Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Άγιος Willibrord



Άγιος Willibrord (Ουίλλιμπρορντ/Βιλλιβρόρδος) της Ουτρέχτης, ο Απόστολος της Ολλανδίας. 
 7 Νοεμβρίου. 
Ένα όραμα υπερκόσμιου φωτός ανήγγειλε στη μητέρα του Ουίλλιμπρορντ τη γέννησή του που έλαβε χώρα περί το 683 στο βασίλειο της Νορθουμβρίας, στο βόρειο τμήμα της Αγγλίας. Σε ηλικία επτά χρονών τον εμπιστεύθηκαν στην καθοδήγηση του Αγίου Ουίλφριντ [24 Απριλίου], στη Μονή του Ρίππον. Εκάρη μοναχός, χειροτονήθηκε κατόπιν πρεσβύτερος και διακρίθηκε για τις πνευματικές του ικανότητες και για τον ζήλο του στην άσκηση. Σε ηλικία 20 χρόνων, μετέβη στην Ιρλανδία, τη νήσο των Αγίων, οδηγημένος από τη φήμη του Αγίου Έγκμπερτ και έζησε εκεί δώδεκα χρόνια μελετώντας τις Αγίες Γραφές και προσευχόμενος. 
Φλογιζόμενος από την επιθυμία να οδηγήσει στην πίστη τους ακόμη ειδωλολατρικούς πληθυσμούς που κατοικούσαν τη Φριζική Ακτή (Κάτω Χώρες) και τις χώρες στις εκβολές του Ρήνου, ο Έγκμπερτ επωφελήθηκε από την κατάληψη των περιοχών αυτών από τους Φράγκους και έστειλε εκεί σε ιεραπιστολή τον Ουίλλιμπρορντ και άλλους δώδεκα μοναχούς. Αφού έλαβε τις ευλογίες του πάπα της Ρώμης Σεργίου Α', ο φλογερός ιεραπόστολος διέδωσε το φως του Ευαγγελίου στην Ολλανδία και Ζηλανδία, με τη βοήθεια πλήθους θαυμάτων, τα οποία φανέρωναν στους άγριους αυτούς λαούς ότι η χάρη του Θεού ήταν μαζί του. 
Αφού έγινε επίσκοπος μετά από ένα δεύτερο ταξίδι στη Ρώμη το 695, εγκαταστάθηκε στην Ουτρέχτη και συνέχισε τις ιεραποστολικές του περιοδείες βορειότερα. Παρά τις επικρατούσες μαγικές ιεροτελεστίες και την επιμονή του του Δούκα Ράντμποντ στη λατρεία των ειδώλων, ο Ουίλλιμπρορντ πέτυχε να μεταστρέψει ένα μεγάλο αριθμό υπηκόων του, πριν φθάσει στη Δανία, όπου βασίλευε ο σκληρός Όνγκεντ. Εκεί όμως βρήκε τις καρδιές σκληρότερες από την πέτρα και δεν κατάφερε να αποσπάσει από τον παγανισμό παρά μόνο τριάντα παιδιά που τα βάπτισε και τα πήρε μαζί του στον δρόμο της επιστροφής. Περνώντας από τα νησιά Φοζιτλάνδη και Βάλχερεν πολέμησε με θάρρος την ειδωλολατρία, επισύροντας την οργή του ηγεμόνα και το μίσος των ιερέων των ειδώλων. 
Εκπληρώνοντας το έργο που του ανέθεσε ο Θεός, ο Άγιος Ουίλλιμπρορντ αναπαύθηκε το 739 και ενταφιάσθηκε στη Μονή Έστερνακ (Επισκοπή των Τρεβήρων) που είχε ιδρύσει και καθοδηγήσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Το λείψανό του ανέδωσε τότε μία ουράνια ευωδία. 

 

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»
※

« Ἥψατό μού τις » ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ



« Ἥψατό μού τις » 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 8ο, στίχοι 41 ἕως 56, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 7-11-2004. 
Αὐτή ἡ εὐαγγελική περικοπή, ὅπως καί κάθε εὐαγγελική περικοπή, δέν μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἄν ἁπλῶς τήν καταλάβουμε ἐξωτερικά. Χρειάζεται πάντα μιά βαθύτερη προοπτική πού ἔχει δύο πτυχές. 
Εἶναι ἡ θεολογική προσέγγιση τοῦ κειμένου, ἡ ἑρμηνεία -μή σᾶς φοβίζει ἡ λέξη- καί ταυτόχρονα, μετά ἀπό τή θεολογική προσέγγιση, χρειάζεται πῶς ἡ καρδιά μας θά ἑρμηνεύσει, θά κάνει πράξη δηλαδή, αὐτό τό ὁποῖο μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ θεολογική προσέγγιση. 
Γιά νά δοῦμε αὐτή τήν περικοπή, πού εἶναι κατανοητή ἐξωτερικά, διότι θαύματα συμβαίνουν παράλληλα ἀπό τόν Χριστό -Χριστός ἦταν, θαύματα ἔκανε, θά ἔλεγε κάποιος- νά [τήν] προσεγγίσουμε θεολογικά πρῶτα ἐξωτερικά. Τί σημαίνει «ἐξωτερικά»; Ἔχουμε δύο διηγήσεις ταυτόχρονα. Αὐτό συνήθως δέν συμβαίνει στίς περικοπές πού οἱ Πατέρες ἐπέλεξαν νά ἀναγιγνώσκονται. Διαβάζουμε περικοπές πού σχεδόν ἔχουν μιά δική τους αὐτοτέλεια. Ἡ περικοπή τοῦ Φαρισαίου καί τοῦ Τελώνου, τοῦ Ἀσώτου ἔχουν ἕνα κεντρικό περιεχόμενο. Σέ ὅλο τό Εὐαγγέλιο [ἔτσι] εἶναι. Παίρνουν οἱ Πατέρες πού ἔτσι ἔταξαν τά πράγματα καί βάζουν τίς περικοπές γιά νά κατανοεῖ ὁ λαός ἕνα γεγονός. Ἐδῶ ὅμως, κατ᾿ ἐξαίρεση ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται, διαλέγουν ἕνα διπλό γεγονός, διαφορετικά γεγονότα. Γιατί αὐτό γίνεται; Αὐτό πού ρωτᾶμε τώρα, θά ἑρμηνεύσει πολύ τήν περικοπή. 
Ἔχουμε λοιπόν δύο διηγήσεις. Θά ἔλεγε κανείς, τί κοινό ἔχουν αὐτές οἱ διηγήσεις; Πάντα κέντρο τους εἶναι ὁ Χριστός. Τό ἄλλο κοινό εἶναι πού γίνονται δύο θαύματα· καί αὐτό κοινό. Τό ἑπόμενο κοινό στοιχεῖο πού πραγματικά ἀρχίζει νά μᾶς βάζει στά πιό βαθιά νερά, εἶναι πώς καί τά δύο γεγονότα τοῦ θαύματος λειτουργοῦν μέσα ἀπό τήν πίστη κάποιων προσώπων: τῆς αἱμορροούσης γυναικός καί τοῦ Ἰαείρου, τοῦ πατρός τῆς ἀσθενούσης κόρης. Ἄρα, βλέπετε, ἐξωτερικά μελετώντας τήν περικοπή, λέμε: «ἄ, εἶναι ἡ πίστη ἐδῶ· κάτι συμβαίνει μέ τήν πίστη» καί θά ρωτήσετε καί θά πεῖτε: Δηλαδή τό γεγονός τῆς πίστης, πού εἶναι ἕνα γεγονός πολύ βαθύ, πολύ καρδιακό, πολύ ἐσωτερικό, μπορεῖ νά προσεγγιστεῖ καί νά ἑρμηνευθεῖ; Θά λέγαμε, κατά κάποιον τρόπο, ναί - ὄχι ἀπόλυτα. Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ποτέ δέν μπορεῖς νά τό ψαύσεις καί νά τό ἑρμηνεύσεις πλήρως, ἀλλά μέσα στήν ἀγάπη Του ὁ Θεός μᾶς ἐπιτρέπει, μέσα ἀπό στοιχεῖα πρωτογενῆ καί ἐξωτερικά, νά καταλάβουμε καί ἀπό αὐτό τό γεγονός κάτι. Αὐτό θά κάνουμε τώρα προσπαθώντας λίγο, στοιχειωδῶς, ὅσο τό ἐπιτρέπει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, νά δοῦμε πῶς αὐτό τό κείμενο ὁρίζει -ὄχι ἀπόλυτα, ἀλλά μέ σχετικό τρόπο, κατά τά μέτρα τά ἀνθρώπινα- τήν πίστη, γιατί εἶναι δύο γεγονότα πίστεως. 
Καί τώρα μπαίνουμε στήν πιό βαθιά θεολογία τοῦ κειμένου. Καί οἱ δύο αὐτοί ἄνθρωποι, καί ἡ γυναίκα ἡ αἱμορροοῦσα καί ὁ Ἰάειρος, ἔχουν δύο γεγονότα κοινά πάλι. Ἔρχεται πρῶτα ὁ Ἰάειρος, λέει, καί «πεσών παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ» (κάνει μιά βαθιά ὑπόκλιση, μετάνοια, ἔπεσε στά πόδια Του). Ἡ γυναίκα ἡ αἱμορροοῦσα καί αὐτή «προσπεσοῦσα αὐτῷ», βλέπετε τά κοινά ρήματα. Ἄρα ἐδῶ κάτι συμβαίνει. Αὐτοί μέσα σέ ὅλη τήν προβληματική τοῦ κόσμου, μέσα στά πολυποίκιλα, πολύπτυχα θέματα τοῦ κόσμου, τῆς ζωῆς μας, ἕνα σωρό πράγματα κάνουμε, ὅλα χωρίς νά τά ἀκυρώσουν ἤ νά τά ἀναιρέσουν, τά ἀφήνουν πίσω καί ἔχουν μιά προοπτική. Τό «προσέπεσε» δέν εἶναι ἁπλῶς πῆγε, τοῦ ἔκανε ἕνα αἴτημα καί λέει «ἄν γίνει, ἔγινε κι ἄν δέν γίνει, δέν ἔγινε». «Προσέπεσε» σημαίνει μιά πολύ βαθιά τάση, ὅτι ἐκεῖ τά δίνει ὅλα. Χωρίς νά καταργήσει ὅ,τι ἔχει στή ζωή του, ἀλλά ἐκεῖ τά δίνει ὅλα. Εἶναι ἡ αἰχμή τοῦ δόρατος, θά λέγαμε. Αὐτό τό ρῆμα εἶναι καίριο σ᾿ αὐτήν τήν περικοπή, γιά νά περιγράψουμε, καθ᾿ ἅ δυνάμεθα, τό γεγονός τῆς πίστεως καί, προσέξτε, ἡ ἑρμηνεία γίνεται γιά μᾶς στό τέλος, γιά νά ὠφεληθοῦμε βαθύτατα πνευματικά. 
Ἄρα ἐδῶ ὑπάρχει μιά αἰχμή τοῦ δόρατος, πού εἶναι αὐτή ἡ κίνηση πού δέν εἶναι πιά μιά κίνηση ἐξωτερική. Σημαίνει πού γίνεται μέ τό σῶμα, «προσέπεσεν», ἀλλά ταυτόχρονα ἔχουν κλίνει, ἔχουν προσπέσει δηλαδή, ὅλα τά μεγέθη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Προσέπεσε τό σῶμα καί ταυτόχρονα -λένε οἱ Πατέρες, οἱ ἑρμηνευτές- «ἔκλιναν τήν ψυχή καί τήν καρδίαν αὐτῶν», «κλίνας τό σῶμα καί τήν ψυχήν»· ὑπάρχουν προσευχές καί τροπάρια γι᾿ αὐτό τό γεγονός. Ἄρα ἔχουν μιά κίνηση τοῦ «προσπίπτω», ἀλλά ὁλόκληρη ἡ καρδιά τους κινεῖται καί τά δίνει ὅλα ἐκεῖ. Αὐτό εἶναι πρωτογενές γεγονός τῆς πίστεως. Ἡ πίστη μας ποτέ δέν θά λειτουργηθεῖ ἄν δέν συγκλονίζεται ὁ ἄνθρωπος μέ ἕνα βαθύ τρόπο, ὄχι ἁπλῶς σωματικό, μέ ὅλη αὐτή τήν κίνηση πρός τόν Θεό πού ὅλα τά ἄλλα παραμένουν πίσω. Ἐδῶ ὑπάρχει αὐτό τό γεγονός. Ἀρχίζει λοιπόν κάπως νά γίνεται ἑρμηνευτό καί νά κατανοεῖται τό θαῦμα ὅτι εἶναι μιά κίνηση, κίνηση ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πᾶμε στόν Θεό ἀπόλυτα καί τίποτα ἄλλο δέν μετράει παρά αὐτό. 
Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο εἶναι πῶς ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται καί, προσέξτε, μέσα ἀπ᾽αὐτή τήν κίνηση ὅ,τι γίνεται, γίνεται ταπεινά. Ἡ γυναίκα πάει κρυφίως. Δέν τό προβάλλει, δέν τό φωνάζει, δέν τό διαφημίζει. Καί ἔρχεται τό τί κάνει ὁ Χριστός. Προσέξτε: Πρίν νά γίνει τό θαῦμα γίνεται κάτι ἄλλο οὐσιαστικό, πάλι κοινά στοιχεῖα. Λέει αὐτό τό ἀνερμήνευτο, δυσερμήνευτο, λέει στούς μαθητές Του «κάποιος μέ ἀκούμπησε», «ἥψατό μού τις» καί τοῦ λένε οἱ μαθητές, «μά τί λές τώρα ἐδῶ πέρα; Τόσος ὄχλος!» κι εἶναι λογικό τό θέμα πού λένε οἱ μαθητές. Σέ ἀκουμπάει τόσος ὄχλος καί λές κάποιος σέ ἀκούμπησε; Ὅλοι σέ ἀκουμποῦν ἐδῶ, πέσαν πάνω σου ὅλοι. Καί λέει «ἥψατό μού τις» καί προσθέτει, γιά νά ἑρμηνεύσει μετά, ὅτι κάποια «δύναμις ἐξῆλθεν ἀπ᾿ ἐμοῦ». Τί εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτή ἡ δύναμις πού βγῆκε ἀπό Αὐτόν; Γιατί οἱ ἄλλοι δέν εἶναι ἄνθρωποι γιά νά δεχθοῦν αὐτή τή δύναμη καί δέχεται μόνο ἡ αἱμορροοῦσα τή δύναμη; Βλέπετε τό «ἥψατο», τό ὁποῖο μετά παίρνει ἄλλη μορφή στή νεκρή κόρη πού λέει «κρατήσας τῆς χειρός αὐτῆς». Πάλι ὑπάρχει ἕνα ἀκούμπηγμα. Τί εἶναι αὐτή ἡ δύναμη πού ἐξῆλθε ἀπό τόν Χριστό; Τί εἶναι αὐτό τό «ἥψατο»; 
Βλέπετε, ἄν εἶναι τά δοχεῖα ἀνοιχτά, ἤ τά ποτήρια ἀνοιχτά, μπορεῖ νά μπεῖ μέσα τό λάδι. Ἄν δέν ἀνοίξω τά δοχεῖα, πῶς θά μπεῖ τό λάδι ἀπό τό πρωτογενές δοχεῖο πού τό μεταφέρω; Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, εἶναι ὁ Παντοδύναμος, εἶναι Ἐκεῖνος πού ἔχει ὅλες τίς δυνάμεις πάνω Του, καί λέει «δύναμις ἐξῆλθε». Δέν λέει «ἔχασα δύναμη»· λέει «ἐξῆλθε». Δίνει χωρίς νά χάνει, ἀλλά λέει «δύναμις ἐξῆλθε». Τί; Κάποιοι, κάποιος ἀνταποκρίθηκε, ἀνταποκρίθηκαν σέ αὐτό πού εἶμαι. Γιατί εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων γιά μᾶς; Γιά μᾶς τό κάνει. Ἀπό τήν ἀγάπη Του, ἀπό τή δύναμή Του, ἀπό τήν παντοδυναμία Του μᾶς φτιάχνει ἐν ταπεινώσει, ἀλλά αὐτό δέν μᾶς καθηλώνει. Περιμένει τή δική μας κίνηση, τό νά προσπίπτουμε -ἀλλά ἀπόλυτα- πρός Αὐτόν, μέ αὐτή τήν τάση. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι δεύτερα. Ὅποιος ἀνταποκρίνεται στήν ἀγάπη Του, πού εἶναι μιά δυναμική κίνηση, ταπεινή καί σιωπηλή, μέ αὐτό τόν τρόπο προσπίπτει, τότε ἀνοίγει τήν καρδιά του, τήν ψυχή του, ὅλη του τήν ὕπαρξη. Καί τότε ὁ Χριστός, πού εἶναι δύναμις, ἀνταποκρίνεται καί πιά ξέρει πού δέν μᾶς καθηλώνει μέ τή βία σ᾿ αὐτή Του τή δύναμη -ἕνας δυνατός ἦρθε καί ὅλα τά ἐξαφανίζει- καί ἐπειδή ἀνταποκρίνεται κάποιος ἀγαπητικά στήν κίνηση αὐτή, δίνει αὐτό πού εἶναι, πού ἔχει Ἐκεῖνος, σέ μᾶς. «Ἐξῆλθε δύναμις ἀπ᾿ ἐμοῦ». Κανείς δέν πῆρε δύναμη παρά μόνο ἡ αἱμορροοῦσα, ἀλλά βλέπετε εἶναι ἡ καρδιά της, ἡ κίνησή της, ἡ τάση της. 
Παραπάνω δέν μπορῶ νά πάω, γιατί πιά ἡ πίστη εἶναι ἕνα γεγονός ὁλοκληρωτικοῦ δοσίματος καί ἀνοίγματος τῆς καρδιᾶς. Δέν μετρᾶνε ἄλλα πράγματα στή ζωή μας. Ὅλα εἶναι δεύτερα. 
Ἄν δώσεις ἀπό ᾿κεῖ καί ᾿κεῖ καί ᾿κεῖ ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς σου καί τό κάνεις ἕνα μέγεθος πού ἁπλῶς διαιρεῖ τήν καρδιά σου, θά εἶσαι διηρημένος ἄνθρωπος καί θά ἔχεις κι ἕνα κομμάτι Χριστοῦ πού δέν θά ᾽ναι τίποτα. Ὁ Χριστός δέν εἶναι κομμάτια. Ὁ Χριστός δέν εἶναι μέρος, εἶναι τό ὅλον. Εἶναι ὅλη ἡ δύναμις, εἶναι Παντοδύναμος. Ἄν ἐξαρτᾶσαι ἀπό ἄλλες δυνάμεις, ἄν πουλιέσαι σέ ἄλλες δυνάμεις, ἄν δίνεις τή ζωή σου σέ ἄλλες δυνάμεις, Ἐκεῖνος ἀπό τήν ἀγάπη Του δέν σοῦ ἀποκαλύπτει τή δύναμή Του, γιά νά μήν ἐξαφανίσει τήν τάση πού ἔχεις νά πηγαίνεις σέ ἄλλες δυνάμεις. Κι αὐτό τό σέβεται. Ἀλλά ἄν δέν ἐξαρτηθεῖς ἀπό ἄλλες δυνάμεις, Ἐκεῖνος γίνεται ἡ Δύναμις ἡ ἀγαπητική, ἡ ταπεινή, πού εἰσέρχεται μέσα σου. 
«Ἥψατό μού τις», «ἐξῆλθε δύναμις ἀπ᾿ ἐμοῦ». Καθοριστικό τό γεγονός. Καί ὑπάρχει καί αὐτό τό ἄγγιγμα: «Ἥψατο», «κρατήσας τῆς χειρός» τῆς κόρης τῆς νεκρῆς τοῦ Ἰαείρου. Ὑπάρχει καί αὐτό τό ὁλοκληρωτικό ἄγγιγμα. Δέν εἶναι ἕνα ρομαντικό μέγεθος καρδιακοῦ ἁπλῶς συναισθηματισμοῦ. Ὁλόκληρη ἡ καρδιά ἀλλάζει καί ἀκουμπᾶς τόν Χριστό, γίνεσαι ἕνα μέ Αὐτόν. Αὐτό εἶναι μιά πρακτική ἔκφραση ζωῆς, ὅτι ἡ ζωή σου, ἡ ὕπαρξή σου γίνεται τό σῶμα Του, εἶσαι μέρος τοῦ σώματός Του. Δέν κινεῖσαι ἀνεξάρτητα, δέν ἔχεις ἁπλῶς μιά πτυχή τῆς καρδιᾶς σου πού λέει «Χριστός». Εἶσαι ὁλόκληρος χριστοποιημένος, γιατί εἶσαι μέσα στό σῶμα Του. Εἶναι πιά ἡ Ἐκκλησία, πού σωματοποιεῖς ὅλη αὐτή τήν ἀγάπη, αὐτό τό ἀκούμπηγμα, αὐτή τήν ἁφή. Εἶναι πιά τό δόσιμο τό ὁποῖο λειτουργεῖ τό θαῦμα. Εἶναι πιά τό δόσιμο τό ὁποῖο λειτουργεῖ αὐτό τό «ἀκουμπάω». Εἶναι ἡ στροφή στόν Χριστό, πού λειτουργεῖ ὅλη τή θεραπεία τή δική μας καί βλέπετε, λέει «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἔρχεται πιά ἡ πίστη καί ἀλλάζει τόν ἄνθρωπο, τόν ὁλοκληρώνει, τόν κάνει ἄνθρωπο. Δέν τόν κάνει κομματιασμένο, δέν τόν κάνει διχασμένο. 
Κάπως ἔτσι μποροῦμε νά προσεγγίσουμε αὐτό τό μυστήριο τῆς πίστεως, πολύ ἐξωτερικά μέν, ἀλλά κάπως μποροῦμε νά τό ὁρίσουμε κι αὐτό πιά μᾶς ἀφορᾶ, ἐμᾶς τούς διχασμένους πού ἀγαπᾶμε τόν Χριστό διχασμένοι, προσεγγίζουμε τόν Χριστό κομματιασμένα, ποσοστιαῖα, πού αὐτό πιά δέν ἀφήνει τόν Χριστό μές στήν ἀγάπη Του νά μᾶς δώσει αὐτό πού εἶναι, γιατί μᾶς ἀγαπάει. Σέβεται αὐτό πού θέλουμε, ἔστω καί τή διαστροφή μας καί τόν διχασμό μας, καί ἔρχεται θεραπευτικά σιγά-σιγά νά μᾶς γιατρέψει. Αὐτά νά τά ἀκουμπήσουμε. Ἐδῶ χρειάζεται πολλή ἀνάταση ζωῆς καί μεταμόρφωση ζωῆς, γιατί σέ ἕναν κόσμο πού τόσα πειρασμικά μεγέθη καί τόσα πολύπτυχα μεγέθη ἔχει γύρω μας μποροῦμε εὔκολα νά κομματιαστοῦμε. 
Ἀκουμπῆστε πραγματικά τήν περικοπή· ὄχι καταλάβετέ την. Ἀκουμπῆστε την καί ἑρμηνεῦστε την μέσα στήν καρδιά σας. Ἔτσι ἑρμηνεύονται οἱ περικοπές, ἄν γίνουν καρδιακά γεγονότα πού ἑρμηνεύονται στήν πράξη τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. 

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Τί εἶναι ἡ νοερὴ προσευχὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 
ΜΣΤ´ 
Τί εἶναι ἡ νοερὴ προσευχὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνεται.
Ἡ νοερὴ καὶ καρδιακὴ προσευχή, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τοὺς καλουμένους Νηπτικούς, εἶναι ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ στὴν καρδιά του κυρίως, καὶ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸ στόμα, μὲ μόνο τὸν ἐνδιάθετο λόγο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖται μέσα στὴν καρδιά, νὰ λέγῃ αὐτὴ τὴ σύντομη καὶ μονολόγιστη προσευχή· δηλαδὴ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», κρατώντας λίγο καὶ τὴν ἀναπνοή (85). Καταχρηστικὰ ὅμως καὶ εὐρύτερα νοερὴ προσευχὴ λέγεται καὶ κάθε ἄλλη δέησις ποὺ δὲν θὰ γίνῃ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο τῆς καρδιᾶς ποὺ ἀναφέρθηκε. 
Ἄν, λοιπόν, ἀδελφέ, ἀγαπᾷς νὰ εἰσακουσθῇς πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβης ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ζητᾶς, ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς σ᾿ αὐτὴ τὴ νοερὴ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ μὲ ὅλο σου τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα καὶ σὲ συμφέρουν γιὰ τὴ σωτηρία σου. Διότι, ὅσο περισσότερο κόπο ἔχει αὐτὴ ἡ νοερὴ προσευχή, ἀπὸ ἐκείνη ποὺ λέγεται μὲ τὸ στόμα προφορικά, τόσο περισσότερο τὴν ἀκούει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀκούει καλύτερα τὴν νοερὴ βοὴ τῆς καρδιᾶς, παρὰ τὶς δυνατὲς φωνὲς τοῦ στόματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν Μωυσῆ ποὺ μόνο νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ τὸν παρακαλοῦσε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Γιατὶ φωνάζεις δυνατὰ πρὸς ἐμένα;» (Ἐξόδ. 14,15). 
Γνώριζε ἀκόμη ὅτι, ἐπειδὴ καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι καθολικὸ Ὄνομα καὶ περιέχει ὅλες τὶς χάρες (86), ποὺ ζητᾶμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς τὶς δίνει, γι᾿ αὐτὸ γιὰ κάθε ὑπόθεσι καὶ χάρι ποὺ ζητᾷς ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖς νὰ χρησιμοποιῇς τὴν προρρηθεῖσα σύντομη αὐτὴν προσευχή, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Γιατὶ καὶ ὁ νοῦς συμμαζεύεται μὲ αὐτὴν πιὸ εὔκολα, ἐνῷ στὶς ἄλλες προσευχές, στὶς ἐκτενέστερες καὶ πολλές, ὁ νοῦς διασκορπίζεται. Ἐὰν ὅμως καὶ ἐπιθυμῇς, κατὰ τὶς διάφορες ὑποθέσεις καὶ χάριτες ποὺ ζητᾷς, νὰ προσεύχεσαι, ἐδῶ σοῦ παραθέτω μερικὲς προσευχές, γιὰ νὰ τὶς ἔχῃς ὡς παράδειγμα. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ζητᾷς κάποια ἀρετὴ καὶ χάρι, μπορεῖς νὰ πῇς μὲ τὴν καρδιά σου τὰ ἑξῆς· 
«Κύριε, ὁ Θεός μου, δός μου αὐτὴ τὴ χάρι καὶ ἀρετὴ γιὰ δόξα καὶ τιμὴ δική σου»· ἢ ἔτσι· «Κύριέ μου, ἐγὼ πιστεύω ὅτι σοῦ ἀρέσει καὶ εἶναι δόξα δική σου τὸ νὰ ζητήσω ἐγὼ καὶ νὰ λάβω αὐτὴ τὴν χάρι· ἐκπλήρωσέ μου λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου». Ὅταν ἔμπρακτα πολεμῆσαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θὰ προσευχηθῇς ἔτσι· «Τρέξε γρήγορα, Θεέ μου, νὰ μὲ βοηθήσῃς, γιὰ νὰ μὴ νικηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούςμου· ἢ Θεὲ μου, καταφυγή μου, δύναμις τῆς ψυχῆς μου, βοήθησέ με γρήγορα, γιὰ νὰ μὴν πέσω». Ὅταν ἀκολουθῇ ἡ μάχη, ἀκολούθησε καὶ ἐσὺ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς προσευχῆς, ἀντιστεκόμενος γενναῖα σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ σὲ πολεμεῖ. Ἔπειτα, ἀφοῦ τελειώσει ἡ σκληρότητα τῆς μάχης, στρέψου πρὸς τὸν Θεό, παρουσίασε μπροστά του τὸν ἐχθρὸ ποὺ σὲ πολέμησε καὶ τὴν ἀδυναμία σου νὰ τοῦ ἀντισταθῇς λέγοντας· «Νά, Κύριε, τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν τῆς ἀγαθότητός σου, τὸ ἐξαγορασμένο μὲ τὸ Αἷμα σου. Νὰ ὁ ἐχθρός σου ποὺ ζητᾷ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ καὶ νὰ τὸ καταφάγη· σὲ σένα προστρέχω· σὲ σένα μόνον ἐλπίζω ποὺ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος· καὶ κύταξε τὴν ἀδυναμία μου καὶ τὴν ταχύτητα (ἂν δὲν μὲ βοηθήσῃς ἐσύ) νὰ ὑποταχθῶ ἐκούσια· βοήθησέ με λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς μου». 
Σοῦ ὑπενθυμίζω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν κουρασθῇς νὰ προσεύχεσαι νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, μπορεῖς νὰ λὲς καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ προφορικὰ τόσο τὴν εὐχὴ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὅσο καὶ τὶς ἄλλες προσευχὲς ποὺ θὰ θελήσῃς. Φρόντιζε ὅμως καὶ νὰ συμμαζεύῃς τὸν νοῦ σου τότε γιὰ νὰ προσέχης στὰ λόγια τῆς προσευχῆς. 
Μερικοὶ μάλιστα λέγουν ὅτι νοερὰ προσευχὴ λέγεται ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ συμμαζέψη ὅλες τὶς νοερὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του μέσα στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ πῇ κανένα λόγο οὔτε προφορικό, οὔτε ἐνδιάθετο, μὲ μόνο τὸ νοῦ του σκέπτεται καὶ ἀμετάβατα ἀναλογίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἐνώπιόν του· καὶ ὅτι αὐτὸς στέκεται μπροστά του πότε μὲ φόβο καὶ δέος σὰν ἕνας κατάδικος· πότε μὲ ζωντανὴ πίστι γιὰ νὰ λάβη τὴν βοήθειά του· καὶ πότε μὲ ἀγάπη καὶ χαρὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ παντοτεινά. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «Ἔβλεπα πάντοτε τὸν Κύριό μου ἐνώπιόν μου» (Ψαλμ. 15,8). Μπορεῖ ἡ προσευχὴ αὐτὴ νὰ γίνῃ καὶ μόνο μὲ ἕνα ἀμετάβατο βλέμμα τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, πενθικὸ καὶ παρακαλεστικό, τὸ ὁποῖο βλέμμα εἶναι σὰν μία σιωπηλὴ ὑπενθύμησι ἐκείνης τῆς χάριτος, ποὺ τοῦ εἴχαμε ζητήσει προηγουμένως μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ἡ προσευχὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ εὔκολα σὲ κάθε τόπο καὶ γιὰ κάθε ἀφορμὴ καὶ περίστασι, κράτησέ την στὰ χέρια σου σὰν ἕνα ὅπλο δυνατὸ καὶ εὐκολομεταχείριστο, καὶ θὰ ὠφεληθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς πολύ.
Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου,
Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος

Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου


Βίος Ὁσίου Ἰωαννικίου τοῦ Μεγάλου

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

῾Ο ὅσιος πατὴρ ἡμῶν ᾽Ιωαννίκιος γεννήθηκε στὰ 754 (ἢ 762) στὴν κώμη τῶν Μαρυκάτων, βόρεια τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, τῆς Βιθυνίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἀγρότες καὶ ἀπὸ ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ ἀνέθεσαν νὰ φυλάει χοίρους. Εὐσεβὴς ἐκ φύσεως, ὁ ᾽Ιωαννίκιος, εἶχε ἐντούτοις παρασυρθεῖ μὲ τοὺς γονεῖς του νὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν κατατάχθηκε στὴν αὐτοκρατορικὴ φρουρά. ῎Εχοντας ρωμαλέα κράση καὶ θαρραλέο χαρακτήρα, δοξάσθηκε στὶς μάχες μὲ πολλὰ κατορθώματα. Μετὰ ἀπὸ δεκαεπτὰ χρόνια θητείας, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ μιὰ νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὸ περιώνυμο μοναστικὸ κέντρο τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου τῆς Βιθυνίας καὶ συνάντησε ἕνα γέροντα ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος τοῦ κατέδειξε τὴν πλάνη του σχετικὰ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες. ῾Ο νέος ἁνδρας μετανόησε ἀμέσως, προσκύνησε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑλαβε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς μετανοίας.

Στὰ 795, οἱ Βούλγαροι εἰδωλολάτρες εἰσέβαλαν στὴ Θράκη. ῾Ο αὐτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ’ συγκέντρωσε ισχυρὸ στρατὸ γιὰ νὰ τοὺς ἀπωθήσει, ἀλλὰ ὑπέστη οἰκτρὴ ἥττα στὸ φρούριο τῶν Μαρκελλῶν. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἐπέδειξε ἀσυνήθιστο ἡρωισμὸ τότε. ῎Εσωσε τὴ ζωὴ τοῦ αὐτοκράτορα καὶ σκότωσε σὲ μονομαχία ἕνα βάρβαρο, καθιστώντας ἔτσι δυνατὴ τὴν ὀπισθοχώρηση τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ. ῾Ο αὐτοκράτορας, σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης, θέλησε νὰ τὸν ἐντάξει στὴν προσωπική του ὑπηρεσία. Τὸ θέαμα ὄμως τῶν σφαγῶν καὶ τῶν φρικαλεοτήτων τοῦ πολέμου ἔκαμαν τὸν ᾽Ιωαννίκιο νὰ καταλάβει τὴ ματαιότητα τοῦ βίου τούτου. Ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ὡς μόνη χάρη νὰ τοῦ δώσει τὴν ἄδεια νὰ ἀποστρατευθεῖ μετὰ ἀπὸ εἰκοσι τέσσερα χρόνια ἀφοσιωμένης ὑπηρεσίας, γιὰ νὰ διεξαγάγει ἐφεξῆς τὸν ἀόρατο πόλεμο στὶς τάξεις τῆς ἰσάγγελης στρατιᾶς. 
Μετέβη πρῶτα στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων (ἢ ᾽Αγαύρων) κοντὰ στὴν Προύσα. ῾Ο ἠγούμενος ὅμως Γρηγόριος, βλέποντας τὴν ἀμάθειά του, τοῦ συνέστησε νὰ πάει πρῶτα νὰ προπαιδευθεῖ στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ νὰ λάβει τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ἀσκήσεως στοὺς κοαπους ἑνὸς κοινοβίου, πρὶν ἔλθει νὰ ζήσει ἀνάμεσα σὲ ἐμπειρότερους μοναχούς. Μετὰ ἀπὸ σύντομη παραμονὴ στὴ Μονὴ Τελάου κοντὰ στὴν ᾽Ατρώα, ἔγινε δεκτὸς στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου ποὺ βρισκόταν σὲ πιὸ ἀπομονωμένη τοποθεσία, ὅπου γιὰ δύο χρόνια ἀποδείχθηκε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους μοναχοὺς στὸν ἀγώνα κατὰ τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καὶ κάθε εἴδους πειρασμοῦ. Καθὼς ἦταν ἐντελῶς ἀπαίδευτος, ἔλαβε τὶς στοιχειώδεις γνώσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ γράμματα καὶ ἔμαθε ἀπὸ στήθους τριάντα ψαλμούς. Διψώντας ὅμως γιὰ μιὰ πιὸ ἀπομονωμένη ζωή, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ, μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ, στὸ ὄρος Κόρακος Κεφαλὴ ποὺ δέσποζε πάνω ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου. ῎Εμεινε ἐκεῖ, λοιπόν, γιὰ μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα, δίχως τροφή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ φέρει στὸν δρόμο του ἕναν πνευματικὸ πατέρα, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς τελειότητος. Τὴν ἑβδόμη ἡμέρα, συνάντησε δύο ἐρημίτες ποὺ εἶχαν τὸ χάρισμα τῆς προορατικότητας, οἱ ὁποῖοι τοῦ προφήτευσαν τὸ μέλλον του καὶ τοῦ ἔδωσαν ἕναν τρίχινο χιτώνα καὶ ἕναν σταυρό, διαβεβαιώνοντάς τον ὅτι αὐτὰ θὰ τὸν βοηθοῦσαν πολὺ στοὺς ἀγῶνες ποὺ ἐπρόκειτο νὰ διεξάγει κατὰ τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους. 
῎Εκτοτε ὁ ἅγιος ἄρχισε τὸν μονήρη βίο του. ᾽Εγκαταστάθηκε ἀρχικὰ στὸ ὄρος Τριχάλικος, κοντὰ στὴν Προύσα καὶ τὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων. Καθὼς ὅμως ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν του δὲν ἄργησε νὰ ἁπλωθεῖ στὴν περιοχή, κατέφυγε σὲ πιὸ ἀπομονωμένο τόπο. ᾽Εγκαταστάθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ χαμένη στὰ βάθη ἑνὸς πυκνοῦ δάσους στὸ χωρὶο ῾Ελλήσποντος στὴν περιοχὴ τῆς Πανδήμου, ὅπου δὲν τὸν ἡξερε παρὰ μόνο ἕνας βοσκός, ὁ ὁποῖος μία φορά τὸν μήνα τοῦ ἑφερνε νερὸ καὶ ψωμί. Τρία χρόνια ἀργότερα, ξαναβρῆκε ἕναν παλαιό του σύντροφο ἀπὸ τὸν στρατό, τὸν ᾽Αντώνιο, ποὺ εἶχε κι αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸν κόσμο. ᾽Αποτραβήχθηκαν μαζι στὰ ἁγρια καὶ δύσβατα ὄρη τῆς Κουνδουρίας, κοντὰ στὰ Μύρα τῆς Λυκίας. Στὸν δρόμο, ὁ ᾽Ιωαννίκιος συνάντησε μιὰ νέα παρθένο θύμα τῶν πειρασμῶν τοῦ δαίμονος. Τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ θέσει τὸ χέρι της στὸν αὐχένα του, λέγοντας: «Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πειρασμὸς ποὺ σοῦ ἐπιτίθεται, νὰ πέσει ἐπάνω μου!» ᾽Ενῶ ἡ νεαρή κόρη ἐπέστρεφε ἀναπαυμένη, ὁ ἅγιος ἀποτραβήχθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ δεχόμενος τρομερὲς ἐπιθέσεις τοῦ δαίμονος τῆς πορνείας. 
Τρία χρόνια ἀργότερα, καθὼς ὁ ᾽Αντώνιος εἶχε ἐπιστρέψει στὴ Μονὴ Αὐγάρων, ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀναχώρησε γιὰ νέα ἐρημητήρια στὰ βουνὰ τῆς Κιλικίας, ὅπου καὶ ἔμεινε ἑπτὰ χρόνια. Στὰ 807, μετὰ ἀπὸ ἕνα ὅραμα, ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Εριστῆς στὴν Πάνδημο, γιὰ νὰ λάβει ἐκεῖ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα, ἀφοῦ τὴν προηγουμένη πληροφόρησε τὸν ἡγούμενο Στέφανο γιὰ τὸ ὅραμά του. ῏Ηταν τότε πενήντα τεσσάρων χρόνων καὶ εἶχε περάσει δώδεκα χρόνια στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Συνεχίζοντας τὶς περιπλανήσεις του, παρέμεινε ἕνα χρόνο σὲ μιὰ σπηλιὰ στὰ Μητάτα, κοντὰ στὸν ποταμὸ Γοργύτη, δεμένος σὲ μιὰ ἁλυσίδα. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἀπομόνωσης, ἐπισκέφθηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα, τὸν Γεώργιο, ποὺ ζοῦσε στὴ Χελιδόνα, στὸ ὁρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, καὶ στὸν δρόμο σκότωσε μὲ τὴν προσευχὴ ἕνα φοβερὸ δράκοντα ποὺ ζοῦσε στὸν ποταμό, κτυπώντας τον μὲ τὴν ἁλυσίδα του. Πέρασε τρία χρόνια κοντὰ στὸν Γεώργιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔμαθε τοὺς ὑπολοιπους ψαλμοὺς καὶ ὁλοκλήρωσε τὴ μοναχική του ἀγωγή.
Στὰ 810, ὁ Θεὸς τοῦ φανέρωσε σὲ ὅραμα ὅτι ἦταν πιὰ καιρὸς νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἐρημίες καὶ νὰ ἐργασθεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. ᾽Αφοῦ πέρασε ἀπὸ τὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ξαναβρέθηκε στὴ Μονὴ τῶν Αὐγάρων καὶ ἐγκαταστάθηκε πάλι στὸ ὁρος Τριχάλικος συνοδευόμενος ἀπὸ τρεῖς μοναχούς ἀναμεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Εὐστράτιος στὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος προεῖπε τὸ ἔνδοξο μέλλον του ὡς ἡγουμένου τῆς Μονῆς Αὐγάρων καὶ ἄρχισε νὰ φανερώνει τὰ χαρίσματα τῆς προορατικότητάς του καὶ τῆς ἐξουσίας του ἐπὶ τῶν ζώων, ὅπως ὁ ᾽Αδὰμ στὸν Παράδεισο. ῾Ο ἅγιος δεχόταν ἐκεῖ πολλοὺς ἐπισκέπτες, παρηγοροῦσε τὶς χειμαζόμενες ψυχές, ἔφερνε πίσω στὸν δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀρετῆς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους. ῏Ηταν τοῖς πᾶσι τὰ πάντα, δίχως νὰ χάνει ποτὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπάθεια ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε χαρίσει σὲ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων του. ῾Ο ὅσιος ᾽Ιωαννίκιος ἑλαμπε ἰδιαιτέρως διὰ τῆς δωρεᾶς τῆς προφητείας. Προέβλεψε, μεταξὺ ἄλλων, τὴν ἥττα τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ (813) στὸν πόλεμο κατὰ τῶν Βουλγάρων, τὴν ἀνάρρηση στὴν ἐξουσία τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου (813-820) καὶ τὸν τρομερὸ διωγμὸ ποὺ θὰ ἐξαπελυε κατὰ τῶν ὀρθοδόξων. 
᾽Επιστρέφοντας στὸ, ὄρος Ἄλσος τῆς Λυδίας, στὴν ἀρχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δηλητηριάσθηκε ἀπό ἕναν Πέρση (μάγο), ὀνομαζόμενο Γουρία. Τὴν ἑπόμενη νύκτα ὅμως, ἐμφανίσθηκε στὸ ὁνειρό του ὁ ἅγιος Εὐστάθιος (20 Σεπτ.). Τοῦ ἑδωσε νὰ φάει ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ τὸν γιάτρεψε ἀμέσως. ῾Ως δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης του ἔκτισε στὸν τόπο ἐκεῖνο ἐκκλησία καὶ μοναστήρι ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Εὐστάθιο, ποὺ λίγα χρόνια μετὰ ἀριθμοῦσε περισσότερους ἀπὸ ἑβδομήντα μοναχούς. Μιὰ ἁλλη φορά, φανερώθηκε στὸ ὁνειρό του ἕνα ἁγίασμα καὶ ἄκουσε φωνὴ ποὺ τοῦ ἑδινε τὴν ἐντολὴ νὰ κτίσει στὸ μέρος ἐκεῖνο ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου, ὅπως καὶ ἕνα μοναστήρι. ῾Ο ὅσιος ἀνειλαβε ἀμέσως τὴν οἰκοδόμηση, βοηθώντας τοὺς ἐργάτες μὲ τὰ θαύματά του. ᾽Εξαφάνισε πολλὲς φορὲς τὰ φίδια ποὺ κατέκλυζαν τὸν τόπο, μὲ τὴ βοήθεια τῆς σιδερένιας ράβδου μὲ ἕνα σταυρὸ στὴν κορυφή της, τὴν ὁποία κρατοῦσε πάντα στὸ χέρι. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τιμᾶται ἔκτοτε ὡς προστάτης κατὰ τῶν φιδιῶν καὶ κάθε ἰοβόλου. Ἴδρυσε καὶ ἕνα τρίτο μοναστήρι, ἀφιερωμένο στοὺς ἁγίους ᾽Αποστολους Πέτρο καὶ Παῦλο. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὀργάνωσε τὰ τρία αὐτὰ καθιδρύματα, ἐπέστρεψε στὴν ἡσυχία μόνος τῷ Θεῷ μόνῳ προσομιλῶν σὲ τόπο ποὺ γνώριζε μόνον ὁ Εὐστράτιος. 
Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Λέοντος Ε’ τοῦ ᾽Αρμενίου, ὁ ὅσιος δεχόταν πολλοὺς ἐπισκέπτες στὸ ἐρημητήριό του. Παρηγοροῦσε καὶ στερέωνε στὴν ὀρθόδοξη πίστη μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο του καὶ τὰ θαύματά του. Μία ἡμέρα ὁ μαθητής του Εὐστράτιος ποὺ μπῆκε ἀθόρυβα στὸ κελλί του τὸν εἴδε μετέωρο, δύο πήχεις πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, μεταρσιωμένον ἀπὸ τὴν πρόγευση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. 
᾽Ενῶ ἐμαίνετο ὁ διωγμός, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε στὸ ὄρος Τριχάλικος καὶ δὲν ἔφυγε παρὰ μόνον μία φορὰ γιὰ νὰ μεταβεῖ στὴ Θράκη καὶ νὰ ἐλευθερώσει μὲ θαῦμα τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῶν Βουλγάρων. ῾Η φήμη του εἴχε ἤδη διαδοθεῖ σὲ ὅλη τὴν ᾽Ανατολὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε εὐσεβὴς χριστιανός, περαστικὸς ἀπὸ τὴν περιοχή, ποὺ νὰ μὴν ἔλθει νὰ λάβει τὴν εὐλογία τοῦ μεγάλου Γέροντος. Τὸ 824, μιὰ ὁμάδα ἀπὸ περίπου ἑκατὸ προσωπικότητες τῆς ᾽Εκκλησίας, μεταξὺ τῶν ἐπιφανέστερων τῆς ἐποχῆς (ἀνάμεσά τους ἦταν οἱ μητροπολίτες Χαλκηδόνος καὶ Νικαίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Κλήμης ὁ Νοτάριος), ἦλθαν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν ὅσιο καὶ τὸν ρώτησαν ποιὰ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Γιατὶ ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών (Φιλιπ. 2, 7) γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο, στὸν ὁποῖο περιέπεσε ὁ πρόγονός μας ᾽Αδὰμ ἀπὸ ὑπερηφάνεια. ᾽Αποχαιρέτησε κατόπιν τοὺς φιλοξενουμένους του δίχως νὰ παραλείψει νὰ προείπει ὑπαινικτικὰ τὸ μελλον ὁρισμένων ἀπὸ αὐτούς. Μιὰ ἁλλη φορά, μετὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἁγίου Πέτρου τοῦ ἐν ᾽Ατρώᾳ (3 ᾽Ιαν,), τοῦ ἀποκαλύφθηκε ὁ ἐπικείμενος θάνατος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ὁμολογητοῦ τῆς ᾽Ορθοδοξίας καὶ περιέγραψε τὴ σκῃνὴ στοὺς μαθητές του (837). Δέχθηκε ἐπίσης τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νεου (5 ᾽Οκτ.), τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ ὁποίου δοκίμασε κατηγορώντας τον ψευδῶς γιὰ φόνο. ᾽Επιστρέφοντας μία ἡμέρα ὁ ᾽Ιωαννίκιος ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου ᾽Αγροῦ, ὅπου εἴχε μεταβεῖ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο τοῦ ὁσίου Θεοφάνους τοῦ ῾Ομολογητοῦ (12 Μαρτ,), πέρασε ἀπὸ τὸ μοναστήρι ποὺ βρίσκεται στὸ νησὶ Θάσιο, βορείως τῆς λίμνης ᾽Απολλωνιάδας, ὅπου ὁ ἡγούμενος ὅσιος Δανιὴλ (12 Σεπτ.) τὸν ὑποδέχθηκε θερμὰ ὡς νέο προφήτη καί μετὰ ἀπὸ αἴτημα τῶν μοναχῶν, ἔδιωξε ἕνα μεγάλο φίδι ποὺ εἶχε τρομοκρατήσει τοὺς ντόπιους. ᾽Αναχώρησαν κατόπιν μὲ τὸν Δανιὴλ γιὰ νὰ διάγουν ἐρημικὸ βίο στὶς σπηλιὲς τῆς Τοπαρχῆς. ᾽Εκεῖ τὸν δάγκασε ἕνα φίδι, ἀλλὰ σώθηκε ἀβλαβὴς ἀπὸ θαῦμα καὶ μετὰ ἀπὸ σαράντα ἡμέρες ἐπέστρεψε στὸ ὁρος Τριχάλικος. 
Μία ἡμέρα, ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ ἕνας μοναχὸς ποὺ θεωροῦσε ἀπίστευτα τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ὅσιος. ῾Ο ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὸν καλοδέχθηκε καὶ τὸν φίλεψε. Κατὰ τὸ γεῦμα, ἐμφανίσθηκε αἱφνης μία ἀρκούδα σπέρνοντας τὸν πανικὸ στοὺς συνδαιτυμόνες. ῾Ο ἅγιος τότε τὴν κάλεσε μὲ γλυκύτητα στὴ φωνὴ καὶ τὸ ζῶο ἦρθε νὰ ξαπλώσει στὰ πόδια του. Τοῦ ἑδωσε κατόπιν ἐντολὴ νὰ κάνει τὸ ἴδιο μπροστὰ σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες καὶ τοὺς εἶπε: «Κατὰ τὴ δημιουργία τους τὰ ζῶα σέβονταν τὸν ἁνθρωπο ποὺ δημιουργήθηκε κατ’ εἰκόναν τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τοῦ ἐνέπνεαν κανένα φόβο. Τώρα ὅμως τὰ φοβόμαστε, γιατὶ ἑχουμε παραβεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. ᾽Εὰν ἀγαπᾶμε τὸν Κύριό μας ᾽Ιησοῦ Χριστὸ καὶ φυλᾶμε τὶς ἐντολές Του, κανένα ζῶο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς βλάψει». Οἱ ὁμοτράπεζοι ἀναχώρησαν ὠφελημένοι, δίχως ἔκτοτε νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὰ θαύματα τοῦ ὁσίου. Κατὰ τὸν πολεμο ἐναντίον τῶν Σαρακηνῶν (838), ἦρθαν νὰ τοῦ ἀναφέρουν τὴ φρικτὴ κατάσταση τῶν χριστιανῶν αἰχμαλώτων στὸ ᾽Αμόριο τῆς Φρυγίας. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος ἔχυσε δάκρυα συμπόνιας ἀκούγοντας τὴ διήγηση καὶ τὴν ἑπόμενη νύκτα φανερώθηκε στοὺς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς ἐλευθέρωσε θαυματουργικῶς ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες τους. 
᾽Ενοχλούμενος ἀπὸ τὴ φήμη του, ὁ ἅγιος ἐπέστρεψε, μὲ τὸν Εὐστράτιο, στὴν ἐρημία τοῦ ὄρους Κόρακος Κεφαλὴ καὶ ἐγκαταβίωσαν σὲ ξεχωριστὰ κελλία. ᾽Ενῶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ τύραννος Θεόφιλος καταδίωκε ἀγρίως τὴν ᾽Εκκλησία καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς μοναχοὺς ποὺ ὑπερασπίζονταν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴ δύναμη τῆς ἀληθινῆς πίστεως κάνοντας νέα θαύματα μὲ μεσολαβητὴ τὸν ἅγιο ἐρημίτη. Καθὼς πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Θεόφιλος ἄρχισε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ τὴν ὀρθότητα ὅσων πίστευε (841), ἀπέστειλε μερικοὺς ἀγγελιοφόρους του στὸν ἅγιο ᾽Ιωαννίκιο, γιὰ νὰ λάβει συμβουλές. ῾Ο μακάριος Γέρων ἦταν κατηγορηματικός. Τοὺς εἴπε: ῞Οποιος δὲν ἀποτίει τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, δὲν θὰ μπορέσει νὰ γίνει δεκτὸς στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀκόμη καὶ ἄν ἑζησε μιὰ κατὰ τὰ ἄλλα ἐνάρετη ζωή. ῞Οπως ἀκριβῶς ὅσοι περιφρονοῦν τὴ δική σου εἰκόνα, βασιλέα, τιμωροῦνται αὐστηρά, τὸ ἴδιο καὶ ὅσοι ἐμπαίζουν τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θὰ ριφθοῦν στὸ αἰώνιο πῦρ». Λέγεται ὅτι τὸν ἑπόμενο χρόνο, καθὼς ὁ Θεόφιλος ἧταν στὰ τελευταῖα του, εἶπε νὰ τοῦ φέρουν μία εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀσπάσθηκε μὲ δάκρυα πρὶν ξεψυχήσει. ῾Η γυναίκα του, ἡ εὐσεβεστάτη αὐγούστα Θεοδώρα (Ι Ι Φεβρ.), φρόντισε γρήγορα νὰ χειροτονηθεῖ ὁ Μεθόδιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (14 ᾽Ιουν.), κατὰ τὴν προφητεία τοῦ ὁσίου ᾽Ιωαννικίου, καὶ ἀπο κατέστησε ὁριστικὰ τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων εἰκόνων (842). 
Τὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ πατριάρχης ἐργάσθηκε ὥστε νὰ ἐπαναφέρει τὴν τάξη στὴν ᾽Εκκλησία, δίχως ὡστόσο νὰ δείξει ἀκραία αὐστηρότητα ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους ποὺ εἶχαν πέσει στὴν αἵρεση καὶ μετανόησαν. ῾Η στάση αὐτὴ δὲν ἄρεσε σὲ ὁρισμένους ἱεράρχες καὶ μοναχούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἐκεῖνοι τῆς Μονῆς Στουδίου. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος στήριξε μὲ τὴν αὐθεντία του τὴν μετριοπαθῆ στάση τοῦ ἁγίου Μεθοδίου. 
Κάποιοι μοναχοὶ ποὺ φθονοῦσαν τὴ φήμη του, ἔβαλαν μιὰ μέρα φωτιὰ στὸ κελλί του. ῾Ο ᾽Ιωαννίκιος πλησίασε το πλῆθος ποὺ παρευρισκόταν ἐκεῖ ἀνίσχυρο νὰ κάνει ὁ,τιδήποτε γιὰ τὴ φωτιά, καὶ δίχως δυσκολία διέγνωσε ἀνάμεσά τους τοὺς αὐτουργούς. Τοὺς ἀπευθύνθηκε μὲ εὐπροσηγορία καὶ πραότητα καὶ τοὺς προσέφερε γεῦμα μὲ ὅ,τι μπόρεσε νὰ σώσει ἀπὸ τὴ φωτιά. ῾Ορισμένοι μετανόησαν μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑνδειξη εὐσπλαγνίας, ἀλλὰ ὁ μοναχὸς ᾽Επιφάνιος παρέμεινε ἀδιάλλακτος. ῾Ηδη ἐνενήντα δύο χρόνων τότε, καὶ ἐπιθυμώντας νὰ ἀναπαυθεῖ, ὁ ἁνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶδε στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἕνα θεϊκὸ σημάδι καὶ ἀποφεύγοντας νὰ ξανακτίσει τό ἐρημητήριό του ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ ᾽Αντιδίου, ἐκεί ἀκριβῶς ὅπου εἶχε πρωταρχίσει τὸν ἰσάγγελο βίο του, πρὶν πενήντα δύο ἑτη, διασχίζοντας ἀόρατος τὸ πλῆθος τῶν ἐπισκεπτῶν. ᾽Εκοιμήθη ἐκεῖ ἐν Κυρίῳ στὶς 4 Νοεμβρίου τοῦ 846, ἀφοῦ προεῖπε στὸν φίλο του ἅγιο Μεθόδιο, ποὺ εἶχε ἔρθει στὸ προσκέφαλό του, ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθοῦσε ὀκτὼ μῆνες ἀργότερα. Τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του οἱ μοναχοὶ τοῦ ὄρους ᾽Ολύμπου εἶδαν μιὰ πύρινη στήλη νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Μέγα πλῆθος μοναχῶν καὶ πιστῶν ποὺ ἦλθαν ἀπὸ παντοῦ παρευρέθησαν στὴν κηδεία του καὶ τὰ τίμια λείψανά του συνέχισαν κατόπιν νὰ θαυματουργοῦν. 
῾Η κάρα του τιμᾶται σήμερα στὴ Μονὴ Παντοκράτορος τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾽Εγκωμιάζεται στὸ Συνοδικὸν τῆς ᾽Ορἑοδοξίας μεταξὺ τῶν μεγαλυτέρων ὁμολογητῶν καὶ χαρακτηρίζεται «προφητικώτατος».

※
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 3ος - Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

※ 

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Η Αγία Winefride-Winifred του Treffynon

Η Αγία Winefride-Winifred του Treffynon (Ουαλία) 
Εορτάζεται στις 3 Νοεμβρίου 
Στα Ουαλικά το όνομα της είναι Gwenfrewi. Ήταν ανιψιά του μεγάλου αγίου Beuno του Θαυματουργού και ζούσε με τους γονείς της ποιο ψηλά από την κοιλάδα που βρισκόταν το κελί του και το ψάθινο εκκλησάκι του, στο λόφο όπου τώρα στέκεται η εκκλησία.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Caradoc, γιος ενός τοπικού οπλαρχηγού ζήτησε να την απολαύσει καθώς κυνηγούσε και επιχείρησε να την αποπλανήσει. Εκείνη αντιστάθηκε στις ορέξεις του και έτρεξε προς το εκκλησάκι του θείου της για προστασία.

Ο Caradoc την κυνήγησε και μέσα στο θυμό του της έκοψε το κεφάλι με το σπαθί του. Μία πηγή από νερό άρχισε να ρέει στο σημείο όπου έπεσε το κεφάλι της. 
Ο Άγιος Beuno επανατοποθέτησε το κεφάλι της και μέσα από θερμή προσευχή προς τον Σωτήρα επανήλθε στη ζωή. Μετά την ανάσταση της, είχε μία κόκκινη ουλή γύρω από το λαιμό σαν ένδειξη ότι της είχαν κόψει το κεφάλι.

Η Αγία Winefride άρχισε να ακολουθεί τη μοναστική ζωή κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Eleri. Έμεινε με τον θείο της ώσπου αυτός μετακόμισε στην περιοχή Clynnog Fawr στη χερσόνησο Lleyn. Έπειτα αφού έμεινε για σύντομο διάστημα στο Bodfari και στο Henllan δίπλα στο Denbigh, η Αγία Winefride ταξίδεψε δυτικά προς τους λόφους ψηλά πάνω από την κοιλάδα Conwy και εκεί εγκατέστησε ένα μοναστήρι από μοναχές στο χωριό Gwytherin. Κοιμήθηκε σε σχετικά νεαρή ηλικία κατά το έτος 650 και οδηγήθηκε στο τόπο της ανάπαυσης της από τον Άγιο Eleri ο οποίος ήταν ο πρώτος που την εκπαίδευσε.

Τα λείψανα της αγίας μεταφέρθηκαν στο αβαείο των Βενεδικτίνων στο Shrewsbury το 1138, παρέμειναν εκεί ώσπου λεηλατήθηκαν και διασκορπίστηκαν κατά την Μεταρρύθμιση.

Μόνο ένα δάκτυλο διασώθηκε και αυτό το πολύτιμο λείψανο παρουσιάζεται για προσκύνηση σήμερα στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία του Holywell (άγιο πηγάδι). Στο Gwytherin δεν έχει απομείνει κάτι να τη θυμίζει πέρα από την εκκλησία που είναι αφιερωμένη σε αυτή, το πέτρινο εκκλησάκι της κατεδαφίστηκε 300 χρόνια πριν. Η μεγάλη καμπάνα του, η οποία χρειαζόταν τέσσερις άντρες για να μπορέσουν να τη χτυπήσουν, διαλύθηκε σαν άχρηστο μέταλλο το 1730.

Στο Holywell θεωρούν ύψιστη αξία την ανάμνηση της Αγίας Winefride. Μέσα από τις μεσιτείες της, πολλά θαύματα έχουν συμβεί στο Holywell, το οποίο μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του παλαιότερου προσκυνήματος στη Βρετανία. To 1416 o Henry o πέμπτος πήγε εκεί περπατώντας για να αποδώσει ευχαριστία για τη μεγάλη του νίκη στο Agincourt.

Οι επισκέψεις τον προσκυνητών δεν έχουνε μειωθεί και θα ήταν καλό και εμείς να είμαστε μεταξύ τους. Για εμάς η Αγία Winefride συνδέεται με την Ορθόδοξη πίστη μαζί με τον Άγιο Alban τον πρωτομάρτυρα, με τον Δαβίδ και τον Beuno, με τον Cuthbert και τον Aidan, με τον Columba και τον Patrick- μαζί με όλους τους Ορθόδοξους Αγίους της αδιαίρετης Εκκλησίας της οποίας το φως φανερώθηκε στη γη μας.

Στην βάπτιση Του στον Ιορδάνη, ο Χριστός απολύτρωσε μία διαστρεβλωμένη και ανισόρροπη φυσική τάξη, μετατρέποντας το νερό σε ένα κανάλι από χάρη και θεραπεία. Ας είναι έτσι και για όλους εμάς που δεχόμαστε τον αγιασμό της Αγίας Του.

Το εκκλησάκι και το πηγάδι

Το εκκλησάκι που είναι αφιερωμένο σε αυτήν χτίστηκε με γενναιοδωρία της Margaret, κόμισσας του Richmond. Το εκκλησάκι είναι πλήρως επιπλωμένο και διακοσμημένο με εξαίρετα γλυπτά. Στο πηγάδι όπου βρίσκεται το αγιασμένο νερό της Αγίας, τα νερά ευλογούνται από τους Ορθοδόξους και όποιος επιθυμεί μπορεί να μπει μέσα στο νερό. 
Μετάφραση - Πηγή:  orthodoxy-rainbow 

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Τα μαθηματικά του Θεού και η απάντηση στην κρίση

 ΚΥΡΙΑΚῌ ΠΕΜΠΤῌ

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιστ΄ 19 - 31

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 30  Οκτωβρίου του 2011

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

  Ακούγοντας αυτό το γνωστό κείμενο από το κατά Λουκάν , που ακούστηκε πριν από λίγο, με την γνωστή παραβολική διήγηση του Χριστού μας για τον πλούσιο και για τον Λάζαρο, θα έπρεπε να πω, ως ξεκίνημα αυτής της ομιλίας, ξέρετε, εδώ κάνει προσδιορισμό μιας κρίσεως, και δη οικονομικής, και μάλιστα δίνει απάντηση. 
  Αλλά φοβάμαι που θα μου πείτε, «ξέρετε, αρκετά έχουμε αυτόν τον καιρό και είμαστε κουρασμένοι και στο σπίτι του κρεμασμένου μιλάς για σκοινί». Δεν θα το κάνω! Ή θα έπρεπε να δώσω έναν τίτλο σε αυτό το κήρυγμα, να πω το εξής: από τον τρυφώντα (: αυτόν που ζει ζωή τρυφηλή, πολυτελή), τον «καλοπερασάκια», στον κολασμένο «αγανακτισμένο». Δεν θα το πω, γιατί θα πείτε: «Να, βλέπετε, ξέρετε, εδώ στην Εκκλησία, να μην μιλάμε, μας πατάνε, μας χτυπάνε, μας αδικούνε, και εσύ θα μας κάνεις ένα κήρυγμα και θα πεις από τον τρυφώντα, που περνάει καλά, στον κολασμένο, αγανακτισμένο». Δεν θα το πω. Ή θα έπρεπε να πω (και αυτό το τρίτο) «από τον άνθρωπο του Θεού στον άγιο». -«Ε, τι θα μας πεις τώρα; περνάμε δύσκολα εμείς και εσύ μας παραπέμψεις στα μέλλοντα για να γίνουμε άγιοι». 
  Λοιπόν δεν θα πω τίποτα από όλα αυτά… Αλλά το κήρυγμα άρχισε, και θα κάνω κάτι άλλο. Θα με βοηθήσετε με τη σκέψη σας. Είτε θα κάνω μαθηματικά – θα κάνω τα μαθηματικά του Θεού, όχι τα δικά μας, είναι άλλα τα μαθηματικά του Θεού. Όπου θα έχουμε πράγματι μια εξίσωση που πρέπει να λυθεί, αλλά έχει πολλούς αγνώστους, και μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους δεν λύνεται: οι άγνωστοι είναι πάρα πολλοί. Δηλαδή αν είμαστε καλά, περνάμε καλά είναι κακό; Και πρέπει να περιμένουμε κάποιο μελλοντικό παράδεισο; Δηλαδή, αν φωνάζουμε είναι κακό; Και γιατί αν εμείς φωνάζουμε θα πάμε στην κόλαση; Και γιατί ο άλλος, συγγνώμη για τη φράση, είναι αυτός ο φτωχός του Ευαγγελίου είναι βλάκας και κάθεται και τα δέχεται όλα για να πάει στον παράδεισο; Πολλά ερωτήματα πολύ άγνωστοι. 
  Λοιπόν, να κάνω τα μαθηματικά του Θεού, πολύ σύντομα, και να πάρω τους αγνώστους αυτούς λίγο να τους ερμηνεύσω, κατά το κείμενο, όχι κατά την ιδιότροπη θέλησή μου και κάποια δική μου ιδιότροπη θεολογία. Να δω λοιπόν κάποιους αγνώστους για να μην πω στα άλλα, τα οποία θεωρείται πάρα πολύ άδικο να τα προσεγγίσω γιατί είστε κουρασμένοι αυτό τον καιρό. 
  Πρώτο πρώτο στοιχείο και ουσιαστικό: Το Ευαγγέλιο προβάλλει αυτόν τον «τρυφώντα», τον πλούσιο, ο οποίος κάθε μέρα «ευφραίνεται λαμπρώς». Βλέπετε ένα προσδιορισμό που κάνει το Ευαγγέλιο: «ευφραίνεται λαμπρώς», εννοείται κατά σάρκα, κατά το ανθρώπινο της σάρκας που πρέπει να πάρει δύναμη, να πάρει τροφή. Αλλά καθόλου το κείμενο δεν αναφέρεται, και σωστά το προσδιορίζει, κατά πόσο τρέφεται πνευματικά στη ψυχή του. Δεν αρνούμεθα λοιπόν αυτή την «τρυφή-τροφή», κατά τα μέτρα του ανθρώπινου, για το οποίο γίνονται οι πόλεμοι, οι επαναστάσεις: πώς θα φάμε, πώς θα κατανείμουμε τον πλούτο και τα λοιπά. Δεν το αρνούμαι αυτό το μέγεθος, αλλά οπωσδήποτε προσδιορίζει πως εδώ μιλούμε για μια λαμπρότητα σαρκός. Είναι ο πρώτος προσδιορισμός της κρίσεως. Και γιατί όχι; Γιατί όχι; έτσι πρέπει να το πω, μα αν αρνηθείτε, αυτή που λέμε «κρίσις», αν πάμε στη ρίζα της, ποιοι είναι οι πρώτοι προσδιορισμοί; Πώς προσδιορίζεται; Τι τρώμε, τι δεν τρώμε; Τι μας παίρνουν, τι δεν μας παίρνουνε; Η κρίση φαίνεται ότι είναι μόνο εκεί. Αλλά, από ό, τι φαίνεται τώρα εδώ πέρα, η ανισορροπία της τρυφής-τροφής μεταξύ σώματος και ψυχής είναι ένα προσδιοριστικό μέγεθος και ήδη υπάρχει μια κρίση πάνω μας, αν τρεφόμαστε μονομερώς. Στο ένα σκέλος της υπάρξεώς μας, που ο Θεός μας έκανε διττούς, να έχουμε σώμα και ψυχή, και αν τρεφόμαστε μόνο από μια μεριά και δεν τρεφόμαστε από την άλλη, ήδη η κρίση είναι πάνω μας. Ήδη είμαστε ανισόρροποι. Ήδη είμαστε ανάπηροι. Άρα ένας πρώτος προσδιορισμός της κρίσεως. Να λοιπόν ένας άγνωστος μπορεί να λύνεται εδώ, μέσα σε αυτή την ιστορία. 
  Και μάλιστα, θα μπορούσες να πεις σε αυτό το κείμενο «γιατί κάποιος δεν παρεμβαίνει;» «Να παρέμβει. Αυτός ο οποίος τρώει περισσότερα από τον άλλο κάνει αδικία. Πρέπει να γίνει κοινωνική δικαιοσύνη. Να παρέμβει κάποιος. Να παρέμβει κάποιος, να πει κάτι». Δεν ξέρω τι θα είναι αυτό, θα είναι κράτος με εξωτερική δύναμη. Τι θα κάνει; Πρέπει να γίνει κάτι. Από ό,τι φαίνεται, προσπαθούν να δώσουν λύσεις, αλλά σχετικές, γιατί σκέφτονται μονάχα σαρκικά. Βλέπετε, όταν πρόκειται να πάρουν την ψήφο μας, μας μιλούνε «πόσα θα φάμε». Όταν την πάρουνε, μας λένε «μη φάτε». Αλλά και τα δυο είναι τραγικά. 
  Αν σου πούνε λοιπόν «θα φας πολύ αν με ψηφίσεις», σου λέει ψέματα γιατί δεν μίλησαν για την ψυχή σου. Και αν σου πούνε μετά «τώρα που με ψήφισες δεν πρέπει να φας», και τότε πάλι ψέματα σου λένε γιατί αδικούν και την ψυχή σου. Να λοιπόν δεύτερος προσδιορισμός της κρίσεως. Όλοι αυτοί οι μεγάλοι οικονομολόγοι, πολιτικοί, πολιτειο-λόγοι, δεκάδες μπλα-μπλα-μπλα ακούμε αυτό τον καιρό, σε αυτή την κρίση πάντα ο κόσμος έχει κρίσεις, ποτέ δεν μίλησαν για την ψυχή μας. Άρα δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Είναι αδύνατον το λύσουν. Και να μας υποσχεθούνε. Και να μας καρπαζώσουν. Ό,τι και να κάνουνε, το πρόβλημα δεν θα το λύσουνε. Και προσέξτε, αν πει κάποιος με μια άλλη φιλελεύθερη σκέψη, πείτε την όπως τη λέμε στην γλώσσα μας «αριστερή» σκέψη, «πρέπει να τα πάρουμε από τους πλούσιους». Μα και αυτό είναι μια λάθος κίνηση. Γιατί θα παρέμβεις με βία για να τα πάρεις και απλώς θα τους βιάσεις. Την ψυχή του την άλλαξες; Άρα και η λύση η αριστερίστικη είναι γελοία. Δεν υπάρχει λύση. Αν δεν δεις την πρωτογενή ισορροπία των δύο μεγεθών. 
  Άρα λοιπόν αν έλεγα στην αρχή «από τον άνθρωπο ο οποίος τρέφεται πολύ, τον καλοπερασάκια, στον κολασμένο» θα καταλαβαίνατε πως κατέληξε εκεί ο κολασμένος. Και θα λύνατε μια άλλη συντεταγμένη, έναν άλλο άγνωστο της εξισώσεως μας που λέει: «Δεν τον στέλνει ο Θεός στην κόλαση. Ο ίδιος είναι κατεστραμμένος». Γιατί έζησε ως κατεστραμμένος, ως ανισόρροπος. και μεταφέρει αυτή την ανισορροπία στη συνέχειά του. Και παρόλη την αγάπη του Θεού, λύνεται κι άλλος άγνωστος, ο Θεός εκ προοιμίου αγαπάει, και το λένε οι Πατέρες, ο Θεός δεν έκανε κόλαση, κολαζόμαστε από την αδυναμία τού να καταλάβουμε την αγάπη Του – λύνεται κι άλλος άγνωστος.
  Αλλά έχω μερικούς άγνωστους ακόμη. Να πω και αυτούς. Και όχι που θα λύσουμε όλη την εξίσωση, αλλά πιθανώς να καταλάβετε και τις λύσεις και τους προορισμούς της τραγωδίας – κατανάλωση, τρυφή, σου πουλάνε προϊόντα, σου τα παίρνουνε μετά – και να βρείτε και τη λύση όμως, ε; Πάμε λοιπόν στο άλλο ερώτημα, που θα έλεγα «από τον άνθρωπο του Θεού στον άγιο». Και θα λέγατε εσείς «μην μας μιλάς γι’ αυτά τα πράγματα, για να γίνουμε άγιοι πρέπει να ταλαιπωρηθούμε; Και να φάμε το οποιοδήποτε ράπισμα την οποιαδήποτε αδικία, το οποιοδήποτε νομοθέτημα, το οποιοδήποτε μνημόνιο, και να λέμε ύστερα Χριστιανοί: τι καλά, τι καλά!» Δεν γίνεται! 
  Ε, τι γίνεται; Προσέξτε, πρώτα-πρώτα, ο Λάζαρος έχει όνομα. Έχει μια προσωπικότητα. Ο άλλος δεν έχει προσωπικότητα. Είναι ένας πλούσιος. Α, κάτι ακόμη, ε; Όσο χάνεσαι σε αυτή την αναζήτηση της τρυφής, χωρίς να κάνεις ισορροπία με την ψυχή σου, παραμένεις ένας ανώνυμος, ένας πλούσιος που έχει το όνομα, μπορεί να έχεις ένα όνομα, αλλά μετά τίποτα άλλο. Πολλοί απλοί προσδιορισμοί ανωνυμίας. Αυτός ο φτωχός έχει όνομα. Ποιος φτωχός έχει όνομα σε εμάς; Είμαστε πεταμένοι; Αν δεν σας αναγνωρίζουν το όνομά σας, και είστε ένα ΑΦΜ και ένα ΑΜΚΑ, λυπάμαι πολύ αν το δέχεστε έτσι. Γιατί έχετε ένα όνομα: σας το έδωσε η Εκκλησία. Να που αρχίζει μια λύση, ε; Ένας χώρος που με καταξιώνει όσο άρχισα να ζω, κι όχι όταν πεθάνω απλώς, γιατί έχω ένα όνομα. Και αυτός ο τόπος, αυτή η αγία Εκκλησία, σού δίνει ένα όνομα. Και, θα τολμήσω να πω, είναι ο μόνος τόπος και χώρος που σου δίνει προσωπικότητα και δυνατότητα, αν θέλεις. Και αφού έχεις αυτή την προσωπικότητα, την ελευθερία της κινήσεως, χωρίς να σε καταπιέσει κανένας νόμος, χωρίς να σε παίρνουμε το ζόρι, ή καπιταλιστικά ή κομμουνιστικά, επειδή έχεις μια ελευθερία, μέσα από την ελευθερία σου όντας ελεύθερος, και επειδή έχεις όνομα, και επειδή έχεις όνομα από αυτό τον χώρο, θα κρατήσεις το πρώτο άρθρο του συντάγματος του Χριστού και θα αγαπήσεις τους άλλους. Έτσι και ο Χριστός. 
  Αν δεν το κάνεις αυτό το πρώτο στοιχείο, δεν έχεις όνομα, δεν έχεις προσωπικότητα. Να μια άλλη λύση δηλαδή: Πριν να παρέμβει το κράτος για μια κρίση οικονομική, πριν να παρέμβει το κράτος για μια φτώχεια, όσοι έχουν όνομα και όσοι μετέχουνε στο πρώτο άρθρο του συντάγματος του Χριστού, θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ναι, συμφωνώ, την κατάσταση στα χέρια τους θα την πάρει ο λαός. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η ΕΟΚ, ούτε η Επιτροπή, ούτε το Μνημόνιο. Κι ας κάνουν ό, τι θέλουν. Αδιαφορώ και δεν με νοιάζει. Ο λαός θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του, όχι όμως ως «αγανακτισμένος». Γιατί εδώ ο Λάζαρος, ο επώνυμος, δεν ήταν αγανακτισμένος. Αγανακτισμένος ήταν ο κολασμένος πλούσιος στο τέλος. Διαμαρτυρόταν συνέχεια. Ήταν στην κόλαση και διαμαρτυρόταν ακόμα. Ε φυσικά! Αφού είχε μάθει να τρέφεται στο σώμα του, το σώμα έλιωσε στον τάφο, η ψυχή είχε μείνει γυμνή. Και βλέπετε; πάει το σώμα και έμεινε διαμαρτυρόμενος. Ο Λάζαρος δεν ήταν διαμαρτυρόμενος. Και παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Θα πείτε «πώς την πήρε;» Υπάρχει μια στροφή του κειμένου που ποτέ κανείς πιστεύω εκτός από τους Πατέρες δεν το πρόσεξε. Λέει ότι στεκότανε, επιθυμούσε να φάει, βλέπετε; είχε προσωπικότητα, ήθελε. Έλεγε «πεινάω». Δεν θα έλεγε «δεν πεινάω, δεν πειράζει, αφήστε με νηστικό». Είχε επιθυμία. Είχε προσωπικότητα. Είχε θυμικό. Ήθελε. Δεν γκρίνιαζε γι' αυτό. Έτρωγε τα λίγα που έβρισκε. Ψιχία αλλά έτρωγε κάτι. Δεν γκρίνιαζε γι' αυτό. Δεν ήταν αγανακτισμένος. Έλεγε «δόξα τω Θεώ» και γι' αυτά τα λίγα. Και προσέξτε το τελείως μυστικό στοιχείο του κειμένου. Ερχόταν λέει κύνες και έγλυφαν τις πληγές του. Ξέρετε τι σπουδαίο είναι αυτό; Δεν διαμαρτυρόταν ούτε γι' αυτό. Μα ήταν βλάκας; Έδινε τροφή και στα σκυλιά. Ο ίδιος γινόταν τροφή! Ο ίδιος γινόταν η λύση του προβλήματος του κόσμου! Παραβολικό είναι, ακόμη και του πεινασμένου σκύλου, πόσω μάλλον του πεινασμένου συνανθρώπου! Ήταν η λύση! Ζώντας! Η λύση δεν είναι προσδοκία να πάρουμε τον παράδεισο όντας «αγανακτισμένοι» ή γκρινιάζοντας ή, επειδή θα μας πει ο πνευματικός μας «μη γκρινιάζεις, είναι αμαρτία», να μην μιλάμε. Ή να πάρουμε τη λύση στα χέρια μας. 
  Το κείμενο μας τη δίνει αυτή τη λύση. Και είναι φοβερή η λύση αυτή: που καταλήγει – ο επώνυμος Λάζαρος – καταλήγει στον παράδεισο, μέσα στηω τρυφή του Χριστού και του Αβραάμ – που εδώ συμβολίζει τον Χριστό και τον Θεό μας! Και ταυτόχρονα, ο άλλος να παραμένει αγανακτισμένος, φωνάζοντας: «Κάνε κάτι, κάνε κάτι!» και λέει, τα έκανε όλα, μέχρι και νεκρούς λέει, «ένας νεκρός να αναστηθεί!» Έγινε! Και ο Χριστός αναστήθηκε! Όλα έγιναν! Σε αυτό τον χώρο! Παίρνεις το όνομα, παίρνεις προσωπικότητα και παίρνεις την κατάσταση στα χέρια σου. Αυτό είναι για μας! 
  Αλλά να κρατήσεις κάποια πονεμένα άρθρα του συντάγματος: να μπορείς να αγαπήσεις τον άλλο. Και να μην κρυφτείς πίσω από τον πλούτο σου, πίσω από το οτιδήποτε, και να μην κάνεις μια νέα επένδυση, ξέρω ‘γώ, στο Λονδίνο, για να φύγουν τα χρήματα από εδώ. Να πονέσεις για τον άλλο! Τολμάς να το κάνεις; Αν δεν το κάνεις, λυπάμαι που γκρινιάζεις! Δεν είσαι πολίτης αυτού του τόπου! Αυτού του τόπου που λέγεται Εκκλησία Ορθόδοξη! Και αυτά του τόπου που χαρακτηρίζει αυτό τον τόπο που λέγεται Ελλάδα, που απ' αυτά έζησε! 
  Αν ο Έλληνας δεν μπορεί να ζήσει έτσι και γκρινιάζει, αν δεν πάρει έτσι την κατάσταση στα χέρια του, μέσα απ' το δικό μας, του συντάγματος του Χριστού, θα γκρινιάζει πάντα. Θα έρθουν μερικοί, θα τον κοροϊδέψουνε. Θα τον ταΐσουν, θα τον κλέψουνε και η ιστορία θα πάει παλινδρομικά. Μέχρι την τελική γκρίνια, που είναι η κόλαση. Εύχομαι να μην καταλήξετε εκεί! Παρακαλώ, έτσι να τελειώσω απ’ ό,τι άρχισα. 
  Τι θα έλεγα στην αρχή, αν έδιδα σε αυτό το κήρυγμα ένα τίτλο; Θα έλεγα: «Η απάντηση στην κρίση». Μα είναι η απάντηση στην κρίση! Εμείς, η δική μας κατανάλωση, η δική μας σαρκική επιθυμία, η αδυναμία να δούμε τον άλλο. Η λύση υπάρχει. Οι άλλοι την ξεχάσανε. Δεν περιμένω τίποτα από υπουργούς και από κυβερνήσεις ούτε από την ΕΟΚ. Περιμένω κάτι από εσάς. Εύχομαι να γίνει!

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

※ 

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Δημοφιλείς αναρτήσεις