Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

ΗΜΕΡΑ Ϛ΄. Περὶ τῆς ὕστερης ὥρας τῆς ζωῆς.


ΗΜΕΡΑ Ϛ΄.

 

Περὶ τῆς ὕστερης ὥρας τῆς ζωῆς.

Α΄. Εἰς ἐκείνην τὴν ὥραν θέλει χωρισθῇ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ τάς τρυφάς. 
Β΄. Εἰς ἐκείνην τὴν ὥραν θέλουν λάβει τέλος αἱ τιμαί, τὰ πλούτη καὶ οἱ φίλοι. 
Γ΄. Ἠμπορῶ εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ κολασθῶ· ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ ὕστερη, τί θέλει εἶναι δι’ ἐμέ; Ὤ στιγμὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κρέμεται ἡ αἰώνιος ζωή!

Διόρισε κάθε ἡμέραν νὰ ἐξετάζῃς τὴν συνείδησίν σου, κἄν εἰς τὴν ἑσπέραν· καὶ ἔχε εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακά σου.
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
(Πνευματικά Γυμνάσματα). εδώ
Έτεραι σύντομοι μελέται, 
φυλακτήριον της ψυχής καλούμεναι,
(διαμοιρασμέναι εις πάσαν ημέραν του μηνός).


Δεν είναι δική μου αυτή η υπακοή, μου απαντά, μα είναι του Γέροντα.



Ο αββάς Πιστός άρχισε μια διήγηση , λέγοντας:

Ξεκινήσαμε κάποτε μια συντροφιά από εφτά αναχωρητές, να πάμε στον αββά Σισώη, που έμενε στο νησί του Κλύσματος, και να τον παρακαλέσουμε να μας πει κάποιο λόγον ωφέλιμο για την ψυχή μας. Κ’ εκείνος μας είπε:
– Συγχωρέστε με, που εγώ, καθώς είμαι αμόρφωτος , δεν έχω τίποτε να σας πω. Αλλά θα σας πω για τον αββά Ωρ και τον αββά Αθρέ, που πήγα κάποτε να τους επισκεφτώ. Ο αββάς Ωρ ήταν άρρωστος επί δεκαοχτώ ολάκερα χρόνια. Και, πηγαίνοντας τους έβαλα μετάνοια, παρακαλώντας τους να μου πούνε λόγο πνευματικό. Και μου λέει ο αββάς Ωρ:
– Τι να ‘χω να σου πω εγώ; Πήγαινε, κι ό,τι βλέπεις πράξε. Ο Θεός ανήκει σ’ εκείνον που είναι πλεονέχτης στα πνευματικά και σε όλα βιάζει τον εαυτό του.
Ο αββάς Ωρ κι ο Αββάς Αθρέ δεν ήταν από τα ίδια μέρη, αλλά μονοιάσανε τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε να μείνουν αχώριστοι ως το θάνατο. Ο αββάς Αθρέ είχε μεγάλην υπακοή, κι ο αββάς Ωρ μεγάλη ταπεινοφροσύνη. Έμεινα, λοιπόν, μερικές μέρες κοντά τους, προσπαθώντας να ιδώ τις αρετές τους, κ’ είδα ένα θαυμαστό σημείο, που έκαμε ο αββάς Αθρέ. Κάποιος δηλαδή τους έφερε ένα μικρό ψάρι, κι ο αββάς Αθρέ θέλησε να το μαγειρέψει για τον Γέροντα, τον αββά Ωρ. Κρατούσε το μαχαίρι κ’ έκοβε το ψάρι, όταν τον κάλεσε ο αββάς Ωρ, λέγοντας: 
– Αθρέ, Αθρέ! 
Κι εκείνος άφησε το μαχαίρι, έτσι όπως το ‘χε, μέσα στο ψάρι., δίχως να κόψει το υπόλοιπο , κ’ έτρεξε αμέσως στον Γέροντα! Κ’ είδα και θαύμασα τη μεγάλην υπακοή του, γιατί δεν είπε: « περίμενε μια στιγμή, να κόψω το ψάρι». Κ’ είπα τότε στον αββά Αθρέ: 
– Πού βρήκες αυτή την υπακοή; 
– Δεν είναι δική μου αυτή η υπακοή, μου απαντά, μα είναι του Γέροντα. 
Με τράβηξε λίγο παράμερα μετά, και μου λέγει:
– Έλα να ιδείς και μόνος σου τη μεγάλην υπακοή του. 
Και παίρνει ένα κομμάτι ψάρι να το ψήσει, και το ‘καψε λίγο, επίτηδες. Το έδωκε ,λοιπόν , στον Γέροντα, κ’ εκείνος το ‘φαγε δίχως να πει τίποτε. Στο τέλος τον ρωτά: 
– Καλό ήταν, Γέροντα; 
– Πολύ καλό, απάντησ’ εκείνος. 
Ύστερα του έφερε το άλλο ψάρι, πολύ καλά ψημένο, και του λέει: 
– Αυτό το έκαψα λίγο, Γέροντα. 
– Ναι, το ‘καψες λίγο, είπε ο Γέροντας. 
Και μου λέει τότε ο αββάς Αθρέ: 
– Είδες που, καθώς σου έλεγα, η υπακοή είναι του Γέροντα;
Κ’ έφυγα τότε από κοντά τους. Και ό,τι είδα τις μέρες που έμεινα κοντά τους, προσπάθησα το κατά δύναμη να το φυλάξω και να του το εφαρμόσω.

Αυτά είπε στους εφτά αναχωρητές ο αββάς Σισώης και σιώπησε.

Ένας από μας τότε τον παρακάλεσε λέγοντας: 
– Κάνε αγάπη , Γέροντα, και πες μας κ’ εσύ ένα λόγο.
Και κείνος μας είπε: 
– Όποιος έχει το αψήφιστο, δηλ. την ταπεινοφροσύνη με τη σωστή γνώση, δίχως να ενδιαφέρεται για τιμές και τι θα πουν οι άλλοι γι’ αυτόν, αυτός εφαρμόζει όλα όσα λέει ο αγία Γραφή.
Ένας άλλος από μας τον ρώτησε: 
– Τι είναι η ξενιτεία, Γέροντα;
Κ’ εκείνος απάντησε: 
– Το να σιωπάς, λέγοντας μέσα σου: «δεν έχω δικό μου ούτε το παραμικρότερο πράγμα, σ’ όποιον τόπο κι αν βρεθώ», αυτό είναι η ξενιτεία.

 

Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ, 
”Το Έαρ της Ερήμου”. 
Μικρό Γεροντικό Α’. 
Εκδόσεις Ακρίτας, έκδοση στ’.

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

«Τα χαρακτικά της Ιεράς Μονής Ιβήρων»

 

«Τα χαρακτικά της Ιεράς Μονής Ιβήρων» (εισαγωγικό κείμενο για το ομώνυμο λεύκωμα χαρακτικών), 
2001
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ 
Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ιβήρων 

πηγή:εδώ 

Όταν επισκέπτεσαι το Άγιον Όρος, επισκέπτεσαι φυσιολογικά και τον εαυτό σου. Εντυπωσιάζεσαι από τον καινούργιο κόσμο που συναντάς. Σταματάς για να προσανατολισθείς, να δεις και να πεις στον εαυτό σου - με τη δική σου γλώσσα και ευαισθησία - που βρίσκεσαι και τι συμβαίνει. Την ίδια στιγμή κάποια αγιορείτικη αίγλη, ως αόρατη ακτινοβολία, ψαύει αναφώς τον πιο ιερό εαυτό σου. Η αμοιβαία αυτή συνάντηση κάνει τον κάθε επισκέπτη προσκυνητή που εξομολογείται εις εαυτόν τα του προσκυνήματος. Και αν θελήσει να τα εξωτερικεύσει, θα μιλήσει αυθόρμητα στη μητρική του γλώσσα χρησιμοποιώντας δηλαδή τον πιο οικείο και πρόσφορο γι’ αυτόν τρόπο. Έτσι γεννήθηκαν τόσα αθωνίτικα οδοιπορικά που μοιάζουν με συναξάρια, πίνακες που θυμίζουν εικόνες, ποιήματα που είναι εξομολόγηση. Απ’ αυτήν την έκπληξη της συναντήσεως με τον μυστικό κόσμο του Άθω δεν ξέφυγε και ο ζωγράφος Μάρκος Καμπάνης. Επισκεπτόμενος για πρώτη φορά το 1991 το Άγιον Όρος συνκινήθηκε. Και ήλθαν στην επιφάνεια της καλλιτεχνικής του ευαισθησίας τρόποι δουλειάς που τον προέτρεπαν να εκφρασθεί εικαστικά με τον πιο δικό του τρόπο. Έτσι, όταν θέλησε να μιλήση για το Όρος, αυθόρμητα κατέληξε στην χαρακτική - παλιά του αγάπη - που δένεται άλλωστε τόσο πολύ με τη μορφή και την ιστορία του ιερού τούτου τόπου. Άρχισε να δουλεύει και να σχεδιάζει χαρακτικά. Είδαμε δείγματα της δουλειάς του (και τους δύο πύργους της Μονής μας). Μας ανέπαυσαν. Θελήσαμε λοιπόν και η Μονή των Ιβήρων - εν όψει μάλιστα της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων - να μπει στο πρόγραμμά του. Το αποτέλεσμα είναι το λεύκωμα πού έχετε στα χέρια σας με τα πέντε θέματα από το μοναστηριακό μας συγκρότημα. Τα έργα αυτά, με την αγιορείτικη χροιά και το ήθος, θυμίζουν άσκηση, προσωπική ματιά και υπομονή εργοχείρου. Φέρουν στη μνήμη παλιά χαρακτικά και αγιορείτικες χαλκογραφίες, τότε πού δεν υπήρχαν οι ευκολίες των μηχανικών αποτυπώσεων. Έτσι νοιώθεις πιο άμεσα να βρίσκεσαι στον χώρο της ιστορίας και τον πόνο της ζωής. Φωτιζόμενα τούτα τα χαρακτικά με πλάγιο φωτισμό, σαν του ήλιου που δύει, δείχνουν ανάγλυφα την προσπάθεια του καλλιτέχνη να καταγράψει το όραμά του και τη δεξιοτεχνία του εργοχειρά που τυπώνει πάνω στο χειροποίητο χαρτί ένα-ένα τα αντίτυπά του. Ή να το πούμε διαφορετικά διακρίνεις τον αγώνα του χαράκτη που σκαλίζει πάνω στο σκληρό υλικό το σχέδιό του και την υπομονή του χειρώνακτα που τυπώνει προσεκτικά πάνω στο εύπλαστο χαρτί το έργο του. Με τη λιτότητα του ασπρόμαυρου, πάνω στο χειροποίητο χαρτί, παρουσιάζεται ψηλαφητά η ανεξίτηλη χάρη των ερειπίων, όπως και η αίσθηση του χρονικού και φευγαλέου σε κτήρια γερά και καλοστεκούμενα. Το κτιστό και το άκτιστο περιχωρούνται συνευφραινόμενα. Τα ερείπια σώζουν την Ιερότητα πού μένει. Και τα καινούργια αναδίδουν τη σεμνότητα αυτού πού βρίσκεται μέσα στον χρόνο και φεύγει. Μέσα στην εργώδη προσπάθεια και το ελεγειακό κλίμα του χειροποίητου και παρερχόμενου, φανερώνεται κάτι το αχειροποίητο και ιλαρό, που δίδεται στον άνθρωπο ως Θείο δώρο για όλον του τον κόπο και την άσκηση στην υπομονή και στη χειροτεχνία. Έτσι, τα απλά τούτα έργα μεταφέροντας ένα αγιορείτικο χαιρετισμό, δίδουν κουράγιο στον καθένα, όπου βρίσκεται, να αγαπήσει τη δουλειά του ως εργόχειρο και να συνεχίσει, μέσα στον χρόνο, τον αγώνα του ως άσκηση, καθοδηγούμενος από κάποιο σταθερό αστέρι, που οδηγεί - όπως τότε - «επάνω ου ην το παιδίον... μετά της Μητρός αυτού» (πρβλ. Ματθ. 2, 9-11).

ΗΜΕΡΑ Δ΄. Περὶ ἑτοιμασίας εἰς τον θάνατον.


ΗΜΕΡΑ Δ΄. 
Περὶ ἑτοιμασίας εἰς τον θάνατον. 
Α΄. Τί πρέπει νὰ κάμνω, διὰ νὰ ἀποθάνω καλά; Ἐκεῖνα τὰ καλὰ ὅπου ἐκείνην τὴν ὥραν θέλω νὰ ἔχω κατορθωμένα. 
Β΄. Ἐκεῖνα ὅπου δὲν ἠμπορῶ ἴσως νὰ κάμνω εἰς ἐκείνην τὴν ὥραν. 
Γ΄. Ἐκεῖνα ὅπου ἔπρεπε νὰ κάμνω ἀναγκαίως εἰς ἐκείνην τὴν ὥραν· μετάνοιαν ἀληθινὴν τῶν ἁμαρτιῶν μου· πράξεις ἐσωτερικὰς συντριβῆς· φυγὴν γενναίαν τῶν αἰτιῶν κάθε ἁμαρτίας. 
Ἀνάμεσα εἰς τὰς πράξεις ταύτης τῆς ἡμέρας, στοχάσου τὸν θάνατον, μετανοῶντας τὰς ἁμαρτίας σου καὶ ἀποφασίζοντας νὰ δουλεύσῃς τὸν Θεὸν κατὰ τὴν τάξιν σου.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Πνευματικά Γυμνάσματα. εδώ
Έτεραι σύντομοι μελέται,
φυλακτήριον της ψυχής καλούμεναι,
διαμοιρασμέναι εις πάσαν ημέραν του μηνός.



Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

ΗΜΕΡΑ Γ΄. Περὶ τῆς εἰδήσεως τοῦ θανάτου.


 

ΗΜΕΡΑ Γ΄. Περὶ τῆς εἰδήσεως τοῦ θανάτου.

Α΄. Ἂν δὲν ἀποθάνω ἀπὸ ἕναν αἰφνίδιον θάνατον, θέλω λάβει εἰς ἕνα καιρὸν τὴν εἴδησιν διὰ νὰ διορθωθῶ καὶ ἴσως τότε νὰ ἔχω καιρὸν διὰ νὰ ἐξομολογηθῶ· ἀλλὰ μὲ βίαν τότε ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀρρωστείας; 
Β΄. Ἴσως νὰ ἔχω νοῦν διὰ νὰ ἐξετασθῶ ἀλλὰ μετὰ βίας τότε ἠμπορῶ νὰ εἶμαι εἰς τὸν ἑαυτόν μου ἀπὸ τὸν φόβον. 
Γ’. Ἴσως νὰ ἔχω καρδίαν διὰ νὰ κάμνω καλὴν μετάνοιαν· ἀλλὰ τότε ἔχω τὴν συνείδησίν μου μπερδεμένην ἀπὸ τόσας ἁμαρτίας· ὢ Θεέ μου, τί θέλω κάμνει;

Ἔχε πάντοτε εὐπρεπισμένην τὴν ψυχήν σου καὶ βγάλε πᾶσαν αἰτίαν ἐλέγχου συνειδήσεως· ἔχε ἕναν καλὸν πνευματικὸν καὶ μὴ χάσῃς τοῦτον τὸν καιρὸν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Θεός, διὰ νὰ διορθωθῇς μίαν φορὰν ἀληθινά.
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
(Πνευματικά Γυμνάσματα). εδώ
Έτεραι σύντομοι μελέται, 
φυλακτήριον της ψυχής καλούμεναι,
(διαμοιρασμέναι εις πάσαν ημέραν του μηνός).



Ο όσιος Νικόδημος της λίμνης Κόζα


3 Ιουλίου  
Ο όσιος Νικόδημος της λίμνης Κόζα 
Γεννημένος στα μέσα του 16ου αιώνα κοντά στην Μόσχα από οικογένεια ευσεβών και εύπορων αγροτών, ο όσιος Νικόδημος έλαβε κατά το άγιο Βάπτισμα το όνομα Νικήτας. Μία ημέρα, σε ηλικία δώδεκα ετών, ενώ έβοσκε το ποίμνιό του, άκουσε φωνή να τον φωνάζει με το όνομα Νικόδημος· η έγνοια όμως των γονιών του τον έκανε να αναβάλλει την απόκριση στην πρόσκληση αυτή. 
Μετά τον θάνατο των γονιών του, μετέβη στο Γιαροσλάβλ, όπου κέρδιζε το ψωμί του ως σιδεράς, μοιράζοντας το περίσσευμά του σε ελεημοσύνες. Εγκαταστάθηκε κατόπιν στην Μόσχα και συνδέθηκε με κάποιον Τβερυάνιν, ο οποίος συμμεριζόταν την κλίση του προς την ευσέβεια. 
Η γυναίκα αυτού του τελευταίου, θέλοντας να τους ξεφορτωθεί, παρέθεσε στους δύο φίλους ένα δηλητηριασμένο γλυκό. Ο Τβερυάνιν έμεινε στον τόπο και ο Νικήτας προσβλήθηκε από σοβαρή αρρώστια στο στομάχι. Θεραπεύθηκε από τον άγιο Βασίλειο τον δια Χριστόν σαλό [2 Αυγ.] και αποφάσισε τελικά να ανταποκριθεί στο θείο κάλεσμα που άκουσε στα παιδικά του χρόνια. 
Ενθαρρυμένος στην απόφασή του από έναν ασκητή προικισμένον με το χάρισμα της διορατικότητος, μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και εισήλθε στην Μονή του Τσούντωφ. Αφού έλαβε μετά σαράντα ημέρες το μοναχικό Σχήμα με το όνομα Νικόδημος, παρέμεινε ένδεκα χρόνια υπό την πνευματική καθοδήγηση του αρχιμανδρίτη Παφνούτιου, συνασκητού του οσίου Αδριανού της Μόνζα [5 Μαΐου].
 
Όταν ο Παφνούτιος χειροτονήθηκε επίσκοπος του Κρούτιτσα (1606), ο Νικόδημος τον συντρόφευσε στην επισκοπή του, αλλά σύντομα του ζήτησε την άδεια να αποσυρθεί στην ησυχία της ερήμου. Ευλογώντας τον ο Παφνούτιος παρέδωσε σ’ αυτόν μία εικόνα της Θεοτόκου του Βλαδιμίρ και ο άγιος Νικόδημος ξεκίνησε για τον Άπω Βορρά. 
Έχοντας ακούσει για τον άγιο Σεραπίωνα [27 Ιουν.], ο οποίος είχε έλθει στην Μόσχα και είχε λάβει από τον τσάρο γαίες για την μονή του στην λίμνη Κόζα, πήγε να τον βρει. Ο άγιος Σεραπίων που είχε τότε παραχωρήσει την ηγουμενία της μονής στον μαθητή του Αβραάμ, τον υποδέχθηκε με αγάπη και ο Νικόδημος έγινε δεκτός στην αδελφότητα, που αριθμούσε τότε σαράντα μοναχούς, και ανέλαβε το διακόνημα να φτιάχνει πρόσφορα. 
Μετά από ενάμιση χρόνο έλαβε την ευλογία να αποσυρθεί στην ησυχία στις όχθες του ποταμού Κοζυγιούνγκ (1609). Έκτισε εκεί ένα ταπεινό κελλάκι και φύτεψε λίγα λαχανικά που καλλιεργούσε με τα χέρια του, συμπληρώνοντας την γλίσχρα τροφή του με ρίζες και ενίοτε με ψάρια που έπιανε στο ποτάμι· δεν έτρωγε όμως τα ψάρια παρά μόνο όταν άρχιζαν να χαλάνε. Αναπαυόταν για σύντομο μόνο διάστημα και έμενε τον περισσότερο χρόνο όρθιος, προσευχόμενος με το πρόσωπο λουσμένο στα δάκρυα. 
Οι δαίμονες έξαλλοι που τον έβλεπαν να διάγει έναν τέτοιον ουράνιο βίο στην γη, λυσσομανούσαν εναντίον του ασκητού και του παρουσιάζονταν με μορφή γυναικών όταν ο Νικόδημος πήγαινε στην πηγή να πάρει νερό. Ο όσιος Νικόδημος όμως δεν τους έδινε καμία σημασία και τους απωθούσε με την προσευχή. Υποχωρούσαν τότε για κάποιο διάστημα, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον ρίξουν σε λογισμούς υπερηφανείας. Όταν όμως επιτίθεντο ξανά τον έβρισκαν στερεωμένο στην ίδια επαγρύπνηση και στην ίδια ταπεινοφροσύνη. 
Με τους γενναίους αυτούς αγώνες, ο όσιος έλαβε άφθονη την χάρη του Θεού: ζούσε με τα αγρίμια, είχε αποκτήσει τα χαρίσματα της διορατικότητος και της ιάσεως, καθώς και το να εμφανίζεται σε όσους τον επικαλούνταν. 
Μία ημέρα το ποτάμι ξεχείλισε και το κελλί του πλημμύρισε. Ο όσιος κατέφυγε στην σκεπή, κρατώντας στο χέρι την εικόνα της Θεοτόκου και με την προσευχή του τα νερά γύρισαν πάλι στην κανονική τους κοίτη. Μιαν άλλη φορά, με την προσευχή του έσβησε την φωτιά που είχε πιάσει στο κελλί του. 
Καθώς η φήμη του απλωνόταν, πολλοί επισκέπτες ριψοκινδύνευαν μέσα στα βάθη της τούντρας για να έλθουν να λάβουν την ευλογία του, ενώ και ο πατριάρχης Μόσχας, Ιωάσαφ, του έστειλε ως δώρο το γούνινο περιώμιόν του. Ο όσιος το φίλησε με σεβασμό αλλά το έστειλε στην Μονή της Κόζα, δηλώνοντας πως του αρκούσε ένα και μόνο ιμάτιο. 
Φθάνοντας στο τέλος της ζωής του, ο όσιος Νικόδημος παρεκάλεσε τον Κύριο να τον αξιώσει να μετάσχει του φωτός Του μαζί με όλους τους αγίους. Παρουσιάστηκαν τότε σ’ αυτόν ο άγιος Αλέξιος Μόσχας [12 Φεβρ.] και ο άγιος Διονύσιος του Ραντονέζ [12 Μαΐου] για να τον διαβεβαιώσουν ότι ο Θεός είχε εισακούσει το αίτημά του. Εκοιμήθη εν ειρήνη, επτά μήνες αργότερα (3 Ιουλίου 1640), στην Μονή της Κόζα. 

 ※

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος)
※

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις