακηνοί τότε συνέλαβαν τον άγιο και τον οδήγησαν μπροστά στον δικαστή, κατηγορώντας τον για μαγεία. Όταν όμως, κάνοντας απλώς το σημείο του σταυρού, το χέρι του Σαρακηνού επανήλθε στη φυσιολογική κατάσταση, αναγκάσθηκαν όλοι να αναγνωρίσουν ότι ο άγιος ήταν ένας δούλος του Θεού. 
Ο Άραβας διοικητής τότε χάρισε την ελευθερία όχι μόνον στους αδελφούς του αγίου, αλλά και σε όλους τους χριστιανούς αιχμαλώτους της πόλεως και αρμάτωσε καράβι για να τους μεταφέρει σε χριστιανικά εδάφη.

Κατά το ταξίδι, ο άγιος οικοδόμησε σφόδρα τους ναύτες με τις νηστείες και τις αδιάλειπτες προσευχές του και πολλές φορές γλύκανε θαλασσινό νερό για να ξεδιψάσει τους επιβάτες.

Επιστρέφοντας στην Καλαβρία, τελείωσε τη ζωή του εν ειρήνη, κάνοντας και πολλά άλλα θαύματα προς δόξαν Θεού.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2023

Ιωάννης Χρυσόστομος - περὶ νηστείας



Ιωάννης Χρυσόστομος 
Τόμος 49 
Αμφιβαλλόμενα Νόθα τινά

Τοῦ αὐτοῦ ὁμιλία περὶ νηστείας καὶ εἰς τὸν προφήτην Ἰωνᾶν, καὶ ∆ανιὴλ,καὶ τοὺς τρεῖς παῖδας. Ἐλέχθη δὲ εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ἁγίων νηστειῶν. 
Ὁμιλία εʹ.

αʹ. Φαιδρὰ σήμερον ἡμῖν ἡ πανήγυρις, καὶ λαμπρότερος τοῦ συνήθους ὁ σύλλογος. Τί ποτε ἄρα τὸ αἴτιον; Νηστείας τὸ κατόρθωμα τοῦτο· οἶδα κἀγώ· νηστείας οὐχὶ παρούσης, ἀλλὰ προσδοκωμένης. Ἐκείνη γὰρ ἡμᾶς πρὸς τὸν πατρῷον συνήγαγεν οἶκον· ἐκείνη καὶ τοὺς πρὸ τού του ῥᾳθυμοτέρους, σήμερον πρὸς τὰς μητρικὰς ἐπανήγαγε χεῖρας. Εἰ δὲ καὶ προσδοκωμένη μόνον τοσαύτην ἡμῖν ἐνεποίησε σπουδὴν, φανεῖσα καὶ παραγενομένη πόσην ἐν ἡμῖν ἐργάσεται τὴν εὐλάβειαν; Οὕτω καὶ πόλις ἄρχοντος εἰσελαύνειν μέλλοντος φοβεροῦ, πᾶσαν ἀπο τίθεται ῥᾳθυμίαν, καὶ ἐν πλείονι καθίσταται τῇ σπουδῇ. Ἀλλὰ μὴ πτήξητε φοβερὸν ἄρχοντα τὴν νηστείαν ἀκούσαντες· οὐ γὰρ ἡμῖν ἐστι φοβερὰ, ἀλλὰ τῇ τῶν δαιμόνων φύσει.

Ἐὰν σεληνιαζόμενος ᾖ τις, δεῖξον αὐτῷ νηστείας πρόσωπον, καὶ τῶν λίθων αὐτῶν ἀκινητότερος μένει τῷ φόβῳ πηγνύμενος, καὶ καθάπερ δεσμῷ τινι κατεχόμενος, καὶ μάλιστα ὅταν ἴδῃ τῇ νηστείᾳ συμβεβλημένην τὴν ἀδελφὴν τῆς νηστείας καὶ ὁμόζυγον, τὴν εὐχήν. ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὁ Χριστός φησι· Τὸ γένος τοῦτο οὐκ ἐξέρχεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Ὅταν οὖν τοὺς πολεμίους τῆς σωτηρίας τῆς ἡμετέρας οὕτως ἐλαύνῃ, καὶ τοῖς ἐχθροῖς τῆς ζωῆς ἡμῶν οὕτως ᾖ φοβερὰ, φιλεῖν αὐτὴν καὶ ἀσπάζεσθαι, οὐχὶ δεδοικέναι χρή· εἰ γὰρ φοβεῖσθαι δεῖ μέθην καὶ ἀδηφαγίαν, οὐχὶ νηστείαν φοβεῖσθαι χρή. Ἐκείνη μὲν γὰρ ὀπίσω τὰς χεῖρας ἡμῶν δήσασα, τῇ τυραννίδι τῶν παθῶν, καθάπερ τινὶ δεσποίνῃ χαλεπῇ, δούλους καὶ αἰχμαλώτους ἐκδίδωσιν· ἡ δὲ νηστεία δουλεύοντας ἡμᾶς καὶ δεδεμένους εὑροῦσα, ἀνίησι τῶν δεσμῶν, ἀπαλλάττει τῆς τυραννίδος, καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ἐπανάγει τὴν προτέραν. Ὅταν οὖν καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν πολεμῇ, καὶ δουλείας ἀπαλλάττῃ, καὶ πρὸς ἐλευθερίαν ἐπανάγῃ, ποίαν ἑτέραν μείζονα ζητεῖς ἀπόδειξιν τῆς φίλιας αὐτοῦ, τῆς πρὸς τὸ γένος τὸ ἡμέτερον; Μεγίστη γὰρ φιλίας ἀπόδειξις εἶναι δοκεῖ τὸ τοὺς αὐτοὺς ἡμῖν φιλεῖν καὶ μισεῖν. Βούλει μαθεῖν, ὅσος κόσμος ἀνθρώποις ἡ νηστεία, ὅση φυλακὴ καὶ ἀσφάλεια; ἐννόησόν μοι τὸ μακάριον καὶ θαυμαστὸν τῶν μοναζόντων γένος. Οὗτοι γὰρ τοὺς ἐν μέσῳ θορύβους φυγόντες, καὶ πρὸς τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων ἀναδραμόντες, καὶ τὰς καλύβας ἐν τῇ τῆς ἐρημίας ἡσυχίᾳ, καθάπερ ἐν εὐδιεινῷ τινι λιμένι πηξάμενοι, ταύτην συνέμπορον καὶ συγκοινωνὸν τοῦ βίου παντὸς ἔλαβον. Τοιγαροῦν καὶ ἀγγέλους αὐτοὺς ἐξ ἀνθρώπων ἐποίησεν, οὐκ ἐκείνους δὲ μόνους, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν ὅσους ἂν εὕρῃ προσιεμένους αὐτὴν, πρὸς αὐτὸ τῆς φιλοσοφίας ἀνάγει τὸ ὕψος. Καὶ γὰρ Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας, οἱ πύργοι τῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ προφητῶν, καίτοι καὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων ὄντες λαμπροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ πολλὴν ἔχοντες παῤῥησίαν, ὅτε ἐβούλοντο προσελθεῖν τῷ Θεῷ καὶ διαλεχθῆναι, ὡς ἀνθρώπῳ δυνατὸν ἦν, πρὸς ταύτην κατέφυγον, καὶ διὰ τῶν ταύτης αὐτῷ προσεφέροντο χειρῶν. ∆ιὰ τοῦτο καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ποιῶν ἐξ ἀρχῆς, εὐθέως αὐτὸν ταῖς τῆς νηστείας φέρων παρακατέθετο χερσὶν, ὥσπερ φιλοστόργῳ μητρὶ καὶ ἀρίστῃ διδασκάλῳ τὴν ἐκείνου σωτηρίαν ἐγχειρίζων αὐτῇ. Τὸ γὰρ, Ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φάγεσθε· νηστείας εἶδός ἐστιν. Εἰ δὲ ἐν παραδείσῳ ἀναγκαία ἡ νηστεία, πολλῷ μᾶλλον ἐκτὸς τοῦ παραδείσου· εἰ πρὸ τῆς πληγῆς χρήσιμον τὸ φάρμακον, πολλῷ μᾶλλον μετὰ τὴν πληγήν· εἰ μηδέπω τοῦ πολέμου τῶν ἐπιθυμιῶν ἀναστάντος ἐπιτήδειον ἡμῖν τὸ ὅπλον ἦν, πολλῷ μᾶλλον μετὰ τὴν τοσαύτην μάχην τὴν ἀπὸ τῶν ἐπιθυμιῶν, τὴν ἀπὸ τῶν δαιμόνων, ἀναγκαία ἡ παρὰ τῆς νηστείας συμμαχία. Εἰ ταύτης ἤκουσε τῆς φωνῆς ὁ Ἀδὰμ, οὐκ ἂν ἤκουσε τῆς δευτέρας τῆς λεγούσης· Γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ· ἀλλ' ἐπειδὴ ταύτης παρήκουσε, διὰ τοῦτο θάνατος καὶ φροντίδες καὶ πόνοι καὶ ἀθυμίαι καὶ ζωὴ θανάτου παντὸς βαρυτέρα· διὰ τοῦτο ἄκανθαι καὶ τρίβολοι, διὰ τοῦτο πόνοι καὶ ὠδῖνες καὶ βίος ἐπίμοχθος. Εἶδες πῶς ὁ Θεὸς ἀγανακτεῖ νηστείας ὑβριζομένης; μάθε καὶ πῶς εὐφραίνεται νηστείας τιμωμένης. Ὥσπερ γὰρ ὑβρισθείσης αὐτῆς θάνατον ἐπέθηκε τῷ ὑβρίσαντι τὸ ἐπιτίμιον, οὕτω πάλιν τιμηθείσης αὐτῆς θάνατον ἀνεκαλέσατο. Καὶ γὰρ βουλόμενός σοι δεῖξαι τοῦ πράγματος τὴν δύναμιν, ἔδωκεν ἐξουσίαν αὐτῇ μετὰ ἀπόφασιν, μετὰ ἀπαγωγὴν, τοὺς ἀπαγομένους τὴν ἐπὶ θάνατον ἐκ μέσης ἀναρπάσαι τῆς ὁδοῦ, καὶ πρὸς ζωὴν μεταγαγεῖν· καὶ τοῦτο οὐκ ἐπὶ δύο, ἢ καὶ τριῶν καὶ εἴκοσιν ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλὰ καὶ δῆμον ὁλόκληρον, τὴν τῶν Νινευϊτῶν πόλιν μεγάλην καὶ θαυμαστὴν ἐπὶ γόνυ κειμένην, παρ' αὐτὸ τὸ βάραθρον τὴν κεφαλὴν κλίνασαν, καὶ μέλλουσαν τὴν ἄνωθεν φερομένην δέχεσθαι πληγὴν, καθάπερ τις ἄνωθεν ἐπιπτᾶσα δύναμις, καὶ ἐξ αὐτῶν ἥρπασε τῶν τοῦ θανάτου πυλῶν. καὶ πρὸς τὴν ζωὴν ἐπανήγαγεν. Ἀλλ' εἰ δοκεῖ, καὶ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἐπακούσωμεν. Καὶ ἐγένετο, φησὶ, λόγος Κυρίου, πρὸς Ἰωνᾶν λέγων· Ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευῒ τὴν πόλιν τὴν μεγάλην. Εὐθέως αὐτὸν ἀπὸ τοῦ μεγέθους τῆς πόλεως δυσωπῆσαι βούλεται, τὴν μέλλουσαν προειδὼς τοῦ προφήτου φυγήν. Ἀλλ' ἀκούσωμεν καὶ τοῦ κηρύγματος· Ἔτι τρεῖς ἡμέραι, καὶ Νινευῒ καταστραφήσεται. Καὶ τίνος ἕνεκεν ἃ μέλλεις δεινὰ ποιεῖν προλέγεις; Ἵνα μὴ ποιήσω ἃ προλέγω. ∆ιὰ τοῦτο καὶ γέενναν ἠπείλησεν, ἵνα μὴ ἀπαγάγῃ εἰς γέενναν· Φοβείτω, φησὶν, ὑμᾶς τὰ ῥήματα, καὶ μὴ λυπείτω τὰ πράγματα. Τίνος δὲ ἕνεκεν καὶ τὴν προθεσμίαν εἰς οὕτω στενὸν συνάγει χρόνον; Ἵνα καὶ τὴν τῶν βαρβάρων μάθῃς ἀρετὴν, βαρβάρων λέγω τῶν Νινευϊτῶν ἐν τρισὶν ἡμέραις δυνηθέντων τοσαύτην ἁμαρτημάτων ὀργὴν καταλῦσαι, καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν θαυμάσῃς μετανοίᾳ τριῶν ἡμερῶν ἀρκεσθέντος ὑπὲρ τοσούτων πλημμελημάτων, καὶ αὐτὸς μὴ καταπέσῃς εἰς ἀπόγνωσιν, κἂν μυρία ἡμαρτηκὼς ᾖς. Ὥσπερ γὰρ ὁ νωθρὸς τὴν ψυχὴν καὶ ὀλίγωρος, κἂν πολὺν λάβῃ πρὸς μετάνοιαν χρόνον, οὐδὲν μέγα ἐργάζεται, οὐδὲ καταλλάξει τὸν Θεὸν ἑαυτῷ διὰ ῥᾳθυμίαν· οὕτως ὁ διεγηγερμένος καὶ τῇ προθυμίᾳ ζέων, καὶ μετὰ πολλῆς τῆς σπουδῆς τὴν μετάνοιαν ἐπιδεικνύμενος, καὶ ἐν βραχείᾳ καιροῦ ῥοπῇ πολλοῦ χρόνου παραπτώματα ἀφανίσαι δυνήσεται. Οὐχὶ τρίτον ὁ Πέτρος ἠρνήσατο; οὐχὶ μεθ' ὅρκου τὸ τρίτον; οὐχὶ θεραπαινιδίου τινὸς εὐτελοῦς ῥήματα δείσας; Τί οὖν; ἐνιαυτῶν πολλῶν ἐδέησεν αὐτῷ πρὸς μετάνοιαν; Οὐδαμῶς· ἀλλ' αὐτῇ τῇ νυκτὶ καὶ ὠλίσθησε καὶ ἀνέστη, καὶ τὴν πληγὴν καὶ τὸ φάρμακον ἐδέξατο, καὶ ἠῤῥώστησε, καὶ πρὸς τὴν ὑγίειαν ἐπανῆλθε. Πῶς καὶ τίνα τρόπον; Κλαύσας καὶ ἀποδυράμενος· μᾶλλον δὲ οὐ κλαύσας ἁπλῶς, ἀλλὰ μετὰ πολλῆς σπουδῆς καὶ διαθέσεως· καὶ διὰ τοῦτο ὁ εὐαγγελιστὴς οὐκ εἶπεν, ὅτι ἔκλαυσεν ἁπλῶς, ἀλλ', Ἔκλαυσε πικρῶς. Καὶ ποταπὴ τῶν δακρύων ἐκείνων ἡ δύναμις, φησὶ, λόγος μὲν οὐδεὶς παραστῆσαι δυνήσεται· ἡ δὲ τῶν πραγμάτων ἔκβασις δείκνυσι σαφῶς. Μετὰ γὰρ τὸ χαλεπὸν ἐκεῖνο πτῶμα· ἀρνήσεως γὰρ οὐδὲν ἴσον κακόν· ἀλλ' ὅμως μετὰ τοσοῦτον κακὸν πάλιν αὐτὸν πρὸς τὴν προτέραν ἐπανήγαγε τιμὴν, καὶ τὴν ἐπιστασίαν τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας ἐνεχείρισε· καὶ ὃ πάντων μεῖζόν ἐστιν, ἀπέδειξεν ἡμῖν αὐτὸν πλείω τῶν ἀποστόλων ἁπάντων ἔχοντα τὴν εἰς τὸν ∆εσπότην ἀγάπην. Πέτρε γὰρ, φησὶ, φιλεῖς με πλεῖον τούτων; Τούτου δ' οὐδὲν γένοιτο ἂν ἴσον εἰς ἀρετῆς λόγον. Ἵνα γὰρ μὴ λέγῃς ὅτι τοῖς Νινευΐταις εἰκότως συνέγνω, ἀνθρώποις βαρβάροις καὶ ἀνοήτοις, Ὁ γὰρ δοῦλος, φησὶν, ὁ μὴ εἰδὼς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ μὴ ποιήσας, δαρήσεται ὀλίγας· ἵνα οὖν μὴ τοῦτο λέγῃς, διὰ τοῦτό σοι καὶ τὸν Πέτρον εἰς μέσον παρήγαγε, δοῦλον μάλιστα τὸ θέλημα τοῦ κυρίου εἰδότα. Ἀλλ' ὅμως καὶ οὗτος ἁμαρτὼν καὶ τὴν ἐσχάτην ἁμαρτίαν, ὅρα πρὸς ὅσον παῤῥησίας ὕψος ἀνῆλθε. Μὴ τοίνυν μηδ' αὐτὸς ἐπὶ τοῖς ἁμαρτήμασι καταπέσῃς· τὸ γὰρ χαλεπώτερον τῆς ἁμαρτίας, τὸ μένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ τὸ δεινότερον τοῦ πτώματος, τὸ κεῖσθαι ἐν τῷ πτώματι. Τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος θρηνεῖ καὶ ἀποδύρεται, τοῦτο πένθους ἄξιον εἶναί φησι. Μή πως γὰρ, φησὶν, ἐλθόντος μου πρὸς ὑμᾶς, ταπεινώσῃ με ὁ Θεὸς, καὶ πενθήσω πολλοὺς, οὐχὶ τῶν ἡμαρτηκότων ἁπλῶς, ἀλλὰ τῶν μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀσελγείᾳ, καὶ ἀκαθαρσίᾳ, καὶ πορνείᾳ ᾗ ἔπραξαν. Πρὸς δὲ μετάνοιαν ποῖος ἐπιτηδειότερος γένοιτ' ἂν καιρὸς τοῦ τῆς νηστείας καιροῦ;

γʹ. λλ' ἐπανίωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀκούσας γὰρ ταῦτα τὰ ῥήματα ὁ προφήτης κατέβη εἰς Ἰόππην τοῦ φεύγειν εἰς Θαρσεῖς ἀπὸ προσώπου Κυρίου. Ποῦ φεύγεις, ἄνθρωπε; οὐκ ἤκουσας τοῦ προφήτου λέγοντος· Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου, καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; Εἰς τὴν γῆν; Ἀλλὰ, Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Ἀλλ' εἰς τὸν ᾅδην; Κἂν καταβῶ, φησὶν, εἰς τὸν ᾅδην, πάρει. Εἰς τὸν οὐρανόν; Ἀλλ' ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανὸν, σὺ ἐκεῖ εἶ. Ἀλλ' εἰς τὴν θάλασσαν; Καὶ ἐκεῖ, φησὶ, καθέξει με ἡ δεξιά σου. Ὃ δὴ καὶ ἐπὶ τούτου γέγονεν. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἡ ἁμαρτία· εἰς πολλὴν ἄνοιαν ἐμβάλλει τὴν ἡμετέραν ψυχήν. Καθάπερ γὰρ οἱ καρηβαρίᾳ καὶ μέθῃ κατεχόμενοι ἁπλῶς καὶ εἰκῆ περιφέρονται, κἂν βάραθρον, κἂν κρημνὸς, κἂν ὁτιοῦν ᾖ ὑποκείμενον, καταπίπτουσιν ἀφυλάκτως· οὕτω καὶ οἱ πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἐξολισθαίνοντες, καθάπερ μέθῃ τινὶ τῇ τῆς πράξεως ἐπιθυμίᾳ κατεχόμενοι, οὐκ ἴσασιν ὅπερ πράττουσιν· οὐ τῶν παρόντων, οὐ τῶν μελλόντων τι προορῶσι. Τὸν ∆εσπότην φεύγεις, εἰπέ μοι; Οὐκοῦν μικρὸν ἀνάμεινον, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν μαθήσῃ, ὅτι οὐδὲ τῆς δούλης θαλάττης τὰς χεῖρας δυνήσῃ διαφυγεῖν. Ὁμοῦ γὰρ ἐπέβη τῆς νηὸς οὗτος, κἀκείνη τὰ κύματα διανέστησε, καὶ πρὸς ὕψος ἠγείρετο μέγα· καὶ καθάπερ θεράπαινά τις εὐγνώμων σύνδουλον εὑροῦσα φυγάδα, τῶν δεσποτικῶν ὑφελόμενόν τι κτημάτων, οὐ πρότερον ἀφίσταται μυρία τοῖς ὑποδεξαμένοις αὐτὸν παρέχουσα πράγματα, ἕως ἂν λαβοῦσα αὐτὸν ἀπέλθῃ· οὕτω δὴ καὶ ἡ θάλαττα τὸν σύνδουλον εὑροῦσα τὸν ἑαυτῆς καὶ ἐπιγνοῦσα, μυρία τοῖς ναύταις παρέχει πράγματα, ταράττουσα, βοῶσα, οὐκ εἰς δικαστήριον ἕλκουσα, ἀλλ' αὔτανδρον ἀπειλοῦσα κατάδυσιν τοῦ σκάφους, εἰ μὴ τὸν ὁμόδουλον ἀποδοῖεν αὐτῇ. Τί οὖν οἱ ναῦται, τούτων γινομένων; Ἐποιήσαντο, φησὶν, ἐκβολὴν τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῷ πλοίῳ· τὸ δὲ πλοῖον οὐκ ἐκουφίζετο· ὁ γὰρ φόρτος ἅπας ἔνδον ἔμενεν ἔτι, τοῦ προφήτου τὸ σῶμα, τὸ βαρὺ φορτίον, οὐ παρὰ τὴν τοῦ σώματος φύσιν, ἀλλὰ παρὰ τὸ τῆς ἁμαρτίας ἄχθος· οὐδὲν γὰρ οὕτω βαρὺ καὶ δυσβά στακτον, ὡς ἁμαρτία καὶ παρακοή. ∆ιὰ τοῦτο καὶ Ζαχαρίας εἰς ὄψιν μολίβδου διετύπωσεν αὐτήν· ὁ ∆αυῒδ δὲ τὴν φύσιν αὐτῆς διαγράφων ἔλεγεν· Αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ. Ὁ δὲ Χριστὸς πρὸς τοὺς ἐν ἁμαρτίαις βεβιωκότας πολλαῖς ἐβόα· ∆εῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Αὕτη τοίνυν καὶ τὸ πλοῖον ἐβάρυνε τότε καὶ βαπτίζειν ἔμελλεν· ὁ δὲ Ἰωνᾶς ἐκάθευδε καὶ ἔρεγχε. Βαρὺς ὁ ὕπνος οὐκ ἦν ἡδονῆς, ἀλλὰ λύπης, οὐχὶ ῥᾳθυμίας, ἀλλὰ ἀθυμίας. Οἱ γὰρ εὐγνώμονες τῶν οἰκετῶν ταχέως αἰσθάνονται τῶν ἁμαρτημάτων· ὅπερ κἀκεῖνος ἔπαθε. Μετὰ γὰρ τὴν πρᾶξιν τῆς ἁμαρτίας, ἔγνω τῆς ἁμαρτίας τότε τὸ δεινόν· καὶ γὰρ τοιοῦτον ἡ ἁμαρτία· μετὰ τὸ τεχθῆναι, πλήρης τότε τὰς ὠδῖνας ἐγείρει τῇ τεκούσῃ ψυχῇ, ἀπεναντίας τῷ νόμῳ τῆς ἡμετέρας γεννήσεως. Ἡμεῖς μὲν γὰρ ὁμοῦ τεχθέντες τὰς ὠδῖνας λύομεν, ἐκείνη δὲ ὁμοῦ τεχθεῖσα διασπᾷ ταῖς ὀδύναις τοὺς τεκόντας αὐτὴν λογισμούς. Τί οὖν ὁ πρωρεύς; Προσῆλθε, φησὶν, αὐτῷ καὶ λέγει· Ἀνάστα, καὶ ἐπικαλοῦ Κύριον τὸν Θεόν σου. Ἔγνω λοιπὸν ἀπὸ τῆς πείρας, ὅτι οὐκ ἦν συνήθης ὁ χειμὼν, ἀλλὰ θεήλατος ἦν ἡ πληγὴ, καὶ μεῖζον τῆς ἀνθρωπίνης τέχνης τὸ κλυδώνιον, καὶ ὅτι τῶν τοῦ κυβερνήτου χειρῶν ὄφελος οὐδέν· ἑτέρου γὰρ ἐδεῖτο μείζονος κυβερνήτου τὰ γινόμενα, τοῦ τὸν κόσμον διακυβερνῶντος ἅπαντα, καὶ τῆς ἄνωθεν χρείαν εἶχε ῥοπῆς. ∆ιὰ τοῦτο κἀκεῖνοι κώπας καὶ ἱστία καὶ σχοινία καὶ πάντα ἀφέντες καὶ τῆς εἰρεσίας τὰς χεῖρας ἀποστήσαντες πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνέτειναν, καὶ τὸν Θεὸν παρεκάλουν. Ὡς δὲ οὐδὲ οὕτως ἐγένετό τι πλέον, Ἔβαλον κλήρους, φησί· καὶ παρέδωκε λοιπὸν ὁ κλῆρος τῇ ψήφῳ τὸν ὑπεύθυνον. Οἱ δὲ οὐδὲ οὕτως αὐτὸν λαβόντες κατεπόντισαν, ἀλλὰ θορύβου τοσούτου καὶ ταραχῆς ἐπικειμένης, ὥσπερ ἡσυχίας πολλῆς ἀπολαύοντες, οὕτω δικαστήριον ἐν τῷ πλοίῳ καθιστάντες, καὶ λόγου μετέδωκαν αὐτῷ, καὶ ἀπολογίας ἠξίωσαν, καὶ πάντα μετὰ ἀκριβείας ἐξήταζον, ὥσπερ μέλλοντές τινι παρέχειν εὐθύνας, ὧν ἂν ψηφίσωνται. Ἄκουσον γοῦν αὐτῶν, ὥσπερ ἐν δικαστηρίῳ πάντα ἐξεταζόντων. Τίς σου ἡ ἐργασία ἐστί; καὶ πόθεν ἔρχῃ; καὶ ποῦ πορεύῃ; καὶ ἐκ ποίας χώρας, καὶ ἐκ ποίου λαοῦ εἶ σύ; Καίτοι κατηγόρησε μὲν ἡ θάλασσα καταβοῶσα, ἤλεγξε δὲ ὁ κλῆρος, καὶ κατεμαρτύρησεν· ἀλλ' ὅμως οὔτε τῆς θαλάσσης καταβοώσης, οὔτε τοῦ κλήρου καταμαρτυρήσαντος τὴν ψῆφον ἐπάγουσιν οὐδέπω, ἀλλ' ὥσπερ ἐν δικαστηρίῳ, καὶ κατηγόρων παρόντων, καὶ μαρτύρων ἐφεστηκότων, καὶ ἐλέγχων γινομένων, οὐ πρότερον οἱ δικάζοντες τὴν ψῆφον ἐπάγουσιν, ἕως ἂν αὐτὸς ὁ κατάδικος κατήγορος τῆς ἰδίας ἁμαρτίας γένηται· οὕτω δὴ καὶ οἱ ναῦται ἐνταῦθα, ἄνθρωποι βάρβαροι καὶ ἀνόητοι, τὴν ἐν τοῖς δικαστηρίοις εὐταξίαν ἐμιμοῦντο· καίτοι τοσούτου φόβου, τοσούτου κλυδωνίου, τοσαύτης ταραχῆς περιεστώσης αὐτοὺς, καὶ τῆς θαλάσσης οὐδὲ ἀναπνεῖν ἐπιτρεπούσης· οὕτως ἐθορύβει, καὶ κατέσπευδε μαινομένη καὶ καταβοῶσα καὶ συνεχῆ τὰ κύματα ἐπεγείρουσα. Πόθεν οὖν ἡ τοσαύτη πρόνοια γέγονεν, ἀγαπητοὶ, περὶ τὸν προφήτην; Ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ οἰκονομίας. Ὁ γὰρ Θεὸς ᾠκονόμει ταῦτα γίνεσθαι, τὸν προφήτην διὰ τούτων παιδεύων φιλάνθρωπον εἶναι καὶ ἥμερον, καὶ μονονουχὶ βοῶν πρὸς αὐτὸν καὶ λέγων· Μίμησαι τοὺς ναύτας, ἀνθρώπους ἀνοήτους· εἴπερ οὗτοι μὲν οὐδὲ μιᾶς καταφρονοῦσι ψυχῆς, οὐδὲ ἑνὸς ἀφειδοῦσι σώματος τοῦ σοῦ· σὺ δὲ ὁλόκληρον πόλιν τοσαύτας ἔχουσαν μυριάδας ἐξέδωκας τό γε σὸν μέρος· καὶ αὐτοὶ μὲν τὸν αἴτιον τῶν γεγενημένων αὐτοῖς κακῶν εὑρόντες, οὐδὲ οὕτως ὁρμῶσιν ἐπὶ τὴν καταδικάζουσαν ψῆφον· σὺ δὲ οὐδὲν ἔχων ἐγκαλεῖν τοῖς Νινευΐταις κατέδυσας αὐτοὺς καὶ ἀπώλεσας. Καὶ σὺ μὲν, ἐμοῦ κελεύσαντος ἀπιέναι, καὶ πρὸς σωτηρίαν αὐτοὺς ἀνακαλεῖσθαι διὰ τοῦ κηρύγματος, οὐχ ὑπήκουσας· οὗτοι δὲ οὐδενὸς ἀκούσαντες, πάντα ποιοῦσι, καὶ πραγματεύονται, ὤστε σε τὸν ὑπεύθυνον γενόμενον τιμωρίας ἀνακαλέσασθαι. Καὶ γὰρ καὶ μετὰ τὴν ἀπὸ τῆς θαλάττης κατηγορίαν, μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τὴν διὰ τοῦ κλήρου, ὅτε αὐτὸς ἑαυτοῦ κατηγόρησε, καὶ τὴν φυγὴν ὡμολόγησε, οὐδὲ οὕτως ὥρμησαν ἐπὶ τὴν ἀπώλειαν τοῦ προφήτου, ἀλλὰ ἠνεῖχον καὶ ἐβιάζοντο καὶ πάντα ἐποίουν, ὥστε αὐτὸν μηδὲ μετὰ τοσαύτην ἀπόδειξιν ἐκδοῦναι τῇ τῆς θαλάττης ὁρμῇ. Ἀλλ' οὐκ ἐπέτρεπεν οὐδὲ οὕτως ἡ θάλαττα· μᾶλλον δὲ ὁ Θεὸς οὐκ ἠφίει, ὥσπερ διὰ τῶν ναυτῶν, οὕτω καὶ διὰ τοῦ κήτους αὐτὸν σωφρονίσαι βουλόμενος. Καὶ γὰρ μετὰ τὸ ἀκοῦσαι, Ἄρατέ με καὶ ἐμβάλετε εἰς τὴν θάλατταν, καὶ κοπάσει ἡ θάλαττα ἀφ' ὑμῶν, παρεβιάζοντο εἰς τὴν γῆν ἀπελθεῖν, ἀλλὰ τὰ κύματα οὐκ ἐπέτρεπε.

δʹ. Σὺ δὲ, ὥσπερ εἶδες τὸν προφήτην φεύγοντα, ἄκουσον αὐτοῦ καὶ ἐξομολογουμένου κάτωθεν ἀπὸ τῆς γαστρὸς τοῦ θηρίου· ἐκεῖνο μὲν γὰρ ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος, τοῦτο δὲ ὡς προφήτης ἐπεδείξατο. Λαβοῦσα τοίνυν αὐτὸν ἡ θάλαττα, καθάπερ ἐν δεσμωτηρίῳ τινὶ τῇ γαστρὶ τοῦ κήτους ἐναπέθετο, σῶον τῷ ∆εσπότῃ φυλάττουσα τὸν φυγάδα· καὶ οὔτε κύματα ἄγρια λαβόντα ἀπέπνιξαν, οὔτε κῆτος κυμάτων ἀγριώτερον ὑποδεξάμενον αὐτὸν ἐν κοιλίᾳ διέφθειρεν, ἀλλὰ διέσωσε καὶ πρὸς τὴν πόλιν ἐπανήγαγε· καὶ θάλαττα καὶ κῆτος παρὰ φύσιν ὑπήκουσαν, ἵνα διὰ πάντων ὁ προφήτης παιδεύηται. Ἐλθὼν τοίνυν εἰς τὴν πόλιν ἀνέγνω τὴν ἀπόφασιν, καθάπερ ἐπιστολὴν βασιλικὴν κόλασιν ἔχουσαν, καὶ ἐβόα λέγων· Ἔτι τρεῖς ἡμέραι, καὶ Νινευῒ καταστραφήσεται. Ἤκουσαν ταῦτ' ἐκεῖνοι, οὐ διηπίστησαν, οὐ κατεφρόνησαν, ἀλλ' εὐθέως δρόμος ἁπάντων εἷς ἐπὶ τὴν νηστείαν, ἀνδρῶν, γυναικῶν, δούλων, δεσποτῶν, ἀρχόντων, ἀρχομένων, παιδίων, πρεσβυτέρων· οὐδ' ἡ τῶν ἀλόγων φύσις ταύτης ἀτελὴς ἦν τῆς λειτουργίας· πανταχοῦ σάκκος, πανταχοῦ σποδὸς, πανταχοῦ θρῆνος καὶ οἰμωγή. Καὶ γὰρ καὶ αὐτὸς ὁ τὸ διάδημα περικείμενος, ἀπὸ τοῦ θρόνου καταβὰς τοῦ βασιλικοῦ, σάκκον ὑπεστρώσατο, σποδὸν κατεπάσατο, καὶ οὕτω τὴν πόλιν ἐξήρπασε τῶν κινδύνων· καὶ ἦν ἰδεῖν πρᾶγμα παράδοξον ὑπὸ σάκκου πορφυρίδα παρευδοκιμηθεῖσαν. Ὅπερ γὰρ οὐκ ἴσχυσεν ἁλουργὶς, τοῦτο ἴσχυσεν ὁ σάκκος· ὅπερ οὐκ ἤνυσε τὸ διάδημα, τοῦτο κατώρθωσεν ἡ σποδός. Ὁρᾷς ὡς οὐ μάτην εἶπον ὅτι οὐ νηστείαν, ἀλλὰ μέθην καὶ ἀδηφαγίαν δεδοικέναι χρή; Ἡ μὲν γὰρ μέθη καὶ ἀδηφαγία τὴν πόλιν ἑστῶσαν διέσεισε, καὶ καταβαλεῖν ἔμελλεν· ἡ δὲ νηστεία σαλευομένην αὐτὴν καὶ μέλλουσαν καταπίπτειν ἔστησε. Μετὰ ταύτης καὶ ὁ ∆ανιὴλ εἰς λάκκον λεόντων εἰσελθὼν, καθάπερ προβάτοις ἡμέροις συγγενόμενος, οὕτως ἐξῄει. Καὶ γὰρ καὶ τῷ θυμῷ ζέοντες, καὶ φόνιον βλέποντες, τῆς τραπέζης περικειμένης οὐχ ἥπτοντο, ἀλλὰ καὶ τῆς φύσεως αὐτῆς διεγειρούσης οὐδὲν γὰρ ἀγριώτερον ἐκείνων τῶν θηρίων καὶ τοῦ λιμοῦ καὶ γὰρ ἑπτὰ ἡμέρας οὐ μετέσχον τροφῆς, καθάπερ δημίου τινὸς ἔνδοθεν καθημένου, καὶ τῶν λαγόνων μὴ ἅπτεσθαι βοῶντος τῶν προφητικῶν, ᾐδέσθησαν τὴν τροφήν. Μετὰ ταύτης καὶ οἱ παῖδες οἱ τρεῖς εἰς τὴν Βαβυλωνίαν κάμινον εἰσελθόντες, καὶ πολὺν χρόνον ὁμιλήσαντες τῷ πυρὶ, αὐτοῦ τοῦ πυρὸς λαμπρότερα ἔχοντες τὰ σώματα, ἀπὸ τῆς καμίνου τότε ἐξῄεσαν· καίτοι γε εἰ πῦρ ἦν ἐκεῖνο ὄντως τὸ πῦρ, πῶς οὐκ ἐποίει τὰ τοῦ πυρός; εἰ σώματα ἦν ἐκεῖνα τὰ σώματα, πῶς τὰ τῶν σωμάτων οὐκ ἔπασχε; Πῶς; ἐρώτησον τὴν νηστείαν, καὶ ἀποκρινεῖταί σοι, καὶ αὐτὴ λύσει σου τὸ αἴνιγμα· καὶ γὰρ ἦν ὄντως αἴνιγμα· σωμάτων γὰρ φύσις ἐμάχετο φύσει πυρὸς, καὶ ἡ νίκη τῶν σωμάτων ἐγίνετο. Εἶδες παράδοξον μάχην; εἶδες παραδοξοτέραν τὴν νίκην; Θαύμασον τὴν νηστείαν, καὶ ὑπτίαις ὑπόδεξαι χερσίν· ὅταν γὰρ καὶ ἐν καμίνῳ βοηθῇ, καὶ ἐν λάκκῳ λεόντων φυλάττῃ, καὶ δαίμονας ἀπελαύνῃ, καὶ ἀπόφασιν ἀναλύῃ Θεοῦ, καὶ παθῶν μανίαν καταστέλλῃ, καὶ πρὸς ἐλευθερίαν ἡμᾶς ἐπανάγῃ, καὶ πολλὴν ἐν τοῖς λογισμοῖς ἡμῶν ποιῆται τὴν γαλήνην, πῶς οὐκ ἐσχάτης ἂν εἴη παρανοίας, τοσαῦτα ἔχουσαν ἐν ταῖς χερσὶν ἀγαθὰ φεύγειν καὶ δεδοικέναι; Ἐπιτρίβει γὰρ ἡμῖν τὸ σῶμα πρὸς τὴν ἀσθένειαν, φησίν. Ἀλλ' ὅσῳ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος φθείρεται, τοσούτῳ ὁ ἔσω ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ· μᾶλλον δὲ, εἰ βουληθείης μετὰ ἀκριβείας ἐξετάσαι τὸ πρᾶγμα, καὶ εὐεξίας αὐτὴν εὑρήσεις μητέρα τυγχάνουσαν. Καὶ εἰ τοῖς ἐμοῖς ἀπιστεῖς λόγοις, παῖδας ἰατρῶν περὶ τούτων ἐρώτησον, καὶ αὐτοὶ ταῦτα σαφέστερον ἐροῦσιν, οἳ τὴν μὲν ἔνδειαν μητέρα τῆς ὑγιείας καλοῦσι, τὰς δὲ ποδαλγίας καὶ καρηβαρίας καὶ ἀποπληξίας καὶ φθόην καὶ ὕδερον καὶ φλεγμονὰς καὶ οἰδήματα, καὶ μυρίων ἑτέρων νοσημάτων χειμάῤῥους, ἀπὸ τῆς τρυφῆς καὶ τῆς ἀδηφαγίας ἐξιέναι φασὶν, ὥσπερ ἀπό τινος πονηροτάτης πηγῆς πονηροὺς ῥύακας, καὶ τῇ τοῦ σώματος εὐεξίᾳ, καὶ τῇ τῆς ψυχῆς σωφροσύνῃ λυμαινομένους.


εʹ. Μὴ τοίνυν φοβώμεθα νηστείαν, τὴν τῶν τοσούτων ἡμᾶς ἀπαλλάττουσαν κακῶν. Οὐ γὰρ ἁπλῶς ὑμῖν τοῦτο παραινῶ· ἀλλ' ἐπειδὴ πολλοὺς ὁρῶ τῶν ἀνθρώπων, καθάπερ ἀγρίᾳ τινὶ γυναικὶ παραδίδοσθαι μέλλοντας, οὕτως ὀκνοῦντας καὶ ἀναδυομένους, καὶ μέθῃ καὶ ἀδηφαγίᾳ τήμερον ἑαυτοὺς διαφθείροντας· διὰ τοῦτο παραινῶ ὥστε μὴ τὴν ἐκ τῆς νηστείας ἐσομένην ὠφέλειαν προανελεῖν λαιμαργίᾳ καὶ μέθῃ. Καὶ γὰρ οἱ κακόσιτοι τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πικρὰ μέλλωσι πίνειν φάρμακα, ἂν πολλῆς ἑαυτοὺς ἐμπλήσωσι τροφῆς, καὶ οὕτω τὰ φάρμακα λάβωσι, τὴν μὲν πικρίαν ὑπέμειναν, τῆς δὲ ὠφελείας ἐξέπεσον, δυσκολωτέραν τῷ φαρμάκῳ ποιοῦντες τὴν πάλην πρὸς τὴν τῶν διεφθορότων χυμῶν πονηρίαν. ∆ιὰ τοῦτο αὐτοὺς οἱ τῶν ἰατρῶν παῖδες μὴ δειπνήσαντας κελεύουσι καθεύδειν, ἵνα πᾶσαν τῶν φαρμάκων τὴν δύναμιν ἐκ πρώτης εὐθέως τοῖς νοσοποιοῖς τῶν περιττωμάτων προσαγάγῃ χυμοῖς. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς νηστείας· ἐὰν μὲν πολλῆς ἑαυτὸν ἐμπλήσῃς τῆς μέθης τήμερον, καὶ αὔριον ὑποδέξῃ τὸ παρ' ἐκείνης φάρμακον, ἄχρη στον αὐτὸ καὶ ἀνόνητον ἐποίησας, καὶ τὸν μὲν πόνον ὑπέμεινας, τὸ δὲ κέρδος οὐκ ἐκαρπώσω τοῦ πράγματος, εἰς τὴν πρόσφατον ἐκ τῆς μέθης ἐγγινομένην κακίαν ἅπασαν αὐτοῦ καταδαπανῶντος τὴν δύναμιν· ἐὰν δὲ κοῦφον αὐτῇ τὸ σῶμα παρασκευάσῃς καὶ νήφοντι λογισμῷ τὸ φάρμακον δέξῃ, πολλὰ τῶν παλαιῶν ἁμαρτημάτων ἀποκαθᾶραι δυνήσῃ. Μὴ τοίνυν διὰ μέθης ἴωμεν εἰς τὴν νηστείαν, μηδὲ ἀπὸ νηστείας εἰς μέθην καταλύσωμεν πάλιν, ἵνα μὴ ταὐτὸν γένηται, οἷον εἴ τις ἀῤῥωστοῦντι σώματι καὶ διανίστασθαι μέλλοντι λὰξ ἐμβαλὼν σφοδρότερον καταβάλοι πάλιν. Ὃ καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τῆς ἡμετέρας γίνεται, ὅταν ἐξ ἑκατέρου μέρους, καὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς νηστείας, τῇ νεφέλῃ τῆς μέθης τὴν ἐκ τῆς ἀσιτίας γενομένην ἡμῖν νῆψιν συσκιάσωμεν. Καθάπερ γὰρ οἱ θηρίοις πυκτεύειν μέλλοντες, πολλοῖς ὅπλοις καὶ ἀσφαλίσμασι τὰ καίρια τῶν μελῶν περιφράξαντες, τὴν πρὸς ἐκεῖνα ἀναδέχονται μάχην· οὕτω καὶ νῦν πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν, οἳ καθάπερ θηρίῳ τῇ νηστείᾳ πυκτεύειν μέλλοντες, οὕτω τῇ γαστριμαργίᾳ καθοπλίζονται, καὶ διαῤῥήξαντες ἑαυτοὺς καὶ σκοτώσαντες μετὰ πολλῆς τῆς παραφροσύνης ὑποδέχονται τὸ γαλήνιον καὶ ἥμερον τῆς νηστείας ὄμμα Κἂν μὲν ἐρωτήσω σε, Τίνος ἕνεκεν εἰς βαλανεῖον τρέχεις σήμερον; Ἵνα καθαρῷ τῷ σώματι τὴν νηστείαν ὑποδέξωμαι, φήσεις· ἂν δὲ ἐρωτήσω, Τίνος ἔνεκεν μεθύεις; Ἐπειδὴ εἰς νηστείαν μέλλω εἰσιέναι, πάλιν ἐρεῖς. Καὶ πῶς οὐκ ἄτοπόν ἐστι, σώματι μὲν καθαρῷ, ψυχῇ δὲ ἀκαθάρτῳ καὶ μεθυούσῃ, τὴν καλλίστην ταύτην ἑορτὴν ὑποδέχεσθαι; Ἐνῆν μὲν οὖν καὶ πλείονα τούτων εἰπεῖν, ἀλλὰ τοῖς σωφρονοῦσι καὶ ταῦτα ἀρκεῖ πρὸς διόρθωσιν. ∆ιόπερ ἀνάγκη καταπαῦσαι τὸν λόγον· καὶ γὰρ τῆς τοῦ πατρὸς φωνῆς ἐπιθυμῶ ἀκοῦσαι. Ἡμεῖς μὲν γὰρ, κατὰ τὰ παιδία τὰ ποιμενικὰ, λεπτῷ τῷ καλάμῳ συρίζομεν, ὥσπερ ὑπό τινα δρῦν ἢ λεύκην, τῇ σκιᾷ τῶν ἱερῶν τούτων καθήμενοι· οὗτος δὲ καθὰ μουσικός τις ἄριστος χρυσῆν ἁρμοσάμενος κιθάραν, τῇ συμφωνίᾳ τῶν κρουσμάτων ὁλόκληρον ἀνίστησι θέατρον· οὕτω δὴ καὶ οὗτος, οὐ συμφωνίᾳ κρουσμάτων, ἀλλὰ συμφωνίᾳ λόγων καὶ πράξεων πολλὴν ἡμῖν ἐντίθησι τὴν ὠφέλειαν. Τοιούτους καὶ ὁ Χριστὸς ζητεῖ διδασκάλους· Ὁ γὰρ ποιήσας, φησὶ, καὶ διδάξας, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. Τοιοῦτος οὗτός ἐστι· διὸ καὶ μέγας ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ἐστι. Γένοιτο δὲ ἡμᾶς εὐχαῖς αὐτοῦ καὶ τῶν συνέδρων ἁπάντων δυνηθῆναι καταξιωθῆναι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεθ' οὗ τῷ Πατρὶ ἡ δόξα, ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις