Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΕΛΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ


Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΕΛΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Πηγή: εδώ 

Σὲ ἱκετεύω μὲ τὴν τριάδα τοῦ ἀνέμου, τοῦ ἥλιου, τοῦ φεγγαριοῦ. 
Σὲ ἱκετεύω μὲ τὸ νερό, τὸν παγωμένο ἀέρα, τὴ φωτιά, τὴ γῆ. 
Σὲ ἱκετεύω μ’ ὅλο τὸ εὗρος τοῦ ἁρμονικοῦ στερεώματος, μὲ κάθε εὔτακτο τάγμα τῆς στρατιᾶς τῶν φωτεινῶν ἄστρων. 
Σὲ ἱκετεύω μὲ κάθε ἔμψυχο πλᾶσμα ποὺ γνώρισε θάνατο καὶ ζωή. 
Σὲ ἱκετεύω μὲ κάθε ἄψυχο κτίσμα, ὑπέροχο καὶ ἐράσμιο μυστήριο. 
Σὲ ἱκετεύω στὴν ἀγάπη Σου, τὴ βαθύτερη τοῦ ὠκεανοῦ, ἐσένα τὸν ἵδιο, τοῦ φοβεροῦ ἥλιου βασιλιά. 
Μὲ κάθε ἄγγελο, κάθε γενιά, κάθε δημιούργημα κάθε ὡραῖο ἅγιο ποὺ ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξει, μὲ αὐτοὺς σὲ ἱκετεύω, Πατέρα. 
Μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς σὲ ἱκετεύω, ἡ αἰώνια γλυκύτητα νὰ δοθεῖ στὴν ψυχή μου. 
λιτανευτικὴ αυτή εὐχὴ τοῦ 9ου αἰώνα, γραμμένη ἀπὸ μοναχό, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία, τὸ μικρὸ νησὶ τοῦ Ἀτλαντικοῦ ποὺ ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸν γαλαξία τῆς Ρωμαϊκῆς οἰκουμένης. Διαφαίνεται στοὺς στίχους αὐτοὺς τόσο ὁ ἰδιότυπος χαρακτήρας, ὅσο καὶ τὸ κοινὸ αἴσθημα, ἡ ἴδια δύναμη ζωῆς, ποὺ διαπνέει καὶ τὸ σῶμα τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς. 
Λαὸς ποὺ ἁπλωνόταν σὲ ὅλη τὴν Κεντρικὴ καὶ βόρεια Εὐρώπη, οἱ Κέλτες, ἀπὸ τὸν 2ο π.Χ. αἰῶνα ἀπωθοῦνται ἀπὸ τὰ Γερμανικὰ φύλα καὶ περιορίζονται στὴν Βρετανία, τὴν Ἰρλανδία καὶ ἕνα τμῆμα τῆς σημερινῆς Γαλλίας. Μυστηριώδεις γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Ρωμαίους, μὲ ξεχωριστὴ ἀντίληψη τοῦ ὡραίου καὶ ἰδιαίτερη αἴσθηση τοῦ ἱεροῦ, δήλωναν στὸν Μέγα Ἀλέξανδρο ὅτι τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ φοβοῦνταν ἦταν μήπως ὁ οὐρανὸς πέσει στὸ κεφάλι τους! 
Ὁ Χριστιανισμὸς διαδόθηκε πολὺς νωρὶς στὶς περιοχὲς αὐτές, κυρίως διὰ τῶν θαλασσίων ὁδῶν. Πρόσφρατα μάλιστα βρέθηκε κοντά στὸ Δουβλίνο Εὐαγγέλιο ἀπὸ πάπυρο, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἄμεση ἐπαφὴ τῆς νήσου μὲ τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο. 
Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ προκαλεῖ ἐντύπωση εἶναι ἡ ἔκρηξη τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους σὲ μιὰ χώρα ποὺ ἀπέχει πάρα πολὺ ἀπὸ τὸ λίκνο τῆς μοναστικῆς φιλοσοφίας. Ὁ θεσμὸς τῆς ἐρήμου, ποὺ γεννήθηκε καὶ ὡρίμασε στὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τῆς Ἀνατολῆς, κυρίευσε γόνιμα τὸν μυστηριώδη λαὸ στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ δημιουργήση ἐκεῖ ἕνα θαῦμα, ποὺ ὀνομάσθηκε «νησὶ τῶν ἁγίων», τὴν Ἰρλανδία. Τὴν ἴδια ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ ἡ ταυτότητα πολλῶν στοιχείων τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ τοῦ πνεύματος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς. 
Ὁ Κελτικὸς μοναχισμὸς ὑπέστη ἀνεπανόρθωτο πλῆγμα ἀπὸ τὶς λεηλασίες τῶν Σκανδιναβῶν ἀπὸ τὸν 9ο αἰῶνα. Καὶ ἡ ἰδιαίτερη φωνὴ τῶν Κελτῶν καταπνίγηκε ἀπὸ τὸν 12ο αἰῶνα καὶ ἑξῆς μὲ τὸ αἴτημα τῆς ὁμοιομορφίας καὶ πειθαρχίας στὴ συγκεντρωτικὴ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, ποὺ εἶχε ἤδη λάβει μιὰ νέα μορφή. Ἐκεῖ ὁ μοναχισμὸς γινόταν πλέον ἀποδεκτὸς ὡς τάγμα στρατευμένων στὴν στήριξη μιᾶς κατεστημένης τάξης, στοὺς σκοποὺς μιᾶς συμπαγοῦς ἱεροκρατικῆς δομῆς. Βυθισμένη στὸ χάος ἡ Δύση ἰσχυροποιεῖ τὶς δομές της γιὰ νὰ ἐπιβληθεῖ τελικὰ καὶ στὴν Ἰρλανδία, ποὺ ὡστόσο δὲν ἔπαψε νὰ διαλέγεται μὲ τὸ ἀρχαιότερο στρῶμα της. 
Ἡ μελέτη τῆς Κελτικῆς Δύσης ἀναδεικνύει μιὰ μὴ Ἑλληνική, θαμμένη Ὀρθοδοξία, ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει ἀπαντήσεις σὲ ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν τὶς ἀρχέγονες ρίζες τῆς Εὐρώπης. Δυστυχῶς, παρὰ τὴν συνείδηση τῶν Κελτῶν γιὰ τὴν συγγένειά τους μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο, τὸ πεδίο παρέμεινε μέχρι σήμερα ἀδιάφορο γιὰ τὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἐκκλησία. 
Ἡ ἀρχαία Κελτικὴ παράδοση δίνει στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο τὴν αἴσθηση μιᾶς πραγματικότητας πέραν τῆς ἀμεσότητας, μιᾶς οὐτοπίας ψηλαφητῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ προκαλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον ὅσων ὁραματίζονται μιὰ ἀναγέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Δύση. Παράλληλα, ὅμως, χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πρόσκεινται στὴν φιλοσοφία τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἡ ὁποία προσπαθεῖ νὰ ἐντάξει τὴν Κελτικὴ παράδοση στὸ δικό της. Τοὺς τελευταίους βοηθᾶ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὰ Κελτικὰ στοιχεῖα εἶναι κρυμμένα σὲ ὀμιχλώδη τοπία. Ἂν καλοκοιτάξεις, ὅμως, πίσω ἀπὸ τὴν ὀμίχλη τοῦ Ἄβαλον βλέπεις ὄχι τὴν μαγεία, ἀλλὰ τὴν δύναμη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ συναντᾶς τὸν Μέγα Ἀντώνιο νὰ ἐντρυφᾶ μαζὶ μὲ τὸν ὅσιο Παῦλο στὰ ἱερὰ λόγια, ὅπως τοὺς παρουσιάζει μιὰ ἀνάγλυφη παράσταση σὲ ἀρχαία μονή. Ἐκεῖ συναντᾶς τοὺς ἀρχαίους ἥρωες καὶ δρυῖδες νὰ βαπτίζονται Χριστιανοί. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, κάποιοι πιστοὶ, κουρασμένοι καὶ πεφορτισμένοι ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία τύπου ὁμόρρυθμης ἑταιρίας, τὴν γραφειοκρατικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἐρευνοῦν τὰ μνημεῖα τῶν Κελτῶν μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἐκεῖ θὰ ἀποκαλύψουν μία ζώνη ἐλεύθερη ἀπὸ ἐπισκόπους, δομές καὶ συγκεκριμένο δόγμα. Σταδιακὰ ἀνακαλύπτουν ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι, ἀφοῦ βρίσκουμε ἐπισκόπους, διδασκαλικὲς αὐθεντίες, ὀργανωμένο τυπικό, καὶ μιὰ ξεχωριστὴ ἀγάπη στὸ Κανονικὸ δίκαιο. Κι ὅμως, ἡ αἴσθηση τῆς διαφορετικότητας ἀπὸ τὸ καθιερωμένο ρεῦμα τοῦ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ συντηρεῖ τὸ ἐνδιαφέρον. Φαίνεται καθαρότερα μιὰ πιὸ “πλούσια” ἐκκλησιολογία, ὅπου τὸ Πνεῦμα μοιράζει ἀμερίστως τὰ πνευματικὰ χαρίσματα στὰ μέλη τοῦ ἑνὸς Σώματος. 
Ἡ αἴσθηση τῆς ἑνότητας διαπνέει τὴν Κελτική, ὅπως καὶ τὴν Ἑλληνικὴ σκέψη καὶ στάση ζωῆς. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ οἰκοδομεῖται πάνω στὴν ζωντανὴ πίστη, καὶ ὄχι σὲ κάποια διοικητικὴ δομή, ὅπου ἕνας πρῶτος ἀξιωματοῦχος λειτουργεῖ ὡς τόπος ἑνότητας. Ἡ ἑνότητα θεμελιώνεται στὸ τρίπτυχο πίστεως, ἐλπίδας καὶ ἀγάπης καὶ ὄχι σὲ ὀργανωτικὲς καὶ διοικητικὲς ρυθμίσεις. Μέσα ἀπὸ τὰ παραπάνω ἐκφράζεται ἡ συνείδηση τῆς οἰκογένειας, ὅπου πρυτανεύουν οἱ προσωπικὲς σχέσεις καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ποικιλίας τῶν χαρισμάτων, ποὺ ὑπαγορεύει καὶ τὴν πολυμορφία τῶν ἐκφράσεων.Τὸ Πνεῦμα μπορεῖ νὰ μιλᾶ αὐθεντικὰ μέσω προσώπων, ἀλλὰ ἐδῶ οἱ πηγὲς αὐθεντίας εἶναι ποικίλες: τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα, τὸ κύρος τοῦ ἡγουμενικοῦ ρόλου, ἡ σοφία ἑνὸς ἐγγραμμάτου, τὸ προφητικὸ χάρισμα ἑνὸς ποιητῆ, ἡ ἁγιότητα ἑνὸς ἐρημίτη. Δὲν ὑπάρχει προκαθορισμένος ἔσχατος κριτής. Κανένα πρόσωπο ἢ συλλογικὸ σῶμα δὲν τρέφει τὴν συνείδηση τοῦ ἀλάθητου, δὲν χτίζεται καμιὰ μονολιθικὴ ἑρμηνεία. Κάποτε ἡ σοφία ἀποκαλύπτεται καὶ ἀπὸ πρόσωπα περιθωριακά, ὅπως αὐτὸ τοῦ σαλοῦ. Κάθε ἔκφραση ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς ζωντανῆς παρουσίας τῆς Τριαδικῆς Θεότητας. 
Ὅλη ὅμως αὐτὴ ἡ ποικιλία ἐκφράσεων στερεώνεται στὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως. Ὑπάρχει ποικιλία χαρισμάτων, ὄχι ὅμως δογμάτων. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχαῖος Ἰρλανδὸς παρακαλεῖ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ νὰ τὸν προστατεύει ἀπὸ τὸν μάγο, τὸν ψευδοπροφήτη, καὶ τὸν αἰρετικό. 
Πρὸ πάντων, λειτουργεῖ ἡ κύρια ἀσφαλιστικὴ δικλεῖδα: ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι δρόμος, καὶ εἶναι στὸ χέρι μας νὰ τὸν κάνουμε πορεία προσκυνήματος πρὸς τὸν οὐρανό. “Ἄς κατοικεῖ λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἀνάμεσά μας,” γράφει ὁ ἅγιος Κολουμπᾶνος, “τὸ νὰ ζοῦμε στὴν ὁδὸ ὡς ὁδοιπόροι, προσκυνητές, καὶ ξένοι στὸν κόσμο, ὄχι προσκολλημένοι σὲ ἡδονές, μὴ ἔχοντες γήινους πόθους, ἀλλὰ ἄς γεμίσουμε τὴν ψυχή μας μὲ οὐράνιους καὶ πνευματικοὺς χαρακτῆρες.” 
Σ’ αὐτὸν τὸν δρόμο, σὲ τοῦτο τὸ προσκύνημα, ὅπου μποροῦμε νὰ κατασκοπεύσουμε, σὰν μέσα ἀπὸ καθρέπτη, τὸ φῶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, παίρνουμε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους αὐτοὺς πατέρες καὶ μητέρες ἕνα τελευταῖο, ἁπλὸ καὶ σπουδαῖο μήνυμα, ποὺ διαπερνᾶ τὴν ζωή τους καὶ τὰ ἔργα τους: 
“Ἀδελφοί, μὴ φοβᾶστε. Παραδοθεῖτε στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνος θὰ κάνει τὸ θέλημά Του.”
Ἱερομ. Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Ἡ ὁδὸς τῆς σοφίας


 Ἡ ὁδὸς τῆς σοφίας 

Εἶναι ἐλαφρύς, ὑπέροχος καὶ ἥπιος ὁ ζυγὸς τοῦ Κυρίου, γράφει ὁ ἔμμετρος Κανονισμὸς τῆς μονῆς τοῦ ὁσίου Κόμγκαλ. Καλὸ εἶναι νὰ βρεῖς ἕνα σοφὸ ὁδηγό, νὰ σὲ κατευθύνει στὴν ὁδό σου.

 

 ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ

Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου

Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου

Εἰς τήν Κυριακήν τοῦ Ἀσώτου - Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς



Εἰς τήν Κυριακήν τοῦ Ἀσώτου

Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς
δού εὐαγγέλιο πού ἀφορᾶ στό νοῦ καί τό σῶμα τοῦ καθενός μας. Εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας. Εἶναι ἡ θαυμαστή παραβολή τοῦ Σωτῆρος, στήν ὁποία ἀπεικονίζεται ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Ἡ δική μου, ἡ δική σου, τοῦ καθενός ἀνθρωπίνου ὄντος ἐπάνω στήν γῆ. Ὅλους τούς ἀφορᾶ τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ὅλους.

Ὁ ἄνθρωπος! Αὐτός ὁ θεϊκός πλοῦτος ἐπάνω στήν γῆ! Κύτταξε τό σῶμα του, τό μάτι, τό αὐτί, τήν γλώσσα. Τί θαυμαστός πλοῦτος. Τό μάτι! Ὑπάρχει τίποτε πιό τέλειο πού νά ἠμπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά ἐπινοήσῃ σ’ αὐτόν τόν κόσμο; Κι ὅμως, τό μάτι αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Κύριος, ὅπως καί τήν ψυχή καί τό σῶμα. Ἡ ψυχή μάλιστα εἶναι ὁλόκληρη ἐξ οὐρανοῦ. Ὁποῖος πλοῦτος! Τό σῶμα! Θαυμαστός θεῖος πλοῦτος πού σοῦ δόθηκε γιά τήν αἰωνιότητα καί ὄχι μόνο γιά τήν πρόσκαιρη αὐτή γήινη ζωή. Καί ψυχή δοσμένη γιά τήν αἰωνιότητα.

Ἀκούσατε τί εὐαγγελίζεται ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σήμερα. «Τό δέ σῶμα τῷ Κυρίῳ» (Α΄ Κορ. 6, 13). Ὁ Κύριος ἔπλασε τό ἀνθρώπινο σῶμα γιά τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ἀθανασία, γιά τήν καθαρότητα. Τό ἔπλασε γιά τήν αἰώνια ἀλήθεια, γιά τήν αἰώνια δικαιοσύνη καί γιά τήν αἰώνια ἀγάπη: ὅπως τό σῶμα, ἔτσι καί τήν ψυχή. Ὅλα αὐτά εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνεκδιήγητα καί μεγάλα καί πλούσια, καί –τό πιό σπουδαῖο– ἀθάνατα καί αἰώνια δῶρα τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι τί κάνομε μ’ ὅλα αὐτά τά δῶρα; Τί οἰκοδομοῦμε μέ αὐτά; Παραδίδουμε τό σῶμα στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καί τήν ψυχή στούς ἀκαθάρτους λογισμούς, τίς ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, τίς ἀκάθαρτες ἡδονές. Διά τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, φεύγουν ἀπό τό Θεό, φεύγουν «εἰς χώραν μακράν». Τίνος εἶναι αὐτή ἡ «μακρυνή χώρα;»

Ἀκούσατε ποῦ ὁ ἄσωτος υἱός βόσκει χοίρους. Στήν χώρα τοῦ διαβόλου. Στήν χώρα, ὅπου ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία πάνω στόν ἄνθρωπο διά τῶν παθῶν, διά τῶν ἁμαρτιῶν, καί τόν κρατάει σέ φρικτή τρέλλα, στόν παραλογισμό καί τήν παραφροσύνη.
Λοιπόν, ἡ ἁμαρτία; Κάθε ἁμαρτία εἶναι τρέλλα. Καί ὁ ἄνθρωπος θά εἶναι πάντα μέσα σ’ αὐτή τήν τρέλλα, μέχρις ὅτου συναντηθῆ μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Καί θά συναντηθῇ μέ τήν μετάνοια.

Ἀκούσατε πῶς ὁ ἄσωτος υἱός, αἰσθανόμενος τί σημαίνει ζωή μέσα στήν ἁμαρτία, ζωή μέσα στίς ἡδονές καί τά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι» σέ ξένη καί μακρυνή χώρα. «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου». Σηκώθηκε καί πῆγε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ οὐράνιος Πατήρ, ὁ Θεός καί Ἐλεήμων Κύριος, «ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν καὶ ἐσπλαγχνίσθη καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», ἐνῶ συγχρόνως ὁ υἱός μέ λυγμούς ἔλεγε: «πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου». Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί σ’ ὅλα τά ἀστέρια. Ὅλα τά ἐμόλυνα μέ τό πύον τῶν παθῶν μου, καί μέ τό σκοτάδι τῶν παθῶν μου τά ἠμαύρωσα ὅλα. «Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου»! Φεύγοντας ἀπό σένα, σέ ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σέ ποιόν ἤμουν; Τίνος χοίρους ἐγώ ἔβοσκα; Τοῦ διαβόλου! Ἐγώ διαβολοποίησα τήν ψυχή μου, τήν ὁποία ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά γίνῃ ἁγία καί ἀθάνατη. Ἐγώ ἐβρώμισα τό σῶμα, ἐθανάτωσα τό σῶμα, ἐξαθλίωσα τό σῶμα!

Ὅταν ὁ ἄσωτος υἱός «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν» –ἀφοῦ ἦταν ἐκτός ἐαυτοῦ, στήν τρέλλα, στίς ἡδονές καί στά πάθη αὐτοῦ τοῦ κόσμου– διά τῆς μετανοίας ἔτρεξε πρός τόν πατέρα. Καί ὁ πατέρας τόν ἀγκαλιάζει καί τόν φιλεῖ. Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ὁ υἱός τήν ἐξομολόγησί του, δέν εἶχε ἐκφράσει ἀκόμη τήν ἐπιθυμία του νά τόν δεχθῇ ὁ πατέρας του σάν δοῦλο, καί ὁ πατέρας λέγει στούς ὑπηρέτες του: «Φέρετε τήν στολή τήν πρώτη καί ἐνδύσατέ τον καί δῶστε δακτυλίδι στό χέρι του καί ὑποδήματα στά πόδια του καί ἀφοῦ φέρετε τόν μόσχο τόν σιτευτό, σφάξτε τον γιά νά φάγωμεν καί εὐφρανθῶμεν».

Γιά πιό λόγο εὐφραίνεται ὁ οὐρανός; Γιά ποιό λόγο ὁ Θεός εὐφραίνεται στόν οὐρανό; Γιά ποιό λόγο εὐφραίνονται οἱ ἄγγελοι; Σέ ποιόν ὁ Κύριος λέγει νά εὐφρανθῶμεν; Στούς ἀγγέλους!
Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος χάθηκε μέσα στίς ἁμαρτίες, θυμήθηκε ὅτι ἦταν ἀδελφός τῶν ἀγγέλων καί ἔσπευσε πρός τόν οὐρανό. «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ἁμάρτησα στούς ἀγγέλους, στούς ἀρχαγγέλους. Ἐγώ ἐδιαβολοποίησα τόν ἑαυτό μου. Ἔρριξα τόν ἑαυτό μου στήν ἀγέλη τῶν χοίρων, στήν ἀγέλη τῶν παθῶν. Καί νά, τώρα εἶμαι ὅλος ξεσχισμένος, ὅλος κουρελιασμένος. Καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα κουρελιασμένα. Ὅλα ἐξαθλιωμένα.

Λοιπόν, τί εἶναι μετάνοια; Ὁ Κύριος τρέχει νά συναντήσῃ τόν μετανοήσαντα υἱό. Τόν ἀγκαλιάζει καί τόν ἀσπάζεται καί ὅλος ὁ οὐρανός συγκινεῖται. Ὅλοι οἱ ἄγγελοι εὐφραίνονται. «Καί ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι» ἀναφέρεται στήν θαυμαστή περικοπή τοῦ Σωτῆρος. Γιά ποιό λόγο χαίρεσθε ἐσεῖς ἅγιοι ἄγγελοι, ἅγιοι ἀρχάγγελοι; Ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι παντοτινά πενθῆτε γιά τόν γήινο αὐτό κόσμο βλέποντας τά δικά σας πεσμένα ἀδέλφια, τούς ἀνθρώπους, πῶς πνίγονται μέσα στίς ἁμαρτίες καί τίς ἡδονές καί τά πάθη καί τούς διαφόρους θανάτους αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιατί εὐφραίνεσθε; «Εὐφραινόμαστε γιά τήν ἀνάστασι, τήν ζωοποίησι τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ μας ἀνθρώπου, ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε». Νεκρός ἦταν ὁ ἄσωτος υἱός, ὅταν ἦταν μακράν τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τῆς Ζωῆς, μακρυά ἀπό τόν οὐρανό. Ἰδού, ἀνάστασις ἐκ νεκρῶν φαίνεται [ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου] στά μάτια ὅλων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις γι’ αὐτό χαίρονται, «ὅτι ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη».

Πράγματι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι μέσα στίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, χάνει τόν ἑαυτό του, δηλαδή δέν ἔχει αὐτογνωσία, εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ.
«Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών», λέγει ὁ Σωτήρ. Ὁ ἄνθρωπος συνέρχεται, ὅταν σκεφθῇ τίνος εἶναι, δηλ. τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα σου τίνος εἶναι; Τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή καί αὐτή τοῦ Θεοῦ. Ὅλα δῶρα, δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἐγώ, ποιός εἶμαι σάν ἄνθρωπος; Τοῦ Θεοῦ, ὅλος τοῦ Θεοῦ! Τό σῶμα μου εἶναι δοξασμένο ἀπό τόν Θεό.

Γι’ αὐτό τό ἐδημιούργησε ὁ Θεός, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Καί τό σῶμα γιά τόν Κύριο, καί ἡ ψυχή γιά τόν Κύριο. Δοξάζομε τόν Κύριο καί μέ τό σῶμα καί μέ τήν ψυχή. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καί τό ἕνα καί τό ἄλλο. Μή νομίζεις ὅτι εἶναι τίποτε δικό σου, ὄχι. Ὅλα εἶναι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Καί σύ εἶσαι αἰωνίως τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά τότε μόνο, ὅταν ἐσύ τό συνειδητοποιῇς.

Λοιπόν ἡ ἁμαρτία; Δέν ἐπιτρέπει ὁ διάβολος στόν ἄνθρωπο νά συναισθανθῇ ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος ἐξουσιάζει μέ τήν καρδιά καί δέν ἀφήνει στόν ἄνθρωπο νά σκεφθῆ τόν Θεό, νά θυμηθῆ, ὅτι εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶναι πλούσιος, ἀνεκδιήγητα πλούσιος. Ὅτι αὐτός εἶναι ἀδελφός τῶν ἁγίων ἀγγέλων. Ὁ διάβολος ὅλα τά σκοτίζει, ὅλα τά ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἄνθρωπο, τά διαστρεβλώνει, καί τοῦ δίνει ψεύτικες ἡδονές μέσω τῶν ἁμαρτιῶν.

Πράγματι ἔχει δίκαιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει στόν Ἅγιο Ἐπίσκοπο καί μαθητή του, Ἀπόστολο Τίτο: «ἦμεν γάρ ποτέ καί ἠμεῖς ἀνόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τί λέει ὁ Ἀπόστολος. Πότε Ἅγιε Ἀπόστολε; Ὑποδουλωμένοι στίς διάφορες ἐπιθυμίες καί στά διάφορα πάθη, τότε εἴμασταν τρελλοί καί ἀνόητοι.

Δέν θέλει ὁ Κύριος διά τῆς βίας νά σέ ἀναστήση ἐκ τῶν θανάτων σου, νά σέ ἁρπάξη ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἐσύ πρέπει πρῶτος νά τό πῆς στόν ἴδιο: «Κύριε, αὐτή ἡ ἁμαρτία μέ βασανίζει. Δέν τήν θέλω, ἔχει ὅμως ἐξουσία ἐπάνω μου. Ἐλευθέρωσε μέ!» Τότε γίνεται θαῦμα. Πάντα. Ποτέ ὁ Κύριος δέν ἀφήνει χωρίς ἀπάντησι τήν προσευχή, ἔστω καί τοῦ μεγαλυτέρου ἁμαρτωλοῦ. Δέν ὑπάρχει φρικτή ἁμαρτία γιά τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγρυπνεῖ ἐπάνω στή δική του συνείδηση, ἐπάνω στή ζωή του. Ξέρει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι μετά τήν προσέλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅτι δέν ὑπάρχη ἁμαρτία, ἀπό τήν ὁποία ὁ Κύριος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώση.

Δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά νικήση, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά διώξη. Ὁ Κύριος δίνει τήν δύναμη. Μόνο κάνε τήν ἀρχή. Μόνο ἀναβόησε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου». Ὅταν ἁμαρτάνης, ἁμαρτάνης ὄχι μόνο στόν Θεό, ἀλλά σ’ ὅλα τά οὐράνια κτίσματα, σ’ ὅλα τά ἐπίγεια κτίσματα. Ἁμαρτάνεις στά πουλιά, ἁμαρτάνης στά λουλούδια, τά δένδρα. Ἁμαρτάνεις σ’ ὅλα τά ζωντανά ὄντα. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πραγματικά φοβερή, ἄνευ τῆς μετανοίας. Τόσο φοβερή, ὥστε νά σκοτώνη καί νά ρίχνη σ’ ἑκατό θανάτους. Νά ρίχνη στήν ἀγκαλιά τοῦ διαβόλου καί στήν αἰώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς ἀμφιβολία.

Γι’ αὐτό ὁ Θεός ἦλθε σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Νά ἐξολοθρεύση τόν φοβερό δράκοντα, ὁ ὁποῖος λέγεται ἁμαρτία. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός καί μᾶς ἔδωσε ὅλα τά μέσα νά ἐξολοθρεύσομε τήν ἁμαρτία, τήν κάθε ἁμαρτία. Ἐδημιούργησε τήν Ἐκκλησία Του ἐπάνω στή γῆ καί τῆς ἔδωσε ὅλες τίς οὐράνιες δυνάμεις, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅλες τίς ἁμαρτίες, ὅλους τους θανάτους μέσα μας καί γύρω μας.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τά θαυμαστά Ἅγια Μυστήρια. Τό ἅγιο Βάπτισμα, τή Θεία Κοινωνία, τά ὁποία ἐξολοθρεύουν τήν ἁμαρτία. Μᾶς ἔδωσε καί τίς θαυμάσιες ἀρετές, πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία, πραότητα καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες εὐαγγελικές ἀρετές. Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει ἀπόγνωση στόν Χριστιανό ἄνθρωπο σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

Ἅς ξυπνήση ὁ Ἀγαθός Θεός ὅλους τους ἀθέους, ὅλους τους ἀπίστους. Ἅς κτυπήση τόν καθένα μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους. Μέ τόν κεραυνό τοῦ Οὐρανίου Ἐλέους μέσα στή συνείδηση, μέσα στή ψυχή. Ἅς ξυπνήση ὁ καθένας καί πορευθῆ στήν οὐράνια πατρίδα του, στήν οὐράνια τράπεζα ἀνάμεσα στούς ἁγίους ἀδελφούς του, τούς ἀγγέλους. Ἅς ζήση ἐκεῖ μαζί τους διά τῆς αἰωνίας Θείας Ἀληθείας, αἰωνίας Θείας Διακαιοσύνης καί ὅλων τῶν αἰωνίων οὐρανίων χαρῶν.

Κύριε, Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο αὐτό. Σ’ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγαθή εἴδηση αὐτή. Γιατί δημιούργησες τόν ἄνθρωπο, νά μπορῆ νά νικήση κάθε ἁμαρτία καί κάθε διάβολο. Σέ Σένα δόξα καί εὐχαριστία, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Άγιος Χρήστος ο Αλβανός Κηπουρός 12 Φεβρουαρίου

Άγιος Χρήστος ο Αλβανός Κηπουρός

 12 Φεβρουαρίου 

Τμηθείς ο Χρήστος δι’ αγάπην κυρίου,
κηπουρός ώφθη της Εδέμ του χωρίου.

Αυτός ο Μάρτυρας του Χριστού καταγόταν από την Αρβανιτιά, και όταν έφτασε στην ηλικία των σαράντα ετών, αναχώρησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη και εκεί έγινε κηπουρός. Κάποια μέρα, πουλώντας μήλα στο παζάρι, συμφώνησε με έναν Τούρκο να του πουλήσει τα μήλα που είχε. Πάνω όμως στη συμφωνία, άρχισαν να φιλονικούν και να μαλώνουν μεταξύ τους. Κι ο Τούρκος για να εκδικηθεί, συκοφάντησε τον ευλογημένο Χρήστο, πως είπε τάχα ότι θα γίνει τούρκος. Κι από εκεί παίρνει αμέσως τον Άγιο και τον πηγαίνει στο δικαστήριο του τσαούσμπαση, και παρουσιάζει και ψευδομάρτυρες, ότι είπε στ’ αλήθεια να τουρκέψει. Κι ο τσαούσμπασης ρώτησε τον Μάρτυρα για αυτό, κι εκείνος απάντησε με μεγάλη γενναιότητα ότι είναι Χριστιανός και ότι τέτοια λόγια δεν είπε, ούτε υπάρχει τρόπος να αλλάξει την πίστη του, ακόμα κι αν δεχτεί χιλιάδες βάσανα. 
Τότε ο τσαούσμπασης πρόσταξε και τον ράβδισαν άσχημα, κι έπειτα δένοντάς τον, τον χτύπησαν στο κεφάλι μέχρι που έτρεχαν πολλά αίματα και τον έβαλαν στη φυλακή και του έσφιξαν τα πόδια του στο κακωτικό ξύλο. 
Έτυχε τότε να είναι μέσα στη φυλακή και ο οσιολογιώτατος Καισάριος Δαπόντες (ο οποίος συνέγραψε και το Μαρτύριο αυτό) και βλέποντας τον Μάρτυρα στο κούτσουρο, τον συμπόνεσε. Κι έτσι βρήκε τον τρόπο και τον έβγαλε κρυφά από το κούτσουρο και του έφερε να φάει, για να δυναμώσει, αλλά ο Μάρτυρας δεν θέλησε ούτε να δοκιμάσει, αλλά είπε: «Και γιατί να φάω; Μήπως πρόκειται να ζήσω; Ας πεθάνω λοιπόν για τον Χριστό μου πεινασμένος και διψασμένος». Και έδωσε ο Μάρτυρας στον Καισάριο ένα ακόνι από χάλυβα που είχε στη ζώνη του και τον παρακάλεσε να το δώσει για να κάνουν μετά το θάνατό του μερικές Λειτουργίες. Μετά από αυτά έβγαλαν τον Μάρτυρα από την φυλακή και τον αποκεφάλισαν την ίδια μέρα, κι έτσι έλαβε ο μακάριος τον στέφανο του Μαρτυρίου εν Χριστώ Ιησού, του οποίου η δόξα να είναι στους αιώνες. Αμήν.

 

Απόδοση στα νέα Ελληνικά από τον Συναξαριστή Νεομαρτύρων 
των Εκδόσεων Ορθοδόξου Κυψέλης 
Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Αγία Άννα Ολοφσντότερ της Σουηδίας η Πριγκίπισσα, Μοναχή του Νόβγκοροντ της Ρωσίας.



Αγία Άννα Ολοφσντότερ της Σουηδίας η Πριγκίπισσα, Μοναχή του Νόβγκοροντ της Ρωσίας. 
 10 Φεβρουαρίου & 4 Οκτωβρίου.

Αγία Άννα η Σουηδή του Νόβγκοροντ ήταν Βίκινγκ και γεννήθηκε στη Σιγκτούνα (Sigtuna) της όμορφης Σουηδίας το 1001. Μέχρι το Άγιο Βάπτισμά της ονομαζόταν Ίνγκεγκερντ Όλοφσντοτερ (Ingegerd Olofsdotter). Όταν βαπτίστηκε πήρε το όνομα Ειρήνη και όταν έγινε μοναχή έλαβε το όνομα Άννα. 
Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του Σουηδού βασιλιά Αγίου Όλαφ Σκότκονουνγκ του Αγαπητού, ο οποίος γεννήθηκε το 980 και βασίλεψε από το 994 ως το 1022 και μαρτύρησε στη Στοκχόλμη μετά την άρνηση του να κάνει θυσία στους παγανιστικούς θεούς. 
Το 1008, ο βασιλιάς, η οικογένειά του, και η προσωπική σωματοφυλακή του έλαβαν όλοι το Άγιο Βάπτισμα. Η Ειρήνη Όλοφσντοτερ έλαβε μια εξαιρετική εκπαίδευση για μια γυναίκα της εποχής της: Μελέτησε την Αγία Γραφή, Ιστορία και Λογοτεχνία. Ήταν μια αληθινή κόρη της Σκανδιναβίας την εποχή των Βίκινγκς και έτσι από τις πρώτες μέρες της, απολάμβανε μεγάλη ελευθερία, έλαβε μέρος στη δημόσια ζωή της πατρίδας της και ήταν κάτοχος της χρήσης όπλων. Ιστορικές πηγές κυρίως κάνουν αναφορά για τη μεγάλη της οξυδέρκεια, την ανδρεία της, και τη μεγάλη επιρροή της στους γύρω της. 
Το 1017, ο πατέρας της την πάντρεψε με έναν που ήταν άξιος της φιλίας του, τον Μεγάλο Πρίγκιπα Yaroslav το Σοφό (1019-1054). Ως προίκα, έφερε την πόλη του Aldeigjuborg (Παλαιά Lagoda) στη Ρωσία. Μόλις η Αγία έγινε η Μεγάλη πριγκίπισσα του Κιέβου, χρησιμοποίεισαι όλη τη δύναμη της καρδιάς και της ψυχής της, όλα τα ευγενικά χαρίσματά της, για να υπηρετήσει τη νέα πατρίδα της, και ήταν μια πιστή βοηθός και σύμβουλος στις υποθέσεις του σύζυγό της. 
Κάποτε, όταν μία μισθωμένη νορβηγική φρουρά επαναστάτησε και ζήτησε από τη Μεγάλη Πριγκίπισσα να μεσολαβήσει μεταξύ αυτών και του Yaroslav, συμφώνησε, αλλά τους προειδοποίησε ότι θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα του συζύγου της. Όταν ο Mstislav Tmutorakansky, ο αδελφός του Μεγάλου Πρίγκιπα, ξεσηκώθηκe εναντίον του με τον οικοδεσπότη του, η Ειρήνη τον προκάλεσε να διευθετήσει το επιχείρημα με μια μονομαχία μαζί της. Ο Mstislav, όμως, απάντησε ότι δεν είχε συνηθίσει να μάχεται με γυναίκες και τα έδωσε στον αδελφό του. 
H Ειρήνη είχε μεγάλη επιρροή στη δημιουργία καλών σχέσεων με τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Έδωσε καταφύγιο στους εξόριστους Edwin και Edward, γιους του Άγγλου βασιλιά Edmund, στο Κίεβο, καθώς και στον Πρίγκιπα Magnus της Νορβηγίας ο οποίος δεν επέστρεψε στην πατρίδα του έως ότου η Μεγάλη Πριγκίπισσα ήταν πεπεισμένη ότι οι Νορβηγοί θα του δώσουν το θρόνο του πατέρα του και οτι θα σέβονται τα δικαιώματά του. Σε αυτό το χρονικό σημείο, η κυβέρνηση των Ρως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Ευρώπης, καθώς η επιρροή και η εξουσία τους ήταν ισχυρότερη από ποτέ. Αυτό σε μεγάλο μέρος οφείλεται στο έργο της Μεγάλης Πριγκίπισσας Ειρήνης. 
Η βασιλεία του Yaroslav του Σοφού και της Ειρήνης ήταν η συμαντικότερη περίοδος των Ρως του Κιέβου. Ο Yaroslav είχε σκοπό να κάνει την πρωτεύουσα του Κιέβου «πόλη του Θεού», μία επίγεια αντανάκλαση της Ουράνιας Ιερουσαλήμ (Αποκ 2, 10). Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας έγινε το κέντρο του Κιέβου. Η είσοδος σε αυτή την πόλη της Σοφίας του Θεού ήταν από τη Χρυσή Πύλη, στην οποία χτίστηκε μία εκκλησία αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Εκείνοι που ήταν μέχρι πρόσφατα ειδωλολάτρες τώρα τιμούσαν βαθιά την Υπεραγία Θεοτόκο, βλέποντας την ως Ναό της Σοφίας του Θεού. Εξαιτίας αυτού, η ημέρα της γιορτής του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο ήταν η Γέννηση της Θεοτόκου. 
Στο 1046, όταν η Ελληνίδα πριγκίπισσα Άννα παντρεύτηκε τον Vsevolod, το γιο της Ειρήνης και του Yaroslav, έφερε μαζί της στο Κίεβο την Εικόνα της Θεοτόκου η οποία είναι γνωστή ως Οδηγήτρια, ως ευλογία από την Υπεραγία Θεοτόκο στο Ρωσικό κράτος. Τα λόγια του Ακαθίστου στη Θεοτόκο δείχνουν την πνευματική έννοια της Εικόνας αυτής για τους Χριστιανούς Ρως: «Χαίρε, ακλόνητε τοίχε του Βασιλείου». Αργότερα, αυτή η Εικόνα άρχισε να ονομάζεται «Εικόνα της Παναγίας του Σμολένσκ». 
Στο 1051, ο όσιος Αντώνιος των Σπηλαίων ήρθε από το Άγιο Όρος στο Κίεβο για να ιδρύσει τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Μέσω αυτού, η Μητέρα του Θεού ευλόγησε το Κίεβο ως τρίτο επίγειο κήπο της. 
Ο Yaroslav ο Σοφός προσπάθησε να κάνει τους Ρως ένα οργανικό μέρος της παγκόσμιας Χριστιανοσύνης. Εκκλησίες χτίστηκαν σε όλη τη Ρωσική γη. Έλληνες ψάλτες άρχισαν να διδάσκουν τους Ρώσους Ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική και μεταφράστηκε το Πηδάλιο στα Ρωσικά. Ο Yaroslav συγκέντρωσε βιβλία και χειρόγραφα τα οποία μεταφράστηκαν από τα ελληνικά στα σλαβικά. Προκειμένου να διαδοθεί ο αλφαβητισμός μεταξύ των ανθρώπων, ζήτησε από τους κληρικούς να εκπαιδεύσουν τα παιδιά και έχτισε ένα σχολείο στο Νόβγκοροντ. 
Πολύ σημαντικό ρόλο στην μόρφωση των Ρώς έπαιξαν οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος οι οποίοι μετέφρασαν μια τεράστεια συλλογή απο βιβλία και λειτουργικά κείμενα απο τη Βουλγαρία σε μια γλώσσα που ήταν κοντινή και κατανοητή στους Ρώς. 
Η Αγία απέκτησε δέκα παιδιά, έξι γιούς και τέσσερεις κόρες. Τα παιδιά της ήταν ο Άγιος Βλαδίμηρος ο Φωτιστής των Ρως, η Ελισάβετ βασίλισσα της Νορβηγίας, η Αναστασία βασίλισσα της Ουγγαρίας, η Άννα βασίλισσα της Γαλλίας, η Αγάθη σύζυγος του Edward του Εξορίστου, ο Ιζιάσλαβ, ο Σβιάτοσλαβ, ο Σβεβολόντ και ο Ίγκορ Γιαροσλάβιτς. 
Όλη η οικογένεια της ήταν ευσεβής και βαθιά αφοσιωμένη στο Θεό. Στο Κίεβο, η Αγία Ειρήνη-Άννα ίδρυσε το μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος στο οποίο έγινε ηγουμένη αφού εκάρη μοναχή με το όνομα Άννα. 
Κοιμήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1050 και τάφηκε στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο οπού κοντά της λίγο αργότερα θάφτηκε και ο γιός της Αγιος Βλαδίμηρος. 
Το Ιερό της Λείψανο μαζί με του γιού της Αγίου Βλαδιμήρου Γιαροσλάβιτς παραμένουν άφθαρτα. 
Μέρος των Ιερών Λείψανο της Αγίας Άννας μεταφέρθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Eskilstuna της Σουηδίας το 2008. 
Μετά από 1.000 χρόνια, η Αγία Άννα επέστρεψε στην αρχαία πατρίδα της και είναι η ουράνια πολιούχος της Σουηδίας.

Τὸ καλὸ συμβόλαιο

Τὸ καλὸ συμβόλαιο 
Ἄνγκους, μαζὶ μὲ δύο ἀκόλουθους, ταξίδευαν γιὰ νὰ καταταχθοῦν ὡς μισθοφόροι στὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ βασιλέα τοῦ Κόνοτ. Ἔτυχε νὰ βρεθοῦν στὸν ἴδιο τόπο μὲ τὸν ἀββᾶ Κιαράν. 
«Φέρτε μου τὸν πολεμιστή», εἶπε ὁ ἀββᾶς, «γιατὶ εἶναι ἄνθρωπος μὲ χάρη Θεοῦ, καὶ αὐτὸς θὰ μὲ διαδεχθεῖ στὴν ἡγουμενία.» 
Ετσι τοῦ ἔφεραν τὸν Ἄνγκους. 
«Ποιός εἶναι ὁ προορισμός σου;» τὸν ρώτησε. 
«Ὁ βασιλιὰς τοῦ Κόνοτ», ἀποκρίθηκε ὁ νέος. 
«Δὲν θὰ ἦταν καλύτερο γιὰ σένα νὰ συνάψεις συμβόλαιο με τον βασιλιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς »
ρωτά πάλι ο Αββάς. 
«Εάν εἶναι σωστά, είναι καλύτερα»
«Ειναι », είπε ο Κιαράν. 
Καὶ ἔτι ἔγινει κουρὰ τοῦ Ἄνγκτος, καὶ εισήχθη στη μονή γιὰ νὰ μαθητεύσει καὶ πραγματοποιήθηκε
από τον προφήτευσε ὁ ὅσιος.

 

 ΚΕΛΤΙΚΟ ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟ

Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου

Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Φανερωμένης Νάξου

Δημοφιλείς αναρτήσεις