Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Αγία Αικατερίνη εν Ντεμεννά της Σικελίας


Αγία Αικατερίνη εν Ντεμεννά της Σικελίας
28 Ιανουαρίου

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνος και ήταν αδελφή του Αγίου Λουκά του εν Ντεμεννά [5 Φεβρουαρίου]. Έμεινε χήρα σε νέα ηλικία μεγαλώνοντας τους δύο γιούς της Θεόδωρο και Αντώνιο εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ενεδύθη το αγγελικό σχήμα μαζί με τους γιούς της και τοποθετήθηκε ηγουμένη σε μία Ιερά Μονή αφιερωμένη στην Υπεραγία Θεοτόκο στο όρος Αγρομόντε, όπου είχε αναστηλώσει ο αδελφός της Άγιος Λουκάς μαζί με μία εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιουλιανό. Η Αγία Αικατερίνη στάθηκε δίπλα στον αδελφό της, στις τελευταίες μέρες της ζωής του και τον έθαψε μαζί με τους μαθητές του στην εκκλησία του μοναστηριού του.

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ 

28 Ιανουαρίου

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ  

ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ 
ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ - ΕΔΩ

Ο αββάς Ισαάκ, ο πρίγκιπας των ερημιτών και μέγας διδάσκαλος της μυστικής ζωής, γεννήθηκε κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα, στον Μπέιτ Κατραγιέ, στην περιοχή του Κατάρ, στην νότια άκρη του Περσικού Κόλπου. Νέος ακόμη εισήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Λαύρα του Αγίου Ματθαίου και, αφού προόδευσε αρκούντως στην οδό των αρετών, στην υπακοή και στην γνώση των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε στην ησυχία. Απαλλαγμένος από κάθε δεσμό με τον κόσμο, καθάρισε τον νου του με νηστεία, αγρυπνίες, αδιάλειπτα δάκρυα και προσευχή. Ο αδελφός του όμως εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και δεν έπαυε να τον πιέζει να επιστρέψει στην Λαύρα για την πνευματική ωφέλεια των αδελφών. 
Η φήμη του αγίου αναχωρητή έφθασε ως την Νινευί και οι πιστοί αυτής της ονομαστής πόλης κατόρθωσαν να πείσουν τον καθολικό (αρχιεπίσκοπο) Γιβαρτζή να τον χειροτονήσει επίσκοπο (περί το 648). Ο Ισαάκ υπάκουσε στο θέλημα του Θεού και άρχισε να καθοδηγεί με πολλή σοφία το πνευματικό του ποίμνιο. Δεν είχαν όμως περάσει ούτε πέντε μήνες, όταν δύο πιστοί που τον είχαν παρακαλέσει να λύσει τη διαφορά τους σχετικά με την εξόφληση ενός δανείου, απέρριψαν τις συμβουλές του και του είπαν: «Άσε για την ώρα στην άκρη τις διδαχές του Ευαγγελίου!». Αυτό ήταν αρκετό για να αποφασίσει ο άνθρωπος του Θεού να επιστρέψει πίσω στην έρημο, λέγοντας: «Εάν το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να είναι εδώ παρόν, τι ήλθα να κάνω;». Παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποσύρθηκε στο όρος Ματούτ, στην περιοχή του Μπέιτ Χουζάγιε (σημ. Κουρδιστάν), όπου εγκαταβίωναν πολλοί ασκητές και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή Αββά Σαμπούρ, στο όρος Τσουχτάρ (βόρειο Κουρδιστάν). 
Μελετούσε την Αγία Γραφή με τόσο ζήλο και έχυνε τόσα δάκρυα που έχασε το φως του. Αποξενωμένος από τον κόσμο, δεν έτρωγε παρά τρεις άρτους την εβδομάδα με μερικά λαχανικά, χωρίς ποτέ ν’ αγγίζει μαγειρεμένο φαγητό και η καρδία του φλεγόταν από αγάπη για όλους τους αδελφούς του, κάνοντας να αναβλύζουν σαν ζωογόνα νάματα ουράνιες διδαχές, τις οποίες κατέγραφαν οι μαθητές του. 
«Αγαπητοί», έγραφε, «έγινα πια μωρός, γιατί δεν αντέχω άλλο να κρύψω στη σιωπή το μυστήριο του Θεού, αλλά τουναντίον γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών!» (Λόγος ΛΗ΄). Με ασύγκριτη τέχνη και λεπτότητα, μοναδική σε όλη την πατερική γραμματεία, περιγράφει όλες τις καταστάσεις της ψυχής που πορεύεται προς την λύτρωση και την ένωσή της με τον Θεό. «Πολλές φορές όταν τα έγραφα όλα αυτά, δεν είχαν δύναμη τα δάχτυλά μου να γράψουν πάνω στο χαρτί, μην αντέχοντας από την πνευματική ηδονή που ερχόταν και πλημμύριζε την καρδιά μου και έπαυε την λειτουργία των αισθήσεων» (όπ.π.). 
Το βιβλίο του αγίου Ισαάκ δεν αποτελεί συστηματική πραγματεία, αλλά είναι μάλλον μια μόνιμη πρόσκληση για προσευχή, ένα εφαλτήριο απ’ όπου η ψυχή φτερουγίζει προς την Βασιλεία του Θεού. Κατά τον αββά Ισαάκ, το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης από την υποδούλωση στον κόσμο και στα πάθη είναι η πίστη. Με την πίστη ο άνθρωπος αφυπνίζεται και αρχίζει τότε το έργο με την αποταγή, την νηστεία, την νίψη, την μελέτη της Αγίας Γραφής, την αγρυπνία και την προσευχή. Με την πίστη, που συνοδεύεται από αυτές τις ενάρετες πράξεις, μπορεί να εισέλθει μέσα του και να βρει στην καρδιά του την θύρα του ουρανού: «Ειρήνευσε μέσα σου και θα ειρηνεύσουν με σένα ο ουρανός και η γη. Κοίταξε να μπεις μέσα στο δωμάτιο που βρίσκεται εντός σου και θα αντικρίσεις μετά και τον χώρο τ’ ουρανού. Το ίδιο και το αυτό είναι το ένα και το άλλο. Με την ίδια είσοδο που θα κάνεις, θα βλέπεις και τα δύο ταυτόχρονα. Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σου κρυμμένη στην ψυχή σου. Βούτηξε τον εαυτό σου μέσα στον καθαρμό από την αμαρτία και θα βρεις απ’ αυτόν αναβάσεις που μπορείς ν’ ανέβεις» (Λόγος Λ΄). 
Έχοντας ασπασθεί την ησυχαστική ζωή και την σιωπή -η οποία «είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος» (Επιστολή Γ΄)- ο μοναχός (αλλά και κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός) θα δει να αναδύονται μέσα του χωρίς προσπάθεια θαυμαστά που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει. Με την κάθαρση της καρδίας θα δυνηθεί να φθάσει και να προοδεύσει αδιάκοπα στην ταπείνωση, την αρετή που αποτελεί την «στολή της θεότητας», διότι αυτήν ακριβώς ενδύθηκε ο Λόγος του Θεού για να γίνει άνθρωπος (Λόγος Κ΄). «Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο κανένας δεν τον μισεί, κανένας δεν τον επιπλήττει με λόγια, κανένας δεν τον καταφρονεί. Γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά ο δικός του ο Δεσπότης Χριστός κι έτσι αγαπιέται απ’ όλους· όλους τους αγαπά κι όλοι τον αγαπούν· όλοι τον θέλουν και όπου κι αν περάσει σαν άγγελο του φωτός τον βλέπουν. Ένας τέτοιος ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τ’ άγρια θηρία και με το που τον βλέπουν αυτά αμέσως ημερεύει η αγριότητά τους και τον πλησιάζουν σαν να είναι αυτός ο κύριός τους, με το κεφάλι κατεβασμένο γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Γιατί αισθάνθηκαν σ’ αυτόν τον ταπεινό άνθρωπο εκείνη την ευωδία που έβγαινε από τον Αδάμ πριν την παρακοή» (Λόγος Κ΄). Η ταπείνωση περικλείει όλες τις άλλες αρετές και μας παρέχει την καθαρότητα, η οποία μας κάνει να θεωρούμε τους πάντες καλούς ή αθώους (Λόγος ΜΘ΄). 
Προοδεύοντας στην ταπείνωση ο ησυχαστής θα αποκτήσει εμπειρία των διαδοχικών βαθμών της προσευχής, οι οποίοι οδηγούν από την επώδυνη προσευχή της μετανοίας στα εκούσια δάκρυα και, από εκεί, στα αυθόρμητα και αδιάκοπα δάκρυα που καθαρίζουν και φωτίζουν τον νου και που οδηγούν προς την καθαρά προσευχή. Κατόπιν, όταν φθάσει στην κατάσταση πέραν της προσευχής, πέρα από κάθε κίνηση και φθαρτή πραγματικότητα, τότε θα δει τον Θεό και θα εισέλθει στην Βασιλεία Του. 
Καρπός της προσευχής και σκοπός της, πάντα κατά τον αββά Ισαάκ, είναι η ένωση με τον Θεό εν αγάπη. Μετά από μακρά περίοδο ησυχαστικής βιοτής και μετά από συχνές επισκέψεις της θείας Χάριτος, ο καθαρμένος και ειρηνεμένος άνθρωπος θα γίνει για όλους ζωντανή εικόνα της αγάπης του Θεού και της ευσπλαχνίας Του. 
«Και τι σημαίνει ελεήμων καρδιά;», τον ρώτησαν. Και είπε: «Το να καίγεται κάποιος για όλη την κτίση· για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, ακόμη και για τους δαίμονες, αλλά και για κάθε κτίσμα. Και μόνο από την μνήμη και την θεωρία τους, χύνουν οι οφθαλμοί του άφθονα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή ελεημοσύνη που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή καρτερία που δείχνει σε όλους, σμικρύνεται η καρδιά με την ταπείνωση και δεν μπορεί να βαστάξει ν’ ακούσει ή ν’ αντικρίσει την παραμικρή βλάβη ή λύπη να γίνεται κάπου στην κτίση. Γι’ αυτό τον λόγο και κάθε ώρα και στιγμή προσφέρει με δάκρυα ευχή για όλα τα άλογα όντα, για τους εχθρούς της αλήθειας, γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους φυλάξει· το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ερπετό στη γη, κι όλα αυτά από την πολλή ελεημοσύνη που κινεί άμετρα την καρδιά του, σύμφωνα με την κατάσταση της ομοιότητας του Θεού στην οποία έχει φτάσει και την οποία βιώνει» (Λόγος ΠΑ΄). 
Από μαρτυρίες ορισμένων χειρογράφων φαίνεται ότι η μνήμη του αγίου Ισαάκ εορταζόταν στο Άγιον Όρος στις 28 Σεπτεμβρίου. Μεταφέρθηκε κατόπιν στις 28 Ιανουαρίου για να συνδεθεί με εκείνη του αγίου Εφραίμ, αλλά τελικά δεν διατηρήθηκε στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, ενώ μνημονευόταν στην ρωσική Εκκλησία. Ο αββάς Ισαάκ ανήκε στην συριακή Εκκλησία της Ανατολής, η οποία λόγω της απομόνωσής της εν μέσω της περσικής αυτοκρατορίας δεν ακολούθησε τις εξελίξεις του χριστολογικού δόγματος και έμεινε προσκολλημένη στην διδασκαλία του Θεόδωρου Μοψουεστίας, διδασκάλου του Νεστορίου. Μολονότι δεν απείχε από την διδασκαλία του Θεοδώρου, η περσική Εκκλησία ήταν ξένη στην αντίληψη του Νεστορίου περί «δύο υιών» και κατά ακυριολεξία αποκαλείται «νεστοριανή». Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αββά Ισαάκ δεν φέρουν κανένα ίχνος χριστολογικής αίρεσης και η σπουδαία θέση που κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση δικαιολογεί την σεβάσμια μνήμη που του αφιερώνεται. 
Το βιβλίο του αββά Ισαάκ μαζί με την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου [30 Μαρτ.–Δ΄ Κυριακή Νηστειών] είναι ο απαραίτητος οδηγός κάθε ορθόδοξης ψυχής για να βαδίσει προς τον Θεό με ασφάλεια. Γι’ αυτό και ένας σύγχρονος Γέροντας, ο Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966), συμβούλευε να μην διστάσουμε ακόμη και να ζητιανέψουμε για να αποκτήσουμε ένα αντίτυπο των έργων του αββά Ισαάκ.
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;


 
Ο Άγιος Αυγουστίνος τονίζει πολύ την κοινωνικότητα του μονάχου.  Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;  Όποιος μοναχός δεν κλείνεται στο κελί του- μοναχός σημαίνει κλείνομαι στο κελλί μου και αυτό μου διδάσκει τα πάντα- δεν θα γίνει ποτέ αληθινός μοναχός. Αλλά και ο μοναχός ο οποίος κλείνεται στο κελί του και αγνοεί την κοινωνία των αδελφών του, θα γίνει ένα τέρας δεν θα μάθει τίποτε. Διότι χωρίς βιωματική γνώση που απορρέει από την αίσθηση της κοινωνίας μας, το κελί γίνεται σταυροδρόμι δαιμονικών επηρειών. Γι’ αυτό και η άσκηση είναι το πιο φοβερό όπλο του δαίμονος. Η άσκηση είναι μοναδικό όχημα που οδηγεί στον ουρανό, αλλά είναι και ο δρόμος όλων των αιρετικών, των σχισματικών και των πεπλανημένων. Ο άνθρωπος του θεού δεν μπορεί να αγνοήσει τίποτε εάν θέλει να είναι άρτιος. Έλεγε ο παπα - Εφραίμ ότι δεν υπάρχει καλύτερη συσκηνία από δύο μοναχούς που ζουν μαζί. Πόσοι απομονωμένοι υπάρχουν στην έρημο! Μπορεί ο ένας να γίνει εγκρατής, ο άλλος να κάνει προσευχή, ο τρίτος να έχει συχνή θεία μετάληψη, αλλά ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν γίνεται κανένας όταν ζει μόνος του. Όλοι έχουν προβλήματα. Γι’ αυτό και η εκκλησία θέτει ως κριτήριο της μονώσεως και της προσευχής την υπακοή. Η υπακοή σε βγάζει από τον εαυτό σου. Δεν ξέρεις πού θα είσαι αύριο τι θα σου πει ο ηγούμενος σου ύστερα. Δεν ξέρεις αν θα σου πει ναι ή όχι. Του λες ένα βίωμά σου και σου λέει, φύγε από δω του πονηρού είναι. Αυτή όμως είναι η ασφάλεια. Θα μου πείτε: τότε ποιος μπορεί να πάει στην ησυχία; Το μοναστήρι στέλνει στην ησυχία τον άνθρωπο που το διακόνησε, ο οποίος έχυσε τον ιδρώτα του και μούσκεψε τα θεμέλια του μοναστηριού με το αίμα του και τον κόπο του̇ επίσης, αυτόν που έχει πνευματικές δυνατότητες να ακμάσει στην ησυχία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ήταν ησυχαστής, αλλά τσεκούρωνε συνεχώς στον εαυτό του. Μη νομίζετε ότι τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα διαβάζετε. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν σπινθήρας̇ άναβε αμέσως και πετούσε και ανέβαινε πάνω στα ουράνια. Ήταν μια δυνατώτατη πνευματική ύπαρξη, μυστικός άγγελος εν σώματι. 
Λέμε πως ο Άγιος Γρηγόριος και ο Μέγας Βασίλειος ήταν φίλοι. Ο Άγιος Γρηγόριος όμως έχυσε δάκρυα από τη φιλία του αυτή. Ο Μέγας Βασίλειος τον πετούσε στην άκρη του κόσμου, ακριβώς για να κρατήσει ισορροπία και να είναι και οι δύο τους χρήσιμοι στην Εκκλησία. Μπορεί να είναι δύο άνθρωποι μαζί, αλλά να είναι άχρηστοι για την Εκκλησία. Όταν όμως ο καθένας πάρει τη θέση του, τότε γίνονται χρήσιμοι. Ο χαρακτήρας εμπνέει όταν βοηθά τον πνευματικό σκοπό.
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
Αρχ.Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
σελ: 271

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Ο όσιος Κλήμης του Σαγματίου όρους, εγγύς των Θηβών

Ο όσιος Κλήμης του Σαγματίου όρους, εγγύς των Θηβών
26 Ιανουαρίου  
Ο όσιος Κλήμης καταγόταν από ευσεβή οικογένεια των Αθηνών και από μικρός έδειξε τις ευσεβείς διαθέσεις του. Φθάνοντας σε ηλικία τριάντα ετών, απαρνήθηκε τις ματαιότητες του κόσμου και εισήλθε στην Μονή Μυουπόλεως, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος Μελέτιος [1 Σεπτ.] στον Κιθαιρώνα της Βοιωτίας. 
Επί τρία χρόνια υπήρξε πρότυπο μοναχού στην υπακοή και στην ταπείνωση. Αγαπούσε ωστόσο να αποσύρεται για προσευχή στο Σαγμάτιο όρος που βρισκόταν εκεί κοντά. Η προσευχή του ήταν τόσο θερμή, ώστε ένας μοναχός τον είδε μια ημέρα σε έκσταση ενώ το σώμα του αγίου είχε υψωθεί έναν πήχυ πάνω από το έδαφος. 
Επιθυμώντας να αποφύγει τον θαυμασμό των ανθρώπων, ο Κλήμης έλαβε την ευλογία του αγίου Μελετίου να εγκαταβιώσει σε σπήλαιο βαλμένο σαν στύλος σε ένα ακρωτήρι του Σαγμάτιου. Εκεί πέρασε χρόνους πολλούς σε πλήρη απομόνωση από τον κόσμο, όμως η φήμη των αρετών και των χαρισμάτων που είχε λάβει παρά του Θεού προσείλκυσε κοντά του όλο και περισσότερους μαθητές, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν είτε σε σπήλαια τριγύρω είτε στο μονύδριο που βρισκόταν λίγο πιο πέρα, ώστε να ωφελούνται από την διδαχή του. 
Μετά τον θάνατο του οσίου Μελετίου, ο μοναχός που ανέλαβε την ηγουμενία της Μονής Μυουπόλεως απαίτησε να επανέλθει ο ασκητής στην κοινοβιακή ζωή. Καθώς ο Κλήμης αρνιόταν, θυμίζοντας ότι είχε λάβει από τον γέροντα την ευλογία να ζει ως ησυχαστής, ο ηγούμενος τον αφόρισε και παρέδωσε το όνομά του στο ανάθεμα. 
Λίγο καιρό αργότερα ο ηγούμενος αρρώστησε και αναγνωρίζοντας το λάθος του, ζήτησε να τον πάνε στον ασκητή για να τον συγχωρήσει. Καθώς όμως η κατάστασή του δεν επέτρεπε τέτοια μετακίνηση, παρέδωσε την ψυχή του επικαλούμενος την συγγνώμη του αγίου Κλήμεντος. 
Αργότερα η φήμη της αγιότητος τού ερημίτη του Σαγμάτιου όρους έφθασε έως τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος πρόσφερε στην υπό διαμόρφωση μονή ένα τμήμα του Τιμίου Ξύλου. 
Όταν έφθασε στο τέλος των αγώνων του, ο όσιος Κλήμης αρρώστησε βαριά, και αφού έδωσε τις τελευταίες παραινέσεις του στους μαθητές του παρέδωσε την ψυχή του εν ειρήνη στον Κύριο (αρχές 12ου αιώνα).
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

 

Ο άγιος Δαβίδ ο Ανακαινιστής, βασιλέας της Γεωργίας

 

Ο άγιος Δαβίδ ο Ανακαινιστής, βασιλέας της Γεωργίας 
26 Ιανουαρίου  
Ο άγιος Δαβίδ ήταν μόνον δεκαέξι ετών όταν ο πατέρας του, ο βασιλέας Γεώργιος, παραιτήθηκε του θρόνου υπέρ αυτού (1089). Την εποχή εκείνη οι χριστιανικοί λαοί του Καυκάσου ήσαν υπόδουλοι στους Τούρκους και τους Άραβες. Όμως, χάρη στην σοφία του και την πίστη του, ο βασιλιάς κατάφερε να αφυπνίσει το φρόνημα του λαού του για να απωθήσει τους κατακτητές. 
Μετά μια σειρά επιτυχιών, σημείωσε αναπάντεχη νίκη ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις Περσών, Τούρκων και Αράβων στο Ντιντγκόρι (1121). Μπόρεσε τότε να ελευθερώσει το βασίλειο της Αρμενίας και να ανακτήσει από τους Άραβες την Τιφλίδα, πρωτεύουσα του βασιλείου της Γεωργίας. Απελευθέρωσε τους υποδούλους και παλινόρθωσε το βασίλειό του, που αποτελούνταν τότε από τα πριγκιπάτα της Αμπχαζίας, της Καχετίας και του Κάρτλι, και το οποίο γνώρισε επί των ημερών του πρωτοφανή ευημερία και δόξα. 
Αναδιοργάνωσε τον στρατό και την διοίκηση, και συνεκάλεσε Σύνοδο για να θέσει σε τάξη τα εκκλησιαστικά πράγματα και να καθαιρέσει τους ανάξιους κληρικούς. Ανακαίνισε ακόμη και ανοικοδόμησε πολλούς ναούς ανά το βασίλειο, ίδρυσε μονές και ένα πανεπιστήμιο. 
Εμπνευσμένος από τους Ψαλμούς του προφητάνακτος, του οποίου έφερε το όνομα και κατά την παράδοση ήταν απόγονός του, συνέθεσε θαυμαστά πνευματικά ποιήματα, τα «Άσματα της μετανοίας», όπου θρηνεί για την κατακτητική του διάθεση και τα σφάλματα της νιότης του. 
Παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό εν ειρήνη το 1125.
 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Απόπειρα δολοφονίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου


Απόπειρα δολοφονίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
Από το πρωινό τούτο της 27ης του Νοέμβρη, ο Γρηγόριος είχε την επισκοπική ευθύνη για την Κωνσταντινούπολη. Στη διάθεσή του όλοι οι ναοί. Δεν είχε τυπικά ενθρονιστεί μα ήτανε κι αναγνωριζότανε απ’ όλους επίσκοπος κανονικός. Οι περισσότεροι αρειανοί και μάλιστα οι λαϊκοί ενώθηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μείνανε όμως αρκετοί φανατικοί και ιδιαίτερα κληρικοί, που κάνανε ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να βλάψουνε το Γρηγόριο. Συγκεντρώνονταν, οργάνωναν τη δράση τους και τις επιθέσεις τους. Φτάσανε στο σημείο να οργανώσουνε ακόμα και τη δολοφονία του Γρηγορίου. Εκεί έφτασε το μίσος. 
Τα μελετήσανε όλα σε όλες τις λεπτομέρειες. Πλησίασαν ένα δικό τους, ένα νεαρό και φανατικό. Του υποσχεθήκανε πολλά. Εκείνος δέχτηκε μ’ ευκολία. Και μ’ ένα θράσος φοβερό. Τη νύχτα, κλείνανε καλά τις πόρτες οι άνθρωποι του Γρηγορίου, γιατί πάντα φοβόντουσαν το κακό. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να επιτεθεί ο δολοφόνος μια ώρα, που να μην έχει κόσμο στην αυλή του Αβλάβιου. Να μην υπάρχει άνθρωπος εκεί στην άκρη, στο χαμηλό σπιτάκι με το κελί του Γρηγορίου. 
Ήταν χειμωνιάτικο απόγευμα, προς το τέλος του Δεκέμβρη. Πήρε να σκοτεινιάζει γρήγορα. Ο κόσμος μαζεύτηκε νωρίς. Το χιονόνερο έστελνε βιαστικά τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Οι αρειανοί όπλισαν μ’ ένα μαχαίρι το νεαρό δολοφόνο και τον έστειλαν εκεί που ήξερε. Με προφυλάξεις, έφτασε στο αρχοντικό του Αβλάβιου. Η μεγάλη πόρτα του κήπου ήτανε ανοιχτή. Την περίμενε κλειστή και παραξενεύτηκε. Μπαίνανε από κει όσοι πήγαιναν για το ναό της Αναστασίας. Τέτοια ώρα όμως κανείς δεν ερχόταν· ακολουθίες τέτοια ώρα, τέτοια μέρα, δε γίνονταν. Ο νεαρός δεν πολυσκέφτηκε. Δρασκέλισε αθόρυβα. Προχώρησε για το σπιτάκι με την πλάτη στο φράχτη, να παρακολουθεί, μήπως φανεί κίνηση. Το μυαλό και τα μάτια καρφωμένα στο σπιτάκι. Κίνηση εκεί καμία. Επομένως, δεν είχε ’ρθει ακόμα ο Θεόφιλος· αυτός που έκανε τις πρόχειρες δουλειές του σπιτιού. Προχώρησε ακόμα λίγο. Κοντοστάθηκε. Τα μάτια στο σπιτάκι. Έβλεπε μόνο το φωτάκι στο κελί του επισκόπου. Θα προσευχότανε ή θα διάβαζε. Αυτές τις μέρες ήτανε πάλι άρρωστος. Αποκλειόταν να κυκλοφορεί όρθιος. 
Περίμενε ακόμα λίγο και μ’ ένα σάλτο αθόρυβο βρέθηκε στην πόρτα. Την έσπρωξε μαλακά και μπήκε στο διάδρομο. Κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο κι έβλεπε απέναντί του τη μικρή πόρτα, στο κελί του Γρηγορίου. Το μυαλό και οι αισθήσεις του στο κελί. Μηχανικά παραμέρισε το ρούχο του, έβαλε το χέρι στη ζώνη κι έπιασε τη λαβή του μαχαιριού. Μια κρυάδα του ήρθε, αλλά έσφιξε καλά τη λαβή και τράβηξε το μαχαίρι έξω. Ασυναίσθητα το ‘φερε κοντά στα μάτια να το δει καλά, γιατί το σκοτάδι τον εμπόδιζε. Τότε ξαφνικά, ένας ελαφρύς θόρυβος τον έβγαλε από την προσήλωση. Ένας νέος άντρας έμπαινε από την πόρτα μ’ ένα λυχνάρι στο χέρι. Ο δολοφόνος δεν είχε να φύγει από πουθενά. Χαμένος, έμεινε ακίνητος. Τα μέλη του παράλυτα, το στόμα του σφαλισμένο. Ο Θεόφιλος σήκωσε ψηλά το λυχνάρι να δει καλά και κατάλαβε. Μέσα του ένιωσε τρόμο. Άρχισε να τρέμει και να τραυλίζει. Όμως δεν ήτανε καιρός. Φτάσανε οι εκπρόσωποι ενός ναού, που θέλανε να δουν τον επίσκοπο - γι’ αυτό έμεινε η έξω πόρτα ανοιχτή. Οι εκπρόσωποι πατούσαν κιόλας το σκαλοπάτι του σπιτιού. Ο Θεόφιλος, χωρίς να σκεφτεί, οδηγημένος από κάποια δύναμη, σηκώνει το αριστερό του χέρι και παίρνει απλά το μαχαίρι από το νεαρό, που έστελε σαν κεραυνωμένος. 
Μπήκανε οι επισκέπτες. Ο Θεόφιλος τους άνοιξε την πόρτα του κελιού, γύρισε, πολύ φυσικά τώρα, έπιασε από το χέρι το νεαρό και τον έβαλε κι αυτόν στο κελί. 
Ο άρρωστος επίσκοπος ανασηκώθηκε λίγο στο μαξιλάρι, να τους βλέπει και να τον βλέπουνε. Οι εκπρόσωποι του λέγανε, αυτά που είχανε να πουν. Μα το διαπεραστικό μάτι του Γρηγορίου στάθηκε σ’ ένα πρόσωπο σκοτεινό και ωχρό σαν πανί. Ο νεαρός με το μαχαίρι στεκότανε θλιμμένος, με κατεβασμένα τα μάτια, το χρώμα είχε χαθεί από τα μάγουλά του. 
Καμιά φορά φύγανε οι εκπρόσωποι. Τότε ο νεαρός έπεσε στα πόδια του Γρηγορίου. Γονατιστός τον αγκάλιασε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι κι έκλαιγε με λυγμούς. Τον ρωτούσε απορημένος ο Γρηγόριος κι αυτός μόνο έκλαιγε και βογκούσε. Ρώτησε πάλι και πάλι, απάντηση καμία. Στενοχωρήθηκε ο επίσκοπος και, βλέποντας το νεαρό να κλαίει συνέχεια, δάκρυσε κι ο ίδιος από συμπόνια. Ο Θεόφιλος, που βγήκε να ξεπροβοδίσει τους επισκέπτες, γύρισε στο κελί. Ακούοντας πάλι το δακρυσμένο επίσκοπο να ρωτάει το νεαρό, ποιος είναι και τί έπαθε, έδωσε κείνος την απάντηση: 
- Ο φονιάς σου είναι, γέροντα. Τώρα δα ήταν έτοιμος. Κι αν δεν προλάβαινα, τώρα δε θα ρωτούσες, ούτε και θα μας έβλεπες, σ’ έσωσε ο Θεός.
- Μα τούτος κλαίει, παιδί μου, πώς είναι δυνατό; έκανε ο Γρηγόριος.
- Κλαίει γιατί τον χτύπησε η συνείδηση. Του ‘γίνε θηλιά και πάει να τον πνίξει, έγινε ο δήμιός του, πρόσθεσε ο Θεόφιλος.
Περάσανε ακόμα λίγα λεπτά κι ο νεαρός συνήλθε. Του ‘γνεψε και πλησίασε στην κορυφή του κρεβατιού. Εκείνος γονάτισε κι ο Γρηγόριος έβαλε το ιερό του χέρι στο κεφάλι του μετανοημένου. Τον συγχώρεσε και τού ‘πε λίγα λόγια: 
- Ο Θεός να σ' ελεήσει και να σε σώσει, παιδί μου. Για μένα, που τόσα χρόνια είμαι δικός του και σωσμένος, δεν είναι δύσκολο να φανώ και στο σφαγέα μου καλός. Μόνο πια τώρα, κοίτα να γίνεις καλός, καθώς πρέπει σε μένα και στο Θεό.
Η απόπειρα δολοφονίας μαθεύτηκε σ’ όλη την Πόλη, που μέρα με τη μέρα μαλάκωνε και αγαπούσε περισσότερο το Γρηγόριο. Μαλάκωνε η καρδιά και πολλών πρώην φανατικών αρειανών. Πολλοί, μάλιστα, τρυπώνανε αθέατοι στο κελί του, να ζητήσουνε συγχώρηση για όσα του είχανε κάνει. Και δεν του είχανε κάνει λίγα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τους πολλούς λιθοβολισμούς, ότι παραλίγο να τον σκοτώσουνε τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, τις βρισιές, τα ομαδικά γιουχαΐσματα, τις κατάρες, την απόπειρα δολοφονίας.

Εκείνος πάραυτα δεν έστελνε τους κρατικούς υπαλλήλους να συλλάβουνε τους καταχραστές αρειανούς. Δεν ήθελε να δείξει ότι για χρήματα κινεί τέτοιες διαδικασίες. Ούτε κι ο ίδιος αναμίχτηκε στα οικονομικά, μέχρι το καλοκαίρι του 381, που έμεινε στην Πόλη ως επίσκοπος. Υπερβολή κι αυτό. Μα δεν άντεχε το πιο εκμαυλιστικό από τα κοσμικά πράγματα· τα χρήματα. Έφτασε στο σημείο να μην παρακολουθεί τι γίνεται με την κληρονομιά του πατέρα του και της μητέρας του. Κτήματα μεγάλα και υποστατικά. Πολλά τα ’χε δώσει με λόγο σ’ αυτούς που τα καλλιεργούσαν. Άλλα μπαίνανε και του τα παίρνανε γείτονες και συγγενείς. Τα υπόλοιπα τα επιβλέπανε άνθρωποί του. Εκείνος ούτε να ξέρει δεν ήθελε. Αγαπούσε τη φτώχεια και ζούσε σαν ασκητής. Άλλωστε σε λίγους μήνες, στις 31 Μαΐου του 381, θα κάνει διαθήκη, για να δώσει από δω κι από κει όλα τα υπάρχοντά του, να μην τον βαραίνει τίποτα στη γη. Ήτανε τότε πενήντα ενός χρόνων. Πολλά τ’ άφηνε στην Εκκλησία της Ναζιανζού· άλλα για πτωχοτροφείο κι άλλα πάλι αλλού.

 Στυλιανού Παπαδόπουλου,

Ο πληγωμένος αετός, 

εκδ. Αποστολική Διακονία, 

σελ. 232-236 

Δημοφιλείς αναρτήσεις