Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Μ᾽ ἂν ὄμορφη δὲν ἔχεις γεννηθεῖ, τὴν ἄλλη ν᾽ ἀποφεύγεις ντροπή, τὴν ὀμορφιὰ νὰ πλάθεις μὲ τὰ χέρια σου.

 

ΚΘ΄

Ἐναντίον τῶν γυναικῶν ποὺ καλλωπίζονται  

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ 

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

Μὲ ψεύτικες πλεξοῦδες τὰ κεφάλια μὴν πυργώνετε, γυναῖκες, τσακίζοντας τοὺς μαλακοὺς τραχήλους πάνω στοὺς σκοπέλους.
Καὶ μὴν ἀλείβετε τὶς θεϊκὲς μορφὲς μ᾽ ἄσχημα χρώματα, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ἔχετε πιὰ πρόσωπο μὰ προσωπεῖο.
Οὔτε κεφάλι ξέσκεπο στὸν ἄντρα εἶναι σωστὸ ἡ γυναίκα νὰ δείχνει οὔτε πλεξοῦδες μὲ χρυσόνημα δεμένες ἢ καὶ μαλλιὰ στοὺς ὤμους της χυμένα δῶθε κεῖθε,- μαλλιὰ μαινάδας ποὺ σκιρτοῦν σὲ αὔρα ἁπαλά· οὔτε καὶ στὴν κορφὴ λοφίο νὰ φτιάχνει περικεφαλαίας, βίγλα ποὺ ἀστράφτει γιὰ τοὺς ἄντρες ἀπὸ πέρα· οὔτε μαλλιὰ ποὺ σὰν λινάρι ἁπαλὸ γιαλίζουν κρυφὰ καὶ φανερά, στὸ μέτωπο στρωμένα, φλόγες ξανθὲς πετοῦν ὅσα τὴν μπόλια ξέφυγαν, ὥστε χεριοῦ ποὺ κόπιασε νὰ φαίνονται ἔργα, ὅταν τὸν ποὺ δὲ βλέπει δάσκαλο, ἄπνοη εἰκόνα στήνοντας μορφῆς, τὴν ὀμορφιὰ ἀπὸ κεῖ ἀντιγράφεις.
 
φύση ἂν σοῦ ᾽δωσε ὀμορφιὰ μ᾽ ἀλοιφὲς μὴν τὴν κρύβεις ἀλλὰ γιὰ τοὺς δικούς σας ἄνδρες μόνο καθαρὴ κρατῆστε την, καὶ πόθου βλέμματα μὴ ρίχνετε σὲ ξένο γιατί τ᾽ ἀνόσια μάτια ἀκολουθεῖ ἡ ψυχή.
Μ᾽ ἂν ὄμορφη δὲν ἔχεις γεννηθεῖ, τὴν ἄλλη ν᾽ ἀποφεύγεις ντροπή, τὴν ὀμορφιὰ νὰ πλάθεις μὲ τὰ χέρια σου.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ γῆ, κι ἀγοράζουν οἱ κοινὲς
γυναῖκες, ποὺ γιὰ λίγες δεκάρες μοναχὰ πουλιοῦνται.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ὅταν πλυθεῖ χάμω κυλᾶ κι οὔτε στὸ γέλιο δὲ μένει, ὅταν τὰ μάγουλα χαλαρώνει ἡ χαρὰ καὶ τῶν δακρύων τ᾽ αὐλάκια τ᾽ ἀσχημίζουν κι ἀπ᾽ τοῦ φόβου τὸν ἱδρῶτα καὶ μὲ σταγόνες λίγες λιώνει.
Καὶ αὐτὰ ποὺ ἔλαμπαν πρῶτα μάγουλα χαριτωμένα ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, αἰφνίδια μὲ διπλὸ φάνηκαν χρῶμα σκοῦρα, χιονάτα. Ὦ μελαχροινή, ροδομάγουλη, πῶς μπορεῖς νά ᾽χεις ὁμορφιὰ ποὺ προδίνεται;
Γι᾽ ἀκίνητα εἶν᾽ αὐτὰ ἀγάλματα· γιὰ σένα αὐτὴ ἡ μορφὴ ἀταίριαστη ποὺ μὲ διάφορα πάθη ἀλλάζει.
 
Τὸ ἕνα τό ᾽φτιαξε ὁ Θεός, τὸ χέρι τὸ ἄλλο· αὐτὸ παλιὸ καὶ κεῖνο νέο. Λιβάδι ποὺ διπλὰ λουλούδια βγάζει ὄμορφα τώρα κι ἄλλοτε ἄσχημα, εἴτε κάποιο φόρεμα δίχρωμο καὶ μὲ ἀπανωτὲς γραμμένο ζῶνες.
Γι᾽ αὐτὸ ἢ τὴν πλαστὴ ὄψη ἀπόφευγε ἢ νὰ προσέχεις τῆς ὄψης βλαβερὸ βοήθημα μὴν ἔχεις.
Τῆς Πηνελόπης εἶναι τὸ πανί· χαλοῦσε ἡ νύχτα ὅ,τι ἡ μέρα ὕφαινε.
Ἑκάβη μέσα σου κρατεῖς κι Ἑλένη ἀπέξω.
Τὸν ἄντρα ἂν ἔχεις τρόπο νὰ γελάσεις, εἶναι ἄπρεπο, τὴ θεία εἰδὴ μὲ τὴ θνητὴ νὰ τὴ σκεπάσεις·
μὴν ὀργιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ τέτοια λόγια σοῦ ἀπευθύνει:
 

«Ποιοὶ σ᾽ ἔχουν πλάσει κι ἀπὸ ποῦ; Φεύγα, εἶσαι ξένη.
Ἀδιάντροπη, δὲ σ᾽ ἔβαψα μὰ σ᾽ ἔχω πλάσει εἰκόνα μου.
Πῶς εἴδωλο ἀντικρίζω ὄχι ὄψη ἀγαπητή;».
  

Μὰ στὸ κακὸ ἂς χαρίσομε καὶ κάτι· ἂν ὅμως φανερὸς εἶσαι πίνακας ζωγράφων ποὺ ἔχει μορφὴ πάνω ἀπὸ ἄλλη, ξέρε ποὺ ὑψώνεις γιὰ τοὺς θνητοὺς περίβλεπτη στήλη ντροπῆς, τὴ μορφὴ ποὺ ζωγραφίζεις ἔμψυχη μὲ δύναμη τοῦ νοῦ. 

Τοῦ Ἄδωνη κῆπος εἶναι ἡ χάρη σου ποὺ δὲ δίνει καρπούς, χρῶμα τοῦ χταποδιοῦ, πάνω στὴν ἄμμο γράμματα.
Καὶ πῶς ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὴν ὄψη καλοιακούδας (ἂν καλοιακούδα ἀλαφροπέταχτη σὲ ξένα λούλουδα ὁ μύθος τὴν πηγαίνει ξάφνου γυμνὴ τὴ δείχνει καταγέλαστη) πῶς δὲ σὲ νοιάζει γιὰ τὴν ντροπὴ τὴν πιὸ μεγάλη, ἡ ὀμορφιά σου ὅταν χαθεῖ;
Ἐλπίζεις θά ᾽χεις λάμψη ἀναπόκρουστη; Σὲ λίγο
θὰ δεῖς πόση εἶναι ἡ λύπη γιὰ τὴν ξένη ὀμορφιά.
Κάτι ἄριστο ἔχει τὸ πλαστὸ μαθαίνω· ἂν τὰ γηρατειὰ κάποτε τὴν ὄψη χαρακώσουν, τὴν ἀνθισμένη πρῶτα.
Ὅταν δὲν πλαστογραφοῦνται τὰ μέλη, σὰν ἀποκαΐδι τότε θ᾽ ἀπομείνει τῆς σάρκας λείψανο ἀπὸ χῶμα.
Κι ἀργὰ ἔπειτα θὰ κλαῖς τὸ γέλασμα τῆς ὄψης, ὅταν ὅ,τι ἀπομείνει τὸ καταντήσει πίθηκο μὲ ἀμέτρητες ρυτίδες.
Αὐτὴ εἶναι ἡ χάρη ποὺ λέει ψέματα. Ἀλλά, ἄριστη,
στῆσε τὸ ὁμοίωμα τῆς μορφῆς τώρα, ὅπως πρῶτα.
Ὅπως ἦταν ἐγὼ βέβαια δὲν πιστεύω· ἀλλὰ πολὺ πρὶν θὰ εὐχηθεῖς κανένας ἀπ᾽ τοὺς ἄντρες νὰ μὴ σὲ δεῖ ὅσοι πρῶτα σὲ δόξαζαν κι εἶχαν τὰ μάτια τους σὲ σένα, καθὼς ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ βάδισμα πετοῦσες μεγαλόπρεπο.
Κι ἰδοὺ τὸ κωμικό, νὰ θέλεις νὰ ξεχαστεῖς ἀπὸ τοὺς ἄντρες ἐσὺ ποὺ τράβηξες τοὺς ἄντρες λάτρες τῆς μορφῆς σου.
 
[…]
ν ἔχεις τοῦ ἀντρός σου τὸν πόθο, ὅπως κι ἐκεῖνος τὸν δικό σου, ἀπὸ τότε ποὺ ἐρωτευμένος σ᾽ ὁδήγησε στὸ θάλαμο, κόρη ἀνθισμένη, ἔχεις χάρη· ἂν ὅμως ἐσὺ ἀπὸ ἄλλων τὸ κοίταγμα εὐχαριστιέσαι, αὐτὸ ὁ ἄντρας σου τὸ μισεῖ.
Καλύτερα νὰ κρύβεις τίς σαϊτιὲς τῶν ματιῶν σου στὸ σπίτι σου, παρὰ ἀνεπίτρεπτα λέγοντας ψέματα νὰ τὶς φανερώνεις.
Τῆς μιᾶς τῆς φτάνει ὁ ἄντρας της μὰ σὲ πολλοὺς μπροστὰ λυγιέται ἡ ἄλλη, ὅπως λινάρι σὲ πουλιῶνε σμάρια.
Ἐσὺ μ᾽ αὐτὸν κι αὐτὸς μ᾽ ἐσένα παίζετε κι ἀλλάζετε ματιὲς κι ἔπειτα γέλια ἀνάμεσά σας καὶ γλυκοκουβέντες πρῶτα κρυφὰ κι ἔπειτα δὲ σᾶς νοιάζει πιὰ καθόλου.
Τὰ παραπέρα μὴ μοῦ λές, ὦ φλύαρη γλῶσσα!
Μ᾽ ἀλήθεια θὰ σοῦ πῶ: χωρὶς κεντρὶ δὲν εἶναι οὔτ ἕνα ἀπ᾽ ὅσα κάνουνε στοὺς νιοὺς οἱ κοπελιὲς παιγνίδια.
Ὅλα, τὸ ἕνα τ᾽ ἄλλο ἀκολουθοῦν, ὅπως τὰ σίδερα,
ποὺ τὰ τραβάει μαγνήτης τὸ ἕνα πιασμένο ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλο.
 

[…] 

Σύντομη χάρη ἡ ὀμορφιά· τὴ φέρνει ἡ ἄνοιξη
κι ὁ κρύος χειμώνας ξάφνου τὴν ἀφάνισε,
πρόωρα ἡ ἀρρώστια τὴν τσακίζει, ἢ ὁ τρομερὸς καιρὸς τὴν ἀφανίζει, στῶν ἐτῶν τὸ γύρισμα ποὺ σακατεύουν.
Καὶ νά, καὶ τὸ πιὸ κωμικό· ξέρει ἡ γυναίκα
ὄψη ἄσχημη πὼς ἔχει μὰ καὶ τὴ Δανάη καταφρονεῖ
καμαρώνοντας γιὰ τὴν ἀσχήμια της. Καὶ τὸ χειρότερο, ( τὸ λένε ὅσοι γνωρίζουν, ὄχι ἐγώ, τὴ μηχανορραφία αὐτὴ) κοινὴ ἔχουν τὴν ἀρρώστια τους κι ἡ μιὰ τὴν ἄλλη θέλουν νὰ κρύψουν. Τί χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτή;
Ξέρει ὁ τεχνίτης τοῦ τεχνίτη τὸ ἔργο κι ὁ μουσικὸς γνωρίζει αὐτὸν ποὺ ξέρει μουσικὴ κι ὁ κλέφτης ξέρει δὰ τὸν κλέφτη.
Μ᾽ αὐτὲς δὲ θέλουν ὅσα γι᾽ ἄλλες σκέφτονται νὰ λέγονται γι᾽ αὐτές.
Κι εἶναι ἡ ἀλήθεια, μάτια τυφλὰ ἡ κακία πὼς ἔχει·
ἔτσι τιμοῦνε κι οἱ ἄντρες ὅσα κοροϊδεύουν πρόσωπα χαίροντας μὲ τὰ χρώματα πινάκων ζωντανῶν.
Δὲ νομίζω τόσο μὲ τοὺς πίνακες ὅσο γιὰ τῶν ἀνδρῶν τὴν ψυχή, ποὺ ἔχει τὰ χρώματα γιὰ μαρτυρία της.
Ἄκουσα πὼς τὴν κούφια, ἀπρόσωπη, ὑστερόφωνη
Ἠχὼ ποθώντας, κάποιος, στοὺς σκοπέλους πλανιόταν.
Καὶ κάποιος τὴ μορφή του ἀγάπησε τὴν ἴδια καὶ στὴ λίμνη πήδησε, στὸ εἴδωλο ἐπάνω τῆς χαμένης ὀμορφιᾶς.
 

λλη στοῦ ποταμοῦ τὰ ὡραῖα νάματα ἐρωτευμένη
ἔτρεχε σὰν τρελὴ καὶ μήτε ποὺ ἄφηνε τὶς ὄχθες τὶς ἀγαπητές· ρουφοῦσε τὸ νερό, τό ᾽πιανε μὲ τὰ χέρια, ἅρπαζε τὸν ἀφρό· μὰ οὔτε στὸ νερὸ δὲν ἔσβηνε ὁ φλογισμένος πόθος της.
Τόσο τυφλὸς εἶναι ὁ ἔρωτας καὶ δυσάρεστος. Θαῦμα δὲν εἶναι ἂν κάποιο νέο καὶ σὺ τὸν βγάλεις ἀπ᾽ τὰ λογικά του, ὄμορφη καθὼς εἶσαι, μ᾽ ὡραῖα φορέματα, ἁβρή, καμαρωμένη κι ὄχι ἕναν μόνο, παρὰ τόσους γιὰ ὅσους βάφεις τὴν ὄψη σου.
Πιστεύω κάποτε πὼς ἔξυπνος ἄντρας γέλασε τὸν ταῦρο μὲ τὴν τέχνη του δαμάλα ξύλινη μὲ ὡραῖα χρώματα ζωγραφίζοντας (παράξενος ἔρωτας! Ὄντα ζωντανὰ σ᾽ ἄψυχα πέφτουν πράγματα)
ὅπως καὶ σὺ ὅταν σὲ πιάνει τέτοιο ἀνόσιο πάθος πρὸς τοὺς νέους.
Τὰ θηρία ὑπόταξε ὁ Ὀρφέας καὶ σὺ τοὺς ἄντρες, πού ᾽χουν ὅμοια μὲ τῶν θηρίων ψυχὴ καὶ τρέλα στὴ ζωὴ γιὰ τὶς γυναῖκες.
Ἂν δὲν χαρίζεσαι στὴ σάρκα ἀλλ᾽ ἀντὶ γι᾽ αὐτὸ
μονάχα στὰ μάτια, μάθε ἡ ἀγάπη πάθος εἶναι ἀέρινο.
Μὰ εἶναι ἀκατανίκητη· σωστά, καὶ τοῦτο ἄσχημο
εἶναι γιὰ μένα κούφια κακία νὰ ὑποπτεύεσαι.
 

[…] 

 

ΚΘ΄. Κατὰ γυναικῶν καλλωπιζομένων.

Μὴ κεφαλὰς πυργοῦτε νόθοις πλοκάμοισι, γυναῖκες,
Θρύπτουσαι μαλακοὺς αὐχένας ἐκ σκοπέλων,
Μηδὲ Θεοῦ μορφὰς ἐπαλείφετε χρώμασιν αἰσχροῖς,
Ὥστε προσωπεῖον, κοὐχὶ πρόσωπα, φέρειν.
Οὐδὲ γὰρ ἀσκεπέα κεφαλὴν θέμις ἀνδρὶ γυναῖκα
Φαίνειν, ἢ χρυσῷ σφιγγομένων πλοκάμων,
Ἠὲ κόμης ἀδέτοιο κατωμαδὸν ἔνθα καὶ ἔνθα
Σκιρτώσης ἀπαλῶν μαινάδος ἐξ ἀνέμων.
Οὐδὲ λόφον καθύπερθε φέρειν κορύθεσσιν ὁμοῖον,
Τηλεφανῆ σκοπίην ἀνδράσι λαμπομένην,
Τηλεφανῆ σκοπίην ἀνδράσι λαμπομένην,
Ἠὲ λίνου μαλακοῖο διαυγάζουσαν ἔθειραν
Κρυπτὴν, ἀμφαδίην, τήνδε μετωπιδίην,
Ξανθὸν ἀπαστράπτουσαν, ὅση κρήδεμνον ἄλυξεν,
Ὡς δοκέειν παλάμης ἔργα πονησαμένης·
Εὖτε τὸν οὐχ ὁρόωντα διδάσκαλον, ἄπνοον εἰκὼ
Μορφῆς στασαμένη, κάλλος ἐκεῖθε γράφεις. 
Κάλλος δ’ εἰ μὲν ἔδωκε φύσις, μὴ κρύπτετ’ ἀλοιφῇ,
Ἀλλ’ οἴοις καθαρὸν ἀνδράσιν ὑμετέροις
Σώζετε, κἀλλοτρίῳ μηδ’ ὄμματα λίχνα φέρουσαι·
Ὄμμασι γὰρ κραδίη ἕσπεται οὐχ ὁσίοις·
Εἰ δ’ οὐ γεινομένῃσι συνέσπετο, δεύτερον αἶσχος
Φεύγετε, ἐκ χειρῶν κάλλος ἐφελκόμεναι·
Κάλλος, ὃ γαῖα φέρει, καὶ ὤνιόν ἐστι γυναιξὶ
Πανδήμοις, ὀβολῶν περνομέναις ὀλίγων
Κάλλος, ὃ ῥυπτόμενον χαμάδις ῥέει· οὐδὲ γέλωτι
Ἵστατ’, ἐπὴν λύσῃ χάρμα παρειὰν ὅλην,
Καὶ δακρύων ὀχετοῖσιν ἐλέγχεται, ἰκμαλέῳ τε
Δείματι, καὶ ψεκάδος λύεται ἐξ ὀλίγης.
Ἡ δὲ πάρος στίλβουσα, καὶ ἡ χαρίεσσα παρειὴ,
Χάρμα μέγ’ ἐξαπίνης διχρόος ἐξεφάνη,
Περκνὴ, μαρμαρόεσσα. Μελάγχροε, μιλτοπάρῃε,
Πῶς δύνασαι κατέχειν κάλλος ἐλεγχόμενον;
Ταῦτ’ οὐ κινυμένοισιν ἀγάλμασι· σοὶ δ’ ἀφορητὴ
Μορφὴ, καὶ πολλοῖς λυομένη πάθεσι. 
Τοῦτο Θεοῦ δέμας ἐστὶ, χερὸς τόδε· τοῦτο παλαιὸν,
Τοῦτο νέον. Λειμὼν ἄνθεα δισσὰ φέρων,
Τερπνῶν τε στυγερῶν τε ἀμοιβαδὶς, ἠέ τις ἐσθὴς
Ἀμφίχροος ζώναις πλείοσιν ἑλκομένη.
Τοὔνεκεν ἢ φεύγειν γραπτὸν δέμας, ἠὲ φυλάσσειν,
Μηδ’ ἐπιλωβητὸν εἴδεος ἄλκαρ ἔχειν.
Ἱστὸν Πηνελόπης, τὸν νὺξ λύεν, ἦμαρ ὕφαινεν·
Ἔνδοθι τὴν Ἑκάβην, ἔκτοθι τὴν Ἑλένην.
Εἰ μὲν δὴ μῆχός τι λαθεῖν πόσιν, οὐ μὲν ἀνεκτὸν,
Εἶδος ἀποκρύπτειν θειότερον βροτέῳ,
Μή σε Θεὸς τοίοισιν ἀμείψηται χαλεπῄνας·
Τίς, πόθεν ὁ πλάστης; ἔῤῥε μοι, ἀλλοτρίη.
Οὔ σ’ ἔγραψα, κύων, ἀλλ’ ἔπλασα εἰκόν’ ἐμοῖο·
Πῶς εἴδωλον ἔχω εἴδεος ἀντὶ φίλου;
Ἀλλ’ ἔμπης νούσῳ τι παρήσομεν. Εἰ δ’, ἀρίδηλον
Ἐστὶ πίναξ γραφέων εἶδος ἐπ’ εἶδος ἔχων,
Στήλην αἴσχεος ἴσθι βροτοῖς περιφαντὸν ἐγείρειν
Μορφὴν, ἣν σὺ γράφεις ἔμπνοον ἀλκὶ νόου. 
Κῆπος Ἀδώνιδος ἥδε τεὴ χάρις ὠλεσίκαρπος,
Πουλύποδος χροιὴ, γράμματ’ ἐπὶ ψαμάθων.
Πῶς δὲ σύγ’ εἶδος ἔχουσα κολοίϊον (εἴ γε κολοιὸν
Εὔπτερον ἀλλοτρίοις ἄνθεσι μῦθος ἔχων,
Αὖθις γυμνὸν ἔθηκε γελοίϊον), οὐκ ἀλεγίζεις
Αἴσχεος ὑστατίου, κάλλεος ὀλλυμένου.
Ἔλπῃ δ’ ἀστυφέλικτον ἔχειν γάνος; οὐ μετὰ δηρὸν
Ὄψεαι ἀλλοτρίου κάλλεος ὅσσον ἄχος.
Πυνθάνομ’ ὥς τι φέριστον ἔχει πλάσις, ἤν ποτε γῆρας
Ῥικνώσῃ μορφὴν, τὴν πάρος ἀνθοφόρον·
Τῆμος ὅτ’ ἄγραφός ἐστι μελῶν πλάσις, ὡς πυρίκαυστον
Λείπεσθαι σαρκῶν λείψανον ἐκ κονίης·
Ὀψὲ μετακλαίειν δὲ μελῶν δόλον, εὖτε πίθηκον
Ῥυτίσιν ἐν πυκιναῖς ὦσε τὸ λειπόμενον.
Τοίη ψευδομένων μελέων χάρις. Ἀλλὰ, φερίστη,
Νῦν στῆσον μορφῆς ἔκτυπον, ὡς τὸ πάρος.
Ἀτρεκὲς οὐ μὲν ἔγωγε ὀΐομαι· ἀλλὰ πολὺ πρὶν
Μηδένα μηδ’ ἀνδρῶν εὔξεαι ὄμματ’ ἔχειν,
Οἵ σε πάρος κλήϊζον, ἐπ’ ὄμματα δ’ εἶχον ἕτοιμα
Τῇ καὶ τῇ σοβαροῖς ἴθμασι κινυμένην.
Καὶ τὸ, γέλως, ἀνδρῶν λήθειν γένος ἰσχανόωσα,
Μύστας σῆς μορφῆς ἄνδρας ἐπεσπάσαο.
[…]
Εἰ μὲν γὰρ πόσιός σου ἔχεις πόθον, ὡς σὸν ἐκεῖνος,
Ἐξέτι τοῦ, ὅτ’ ἐρῶν σ’ ἤγαγε πρὸς θαλάμους
Κουριδίην θαλέθουσαν, ἔχεις χάριν· εἰ δὲ σύ γ’ ἄλλων
Ὄμμασιν ἀνδανέεις, τοῦτο πόσις στυγέει.
Κεύθειν λώϊόν ἐστι βελῶν χάριν οἷσι δόμοισιν,
Ἠὲ ψευδομένην οὐχ ὁσίως προφέρειν.
Τῇ μὲν γὰρ πόσις ἐστὶν ἐπάρκιος· ἡ δ’ ἐπὶ πολλοῖς
Ἵσταται, ὥς τε λίνον ἱπταμένων ἀγέλῃ.
Τέρπῃ τερπομένῳ, καὶ ἀμείβεαι ὄψιν ὀπωπῇ,
Αὐτὰρ ἔπειτα γέλως, καὶ λόγος ἀντίθετος,
Κλεπτόμενοι τὸ πρῶτον, ἔπειτα δὲ θάρσος ἔχοντες.
Μηκέτι μοι τὰ πρόσω φθέγγεο, γλῶσσα λάλε.
Ἀλλὰ τόδ’ ἀτρεκέως μυθήσομαι, οὐδὲν ἄκεντρον
Τῶν ὅσα θηλυτέραις παίζεται ἀμφὶ νέοις.
Πάντα γὰρ ἀλλήλοισιν ἅμ’ ἕσπεται, ὥστε σίδηρος,
Ὃν μάγνης ἐρύει, ἄλλον ὑπ’ ἄλλον ἄγων.
[…]
Πᾶν μὲν κάλλος ἐμοὶ, βαιὴ χάρις, εἶαρ ἔνεικε,
Καὶ χειμὼν κρυερὸς ὤλεσεν ἐξαπίνης.
Ἡ νοῦσός μιν ἔκαμψεν ἀώριον, ἢ χρόνος αἰνὸς
Ὤλεσε, τηκεδανῶν κύκλα φέρων ἐτέων.
Τοῦτο δὲ καὶ πλέον ἐστὶ γελοίϊον· οἶδεν ἄκοσμον
Εἶδος ἔχουσα γυνὴ, καὶ πατέει Δανάην,
Αἴσχεϊ κυδιόωσα. Τὸ δ’ αἴσχιον (ὡς ἐνέπουσιν
Ἴδριες, οὐ γὰρ ἐγὼ, τῆσδε κακοῤῥαφίης),
Ξυνὴν νοῦσον ἔχουσι, καὶ ἀλλήλας ἐθέλουσι
Κεύθειν. Τίπτε νόσου τῆσδε χερειότερον;
Τέκτων τέκτονος ἔργον ἐπίσταται, ἴδρις ἀοιδὸς
Ἴδριν ἀοιδοσύνης, φῶρα δὲ φὼρ ἐδάη.
Ἀλλ’ αἵ γ’ οὐκ ἐθέλουσι τά περ νοέουσι, νοεῖσθαι.
Ἦ ῥ’ ἐτεὸν, κακίη ὄμματα πηρὰ φέρει.
Ὣς δ’ ἄνδρες τίουσι τά περ γελόωσι πρόσωπα,
Τερπόμενοι χροιαῖς κινυμένων πινάκων.
Οὔτι τόσον πινάκεσσιν ὀΐομαι, ὅσσον ἐπ’ ἀνδρῶν
Θυμῷ, τοῦ τελέθει χρώματα μαρτυρίη.
Πυνθάνομ’ ὡς κενεὴν, καὶ ἀνείδεον, ὑστερόφωνον
Ἠχώ τις ποθέων, πλάζεθ’ ὑπὲρ σκοπέλων·
Καὶ μορφῆς τις ἑῆς ποτ’ ἐράσσατο, καὶ κατ’ πηγῆς
Ἤλατ’ ἐπ’ εἰδώλῳ κάλλεος οὐλομένου.

λλη δ’ αὖ ποταμοῖο καλοῖς ἐπεμῄνατο ῥείθροις,
Μαίνετο, οὐδ’ ὄχθας ἥγ’ ἀπέλειπε φίλας·
Λάπτεν ὕδωρ, χείρεσσιν ἀφύσσετο, ἀφρὸν ἔμαρπτεν·
Ἀλλ’ οὐδ’ ὣς πυρόεις ὕδασι λῆγε πόθος.
Οὕτω τυφλὸν ἔρως καὶ ἀνάρσιον. Οὐ μέγα θαῦμα,
Εἴ τινα καὶ σὺ νέων τῆλε νόοιο βάλοις,
Εὔχροος, ἁβροχίτων, ῥοδοδάκτυλος, ὑψικάρηνος,
Οὐχ ἕνα, ἀλλὰ τόσους, ὁσσατίοισι γράφῃ.
Πείθομαι, ὥς ποτε ταῦρον ἀνὴρ σοφὸς ἤπαφε τέχνῃ,
Χρώμασι μορφώσας δουρατέην δάμαλιν
(Ξεινὸς ἔρως! ἀπνόοισιν ἐπ’ εἴδεσιν ἔμπνοα βαίνει)
Ὁππότε καὶ σὺ νέοις μήσαο τοῖον ἄγος.
Ὀρφεὺς θῆρας ἔπειθε, σὺ δ’ ἀνέρας, οἷσιν ὁμοῖος
Θήρεσίν ἐστι νόος, θηλυμανής τε βίος.
Εἴ τοι μὴ σάρκεσσι χαρίζεαι, ἀντὶ δὲ σαρκῶν
Ὄμμασι, καὶ τὸ, νόσος ἠερίη φιλότης.
Ἀλλ’ ἄτρωτος ὅλη• ναὶ πείθομαι, οὐδὲ τόδ’ ἐσθλὸν
Ἐστὶν ἐμοὶ κενεῆς δόξαν ἔχειν κακίης.
[…]
*

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Αγία Wendreda, Ερημίτισσα του March, στο Cambridgeshire της Αγγλίας

 
Αγία Wendreda, Ερημίτισσα του March, στο Cambridgeshire της Αγγλίας. 
 22 Ιανουαρίου. 
Η Αγία Wendreda ήταν κόρη του βασιλιά Anna ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτους Αγγλοσάξονες Χριστιανούς βασιλιάδες της Αγγλίας. Σε μία εποχή όπου η Χριστιανοσύνη ρίζωνε ανάμεσα στους Αγγλοσάξονες της Αγγλίας, η Αγία Wendreda και οι αδερφές της, Αγία Etheldreda [23 Ιουνίου] και Αγία Sexburga [6 Ιουλίου], ήταν ενθουσιώδης ιεραπόστολοι και διέδιδαν το Ευαγγέλιο του Χριστού. 
Εγκαταλείποντας τη ζωή της πριγκίπισσας, η Αγία Wendreda αφιέρωσε τη ζωή της στο να θεραπεύει. Τελικά εγκαταστάθηκε σε μία μικρή περιοχή ονόματι Mercheford όπου ζούσαν μερικοί ταπεινοί ψαράδες. Η αδερφή της, Αγία Etheldreda, πήγε να ιδρύσει το μοναστήρι του Ely όταν η άλλη αδερφή της, η Αγία Sexburga, έγινε ηγουμένη ενός μοναστηριού στο Minster. 
Αργότερα, η Αγία Wendreda ίδρυσε μία κοινότητα στο March, στο Cambridgeshire, η οποία ασχολούταν με θεραπείες. Κοιμήθηκε ειρηνικά και τα λείψανα της, τοποθετημένα σε μία χρυσή λειψανοθήκη, τοποθετήθηκαν στον Καθεδρικό του Ely. 
Το 1016 τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο πεδίο της μάχης με την ελπίδα να φέρουν τη νίκη. Στην μάχη του Ashingdon, ο νικητής Δανός βασιλιάς, ένας παγανιστής, πήρε τα λείψανα, αλλά σύντομα ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Πήγε τα λείψανα στον Καθεδρικό του Canterbury όπου βρίσκονταν για τα επόμενα 300 χρόνια*. 
Το 1343, τα λείψανα της αγίας Wendreda επέστρεψαν στο March και τοποθετήθηκαν στην εκκλησία που είναι αφιερωμένη στη μνήμη της. Η εκκλησία της αγίας Wendreda στέκεται μέχρι σήμερα. 
*Αρχηγός των Αγγλικών στρατευμάτων ήταν ο Edmund Ironside και ο Δανός βασιλιάς ήταν ο Canut.

Πηγή: ΕΔΩ

Όσιος Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης, ο Ελεήμων Πνευματικός.



Όσιος Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης, ο Ελεήμων Πνευματικός. 
22 Ιανουαρίου.

Ο Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το έτος 1908, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. 
Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον Όσιο Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά. 
Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935, ύστερα από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο Όσιος Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας. 
Ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί. 
Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο Όσιος Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος μετά το 1955, επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του Μοναστηριού. Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές. Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία, υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και άγχος, έφευγαν από το Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».

 
Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε κατ΄ αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε όλα τα χωριά. Ο Όσιος Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι, για να τα ενισχύσει. 
Όταν λειτουργούσε ο Όσιος Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι»(Πρ. γ΄, 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν. 
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγία στα χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο Όσιος Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά». Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε κατευθείαν στους φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα έκανε τη διανομή. 
Ο Όσιος Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε το Χριστό. Ο Όσιος Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε. 
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991. 
Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και ως εκ τούτου κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του. Μάλιστα υπάρχουν αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον Όσιο Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και άλλα παρόμοια. Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων. Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση. Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο, άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν άφθαρτο. 
Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του, η Αγία Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Το άφθαρτο σώμα του Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες πιστούς. 
Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού τάραξε το πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...». 

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου. Ὁ Μέγας Εὐθύμιος

 

 Ὁ Ἥλιος τῆς Ἐρήμου. Ὁ Μέγας Εὐθύμιος 
Φώτης Κόντογλου 
ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996

ληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: «Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρῖνον». Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. «Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη». Καὶ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ «χαροποιὸν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»

Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ποὺ ἑορτάζει τὴ μνήμη του ἡ Ἐκκλησία στὶς 20 τοῦ Ἰανουαρίου, ἐστάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς φωστῆρες τῆς ἀσκητικῆς πολιτείας. Γεννήθηκε στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας στὰ 377 μ.X. Ἀληθινὰ ἐκ κοιλίας μητρὸς ἤτανε ἁγιασμένος, γιατὶ ἀφοσιώθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τριῶν χρονῶν παιδί. Ὁ Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης, ποὺ μόνασε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου, γράφει πὼς ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια της ἡλικίας του τὸ στόμα του ἀενάως δοξολογοῦσε τὸ Θεό, ἡ χαρά του ἤτανε νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούγει τὰ ἅγια γράμματα μὲ φόβο καὶ κατάνυξη. «Τὸν δὲ μεταξὺ χρόνον, οἶκοι ἐσχόλαζεν ἔν τε τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ψαλμωδίᾳ καὶ ταῖς τῶν θείων λόγων ἀναγνώσεσι, διανυκτερεύων τε καὶ ἡμερεύων, εἰδὼς ὅτι ὁ μελετῶν ἐν νόμῳ Κυρίου ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς καὶ τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ».

Σὰν ἔγινε 29 χρονῶν, πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησε τοὺς ἁγίους Τόπους, ἔπειτα ἐπισκέφθηκε τοὺς πατέρας τῆς ἐρήμου καὶ τέλος κατοίκησε σ᾿ ἕνα σπήλαιο τῆς λαύρας τοῦ Φαρᾶν, κ᾿ ἐζοῦσε μὲ τέλεια ἀκτημοσύνη, πλέκοντας ψάθες γιὰ τὴ συντήρησή του. Ἐκεῖ κάθισε πέντε χρόνια, μ᾿ ἕναν ἄλλον ἀσκητὴ Θεόκτιστο. Μετὰ τὰ πέντε χρόνια πήγανε ἀπὸ τὸ Φαρᾶν καὶ ἥβρανε μέσα σ᾿ ἕνα ξεροπόταμο, ποὺ τὸ λένε τώρα Οὐάντι Δαμπόρ, ἕνα σπήλαιο ἀπόγκρεμνο, κ᾿ ἐκεῖ κατοικήσανε. Μὲ τὸν καιρὸ πληθύνανε οἱ ἀδελφοί, καὶ στὸ τέλος κάνανε ἕνα μοναστήρι κοινόβιο, τὸ πρῶτο ποὺ γίνηκε στὴν Παλαιστίνη, καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ζούσανε μὲ ἄκραν αὐστηρότητα. Ὁ μέγας Εὐθύμιος, ὁ ἡγούμενός του, ἔλεγε: «Ὀφείλει εἶναι ὁ μοναχὸς ὅλος ὀφθαλμός, πάντοθεν ἑαυτὸν περισκέπην ἀκοίμητον ἔχων πρὸς τὴν αὐτοῦ φυλακὴν τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα, ὡς ἐν μέσῳ παγίδων διοδεύων ἀεί». Ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου κάποιοι μοναχοὶ ἀπαυδήσανε καὶ θέλανε νὰ φύγουνε. «Τὰ κελλία στενὰ λίαν καὶ ἀπαραμύθητα ἦσαν, οὕτως αὐτὰ τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου κελεύσαντος».

Χρειάζεται πολὺ χαρτὶ καὶ μελάνι γιὰ νὰ γράψει κανένας καταλεπτῶς τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, τὰ λόγια του ποὺ σωθήκανε στὸ βίο του, τὰ θαύματά του καὶ τὴν κοίμησή του. Ἡ ἁγιότητά του ἀκούσθηκε σ᾿ ὅλη τη χριστιανοσύνη. Ὀνομάσθηκε «μέγας φωστὴρ καὶ ἥλιος τῆς ἐρήμου». Ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 473 μ.X., ἡμέρα Σάββατο, σὲ ἡλικία 97 χρονῶν. «Ἢν δὲ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἀγγελικόν, ἡ ἕξις ἄπλαστος (ἀφελής, ἀπροσποίητη), τὸ ἦθος πραΰτατον, ἡ δὲ φαινομένη τοῦ σώματος αὐτοῦ ὄψις στρογγυλοειδὴς τε ὑπῆρχε καὶ φαιδρὰ καὶ λευκὴ καὶ εὐόμματος. Ἢν δὲ ὑποκόλοβος τὴν ἡλικίαν καὶ ὁλοπόλιος, ἔχων τὸν πώγωνα μέγαν, φθάνοντα ἕως τῆς κοιλίας, καὶ ἀσινὴ πάντα τὰ μέλη· οὔτε γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἢ οἱ ὀδόντες ἢ ἕτερον μέλος τὸ παράπαν ἐβλάβη ἀλλὰ στερρός τε καὶ πρόθυμος ὢν ἐτελειώθη».

Ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ ἔκανε εἶναι καὶ τὸ ἀκόλουθο, ποὺ τὸ διηγήθηκε στὸν Κύριλλο, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βίο τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ἕνας φύλαρχος Σαρακηνός, Τερέβωνας λεγόμενος, γιὰ τὸν πάππο του ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα καὶ ποὺ τὸν ἕγιανε ὁ ἅγιος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ γέρο - Τερέβωνας, τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν ἀκόμα παιδὶ παράλυσε τὸ μισὸ κορμί του, τὸ δεξιὸ μέρος, ἀπὸ τὸ κεφάλι ἕως τὰ πόδια. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος, ποὺ ἤτανε κι᾿ αὐτὸς φύλαρχος, ἤτανε ἀπαρηγόρητος, γιατὶ οἱ γιατροὶ δὲν μπορέσανε νὰ δώσουνε ὠφέλεια στὸ παιδί του. Βρισκότανε στὴν Ἀραβία κ᾿ εἴχανε στήσει τὰ τσαντήρια τους. Ὅπου, μιὰ νύχτα, βλέπει τὸ ἄρρωστο παιδὶ στὸν ὕπνο τοῦ ἕναν καλόγερο μὲ μακριὰ γενειάδα καὶ τοῦ λέγει: «Τί ἀσθένεια ἔχεις;» Κ᾿ ἐκεῖνο ἔδειξε τὸ παράλυτο μέρος τοῦ κορμιοῦ του. Κι᾿ ὁ μοναχός του λέγει πάλι: «Ὅ,τι τάξεις στὸ Θεό, θὰ τὸ κάνεις, ἂν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;» Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε: «Ναί». Τότε τοῦ λέγει ὁ γέροντας: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, ποὺ κάθουμαι στὴν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στὸ ξεροπόταμο ποὺ εἶναι νοτινὰ ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει στὴν Ἱεριχώ. Ἂν θέλεις νὰ θεραπευθεῖς, ἔλα σὲ μένα κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ σὲ γιατρέψει».

Τὸ πρωί, εἶπε τὸ ὄνειρο τὸ παιδὶ στὸν πατέρα του, κ᾿ ἐκεῖνος ἀμέσως πρόσταξε νὰ σηκώσουνε τὶς τέντες καὶ νὰ τραβήξουνε κατὰ τὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου, ποὺ τὸ βρήκανε ρωτώντας. Οἱ μοναχοί, σὰν εἴδανε τὸ πλῆθος τῶν βαρβάρων, φοβηθήκανε. Μοναχὰ ὁ Θεόκτιστος κατέβηκε καὶ τοὺς ρώτησε τί ζητᾶνε. Κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε «τὸν Εὐθύμιο, τὸ δοῦλο τοῦ Θεοῦ». Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἡσύχαζε κ᾿ εἶχε δώσει παραγγελία νὰ μὴν τὸν ἀνησυχήσουνε ὡς τὸ Σάββατο, εἶπε στὸν Ἀσπέβετο νὰ περιμένουνε. Ἀλλὰ ὁ δυστυχὴς πατέρας τοῦ ἔδειξε τὸ παιδὶ ποὺ κειτότανε ξυλιασμένο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν λυπηθεῖ. Τότε ὁ Θεόκτιστος πῆγε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο τὴν ἱστορία. Κ᾿ ἐκεῖνος κατέβηκε, καὶ σὰν εἶδε τὸ παιδί, ἔκανε προσευχὴ πολλὴν ὥρα, ὕστερα τὸ σταύρωσε, καὶ παρευθὺς ἔγινε καλὰ ὁ Τερέβωνας. Βλέποντας οἱ Ἀραπάδες αὐτὸ τὸ θαῦμα, γονατίσανε καὶ φιλούσανε τὰ πόδια τοῦ ἁγίου, καὶ τὸν παρακαλούσανε νὰ τοὺς βαφτίσει. Τότε ὁ ἅγιος παράγγειλε νὰ κάνουνε μία μικρὴ κολυμβήθρα σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ σώζουνταν ὡς τὸν καιρὸ ποὺ τὰ ἔγραφε ὁ Κύριλλος, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάφτισε. Τοὺς κράτησε στὸ μοναστήρι σαράντα μέρες γιὰ νὰ τοὺς διδάξει τὰ τῆς θρησκείας, κ᾿ ὕστερα φύγανε. Ἕνας μοναχὰ ἀπόμεινε στὸ μοναστήρι, ὁ θεῖος τοῦ Τερέβωνα, Τερέβωνας κι᾿ αὐτός, ἀδελφὸς τῆς μητέρας του, καὶ χειροτονήθηκε καλόγηρος, καὶ μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ χρήματα γιὰ νὰ μεγαλώσουνε τὸ μοναστήρι. Στάθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς στὴν εὐσέβεια, καὶ κοιμήθηκε ἐν εἰρήνῃ.

Μιὰ Κυριακὴ λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, καὶ κατὰ τὰ συνηθισμένα κάποιος εὐλαβέστατος μοναχὸς Δομετιανὸς στεκότανε στὰ δεξιά της ἁγίας Τραπέζης βαστώντας τὸ λειτουργικὸ ριπίδι, κι᾿ ὁ Μαρίνος ὁ Σαρακηνὸς στεκότανε κοντὰ στὸ θυσιαστήριο, ἀκουμπώντας τὰ χέρια του στὰ κάγκελα. Ἄξαφνα βλέπει φωτιὰ νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἁπλώνεται ἀπάνω στὸ θυσιαστήριο σὰν νἄτανε σεντόνι πύρινο, καὶ σκέπασε τὸ μέγα Εὐθύμιο καὶ τὸ μακάριο Δομετιανό. Καὶ ἔμεινε ἔτσι σ᾿ ὅλο τὸ χερουβικό. «Τοῦτο δὲ τὸ θαῦμα οὐδεὶς εἶδεν εἰμὴ οἱ ὄντες τοῦ πυρὸς ἔνδον, καὶ Τερέβων, καὶ ὁ Χρυσίππου ἀδελφὸς Γαβρήλιος ὁ Καππαδόκης, εὐνοῦχος ὧν ἀπὸ γεννήσεως καὶ δι᾿ εἰκοσιπέντε ἐνιαυτῶν τότε εἰς τὴν ἐκκλησίαν προσελθών. Φόβω τοίνυν συσχεθεὶς ὁ Τερέβων, ἔφυγεν εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ ἀπὸ τότε οὐκέτι προέθετο ἐπιστηρίζεσθαι τῷ καγκέλῳ τοῦ ἱερατείου, καθ᾿ ἣν εἶχε συνήθειαν τολμηρῶς καὶ θρασέως τοῦτο ποιεῖν κατὰ τὴν ὥραν τῆς θείας προσκομιδῆς, ἀλλ᾿ ὀπίσω πλησίον τῆς θύρας τῆς ἐκκλησίας ἵστατο, μετὰ φόβου καὶ εὐλαβείας κατὰ τὴν τῆς συνάξεως ὥραν κατὰ τὴν κελεύουσαν ἐντολὴν εὐλαβεῖς ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ καὶ μὴ καταφρονητάς».

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου 1 Τόμος

 


 Άπαντα Έργα [ 1 Τόμος]

 του Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου 

 από τις εκδόσεις Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας
Πατερικαί Εκδόσεις «Αγ.Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη

Τόμος 1ος 

Αν θυμόμαστε τα κακά που μας κάνουν οι άνθρωποι, εξουδετερώνουμε τη δύναμη της μνήμης του Θεού.



 Αββάς Μακάριος

Ο αββάς Μακάριος, όταν ήταν στην Αίγυπτο, βρήκε έναν άνθρωπο να κλέβει τα πράγματά του, έχοντας μαζί του και ζώο. Πήγε λοιπόν και ο ίδιος, σαν να ήταν ξένος, και βοήθησε τον κλέφτη στο φόρτωμα του ζώου. 
Έπειτα τον ξεπροβόδισε με πολλή ηρεμία λέγοντας: «Τίποτε δεν φέραμε μαζί μας όταν ήρθαμε στον κόσμο, και είναι φανερό ότι ούτε μπορούμε να πάρουμε κάτι μαζί μας φεύγοντας (Α’ Τιμ. 6:7). Ο Κύριος τα έδωσε· όπως αυτός θέλησε, έτσι και έγινε. Να είναι δοξασμένος ο Κύριος για όλα (Ιώβ 1:21.

Ο αββάς Μακάριος, κάποτε που περνούσε από την Αίγυπτο μαζί με αδελφούς, άκουσε ένα παιδί να λέει στη μητέρα του: «Μαμά, ένας πλούσιος με αγαπά και τον μισώ, και ένας φτωχός με μισεί και τον αγαπώ». Μόλις το άκουσε ο αββάς Μακάριος έμεινε έκπληκτος.

Τον ρώτησαν οι αδελφοί: «Τι είναι αυτός ο λόγος, πάτερ, και έμεινες έκπληκτος;» Ο γέροντας τους απάντησε: «Πραγματικά, ο Κύριός μας είναι πλούσιος και μας αγαπά, και δεν θέλουμε να τον ακούσουμε· και ο εχθρός μας διάβολος είναι φτωχός και μας μισεί, και εμείς αγαπούμε την ακαθαρσία του». 
Ο αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του αββά Μακαρίου, έλεγε: «Παρακάλεσα τον γέροντά μου λέγοντας: Πες μου έναν λόγο, και εκείνος είπε: «Να μην κάνεις κακό σε κανέναν, ούτε να κατακρίνεις κανέναν. Αυτά να τηρείς και θα σωθείς”». 
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον μέγα ότι είχε γίνει, όπως λέει η Γραφή, θεός επίγειος (πρβ. Ψαλμ. 81:6). Όπως δηλαδή ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι έγινε και ο αββάς Μακάριος και σκέπαζε τα σφάλματα, αυτά που έβλεπε σαν να μην τα έβλεπε και αυτά που άκουγε σαν να μην τα άκουγε. 
Μια φορά ένας δαίμονας επιτέθηκε με μαχαίρι στον αββά Μακάριο θέλοντας να του κόψει το πόδι· και επειδή εξαιτίας της ταπεινοφροσύνης του δεν μπόρεσε, του είπε: «Όσα έχετε, και εμείς τα έχουμε· μόνο ως προς την ταπεινοφροσύνη διαφέρετε από μας, και γι’ αυτό νικάτε». 
Ο αββάς Μακάριος είπε: «Αν θυμόμαστε τα κακά που μας κάνουν οι άνθρωποι, εξουδετερώνουμε τη δύναμη της μνήμης του Θεού. Αν όμως θυμόμαστε τα κακά που μας κάνουν οι δαίμονες, θα είμαστε άτρωτοι».

Είπε ο αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του αββά Μακαρίου, ότι ο γέροντας έλεγε: «Όταν ήμουν παιδί έβοσκα βόδια μαζί με τα άλλα παιδιά. Αυτά πήγαν κάποτε να κλέψουν σύκα και, όπως έτρεχαν, τους έπεσε ένα σύκο και το πήρα και το έφαγα. Και όποτε το θυμάμαι, κάθομαι και κλαίω». 
Το Γεροντικό, τόμος Α’, μετάφραση. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 195, 197, 198, 199, 203 (Αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος 18, 24, 28, 32, 35-37).

Δημοφιλείς αναρτήσεις