Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Ποιός φλέγεται και μύρισε η πόλη αγάπη.

Ποιός φλέγεται και μύρισε η πόλη αγάπη.
9 Απριλίου του 2007μ.Χ 
Σβήσαμε τα φώτα στην εκκλησιά. Πήρε ο Γιωργάκης τον Σταυρό, ο Παύλος το θυμιατό, ο Γεράσιμος και ο Στάθης τις λαμπάδες, ο Βασίλης και ο Χρήστος τα εξαπτέρυγα, εγώ το λάβαρο της Αναστάσεως και ο άλλος Βασίλης την εικόνα και βγήκαμε από το ιερό. Πολεμιστές του φωτός για λίγο, με όπλα μας, μονάχα το Φως. 
Έξω από το ιερό, κόσμος πολύς αυτό το βράδυ. Περιμένουν το Φως. Οι περισσότεροι, χωρίς να έχουν τολμήσει ποτέ να αναμετρηθούν με τις συνέπειες που έχει η ενατένιση Του μέσα στο σκοτάδι. Το περιμένουν όμως. Κάθε χρόνο την ίδια μέρα και ώρα είναι εδώ. 
Εμείς σιωπηλοί παραταχθήκαμε για άλλη μια πορεία μέσα στο σκοτάδι. Ο ιερέας  με την αναμμένη λαμπάδα στο χέρι (ένα κεράκι μικρό, μια φλόγα μικρή που αν την φυσήξεις θα σβήσει) την πρόσφερε στους πιστούς και τους απίστους αυτής της γης. 
Χιλιάδες οι εκκλησίες που τούτη τη μέρα πάνω στη γη που κάνουν το ίδιο. 
Μια μικρή φλόγα από τον Τάφο της Αναστάσεως, άναψε εκατομμύρια λαμπάδες πάνω στη γη. Πυγολαμπίδες που ερωτοτροπούν μέσα στο σκοτάδι. Να βρουν την καρδιά μας. Να καθρεφτιστεί το Φως τους μέσα στα σκοτάδια της καρδιάς. 
Αρχίσαμε να περπατάμε ανάμεσα τους. Μας περιμένανε. Πάντα μας περιμένουν, με ροδοπέταλα ή μαχαίρια στο χέρι. Όπως και να έχει μας περιμένουν. Ή, δεν μας ξέρουν. 
Βγαίνοντας από το ναό πλήθος πολύ, μας περιμένει. Ανεβήκαμε στην εξέδρα που μας προσμένει ολόφωτη για το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. 
Χριστός Ανέστη.  
Φωτοβολίδες, βεγγαλικά, χαιρετισμοί, φιλιά. 
Πόσο να κρατήσει αυτό; 
Αναστήθηκε ο Χριστός και διασκορπιστήκανε οι εχθροί Του. 
Αυτός δεν έχει εχθρούς. 
Οι άλλοι γίνονται εχθροί Του. 
Οι άλλοι Τον βλέπουν σαν εχθρό τους. 
Επιστρέψαμε στο ναό. 
Στο Ευαγγέλιο ακούσαμε:
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.
Μετά το τέλος της Θείας λειτουργίας δυο, δυο ή και περισσότεροι. Ο καθένας μόνος, αλλά όχι μόνος του. Στον δρόμο της αποστολής του, στην αποστολή μας, στο σπίτι, στη δουλεία, στο σχολείο, στους δρόμους αυτής της γης. Με όπλο, ένα κεράκι στο χέρι, μια φλόγα που φοβάσαι μην σβήσει και με ευλάβεια και φόβο την βάζεις στην καρδιά σου. Με την ελπίδα να πυρπολήσει το σκοτάδι. Να σε φωτίσει. Να μυρίσει Ανάσταση.




Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Ἡσαΐας Κεφ. 53




Ἡσαΐας Κεφ. 53
1 Ποιος θα το πίστευε αυτό που τώρα ακούσαμε; Και του Κυρίου η δύναμη σε ποιον μ’ αυτόν τον τρόπο έχει φανερωθεί;  2 Με του Κυρίου το Θέλημα ο δούλος του αναπτύχθηκε σαν τρυφερό φυτό και σαν τη ρίζα που σε ξεραμένη γη φυτρώνει. Ελκυστικός δεν ήταν ούτ’ ωραίος, ώστε να τον προσέξουμε· ούτε η παρουσία του ήταν τέτοια, που να τον αγαπήσουμε. 3 ’Ήτανε περιφρονημένος απ’ τους ανθρώπους κι εγκαταλελειμμένος άνθρωπος φορτωμένος θλίψεις, του πόνου σύντροφος, έτσι που να γυρίζουν απ’ αλλού οι άνθρωποι το πρόσωπό τους. Τον αγνοήσαμε σαν να ‘ταν ένα τίποτα, του δώσαμε την καταφρόνια μας, κι εκτίμηση ούτε μια στάλα. 4 Αυτός, όμως, φορτώθηκε τις θλίψεις μας κι υπέφερε τους πόνους τους δικούς μας. Εμείς νομίζαμε πως όλα όσα τον βρήκαν ήταν τραύματα, πληγές και ταπεινώσεις από το Θεό. 5 Μα ήταν αιτία οι αμαρτίες μας που αυτός πληγώθηκε, οι ανομίες μας που αυτός εξουθενώθηκε. Για χάρη της δικής μας σωτηρίας εκείνος τιμωρήθηκε και στις πληγές του βρήκαμε εμείς τη γιατρειά. 6 ’Όλοι εμείς πλανιόμασταν σαν πρόβατα· είχε πάρει καθένας μας το δικό του δρόμο. Μα ο Κύριος έκανε να πέσει πάνω του όλων μας η ανομία. 7 Βασανιζόταν κι όμως ταπεινά υπέμενε, χωρίς παράπονο κανένα. Σαν πρόβατο που τ’ οδηγούνε στη σφαγή, καθώς το αρνί που στέκεται άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, ποτέ του δεν παραπονέθηκε. 8 Κακόπαθε, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε μακριά· ποιος στη γενιά του ανάμεσα σκέφτεται τι ν’ απόγινε; Τον εξαφάνισαν από των ζωντανών τον κόσμο, για τις αμαρτίες μας χτυπήθηκε απ’ το θάνατο. 9 Φτιάξαν τον τάφο του ανάμεσα στους ασεβείς, το μνήμα του ανάμεσα στις κατοικίες των παραπεταμένων· κι όμως, δεν είχε πράξει ανομία καμιά και δόλος δεν είχε βρεθεί στο στόμα του. 10 ο Κύριος όμως θέλησε να τον συντρίψει με τον πόνο· έκανε τη ζωή του «θυσία εξιλέωσης. Γι’ αυτό θα δει απογόνους· τα χρόνια του θα ‘ναι πολλά και Θα εκπληρωθεί μ’ αυτόν του Κυρίου το θέλημα. 11’Υστερα απ’ την ταλαιπωρία της ψυχής του, η αμοιβή του θα ναι να χορτάσει φως. Λέει ο Κύριος: «ο δίκαιος δούλος μου, με τη γνώση του θελήματος μου, θα ελευθερώσει πολλούς απ’ την ενοχή, γιατί θα πάρει επάνω του τις ανομίες τους. 12 Γι’ αυτό και Θα του δώσω θέση στους μεγάλους ανάμεσα και θα μοιράσει αυτός τα λάφυρα στους ισχυρούς. Επειδή ο ίδιος τη ζωή του στο θάνατο την έδωσε και δέχτηκε να συγκαταλεχθεί με τους αμαρτωλούς. Αυτός πολλών τις αμαρτίες βάσταξε και μεσιτεύει υπέρ των αμαρτωλών. 


Ἡσαΐας Κεφ. 53

1 Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 2 ἀνηγγείλαμεν ὡς παιδίον ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς ρίζα ἐν γῇ διψώσῃ. οὐκ ἔστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος· 3 ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν, ὅτι ἀπέστραπται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη. 4 οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει. 5 αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν. 6 πάντες ὡς πρόβατα ἐπλανήθημεν, ἄνθρωπος τῇ ὁδῷ αὐτοῦ ἐπλανήθη· καὶ Κύριος παρέδωκεν αὐτὸν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. 7 καὶ αὐτὸς διὰ τὸ κεκακῶσθαι οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ· ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα. 8 ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον. 9 καὶ δώσω τοὺς πονηροὺς ἀντὶ τῆς ταφῆς αὐτοῦ καὶ τοὺς πλουσίους ἀντὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ὅτι ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ. 10 καὶ Κύριος βούλεται καθαρίσαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς πληγῆς. ἐὰν δῶτε περὶ ἁμαρτίας, ἡ ψυχὴ ὑμῶν ὄψεται σπέρμα μακρόβιον· καὶ βούλεται Κύριος ἀφελεῖν 11 ἀπὸ τοῦ πόνου τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, δεῖξαι αὐτῷ φῶς καὶ πλάσαι τῇ συνέσει, δικαιῶσαι δίκαιον εὖ δουλεύοντα πολλοῖς, καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν αὐτὸς ἀνοίσει. 12 διὰ τοῦτο αὐτὸς κληρονομήσει πολλοὺς καὶ τῶν ἰσχυρῶν μεριεῖ σκῦλα, ἀνθ᾿ ὧν παρεδόθη εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλογίσθη· καὶ αὐτὸς ἁμαρτίας πολλῶν ἀνήνεγκε καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν παρεδόθη.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν ἐδόθη ἡ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἐπίγνωσις τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, καὶ (Αὕτη) εἶναι ἰσχυρὰ ἐν τῇ ἁγίᾳ Αὐτῆς σκέψει καὶ ὑπομονῇ». 
Τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. 
Ἡ ἁγία Αὐτοῦ σκέψις εἶναι, «ἵνα οἱ πάντες σωθῶσι». Καὶ ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν πορεύεται ἡ Ἐκκλησία, ίναι ἐπιτύχη τοῦ ἁγίου Αὐτῆς σκοποῦ, εἶναι ἡ ὑπομονή, ἤτοι ἡ θυσία. 
Κηρύττουσα εἰς τὸν κόσμον τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τοὺς πάντας εἰς τὸ πλήρωμα τῆς θείας ζωῆς, ἀλλ' οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐννοοῦν τὸ προσκλητήριον τοῦτο καὶ ἀπορρίπτουν αὐτό. Καλοῦσα τοὺς πάντας ὅπως φυλάσσουν τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ, «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» ἡ Ἐκκλησία ἵσταται εἰς τὸ μέσον ὅλων τῶν ἐχθρικῶν δυνάμεων. Καὶ ἡ ὀργή, δια τῆς ὁποίας εἶναι εμπεπλησμέναι αὗται, συναντῶσα τὴν Ἐκκλησίαν ἐν τῇ ὁδῷ αὐτῆς φυσικῶς εκσπά κατ' Αὐτῆς. Ἡ δὲ Ἐκκλησία πραγματοποιοῦσα τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, ἤτοι τὴν σωτηρίαν ὅλου τοῦ κόσμου, δέχεται ἐπ' Αὐτῆς ἐνσυνειδήτως τὸ βάρος τῆς γενικῆς ὀργῆς, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ᾖρεν, ἐπ' Αὐτοῦ τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου. Καὶ ἐὰν ὁ Χριστὸς εἰς τὸν κόσμον τοῦτον τῆς ἁμαρτίας ἦτο δεδιωγμένος καὶ ὤφειλε νὰ πάθη - «παθητός ὁ Χριστός» -, τότε καὶ ἡ ἀληθὴς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἀναποφεύκτως θὰ διωχθῆ καὶ θὰ ὑποστῆ τὸ μαρτύριον. Τοῦτο εἶναι πνευματικὸς νόμος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, περὶ ού ὡμίλησε καὶ Αὐτὸς ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἀπόστολοι· Παῦλος δὲ ὁ θεσπέσιος κατηγορηματικῶς ἐξέφρασεν αὐτὸν δια τῶν λόγων τούτων: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β' Τιμ.γ΄ 12).  
Καὶ τοῦτο γίνεται πάντοτε καὶ πανταχοῦ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅπου ζῆ ἡ ἁμαρτία.  
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται». Δια τῶν λόγων αὐτῶν ὁ Κύριος βεβαιοῖ ὅτι ὅσοι κηρύττουν τὴν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ ἐξομοιοῦνται πρὸς Αὐτόν, τὸν Μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐξομοιοῦνται εἰς πάντα, τουτέστιν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀνάστασιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐξουθένωσιν καὶ τὸν θάνατον Αὐτοῦ. Περὶ τούτου σαφῶς λέγουν αἱ Γραφαί, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ κηρύττοντες ἀληθῶς τὴν εἰρήνην τοῦ Χριστοῦ δέον ὅπως πάντοτε ἐνθυμῶνται τὸν Γολγοθᾶν. 
Πάντα ταῦτα ἔρχονται μόνον δια τὸν λόγον «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». «Ζητεῖτε Μὲ αποκτείναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ Ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν», λέγει ὁ Χριστὸς πρὸς τοὺς Ἰουδαίους (Ιωάν. ἡ' 37). Καὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λόγος «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», οὐ χωρεῖ ἐν τῷ κόσμῳ καὶ δια τοῦτο ὁ κόσμος κατὰ τὴν διάρκειαν πάντων τῶν αἰώνων ἐδίωκε καὶ θὰ διώκη τὴν ἀληθινὴν Ἐκκλησίαν, ἐφόνευε καὶ θὰ φονεύη τοὺς διακόνους Αὐτῆς. 
Κατὰ τὴν ἐπικοινωνίαν ἡμῶν μετὰ τοῦ μακαρίου Γέροντος οὐδέποτε εἴχομεν ἔστω καὶ σκιὰν τινα ἀμφιβολίας ὅτι τὰ ρήματα αὐτοῦ εἶναι «ρήματα ζωῆς αἰωνίου», ἅτινα ἤκουσεν οὗτος ἄνωθεν,καὶ ὅτι οὐ «σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσας» (Β' Πέτρ α΄ 16) ἐδιδάχθη ἐκείνην τὴν ἀλήθειαν, περὶ ής ἐμαρτύρει δι' ὅλης τῆς ζωῆς αὐτοῦ.  
Πολλοὶ μετ΄ ἐλαφρότητος ὁμιλοῦν δια τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτῶν εἶναι σκάνδαλον εἰς τὸν κόσμον, δια τοῦτο δὲ οἱ λόγοι αὐτῶν στεροῦνται τῆς ζωοποιοῦ δυνάμεως. 
Ἡ ζωὴ τοῦ Γέροντος, τὴν ὁποίαν εἴδομεν ἐκ τοῦ πλησίον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ περὶ ής νῦν ἀποτολμῶμεν νὰ γράψωμεν, ὑπῆρξε μέγας ἆθλος καὶ τοσοῦτον ἔξοχος, ὥστε δὲν διαθέτομεν δυνάμεις νὰ εὕρωμεν ἀνθρωπίνους λόγους, ὅπως ἐκφράσωμεν τὸν θαυμασμὸν ἡμῶν. Ταυτοχρόνως δὲ ὑπῆρξε τοσοῦτον ἁπλῆ, τοσοῦτον φυσικὴ καὶ ἀληθῶς ταπεινή, ὥστε πᾶσα ἐξεζητημένη λέξις εἰσάγει ξένον στοιχεῖον. Καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι τοσοῦτον δύσκολον νὰ γράψωμεν περὶ τούτου. 
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ λόγου δὲν δύνανται νὰ διακρίνουν τὸ πραγματικὸν περιεχόμενον, ἀλλ' ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, ἡ ἀκοὴ τῶν ὁποίων προσβάλλεται ὑπὸ τῶν ξένων τόνων τῶν «στομφωδῶν» λόγων. Τὸν ἅγιον καὶ καθαρὸν λόγον τοῦ Γέροντος, δυστυχῶς ἀπρόσιτον εἰς τὴν ἀντίληψιν πολλῶν ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἁπλότητος αὐτοῦ, ἀπεφασίσαμεν νὰ συνοδεύσωμεν μέχρι τινὸς δια τοῦ ἡμετέρου ξηροῦ καὶ βαρέος, ὑποθέτοντες, ἴσως ἐσφαλμένως, ὅτι οὕτῳ θὰ διευκολύνωμεν τινας, οἵτινες εἶναι συνηθισμένοι εἰς ἄλλον τρόπον ζωῆς καὶ ἐκφράσεως, νὰ κατανοήσουν τούτον. 
Λάβετε ὡς παράδειγμα τὴν σύντομον διδαχὴν τοῦ Γέροντος: 
«Τί εἶναι ἀναγκαῖον, ἔχη τὶς εἰρήνην ἐν τῇ ψυχῇ καὶ ἐν τῷ σώματι;» 
Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἀγαπᾶς τοὺς πάντας ὡς σεαυτόν, καὶ καθ' ἑκάστην νὰ εἶσαι ἕτοιμος δια τὸν θάνατον» 
Συνήθως ἡ σκέψις τοῦ ἐπικειμένου του θανάτου ρίπτει τὴν ψυχὴν εἰς ταραχώδη φόβον, συχνάκις δὲ καὶ εἰς ἀπόγνωσιν, τοσοῦτον ὥστε ἐκ τῆς ὀδύνης τῆς ψυχῆς ἀσθενεῖ καὶ τὸ σῶμα. 
Πῶς λοιπὸν λέγει ὁ Γέρων ὅτι ἡ συνεχὴς  ἑτοιμότης πρὸς τὸν θάνατον καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς πάντας πληροῖ εἰρήνης οὐχὶ μόνον τὴν ψυχὴν ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα; Ξένη καὶ ἀκατάληπτος διδαχή! 
Ὁμιλῶν περὶ εἰρήνης ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι ἔχει ὑπ' ὄψιν ὁ Γέρων τὴν κατάστασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ σῶμα μεταδίδεται αἰσθητῶς ἡ ἐπενέργεια τῆς χάριτος. Εἰς τὴν δοθεῖσαν δὲ περίπτωσιν ὁμιλεῖ περὶ βαθμοῦ μικροτέρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐβίωσε τὴν ὥραν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κυρίου. Τότε ἡ χάρις καὶ ἐν τῇ ψυχῇ καὶ ἐν τῷ σώματι ἦτο τοιαύτης δυνάμεως, ὥστε καὶ τὸ σῶμα ἠσθάνθη ἐναργῶς τὸν ἁγιασμὸν αὐτοῦ, καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα ἡ γλυκύτης τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου διήγειρε τοσοῦτον ἰσχυρὰν ἀγάπην πρὸς τὸν Χριστόν, ὥστε καὶ τοῦτο ἤθελε νὰ μαρτυρήση δια τὸν Κύριον.

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου 
Έσσεξ Αγγλίας 1995 
σελ.158-161

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Ἐμεῖς ἀρνούμαστε νά κάνωμε τό ἐμβόλιο. Ὅποιος φοβᾶται, ἄς κάνη ὅσα ἐμβόλια θέλει, ἀλλά νά γνωρίζη ὅτι μπορεῖ νά ἔχη ἀπρόβλεπτες βαρειές παρενέργειες, ὅπως εἶχαν τά ἐμβόλια πού ἔκαναν στά παιδιά πρίν λίγα χρόνια γιά τήν νόσο τῶν πτηνῶν καί πολλά παρέλυσαν.

 


Του Γέροντος Ευθυμίου, Καλύβη Αναστάσεως – Καψάλα Αγίου Όρους 
Στίς κρίσιμες ἡμέρες πού διανύομε καί στήν ἱερότητα τῶν ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἐπιβάλλεται μᾶλλον σιωπή καί προσευχή. Ὅμως ἐπειδή προσφάτως στό Διαδίκτυο κυκλοφορήθηκαν κάποιες ἀπόψεις μέ τόν ὄνομά μου, πρός ἀποκατάσταση τῆς ἀληθείας, γιά νά μήν προκύψη ζημία, ἀναφέρω τά ἑξῆς: 
Οὐδέποτε εἶπα σέ ἀνθρώπους νά ἀποθηκεύουν τρόφιμα λόγω ἐπικείμενου πολέμου καί οὐδέποτε προφήτευσα τήν λήξη τῆς ἀπειλῆς τοῦ ἰοῦ, ὅπως κάποιοι ἀνεύθυνα καί ψευδῶς διέδωσαν. Ἐπίσης χωρίς τήν ἀδειά μου ἀνήρτησαν συζητήσεις μου μέ ἀνακριβεῖς καί ἀντικρουόμενες ἀπόψεις μου γιά τόν κορονοϊό, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν ἐρωτηματικά. Ἡ ἄποψή μου φαίνεται ξεκάθαρα σέ ὅσα ἀκολουθοῦν, εἶναι ἐντελῶς προσωπική, χωρίς διάθεση νά τήν ἐπιβάλλω καί σέ ἄλλους. 
Στά τόσα δυσβάσταχτα προβλήματα πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, τώρα προστέθηκε καί ἡ ἀπειλή τοῦ ἰοῦ, πού κατήντησε ἐφιάλτης. Πιό πολύ ὑποφέρουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν φόβο, τόν πανικό καί τόν ἀκούσιο ἐγκλεισμό, παρά ἀπό τόν ἰό. Ἡ πολιτεία πῆρε μέτρα προστασίας, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία ἔχει τά δικά της ἐφόδια γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἰοῦ, πού τώρα ταπεινωμένη ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἀποδυναμωμένη καί δεσμευμένη ἀπό τήν πολιτεία, ἀδυνατεῖ νά τά παράσχη στούς πιστούς της. 
Παλαιώτερα σέ παρόμοιες περιπτώσεις θανατηφόρων ἐπιδημιῶν τελοῦσε ἁγιασμούς καί ἔκανε λιτανεῖες ἱερῶν εἰκόνων καί ἁγίων λειψάνων. Γιατί καί σήμερα νά μήν γίνωνται αὐτά; «Μή οὐκ ἰσχύει ἡ χείρ Κυρίου» νά μᾶς βοηθήση καί σήμερα; 
Στό χωρίο μου τήν τρίτη δεκαετία τοῦ 20ου αἰῶνος ἔπεσε λοιμώδης νόσος ἀπό τήν ὁποῖα πέθαναν 50 μικρά παιδιά σέ λίγες ἡμέρες. Δέν προλάβαιναν νά ἀνοίγουν τάφους. Ἔφεραν τότε τήν κάρα τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους ἀπό τόν Ἅγιο Στέφανο Μετεώρων καί ἀμέσως κατέπαυσε τό θανατικό. 
Ἀπό τότε πού ὁ Κύριος ἐτέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο καί παρέδωσε τό ἁγιώτατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, δέν ἔπαυσε μέχρι σήμερα νά τελεῖται ἡ «σωσίκοσμη» θεία Λειτουργία. Οὔτε ὁ Διοκλητιανός, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, οὔτε οἱ κομμουνιστές στήν Ρωσσία, οὔτε οἱ Γερμανοί στά χρόνια τῆς κατοχῆς κατάφεραν νά παύσουν τήν θεία Λειτουργία καί τήν προσέλευση τῶν πιστῶν γιά τήν θεία Κοινωνία. Καί τώρα μέ τόν φόβο τοῦ ἰοῦ ἔκλεισαν οἱ Ναοί καί στεροῦνται οἱ πιστοί τήν σωστική χάρη τῶν Μυστηρίων, πού τόση ἀνάγκη τήν ἔχουν. Ἀντιθέτως, τήν ἴδια ὥρα πού ἐδῶ ὅλα σιωποῦν ἀπό φόβο, στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Σερβίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας γίνεται ἡ λατρεία ἀπρόσκοπτα, οἱ ναοί εἶναι ἀνοιχτοί, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία καί δέν φοβοῦνται οἱ πιστοί μήν προσβληθοῦν ἀπό τόν ἰό. 
Τά μέτρα προστασίας πού ἐπιβάλλει ἡ νῦν κυβέρνηση εἶναι ἀντισυνταγματικά, δυσβάσταχτα, ὑπερβολικά καί ἄνισα πρός τούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους, ἐνῶ ἔχουν δημιουργήση ἕνα κλῖμα τρομοκρατίας, τό ὁποῖο ἐπιδεινώνουν τά ΜΜΕ. Ναί, ὑπάρχει ὁ ἰός καί ἐπιβάλλεται νά προστατεύσωμε τήν ὑγεία μας καί τήν ὑγεία τῶν ἄλλων. Ὅμως ὁ φόβος πρέπει νά ἐκλείψη, διότι στήν κατάσταση τοῦ φόβου ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σκεφθῆ καί νά ἐνεργήση λογικά καί διακριτικά. 
Σέ παρόμοια περίπτωση, ὅταν ἔγινε ἡ ἔκρηξη στό Τσερνομπίλ, οἱ ἄνθρωποι τότε πανικοβλήθηκαν καί ἐξέταζαν τά λαχανικά καί τά φροῦτα γιά νά τρῶνε ἀπό αὐτά πού εἶχαν τήν λιγώτερη ἀκτινοβολία. Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἐρωτηθείς εἶπε νά κάνωμε τόν σταυρό μας καί νά τρῶμε ἄφοβα, δίνοντας ὁ ἴδιος πρῶτος τό παράδειγμα. 
Ἄν ζοῦσε σήμερα εἶναι ἀδιανόητο νά τόν βλέπαμε μέ μάσκα καί γάντια, νά ἔχη στήν τσέπη του τό μπουκάλι μέ τό οἰνόπνευμα καί νά ἀποφεύγη τούς ἀνθρώπους ἤ νά τούς μιλᾶ ἀπό ἀπόσταση. Εἶναι βέβαιο ὅτι θά εἰρήνευε τούς ἀνθρώπους καί θά βοηθοῦσε νά ἀποβάλλουν τόν φόβο καί πιό πολύ θά ἐλυπεῖτο γιά τό κλείσιμο τῶν Ἐκκλησιῶν. Εἶναι ἀταίριαστος αὐτός ὁ φόβος γιά τούς χριστιανούς πού ἐμπνέονται ἀπό τό παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου καί ἀπό τούς Μάρτυρες τῆς πίστεώς μας. 
Ἀπό πολλούς ἀναμένεται ἐναγωνίως ἡ νίκη τοῦ κορονοϊοῦ μέ τήν ἐφεύρεση τοῦ ἐμβολίου, τό ὁποῖο θά εἶναι ὑποχρεωτικό γιά ὅλους. Ἐμεῖς ἀρνούμαστε νά κάνωμε τό ἐμβόλιο. Ὅποιος φοβᾶται, ἄς κάνη ὅσα ἐμβόλια θέλει, ἀλλά νά γνωρίζη ὅτι μπορεῖ νά ἔχη ἀπρόβλεπτες βαρειές παρενέργειες, ὅπως εἶχαν τά ἐμβόλια πού ἔκαναν στά παιδιά πρίν λίγα χρόνια γιά τήν νόσο τῶν πτηνῶν καί πολλά παρέλυσαν. Ὅπως ἐπίσης ἔπαθαν σκλήρυνση κατά πλάκας πολλοί πού ἔκαναν τό ἐμβόλιο τῆς ἡπατίτιδας Β’ καί τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ἄλλα ἐμβόλια. Ἄν δέν φυλάξη ὁ Θεός, τί μποροῦν νά κάνουν τά ἐμβόλια καί τά φάρμακα; Ὁ ἄθεος Καζαντζάκης γιά νά προφυλαχθῆ ἀπό τήν χολέρα σέ ταξίδι του στό ἐξωτερικό, ἔκανε ἐμβόλιο καί πάλι νόσησε. 
Ἐμεῖς ἔχομε ἀνώτερα ἐμβόλια καί «φάρμακα ἀθανασίας», τά ἅγια Μυστήρια. Γιατρούς δοκιμασμένους καί εἰδικούς γιά τόν ἰό, τόν ἅγιο Χαράλαμπο, τόν ἅγιο Βησσαρίωνα Δουσίκου, πού εἶναι γιά τήν πανώλη καί τόσους ἄλλους Ἁγίους. Τώρα ὅμως μέ τίς αὐστηρές ἀπαγορεύσεις ὁ λαός παραμένει ἀβοήθητος καί ἀπαρηγόρητος. 
Καί ἐνῶ ὅλοι ἀγωνίζονται γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἰοῦ, κάποιοι, ἄλλα ἔχουν κατά νοῦ καί κάπου ἀλλοῦ ἀποβλέπουν. Κορυφαῖοι γιατροί καί ἐπιστήμονες ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτά πού γίνονται εἶναι τέστ πειθαρχίας γιά νά χειραγωγοῦν τούς ἀνθρώπους ἐκεῖ πού θέλουν. Αὐτό φαινόταν παράξενο καί ἀπίθανο μέχρι πρότινος ἀλλά δέν εἶναι φαντασία, διότι οἱ ἄνθρωποι πλέον τό λένε δημόσια: «Ἡ πανδημία τοῦ κορονοϊοῦ ἀνέδειξε τήν ἀνάγκη μιᾶς παγκόσμιας δημοκρατικῆς διακυβέρνησης» (Γιώργος Παπανδρέου) καί προτείνουν «νά ἔχη ὁ κάθε ἄνθρωπος ἕνα μικροτσίπ γιά νά ἔχη βιομετρικά δεδομένα σέ σχέση μέ τόν ἰό ἤ μέ ἄλλες ἐπιδημικές μετρήσεις» (Εὐάγγελος Βενιζέλος). Αὐτοί μιλοῦν ἀνοιχτά γιά σφράγισμα καί παγκόσμια δικτατορία, ἀλλά ἐμεῖς καταλαβαίνομε; Καί τί κάνομε; Ἄν καί τόσα εἶχε γράψει καί πῆ ὁ ὄσιος Παΐσιος γιʼ αὐτό τό θέμα. Αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού μᾶς ὑποδούλωσαν στούς ξένους δανειστές καί τώρα μᾶς ὁδηγοῦν στήν σκλαβιά τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶναι δυνατόν νά τούς ἐμπιστευθοῦμε; 
Ὁ ὅσιος Παΐσιος προλέγοντας τίς μελλοντικές δυσκολίες τόνιζε: «Μόνο μέ καλή πνευματική ζωή θά τά βγάλωμε πέρα». Ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά τίς ἁμαρτίες μας αὐτήν τήν μεγάλη δοκιμασία. Ἔχομε ἀνάγκη ἀπό εἰλικρινῆ μετάνοια, ὑπομονή ἀνεξάντλητη καί προσευχή ἀδιάλειπτη, ἡ ὁποία ἐνισχύει τήν Πίστη μας. Εὐχώμαστε ἀδελφικά καλή Ἀνάσταση μέ τίς ὁποιεσδήποτε συνθῆκες. Ὁ Ἀναστάς, ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί Νικητής τοῦ θανάτου νά παρηγορήση, νά φωτίση μέ τό φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του ὅλους μας καί νά δώση δύναμη καί ἀντοχή στόν λαό Του. Μέ τήν χάρη Του νά φθάσωμε στήν ἡμέρα τῆς ἀπολυτρώσεώς μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό ὅλα τά δεινά. Ἀμήν. 
Μέ πόνο ψυχῆς καί εἰλικρινή φιλαδελφία.
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος

Καλύβη Ἀναστάσεως – Καψάλα Ἅγιον Ὄρος 01-14 / 04 / 2020

 

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου εἰς τὰ Βαΐα.


Homilia in festo palmarum
Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου ἐπισκόπου Κύπρου εἰς τὰ Βαΐα.
Απόδοση στα νέα Ελληνικά 
Αρχαίο κείμενο εδώ

Χαῖρε μέ ἀσυγκράτητη χαρά, θυγατέρα τῆς Σιών. Ἀπόλαυσε βαθιά χαρά καί ἀναγάλλιασε, ὁλόκληρη τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία. Ἔρχεται πάλι σέ σένα ὁ Βασιλιάς. Ὁ νυμφίος σου ἔρχεται καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἄς βγοῦμε νά Τόν προϋπαντήσουμε. Ἄς βιαστοῦμε νά δοῦμε τή δόξα Του. Ἄς προλάβωμε νά τιμήσωμε τόν ἐρχομό Του μέ χαρά.

Ἄλλη μιά φορά σωτηρία στόν κόσμο, πάλι ὁ Θεός ἔρχεται γιά νά σταυρωθῆ.

Ὁ Βασιλιάς τῆς Σιών, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, ξαναέρχεται σ᾽ αὐτήν καί χαρίζει πάλι τή σωτηρία στόν κόσμο. Τό φῶς ἄλλη μιά φορά μᾶς ἐπισκέπτεται καί ἡ πλάνη διαλύεται, ἡ ἀλήθεια λουλουδίζει, χορεύει ἡ Ἐκκλησία καί χηρεύει ἡ Συναγωγή. Πάλι ντροπιάζονται οἱ δαίμονες, σκορπίζει ἡ κατάρα, καί πάλι ταράζονται οἱ Ἑβραῖοι, συντρίβεται ὁ δράκοντας, χαίρονται τά Ἔθνη καί ἡ Σιών στολίζεται.

Ἔρχεται ὁ Χριστός καθισμένος στό πουλάρι, ὅπως σέ θρόνο. Ἀναγαλλιάστε οὐρανοί. Ὑμνῆστε Ἄγγελοι. Εὐφρανθῆτε τά βουνά. Σκιρτῆστε λόφοι. Παφλάστε ποταμοί. Ὁ λαός τῆς Σιών χορέψετε, οἱ Ἐκκλησίες χαρῆτε. Ψάλλετε Ἱερεῖς, προφῆτες ἐλᾶτε πρῶτοι, εὐαγγελιστῆτε μαθηταί, ὑποδεχθῆτε λαοί. Τρέξτε μαζί καί οἱ γέροντες, χορέψετε μητέρες καί τά νήπια τραγουδῆστε. Φωνάξτε νέοι, οἱ φυλές μαζευτῆτε.

Κάθε πλάσμα, κάθε ὕπαρξη, κάθε τάξη, κάθε τι πού ἀναπνέει, ὅλη ἡ γῆ, κάθε ἀξίωμα, ὅλες οἱ ἡλικίες, ὅλες οἱ ἀρχές τῶν ἐθνῶν, ὅλες οἱ βασιλεῖες, ἄς ὑποδεχθοῦν βασιλικά τό βασιλιά τῶν βασιλέων, δεσποτικά τῶν δεσποτῶν τό Δεσπότη. Ἄς προσκυνήσωμε, ἄς τραγουδήσωμε θεϊκά τραγούδια στό Θεό τῶν Θεῶν, στόν αἰώνιο νυμφίο θεϊκούς νυφιάτικους χορούς, ἄς χορέψωμε. Χαρούμενοι ἄς ἀνάψωμε τίς χαρωπές λαμπάδες μας, τούς χιτῶνες τῶν ψυχῶν μας, ὅπως ταιριάζει γιά νά τιμήσουμε τόν Θεό, ἄς ἀλλάξωμε. Ἄς ἑτοιμάσωμε ὄμορφα τούς δρόμους τῆς ζωῆς, τά βαΐα τῆς νίκης ἄς κρατήσωμε γιά τό νικητή τοῦ θανάτου. Καί ἄς σείσωμε τούς βλαστούς τῆς ἐλιᾶς στό βλαστό τῆς Μαρίας. Ἀγγελικά ἄς ὑμνήσουμε τό Θεό τῶν Ἀγγέλων. Ἄς κραυγάσωμε μαζί μέ τά παιδιά, ὅπως πρέπει στό Θεό. Μαζί μέ τό πλῆθος καί ἐμεῖς τήν κραυγή τοῦ πλήθους ἄς ποῦμε: «Ὡσαννά, στόν οὐρανό. Εὐλογημένος αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ».

Ὁ Θεός καί ὁ Κύριος φάνηκε σάν φῶς, ἔλαμψε σ᾽ ἐμᾶς πού καθόμασταν στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Ἐφάνηκε ἡ ἐπανόρθωση γιά ὅσους ἔπεσαν, φάνηκε ἡ σωτηρία τῶν αἰχμαλώτων, φάνηκε ἡ ἀνάβλεψη τῶν τυφλῶν, φάνηκε ἡ παρηγορία γιά ὅσους πενθοῦν, φάνηκε ἡ ἀνάπαυση ὅσων κοπιάζουν. Φάνηκε τῶν διψασμένων τό ξεδίψασμα. Φάνηκε ἡ δικαίωση τῶν ἀδικημένων. Φάνηκε τῶν ἀπελπισμένων ἡ λύτρωση. Φάνηκε ἡ ἕνωση τῶν χωρισμένων. Φάνηκε ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν. Φάνηκε ἡ γαλήνη ὅσων εἶχαν βρεθῆ σέ τρικυμία.

Γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς μαζί μέ τό πλῆθος ἄς φωνάξωμε σήμερα στό Χριστό:«Ὡσαννά», πού θά πεῖ «Σῶσε μας ὁ οὐράνιος Θεός». Ὤ καινούργια πράγματα, θαύματα ἀνέλπιστα! Χτές ὁ Χριστός ἀνέστησε τό Λάζαρο, σήμερα ὁ Ἴδιος βαδίζει πρός τό θάνατο. Σέ ἄλλον χτές, σάν Ζωή, τή ζωή ἐχάρισε καί σήμερα ὁ ζωοδότης ἔρχεται στό θάνατο. Χτές ἔλυσε τά σάβανα τοῦ Λαζάρου, σήμερα ἔρχεται νά τυλιχτῆ στά σάβανα ὁ Ἴδιος, θεληματικά. Χτές ἀπό τό σκοτάδι ἔβγαλε τόν ἄνθρωπο.

Σήμερα γιά τόν ἄνθρωπο ἔρχεται νά μπῆ στά σκότη καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Χτές, ἕξι μέρες πρίν ἀπό τό Πάσχα, ζωντανό καί μέ τίς πέντε αἰσθήσεις, τόν τετραήμερο ὁ Τριήμερος, στίς δυό ἀδελφές τόν ἕνα ἀδελφό τους χαρίζει. Καί σήμερα βαδίζει στό Σταυρό. Στή Μαρία τόν τετραήμερο νεκρό χαρίζει, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία τριήμερο χαρίζει τόν Ἑαυτό Του ὁ Χριστός. Ἐκεῖ μόνο ἡ Βηθανία θαυμάζει. Ἐδῶ ἑορτάζει ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Ἑορτάζει τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, ἔχοντας στό μέσο τό βασιλιά τῶν ἀΰλων Δυνάμεων, ὡς Νυμφίο μαζί καί Βασιλιά. Ἑορτάζει ἑορτή, σάν ἐλιά κατάκαρπη στόν κῆπο τοῦ Θεοῦ, πού πυκνόφυλλη πάντα σκιάζει. Ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία ἑορτή, καί εἶναι σάν κρίνο ἀνοιξιάτικο, ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινό κρίνο, τό θαλερό, πού δέν κρίνει ἀλλά σώζει τόν κόσμο. Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό γιατρευτικό βότανο, πού γιατρεύει ἀληθινά τά πάθη τῶν ἀρρώστων.

Ὅπου ὁ Χριστός εἶναι τό ἀμπέλι πού λέει: «Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι τό ἀληθινό.» Ὅπου ὁ ἐλαιώνας ὁ Ὁποῖος ἀληθινά ἐλεεῖ ὅσους ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν. Ἐκεῖ εἶναι ὅπου ἐβλάστησε ὁ κλάδος ὁ προαιώνιος ἀπό τή ρίζα τοῦ Ἰεσσαί, χωρίς νά καλλιεργήση καί νά σκάψη ὁ γεωργός. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ἡ ἀέναη πηγή. Ἐκεῖ ὅπου δέν ὑπάρχει Φυσών καί Γεών, Τίγρις καί Εὐφράτης, ἀλλά Ματθαῖος, Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ἰωάννης, πού ποτίζουν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τό περιβόλι. Ἐκεῖ ὅπου ὅλη σήμερα ἡ νεολαία, καθώς ἐλαία κατάκαρπη γεμάτη ἀπό ἐλιές, τόν ἐλεήμονα Χριστό παρακαλοῦμε. Φυτεμένοι στό κτῆμα τοῦ Χριστοῦ, ἀνοιξιάτικα μέσα στόν κῆπο Του ἀνθισμένοι, ἑορτάζομε τήν ἑορτή μας, βλέποντας ὅτι ἔχει ὑποχωρήσει ἡ χειμωνιά τοῦ Νόμου. Γιόρταζε, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι τυπικά καί σωματικά, ἀλλά χορεύοντας χορό πνευματικό. Γιόρταζε τή γιορτή σου, βλέποντας τήν πτώση τῶν εἰδώλων καί ζώντας τή δική σου ἀνάσταση.

Προσθέτω τή φωνή μου στήν ἱερή καί ἰσχυρή φωνή τοῦ Παύλου: «Πέρασαν τά παλιά• ὅλα ἰδού, ἔχουν γίνει καινούργια». Ἀλλά καί ἀνέλπιστα. Γι᾽ αὐτό χαρῆτε, χαρῆτε, νεολαία τοῦ Χριστοῦ. Εἶστε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Γιόρταζε, ἡ Ἐκκλησία, ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγαλλίασε. Δική σου εἶναι ἀκέραια ἡ δόξα, γνήσια κόρη τοῦ βασιλιᾶ Χριστοῦ. Καί δέν εἶσαι ἡ χήρα κάποιου ἀλλά τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος, πού ἀνθίζεις, ὄχι στ᾽ ἀριστερά τοῦ Θεοῦ γιά τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά στά δεξιά.

Εἶσαι τό λουλούδι τῆς θεογνωσίας. Δέν σέ μολύνει αἷμα δουλικό, ἀλλά τοῦ Θεοῦ τό Αἷμα σέ σφραγίζει. Δέν λατρεύεις τόν Ὠβήλ ἀλλά τόν Ἐμμανουήλ. Δέν ἀνυμνεῖς τήν Τρωάδα ἀλλά τήν Τριάδα. Δέν τιμᾶς τόν Πλάτωνα παρά τόν Παντοκράτορα Θεό μας. Δέν τιμᾶς τόν ἀλεξίκακο Ἡρακλῆ, ἀλλά τόν Παράκλητο, τόν ποιητή τῶν ὅλων. Δέν προσκυνεῖς τόν Ἀριστοτέλη πού σ᾽ ἔκαμε σοφό, ἀλλά τόν Θεό πού σ᾽ ἔσωσε γιά ὅλους τούς αἰῶνες. Ἔπεσε ὁ Κρόνος γιατί προσέλαβε σάρκα ὁ Θεός Λόγος. Δέν γεννήθηκε μέ συνέργεια ἀνδρός ἀλλά γεννήθηκε μέ δύναμη Θεοῦ ἀπό τή Μαρία. Προσέξετε τή χάρη τῆς ἡμέρας. Δῆτε τή λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς. Χαῖρε λοιπόν καί ἀγαλλίασε, τῆς Σιών κόρη. Γέμισε εὐφροσύνη καί ἀναγάλλιασε ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Γύρισε γύρω τά μάτια σου καί κοίταξε μαζεμένα τώρα, τά σκορπισμένα πρῶτα στά ἔθνη παιδιά σου. Δές τῆς γιορτῆς τήν εὐλάβεια. Δές τοῦ λαοῦ τούς σύμφωνους ὕμνους. Δές ὅλες τίς γλῶσσες ἑνωμένες, ὅλα τά στόματα σάν νά ᾽ναι ἕνα νά ἀναπέμπουν δοξολογικά τόν ἴδιο ὕμνο. Δές τά πρόβατα πού πρῶτα εἶχαν ξεγλιστρίσει ἔξω ἀπό τήν πόρτα σου νά εἶναι τώρα στήν ἀγκαλιά σου. Ἄκουσε τῶν ἐθνῶν τήν ἐπιφήμιση, πού εἶναι τῶν ἀσωμάτων Ἀγγέλων ἡ μίμηση. Πρόσεξε τήν ἁρμονία τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Πρόσεξε ἀνθρώπων πλῆθος πού μοιάζει μέ παρατάξεις Ἀγγέλων. Θεώρησε τούς ψαλμούς σάν ὕμνους Ἀγγέλων καί τά παιδιά σάν ἄκακα ἀρνάκια πού ψάλλουν στό Χριστό καί λένε: «Ὡσαννά στόν οὐράνιο Θεό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται.» Μαζί τους χτύπησε χαρούμενα καί πανηγυρικά καί τό χέρι σου καί φώναξε μέ καθαρή καί λιονταρήσια φωνή λόγους ἑόρτιους καί εὐχαριστήριους. Ἰδού ἐγώ καί τά παιδιά πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, σ᾽ ἐμένα πού ἤμουν κάποτε ἄτεκνη καί ἀσήμαντη στεῖρα. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε, ἀλλά καί πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Θεός μας καί Κύριος εἶναι καί φάνηκε γιά μᾶς Αὐτός πού ἔρχεται καί πού ὁ κόσμος ὁλόκληρος δέν μπορεῖ νά Τόν περικλείσει.

Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται χωρίς νά ἀπομακρύνεται ἀπό τόν οὐρανό. Εὐλογημένος ἄς εἶναι Αὐτός πού ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος, καί πού θά ἔρθει πάλι ὡς Θεός. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἦρθε σ᾽ ἐμένα συμβολικά καβαλλικεύοντας σέ γαϊδουράκι σάν νά ᾽ταν πάνω σέ Χερουβίμ. Ἄκουσε τί μᾶς λέει ὁ ἱεροκήρυκας Εὐαγγελιστής τῆς ἑορτῆς. Ὅταν πλησίαζε ὁ Κύριος στή Βηθφαγή καί στή Βηθανία, κοντά στό βουνό πού λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπό τούς μαθητάς Του παραγγέλλοντάς τους: «Πηγαίνετε στό ἀπέναντι χωριό καί καθώς μπαίνετε θά βρῆτε γαϊδουράκι δεμένο. Λύστε το καί φέρτε το ἐδῶ.» Ἔκαμαν οἱ Μαθηταί ὅπως τούς παράγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Ἔστρωσαν τά ροῦχα τους στό γαϊδουράκι καί καβαλλίκεψε ὁ Ἰησοῦς. Καί ὅταν ἔφτασε στούς πρόποδες τοῦ βουνοῦ, ὁ κόσμος πού εἶχε συναχτῆ γιά τήν ἑορτή, πῆραν κλαδιά φοινίκων καί βγῆκαν νά ὑποδεχθοῦν τόν Ἰησοῦ. Καί ὅσοι πήγαιναν μπροστά καί ὅσοι ἀκολουθοῦσαν φώναζαν: «Ὡσαννά στό γιό τοῦ Δαυΐδ, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στ᾽ ὄνομα τοῦ Κυρίου.»

Αὐτή εἶναι ἡ Δεσποτική παρουσία στήν παροῦσα ἑορτή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παλαιά καί ἡ νέα παραμονή στήν Σιών τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων. Αὐτή εἶναι ἡ πανηγυρική καί πάνδημη ἔλευση τῆς σημερινῆς ἡμέρας τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων. Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, τώρα, ὅλο τό πλῆθος πού ἤρθαμε στήν ἑορτή, ἄς βγοῦμε νά Τόν ὑποδεχτοῦμε, ὁρατοί καί ἀόρατοι ἑορτασταί, οἱ προφῆτες πού προηγοῦνται χρονικά, καί οἱ διδάσκαλοι καί ὅσοι ἀκολουθοῦν τό γαϊδουράκι, ὅλοι ὅσους δένει ἀναμεταξύ τους ἡ πίστη στό Θεό.

Σήμερα τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια μαζί ἄς ψάλλουν. Κάθε στόμα καί πνεῦμα ἄς ἀνοίξη γιά τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τά Χερουβίμ βροντοφωνῆστε: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος ὁ Τρισάγιος, Σαβαώθ• ἀπό τή δόξα Του γεμᾶτος ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ.» Σεραφείμ, ὑμνῆστε, προφῆτες, κηρύξετε. Ἄς λέη ὁ ἄλλος:«Χαῖρε, Κόρη τῆς Σιών, διαλάλησε, Κόρη τῆς Ἱερουσαλήμ.» Καί ὁ ἄλλος ἄς κραυγάση ἀτενίζοντας τό βασιλέα Χριστό: «Ἰδού τό ἀρνί τοῦ Θεοῦ, πού σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.» Κι ἄλλος ἄς διαλαλήση γιά τόν Ἴδιο τόν Κύριο: «Αὐτός εἶναι ὁ Θεός μας• δέν θά σταθῆ ἄλλος κοντά Του.» Καί κάποιος ἄλλος ἄς προσθέση: «Ἰδού ὁ ἄνθρωπος μαζί καί Θεός, Ἀνατολή εἶναι τό ὄνομά Του.» Καί ὁ Δαυΐδ ἀτενίζοντας τό Χριστό πού προῆλθε ἀπό τή γενιά του, ἄς ψάλλη: « Εἶναι Θεός καί Κύριός μας καί παρουσιάστηκε γιά μᾶς.» Κάποιος ἄλλος τό γόνυ κλίνοντας ἄς πῆ στό Χριστό: «Ὁλόκληρη ἡ γῆ ἄς σέ προσκυνήση.» Καί ἄλλος ἄς προτρέψη τούς λαούς: «Συγκροτῆστε γιορτή στόν ἴσκιο ὡς τίς ἄκρες τοῦ θυσιαστηρίου.»

Ἔτσι γινόταν παλαιά ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου μας μέ τό πουλάρι στή Σιών. Πάνδημη ὁμόνοια, οἱ χοροί τῶν Πατέρων, τῶν δικαίων ὁ λαός, τά πνεύματα τῶν προφητῶν, τά παιδιά τῶν Ἑβραίων, τά νήπια τῶν μητέρων, τά πλήθη τῶν Ἀγγέλων. Ἄλλοι ἅπλωναν τίς φτεροῦγες τους, ἄλλοι κρατοῦσαν τά βάγια κι ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν. Τοῦτοι ἔκοβαν κλαδιά, ἐκεῖνοι ἔπλεκαν στεφάνια, αὐτοί ἔλυναν τό γαϊδουράκι, ἄλλοι ἔστρωναν τά ροῦχα τους, ἄλλοι ἄνοιγαν τίς πύλες κι ἄλλοι καθάριζαν τού δρόμους. Αὐτοί ἑτοίμαζαν τό γαϊδουράκι κι ἐκεῖνοι διαλαλοῦσαν τή νίκη, ἄλλοι κουνοῦσαν τά κλαδιά κι ἄλλοι ἔλεγαν στά νήπια: «Ὑμνῆστε, παιδιά, τό Κύριο». Τά παιδιά ἀποκρίνονταν: «Ὡσαννά, εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου.» Ὤ καινούργια πράγματα κι ἀνέλπιστα θαύματα τῆς ἑορτῆς. Τά παιδιά σάν θεολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς Θεό τό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς τόν ὑβρίζουν. Τόν προσκυνοῦν παιδιά πού θηλάζουν, καί δείχνουν ἀσέβεια οἱ διδάσκαλοι. Τά παιδιά τραγουδοῦν «Ὡσαννά» καί οἱ Ἑβραῖοι κραυγάζουν νά σταυρωθῆ. Αὐτά ἔρχονται μέ τά βάγια στό Χριστό κι ἐκεῖνοι Τόν ζυγώνουν μέ μαχαίρια. Αὐτά κόβουν κλαδιά κι ἐκεῖνοι ἑτοιμάζουν τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Τά παιδιά στρώνουν τά ροῦχα τους στό Χριστό καί οἱ ἱερεῖς σκίζουν τά ροῦχα τοῦ Χριστοῦ.

Τά παιδιά ἀνεβάζουν τό Χριστό στό γαϊδουράκι κι οἱ γέροντες ἀνεβάζουν τό Χριστό στό Σταυρό. Τά παιδιά προσκύνησαν τά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι ἐκεῖνοι κάρφωσαν μέ τά καρφιά τά πόδια τοῦ Χριστοῦ.Τά παιδιά Τοῦ ἀφιερώνουν τόν ὕμνο κι αὐτοί Τοῦ προσφέρουν τό ξίδι. Τά παιδιά τήν τιμή καί τή χολή ἐκεῖνοι. Τά παιδιά κουνοῦν τά βάγια κι αὐτοί μέ τή ρομφαία Τόν τρυποῦν. Τά παιδιά ὑμνοῦν τό Χριστό πάνω στό πουλάρι κι αὐτοί Τόν ἀναβάτη τοῦ πουλαριοῦ πουλοῦν. «Τό βόδι κατάλαβε τόν Κύριό του, ὅταν πλησίασε στή φάτνη Του κι οἱ λαοί ἀναγνώρισαν τόν κατακτητή τους. Ὁ Ἰσραήλ μόνο δέν ἀναγνώρισε τό Χριστό τό Θεό του.»

Οἱ ἄγριες κάποτε φυλές, θεοφίλητες ἔγιναν, οἱ ἄνομοι ἔννομοι καί οἱ ἔννομοι παράνομοι. Ἄς εἶναι. Δέν ντράπηκες τούς προφῆτες, σκότωσες τούς ἱερεῖς, διέστρεψες τίς Γραφές, κατέλυσες τό Νόμο, καταπριόνισες τούς δικαίους, ἀψήφησες τό Μωυσῆ, κατέσφαξες τούς γιούς, ἐβεβήλωσες τό Ναό, παράτησες τό Θεό, δέν ἐπίστεψες στό Χριστό, ἐξευτέλισες τά θαύματα, δυσπίστησες γιά τό Λάζαρο, δέν ἐπίστεψες στούς τυφλούς πού ξαναβρῆκαν τό φῶς τους. Καλά ὅλα αὐτά. Τί ἔχεις ὅμως νά πῆς γι᾽ αὐτά τά παιδιά; Τί δογματίζεις γιά τόν ὕμνο τῶν νηπίων; Πές μου ποιός τά ἐφώτισε; Ποιός τά ἐδίδαξε; Ἤ ποιός τά παρώτρυνε καί τούς ἔδωσε τή γνώση; Ποιός ξαφνικά στ᾽ ἀμάθητα παιδιά ἔδωσε τό λόγο, ἄν ὄχι ὁ Χριστός ὁ προαιώνιος Λόγος; Τώρα οἱ νέοι καί τά παιδιά καί τά νήπια, πού μέ τό ἕνα χέρι κρατοῦν τό μητρικό μαστό, τόν ἀγγελικό ὕμνο ἀναμέλπουν. Κρατοῦνε τό μαστό μέ τό ἕνα χέρι καί μέ τό ἄλλο κουνοῦνε τά κλαδιά στό Χριστό. Τά παιδιά, ἡ φύση χωρίς νά ἔχη πεῖρα τοῦ λόγου, θεολογοῦν: ἀμέσως τό λόγο τόν προφητικό, τῶν Ἀγγέλων τόν ὕμνο προσφέρουν, σάν δῶρο στό Θεό καί κραυγάζουν : «Ὡσαννά στόν οὐρανό. Εὐλογημένος Αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα Κυρίου.

Εἶναι ὁ Θεός καί Κύριός μας κι ἦρθε γιά μᾶς.» Μέσα στό ξέσπασμα τῆς χαρᾶς καί τῆς ἑορτῆς, παίρνοντας θάρρος ἀπευθύνω τίς ἐρωτήσεις μου σ᾽ αὐτά τά ἔνθεα παιδιά. Τί λέτε, παιδιά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ ὑμνολόγοι. Πῶς συγχρονίζετε τίς φωνές σας μέ τόν ὕμνο τῶν Χερουβίμ; Καί πῶς, ἐνῶ σάν ἄνθρωπο βλέπετε τό Χριστό στό γαϊδουράκι, κραυγάζετε ὅπως ταιριάζει στό Θεό «Ὡσαννά στόν οὐράνιο»; Ναί, μᾶς λένε τά παιδιά μέ τή θεία γλῶσσα. Στό γαϊδουράκι κάθεται ὁ Χριστός, χωρίς νά ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπό τόν πατρικό κόλπο. Στό γαϊδουράκι κάθεται, ἀλλά τό θρόνο τῶν Χερουβίμ δέν ἐγκαταλείπει. Ἀλλά Αὐτός ὁ ἔνσαρκος πού ζεῖ ἀνάμεσα στούς θνητούς, ὁ Ἴδιος συγχρόνως καί στόν οὐρανό ὑπάρχει ἀληθινός Θεός, ὁ Κύριος τῶν πάντων, τοῦ κόσμου, τῶν ἐθνῶν. Εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ὁ δωρητής.

Εἶναι ὁ δημιουργός καί ὁ ὁδηγός καί ὁ Σωτήρας ὅλων. Αὐτός κάμει τήν εἴσοδό Του στήν κάτω Ἱερουσαλήμ καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἀνωτέρω. Αὐτός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν αἰώνων. Ἔρχεται ἀπό τήν αἰωνιότητα καί πορεύεται στήν αἰωνιότητα. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος δημιουργός τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτός βαδίζει στή θάλασσα σάν νά εἶναι στή γῆ. Αὐτός τυλίγει τή θάλασσα μέ τήν ὁμίχλη. Αὐτός ἔβαλε κορωνίδα τοῦ κόσμου τόν ἄνθρωπο. Αὐτός ἐρρύθμισε τά ὅρια τῶν θαλασσῶν. Αὐτός ἅπλωσε τή γῆ μετέωρη στό κενό. Αὐτός φρόντισε τήν ὀμορφιά τῶν λουλουδιῶν. Αὐτός ἅπλωσε σάν ροῦχο τόν οὐρανό καί μέ λαμπρά τόν ἐστόλισε ἀστέρια. Αὐτόν τρέμουν τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ φοβοῦνται. Αὐτόν ὑμνεῖ ὁ ἥλιος καί δοξολογεῖ ἡ σελήνη. Αὐτόν ψάλλουν τά ἄστρα κι ὑπηρετοῦν οἱ πηγές. Αὐτόν φοβοῦνται οἱ ἄβυσσοι, μπροστά Του τά τάρταρα δειλιάζουν.

Σ᾽ Αὐτόν ὑπακούουν τά θηρία τῆς θάλασσας κι οἱ δράκοντες τρέμουν. Αὐτόν ὑπηρετοῦν οἱ βροχές καί τά πνεύματα σέβονται. Αὐτός ἔδωσε στόν καθένα τό φυσικό του, ἐδημιούργησε τά πλάσματα, χώρισε τίς τάξεις. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν ὄντων τῆς γῆς καί τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Θεός καί Κύριός μας. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες. Ἀμήν

ἡμεῖς δὲ πίστει ἀμεταθέτῳ, ἀεὶ τιμῶντες ὡς εὐεργέτην, διαπαντὸς βοήσωμεν αὐτῷ· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

Ἡ Ὑπακοὴ
Ἦχος πλ. β'
Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον, μετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον, οἱ ἀγνώμονες Χριστόν, Ἰουδαῖοι τὸν Θεόν, ἡμεῖς δὲ πίστει ἀμεταθέτῳ, ἀεὶ τιμῶντες ὡς εὐεργέτην, διαπαντὸς βοήσωμεν αὐτῷ· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.


 

Δημοφιλείς αναρτήσεις