Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023

...να μετριάσεις την εμπιστοσύνη στη διαίσθηση σου… (όσιος Σωφρόνιος)

Επιστολή 32 
Εργασία επάνω στον εαυτό της. Διαίσθηση και αγιότητα. 
The Old Rectory 
13 Ιανουαρίου 1968 
Αγαπητή μου Μαρία, 
Να πληθαίνει αδιάκοπα σ’ εσένα η Άνωθεν ευλογία και η ειρήνη του Χριστού να βασιλεύει στην ψυχή σου. 
Σήμερα είναι ιδαίτερα σημαντικό ν’ αρχίσω το γράμμα μου επικαλούμενος για σένα την Άνωθεν ειρήνη. Με αναγκάζεις να σου γράψω αμέσως εφόσον το τελευταίο γράμμα μου σε σύγχυσε με αμφιβολίες. Γράφεις: «Παλαιότερα η διαίσθησή μου ποτέ δεν με είχε παραπλανήσει. Τώρα όμως χάρηκα που είδα ότι έσφαλα». 
Σε παρακαλώ, μη βάζεις τον άνθρωπο σε τόσο δύσκολη θέση, όταν για κάθε απάντηση μπορείς να βρίσκεις κάτι το αρνητικό. Σήμερα θέλω να σου γράψω ότι όχι μόνο η διαίσθησή σου σε σχέση με το γράμμα μου ήταν λανθασμένη, αλλά και ότι γενικά το να εμπιστεύεσαι τόσο πολύ τη διαίσθησή σου, δεν είναι ακίνδυνο πράγμα. Και το δεύτερο αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από το πρώτο. Για το ότι είχα πάντοτε τα καλύτερα αισθήματα για σένα δεν πρέπει να αμφιβάλλεις. Έχεις θαυμάσια καρδιά, ωστόσο όμως και συ ακόμη πρέπει να εργάζεσαι επάνω στον εαυτό σου, για να τον κάνεις ακόμη πιο άνετο με τους ανθρώπους που σε αγαπούν. Να γίνεις τέτοια, που να μη προκαλούνται ούτε προστριβές ούτε λάθη ούτε παρεξηγήσεις μαζί σου. Τέτοιος ήταν ο Γέροντας Σιλουανός. Συνεπώς, Μαρία, αν πρόκειται για εφήμερα πράγματα, τότε τα λάθη δεν είναι τόσο ουσιαστικά. Αν όμως εμπιστευόμαστε τη διαίσθησή μας για πράγματα υπέρτατης σημασίας, τότε το κάθε λάθος μπορεί να απειλήσει τον άνθρωπο ακόμη και με απώλεια. Με την έννοια λοιπόν αυτή να υπακούς στην πείρα των αρχαίων ασκητών, που δεν επιτρέπει να εμπιστευόμαστε σε τέτοιο βαθμό τη διαίσθησή μας. 
Δυστυχώς στον κόσμο γίνεται διαρκώς αυτό το λάθος. Πρέπει αναπόφευκτα να χειραγωγούμαστε με το «όργανο» εκείνο που έχουμε. Είτε βέβαιοι είτε όχι, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το καρδιακό μας ραντάρ. Οπωσδήποτε όμως οφείλουμε να υπερνικήσουμε την αυτοπεποίθησή μας με δύσκολο αγώνα, ψυχικό και διανοητικό. Η διαίσθησή μας θα ήταν απολύτως ορθή, αλάθητη, αν ήμασταν ολότελα άγιοι. Αν όμως δεν έχουμε φθάσει σε αυτή την αγιότητα, τότε και η διαίσθησή μας, όπως και η λογική μας, δεν λειτουργούν εντελώς σωστά. Κάπου έγραφα ότι τα συμπεράσματα της λογικής μας παρουσιάζονται σε μας με «ψυχολογικό και αυθόρμητο» τρόπο ως τα πιο οφθαλμοφανή και αναμφίβολα[1]. Αν όμως συλλογισθούμε πράγματι βαθύτερα μήπως είναι έτσι αυτό, τότε θα πεισθούμε ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό με μας. Γιατί; Διότι βεβαίως για τον άνθρωπο το ζητούμενο αληθινά και αποκλειστικά είναι μόνο η απολύτως δίκαιη κρίση. Γι’ αυτήν όμως είναι απαραίτητο να κατέχουμε τη Θεία Παγγνωσία, που εμείς δεν έχουμε. 
Στη λογική μας σκέψη υπάρχει μία ανυπέρβλητη ατέλεια: Εκείνα τα επιχειρήματα που κατέχουμε ή εκείνες οι αρχές, με βάση τις οποίες βγαίνουν τα συμπεράσματα, ποτέ δεν αποδεικνύονται στην πράξη επαρκή. Στην ασήμαντη καθημερινότητα της υπάρξεώς μας ακόμη και τέτοια λογική με τα ανεπαρκή αυτά συμπεράσματα είναι κάπως ωφέλιμη. Αλλά στην αναζήτηση της Αιώνιας Αλήθειας βγαίνουμε από τα όρια όλων εκείνων που βλέπουμε ή ακόμη και νοούμε. Και αυτό δεν μας επιτρέπεται να το ξεχνούμε. Συνεπώς, χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις, επίτρεψέ μου να σου συστήσω να μετριάσεις την εμπιστοσύνη στη διαίσθησή σου … 
[1] Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 212 κ.ε.

Αρχιμ. Σωφρονίου, 
«Γράμματα στη Ρωσία», 
Έκδοσις Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ

ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ


 Πηγή : εδώ 

ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ 

 Γεώργιος Κόρδης 

Στην βυζαντινή ζωγραφική, που είναι ελληνικός εικαστικός τρόπος, ποτέ δεν είναι προτεραιότητα ο εξεικονισμός του συναισθηματικού κόσμου των εικονιζομένων προσώπων που συμμετέχουν σε γεγονότα. Ακολουθώντας μάλλον την ανάλογη διαχείριση της ελληνικής κλασσικής περιόδου, οι βυζαντινοί μαΐστορες αποδίδουν τα αισθήματα των εικονιζομένων αλλά όχι τα συναισθήματά τους που είναι έτσι κι αλλιώς ιδιατέρως τρεπτά και δευτερεύοντα. 
Έτσι εικονίζουν συχνά την σταθερή αγάπη και την τρυφερότητα που νιώθει η Παναγία για τον Χριστό, αλλά όχι τη χαρά της ή άλλα συνασθήματά της που πιθανότατα θα ένιωθε σε διάφορες στιγμές. 
Εκφράζουν το πένθος αλλά όχι την λύπη και τον εσωτερικό πόνο που νιώθει ένα πρόσωπο μπροστά στον θάνατο αγαπημένου. 
Έτσι η ζωγραφιά, αφού δεν είναι στερημένη αισθημάτων είναι αληθινή, αλλά δεν εκφυλίζεται σε τόπο έκφρασης συναισθηματισμού ο οποίος δεν περιγράφει κάτι περισσότερο από την στιγμιαία, δηλαδή τρεπτή, κατάσταση ενός προσώπου. Αντίθετως, αποτυπώνοντας τα αισθήματα δηλώνεται η υπαρξιακή (περισσότερο σταθερή) κατάσταση των εικονιζομένων, το πώς στέκονται και πώς συμμετέχουν ουσιαστικά στα γεγονότα της ζωής. 
Η εικαστική έκφραση των αισθημάτων στην Βυζαντινή ζωγραφική, όπως και στην ελληνική τέχνη της κλασσικής περιόδου, γίνεται μέσα από τις κινήσεις τους και τον τρόπο της σύνθεσης κι όχι τόσο με τις συσπάσεις των χαρακτηριστικών του προσώπων τους και συχνά με την χρήση κωδικοποιημένων στάσεων που συνιστούν σε κάθε κοινωνία μια άδηλη γλώσσα επικοινωνίας κοινής αποδοχής. 
Δύο όμορφα παραδείγματα από το τοιχογραφικό συνολο του Αγίου Παντελεήμονα στο Νέρετζι (Βόρεια Μακεδονία) 1164μχ. 
Το πρώτο είναι η κεφαλή του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος θρηνεί όπως και όλα τα πρόσωπα της σκηνής του Επιταφίου Θρήνου ενώ κρατεί σεβαστικά και τρυφερά το χέρι του νεκρού Χριστού. Εδώ εκφράζεται ο θρήνος για τον θάνατο του Διδασκάλου αλλά και η αγάπη του γι' αυτόν χωρίς συνασθηματισμό. 

 

Το δεύτερο είναι από το Γεννέσιο της Θεοτόκου. Η κλινήρης λεχώ Αγία Άννα έχει αγκαλιάσει με το δεξί της χέρι μια θεραπαινίδα (για να στηριχτεί ή να την στηρίξει) η οποία έχει γείρει επάνω της και τρυφερά αγγίζει την κοιλιά της (για να της πάρει τον πόνο του τοκετού ή για να εκφράσει την αγάπη της γι' αυτήν;). Υπέροχο δείγμα εικαστικής έκφρασης τόσων πολλών για την ψυχική κατάσταση των εικονιζομένων με τόσο λιτό τρόπο χωρίς το έργο να ευτελίζεται σε ένα συναισθηματικό και μελλοδραματικό τοπίο.

Για τη χαρά της ψυχής εκείνου που άρχισε να υπηρετεί τον Θεό.



Αββάς Αμμωνάς. 
Λόγος Β΄ 
Για τη χαρά της ψυχής εκείνου που άρχισε να υπηρετεί τον Θεό.

Αγαπητοί αδελφοί, ας κλάψουμε όσο μπορούμε περισσότερο ενώπιον του Θεού, μήπως η αγάπη του μας στείλει δύναμη που θα μας περιφρουρεί, ώσπου να νικήσουμε τους πονηρούς δαίμονες, τους οποίους συναντούμε μπροστά μας και με τους οποίους συνεργαστήκαμε στο παρελθόν. 
Ας επιθυμούμε να ζούμε ειρηνικά με όλους (πρβλ. Ρωμ. 12:18), μικρούς και μεγάλους. Αυτή η ειρήνη θα μας προφυλάξει από το μίσος, όταν αυτό έρθει να μας συναντήσει. 
Όποιος αρρώστησε, αυτός αντιλήφθηκε την αξία της υγείας. 
Όποιος στεφανώνεται, στεφανώνεται γιατί νίκησε τους εχθρούς του βασιλιά.

Υπάρχουν πάθη, υπάρχουν και αρετές. Αν δεν αγωνιζόμαστε (ν’ απαλλαγούμε από τα πρώτα και ν’ αποκτήσουμε τις δεύτερες), θα φανούμε προδότες.

Μετά τον Θεό, η ανδρεία της καρδιάς βοηθάει την ψυχή (στον αγώνα της), όπως ακριβώς η ακηδία βοηθάει την κακία.

Η δύναμη εκείνων που θέλουν ν’ αποκτήσουν τις αρετές, φαίνεται σε τούτο: Όταν πέφτουν, δεν αποκαρδιώνονται, αλλά συνεχίζουν με ζήλο τον αγώνα.

Τα εργαλεία των αρετών είναι οι σωματικοί κόποι που καταβάλλονται με επίγνωση

Τα πάθη γεννούν τις αμαρτίες από την αμέλεια μας.

Η αποφυγή της κατακρίσεως του πλησίον προστατεύει σαν τείχος όσους αγωνίζονται με επίγνωση. Απεναντίας, η κατάκριση του πλησίον, με την αγνωσία της, γκρεμίζει αυτό το τείχος.

Ο έλεγχος της γλώσσας δείχνει άνθρωπο αγωνιστή, ενώ η ανεξέλεγκτη γλώσσα φανερώνει έλλειψη αρετής.

Η ελεημοσύνη, όταν γίνεται με επίγνωση, γεννά την προόραση και οδηγεί στην αγάπη, ενώ η ανελεημοσύνη φανερώνει έλλειψη αρετής.

Η αγαθότητα γεννά την αγνεία, ενώ ο περισπασμός γεννά τα πάθη.

Η σκληροκαρδία γεννά την οργή.

Η ψυχή ασκείται με την αποφυγή του περισπασμού, ενώ το σώμα ασκείται με τη στέρηση.

Καταστροφή της ψυχής είναι η αγάπη του περισπασμού, ενώ διόρθωση της είναι η ησυχία που ασκείται με επίγνωση.

Ο πολύς ύπνος ξεσηκώνει τα σωματικά πάθη, ενώ η μετρημένη αγρυπνία σώζει την ψυχή.

Ο πολύς ύπνος κάνει αναίσθητη την καρδιά, ενώ η σωστή αγρυπνία την κάνει ευαίσθητη.

Ο πολύς ύπνος σκοτίζει την ψυχή, ενώ η μετρημένη αγρυπνία τη φωτίζει.

Είναι καλύτερα να κοιμάσαι, σωπαίνοντας με επίγνωση, παρά να αγρυπνείς με φλυαρίες.

Το πένθος διώχνει όλα τα πάθη δίχως ταραχή. Μην πληγώνεις τη συνείδηση του πλησίον, και θα γεννηθεί μέσα σου η ταπεινοφροσύνη. Ο έπαινος των ανθρώπων γεννά σιγά-σιγά την υπερηφάνεια, ενώ η αγάπη της ανέσεως διώχνει την πνευματική γνώση.

Η εγκράτεια στην τροφή ταπεινώνει τα πάθη, ενώ η επιθυμία των φαγητών εύκολα τα ξεσηκώνει.

Ο στολισμός του σώματος είναι καταστροφή της ψυχής, ενώ η φροντίδα γι’ αυτό με φόβο Θεού είναι ωφέλιμη.

Η προσοχή στις εντολές του Θεού γεννά τον φόβο του Θεού στην ψυχή, ενώ η καταπάτηση της συνειδήσεως διώχνει από την καρδιά τις αρετές.

Η αγάπη προς τον Θεό ελευθερώνει την ψυχή, ενώ η έλλειψη του θείου φόβου την υποδουλώνει.

Το κλειστό στόμα, αν σωπαίνει με επίγνωση, υψώνει τη διάνοια προς τον Θεό, ενώ η πολυλογία γεννά την ακηδία και τη μανία.

Η απάρνηση του θελήματος σου, για χάρη του πλησίον, σημαίνει ότι ο νους σου γνωρίζει τις αρετές, ενώ η εμμονή στο θέλημα σου ενάντια στον πλησίον σημαίνει ότι τις αγνοεί.

Η μελέτη (των Γραφών που γίνεται) με φόβο Θεού προφυλάσσει την ψυχή από τα πάθη, ενώ τα κοσμικά λόγια τη σκοτίζουν, στερώντας της το φως των αρετών.

Η αγάπη προς τα υλικά πράγματα ταράζει τον νου και την καρδιά, ενώ η απάρνησή τους ανακαινίζει τον νου και την καρδιά.

Η απόκρυψη των λογισμών φανερώνει επιδίωξη της τιμής του κόσμου και της αισχρής δόξας του, ενώ η πρόθυμη εξαγόρευση τους στους πνευματικούς πατέρες τους απομακρύνει.

Σε σπίτι δίχως πόρτα και παράθυρα μπαίνει όποιο ερπετό θέλει. Με τέτοιο σπίτι μοιάζει εκείνος που κοπιάζει, αλλά δεν ασφαλίζει τους κόπους του.

Όπως η σκουριά κατατρώει το σίδερο, έτσι και η τιμή των ανθρώπων κατατρώει την καρδιά που θα την αποδεχθεί.

Πρώτη απ’ όλες τις αρετές είναι η ταπεινοφροσύνη, ενώ πρώτο απ’ όλα τα πάθη είναι η γαστριμαργία.

Αποκορύφωμα των αρετών είναι η αγάπη, ενώ αποκορύφωμα των παθών είναι η αυτοδικαίωση.

Όπως το σκουλήκι κατατρώει και αφανίζει το ξύλο, έτσι και η κακία παίρνει από την ψυχή το φως των αρετών και τη σκοτίζει.

Όταν η ψυχή ριχθεί μπροστά στον Θεό, υπομένει ατάραχα τις προσβολές, ενώ τα δάκρυά της δεν στερεύουν από τις ανθρώπινες τιμές.

Η έλλειψη της αυτομεμψίας μας κάνει να μην έχουμε υπομονή την ώρα της οργής.

Η ενασχόληση του νου με κοσμικούς λογισμούς ταράζει την καρδιά, ενώ τον ίδιο τον ντροπιάζει, όταν προσεύχεται στον Θεό, γιατί δεν έχει παρρησία.

Η αγάπη των κοσμικών υποθέσεων σκοτίζει την ψυχή, ενώ η τέλεια αδιαφορία γι’ αυτές της χαρίζει πνευματική γνώση.

Η αγάπη προς τους κόπους είναι μίσος εναντίον των παθών, ενώ η οκνηρία εύκολα τα προκαλεί.

Μην προσκολληθείς σε κανέναν τρόπο ζωής, και ο λογισμός σου θα είναι ήρεμος.

Μη στηρίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις, και η βοήθεια του Θεού θα σε ακολουθεί.

Μην εχθρεύεσαι κανέναν άνθρωπο, γιατί αλλιώς ο Θεός δεν θα δέχεται την προσευχή σου,

Να ζεις ειρηνικά με όλους, για να έχεις παρρησία στην προσευχή.

Φύλαγε τα μάτια σου, και η καρδιά σου δεν θα στραφεί στα πονηρά.

Όποιος παρατηρεί οτιδήποτε ηδονικά, διαπράττει μοιχεία.

Μη θελήσεις ν’ ακούσεις κακό γι’ αυτόν που σε λύπησε, για να μην τον εκδικηθείς μέσα στην καρδιά σου.

Φύλαγε την ακοή σου, για να μην προξενήσεις στον εαυτό σου πολέμους.

Να εργάζεσαι το εργόχειρο σου, για να βρίσκουν οι φτωχοί ψωμί σ’ εσένα. Η αργία είναι θάνατος και απώλεια της ψυχής.

Η αδιάλειπτη προσευχή ελευθερώνει, ενώ η προοδευτική αμέλεια είναι μητέρα της λήθης.

Όποιος περιμένει σύντομο θάνατο, δεν θα πέσει σε πολλές αμαρτίες, ενώ όποιος προσδοκά μακροβιότητα, θα πέσει.

Ο Θεός φροντίζει να καθαρίσει από κάθε αμαρτία αυτόν που ετοιμάζεται να του δώσει λόγο για όλα τα έργα του. Όποιος, όμως, αδιαφορεί και λέει ότι θα προλάβει να ετοιμαστεί, μένει με τις κακίες του.

Πριν από κάθε έργο σου, να σκέφτεσαι καθημερινά που βρίσκεσαι και που πρόκειται να πας μετά την έξοδό σου από το σώμα. Έτσι, δεν θα παραμελήσεις την ψυχή σου καμιά μέρα.

Να σκέφτεσαι τη δόξα που απέκτησαν όλοι οι άγιοι, και ο ζήλος τους σιγά-σιγά θα σε ελκύσει.

Να σκέφτεσαι, επίσης, την καταισχύνη των αμαρτωλών, και θα προφυλαχθείς από τις κακίες.

Να συμβουλεύεσαι πάντοτε τους πνευματικούς σου πατέρες, και θα έχεις ανάπαυση σ’ όλη σου τη ζωή.

Πρόσεχε τον εαυτό σου, και, αν αντιληφθείς ότι ο αδελφός σου είναι λυπημένος μαζί σου, μην τον περιφρονήσεις, αλλά βάλε του μετάνοια με φωνή ικετευτική, ώσπου να τον καθησυχάσεις.

Πρόσεχε να μην είσαι σκληρόκαρδος με τον αδελφό σου, γιατί όλους μας πολεμάει η έχθρα.

Αν συγκατοικείς με αδελφούς, μην τους διατάξεις σε καμιά περίπτωση, αλλά κακοπάθησε μαζί τους, για να μη χάσεις τον μισθό σου.

Αν οι δαίμονες σε κάνουν ν’ ανησυχείς για τροφές και ρούχα, θυμίζοντας σου την ντροπή που έχει η μεγάλη φτώχεια, μην τους δώσεις καμιάν απόκριση, αλλά παραδώσου ολόψυχα στον Θεό και θα έχεις ανάπαυση.

Πρόσεχε μην παραμελείς τις ακολουθίες σου, γιατί αυτές είναι που φωτίζουν την ψυχή.

Αν έκανες καλές πράξεις, μην καυχιέσαι γι’ αυτές. Αν, πάλι, έκανες πολλές αμαρτίες, μη λυπηθείς υπερβολικά, αλλά πρόσεχε την καρδιά σου, για να μην ξαναπέσεις σ’ αυτές. Κι αν είσαι σοφός, θα φυλαχθείς από την υπερηφάνεια.

Αν σε ενοχλεί η πορνεία, να ταλαιπωρείς πάντοτε το σώμα σου με ταπείνωση ενώπιον του Θεού και να μην αφήνεις την καρδιά σου να πιστέψει ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες σου. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν σε πολεμάει η γαστριμαργία με την επιθυμία φαγητών, σκέψου τη δυσοσμία στην οποία καταλήγουν. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν σε πιέζει η καταλαλιά εναντίον του αδελφού σου, σκέψου ότι θα λυπηθεί, αν το μάθει, και θα ντρέπεσαι να τον συναντήσεις. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν σε κυριεύει η υπερηφάνεια, σκέψου ότι εξαιτίας της πάνε χαμένοι όλοι σου οι κόποι και ότι δεν υπάρχει μετάνοια για όσους υπακούνε σ’ αυτήν. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν πολεμάει την καρδιά σου, η περιφρόνηση του πλησίον, σκέψου ότι γι’ αυτήν ο Θεός θα σε παραδώσει στα χέρια των εχθρών σου. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν ελκύει την καρδιά σου η ομορφιά του σώματος, σκέψου τη δυσοσμία του, όταν θα νεκρωθεί. Έτσι θα ησυχάσεις.

Αν σε πολεμάει η ηδονή των γυναικών, που τη βρίσκεις πολύ ευχάριστη, σκέψου που βρίσκονται όσες γυναίκες πέθαναν. Έτσι θα ησυχάσεις.

Ο διακριτικός άνθρωπος, αφού τα συγκεντρώσει και τα εκτιμήσει όλα αυτά, αγωνίζεται για τα καλά και αποφεύγει τα κακά. Είναι, όμως, αδύνατο ν’ αποκτήσει κανείς τη διάκριση, αν δεν ακολουθήσει τη σωστή μέθοδο: Πρώτα να καλλιεργήσει την ησυχία. Η ησυχία γεννά την άσκηση και την κατάνυξη. Η κατάνυξη γεννά τον φόβο. Ο φόβος γεννά την ταπείνωση και την προόραση. Η προόραση γεννά την αγάπη. Η αγάπη χαρίζει στην ψυχή ανοσία, δηλαδή απάθεια. Και όταν, ύστερα απ’ όλα αυτά, φτάσει ο άνθρωπος στην απάθεια, διαπιστώνει πως είναι πιο κοντά στον Θεό.

Όποιος, λοιπόν, θέλει να τιμηθεί με τις αρετές, πρέπει να πάψει ν’ ασχολείται με οποιονδήποτε άνθρωπο, δηλαδή να μην τον κρίνει, και να ετοιμαστεί για τον θάνατο. Και όποτε προσεύχεται, ας εξετάζει τι είναι εκείνο που τον χωρίζει από τον Θεό, και ας το απομακρύνει. Ας μισήσει, επίσης, τον κόσμο τούτο, και η αγαθότητα του Θεού σύντομα θα του χαρίσει τις αρετές.

Μάθε και τούτο: Κάθε άνθρωπος που τρώει και πίνει χωρίς μέτρο ή που αγαπά κάτι από τα εγκόσμια, δεν πρόκειται να φτάσει στις αρετές, ούτε καν να τις πλησιάσει. Αυτός απατά τον εαυτό του.

Παρακαλώ κάθε άνθρωπο που θέλει να μετανοήσει ενώπιον του Θεού, να φυλαχθεί από το πολύ κρασί. Γιατί αυτό ξυπνά όλα τα πάθη και διώχνει από την ψυχή τον φόβο του Θεού.

Εσύ όμως, μ’ όλη σου τη δύναμη παρακάλεσε τον Θεό να σου χαρίσει τον φόβο του. Και τότε ο μεγάλος πόθος σου γι’ αυτόν θα αφανίσει όλα τα πάθη που αντιστρατεύονται την ταλαίπωρη ψυχή σου, θέλοντας να την απομακρύνουν από τον Θεό και να την κυριέψουν. Ίσως γι’ αυτό οι εχθροί βάζουν τα δυνατά τους, όταν πολεμούν τον άνθρωπο.

Μην αποβλέπεις λοιπόν αδελφέ, σε ανάπαυση στον κόσμο τούτο, όσο βρίσκεσαι μέσα στο σώμα. Ούτε ποτέ να εμπιστευθείς τον εαυτό σου, όταν τον βλέπεις να ησυχάζει από τον πόλεμο των παθών. Γιατί οι δολεροί εχθροί κρύβονται πρόσκαιρα με πανουργία, ώσπου ο άνθρωπος, νομίζοντας ότι σταμάτησε ο πόλεμος, να χαλαρώσει τη νήψη της καρδιάς του. Και τότε ορμούν ξαφνικά στην ταλαίπωρη ψυχή, την αρπάζουν σαν σπουργίτι και αφού την αιχμαλωτίσουν, την εξευτελίζουν ανελέητα με κάθε αμαρτία· την εξευτελίζουν με αμαρτίες χειρότερες απ’ αυτές που έκανε προηγουμένως και για τις οποίες παρακαλούσε να συγχωρηθεί.

Ας σταθούμε, λοιπόν, με φόβο Θεού και ας επιτελούμε με νήψη την πρακτική μας άσκηση, προσπαθώντας να φυλάξουμε όλες τις αρετές, που εξουδετερώνουν την κακία των εχθρών. Γιατί οι κόποι και οι μόχθοι της σύντομης αυτής ζωής όχι μόνο μας προφυλάσσουν από το κακό, αλλά και ετοιμάζουν στεφάνια για την ψυχή, πριν αυτή εγκαταλείψει το σώμα.

Ας αποφύγουμε, αδελφοί, τον κόσμο και τα εγκόσμια αγαθά, για να κληρονομήσουμε τα επουράνια. Τα εγκόσμια αγαθά είναι το χρυσάφι, το ασήμι, τα σπίτια και τα ενδύματα, που όχι μόνο μας οδηγούν σε αμαρτίες, αλλά και που τα εγκαταλείπουμε, όταν πεθάνουμε.

Απεναντίας, τα αγαθά του Θεού είναι αμέτρητα, είναι όσα «μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και ανθρώπινος νους δεν φαντάστηκε» (Α΄. Κορ. 2:9), και τα δίνει ο Θεός σ’ όσους τον υπακούνε στη σύντομη τούτη ζωή. Δεν τα δίνει δωρεάν, αλλά σαν αμοιβή για το ψωμί και το νερό και το ρούχο που πρόσφεραν στους φτωχούς, για τη φιλανθρωπία, για την αγνότητα του σώματος, για την αποφυγή της βλάβης του πλησίον, για την ακακία της καρδιάς και για την τήρηση των υπόλοιπων εντολών Του. Όσοι τα εφαρμόζουν αυτά, θα βρουν ανάπαυση. Στον κόσμο τούτο θα τους σεβαστούν οι άνθρωποι, ενώ μετά την έξοδό τους από το σώμα θ’ απολαύσουν χαρά αιώνια.

Απεναντίας, όσοι εκπληρώνουν τα αμαρτωλά τους θελήματα και δεν θέλουν να μετανοήσουν, αλλά παραδομένοι στις ηδονές και στην αυταπάτη τους, επιτελούν την ανομία, λένε λόγια ευτράπελα, λογομαχούν, δεν φοβούνται την κρίση του Θεού, δεν ελεούν τους φτωχούς και διαπράττουν κάθε άλλο αμάρτημα, αυτοί στην παρούσα ζωή θα καταντροπιαστούν και θα περιφρονηθούν από τους ανθρώπους, ενώ, όταν αναχωρήσουν απ’ αυτόν τον κόσμο, ο εξευτελισμός και η αισχύνη θα τους οδηγήσουν στη γέεννα.

Ο Θεός έχει τη δύναμη να μας ενισχύσει και να μας αξιώσει να προκόψουμε στα έργα του, προφυλάσσοντας τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία, για να μπορέσουμε να σωθούμε την ώρα του πειρασμού, που πρόκειται να έρθει σ’ όλο τον κόσμο. Δεν θ’ αργήσει ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Θα έρθει, φέρνοντας την αμοιβή του καθενός. Τους ασεβείς θα τους στείλει στο πυρ το αιώνιο, ενώ στους δικούς του θα δώσει τον μισθό τους: Θα μπουν μαζί του στη βασιλεία του και θ ̓ αναπαυθούν εκεί αιώνια. Αμήν.

Μην αποκάμεις, αδελφέ, να τα διαβάζεις αυτά κάθε μέρα. Ίσως έτσι να ελεηθούμε κι εμείς μαζί μ’ εκείνους που έκρινε άξιους ο Χριστός. Φρόντισε, λοιπόν, αγαπητέ, να τηρήσεις τις εντολές που αναφέραμε, για να μπορέσεις να σωθείς μαζί με τους αγίους που φύλαξαν τα προστάγματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Όποιος τα διαβάζει αυτά και δεν τα εφαρμόζει, μοιάζει μ’ εκείνον που κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέφτη και αμέσως ξέχασε πως ήταν [Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς. ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ· κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν] (πρβλ. Ιακ. 1:22-24).

Όποιος, όμως, τα διαβάζει και τα εφαρμόζει, μοιάζει με σπόρο που έπεσε σε γόνιμο έδαφος κι έδωσε καρπό (πρβλ. Ματθ. 13:8).

Ο Θεός έχει τη δύναμη να μας συναριθμήσει με εκείνους που ακούνε και εφαρμόζουν τις εντολές του, για να δεχθεί και από μας ακέραιο τον καρπό με τη χάρη του. Σ’ αυτόν ανήκουν ή δύναμη και η δόξα και η εξουσία στους απέραντους αιώνες. Αμήν.
Αββάς Αμμωνάς. 
Διηγήσεις - Επιστολές - Διδασκαλίες. 
Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2015. Έκδοση 6η , αναθεωρημένη.

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

Φώτης Κόντογλου - Καλοκαίρι στὸ Ὄρος


Φώτης Κόντογλου - Καλοκαίρι στὸ Ὄρος
 (ἀπόσπασμα),
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ἔτος ΛΖ´ [1963], τ. 875, σελ. 251-255

Στ᾿ Ἅγιον Ὄρος πῆγα πολλὲς φορές. Τὴν πρώτη φορὰ κάθησα παραπάνω ἀπὸ δυὸ μῆνες κ᾿ ἔκανα γνωριμία μὲ πολλοὺς πατέρες καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὑπάρχουνε ἐκεῖ πέρα καὶ ἀγωγιάτες ἀρβανῖτες, παραγυιοὶ καὶ γεμιτζῆδες ποὺ φορτώνουνε κερεστὲ (ξυλεία) στὰ καράβια. Στὴ Δάφνη, ποὺ εἶναι ἡ σκάλα ποὺ πιάνουνε τὰ βαπόρια, βρισκόντανε καὶ κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ᾿ ἐκεῖ γνωρίσθηκα μὲ τρεῖς Ἀϊβαλιῶτες καὶ περάσαμε πολὺ ἔμορφα. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὶς Καρυές, μὰ δὲν κάθησα πολύ, γιατὶ γύρευα θάλασσα. 
Πῆγα στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων μαζὶ μὲ ἕνα γέροντα ποὺ πουλοῦσε βιβλία στὶς Καρυὲς καὶ ποὺ τὸν λέγανε Ἀβέρκιον Κομβολογᾶν. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστῆρι κάθησα κάμποσο. Πιὸ πολὺ μὲ τραβοῦσε ὁ ἀρσανᾶς, δηλαδὴ τὸ μέρος ποὺ βάζουνε τὶς βάρκες καὶ τὰ σύνεργα τῆς ψαρικῆς. Ἄφησα τὰ γένεια μου, τὰ ξέχασα ὅλα καὶ γίνηκα ψαρᾶς.Ἔτρωγα, ἔπινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζὶ μὲ τοὺς ψαρᾶδες ποὺ ἤτανε ὅλο καλόγεροι, οἱ πιὸ πολλοὶ Μπουγαζιανοί, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζωὴ ποὺ πέρασα! Ἰδιαίτερη φιλία ἔδεσα μὲ τρεῖς. Ὁ ἕνας ἤτανε ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, καλὴ ψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στὸ κάθε τί κ᾿ εἶχε καλογερέψει ἀπὸ μικρός: τὸν λέγανε Βαρθολομαῖο. Ὁ ἄλλος ἤτανε ὡς σαράντα χρονῶν, ψαρᾶς ἀπὸ τὸ χωριό του, κοντόφαρδος, ἁπλός, ἥσυχος, λιγομίλητος, ἄκακος, «πτωχὸς τῷ πνεύματι», ταπεινὸς καὶ τὸν λέγανε Βασίλειο. Ὁ ἄλλος ἤτανε γέρος σὰν τὸν ἅγιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζῆς καὶ τὸν λέγανε Νικάνορα. Ὁ Βαρθολομαῖος διάβαζε καὶ βιβλία μὲ ταξίδια θαλασσινά. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα εἶχε στὸ κελλί του καὶ τὰ δυὸ τρία βιβλία τοῦ Ἰουλίου Βέρν. Μ᾿ αὐτὸν ψαρεύαμε ἀστακούς. Ἔβγαζε καὶ κοράλλια καὶ μοῦ ἔδειχνε πῶς νὰ τὰ ψαρεύω.

Ὁ ἀρσανᾶς ἤτανε ἕνα σπίτι μακρύ, χτισμένο ἀπάνω στὴ θάλασσα μέσα σ᾿ ἕναν κόρφο ποὺ τὸν ἀποσκέπαζε ἕνας κάβος καὶ γιὰ κεραμίδια εἶχε μαῦρες πλάκες. Μπροστὰ εἶχε κάτι ξέρες ποὺ σκάζανε οἱ θάλασσες ὅποτε ἔπερνε βοριᾶς, κι ἀπὸ πάνω κατεβαίνανε τὰ βράχια φυτρωμένα μὲ μυρσίνες, μὲ πουρνάρια καὶ κάθε ἄγριο χαμόδεντρο. Ὁ ἀρσανᾶς εἶχε πεντέξη κάβιες (κάμαρες) ἀραδιασμένες καὶ μπροστὰ εἶχε ἕνα χαγιάτι ποὺ ἀκουμποῦσε σὲ κάτι δοκάρια ἀπὸ ἀγριόξυλα. Ἐκεῖ μέσα κοιμόμαστε. Ἀπὸ κάτω εἶχε κάτι χαμηλὲς καμάρες καὶ μέσα στὶς καμάρες τραβούσανε τὶς βάρκες. Τὰ δίχτυα τὰ ἁπλώνανε ἀπάνω στὰ μπαρμάκια (κάγκελα) τοῦ χαγιατιοῦ. Ἐκεῖ ποὺ κοιμόμαστε ἀκούγαμε ἀπὸ κάτω μας τὴ θάλασσα ποὺ ἔμπαινε μέσα στὶς καμάρες καὶ κυλοῦσε τὰ χαλίκια καὶ μᾶς νανούριζε. Παλιὰ εἰκονίσματα ἤτανε κρεμασμένα μέσα στὸν ἀρσανᾶ κ᾿ ἔκαιγε ἀκοίμητο καντήλι.

Ἄφησα ὑγεία στοὺς Ἰβηρῖτες καὶ τράβηξα μὲ τὰ πόδια καὶ πῆγα στὸ μοναστῆρι τοῦ Καρακάλλου. Κ᾿ ἐκεῖ πέρασα πολὺ καλά· οἱ πατέρες μὲ εἴχανε σὰν δικό τους. Αὐτὸ τὸ μοναστῆρι εἶναι κοινόβιο καὶ τότες εἴχανε ἡγούμενο ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, τὸν Κοδρᾶτο, γέροντα ἥσυχον, εἰρηνικόν, ποιμένα ἀληθινόν, ἡ καταγωγή του ἀπὸ τὰ Ἀλάτσατα. Ὁ ἀρσανᾶς τοῦ Καρακάλου ἤτανε ἐπίσημος, ἕνας βυζαντινὸς πύργος χτισμένος ἀπάνω σ᾿ ἕναν βράχο. Κάθησα κ᾿ ἐκειπέρα κάμποσες μέρες. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὸ Μοναστήρι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ποὺ βρίσκουνται πολλὰ κειμήλια κ᾿ οἱ θαυμαστὲς ἁγιογραφίες τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός.
«Τότε σηκώνεσαι καὶ σύ, καὶ παίρνεις καὶ τὴν ῥάβδαν,περιπατεῖς καὶ ἔρχεσαι εἰς τὴν ἁγίαν Λαύραν. Καὶ ἀναπαύεσαι ἐκεῖ ὅσον καιρὸν θελήσεις, ὅσον νὰ εὕρῃς συντροφιὰν καὶ πλοῖον νὰ κινήσεις».
Ἀπὸ κεῖ λοιπὸν ἐπῆρα κ᾿ ἐγὼ τὴν ῥάβδαν καὶ τράβηξα νὰ πάγω στὰ Καψοκαλύβια. Μαζί μου ἦρθε κ᾿ ἕνας ἁπλοϊκὸς καλόγερος, ψηλὸς κι ἀδύνατος, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ψωμᾶς στὸ μοναστήρι. Τὸ μονοπάτι περνᾶ ἀπὸ ἅγια κ᾿ ἔμορφα μέρη, ὡς ποὺ φτάνει ἀπάνω ἀπὸ κάτι θεόχτιστους κάβους, ποὺ κοιτάζουνε κατὰ τὴ νοτιά, στ᾿ ἀνοιχτὸ πέλαγο. Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς στεριᾶς στέκεται ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου ὁ Ἄθωνας. Σ᾿ ἕνα μέρος βλέπεις τὴν ποδιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ στέκεται κοφτὴ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, σὰν νἆναι κομμένη μὲ τὸ μαχαίρι, λὲς καὶ ξεκόλλησε πρὸ λίγη ὥρα ἕνα κομμάτι βουνὸ κ᾿ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Κι ἀληθινά, ὅπως μοῦ εἴπανε πιὸ ὕστερα οἱ Καψοκαλυβίτες, κόπηκε τὸ βουνὸ μιὰ μέρα στὰ 1900, κ᾿ ἔπεσε μονοκόμματο στὴ θάλασσα καὶ πλάκωσε δυὸ τρία ψαραδόσπιτα μὲ καμιὰ δεκαριὰ πατέρες. Ὁ σεισμὸς κούνησε ὅλη τὴ Μακεδονία.

Στὰ Καψοκαλύβια κάθησα πιὸ πολὺν καιρὸ ἀπὸ τ᾿ ἄλλα τὰ μοναστήρια. Τόσο δικό τους μὲ εἴχανε οἱ πατέρες, ποὺ ὅποτε κάνανε σύναξη ἔπρεπε νὰ καθήσω κ᾿ ἐγὼ στὸ συμβούλιο ποὺ συζητούσανε «τὰ τῆς σκήτεως». Μ᾿ ἔχουνε γράψει καὶ στοὺς ἱδρυτὰς καὶ μὲ μνημονεύουνε μετὰ τῆς συμβίας καὶ τῶν τέκνων. Ἰδιαίτερη φιλία ἔδεσα μὲ τὸν πάτερ Ἰσίδωρο, ποὺ μ᾿ εἶχε στὸ κελλί του. Ἄλλη φορὰ ἔγραψα πολλὰ γιὰ δαῦτον. Τότες ἤτανε ὡς τριανταπέντε χρονῶν κ᾿ εἶχε γιὰ δόκιμο τὸν μπαρμπα-Χαράλαμπο ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο, ὡς ἑβδομήντα χρονῶν, τελώνιο τῆς θάλασσας, ποὺ ἔζησε φουΐστρος στὰ βαπόρια καὶ ταξίδευε ἴσαμε τὸν Κίτρινο ποταμὸ τῆς Κίνας.

Εἶχε ἔρθει μιὰ μέρα στὰ Καψοκαλύβια ἕνας καλόγερος ἀπὸ κάποιο ψαραδόσπιτο ποὺ ἤτανε ἀνάμεσα στὸν κάβο Σμέρνα καὶ στὰ Καψοκαλύβια, καὶ τὸν φιλοξένησε ὁ πάτερ Ἰσίδωρος, καὶ γνωρισθήκαμε. Τὸν λέγανε Νεῖλο, κ᾿ ἤτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας μὲ προσκάλεσε νὰ πάγω στὸ κελλί του. Σὲ δυὸ τρεῖς μέρες, πῆγα. Στὸ Ὄρος βλέπει κανένας πολλὰ ἀσυνήθιστα πράγματα καὶ χτίρια, πλὴν τὸ κελλὶ τοῦ πάτερ Νείλου ἤτανε ἀπὸ τὰ πιὸ παράξενα. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος κατεβαίνανε δυὸ ραχοκοκαλιὲς ἀπὸ βράχια καὶ κάνανε δυὸ κάβους ποὺ τραβούσανε βαθειὰ στὴ θάλασσα, ὁ ἕνας πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλον, τόσο, ποὺ ἔλεγες πῶς τὸ νερὸ ποὺ βρισκότανε ἀνάμεσά τους ἤτανε ποτάμι κι ὄχι θάλασσα. Ἐκεῖ ποὺ ἔσμιγε ὁ ἕνας κάβος μὲ τὸν ἄλλον, σηκωνόντανε δυὸ ράχες ἀπὸ βράχια κ᾿ ἤτανε τόσο κοντά, ποὺ σκοτεινιάζανε ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἂς ἔλαμπε ὁ ἥλιος τὸ καλοκαίρι.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τρύπα, ἤτανε χτισμένος ὁ ἀρσανᾶς τοῦ πάτερ Νείλου. Τὰ νερὰ ἤτανε ἄπατα καὶ σκοτεινὰ μέσα σὲ κεῖνο τὸ κανάλι. Τὸ σπίτι τὄχανε χτισμένο λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, θεμελιωμένο στὸ βράχο, μὲ χαγιάτια καὶ μὲ καμάρες, ὅπως συνηθίζεται στὸ Ὄρος ἀπὸ τὰ παληὰ χρόνια, μὲ μαῦρες πλάκες ἀντὶ γιὰ κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ἤτανε χτισμένη ἡ ἐκκλησιά, μικρή, μὲ σκαλιστὸ τέμπλο καὶ μὲ ὅλα τὰ καθέκαστα. Ἀποπάνω κρεμότανε ἕνα βουνὸ δασωμένο καὶ στὴν κορφὴ εἶχε ἕνα βράχο ἀπότομο, μ᾿ ἕνα σπήλαιο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπήλαιο ἀσκήτευε πρὸ λίγα χρόνια ἕνας γέροντας ποὺ στάθηκε στὰ νιάτα του ὁπλαρχηγὸς στὴ Μακεδονία. Τώρα εἴχανε φωλιάσει ὄρνια μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τἄβλεπα ποὺ περνᾶνε βόλτες γύρω στὴ ράχη.

Ὁ Νεῖλος καὶ ἡ συνοδεία του εἴχανε δυὸ τράτες καὶ δυὸ βάρκες. Ἤτανε ἑφτὰ-ὀχτὼ νοματέοι, πέντε μεγάλοι καὶ δυὸ-τρία καλογεροπαίδια. Ὅλοι τους ἤτανε ἡλιοκαμένοι, μαῦροι σὰν ἀραπάδες. Ὁ πάτερ Νεῖλος εἶχε ἀπάνω του μιὰ ἡσυχία καὶ μιὰν ἁπλότητα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ τὸν ἀγαπήσεις καὶ νὰ τὸν σεβαστεῖς. Λιγόλογος, μὰ ὁλοένα ἤτανε χαμογελαστὸ τὸ πρόσωπό του, μὲ κάτι χείλια χοντρὰ σὰν τοῦ ἀράπη, μὲ μαῦρα καὶ πυκνὰ γένεια, ποὺ φυτρώνανε κάτω ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ σκεπάζανε τὰ μάγουλά του. Μὲ τὴ σκούφια ποὺ φοροῦσε ἤτανε ἴδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, ὅπως δὰ ἤτανε ὅλοι τους, φοροῦσε ἀπάνω ἕνα σκοῦρο πουκάμισο καὶ κάτω ἕνα βρακὶ ἀνατολίτικο ἴσαμε τὰ γόνατα.

Τὶς μέρες ποὺ κάθησα ἐκειπέρα, ὁ Νεῖλος κ᾿ ἕνας δόκιμος δὲν πηγαίνανε μὲ τὴν τράτα γιὰ νὰ μοῦ κρατήσουνε συντροφιά. Ἤτανε κ᾿ ἕνας γέρος, πάτερ Ἀθανάσιος, ποὺ φύλαε πάντα τὸ σπίτι. Σὰν γυρίζανε ἀπὸ τὸ ψάρεμα, βγάζανε τὰ ψάρια ἔξω κι ἀφοῦ διαλέγανε λίγα χοντρὰ γιὰ νὰ φᾶμε, κι ἄλλα γιὰ πάστωμα, τὰ ψιλὰ τὰ κάνανε ἕναν σωρὸ καὶ τ᾿ ἀφήνανε νὰ σιτέψουν γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουνε. Ἀπὸ τὰ χοντρὰ παστώνανε πολλοὺς ροφούς, νἄχουνε τὸ χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα καὶ σαρδέλλα, παστώνανε πολλὰ βαρέλια καὶ τὰ στέλνανε στὴ Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στὸ σωρὸ καὶ παστώνανε. Ὅλο τὸ σπίτι μύριζε μιὰ τέτοια ψαρίλα, ποὺ στὴν ἀρχὴ γυρίζανε ἄνω κάτω τὰ στομάχια μου. Μὰ σιγὰ σιγὰ συνήθισα καὶ δὲν καταλάβαινα τὴν ψαρίλα σχεδὸν ὁλότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πὼς ἔτσι θὰ μυρίζανε κι ὁ Χριστὸς κ᾿ οἱ ἀπόστολοι. Οἱ ἄνθρωποι κι ὅ,τι ἔπιανες, ὅλα μυρίζανε ψαρίλα. Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἔνοιωθες αὐτὴ τὴ μυρουδιά.

Τὶς ὧρες ποὺ λείπανε οἱ ἄλλοι στὸ ψάρεμα, κουβεντιάζαμε μὲ τὸν πάτερ Νεῖλο γιὰ θρησκευτικὰ καὶ γιὰ τὰ ἱστορικὰ τοῦ σπιτιοῦ του, τί φουρτοῦνες περάσανε, τί θεριόψαρα συναντήσανε, τί καΐκια βουλιάξανε ἀπὸ τότες ποὺ κάθησε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος κι ἄλλα λογιῶ-λογιῶν. Ἄλλη φορὰ πάλι, ἐκεῖ ποὺ καλαφάτιζε μιὰ βάρκα τραβηγμένη ἔξω, ἔψελνε μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή του, κ᾿ ἔκανε τὸν δεξιὸ ψάλτη κι ἐγὼ τὸν ἀριστερόν. Λέγαμε τὶς Καταβασίες τῆς Μεταμορφώσεως (γιατὶ ἤτανε κεῖνες οἱ μέρες τοῦ Αὐγούστου) «Χοροὶ Ἰσραὴλ ἀνίκμοις ποσί, πόντον ἐρυθρὸν καὶ ὑγρὸν βυθὸν διελάσαντες», τὰ Πασαπνοάρια μὲ τὸ δοξαστικὸ «Παρέλαβεν ὁ Χριστὸς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην», κ᾿ ὕστερα λέγαμε ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους τὸ κοινωνικὸ «Ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα». Στὸ τέλος ὅμως ψέλναμε πάντα τὸ «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾿ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δὲν μπορῶ νὰ παραστήσω τὸ πόσο συγκινημένη ἤτανε ἡ καρδιά μου σὰν ἄκουγα νὰ ψέλνει ὁ ψαρᾶς ὁ πάτερ Νεῖλος, ξυπόλητος, μὲ τὸ κατραμωμένο βρακί, μὲ τὰ φύκια κολλημένα ἀπάνω στὰ γυμνὰ ποδάρια του, νὰ ψέλνει μὲ κείνη τὴν ἀρχαία μελωδία καὶ νὰ λέγει στίχους ἰαμβικούς, καὶ παραπέρα ν᾿ ἀφρίζουνε τὰ παμπάλαια ἑλληνικὰ κύματα κι ὁ ἀγέρας νὰ βουΐζει πανηγυρικὰ ἀπάνω στὰ θεόχτιστα βράχια καὶ στὰ δέντρα!

Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿ ἐπίανε τὴν Κυριακὴ καὶ τὶς ἄλλες γιορτινὲς μέρες ποὺ λειτουργοῦσε ὁ πάτερ Νεῖλος ὁ ψαρᾶς καὶ γινότανε ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, αὐτὸς ποὺ τὸν ἔβλεπα τὶς ἄλλες μέρες ν᾿ ἁλατίζει ψάρια, νὰ καλαφατίζει βάρκες, νὰ ματίζει σκοινιά, νὰ γραντολογᾶ καραβόπανα, νὰ βολεύει ἄγκουρες, νὰ μπαλώνει δίχτυα, μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του! Καὶ στὴ λειτουργία γινότανε σὰν πατριάρχης, μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο, μὲ τὸ χρυσὸ φελάνι, μὲ τὰ ἐπιμάνικα, μὲ τὸ ἐπιγονάτιο, καὶ δεότανε μυστικῶς μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα «ὑπὲρ τῶν τοῦ λαοῦ ἁγνοημάτων», «ὡς ἐν δεδομένος τὴν τῆς ἱερατείας χάριν». Ὤ! Τί ἐξαίσια καὶ φρικτὰ μυστήρια ἔχει ἡ ταπεινὴ Ὀρθοδοξία μας! Μὰ ἡ καρδιά μου δάκρυζε ἀληθινὰ ἀπὸ ἅγια χαρὰ κι ἀπὸ κατάνυξη, σὰν στρώνανε γιὰ νὰ φᾶμε κ᾿ εὐλογοῦσε τὴν τράπεζα ὁ πάτερ Νεῖλος μὲ τὰ θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ἐνῶ γύρω στεκόντανε μὲ σταυρωμένα χέρια ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοὶ ψαρᾶδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο μέσα σὲ κείνη τὴν καταβόθρα. Κ᾿ ἔλεγε μὲ τὴν ταπεινὴ φωνή του ὁ πάτερ Νεῖλος: «Χριστὲ ὁ Θεός, εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν τῶν δούλων σου, ὅτι ἅγιος εἶ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἐνῶ μᾶς ἀπόσκιαζε ἡ πλώρη τοῦ τρεχαντηριοῦ κ᾿ ἡ ἁρμύρα ἐρχότανε ἀπὸ τὸ βουερὸ τὸ πέλαγο.

 


 

῞Οσιος Μωϋσῆς ὁ Οὗγγρος




῞Οσιος Μωϋσῆς ὁ Οὗγγρος 
 (26η ̓Ιουλίου)
«Αὐτὸς ἀναδείχθηκε ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πάγκαλο ̓Ιωσὴφ στὴν σωφροσύνη, γι ̓ αὐτὸ μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικὰ ὅσους πολεμοῦνται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας» 
Το ακάθαρτο πνεῦμα, ὁ διάβολος, τυφλώνει τὶς καρδιές, οἱ ὁποῖες εἶναι ὑποδουλωμένες στὸ θεομίσητο πάθος τῆς πορνείας. ῎Ετσι δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ ἀντικρύσουν τὸν Κύριο, ἀφοῦ μόνο οἱ καθαροὶ στὴν καρδιὰ θὰ ἀξιωθοῦν νὰ Τὸν ἰδοῦν, ὅπως ὁ ῎Ιδιος διαβεβαίωσε. Στὸ πεδίο αὐτὸ τοῦ πνευματικοῦ πολέμου πολεμήθηκε ἄγρια ἀπὸ τὸν ἀκάθαρτο ἐχθρὸ ὁ ῞Οσιος πατέρας μας Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος τελικὰ τὸν ἐνίκησε θριαμβευτικὰ καὶ μᾶς ἄφησε τὸν ἑαυτό του σὰν ζωντανὸ παράδειγμα θριάμβου τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς ἁγνείας. 

Ο Όσιος Μωϋσῆς ἦταν Οὗγγρος στὸ γένος (κατ ̓ ἀκρίβειαν Καρπαθορῶσος) καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στὸν Πρίγκιπα τῆς Ρωσίας ῞Αγιο Μάρτυρα Μπόρις, στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὁποίου βρισκόταν μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Γεώργιο.῞Οταν ὁ ῞Αγιος Μπόρις δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν ἄνομο Σβιατοπὸλκ στὸν ποταμὸ ῎Αλτα, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους του (24.7.1015), ὁ μακάριος Μωϋσῆς ἦταν ὁ μόνος ποὺ σώθηκε· κατέφυγε στὴν φιλόθεη Πρεντισλάβα, τὴν ἀδελφὴ τοῦ Γιαροσλάβου, ἡ ὁποία τὸν ἔκρυψε ἀπὸ τὸν Σβιατοπόλκ. Μὴ μπορώντας νὰ καταφύγει σὲ ἄλλο μέρος, παρέμεινε ὁ γενναῖος ἐκεῖ, προσευχόμενος ἀδιάλειπτα στὸν Θεό. 
Στὸ μεταξύ, ὁ εὐλαβέστατος Πρίγκιπας Γιαροσλάβος, ἀγανακτισμένος γιὰ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ πολυαγαπημένου του ἀδελφοῦ Μπόρις, ἐπέδραμε ἐναντίον τοῦ Σβιατοπὸλκ καὶ τὸν ἐνίκησε. ̔Ο τύραννος τότε κατέφυγε στὴν Λεχία (Πολωνία), συμμάχησε μὲ τὸν βασιλιὰ τῆς χώρας Μπολιεσλάβο καὶ κίνησε μὲ πολὺ στρατὸ ἐναντίον τοῦ Κιέβου. ̔Ο Γιαροσλάβος νικήθηκε καὶ ὁ Σβιατοπὸλκ ἀνέβηκε στὸν θρόνο τῆς Μεγάλης ̔Ηγεμονίας. Μετὰ τὴν νίκη τοῦ Σβιατοπόλκ, ὁ σύμμαχός του βασιλιὰς Μπολιεσλάβος ἐπέστρεψε στὴν χώρα του, παίρνοντας μαζί του γιὰ σκλάβους πολλοὺς αἰχμαλώτους. ̓Ανάμεσα σὲ αὐτοὺς - ἀλλοίμονο! -ἦταν οἱ δύο ἀδελφὲς τοῦ Γιαροσλάβου, οἱ βογιάροι του καὶ ὁ μακάριος Μωϋσῆς, δεμένος χειροπόδαρα μὲ βαρειὲς ἁλυσίδες. 
Στήν Λεχία, ὁ ῞Οσιος ἔμεινε στὰ δεσμὰ πέντε χρόνια, ὑπομένοντας καρτερικὰ τὴν αἰχμαλωσία του μὲ προσευχὴ καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τότε, κάποια νέα καὶ ὡραία γυναίκα, ἀπὸ τὶς ἀρχόντισσες τῆς χώρας, μὲ μεγάλη περιουσία καὶ πολλὴ δύναμη, εἶδε τὸν ρωμαλέο καὶ πανέμορφο Μωϋσῆ καὶ σαγηνεύτηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά του. Λειώνοντας ἀπὸ σαρκικὸ πόθο, πλησιάζει καὶ τοῦ λέει δελεαστικά: 
- ῎Αχ, ἄνθρωπέ μου! ῎Αδικα ὑπομένεις τέτοια βάσανα. Φαίνεσαι ἱκανὸς καὶ μυαλωμένος. Γιατί λοιπὸν νὰ μὴν ἐλευθερωθείς ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τὶς θλίψεις;
Ο Μωϋσῆς τῆς ἀπάντησε ἤρεμα: 
- Γιατὶ ἔτσι θέλησε ὁ Κύριος.
̔Η γυναίκα ἐπέμεινε: 
- ῎Αν ὑποταχθείς σὲ μένα, θὰ σὲ ἐλευθερώσω καὶ θὰ σὲ κάνω ἀφέντη δικό μου καὶ ἄρχοντα σὲ ὁλόκληρη τὴν Λεχία.
Ο μακάριος κατάλαβε τοὺς ἄσεμνους σκοπούς της καὶ τῆς ἀποκρίθηκε:
- Ποιός ἄνθρωπος, ποὺ ἄκουσε γυναίκα καὶ τῆς παρέδωσε τὸν ἑαυτό του, ἔκανε καλά; ̔Ο πρωτόπλαστος ̓Αδὰμ ὑπάκουσε στὴν Εὔα καὶ διώχθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. ̔Ο Σαμψών, ὁ δυνατώτερος ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ νικητὴς τῶν ἀλλοφύλων, στὸ τέλος παραδόθηκε ἀπὸ μία γυναῖκα στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν. ̔Ο Σολομών, ποὺ ἔφτασε στὰ ὕψη τῆς θείας σοφίας, ἀσέβησε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ παραδόθηκε στὶς γυναῖκες. Καὶ ὁ ̔Ηρώδης, ποὺ στεφανώθηκε μὲ πολλὲς νίκες, στὸ τέλος ἔγινε δοῦλος μιᾶς γυναίκας καὶ ἔκοψε γιὰ χάρη της τὴν ἁγία κεφαλὴ τοῦ Προδρόμου ̓Ιωάννου. Πῶς λοιπὸν ἐγώ, ὄντας ἐλεύθερος, θὰ δουλώσω τὸν ἑαυτό μου σὲ μία γυναῖκα, τὴν ὁποία δὲν γνωρίζω οὔτε τὴν ἔχω ξαναδεῖ;
- Μὰ θὰ σ ̓ ἐλευθερώσω!… φώναξε μὲ πάθος ἡ γυναίκα. Θὰ σὲ κάνω πλούσιο καὶ ἔνδοξο καὶ κυβερνήτη τοῦ σπιτιοῦ μου. Θὰ σὲ πάρω γιὰ ἄνδρα μου. Μόνο κάνε μου τὸ θέλημα! Σβῆσε τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς μου! ῎Αφησέ με νὰ ἀπολαύσω τὰ κάλλη σου! Δὲν ἀντέχω στὴν σκέψη πὼς ἡ δύναμη καὶ ἡ ὀμορφιά σου θὰ πᾶνε χαμένες. ῎Αν δεχθείς τὴν πρότασή μου, ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸν πόθο μου καὶ σὺ θὰ γίνης ὁ ἀφέντης μου, ὁ κύριος τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἐξουσίας μου, ὁ ἀρχηγὸς τῶν βογιάρων. Τί λὲς λοιπόν;
-Γνώριζε μιὰ γιὰ πάντα,… ἀποκρίθηκε σταθερὰ ὁ θαυμάσιος Μωϋσῆς, πὼς οὔτε τὸ θέλημά σου θὰ κάνω οὔτε τὰ πλούτη καὶ τὴν ἐξουσία σου ζηλεύω. ̔Η καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ ἡ σωφροσύνη τοῦ σώματος εἶναι ἀνώτερα ἀπ ̓ ὅλα αὐτά. Δὲν εἶμαι ἔνοχος γιὰ ὅ,τι ὑποφέρω, γιὰ τὶς ἁλυσίδες καὶ τὰ βάσανα. Γι ̓ αὐτὸ ἐλπίζω ὅτι αὐτὰ θὰ μὲ λυτρώσουν ἀπὸ τὰ αἰώνια βάσανα. 
῞Οταν ἡ γυναίκα εἶδε πὼς κινδύνευε νὰ στερηθεί τέτοια ὀμορφιὰ ψυχῆς καὶ σώματος, ἅρπαξε μιὰν ἄλλη συμβουλὴ τοῦ διαβόλου. «῎Αν τὸν ἐξαγοράσω ἀπὸ τὰ δεσμά», σκέφτηκε, «θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μοῦ ὑποτάσσεται καὶ χωρὶς τὴν θέλησή του».῎Εστειλε λοιπὸν ἕναν ἔμπιστό της ἄνθρωπο στὸν ἐπιτηρητὴ τῶν αἰχμαλώτων καὶ ζήτησε νὰ τῆς πουλήσει τὸν Μωϋσῆ ὅσο ἤθελε. ̓Εκεῖνος κατάλαβε πὼς ἦταν μεγάλη εὐκαιρία νὰ γίνει πλούσιος. Καὶ τὸν ἐπούλησε γιὰ τρεῖς χιλιάδες χρυσᾶ νομίσματα! 
῞Οταν ἡ γυναίκα τὸν ἀπέκτησε, διέταξε νὰ τὸν φέρουν ἐνώπιόν της, νὰ τοῦ βγάλουν τὰ δεσμὰ καὶ τὰ κουρέλια καὶ νὰ τὸν ἐνδύσουν μὲ πολυτελῆ ἐνδύματα. ῞Υστερα, διέταξε νὰ φέρουν ἡδονικὰ φαγητὰ καὶ ἐξανάγκαζε μὲ κάθε τρόπο τὸν μακάριο νὰ τὰ γευθεί, βιάζοντάς τον συνάμα νὰ ἐνδώσει στὴν ἀκόλαστη ἐπιθυμία της. 
̔Ο δίκαιος ὅμως, ὅπως ὁ πάγκαλος ̓Ιωσήφ, ἐγύμνωσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πλούσια φορέματα καὶ ἔφευγε τὴν ἁμαρτία, λογιάζοντας σὰν ἕνα τίποτα τὸν κόσμο ὅλο καὶ τὶς ἡδονές του. Ξέφευγε ἀπὸ τὴν γυναῖκα καὶ κρυβόταν, ὑποβάλλοντας τὸν ἑαυτό του σὲ ἀγῶνες, νηστεῖες, προσευχὲς καὶ ἀγρυπνίες. Προτιμοῦσε νὰ τρώει γιὰ τὸν Θεὸ ξερὸ ψωμὶ καὶ νερὸ μὲ σωφροσύνη, παρὰ πλούσια φαγητὰ καὶ ποτὰ μὲ μολυσμὸ ψυχῆς. 
Αὐτὴ ἡ ἀνδρεία ἀντίσταση τοῦ μακαρίου ἐκίνησε τὴν ὀργὴ τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία διέταξε νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ πεθάνει τῆς πείνας. ̔Ο Θεὸς ὅμως δὲν ἐγκαταλείπει τοὺς δούλους Του, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὴν ἐλπίδα τους σὲ Αὐτόν. ῞Ενας δοῦλος τῆς πονηρῆς ἐκείνης γυναίκας σπλαχνίστηκε τὸν ἀξιομακάριστο Μωϋσῆ καὶ τὸν ἔτρεφε κρυφά. 
Στὸ μεταξύ, οἱ σύνδουλοι τοῦ ̔Οσίου προσπαθοῦσαν νὰ τὸν πείσουν νὰ ὑποκύψει: 
- ̓Αδελφὲ Μωϋσῆ, τοῦ ἔλεγαν, τί σ ̓ ἐμποδίζει νὰ νυμφευθείς; Εἶσαι ἀκόμη νέος. Καὶ ἡ γυναίκα αὐτὴ εἶναι χήρα, ποὺ ἔζησε ἕνα χρόνο μόνο μαζὶ μὲ τὸν ἄνδρα της. ̔Η ὀμορφιά της εἶναι σπάνια, ὁ πλοῦτος της ἀνεκτίμητος, ἡ δύναμή της μεγάλη. ̓Αλήθεια, ἂν ἤθελε νὰ πάρει ἕναν ἀπὸ τοὺς πρίγκιπες, ποιός θὰ τὴν ἀπέφευγε; Καὶ σύ, ποὺ εἶσαι αἰχμάλωτος καὶ δοῦλος τῆς γυναίκας αὐτῆς, δὲν θέλεις νὰ γίνεις κύριός της; Λὲς ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ παραβείς τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. ̓ Αλλά, τί παραγγέλλει ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο; «῞Ενεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»! Καὶ ὁ ̓Απόστολος δὲν λέει «κρεῖσσον γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι»; Καὶ ἐπιτρέπει στὶς χῆρες νὰ συνάπτουν δεύτερο γάμο. ̓ Αφοῦ δὲν εἶσαι καλόγερος, ἀλλὰ ἐλεύθερος ἀπὸ μοναχικὲς ὑποσχέσεις, γιατί παραδίδεις τὸν ἑαυτό σου σὲ πικρὰ βάσανα; Γιὰ ποιό λόγο ἀποφεύγεις τὸν γάμο; ῍Αν πεθάνεις στὴν κατάσταση αὐτή, ποιός θὰ σ ̓ ἐπαινέσει; Ποιός ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν ̓Αδὰμ μέχρι σήμερα, καταφρόνησε τὴν γυναῖκα, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Μοναχούς; Τί ἔκαναν ὁ ̓Αβραάμ, ὁ ̓Ισαάκ , ὁ ̓Ιακώβ; ̓Αλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πάγκαλος ̓Ιωσήφ, ἀφοῦ πρῶτα ἐνίκησε τὸν πειρασμό, τί ἔκανε ὕστερα; Πῆρε γυναίκα! Κι ἐσύ, ἂν γλυτώσεις τὴν ζωή σου, κάποιαν ἄλλη θὰ πάρεις. Καὶ ποιός τότε δὲν θὰ σὲ περιγελάσει γιὰ τὴν ἀνοησία σου νὰ περιφρονήσεις μία τόσο ἀξιοζήλευτη εὐκαιρία; Δὲν εἶναι προτιμότερο γιὰ σένα, νὰ παραδώσεις τὸν ἑαυτό σου στὴν ἀρχόντισσα αὐτή, νὰ ἐλευθερωθείς ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ νὰ γίνεις ἄρχοντας;
Αλλὰ ὁ εὐλογημένος Μωϋσῆς ἀποκρίθηκε: 
-Αδελφοὶ καὶ φίλοι μου καλοί, ἐσεῖς καλὰ τὰ λέτε. ̓Αλλὰ νομίζω ὅτι οἱ ψιθυρισμοὶ τοῦ πονηροῦ φιδιοῦ πρὸς τὴν Εὔα δὲν ἦταν χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἰδικούς σας λόγους. Μὲ πιέζετε νὰ παραδοθῶ στὴν γυναῖκα αὐτή, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μὲ κανένα τρόπο νὰ σᾶς ἀκούσω. ῍Αν πεθάνω στὰ δεσμὰ αὐτὰ καὶ τὰ πικρὰ βάσανα, ἐλπίζω μὲ μεγαλύτερη βεβαιότητα νὰ βρῶ ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεό. ῍Αν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε ὅλοι οἱ δίκαιοι νὰ σώζωνται διὰ τοῦ γάμου, μάθετε ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι δίκαιος. Εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ γι ̓ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ σωθῶ μαζὶ μὲ γυναίκα. ῍Αν ὁ ̓Ιωσὴφ παραδινόταν στὴν γυναῖκα τοῦ Πετεφρῆ, δὲν θὰ γινόταν κατόπιν βασιλιάς. Ο Θεὸς εἶδε τὴν ὑπομονή του καὶ τοῦ ἐχάρισε τὴν βασιλεία. ῎Ετσι λοιπὸν δοξάζεται σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες γιὰ τὴν σωφροσύνη του, μολονότι ἄφησε παιδιὰ πίσω του. ̓Εγὼ ὅμως, οὔτε τὴν βασιλεία τῆς Αἰγύπτου θέλω, οὔτε ἐξουσία κοσμικὴ ἐπιζητῶ, οὔτε στὴν χώρα τῆς Λεχίας ἐπιθυμῶ νὰ ζήσω, οὔτε νὰ τιμηθῶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ρωσικὴ γῆ ἐπιδιώκω. ῞Ολα αὐτὰ τὰ περιφρονῶ γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Καὶ ἂν ξεφύγω ζωντανὸς ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῆς τῆς γυναίκας, θὰ γίνω Μοναχός. Γιατὶ ὁ Κύριος εἶπε στὸ Εὐαγγέλιο: «Πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει». Τὸν Χριστὸ λοιπὸν νὰ ἀκούσω ἢ ἐσᾶς; Καὶ ὁ ̓Απόστολος λέει βέβαια, ὅτι «κρεῖσσόν ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι», ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ αὐτὸ τί ὑπογραμμίζει; «Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ. Εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν». Καὶ παρακάτω: « ̔Ο ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί». Ποιόν λοιπὸν ν ̓ ἀκούσω, ἐσᾶς ἢ τὸν ̓Απόστολο; Καὶ ποιόν εἶναι καλύτερα νὰ ὑπηρετεί κανείς, τὸν Χριστὸ ἢ τὴν γυναῖκα; ̔Ο ̓Απόστολος πάλι λέει: «Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε τοῖς κυρίοις ὑμῶν εἰς τὸ ἀγαθόν». Λοιπόν, μάθετε πὼς ἡ ὀμορφιὰ τῆς γυναίκας δὲν μὲ δελεάζει καθόλου. Οὔτε μπορεῖ αὐτὴ νὰ μὲ ἀποπλανήσει μακρυὰ ἀπὸ τὸ Νυμφίο τῆς ψυχῆς μου.
Όταν ἡ ἀρχόντισσα πληροφορήθηκε ὅλα αὐτά, ἔβαλε σὲ ἐφαρμογὴ ἕνα νέο πανοῦργο σχέδιο. Διέταξε νὰ ἀνεβάσουν τὸ μακάριο Μωϋσῆ σὲ ἕνα καταστόλιστο ἄλογο καὶ νὰ τὸν περιφέρουν μὲ τὴν συνοδεία πολλῶν δούλων στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις ποὺ ἐξουσίαζε. ̓Εκείνη ἵππευε δίπλα του σὲ ἕνα ἄλλο ἄλογο. ̓Αφοῦ τοῦ ἔδειξε τὴν ἐπικράτειά της, τοῦ εἶπε: 
-῞Ολη αὐτὴ ἡ χώρα εἶναι ἰδική σου. ῞Ολος αὐτὸς ὁ λαὸς εἶναι ἰδικός σου. Κάνε τους ὅ,τι θέλεις.
῎Επειτα στράφηκε στὸν λαὸ καὶ ἐφώναξε: 
- Νά, ὁ κύριός σας καὶ σύζυγός μου! ῞Ολοι σας νὰ τὸν σέβεσθε καὶ νὰ τὸν προσκυνᾶτε! 
Ο ῞Αγιος ὅμως γέλασε μὲ τὸν παραλογισμὸ τῆς παθιασμένης γυναίκας καὶ τῆς εἶπε: 
- Μάταια κοπιάζεις. Δὲν μπορεῖς νὰ μὲ δελεάσεις μὲ φθαρτὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, οὔτε νὰ συλήσεις τὸν ἄφθαρτο πνευματικό μου πλοῦτο. Πάρ ̓ το λοιπὸν ἀπόφαση καὶ μὴν πασχίζεις ἄδικα νὰ μὲ κερδίσεις.
Η γυναίκα ἔγινε ἔξαλλη. 
-Ξέχασες ὅτι σὲ ἔχω ἀγοράσει;… οὔρλιαξε σὰν ἀγριεμένη λύκαινα. Ποιός μπορεῖ νὰ σὲ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια μου; Δὲν θὰ μοῦ ξεφύγεις ζωντανός! Θὰ σὲ βασανίσω ἀνελέητα καὶ ἔπειτα θὰ σὲ θανατώσω!
-Δὲν φοβᾶμαι τὶς ἀπειλές σου…, ἀποκρίθηκε ἄφοβα ὁ γενναῖος. Καὶ ἂν θέλει ὁ Θεός, δὲν θὰ ἀργήσω νὰ γίνω Μοναχός.
Η πρόρρηση τοῦ ̔Οσίου σύντομα ἐκπληρώθηκε μὲ τρόπο θαυμαστό, τὸν ὁποῖο παραχώρησε ἡ ἀνεξερεύνητη βουλὴ τοῦ πανάγαθου Θεοῦ. Συνέβη δηλαδὴ νὰ περάσει τότε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας ̔Ιερομόναχος ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. Συνάντησε μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν εὐδοκία τὸν μακάριο Μωϋσῆ, πληροφορήθηκε τὰ παθήματα καὶ τὸν πόθο του καὶ τὸν ἐνέδυσε τὸ ̓Αγγελικὸ Σχῆμα. ̓Αφοῦ τὸν ἐσυμβούλευσε νὰ διατηρήσει μὲ κάθε θυσία τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μὴν παραδώσει τὸν ἑαυτό του στὸν ἐχθρό, τοῦ εὐχήθηκε νὰ λυτρωθεί ἀπὸ κείνη τὴν ἀσελγῆ γυναῖκα καὶ ἀναχώρησε. Αὐτὸς ὁ ̔Αγιορείτης ̔Ιερομόναχος ἀναζητήθηκε μετὰ παντοῦ, ἀλλὰ δὲν βρέθηκε ποτὲ πουθενά. 
̔Η γυναίκα πάλι, ὅταν ἔχασε τὶς ἐλπίδες της, παρέδωσε τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ στοὺς βασανιστές. Τὸν τέντωσαν σὲ ἕνα πάγκο καὶ τὸν ἔδειραν ἀλύπητα μὲ σιδερένια ραβδιά, μέχρι ποὺ ἡ γῆ βάφτηκε κόκκινη ἀπὸ τὸ αἷμά του. 
Ενῶ τὸν ἐκτυποῦσαν, τοῦ ἔλεγαν: 
-Υποτάξου στὴν κυρία σου καὶ κάνε τὸ θέλημά της. ῍Αν δὲν ὑποκύψεις, θὰ κόψουμε τὸ σῶμα σου σὲ κομμάτια. Δὲν ἔχεις σωτηρία. Θὰ παραδώσεις πικρὰ τὴν ψυχή σου μετὰ ἀπὸ πολλὰ μαρτύρια. Λυπήσου λοιπὸν τὰ νιάτα σου. Βγάλε αὐτὸ τὸ ξεσχισμένο ράκος, φόρεσε στολὴ πολύτιμη καὶ θὰ γλυτώσεις ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα σοῦ ἑτοιμάζουμε.
̓Αλλὰ ὁ μακάριος τοὺς ἀποκρίθηκε μὲ γενναιότητα: 
- ̓Αδελφοί, κάντε ὅ,τι σᾶς διέταξαν καὶ μὴν καθυστερῆτε. Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶ τὶς μοναχικές μου ὑποσχέσεις καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οὔτε πόνοι, οὔτε φωτιά, οὔτε πληγὲς μποροῦν νὰ μὲ χωρίσουν ἀπὸ τὸν Κύριό μου καὶ τὸ μεγάλο ̓Αγγελικὸ Σχῆμα. Αὐτὴ ἡ σκοτισμένη γυναίκα ἐπιδεικνύει ἀσύστολα τὴν ἀδιαντροπιά της. Οὔτε τὸν Θεὸ φοβᾶται οὔτε τοὺς ἀνθρώπους ἐντρέπεται, βιάζοντάς με ἀναιδέστατα σὲ διαφθορὰ καὶ πορνεία. ̓Αλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κάνω τὸ ἄθλιο θέλημά της.
Λύσσαξε ἡ ἀρχόντισσα μὲ τὴν ἀντίσταση τοῦ γενναίου ἀθλητοῦ τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν περάσει ἤδη ἕξι χρόνια ποὺ τῆς ἀντιστεκόταν αὐτὸς ὁ δοῦλος, καὶ θέλησε νὰ ἐκδικηθεί τὴν προσβολὴ ποὺ τῆς ἔκανε.῎Εστειλε λοιπὸν ἀνθρώπους μὲ γράμματα στὸν βασιλιὰ Μπολιεσλάβο. 
-«Γνωρίζεις καλά, βασιλιά μου», τοῦ ἔγραφε, «ὅτι ὁ ἄνδρας μου σκοτώθηκε στὸ πεδίο τῆς μάχης, πολεμώντας γενναῖα στὸ πλευρό σου. ̓Εσὺ μετὰ μοῦ ἔδωσες τὴν ἐλευθερία νὰ διαλέξω ὅποιον θέλω γιὰ σύζυγό μου. ̓Ερωτεύθηκα ἕνα πανέμορφο νέο ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους σου, τὸν ἐλευθέρωσα, τὸν ἔφερα στὸ παλάτι μου, τοῦ χάρισα ὅλη τὴν περιουσία μου, τὸν ἔκανα ἐξουσιαστὴ τῆς γῆς μου, τοῦ λαοῦ μου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου. ῞Ομως αὐτὸς ὅλα τοῦτα τὰ περιφρόνησε. Πολλὲς φορὲς τὸν ἐβασάνισα μὲ πεῖνα καὶ πληγές, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχα νὰ τὸν κάνω σύζυγό μου. ῎Εκλεισαν ἕξι χρόνια ποὺ τὸν ταλαιπωρῶ καὶ μὲ ταλαιπωρεῖ. ̓Αλλ ̓ αὐτὸς ὁ σκληρόκαρδος ὑπομένει ὅλα τὰ μαρτύρια καὶ δὲν ταπεινώνεται. Τώρα μάλιστα ἔγινε κρυφὰ Μοναχὸς ἀπὸ κάποιον ἄγνωστο καλόγερο. Λοιπόν, τί διατάζεις νὰ τοῦ κάνω;». 
Ο Μπολιεσλάβος διέταξε νὰ παρουσιασθοῦν καὶ οἱ δύο ἐνώπιόν του. ῞Οταν ἦλθαν, ἄρχισε νὰ προτρέπει ἐπίμονα τὸν Μωϋσῆ νὰ ὑποκύψει στὶς ἀξιώσεις τῆς κυρίας του. 
Στὸ τέλος τοῦ εἶπε: 
-Ποιός εἶναι τόσο ἀναίσθητος ὅσο ἐσύ, ποὺ ἀποστερεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ τόσα ἀγαθὰ καὶ προτιμᾶς τόσα πικρὰ βάσανα; Λοιπόν, γνώριζε ὅτι στὰ χέριά σου κρατᾶς τὴν ζωὴ καὶ τὸν θάνατό σου. ῍Η κάνεις τὸ θέλημα τῆς κυρίας σου καὶ κερδίζεις τιμὲς καὶ δόξες, ἢ βρίσκεις θάνατο φρικτό.
῎Επειτα ὁ βασιλιὰς στράφηκε στὴν γυναῖκα: 
-Δὲν εἶναι δυνατό, τῆς εἶπε αὐστηρά, ὁ αἰχμάλωτος ποὺ ἀγόρασες νὰ κάνει τοῦ κεφαλιοῦ του. Εἶσαι κυρία του καὶ εἶναι δοῦλός σου. ῍Αν λοιπὸν δὲν ὑποκύψει δῶσ ̓ του ἕνα καλὸ μάθημα, ὥστε νὰ παραδειγματιστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι αἰχμάλωτοι καὶ νὰ μὴν τολμοῦν νὰ παρακοῦνε τοὺς κυρίους τους.
Ο εὐλογημένος Μωϋσῆς εἶπε τότε στὸ βασιλιά: 
- ̔Ο Κύριός μου λέει: «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Πῶς λοιπὸν μοῦ ὑπόσχεσαι δόξες καὶ τιμές, ὅταν ἐσὺ ὁ ἴδιος σὲ λίγο θὰ πεθάνεις καὶ ἡ γυναίκα αὐτὴ θὰ σκοτωθεί; ̔Η πρόρρηση τοῦ θεοφώτιστου Μωϋσέως δὲν ἄργησε νὰ πραγματοποιηθεί.
Προηγουμένως ὅμως, ὁ ῞Οσιος ὑπέφερε καὶ ἄλλα μαρτύρια ἀπὸ τὴν πονηρὴ γυναῖκα. ῎Εχοντας τώρα καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ βασιλιᾶ, φορτικὰ καὶ ἀσύστολα τὸν προκαλοῦσε στὴν ἁμαρτία. 
-Χαμένοι οἱ κόποι σου…, τῆς ἀπαντοῦσε ὁ μακάριος. Μὴ μὲ νομίζεις ἀνόητο ἢ ἀνίκανο νὰ κάνω αὐτὴ τὴν πράξη. Σὲ ἀποστρέφομαι ὅμως σὰν ἀναίσχυντη καὶ ἀθεόφοβη.
Τότε ἐκείνη, ἀπελπισμένη πιά, πρόσταξε νὰ τοῦ δίνουν ἑκατὸ ραβδισμοὺς κάθε ἡμέρα καὶ μετὰ νὰ τὸν ἀκρωτηριάσουν. Σὲ λίγες μέρες ὁ πολύπαθος Μωϋσῆς ἦταν πεσμένος κάτω, μέσα σὲ μία λίμνη αἵματος, ἀναίσθητος, σὰν νεκρός. Λίγη πνοὴ ζωῆς τοῦ ἔμενε ἀκόμη. 
Στο μεταξύ, ὁ βασιλιὰς Μπολιεσλάβος, θέλοντας νὰ ἱκανοποιήσει τὴν πικραμένη γιὰ τὴν ἀποτυχία της ἀρχόντισσα, ἐσήκωσε διωγμὸ ἐναντίον τῶν Μοναχῶν τῆς Λεχίας καὶ τοὺς ἔδιωξε ὅλους ἀπὸ τὴν ἐπικράτειά του. ̓Αλλὰ ὁ Κύριος τὸν ἀντάμειψε γρήγορα γιὰ τὴν ἀνόσια πράξη του. ̔Ο βασιλιὰς πέθανε ξαφνικὰ μία νύκτα. Καὶ ἀμέσως ξέσπασε ἐπανάσταση σὲ ὁλόκληρη τὴν χώρα. ̔Ο λαὸς ἐσκότωσε τοὺς βογιάρους καὶ μαζί τους τὴν βάναυση γυναῖκα, ἡ ὁποία ἐβασάνιζε τὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ. 
Μετὰ τὸν θάνατο τῆς κυρίας του, ὁ πάγκαλος Μωϋσῆς ἐλευθερώθηκε καὶ μὲ κλονισμένη τὴν ὑγεία του ξεκίνησε γιὰ νὰ ἀφιερωθεί στὸν Κύριο. ῏Ηλθε μὲ κόπους καὶ πόνους στὴν Μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, βαστάζοντας στὸ σῶμά του τὶς πληγὲς τοῦ μαρτυρίου καὶ στὴν κεφαλὴ τὸ στεφάνι τῆς νίκης, σὰν γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ. 
Ο Κύριος, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, ἔδωσε στὸν πνευματέμφορο Μωϋσῆ τὸ χάρισμα κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. Κάποιος ἀδελφὸς τῶν Σπηλαίων ἀντιμετώπιζε σκληρὸ πόλεμο ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας. ῏Ηλθε στὸν ῞Αγιο, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν βοηθήσει καὶ τοῦ εἶπε:   
-῞Ο,τι μοῦ πῆς θὰ τὸ κρατήσω ὥς τὸν θάνατό μου. 
-῞Οσο ζῆς, νὰ μὴν συνομιλήσεις ποτὲ μὲ γυναίκα…, εἶπε ὁ ῞Οσιος.
῎Επειτα σήκωσε τὸ ραβδί του - περπατοῦσε πάντοτε μὲ ραβδί, γιατὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθεί μόνος του ἀπὸ τὶς πληγὲς - καὶ ἐκτύπησε μὲ αὐτὸ τὸν ἀδελφὸ στὸ στῆθος. ̓Αμέσως ὁ πόλεμος τοῦ ἀδελφοῦ σταμάτησε καὶ ἀπὸ τότε ποτὲ δὲν πειράχθηκε ἀπὸ σαρκικὴ ἐπιθυμία. 
̔Ο θεσπέσιος Μωϋσῆς ἔφτασε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ τέλη τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς ἀσκήσεις του ἀξιώθηκε νὰ γίνεί θεόπτης, ὅπως ὁ ἀρχαῖος Μωϋσῆς, καὶ νὰ λάμψει μὲ τὴνἀρετὴ καὶ τὰ θαύματά του σὲ ὅλη τὴν ρωσικὴ γῆ.῏Ηταν 26 ̓Ιουνίου τοῦ ἔτους 1043 (περ.), ὅταν ἀναπαύτηκε ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὶς πληγές του. ̔Ο Θεὸς τὸν ἐδόξασε γιὰ τὴνὑπομονή του, χαρίζοντας στὸ τίμιο Λείψανό του τὴν θαυματουργικὴδύναμη κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. 
Στον βίο τοῦ ̔Οσίου ̓Ιωάννου τοῦ Πολυάθλου τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου [18η ̓Ιουλίου], ἀναφέρεται ὅτι, προκειμένου ὁ῞Οσιος νὰ ἐνισχύσει ἕναν Μοναχό, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε ἀπὸ τὸν πόλεμο τῆς πορνείας, διηγήθηκε εἰς αὐτόν, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε πολεμηθεί ἀγρίως ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τῆς πορνείας ἐπὶ τρία χρόνια καὶ ὅταν ἔφθασε σὲ ἕνα πολὺ κρίσιμο σημεῖο κατὰ τὴν νύκτα τῆς ̓Αναστάσεως, ἐβόησε πρὸς Κύριον:
- Θεὲ καὶ Κύριε, σῶσέ με! Γιατί με ἐγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ὁ μόνος φιλάνθρωπος. Σῶσέ με, τὸν ἁμαρτωλό, ὁ μόνος ἀναμάρτητος. ̓Απάλλαξέ με ἀπὸ τὴν ἀκαθαρσία μου, γιὰ νὰ μὴν πιαστῶ στὰ δίχτυα τοῦ πονηροῦ γιὰ πάντα. Γλύτωσέ με ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ ποὺ θέλει νὰ μὲ καταπιεί. ῎Ελα νὰ μὲ σώσεις μὲ τὴν δύναμή Σου. Ρίξε ἀστραπὴ καὶ κάψε τον, γιὰ νὰ ἐξαφανισθεί ἀπο τὁ πρόσωπο τῆς γῆς!…
Πράγματι, τὴν ἴδια στιγμὴ ἄστραψε ἕνα Φῶς οὐράνιο. ̓Αμέσως τὸ φοβερὸ θηρίο ἐξαφανίστηκε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.῎Ακουσα τότε μία φωνὴ νὰ μοῦ λέει: 
- ̓Ιωάννη! ̓Ιωάννη! Σὲ ἐβοήθησα, ὅπως Μοῦ ἐζήτησες. Πρόσεχε τώρα τὴν ψυχή σου, γιὰ νὰ μὴν πάθεις χειρότερα στὸν μέλλοντα αἰῶνα! 
-Κύριε,… ρώτησα μὲ παράπονο, γιατί μὲ ἄφησες τόσο πολὺ νὰ βασανισθῶ;
-Σὲ δοκίμασα κατὰ τὴν δύναμη τῆς ὑπομονῆς σου. Περνώντας ἔτσι μέσα ἀπὸ τὸ καμίνι τῶν πειρασμῶν, θὰ παρουσιασθείς ἐνώπιόν Μου καθαρὸς σὰν τὸ χρυσάφι. Ποτὲ δὲν ἐπιτρέπω νὰ δοκιμασθεί ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γιὰ νὰ μὴν ἐμπαιχθεί καὶ νικηθεί ἀπὸ τὸν ̔ ̔ἀρχέκακο πονηρὸ ὄφι’. ̓Εσύ, ὅμως, γιὰ νὰ ἀπαλλαχθῆς ἀπὸ τὸν σαρκικὸ πόλεμο, προσευχήσου στὸν ῞Οσιο Μωϋσῆ τὸν Οὗγγρο. Αὐτὸς ἀναδείχθηκε ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πάγκαλο ̓Ιωσὴφ στὴν σωφροσύνη, γι ̓ αὐτὸ μπορεῖ νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικὰ ὅσους πολεμοῦνται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πορνείας.
̓Εγὼ τότε ̔ ̔ἐκέκραξα πρὸς Κύριον ̓ ̓: 
-Κύριε, δι ̓ εὐχῶν τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως, ἐλέησόν με!
Καὶ νά! ̓Αμέσως, μὲ ἔλουσε ἕνα ὑπέροχο, γλυκύτατο Φῶς, ποὺ μέχρι τώρα παραμένει καὶ φωτίζει τὴν σπηλιά μου τόσο, ὥστε δὲν μοῦ χρειάζονται κεριά. Καὶ ὅσοι ἔρχονται ἐδῶ μὲ πίστη, ἁπλότητα καὶ καθαρὴ καρδιά, βλέπουν τὸ θεῖο αὐτὸ Φῶς, τὸ ὁποῖο μὲ καταύγασε καὶ μὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς ̓Αναστάσεως. 
Τελειώνοντας τὴν διήγησή του ὁ Πολύαθλος ̓Ιωάννης, ἐστράφηκε στὸν Μοναχὸ ποὺ εἶχε τὸν πόλεμο τῆς πορνείας καὶ τοῦ εἶπε:- ̓Αδελφέ, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καρφώνουμε τὸν νοῦ μας στὴν λατρεία τῆς σάρκας, γι ̓ αὐτὸ ταλαιπωρούμαστε. Καὶ ὁ Κύριος μὲ τὴν δίκαιη κρίση Του ἀφήνει νὰ πολεμηθοῦμε, γιατὶ δὲν ἔχουμε καρποὺς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε καὶ ἐσὺ τὶς εὐχὲς τοῦ μακαρίου Μωϋσέως τοῦ Οὕγγρου καὶ ἴσως νὰ σὲ λυπηθεί ὁ Θεός. 
̓Αφοῦ προσευχήθηκε μαζὶ μὲ τὸ Μοναχὸ ὁ εὐλογημένος ̓Ιωάννης, πῆρε ἕνα τεμάχιο ἀπὸ τὰ τίμια λείψανα τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως καὶ εἶπε: 
- ̓Ακούμπησέ το στὸ σῶμα σου.
̔Ο ἀδελφὸς ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε. Καὶ αὐτοστιγμεὶ ἔνοιωσε νὰ ὑποχωρεί ἡ πύρωση καὶ νὰ νεκρώνεται τὸ πάθος τῆς ἀκολασίας, τὸ ὁποῖο δὲν τὸν ἐνόχλησε ποτὲ πιά.῎Ετσι, ἀποδείχθηκε, ὅτι πράγματι ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸ χάρισμα στὸ ἱερὸ Λείψανο τοῦ ̔Οσίου Μωϋσέως κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν. 

Πατερικὸν τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου,  Ιερά Μονή Παρακλήτου. Ωρωπὸς ̓Αττικῆς 

Δημοφιλείς αναρτήσεις