Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Ο άγιος Παναγής Μπασιάς (1801-1888)

Ο άγιος Παναγής Μπασιάς (1801-1888) 

7 Ιουνίου 

Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής [1], ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμου [20 Οκτ.] και του αγίου Άνθιμου του Τυφλού [4 Σεπτ.], ο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών. 

Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη. 

Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια. 

Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. 12, 7). Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στην αμαρτωλότητά του. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και παραμυθίας των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας. Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού. 

Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας - την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος» - ο άγιος Παναγής εκοιμήθη εν Κυρίω στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976 [2]. 

Σημειώσεις: 

1. Τα Επτάνησα βρίσκονταν τότε υπό αγγλική προστασία (ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1864). Ο Βρετανός διοικητής είχε όλες τις εξουσίες, τις όποιες ασκούσε συχνά εις βάρος του λαού και των Ορθόδοξων παραδόσεών του. 

2. Η τιμή του αγίου Παναγή Μπασιά είναι ένα τρανό παράδειγμα του παραδοσιακού τρόπου «αναγνωρίσεως» των αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, της οποίας το μόνο αληθινό κριτήριο είναι η αυθόρμητη ευλάβεια του λαού του Θεού.

 

 

Μετά από τρεις ώρες, κατά την εσπέρα, ο άγιος αναφώνησε: «Διψώ!» Άγιος Θεοφάνης ο Νεομάρτυρας


Απόσπασμα απο το συναξάρι του αγίου Θεοφάνη του Νεομάρτυρα 

Μετά από τρεις ώρες, κατά την εσπέρα, ο άγιος αναφώνησε: «Διψώ!» Ένας από τους παρόντες απάντησε: «Γίνε σαν κι εμάς και θα σου δώσω να πιείς». Άλλα ο Θεοφάνης αποκρίθηκε: «Για την δική σας σωτηρία διψώ. Όσο για μένα, ο Χριστός με δροσίζει με νερό αιώνιο». Κατά την νύχτα έπεσαν τρομεροί κεραυνοί και ένα ουράνιο φως περιέβαλε το σώμα του μάρτυρος, γεμίζοντας τρόμο τους φυλακές του. Πολλοί ήταν τότε εκείνοι πού ομολόγησαν τον Χριστό, προκαλώντας το μίσος άλλων Τούρκων, οι όποιοι σπεύδοντας στο λιμάνι και αρπάζοντας μυτερά όργανα ήρθαν και κτυπούσαν με αυτά το πρόσωπο καί το σώμα του άγιου. Όταν, τέλος, του έβγαλαν τα μάτια, ο άγιος Θεοφάνης παρέδωσε την ψυχή του στον Χριστό (8 Ίουν. 1588). Ευσεβείς χριστιανοί εξαγόρασαν το σκήνωμά του καί μάζεψαν το χώμα που ήταν ποτισμένο με το αίμα του, που επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων καί ιάσεων. Όσο για τους βασανιστές του, ορισμένοι τυφλώθηκαν, άλλοι παραφρονώντας πνίγηκαν στην θάλασσα, άλλων δε τα χέρια ξεράθηκαν εκείνοι όμως που μετανόησαν καί επικαλέστηκαν το όνομα του αγίου θεραπεύθηκαν.
***
ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΣ
ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

Οἱ ἀγίες Μάρθα καὶ Μαρία, ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου




Οἱ ἀγίες Μάρθα καὶ Μαρία, ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου
Καββαδίας Δημήτριος
Ἱερομόναχος


Ἡ Ἁγία Μάρθα, ἡ μεγαλυτέρα ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ἦταν οἰκοδέσποινα ἀπὸ τὴ Βηθανία, ποὺ μὲ περισσὴ φροντίδα φιλοξενοῦσε τὸν Κύριο καὶ τοὺς μαθητὲς Του, ὅταν ἐπεσκέπτοντο τὴν πόλη της.

Ὁ Χριστός μας τὴν ἐπετίμησε γιὰ τὶς καθημερινὲς μέριμνες ποὺ τὴν ἀπασχολοῦσαν (Λούκ.ι’,41-42). Κατηρτισμένη πνευματικὰ λίγο ἀργότερα, ἀνέπτυξε μὲ τὸν Κύριο ἕναν πολὺ ὡραῖο διάλογο περὶ ζωῆς καὶ θανάτου ὀλίγον πρὸ τῆς ἀναστάσεως τοῦ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν κεκοιμημένου ἀδελφοῦ της, στὸν ὁποῖο διὰ τῶν λόγων Του «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ κὰν ἀποθάνη, ζήσεται∙ καὶ πᾶς ὁ ζὼν καὶ πιστεύων εἰς ἐμέ, οὐ μὴ ἀποθάνη εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω.ια’, 20-27) τῆς ἀπεκάλυψε τὴν θεϊκὴ Του ταυτότητα, τὴν κυριαρχία Του ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἑδραίωσε τὴν πίστη της στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνιο ζωή.

Μετὰ τὸν Λιθοβολισμὸ τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, ἡ Ἁγία Μάρθα συνελήφθη μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς καὶ ἐξορίστηκε μὲ πλοῖο, τὸ ὁποῖο προσάραξε στὴν Προβηγκία, πόλη τῆς Νοτίου Γαλλίας. Ἐκεῖ, ὅπως καὶ στὴν πόλη Ἀβινιόν, ἡ Ἁγία εὐαγγελίστηκε τὸν Χριστιανισμό. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ στὴν πόλη Ταρασκὸν, ἀφοῦ πρῶτα ἐφόνευσε μὲ ἁγιασμὸ ἕναν δράκοντα ποὺ λυμαινόταν τὴν πόλη.

Γεμάτη πίστη στὸν ἀναστημένο Χριστὸ καὶ μεστὴ ἀπὸ πνευματικὲς ἐμπειρίες, λίγο ἀργότερα δημιούργησε ἕναν κοινοβιακὸ παρθενῶνα, τοῦ ὁποίου ἡγήθηκε. Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὴν ἰδία πόλη, ὅπου καὶ τιμάται ὡς προστάτις μέχρι σήμερα. Σώζεται ἀκόμη ὁ τάφος της. Ἀπὸ τὰ μυροβόλα λείψανά της, ἡ τιμία κάρα της καὶ ἡ δεξιά της χεῖρα, λιτανεύονται κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ ναοῦ.

Ἡ Ἁγία Μαρία ὑπῆρξε ἡ μικρότερη ἀδελφὴ τῆς Ἁγίας Μάρθας καὶ τοῦ Ἁγίου Λαζάρου. Ἔτρεφε μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἔδειχνε εὐλάβεια στὸν Χριστό μας. Καθόταν παρὰ τοὺς πόδας Του καὶ ἄκουγε προσεκτικὰ τὴν διδασκαλία Του, ἔχοντας διαλέξει τὴν «ἀγαθὴ μερίδα» (Λούκ. ἰ’, 38-42).

Ἕξι μόλις ἥμερες πρὸ τοῦ Πάσχα, σὲ δεῖπνο ποὺ παρετέθη στὴ Βηθανία, ἡ Μαρία, γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ νεκροῦ πολυαγαπημένου ἀδελφοῦ της, μύρωσε τὰ πόδια καὶ τὴν ἄχραντο κορυφὴ τοῦ Χριστοῦ μας μὲ πολύτιμο μύρο (Ἰω. ἰβ’, 1-8).

Ἐξορίστηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφὴ τῆς Μάρθα καὶ τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς στὴ Γαλλία, ὅπου καὶ εὐαγγελίστηκε τὸ Χριστιανισμὸ στὶς πόλεις Αἴκς καὶ Μασσαλία. Ἀργότερα, ἀποσύρθηκε στὴν ἐρημικὴ περιοχὴ Saint Baume (= Ἅγιον Ὅρος) τῆς Προβηγκίας, ὅπου ἀσκήτεψε ἀρκετὰ χρόνια σὲ ἕνα σπήλαιο διάγοντας ἐνάρετο βίο καὶ τρεφομένη διὰ χειρὸς Ἀγγέλου.

Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐτάφη ἀπὸ τὸν Ἅγιο Μαξιμίνο, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Αἴκς.

Σήμερα σώζεται ἡ σαρκοφάγος της στὴν πόλη «Ἅγιος Μαξιμίνος», μέσα στὴν ὁποία μετεφέρθησαν, ἀφοῦ ἀνεκομίσθησαν, τὰ ὀστά της.

Ἡ σαρκοφάγος τυγχάνει νὰ εἶναι κατεσκευασμένη ἀπὸ ἀλάβαστρο, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ἀλαβάστρινου δοχείου, μέσα στὸ ὁποῖο εὑρίσκετο τὸ μύρο, μὲ τὸ ὁποῖο μύρωσε τὸν Κύριο. Ἐπίσης, σώζεται σὲ ἰδιαίτερα κομψὴ λειψανοθήκη ἢ εὐωδιάζουσα καὶ θαυματουργοῦσα ἁγία κᾶρα της. Ἐπίσης, στὸν Καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως Βεζελαὶ σώζονται καὶ προσκυνοῦνται ἄφθαρτα τὰ μαλλιά της, μὲ τὰ ὁποῖα σκούπισε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, ὅταν τὸν μύρωσε (Ἰω. ἰβ’, 3).

Ἡ μνήμη τους τιμᾶται στὶς 4 Ἰουνίου.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Παύλα καί Λουκιλιανός μέ τά μικρά παιδιά τους, στεφάνια μέ τό αἷμα τους ἀγόρασαν Μαρτύρων.



Τῇ Γ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανοῦ, Παύλης, καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς νηπίων, Κλαυδίου, Ὑπατίου, Παύλου καὶ Διονυσίου, (3ος αἰών).

Λουκιλλιανὸς σύν τε Παῦλα νηπίοις,
Αἵματι ὠνήσαντο Μαρτύρων στέφη.
Σταυρῷ ἀμφὶ τρίτην Λουκιλλιανὸς τετάνυστο. 
Παύλα καί Λουκιλιανός μέ τά μικρά παιδιά τους,
στεφάνια μέ τό αἷμα τους ἀγόρασαν Μαρτύρων.
Πρῶτα τόν Λουκιλλιανό σέ ξύλο τόν κρεμάσαν,
τρίτη τοῦ μήνα, σέ σταυρό. 
Εἰς τόν Λουκιλλιανόν
Λουκιλλιανῷ πήγνυται σταυρός κάτω,
Οὐχ' ὡς ὁ Χριστοῦ καί τίτλον φέρων ἄνω. 
Κάτω τοῦ Λουκιλιανοῦ καρφώνεται ὁ σταυρός του,
ἀλλ΄ ὄχι ὅπως τοῦ Χριστοῦ μ’ ἐπιγραφή στά πάνω. 
Εἰς τά παιδία.
Τούς παιδαρίσκους ὧν ἀριθμός δίς δύω,
Θεοῦ Πατρός τίθησιν υἱούς ἡ σπάθη. 
Τά παιδαρέλια π΄ ἀριθμοῦν δύο φορές τό δύο,
ἡ σπάθα, τοῦ Θεοῦ Πατρός παιδιά του τά ὁρίζει.

Εἰς τήν Παῦλαν.
Οὐκ ἄξια πρός μέλλον, ὡς Παῦλος, κλέος,
Τά νῦν πάθη φάσκουσα, τέμνεται Παῦλα. 
Στή δόξα τή μελλούμενη, τά τωρινά μου πάθη
τίποτα δέν ἀξίζουνε, λέει ἡ μάρτυς Παῦλα
ὡς ἀποκεφαλίζεται, ὡς ἔλεγε κι ὁ Παῦλος.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Ποιός μᾶς ἔδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ἥλιο τον ἀνίδεο μετρητή μας ;



Ποιός μᾶς ἔδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ἥλιο τον ἀνίδεο μετρητή μας ;
 
Καί τί 'ναι τα ἡμερονύχτια; κέρματα πού τα ρίχνουμε σ' ἕναν τρύπιο κουμπαρά ;

-Ὀδ. Ἐλύτης -

 

πηγή εδώ

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου




1 Ιουνίου  
Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου 
Αφού έγινε μαθητής του οσίου Αντωνίου του Κιέβου [10 Ιουλ.], προκειμένου να αποκτήσει υγεία ψυχής, ο όσιος Αγαπητός έβαλε τα δυνατά του να μιμείται σε όλα τον πνευματικό πατέρα του. Παρατηρούσε πώς ο Αντώνιος θεράπευε τους αρρώστους αδελφούς με την προσευχή και με ένα φάρμακο από βότανα που τους έδινε να πιουν και έλαβε την απόφαση να κάνει κι αυτός το ίδιο. Κάθε φορά που ένας αδελφός της Λαύρας αρρώσταινε, ο Αγαπητός άφηνε το κελλί του και πήγαινε να τον υπηρετήσει ικετεύοντας τον Κύριο να τον κάνει καλά. Αν η ασθένεια παρατεινόταν, παρηγορούσε τον άρρωστο ενδυναμώνοντας μέσα του την πίστη και την υπομονή. Απέκτησε έτσι την ίδια ιαματική δύναμη, όπως και ο άγιος Αντώνιος, και γι’ αυτό έλαβε το προσωνύμιο «Γιατρός». 
Η φήμη του απλώθηκε πολύ πέρα από την Λαύρα και πολλοί ήταν εκείνοι που έρχονταν να τον επισκεφθούν για να ανακουφισθούν από τα παθήματά τους. Η φήμη όμως αυτή προκάλεσε τον φθόνο ενός διάσημου Αρμένιου γιατρού του Κιέβου, ο οποίος, με σκοπό να καταστρέψει την υπόληψη του οσίου, έστειλε στο μοναστήρι έναν ασθενή γνωρίζοντας ότι η περίπτωσή του δεν είχε καμμία ελπίδα θεραπείας, αφού προηγουμένως του είχε χορηγήσει ο ίδιος δηλητήριο. Το κακόβουλο τέχνασμά του όμως δεν είχε επιτυχία καθώς ο όσιος θεράπευσε τον άρρωστο. 
Ο μέγας ηγεμόνας Βλαδίμηρος ο Μονομάχος έπεσε βαριά άρρωστος στο Τσέρνιγκωφ. Καθότι ο Αρμένιος γιατρός στάθηκε αδύνατο να κάνει το παραμικρό γι’ αυτόν, ο ηγεμόνας έστειλε να φέρουν τον όσιο Αγαπητό. Ο όσιος που δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ την μονή, ζήτησε από τον ηγούμενό του την άδεια να μην υπακούσει. Δέχτηκε ωστόσο να ετοιμάσει βότανα που οι απεσταλμένοι μετέφεραν στον ηγεμόνα. Μόλις ήπιε το φάρμακο ο Βλαδίμηρος θεραπεύτηκε και μετέβη ο ίδιος στην Λαύρα των Σπηλαίων για να ευχαριστήσει τον ευεργέτη του. Λίγο αργότερα δε, με την μεσολάβηση ενός βογιάρου, έστειλε δώρα στον Αγαπητό. Ο όσιος αρνήθηκε να τα δεχθεί, λέγοντας πως δεν είχε λόγο να λάβει αμοιβή, αφού δεν θεράπευε με τις δικές του ικανότητες, αλλά δια της δυνάμεως του Χριστού. Ο απεσταλμένος όμως επέμενε κι ο όσιος αναγκάστηκε να πάρει τα δώρα με σκοπό να τα μοιράσει στους φτωχούς· μόλις έλαβε όμως τον χρυσό, τον πέταξε στην πόρτα του μοναστηριού και έτρεξε να κρυφθεί. 
Μετά από πολλές ασκητικές σκληραγωγίες, ο όσιος Αγαπητός έπεσε και ο ίδιος άρρωστος. Ο Αρμένιος γιατρός που ήλθε να τον δει, δήλωσε κατηγορηματικά πως του απέμεναν το πολύ τρεις ημέρες ζωής. Ο όσιος αποκρίθηκε τότε ότι δεν επρόκειτο να αφήσει τον βίο αυτό πριν από τρεις μήνες. Ο γιατρός γέλασε και πήρε όρκο να γίνει μοναχός αν ο όσιος παρέμενε ζωντανός. Εν τω μεταξύ, έφεραν στον όσιο έναν άνθρωπο που έπασχε από την ίδια ασθένεια με την δική του. Ο Αγαπητός σηκώθηκε τότε, ξεχνώντας την αρρώστια του και παίρνοντας τα κοινά βότανα τα οποία συνήθιζε να χρησιμοποιεί για κάθε περίπτωση, τα έδειξε στον Αρμένιο που τον λοιδορούσε και με αυτά θεράπευσε τον ασθενή. Όσο για τον ίδιο, έζησε πράγματι τρεις μήνες ακόμη και κατόπιν εκοιμήθη εν ειρήνη. Εμφανίστηκε όμως σε όραμα στον Αρμένιο, για να του υπενθυμίσει τον όρκο του. Εκείνος πήγε τότε στην Λαύρα, δήλωσε ότι επιθυμούσε να αποτάξει την αίρεση και, αφού εκάρη μοναχός, έζησε βίο θεάρεστο, φροντίζοντας για την ψυχή του ενώ προηγουμένως φρόντιζε για το σώμα των άλλων. 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. Ίνδικτος τόμος 10ος  Ιούνιος, 

Δημοφιλείς αναρτήσεις