Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων.



Βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του Αγίου Σωφρονίου Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων. 
Το κείμενο που εκφωνείται, πάρθηκε από το βιβλίο: «Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας», που εξέδωσε το 2002 η Ιερά Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή. 
Όταν ήταν 12 χρονών έφυγε και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού. 
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, εμποδιζόταν να εισέλθει από κάποια αόρατη δύναμη, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα. 
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές. Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν. 
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα. 
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη. Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων». Ο άγιος Ζωσιμάς κήδευσε την Οσία, με την βοήθεια ενός λιονταριού. 
Η Εκκλησία τιμά την Οσία Μαρία την Αιγυπτία την 1η Απριλίου και την Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σαν παράδειγμα πραγματικής μετάνοιας, ασκητικού βίου και αγάπης προς τον Θεό. 
Ο όσιος Ζωσιμάς εορτάζεται στις 4 Απριλίου.


 

ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΤΟΜΟΣ Η΄

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 

ΕΔΩ

Προτιμώμενο πρόγραμμα για την ανάγνωση των αρχείων 
που είναι σε μορφή djvu  είναι το sumatrapdfreader

Ο όσιος Ευθύμιος του Σουζντάλ

 Ο όσιος Ευθύμιος του Σουζντάλ

1 Απριλίου
Ο όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στο Σουζντάλ και έλαβε θρησκευτική μόρφωση όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Όμως η αγάπη του για την προσευχή και την ησυχία και η εγκράτειά του τον διέκριναν από τους συνομηλίκους του. Στην εκκλησία στεκόταν πάντοτε σε μια σκοτεινή γωνιά, ώστε κανείς να μην τον βλέπει και να μην τον εμποδίζει να προσεύχεται και να παρακολουθεί τις Ακολουθίες με κατάνυξη.

Έχοντας ακούσει στην εκκλησία την ευαγγελική ρήση: «Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ. 8:35) και έχοντας διαβάσει Βίους αγίων που εγκατέλειψαν τα πάντα ώστε να ακολουθήσουν το θέλημα του Θεού, προσευχήθηκε στον Κύριο να του στείλει έναν Γέροντα για να τον καθοδηγήσει στην στενή οδό την άγουσα στην αιώνια ζωή. 
Η προσευχή του εισακούσθηκε και ο Ευθύμιος γνώρισε έναν ερημίτη, τον μοναχό Διονύσιο [26 Ιουν.], ο οποίος είχε ιδρύσει μονή όχι πολύ μακριά από το Νίζνι-Νόβγκοροντ. Ο νεαρός εκάρη μοναχός και αφειδώς ανάλωνε τις δυνάμεις του ώστε με ένθεο ζήλο να επιτελεί τα διακονήματα που του ανέθεταν χωρίς ποτέ να περισπάται από την αδιάλειπτο προσευχή. 
Θέλοντας να πολλαπλασιάσει τους ασκητικούς του αγώνες, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να λαμβάνει τροφή μόνο κάθε δύο ή τρεις ημέρες. Για να τον κρατήσει όμως στην ταπεινοφροσύνη, ο Διονύσιος του έβαλε κανόνα να συντρώγει με τους αδελφούς στην τράπεζα χωρίς όμως να χορταίνει. 
Ο Ευθύμιος υπάκουσε χωρίς να φέρει αντιρρήσεις ή να δυσανασχετήσει. Έτρωγε μόνο όσο ήταν αναγκαίο για να συντηρηθεί, έπινε λίγο μόνο νερό όταν έφθανε σε μεγάλη δίψα, και με αυτόν τον τρόπο πρόκοπτε στην άσκηση, χωρίς να τον αντιληφθούν οι αδελφοί. 
Επί σειρά ετών ο Ευθύμιος διήγε την θεάρεστη αυτή βιοτή. Όταν ο ηγεμόνας Μπόρις του Σουζντάλ αποφάσισε να ιδρύσει μονή, απευθύνθηκε στον Διονύσιο ζητώντας να του υποδείξει έναν μοναχό κατάλληλο για το αξίωμα του ηγουμένου. Επελέγη ο Ευθύμιος, ο οποίος με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον Γέροντά του και αναχώρησε για να ιδρύσει την Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, όπου επέβαλε αυστηρή τάξη και ευλάβεια συνδυασμένη με χειρωνακτική εργασία. 
Την εποχή εκείνη των ταταρικών επιδρομών και του αδελφοκτόνου σπαραγμού μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, η ηγεμονία του Σουζντάλ ήταν αντίπαλος της Μόσχας. Τα γεγονότα αυτά γέμιζαν θλίψη τον όσιο, ο οποίος, πιστός στην μοναχική κλήση, απέφευγε να αναμιχθεί σε εγκόσμιες υποθέσεις. Επισκεπτόταν μερικές φορές τον φίλο του άγιο Σέργιο του Ραντονέζ [25 Σεπτ.] και συνομιλούσαν για την αιώνια ζωή και τα μέσα με τα οποία κατακτάται. 
Πτωχοί, δεινοπαθούντες, χήρες και ορφανά, έβρισκαν πάντα ανοιχτές τις πύλες της μονής και τον όσιο πρόθυμο να τους παρηγορήσει με αγάπη, να τους ενθαρρύνει και να τους δώσει ελπίδα με τους λόγους και την προσευχή. Όταν τον ρωτούσαν ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, απαντούσε: «Η κρυφίως επιτελουμένη». 
Αισθανόμενος την ώρα της εκδημίας του να πλησιάζει, ο όσιος Ευθύμιος αποχαιρέτησε τους αδελφούς και προφήτευσε ότι η μονή θα γνώριζε μεγάλη άνθηση αν οι μοναχοί διεφύλατταν την αγάπη. Όταν εκοιμήθη εν Χριστώ, την 1η Απριλίου 1404, σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών, το κελλί του γέμισε άρρητη θεία ευωδία.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ


Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ 
Παρακλητικός Κανών εις την Οσία Μαρία την Αιγυπτίαν ΕΔΩ

Τῇ Α΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Στιχ. Ἀπῆρε πνεῦμα, σὰρξ ἀπεῤῥύη πάλαι·
Τὸν ὄστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου.

Η οσία μήτηρ ημών Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Σε ηλικία δώδεκα ετών εγκατέλειψε τους γονείς της και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί δεκαεπτά χρόνια έζησε βίο έκλυτο και άστατο. Προσποριζόταν τα προς το ζην ζητιανεύοντας και υφαίνοντας λινά υφάσματα, ενώ πρόσφερε το κορμί της στους άνδρες, κινούμενη όχι τόσο από την εξαθλίωση, όπως άλλες φτωχές γυναίκες, αλλά σαν να καταφλεγόταν από το πυρ μιας ακατάσχετης επιθυμίας. Μία ημέρα, βλέποντας πλήθος Αιγυπτίων και Λιβύων να κατευθύνονται προς το λιμάνι, τους ακολούθησε και επιβιβάστηκε σε πλοίο για τους Αγίους Τόπους, προσφέροντας το κορμί της για να πληρώσει το ναύλο. Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, ακολούθησε το πλήθος και κατευθύνθηκε προς την βασιλική της Αναστάσεως, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Όταν όμως έφθασε στο κατώφλι του Ναού, μια δύναμη αόρατη την εμπόδισε να εισέλθει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, ενώ όλοι οι άλλοι προσκυνητές εισέρχονταν χωρίς καμιά δυσκολία. Μένοντας μόνη σε μια γωνιά του νάρθηκα, συνειδητοποίησε ότι ο ρύπος της φαύλης βιοτής της την εμπόδιζε να πλησιάσει το Τίμιο Ξύλο. Αναλύθηκε σε λυγμούς, τύπτοντας τα στήθη της· και, βλέποντας μια εικόνα της Παναγίας, προσευχήθηκε λέγοντας: «Παρθένε Δέσποινα, εσύ που γέννησες κατά σάρκα τον Θεό, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω τη σεπτή Σου εικόνα, εσύ που είσαι πάναγνη στη ψυχή και στο σώμα, και ότι εξαιτίας των αμαρτιών μου προκαλώ τον βδελυγμό. Καθώς, όμως, ο Θεός που γεννήθηκε από Σένα έγινε άνθρωπος για να καλέσει τους αμαρτωλούς στη μετάνοια, βοήθησέ με τώρα να εισέλθω στον Ναό ώστε να προσκυνήσω τον Τίμιο Σταυρό του Υιού Σου· και, όταν αξιωθώ να τον προσκυνήσω, να γίνεις εγγυήτρια προς τον Υιό Σου ότι θα εγκαταλείψω τον κόσμο και τις ηδονές και θα ακολουθήσω την οδό της σωτηρίας που εσύ θα μου υποδείξεις». Η εικόνα αυτή λέγεται «Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών», τιμάται σήμερα στο Άγιον Όρος και βρίσκεται μέσα στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου κοντά στη Μεγίστη Λαύρα. 
Αμέσως, ένιωσε να μην εμποδίζεται πλέον από την αόρατη δύναμη, εισήλθε στον Ναό και προσκύνησε με θέρμη τον Τίμιο Σταυρό. Επιστρέφοντας στην εικόνα της Θεοτόκου, υποσχέθηκε ότι ήταν έτοιμη να ακολουθήσει τον δρόμο που θα της υποδείκνυε. Φωνή εξ ουρανού ακούστηκε τότε και της είπε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη ανάπαυση».
 
Βγαίνοντας από την εκκλησία, αγόρασε τρεις άρτους με την ελεημοσύνη που της έδωσε ένας προσκυνητής, πληροφορήθηκε ποιος δρόμος οδηγούσε στον Ιορδάνη και έφθασε το βράδυ στον Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλύθηκε στα νερά του ποταμού, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έφαγε το μισό από τους τρεις άρτους και αποκοιμήθηκε στην όχθη. Το επόμενο πρωί, διέσχισε τον ποταμό Ιορδάνη και εγκαταβίωσε στην έρημο επί σαράντα επτά έτη χωρίς να συναντήσει ποτέ ούτε άνθρωπο ούτε κάποιο ζωντανό. 
Κατά τα πρώτα δεκαεπτά έτη παραμονής στην έρημο, με τα ενδύματά της κουρελιασμένα πλέον, υπέφερε αγόγγυστα τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός και τρεφόταν με ρίζες και άγρια χόρτα. Πέρα από τις δοκιμασίες της σαρκός, είχε να αντιμετωπίσει τις βίαιες επιθέσεις των παθών και την ενθύμηση των αμαρτημάτων της, που είχαν γίνει δεύτερη φύση μέσα της· με αναρίθμητες εδαφιαίες μετάνοιες παρακαλούσε την Παναγία να της σταθεί αρωγός. Με την προστασία του Θεού, ο Οποίος τίποτα δεν επιθυμεί περισσότερο από το να επιστρέψει εις Αυτόν ο αμαρτωλός για να ζήσει (πρβλ. Ιεζ. 33, 11), εκρίζωσε από την καρδία της όλα τα πάθη, διά της ασκήσεως, και κατόρθωσε να μεταμορφώσει το πυρ της σαρκικής επιθυμίας σε φλόγα θείου έρωτος, χάρις στον οποίο άντεχε, ωσάν ον ασώματο, την τραχύτητα της ερήμου. 
Μετά από πολλά χρόνια, ένας άγιος γέροντας ονόματι Ζωσιμάς [4 Απρ.], ο οποίος, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε ο όσιος Ευθύμιος ο Μέγας [20 Ιαν.] είχε μεταβεί στην έρημο πέραν του Ιορδάνη για το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αντιλήφθηκε μία ημέρα έναν άνθρωπο, με σώμα κατάμαυρο από τον ήλιο και μαλλιά άσπρα σαν βαμβάκι που έφθαναν στους ώμους. Άρχισε αμέσως να τρέχει πίσω από την παράδοξη μορφή αυτή, ικετεύοντάς την να τον ευλογήσει και να του εμπιστευθεί κάποιον σωτηριώδη λόγο, αλλ’ όσο εκείνος πλησίαζε τόσο η μορφή απομακρυνόταν. Όταν πλησίασε τόσο, ώστε να ακούει την φωνή της, η Μαρία τον κάλεσε με το όνομά του, εκείνον που δεν τον είχε δει ποτέ πριν, του αποκάλυψε ότι ήταν γυναίκα και τον παρακάλεσε να της δώσει το ράσο του ώστε να κρύψει τη γυμνότητά της. 
Περιχαρής που συνάντησε επιτέλους έναν θεοφόρο άνθρωπο, ο οποίος είχε φθάσει στην τελειότητα του μοναχικού βίου, ο αββάς Ζωσιμάς επέμενε να πληροφορηθεί τα του βίου της αγίας, και εκείνη με δάκρυα τού διηγήθηκε την πρότερή της ζωή και τη μετάνοιά της. Όταν ολοκλήρωσε τη διήγησή της, παρακάλεσε τον αββά να ξαναέλθει στις όχθες του Ιορδάνη το επόμενο έτος την Μεγάλη Πέμπτη φέρνοντας τη θεία Ευχαριστία. 
Όταν έφθασε η ημέρα εκείνη, ο Ζωσιμάς είδε την οσία Μαρία να εμφανίζεται στην απέναντι όχθη του ποταμού. Έκανε το σημείο του Σταυρού και διέσχισε τον Ιορδάνη βαδίζοντας πάνω στα νερά. Κοινώνησε με δάκρυα των Αχράντων Μυστηρίων και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου» (βλ. Λουκ. 2, 29–30). Κατόπιν, αποχαιρέτησε τον Ζωσιμά και του παρήγγειλε να μεταβεί την επόμενη χρονιά στον τόπο της πρώτης τους συνάντησης. 
Όταν συμπληρώθηκε ένα έτος, ο Ζωσιμάς βρήκε στο σημείο εκείνο το σώμα της οσίας απλωμένο στη γη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο και το πρόσωπο στραμμένο προς την ανατολή. Η συγκίνηση και τα δάκρυα εμπόδισαν τον αββά να δει αμέσως ένα μήνυμα που η οσία Μαρία είχε χαράξει στο χώμα με τα χέρια της και το οποίο έλεγε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας ενθάδε, ώστε να επιστρέψει εις τον χουν αυτό που χους εστι, και ευχήσου δι’ εμέ. Απεβίωσα την πρώτη του μηνός Απριλίου, το ίδιο βράδυ του Πάθους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αφού προηγουμένως κοινώνησα των θείων Μυστηρίων». 
Μαθαίνοντας το όνομα της οσίας, ο Ζωσιμάς βρήκε κάποια παρηγοριά στη θλίψη του και θαύμασε διαπιστώνοντας ότι μέσα σε λίγες ώρες η Μαρία είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από πεζοπορία είκοσι ημερών. Προσπάθησε μάταια να σκάψει λάκκο στο χώμα μ’ ένα κομμάτι ξύλο και αίφνης είδε ένα λιοντάρι να πλησιάζει το σώμα της Μαρίας και να γλείφει τα πόδια της. Το πρόσταξε τότε ο αββάς να σκάψει λάκκο και πράγματι το θηρίο έσκαψε τον τάφο όπου ο αββάς εναπόθεσε ευλαβικά το σώμα της αγίας. 
Επιστρέφοντας στη μονή του ο αββάς διηγήθηκε τα θαυμάσια που επιτελεί ο Κύριος υπέρ εκείνων οι οποίοι αποστρέφονται την αμαρτία και επιστρέφουν ολόψυχα σ’ Εκείνον. Από αμαρτωλή πωρωμένη, η οσία Μαρία κατέστη πηγή ελπίδος και υπόδειγμα μετανοίας για πλήθος ψυχών που στενάζουν από το βάρος των αμαρτιών τους. Για τον λόγο αυτόν οι Πατέρες καθιέρωσαν πανηγυρικά τη μνήμη της την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως εύγλωττη ενθάρρυνση προς όσους αμελούν τα της σωτηρίας τους, διακηρύττοντας ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η μετάνοια δύναται να τους φέρει στον Θεό. Ο Βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του μεγάλου αυτού προτύπου της μετανοίας, βίος που συνέγραψε ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων [11 Μαρτ.], αναγιγνώσκεται κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέα Κρήτης [4 Ιουλ.], στον Όρθρο της Πέμπτης πριν την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, και στο τέλος κάθε ωδής ψέλνονται υπομνηστικά δύο τροπάρια της Αγίας. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
Τόμος 8ος 
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

MHN ΑΠΡΙΛIOΣ

MHN ΑΠΡΙΛIOΣ 
ἔχων ἡμέρας τριάκοντα 
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας 13 καὶ ἡ νὺξ ὥρας 11
ΑΠΡΙΛΙΟΣ ὁ μήν, κατὰ τοὺς παλαιοὺς Ρωμαίους, ἦτο ὁ δεύτερος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Οὗτος ἐπὶ Ἰουλίου Καίσαρος εἶχεν ἡμέρας κθ’ (29), κατόπιν ὅμως ὡρίσθη νὰ ἔχῃ ἡμέρας λ’ (30). Ὠνομάσθη δὲ Ἀπρίλιος ἐκ τοῦ λατινικοῦ Aprilis, ἐκ τοῦ ρήματος aperire, ἤτοι ἀνοίγειν, διότι κατὰ τὸν μῆνα τοῦτον ἄρχεται ἡ ἄνοιξις καὶ ἀνοίγουσι τὰ ἄνθη. Ὁ μὴν οὗτος παρ’ ἀρχαίοις Ρωμαίοις ἦτο ἀφιερωμένος εἰς τὴν Ἀφροδίτην, ἐθεωροῦντο δὲ ἡ πρώτη καὶ ἡ εἰκοστὴ τρίτη ἡμέρα του ἱεραί, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν ἑορτάζοντες τὸ ἄνοιγμα τῶν οἴνων (Vinualia priora) ἐγεύοντο τὸ πρῶτον τὸν παλαιὸν οἶνον.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΗΘΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ




H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Mεγ. Σαρακοστής ονομάζεται «Εβδομάδα των Βαϊων». Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγείλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Το θέμα και ο τόνος αυτής της εβδομάδας δίνονται την Κυριακή το απόγευμα στον Εσπερινό: 
Την έκτην των σεπτών Νηστειών Εβδομάδα, προθύμως απαρχόμενοι, Κυρίω προεόρτιον ύμνον των Βαίων άσωμεν πιστοί, ερχομένω εν δόξη δυνάμει Θεότητος, επί την Iερουσαλήμ, νεκρώσαι τον θάνατον...
Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος - η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ' όλα αυτά.
Έτσι τη Δευτέρα ακούμε:
Σήμερον Χριστῷ δηλοῦται, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου, καὶ ὡς προγνώστης λέγει· Ἡ ἀσθένεια αὕτη, οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον.
Την Τρίτη:
Χθὲς καὶ σήμερον, ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου· ταύτην γὰρ Χριστῷ δηλοῦσιν αἱ σύγγονοι, ἐν χαρᾷ ἡ Βηθανία προευτρεπίζου, τὸν Δεσπότην ξεναγωγῆσαι καὶ Βασιλέα, σὺν ἡμῖν βοῆσαι, Κύριε δόξα σοι.
Την Τετάρτη:
Σήμερον Λάζαρος, θανὼν ἐνθάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας, Λάζαρος κεκοίμηται, τοῖς Μαθηταῖς προφθεγγόμενος· ἀλλὰ νῦν ἀπέρχομαι, ἀναστῆσαι ὃν ἔπλασα. Διό σοι πάντες βοῶμεν· Δόξα τῷ κράτει τῆς ἰσχύος σου.
Την Πέμπτη:
Δισημερεύει Λάζαρος ἐν τῷ τάφῳ, τοὺς ἀπ' αἰῶνος βλέπει θανέντας· ἐκεῖ τεθέαται δείματα ξένα, πληθὺν ἀναρίθμητον, ᾍδου κρατουμένην τοῖς δεσμοῖς· διὸ αἱ σύγγονοι θρηνοῦσι πικρῶς προσβλέπουσαι τὸν τάφον αὐτοῦ, Χριστὸς δὲ ἥκει ζωῶσαι τὸν φίλον τὸν ἑαυτοῦ, τοῦ μίαν παρὰ πάντων ἐπιτελεῖσθαι συμφωνίαν. Εὐλογημένος εἶ Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς
Τέλος την Παρασκευή:
Ἔρχεται ὁ Κύριος, ἄνοιξόν σου τὰς πύλας, Βηθανία πρόσδεξαι, ἐν πίστει τὸν Δεσπότην· καὶ γὰρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου, Λάζαρον ὡς μόνος παντοδύναμος.
H τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο - πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η «ώρα του Χριστού» για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Θα πρέπει να ρωτήσουμε: ποιά είναι η θέση και ποιο το νόημα αυτών των πνευματικών σκέψεων πάνω στη Μεγάλη Σαρακοστή; Πώς συνδέονται με την όλη μας προσπάθεια της περιόδου αυτής; Αυτές οι ερωτήσεις προϋποθέτουν μια άλλη ερώτηση με την οποία θα πρέπει τώρα ν’ ασχοληθούμε με κάποια συντομία. Σε κάθε ανάμνηση γεγονότων από τη ζωή του Χριστού η Εκκλησία πολύ συχνά - αν όχι πάντοτε - μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν. Έτσι τη μέρα των Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου...», την Κυριακή των Βαϊων λέμε: «Σήμερον εισέρχεται εις τα Ιεροσόλυμα...», τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...». H ερώτηση λοιπόν είναι: ποιο είναι το νόημα αυτής της χρονικής μεταφοράς; ποια είναι η σημασία αυτού του λειτουργικού «σήμερον»;
Οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζόμενους πιθανόν το θεωρούν αυτό σαν μια ρητορική μεταφορά, σαν ποιητικό «σχήμα λόγου». H δική μας, η σύγχρονη προσέγγιση της λατρείας γίνεται με δυο τρόπους: ή με τη λογική ή με το συναίσθημα. Η λογική προσέγγιση περιορίζει τη λειτουργική τελετουργία σε ιδέες. Βρίσκεται δε στις ρίζες της «Δυτικίζουσας» θεολογίας η οποία αναπτύχτηκε στην Ορθόδοξη Ανατολή αφού απομακρύνθηκε από την πατερική εποχή και για την οποία η θεία Λειτουργία είναι, στην καλύτερη περίπτωση ένα ακατέργαστο υλικό για καθαρούς διανοητικούς ορισμούς και θεωρήματα. Ότι δε στη λατρεία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια διανοητική αλήθεια επιγράφεται «ποίηση» - δηλαδή κάτι που δεν μπορεί κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Και εφ' όσον είναι ολοφάνερο ότι τα γεγονότα που μνημονεύονται από την Εκκλησία ανήκουν στο παρελθόν, το λειτουργικό «σήμερον» δεν μπορεί να έχει κάποιο σοβαρό νόημα. Όσο δε αφορά τη «συναισθηματική» προσέγγιση, αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας ατομικιστικής και εγωκεντρικής ευσέβειας που είναι, κατά πολλούς τρόπους, το συμπλήρωμα της διανοητικής θεολογίας. Γι' αυτού του είδους την ευσέβεια, η λατρεία, πάνω από καθετί άλλο, είναι ένα χρήσιμο πλαίσιο για προσωπική προσευχή, είναι φόντο για έμπνευση που σκοπός του είναι να «θερμάνει» την καρδιά μας και να τη στρέψει προς το Θεό. Το περιεχόμενο και το νόημα στις ακολουθίες, στα λειτουργικά κείμενα, στις ιεροτελεστίες έχουν, στην περίπτωση αυτή, δευτερεύουσα σημασία· όλα τούτα είναι χρήσιμα και ικανοποιητικά μόνον εφ' όσον με βοηθούν να προσεύχομαι! Και έτσι το λειτουργικό «σήμερον» σβήνει, όπως εξάλλου και όλα τα άλλα λειτουργικά κείμενα, μέσα σ’ ένα είδος ξεχωριστής κατανυκτικής και εμπνευσμένης «προσευχής». 
Εξαιτίας της πόλωσης στην εκκλησιαστική νοοτροπία όσον αφορά τους δυο τρόπους προσέγγισης της λατρείας, είναι πολύ δύσκολο σήμερα να δείξουμε ότι η αληθινή λειτουργία της Εκκλησίας δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στις «ιδέες» ούτε στην «προσευχή». Δεν εορτάζει κανείς τις ιδέες! Όσο για την ατομική προσευχή δεν λέει το Ευαγγέλιο ότι όταν θέλουμε να προσευχηθούμε να μπαίνουμε στο «ταμείον» μας και να έχουμε προσωπική επικοινωνία με το Θεό; (Ματθ. 6,6). Η σωστή αντίληψη της γιορτής προϋποθέτει και τα δυο, και το γεγονός και την κοινωνική ή ομαδική συμμετοχή σ’ αυτό. Μια γιορτή, ένα πανηγύρι, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν οι άνθρωποι συναντιώνται όλοι μαζί, ξεπερνώντας το φυσικό χωρισμό και την απομόνωση, δρουν όλοι μαζί σαν ένα σώμα, πραγματικά σαν ένα πρόσωπο μπροστά σ’ ένα γεγονός (γάμος, κηδεία, νίκη κλπ.). Και το πιο φυσικό θαύμα σε όλες τις γιορτές είναι ακριβώς το ότι ξεπερνιέται, έστω και προσωρινά, το επίπεδο των ιδεών και αυτής ακόμα της ατομικότητας. Χάνει πραγματικά κανείς τον εαυτό του μέσα σε μια γιορτή, και συναντάει τους άλλους κατά ένα μοναδικό τρόπο. Aλλά τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα αυτού του λειτουργικού «σήμερον» με το οποίο η Εκκλησία εγκαινιάζει όλες τις γιορτές της; Με ποια έννοια γεγονότα από το παρελθόν γιορτάζονται «σήμερον»; 
Θα μπορούσε κανείς να πει χωρίς να υπερβάλει, ότι όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μια συνεχής ανάμνηση και αναφορά. Στο τέλος κάθε ακολουθίας αναφερόμαστε στους αγίους:«... ων την μνήμην επιτελούμεν...»· αλλά πέρα απ' όλες τις άλλες μνήμες η Εκκλησία είναι μια ατέλειωτη ανάμνηση του Χριστού. 
Από καθαρά φυσιολογική πλευρά η μνήμη είναι μια διφορούμενη λειτουργία. Έτσι το να θυμόμαστε κάποιον που αγαπάμε και πού τον χάσαμε σημαίνει δυο πράγματα. Από τη μια πλευρά η μνήμη είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γνώση του παρελθόντος. Όταν θυμάμαι τον μακαριστό πατέρα μου, τον βλέπω· είναι παρών στη μνήμη μου όχι σαν ένα συνολικό άθροισμα όλων όσων γνωρίζω γι' αυτόν αλλά με όλη τη ζωντανή του πραγματικότητα. Aλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η παρουσία με κάνει να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι πια εδώ, ότι ποτέ δεν θα ξαναείναι σ’ αυτόν τον κόσμο και σ’ αυτή τη ζωή, ούτε θα αγγίξω το χέρι που τόσο ζωντανά βλέπω με τη φαντασία μου. Η μνήμη λοιπόν είναι η πιο θαυμάσια και ταυτόχρονα η πιο τραγική απ’ όλες τις ανθρώπινες λειτουργίες, γιατί τίποτε άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα την σπασμένη φύση της ζωής μας. την ανικανότητα του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι πραγματικά, να το κατέχει αληθινά σ’ αυτόν τον κόσμο. H μνήμη μας φανερώνει ότι ο «χρόνος και ο θάνατος βασιλεύουν στη γη». Aλλά ακριβώς γι’ αυτό η μοναδικά ανθρώπινη αυτή λειτουργία της μνήμης γίνεται το κέντρο του Χριστιανισμού, γιατί μ’ αυτή τελεί την ανάμνηση ενός Aνθρώπου, ενός Γεγονότος. μιας Νύχτας, μέσα στο βαθύ σκοτάδι της οποίας ακούμε τα λόγια: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν...» Και να, το θαύμα γίνεται! Τον θυμόμαστε και Εκείνος είναι εδώ - όχι σαν μια νοσταλγική εικόνα από το παρελθόν, όχι σαν ένα θλιβερό «ποτέ πια...» αλλά με μια τέτοια έντονη παρουσία που η Εκκλησία μπορεί αιώνια να επαναλαμβάνει τα λόγια που είπαν οι μαθητές μετά τη συνάντηση στην Εμμαούς «...ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν...;»(Λουκ. 24,32). 
H φυσιολογική μνήμη είναι πρώτα απ’ όλα μια «παρουσία του απόντος» έτσι ώστε όσο περισσότερο παρών είναι αυτός πού θυμόμαστε τόσο πιο οξύς είναι ο πόνος από την απουσία του. Aλλά «εν Χριστώ» η μνήμη ξανάγινε η δύναμη που γεμίζει το διασπασμένο χρόνο, διασπασμένο από την αμαρτία και το θάνατο, από το μίσος και τη λησμοσύνη. Αυτή λοιπόν η νέα μνήμη, η μνήμη σαν δύναμη πάνω από το χρόνο και την καταστροφή του, αποτελεί την καρδιά της λειτουργικής γιορτής και του λειτουργικού «σήμερον». Σίγουρα η Παρθένος δεν γεννάει σήμερα, ούτε κάποιος «ουσιαστικά» στέκεται μπροστά στο Σταυρό· και σαν γεγονότα τούτες oι πράξεις ανήκουν στο παρελθόν. Aλλά «σήμερον» μπορούμε να θυμόμαστε αυτές τις πράξεις και η Εκκλησία είναι βασικά το δώρο και η δύναμη αυτής της ανάμνησης που μεταβάλλει πράξεις από το παρελθόν σε αιώνια σημαντικά γεγονότα. 
H λειτουργική γιορτή λοιπόν είναι μια νέα είσοδος της Εκκλησίας στο γεγονός και αυτό σημαίνει είσοδο όχι μόνο στις «ιδέες» του γεγονότος αλλά στη χαρά του, στη λύπη, στη ζωή του και στη συγκεκριμένη πραγματικότητά του. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρουμε, ότι με την κραυγή «...Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλιπες» ο Σταυρωμένος Χριστός φανέρωσε την «κένωση» Του και την ταπείνωση Του. Είναι όμως πολύ διαφορετικό πράγμα να γιορτάζουμε κάθε χρόνο αυτό που έγινε εκείνη τη μοναδική Παρασκευή· οπότε χωρίς καμιά λογικοποίηση ξέρουμε με πλήρη βεβαιότητα ότι αυτά τα λόγια, που ακούστηκαν μια μόνο φορά παραμένουν αιώνια αληθινά και τίποτε, ούτε η νίκη, ούτε η δόξα μπορούν ποτέ να τα εξαλείψουν. Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε είναι ότι η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για «την κοινήν ανάστασιν» (τροπάριο της ημέρας). Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολόκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να βλέπουμε με τα μάτια μας και να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό πού υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του: «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας...ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν... και εδάκρυσεν» (Iωάν. 11,33-35). Για μας και σε μας όλα αυτά συμβαίνουν «σήμερον». Δεν ήμασταν τότε εκεί, στη Βηθανία κοντά στον τάφο με τις αδερφές που θρηνούσαν. Μόνο από το Ευαγγέλιο ξέρουμε όλα όσα έγιναν εκεί. Aλλά μέσα στην Εκκλησία με τη γιορτή της σήμερα, ένα ιστορικό γεγονός γίνεται ένα γεγονός και για μας, για μένα, γίνεται μια δύναμη στη ζωή μου, μια ανάμνηση, μια χαρά. Η θεολογία δεν μπορεί να πάει πέρα από την «ιδέα». Καί όσον αφορά την Ιδεολογική πλευρά, άραγε έχουμε ανάγκη αυτές, τις πέντε συνεχείς μέρες εφ' όσον είναι κάτι τόσο απλό να λέμε: «την κοινήν ανάστασιν... πιστούμενοι»; Aλλά το όλο θέμα είναι ότι η πρόταση αυτή καθ' αυτή δεν βεβαιώνει τίποτε. H αληθινή επιβεβαίωση πηγάζει από τη γιορτή και συγκεκριμένα απ' αυτές τις πέντε μέρες οπότε διακηρύττουμε την αρχή της φοβερής μάχης ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, και αρχίζουμε όχι τόσο πολύ να καταλαβαίνουμε όσο να μαρτυρούμε ότι ο Χριστός πρόκειται να θανατώσει το θάνατο. 
H ανάσταση του Λαζάρου, η υπέροχη γιορτή αυτού του μοναδικού Σαββάτου, είναι πέρα από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, σ’ ένα ιδιόμελο λέμε: «την ψυχωφελή πληρώσαντες Τεσσαρακόστην, την αγίαν εβδομάδα του Πάθους Σου, αιτούμεν κατιδείν». Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η «έναρξη του Σταυρού». Aλλά η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, η προεόρτια αυτών των ημερών, είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής. 
Από την αρχή είπαμε ότι η Σαρακοστή είναι προετοιμασία για το Πάσχα· στην πραγματικότητα όμως η καθημερινή εμπειρία, που έχει μέχρι τώρα γίνει παράδοση, βεβαιώνει ότι αυτή η προετοιμασία παραμένει αφηρημένη και κατ' όνομα μόνο. H Σαρακοστή και το Πάσχα είναι βαλμένα πλάι πλάι αλλά χωρίς καμιά ουσιαστική κατανόηση της σχέσης τους και της αλληλοεξάρτησης. Ακόμα και όταν δεν παίρνουμε τη Σαρακοστή μόνο σαν μια περίοδο για να πραγματοποιήσουμε την ετήσια εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, συνήθως τη σκεπτόμαστε σαν μια περίοδο για ατομική προσπάθεια και έτσι παραμένει εγωκεντρική. Με άλλα λόγια, εκείνο που ουσιαστικά λείπει από το βίωμα της Σαρακοστής είναι: η σωματική και πνευματική προσπάθειά μας να σκοπεύουν στη συμμετοχή μας στο «σήμερον» της Ανάστασης του Χριστού, όχι σαν μια αφηρημένη ηθικότητα, ούτε σαν μια ηθική πρόοδο μας η σαν έναν αυστηρότερο έλεγχο στα πάθη, ούτε ακόμα σαν μια προσωπική τελείωση, αλλά σαν πλήρη συμμετοχή (συμμετοχή που περικλείει τα πάντα) στο τελικό «σήμερον». H χριστιανική πνευματικότητα που δεν έχει αυτόν το σκοπό κινδυνεύει να γίνει ψευτο-χριστιανική γιατί σε τελευταία ανάλυση μια τέτοια πνευματικότητα παρακινείται από το «εγώ» και όχι από το Χριστό. O κίνδυνος εδώ είναι ότι, όταν η καρδιά εξαγνιστεί, καθαριστεί και ελευθερωθεί από το δαίμονα που την κατοικούσε, παραμένει άδεια και ο δαίμονας ξαναγυρίζει σ’ αυτή «και παραλαμβάνει επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Λουκ. 11.26). 
Στον κόσμο τούτο το καθετί - ακόμα και η «πνευματικότητα» - μπορεί να γίνει δαιμονική. Έτσι είναι πάρα πολύ σημαντικό να ξαναβρούμε το νόημα και το ρυθμό της Μεγάλης Σαρακοστής σαν γνήσιας προετοιμασίας για το μεγάλο «σήμερον» του Πάσχα. 
Είδαμε μέχρι τώρα ότι η Σαρακοστή έχει δυο μέρη. Πριν από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης η Εκκλησία μας προτρέπει να αυτοσυγκεντρωθούμε, να πολεμήσουμε τη σάρκα και τα πάθη, το πονηρό και κάθε άλλη αμαρτία. Aλλά και όταν τα κάνουμε όλα αυτά μας παρακινεί συνέχεια να κοιτάζουμε μπροστά, να εξετάζουμε την προσπάθειά μας και να την υποκινούμε για «κάτι καλύτερο» που είναι προετοιμασμένο για μας. Μετά από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης το μυστήριο του Πάθους του Κυρίου, του Σταυρού Του και του θανάτου γίνεται το κέντρο σε όλες τις ιεροτελεστίες της Σαρακοστής, γίνεται κέντρο το «απέλθομεν εις Ιεροσόλυμα...». 
Τελικά, στη διάρκεια αυτής της προπαρασκευαστικής εβδομάδας, αρχίζει η ανάμνηση του μυστηρίου. H όλη προσπάθεια της Σαρακοστής μας έκανε ικανούς να παραβλέψουμε όλα εκείνα που, συνήθως καθημερινά, επισκιάζουν το κεντρικό αντικείμενο της πίστης, της ελπίδας και της χαράς μας. O χρόνος, όπως τον ξέραμε, τέλειωσε πια. Τώρα μετριέται όχι όπως συνήθως με τις απασχολήσεις και τις φροντίδες μας, αλλά με ό,τι συμβαίνει στο δρόμο για τη Βηθανία, και πέρα απ’ αυτή, για τα Ιεροσόλυμα. Και, ακόμα μια φορά λέμε, πως όλα αυτά δεν είναι ρητορικά σχήματα. Για όποιον έχει γευτεί την αληθινή λειτουργική ζωή - έστω και μια μόνο φορά, ακόμα και με ατέλειες, - είναι σχεδόν ολοφάνερο ότι από τη στιγμή που ακούμε: «Χαίροις πόλις Βηθανία, πατρίς η του Λαζάρου..., αύριον Χριστός παραγίνεται...», ο εξωτερικός κόσμος γίνεται κάπως εξωπραγματικός και σχεδόν νιώθει κανείς πόνο όταν από ανάγκη έρχεται καθημερινά σε επαφή μ’ αυτόν. H πραγματικότητα βρίσκεται σ’ αυτά που συμβαίνουν στην Εκκλησία, σ’ αυτή την ανάμνηση που μέρα με τη μέρα μας κάνει ν’ αναγνωρίσουμε τι σημαίνει να περιμένεις, και γιατί ο Χριστιανισμός είναι πάνω από κάθε άλλη προσδοκία και προετοιμασία. Έτσι όταν φτάνει ο Εσπερινός της Παρασκευής και ψέλνουμε: «την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν...» δεν έχουμε μόνο εκπληρώσει μια ετήσια χριστιανική «υποχρέωση», αλλά είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας τα λόγια του ύμνου που ψέλνουμε την επόμενη μέρα: 
Διὰ Λαζάρου σε Χριστός, ἤδη σκυλεύει θάνατε, καὶ ποῦ σου ᾍδου τὸ νῖκος; τῆς Βηθανίας ὁ κλαυθμός, νῦν ἐπὶ σὲ μεθίσταται, πάντες κλάδους τῆς νίκης, αὐτῷ ἐπισείωμεν.

Απόσπασμα 
από το βιβλίο του 
π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Μεγάλη Σαρακοστή. 
Πορεία προς το Πάσχα
Ακρίτας

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

ΡΑΔΙΟΠΑΡΑΓΚΑ - ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ


ΡΑΔΙΟΠΑΡΑΓΚΑ

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

1995 - εδώ

1997 - εδώ

2001 - εδώ

2002 - εδώ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας»



ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας» 

30 Μαρτίου  

Ο θεοφόρος αυτός άνδρας γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα, αγνοούμε όμως την γενέτειρά του και την καταγωγή του, επειδή από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια μερίμνησε ιδιαίτερα να ζήσει ως ξένος. «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνει ο νους αχώριστος από τον Θεό» (Γ΄ 3). Γνωρίζουμε μόνον ότι, από ηλικίας δεκαπέντε ετών, αφού απέκτησε στέρεα διανοητική κατάρτιση, απέταξε όλα τα θέλγητρα του μάταιου αυτού βίου από αγάπη για τον Θεό και μετέβη στο Σινά, στους πρόποδες του θεοβαδίστου εκείνου όρους, όπου ο Θεός είχε άλλοτε αποκαλύψει την δόξα Του στον Μωυσή, και προσφέρθηκε με φλεγόμενη καρδία στον Κύριο ως ευωδιάζουσα θυσία. 
Διώχνοντας με την είσοδό του στο στάδιο της αθλήσεως κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κάθε αυταρέσκεια διαμέσου μιας απροσποίητης ταπείνωσης, υπετάγη ψυχή τε και σώματι σε έναν γέροντα ονόματι Μαρτύριο και αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα, στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας «κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο, προθυμία στην προθυμία»(Α΄48). Βλέποντας τον Γέροντά του ως ζώσα εικόνα Χριστού (Δ΄23), και πεπεισμένος ότι εκείνος θα δώσει λόγο υπέρ του μαθητή του ενώπιον του Θεού (Δ΄ 43), δεν είχε άλλη μέριμνα παρά να απορρίπτει το ίδιον θέλημα και να εξασκεί «την απόθεση της δικής του κρίσεως μέσα στον πλούτο της πνευματικής διακρίσεως»(Δ΄4), κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν υπήρχε κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εντολές που του έδινε ο Μαρτύριος, ακόμη και τις φαινομενικά άνευ λόγου, και στην υπακοή του μαθητή. Παρ’ όλη την τέλεια υποταγή, ο Μαρτύριος τον κράτησε τέσσερα χρόνια ως δόκιμο και δεν τον έκειρε μοναχό παρά σε ηλικία είκοσι ετών, αφού είχε δοκιμάσει τον βαθμό της ταπείνωσής του. Ένας από τους παριστάμενους μοναχούς την ημέρα εκείνη, ονόματι Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός είχε κληθεί να γίνει μία ημέρα φωστήρ της οικουμένης. Όταν έπειτα ο Μαρτύριος με τον μαθητή του επισκέφθηκαν τον Ιωάννη τον Σαββαΐτη, έναν από τους πιο φημισμένους της εποχής, εκείνος, παραμελώντας τον Γέροντα, έσπευσε να νίψει τους πόδας του Ιωάννη. Μετά την αναχώρησή τους, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον νεαρό μοναχό αλλά εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα είχε σπεύσει να νίψει τους πόδας του ηγουμένου του Σινά. Η ίδια προφητεία επικυρώθηκε και από τον μεγάλο Αναστάσιο τον Σιναΐτη [21 Απρ.], τον οποίον επίσης επισκέφθηκαν. 
Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Ιωάννης επιδείκνυε ωριμότητα και διάκριση γέροντα. Μία ημέρα, ενώ είχε σταλεί στον κόσμο με αποστολή και βρισκόταν στο τραπέζι με λαϊκούς, προτίμησε να υποκύψει λίγο στην κενοδοξία, τρώγοντας ελάχιστα παρά στην γαστριμαργία· καθώς από τα δύο πάθη προτιμητέο είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τους νεοφερμένους στον μοναχικό βίο (ΚΣΤ΄ 43). Πέρασε έτσι δεκαεννέα χρόνια στην μακάρια αμεριμνησία που παρέχει η υπακοή, απαλλαγμένος από κάθε αγώνα χάρις στην προσευχή του πνευματικού του πατρός, πλέοντας ακίνδυνα ωσάν σε ενύπνιο προς τον λιμένα της απαθείας (Δ΄ 3). Μετά την κοίμηση του Γέροντος Μαρτυρίου, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακολουθήσει την ανάβαση της κλίμακος της αρετής, ζώντας ως ερημίτης, είδος βιοτής που αρμόζει στον μικρό αριθμό εκείνων που, στερεωμένοι στην πέτρα της ταπείνωσης, απομακρύνονται από τους ανθρώπους για να μην στερηθούν ούτε στιγμή την θεία ηδύτητα (ΚΖ΄ 25). Αφοσιώθηκε σε αυτή την οδό, την πλήρη εμποδίων, όχι εμπιστευόμενος την κρίση του, αλλά με τις συστάσεις ενός αγίου Γέροντα, του Γεωργίου Αρσιλαΐτη, ο οποίος τον δίδαξε τον τρόπο της ζωής των ησυχαστών. Επέλεξε ως στίβο των ασκητικών παλαισμάτων έναν τόπο απόμερο, ονομαζόμενο Θολάς, πέντε μίλια απόσταση από την μεγάλη μονή, όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έζησε εκεί επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, χωρίς μέριμνα για το σαρκίο, απαλλαγμένος από κάθε επαφή με ανθρώπους, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδίας του, με σκοπό «να περιορίσει το ασώματο του θείου μέσα στο σωματικό οίκο» του (ΚΖ΄ 5), ως άγγελος με σώμα. 
Τρεφόταν με ό,τι επέτρεπε η μοναχική κλήση, αλλά σε πολύ μικρή ποσότητα, δαμάζοντας έτσι την τυραννία της σαρκός χωρίς να παρέχει αφορμή στην κενοδοξία. Με την αποταγή και την ησυχία, είχε επιτύχει να νεκρώσει την κάμινο της απληστίας, η οποία, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και της φιλοξενίας, παρασύρει τους αμελείς μοναχούς στην γαστριμαργία, την θύρα των παθών (ΙΔ΄ 38), και την φιλαργυρία, που αποτελεί θυγατέρα απιστίας και προσκύνηση των ειδώλων (ΙΣΤ΄ 2). Την ακηδία, αυτή την ψυχική νέκρωση, η οποία επισκέπτεται κυρίως τους ησυχαστές (ΙΓ΄ 3), καθώς και την αμέλεια, τις καταπολεμούσε νικηφόρα με την μνήμη θανάτου (ΙΖ΄ 6) και, μελετώντας τα μέλλοντα αγαθά, έκοβε τα δεσμά της λύπης. Η μόνη λύπη που γνώριζε, ήταν το «Χαροποιόν Πένθος», που είναι «διάθεση της πονεμένης καρδίας, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο το οποίο ποθεί» (ΙΖ΄ 1) και είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε στην οδό της μετανοίας καθαίροντας την ψυχή από τους μολυσμούς της. 
Τι άλλο έμεινε για να φθάσει στην απάθεια; Τον θυμό, τον είχε νικήσει από καιρό με το ξίφος της υπακοής. Την κενοδοξία, αυτό το τριβόλι που στέκεται με όρθιο το αγκάθι μπροστά στους αγωνιστές της ευσέβειας και που προσκολλάται σε κάθε αρετή σαν βδέλλα (ΚΑ΄ 5), την είχε καταπνίξει με τον εγκλεισμό και ακόμη περισσότερο με την σιωπή. Και ως επιβράβευση των κόπων του, τους οποίους διάνθιζε πάντα με την αυτομεμψία, ο Κύριος τού έδωσε την βασίλισσα των αρετών, την αγία και πολύτιμη ταπείνωση, που είναι «η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνον από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι, επίσης, ανέκφραστος πλούτος, ονομασία (Ματθ. 11, 29) και δωρεά του Θεού» (ΚΕ΄ 3). 
Επειδή το κελί του ήταν πολύ κοντά στα κελιά άλλων ησυχαστών, αποσυρόταν συχνά στους πρόποδες του όρους σε απομακρυσμένο σπήλαιο, το οποίο μετέτρεπε σε προθάλαμο του ουρανού με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που ακόπως ανάβλυζαν από τους οφθαλμούς του ωσάν από αστείρευτη πηγή, μεταμορφώνοντας το σώμα του σε γαμήλιο χιτώνα (Ζ΄ 8, 41). Επακόλουθο του χαροποιού αυτού πένθους του και της συνεχούς ροής δακρύων ήταν το γεγονός ότι εόρταζε καθημερινά της ψυχής τον πνευματικό γέλωτα (Ζ΄ 38), φυλάσσοντας στην καρδιά του την αδιάλειπτη προσευχή, καθιστώντας την οχυρό απόρθητο στις επιθέσεις των λογισμών. Του συνέβη κάποτε να βρεθεί μεταξύ των αγγέλων και με ένθεη παρρησία ζητούσε να διαφωτιστεί για τα μυστήρια του Θεού (ΚΖ΄, β΄ 13). Εξερχόμενος από την προσευχή ως από πυρός καμίνου, αισθανόταν άλλοτε «κουφισμό», ελάφρωση δηλαδή και καθαρισμό από κάθε ρύπο της ύλης και άλλοτε σαν να έχει καταφωτισθεί από φως (ΚΗ΄ 52). Όσον δε αφορά τον ύπνο, δεν του παραχωρούσε παρά το ελάχιστο μερίδιο χρόνου για να διατηρεί το πνεύμα του σε εγρήγορση στην προσευχή, ενώ προτού κοιμηθεί, προσευχόταν διά μακρόν ή έγραφε σε πινάκια τους καρπούς της εμπνευσμένης μελέτης της Αγίας Γραφής. 
Παρά την μεγάλη φροντίδα του να διαφυλάττει πάντοτε τις αρετές του κρυφές από τα μάτια των ανθρώπων, όταν ο Θεός έκρινε ότι επέστη ο καιρός για να μεταδώσει στους άλλους το φως που είχε αποκτήσει προς πνευματική οικοδόμηση της Εκκλησίας, οδήγησε στον Ιωάννη, έναν νεαρό μοναχό, ονόματι Μωυσή, ο οποίος χάρις στην παρέμβαση των άλλων ασκητών κατάφερε να λυγίσει την αντίσταση του ανθρώπου του Θεού και να γίνει δεκτός ως μαθητής του. Μία ημέρα που ο Μωυσής απομακρύνθηκε αναζητώντας χώμα για το μικρό τους περιβόλι και ξάπλωσε κάτω από έναν μεγάλο βράχο για να ξαποστάσει λίγο, αποκαλύφθηκε στον Ιωάννη που βρισκόταν στο κελί του ότι ο μαθητής του Μωυσής κινδυνεύει. Άρπαξε στην στιγμή το όπλο της προσευχής και, όταν ο Μωυσής επέστρεψε το βράδυ, του αφηγήθηκε ότι μέσα στον ύπνο του είχε ακούσει ξαφνικά την φωνή του Γέροντά του να τον καλεί, την στιγμή ακριβώς που ο βράχος είχε αποσπαστεί και απειλούσε να τον συντρίψει. 
Η προσευχή του οσίου Ιωάννη είχε ακόμη την δύναμη να θεραπεύει τις ορατές και αόρατες πληγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λύτρωσε έναν μοναχό από τον δαίμονα της πορνείας που τον ωθούσε στην απελπισία. Μια άλλη φορά, έφερε βροχή. Ο Θεός όμως εκδήλωνε ιδιαίτερα την Χάρη Του προς αυτόν παρέχοντάς του το χάρισμα της πνευματικής διδασκαλίας. Στηριζόμενος στην προσωπική του εμπειρία, κατηχούσε γενναιόδωρα όλους όσους έρχονταν να τον βρουν, σχετικά με τα εμπόδια που παραμονεύουν τους μοναχούς στον αγώνα τους εναντίον των παθών και του άρχοντος του κόσμου τούτου. Αυτή η πνευματική διδασκαλία προκάλεσε όμως την ζηλοφθονία ορισμένων, οι οποίοι διέδωσαν συκοφαντίες εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «λάλον» και «φλύαρον». Μολονότι είχε την συνείδησή του ήσυχη, ο Ιωάννης δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί και για να αφαιρέσει κάθε αφορμή από αυτούς που ζητούσαν αφορμή, ανέστειλε επί έναν ολόκληρο χρόνο τον ρου της διδασκαλίας του, πεπεισμένος ότι αξίζει περισσότερο να ζημιώσει λίγο τους φίλους του αγαθού παρά να ερεθίσει την μνησικακία των κακών. Όλοι οι κάτοικοι της ερήμου ωφελήθηκαν ψυχικά από την σιωπή του, απόδειξη και αυτή της ταπεινοφροσύνης του, και μόνον μετά από την επιμονή των ίδιων των μεταμελημένων συκοφαντών του πείσθηκε να δεχθεί και πάλι επισκέπτες. 
Έμπλεος όλων των αρετών της πράξεως και της θεωρίας και έχοντας φθάσει πλέον στην κορυφή της κλίμακος της αγιότητος, με την νίκη που είχε καταγάγει όλων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ο όσιος Ιωάννης ακτινοβολούσε σαν αστέρας στην χερσόνησο του Σινά και έχαιρε του θαυμασμού όλων των μοναχών. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αρχάριο και μη χορταίνοντας να συλλέγει παραδείγματα ευαγγελικής διαγωγής, ταξίδεψε σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε κυρίως ένα μεγάλο κοινόβιο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας, αληθινό επίγειο ουρανό, το οποίο διηύθυνε ένας θαυμαστός ποιμένας με αλάνθαστη διάκριση. Αυτή η αδελφότητα ήταν ενωμένη εν Κυρίω με αγάπη, τόσο απαλλαγμένη από παρρησία ή αργολογία, ώστε οι μοναχοί δεν χρειάζονταν συστάσεις από τον ηγούμενο και μόνοι τους αμίλλονταν αναμεταξύ τους σε θεία εγρήγορση. Από όλες τις αρετές τους, η θαμαστότερη, κατά τον Ιωάννη, ήταν ότι προσπαθούσαν να μην πληγώσουν επ’ ουδενί την συνείδηση ενός αδελφού (Δ΄ 16). Οικοδομήθηκε πολύ ο όσιος Πατήρ και από την επίσκεψη σε ένα εξάρτημα αυτής της μονής, αποκαλούμενο «Φυλακή», όπου ζούσαν με αυστηρή άσκηση, αποδεικνύοντας την μετάνοιά τους, μοναχοί που είχαν διαπράξει βαριά αμαρτήματα στη ζωή τους και που αγωνίζονταν να κερδίσουν με τους κόπους τους την θεία συγχώρεση. Αντί να του φανεί σκληρή και αδιάλλακτη αυτή η φυλακή, απεναντίας του φάνηκε πρότυπο μοναστικής ζωής. «Διότι η ψυχή που στερήθηκε την προηγούμενη παρρησία προς τον Θεό, που έχασε την ελπίδα της απαθείας, που διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, που της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, που αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, που αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριο, που έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πυρ των δακρύων και που πληγώνεται συνεχώς αναπολώντας αυτά και κεντιέται γι’ αυτό οδυνηρά…, όχι μόνον τους προηγούμενους κόπους τούς δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά πολύ περισσότερο, θα επινοήσει με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθεί προς τον θάνατο (της παλαιότητάς της), εάν βέβαια απόμεινε μέσα της κάποια σπίθα αγάπης και φόβου του Κυρίου» (Ε΄ 24). 
Όταν ο άγιος συμπλήρωσε σαράντα έτη παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, επιφορτίσθηκε από τον Θεό να τεθεί επικεφαλής του νέου αυτού Ισραήλ και έγινε ηγούμενος (περί το 650) της κυρίας μονής, στους πρόποδες του όρους Σινά. Αφηγούνται ότι την ημέρα της ενθρόνισής του παρίσταντο εξακόσιοι προσκυνητές και, ενώ βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στην τράπεζα, αξιώθηκαν να δουν τον προφήτη Μωυσή, έναν άγνωστο και υποβλητικό ξένον ντυμένο με λευκό χιτώνα, να πηγαινοέρχεται δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους, στους δοχειάρηδες και άλλους διακονούντες. 
Έχοντας διεισδύσει στον μυστικό γνόφο της θεωρίας, ο νέος αυτός Μωυσής είχε μυηθεί στα μυστικά του πνευματικού Νόμου και κατεβαίνοντας από το όρος, απαθής, με το πρόσωπο που ακτινοβολεί από την θεία Χάρη, απέβη για όλους ποιμένας, ιατρός, στήριγμα και πνευματικός διδάσκαλος, ο οποίος, φέροντας μέσα του την πολύσοφη και φωτιστική βίβλο του Θεού, δεν είχε ανάγκη από άλλα βιβλία για να διδάξει τους μοναχούς την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών. 
Ο ηγούμενος της Ραϊθώ, που επίσης ονομαζόταν κι αυτός Ιωάννης, πληροφορήθηκε την εξαίρετη πολιτεία των μοναχών του Σινά και έγραψε στον Ιωάννη για να του ζητήσει να εκθέσει, μεθοδικά και συνεπτυγμένα, τα δέοντα σε όσους έχουν ασπασθεί τον ισάγγελο βίο για την σωτηρία τους. Και εκείνος, που δεν είχε μάθει ούτε στιγμή να αντιλέγει στους αδελφούς του, χάραξε με την θεόπνευστη γραφίδα της ιδίας του εμπειρίας τας «Πλάκας του πνευματικού Νόμου» (αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της «Κλίμακος» έτσι όπως μαρτυρείται σε ορισμένα χειρόγραφα). Παρουσίασε την πραγματεία του σε μορφή κλίμακας τριάντα αναβαθμών, τους οποίους ο Ιακώβ, δηλαδή «αυτός που υπερέβη τα πάθη», ατένισε, καθώς αναπαυόταν στο προσκέφαλο της ασκήσεως (πρβλ. Γεν. 28, 12). Σε αυτή την ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια της πνευματικής ανθρωπολογίας, εργασίας και ζωής, που παραμένει ακέραιη στους αιώνες, για τους μοναχούς όσο και για τους λαϊκούς, ο κατ’ εξοχήν απλανής και ασκίαστος οδηγός της ευαγγελικής βιοτής, ο όσιος Πατήρ Ιωάννης δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με αφετηρία πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, υπομνήσεις, υποτυπώσεις, παραινέσεις, εύστοχες αναπτύξεις, αφορισμούς ή αινίγματα συχνά πνευματωδέστατα, μυεί την κάθε εμφιλόσοφη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στην διάκριση των λογισμών. Ο λόγος του είναι σύντομος, πυκνός, περιεκτικός, εμβαθής, μεγαλειώδης, ποιητικός, άρτιος, λεπτοφυής και διεισδύει ως δίστομος ρομφαία στα κατάβαθα της ψυχής, αποκόπτοντας χωρίς συμβιβασμό κάθε χαλεπή αυταρέσκεια, καταδιώκοντας ως την ρίζα τους την υποκριτική και κίβδηλη άσκηση ακόμη και τον πιο αφανή εγωισμό. Παρόμοιος με τον λόγο του αγίου Γρηγορίου [25 Ιαν.] στο θεολογικό πεδίο, ο λόγος του οσίου Ιωάννη αποτελεί εμπνευσμένη και πρακτική εφαρμογή του Ευαγγελίου και οδηγεί με ασφάλεια όσους διαποτίζονται από αυτόν, διά της ενδελεχούς ανάγνωσης και της καρδιακής μελέτης, μέχρι την θύρα του Ουρανού, όπου μας αναμένει ο Χριστός. 
Προς το τέλος της ζωής του ο μακάριος Ιωάννης υπόδειξε τον αδελφό Γεώργιο, ο οποίος είχε ασπασθεί επίσης τον ησυχαστικό βίο όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, να τον διαδεχθεί στην ηγουμενία. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει προς Κύριον, ο Γεώργιος τού είπε: «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριέ μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα, αντίθετα, προπέμπω εσένα!». Του απάντησε τότε καθησυχαστικά ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Πράγματι, δέκα μήνες μετά την κοίμηση του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο Γεώργιος (ο επίσκοπος της Φαρράν, ο οποίος το 680 εγκατέστησε την έδρα του στην Μονή του Σινά), κατά την πρόρρηση του οσίου προκατόχου του, εξεδήμησε και εκείνος προς Κύριον.

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Διακονώντας αναστάσιμα τη ζωή του κόσμου

Τῌ ΠΕΜΠΤῌ ΚΥΡΙΑΚῌ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἐκ τοῦ κατὰ Μάρκον

ι΄ 32 - 45 
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ πέμπτῃ τῶν Νηστειῶν, διετάχθημεν μνήμην ποιεῖσθαι τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  13 Απριλίου του 1997

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Πιστεύω πως δύσκολα μπορεί να ξαναγραφεί κείμενο το οποίο, με τόση απλότητα, γραφικότητα, διεισδυτικότητα και ρεαλισμό, να περιγράψει το είναι και το γίγνεσθαι της περπατησιάς του ανθρώπου πάνω στη γη. Αυτό το έκανε ο Χριστός μας μέσα από το κείμενο το ευαγγελικό που ακούσαμε πριν από λίγο, όπου μέσα από δύο κεντρικούς άξονες της διηγήσεως που ακούσαμε, της ευαγγελικής περικοπής, περιγράφεται πραγματικά όλο το σύνολο της ζωής μας πάνω στη γη, της προσωπικής μας στάσης προς τον κόσμο και της σχέσης με την οποία «κυριαρχούμε» και «κυριεύουμε» τα πράγματα. Με πολύ λίγα λόγια να προσπαθήσω αυτό το πραγματικά απλό, αλλά, την ίδια ώρα, πολύ βαθύ κείμενο να το ερμηνεύσω στην αγάπη σας, γιατί πραγματικά αποτελεί άξονα της καθημερινής ζωής μας.

Είναι δύο οι πόλοι της διηγήσεως. Στο πρώτο κεντρικό σύστημα, ο Χριστός ομιλεί για τον εαυτό Του. Αρχίζει από εκείνη τη φράση που λέει ότι «ἀναβαίνομεν» στα Ιεροσόλυμα και καταλήγει προς την Ανάστασή Του. Και ανάμεσα στα δύο αυτά τα μεγάλα γεγονότα, το «ἀναβαίνομεν» (και ποιος δεν θέλει να ανέβει;) και «θα αναστηθώ» (και ποιος δεν θέλει να αναστηθεί;), μπαίνουνε, από ό,τι φαίνεται, τα δύσκολα. Ομιλεί για το «παραδοθήσεται», το «μαστιγώσουσιν» και τα λοιπά· περιγράφει τη μαρτυρική του πορεία πάνω στη γη. Το «αναβαίνομεν» και το «ανιστάμεθα» ο Χριστός τα λέει για το πρόσωπό Του, και ανάμεσα στα αυτά τα δύο βάζει το μαρτυρικό, φαίνεται, στοιχείο.

Προσέξτε, για να απαλύνει το μαρτυρικό και για να δείξει που είναι ακριβώς βατό, και είναι δυνατό, χρησιμοποιεί το ρήμα «παραδίδω» με δύο τρόπους. Λέει, «παραδοθήσεται ο υιός του ανθρώπου». Θα παραδοθεί· σημαίνει που ο ίδιος έχει μια στάση θετική: «παραδοθήσεται». Δεν Τον πάνε όπου θέλουνε. Και μετά, «παραδώσουσιν» Αυτόν· Τον παίρνουνε λοιπόν τον Χριστό, νομίζουν που Τον κυριαρχούνε, και μετά δεν ξέρουνε τι να Τον κάνουνε και Τον πάνε από εδώ και από εκεί. Είναι το περπάτημα του Χριστού ανάμεσα στον Άννα, στον Καϊάφα και στον Πιλάτο. Τον έχουν στα χέρια τους και δεν μπορούν τι να κάνουνε με Αυτόν. Αυτό σημαίνει πως η πορεία μας που κυμαίνεται ανάμεσα στην ανάβαση και στην ανάσταση, και έτσι πάντα είναι τα πράγματα, μπορεί να φαίνεται που χαρακτηρίζεται από τα δύσκολα, που τα λέμε μαρτυρικά· αλλά για να μην διαλυθεί ο λαός του Θεού, ακούγοντας το μαρτυρικό και το δύσκολο, θα ξέρει πως, εφόσον η πορεία του είναι ανοδική και είναι αναστάσιμη, το «ανάμεσα» είναι στα χέρια του. Και ο Χριστός παραδίδεται, δηλαδή, αφήνεται να φαίνεται ότι κάνουν αυτό που θέλουν πάνω Του, και μετά τους έχει στα χέρια Του Εκείνος. Εκείνος τους πάει όπου θέλει. Το άγγιγμά Του, λέει ο Χρυσόστομος, πάνω στους διώκτες του ήταν αγιαστικό. Ακόμη και οι σταυρωτές Του αγίασαν. Ακόμη και οι σταυρωτές Του ομολόγησαν. Αυτό το «παραδίδομαι», αυτό το ότι φαίνεται μαρτυρικό, εφόσον το επιτρέπει ο Θεός, σημαίνει που γίνεται και για δικό μας προσωπικό καλό, αλλά ακόμη περισσότερο για την αγάπη του κόσμου και για τον αγιασμό του κόσμου. Ποτέ το μαρτυρικό να μην το θεωρήσουμε κάτι το οποίο μας πιέζει και μας εξουθενώνει γιατί ακριβώς πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού και κρύβεται ο περαιτέρω, έμμεσος, αλλά πραγματικός, αγιασμός των διωκτών μας. Αυτός είναι ο πρώτος πόλος. Η προσωπική μας στάση μπρος στη ζωή.

Να ανεβούμε, να αναστηθούμε – τα δύσκολα που ζούμε κάθε μέρα· και αν τα κυριαρχήσουμε, να ξέρουμε που πίσω από εκεί κρύβεται η αγάπη του Θεού. Και όλα τα άλλα, μέσα από την αγάπη του Θεού, θα προσδιορίσουν τον αγιασμό των άλλων. Γι’ αυτό, βλέπετε, όταν περνούμε δύσκολες στιγμές, όταν πειραζόμαστε από τους άλλους, η προοπτική μας να μην είναι πόσο αντέχουμε ή δεν αντέχουμε εμείς. Η προοπτική μας να είναι τι αγιασμός μπορεί να περάσει απ’ τη δική μας απαντοχή. Και αυτή είναι η προοπτική της δυσκολίας και του πειρασμού που έρχεται. Ο Θεός επιτρέπει μέσα από εμάς, μέσα από το σταυρό μας, πολλοί άλλοι να αγιαστούν γύρω μας. Αν αυτό το αποτάξουμε και το πετάξουμε, χάνουμε την ευκαιρία της αναβάσεως και της αναστάσεως.

Και στον δεύτερο πόλο της διηγήσεως, ο Χριστός στρέφεται να περιγράψει το τι σημαίνει κυριαρχία και το τι σημαίνει εξουσία γιατί πολλοί λέει θέλουν, δοκούν, θέλουν, να κυριαρχήσουν και να εξουσιάσουν πάνω στα πράγματα του κόσμου. Προσέξτε τα δύο ρήματα που χρησιμοποιεί ο Χριστός: δεν λέει «κυριεύουν» και «εξουσιάζουν», λέει «κατακυριεύουν» και «κατεξουσιάζουν». Ενώ το «κυριαρχώ» και το «εξουσιάζω» είναι δωρεά δοθείσα από το Θεό μας. Εκείνος έδωσε στον άνθρωπο να κυριεύει πάνω στα πράγματα του κόσμου και να τα εξουσιάζει, που σημαίνει αγιαστικά, διακονικά και εν ταπεινώσει. Αυτό το «κατακυριεύω» και το «κατεξουσιάζω» δηλώνει ακριβώς τη διάλυση των δωρεών και των αγιασμένων δομών που έχουν μέσα τους οι λέξεις «κυριεύω» και «εξουσιάζω».

Είμαστε φτιαγμένοι να κυριαρχήσουμε στα πράγματα. Πρώτα στα πάθη μας και μετά πάνω στον κόσμο, και να εξουσιάσουμε όντας διάκονοι και λειτουργώντας τον αγιασμό των πραγμάτων. Δεν σας είπα πριν από λίγο πως και η δυσκολία και το μαρτύριο είναι για τον αγιασμό των άλλων; Αν λοιπόν το καταλάβουμε, με το δικό μας μαρτύριο θα διακονήσουμε την αλλαγή, την μεταμόρφωση του κόσμου. Αν δεν το καταλάβουμε, τότε θα πάρουμε την άλλη στάση και, αντί να εξουσιάσουμε στα πράγματα σταυρικά, θα «κατεξουσιάσουμε» και θα «κατακυριεύσουμε», όπως κάνουνε, είπε ο Χριστός μας, οι άρχοντες του κόσμου, και τότε θα διαλύσουμε τον κόσμο. Θα τον κάνουμε συντρίμμια από το εγωιστικό περπάτημά μας πάνω στη γη. Και τότε ακριβώς, αντί να αφήσουμε ίχνη αναστάσιμα στις καρδιές των άλλων, θα αφήσουμε τα ίχνη της βίας και τα ίχνη της εξαφανίσεως της δικής τους προσωπικής στάσεως.

Γι’ αυτό λέει, οι δικοί μου μαθηταί είναι για να διακονούν τον κόσμο· γι’ αυτό ήρθα εγώ και γι’ αυτό ήρθατε εσείς. Αυτά που είπε ο Χριστός σε αυτές τις λίγες γραμμές αποτελούν πραγματικά το ολοκληρωτικό σύστημα σκέψης, το πώς στεκόμαστε πάνω στη γη και τι κάνουμε για τον κόσμο. Ό,τι άλλο και να αναλύσουμε, ό,τι άλλο και να πούμε, για τον πόνο, για την αδικία, για τη διαμαρτυρία, είναι αποτυχία αν δεν καταλάβουμε αυτό το περιεχόμενο. Και ο Χριστός μας, πορευόμενος προς το πάθος, το έδωσε στους μαθητές Του, για να μην απογοητευτούν και να μην τα χάσουν και για να μπορούν να γίνουν  οι ίδιοι κήρυκες, βιωματικοί κήρυκες, αυτών των αληθειών. 

Αυτά λοιπόν τα οποία σήμερα αποκαλύφθηκαν στην αγάπη μας είναι για να ζήσουμε μέσα από μια σκληρή αλλά αναστάσιμη πραγματικότητα. Και αν δεν τα ζήσουμε αποτασσόμεθα το Ευαγγέλιο και απλώς κατακυριεύουμε τα πράγματα και τα εξουσιάζουμε, γινόμαστε δυνάστες και διαλυτές των πραγμάτων. Και τότε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια κοινωνία που θα έχει ισορροπία και μια κοινωνία που μπορεί να δώσει κάτι στη ζωή του κόσμου. Γιατί, από τα μικρά μεγέθη που έχουμε στα χέρια μας, τα διαλύουμε όλα· και μετά περιμένουμε οι άλλοι να κάνουνε κάτι για μας.

Θα διακονήσουμε και θα μαρτυρήσουμε αναστάσιμα, αν θέλουμε πραγματικά να καταλάβουμε τι σημαίνει το περπάτημά μας πάνω στη γη και τι σημαίνει το περπάτημα του Χριστού πάνω στη γη. 

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  


«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού».



«Το ακατάληπτο της αγάπης του Θεού». 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που έγινε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, στις 5/4/2009.

Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΕ  MP3 ΕΔΩ


Σεβασμιώτατε Δέσποτα, Σεβαστοί Πατέρες, Θεοφιλές πλήρωμα της Εκκλησίας μας

Τα σαράντα τέσσερα χρόνια της μακροχρόνιας καθ’ ημάς ασκήσεως της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας στην έρημο, ήταν πολλά ή όχι; Για τα μέτρα τα ανθρώπινα θα λέγαμε πολλά. Και πώς μπορούν να συγκριθούν αυτά τα τόσα πολλά χρόνια με το ένα δευτερόλεπτο της μετανοίας του ληστού πάνω στο σταυρό; Και οι δυο εισέρχονται στον Παράδεισο. Υπάρχει λογική σε τέτοιες ισορροπίες που εμείς τις λειτουργούμε ως μαθηματικές αναζητήσεις; Να τολμήσω να προσεγγίσω αυτό το ερώτημα αρχίζοντας λόγο σύντομο, και αξιοποιώντας την απάντηση που δίνει ο εν αγίοις πατέρας ημών o Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε αυτό το φοβερό και συγκλονιστικό ερώτημα. Ποια είναι τα μαθηματικά του Θεού και ποια είναι τα δικά μας; 
Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «εκείνο που μπορώ να καταλάβω περισσότερο από το Θεό είναι το ακατάληπτό Του. Και μάλιστα το ακατάληπτο της Αγάπης Του». Και τονίζει, «ω, βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα Αυτού, ερευνηθήναι ου δύναται. Πολλώ μάλλον καταληφθήναι αδύνατον. Τα κρίματα Αυτού ανεξερεύνητα. Η ωδή Αυτού ανεξιχνίαστη. Η ειρήνη Του υπερέχει πάντα νουν. Η δωρεά Του ανεκδιήγητος». 
Αρχίζοντας το λόγο μας με αυτόν τον προβληματισμό, πιθανώς να αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι το πώς μπορούμε να εννοήσουμε τα πράγματα του Θεού είναι πολύ σχετικό. Και σίγουρα ακολουθώντας τη διδασκαλία των Πατέρων μας, είναι καλύτερα να αφηνώμεθα στα χέρια Του, παρά να ψάχνουμε το πώς και το γιατί. Αλήθεια, σκεφτήκατε γιατί την πρώτη φορά που μίλησε ο Κύριος στον προφήτη Ωσηέ … την πρώτη φορά που μίλησε, προσέξτε, είπε: «πήγαινε και πάρε γυναίκα σου μια πόρνη. Κι έτσι τα παιδιά που θα κάνεις μαζί της δεν θα έχουν καθόλου δικαιώματα». Πρώτη φορά ομιλεί ο Θεός στον Ωσηέ και του λέει να πάρει μια πόρνη. Ανεξιχνίαστο. Βέβαια οι Πατέρες της Εκκλησίας μετά τόλμησαν να προσεγγίσουν το κείμενο ερμηνευτικά και να πούνε : μα φυσικά θα πάρει ο Ωσηέ μια πόρνη, μια που ο Θεός μετά, μέσα από το έργο της Θείας οικονομίας Του, διάλεξε να αγαπήσει εμάς που είμαστε πόρνοι. 
Αλήθεια, ποια λογική, φιλοσοφική ή ακόμη και θεολογική, μπορεί να εξηγήσει το ανεξιχνίαστο της αιτήσεως του Θεού προς τον Αβραάμ για να θυσιάσει το γιο του; Μυστήριο ιλιγγιώδες. Το προσέγγισε -σχετικώς πως- ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγοντας ότι «μας προετοίμαζε ο Θεός. Εκείνος το Υιό του θυσίασε. Κι εμείς ανοίξαμε τον δρόμο για Αυτόν, μιας και τολμήσαμε μέσα από το χέρι του Αβραάμ, να θυσιάσουμε το γιο του». 
Όπως και να’ χουν τα πράγματα, οι βουλές του Θεού που λειτουργούν πάντοτε αγαπητικά δεν μπορούν να ερευνηθούν. Γι’ αυτό η ζωή μας είναι καλύτερο να λειτουργήσει σε αυτό το μυστήριο που κατανοείται σχετικώς πως, για να γίνουμε ελεύθεροι. Για να βοηθήσω αυτήν την κουβέντα που αρχίσαμε τώρα, θα αφήσω κάποια στίγματα από την ιστορία της Εκκλησίας μας. Θα σας δώσω κάποιες μικρές πτυχές ζωής κάποιων αγίων, οι οποίοι μέσα από το παράλογο μερικές φορές που έζησαν, ήρθαν όχι μόνο σε επίγνωση του Θεού, ήρθαν σε ύψη αγιότητας. 

 

Να, να θυμηθούμε συμβολικά αγίους αρκετά αγνώστους στη δική μας σκέψη. Την Οσία Αθανασία τη θαυματουργό, την εν Αιγίνη. Από μικρό παιδί διακρινόταν για την αρετή της. Και επιθυμούσε να αφιερωθεί στο Χριστό, να γίνει μοναχή. Οι γονείς της όμως την υποχρέωσαν να παντρευτεί. Δεκαέξι μέρες μετά το γάμο της κάποιοι βάρβαροι επιτέθηκαν στο νησί, στην Αίγινα, και σκότωσαν τον άντρα της. Η Οσία σκέφτηκε να επωφεληθεί από το γεγονός πια και να επιτελέσει τον πόθο της. Να γίνει μοναχή. Αλλά τότε εξεδόθη ένα αυτοκρατορικό διάταγμα που όριζε την εποχή εκείνη όλες οι χήρες κι ανύπαντρες κοπέλες να νυμφεύονται ειδωλολάτρες. Η Αθανασία έκανε υπακοή στο νόμο. Και σύναψε δεύτερο γάμο. Όμως το παράδειγμα των αρετών της επηρέασε τόσο πολύ τον ειδωλολάτρη σύζυγό της, που μετά έγινε μοναχός. Ποιες είναι οι βουλές του Θεού; Ποιος θα το περίμενε; Μέσα από ανέλπιστα γεγονότα ζωής, η αγία Αθανασία όχι απλώς να σώζεται η ίδια και να γίνεται αγία, [αλλά] να διασώζεται και ο δεύτερος άντρας της, ο ειδωλολάτρης.  

 

Ποιος έχει σκεφτεί άραγε το μυστήριο που λειτουργήθηκε στη ζωή ενός μεγάλου Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας; Του αγίου Βασιλείου επισκόπου Ριαζάν. Η βιοτή του ήταν άμεμπτη. Και το υπόδειγμα των αρετών που οικοδομούσε ήταν ακραίο. Ο διάβολος θέλησε να δοθεί εντύπωση ότι ο επίσκοπος αυτός ζούσε βίο ακόλαστο. Πήρε λοιπόν τη μορφή νεαρής κοπέλας και εμφανιζόταν στο παράθυρο της επισκοπικής κατοικίας. Ο λαός σκανδαλισμένος από το θέαμα απεφάσισε να τιμωρήσει τον επίσκοπο. Χωρίς να προηγηθεί εκκλησιαστικό δικαστήριο. Ήταν σίγουροι για την πτώση του επισκόπου. Μια μέρα που το συγκεντρωμένο πλήθος είδε την κοπέλα να φεύγει από το σπίτι του επισκόπου, οι φήμες πολλαπλασιάστηκαν. Ακούγονταν διάφορες κατηγορίες και κάποιοι μάλιστα απειλούσαν να σκοτώσουν τον επίσκοπο. Ο Άγιος κατόρθωσε να πάρει αναβολή, έτσι ζήτησε, μόνο λίγες ώρες. Τη νύχτα προσευχήθηκε πολύ. Ετέλεσε αγρυπνία. Και κατόπιν μετέβη στον καθεδρικό ναό της πόλης του. Κι ανέπεμψε δέηση. Και κατόπιν εναποθέτοντας κάθε ελπίδα του στην Παναγία, με ένα εικόνισμά της στα χέρια του κατευθύνθηκε στον ποταμό Όκα που είναι πλάι στην πόλη αυτή. Ο λαός τον περίμενε για να τον σκοτώσει. Ο Άγιος πήρε τότε τον μανδύα του τον άπλωσε στα νερά του ποταμού και ανέβηκε το ποτάμι σα να ήταν βάρκα. Το είδε ο λαός. Και κατάλαβαν ότι κατέκριναν τον άγιο. Γιατί ο Θεός το επέτρεψε; Γιατί ο Θεός το άφησε; Είναι περιττό το ερώτημα. Το είπαμε. Οι βουλές του Θεού είναι ανεξιχνίαστες. Αλλά όλα αυτά με άλλο τρόπο -και μοναδικό τρόπο- ωφέλησαν το λαό. Κι ακόμη περισσότερο τον επίσκοπο. 


Η μακαρία Σοφία (εδώ) καταγόταν από τη Θράκη. Ήταν παντρεμένη και μητέρα έξι παιδιών. Οι φροντίδες όμως του σπιτιού της δεν την αποσπούσαν από τα καθήκοντα της ευσεβείας της. Την προσευχή και τον εκκλησιασμό. Επιστρέφοντας στο σπίτι περνούσε μεγάλο μέρος της νύχτας προσευχόμενη. Έγινε το ανέλπιστο. Τα έξι παιδιά της από κάποιους λόγους νόσων πέθαναν το ένα μετά το άλλο. Τότε εκείνη μοίρασε όλα τα υπάρχοντά της στους φτωχούς κι έγινε μητέρα άλλων ορφανών παιδιών. Και στήριγμα στις χήρες. Μην έχοντας άλλη μέριμνα από το να ευαρεστεί το Θεό, πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής της με νηστεία και προσευχή. Τα μάτια της ήτανε αστείρευτη πηγή δακρύων. Η τραγωδία του θανάτου έξι παιδιών της άλλαξε πιο βαθιά τη ζωή της. Θα μπορούσε να γίνει αγία και χωρίς τον θάνατο των παιδιών της. Δεν ξέρω το γιατί. Αλλά η τραγωδία δεν ερευνάται. Ερευνάται η κατάληξη. Πού μας πάει η τραγωδία. 


 

Μην ξεχνάτε την ιστορία μιας άλλης Αγίας της Εκκλησίας μας. Της αγίας Ισιδώρας. Της δια Χριστόν σαλής. Ήταν στο μοναστήρι του Ταβενησίου, στην αντίπερα όχθη του Νείλου. Εγκαταβίωνε εκεί και υποκρινόταν τη σαλή. Με σκοπό να επισύρει πάνω της τη χλεύη των ανθρώπων. Ντυμένη στα κουρέλια, επιτελούσε τις πιο ταπεινές εργασίες του μαγειρείου. Και για τροφή αρκούνταν στα ψίχουλα που μάζευε από την τράπεζα. Μιας κι οι άλλες μοναχές την περιφρονούσαν ως τρελή, και μερικές έλεγαν ότι είναι δαιμονισμένη. Μια μέρα ήρθε στο μοναστήρι κατόπιν εντολής Αγγέλου ο άγιος Πιτιρούν. Μεγάλος άγιος της ερήμου του Ταβενησίου. Ονομαστός ασκητής. Κι αφού είδε τις αδελφές, ζήτησε να δει την Ισιδώρα. Αλλά κρίθηκε σωστό να μην έρθει για να μην ρεζιλευτεί η κοινότητα από τη σαλότητά της. Εκείνος όμως επέμενε. Και τότε μόλις ήρθε η Ισιδώρα, ο άγιος Πιτιρούν έπεσε στα πόδια της λέγοντας : «ευλόγησον». Στις αντιρρήσεις ότι η αδερφή αυτή ήταν σαλή και άξια περιφρόνησης, εκείνος απήντησε στις μοναχές ότι αυτή πρέπει να είναι η πνευματική μητέρα τους. Ανέλπιστα γεγονότα αποκαλύπτουν μέσα από την αγάπη του Θεού την αγιότητα της αγίας. Μπορεί και να μην αποκαλυπτόταν. Θα παρέμενε αγία. Αλλά η αγάπη του Θεού έτσι το θέλησε. Για την ταπείνωση των άλλων αδελφών και τη σωτηρία τους. 
Ποιος έχει ακούσει την ιστορία εκείνων που νομίζουμε πως είναι ζευγάρι, όταν στα συναξάρια της ημέρας της γιορτής τους ακούμε «μνήμη των Οσίων Θεοφάνους και Πανσέμνης»; Όλοι πιστεύουμε πως είναι ένα αγιασμένο ζευγάρι το οποίο ασκήθηκε θεοφιλώς μέσα στο γάμο κι αγίασε. Ακούστε το παράξενο της ιστορίας τους. Ο Άγιος Θεοφάνης ζούσε στην Αντιόχεια. Προήλθε από γονείς ειδωλολάτρες. Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 χρόνων. Και τρία χρόνια αργότερα η γυναίκα του εκοιμήθη. Άλλη ήταν η γυναίκα του. Όχι η Πανσέμνη. Τότε έλαβε το βάπτισμα και εγκλείστηκε σε ένα μικρό κελάκι, όχι μακριά από την Αντιόχεια. Για να εργαστεί προς σωτηρία της ψυχής του. Έμαθε ότι εκεί κοντά στην Αντιόχεια, η οποία ήταν μεγάλη και περίφημη πόλη αλλά και πολύ αμαρτωλή ταυτόχρονα, ζούσε μια πόρνη που λεγόταν Πανσέμνη κι έκανε πολλά πράγματα για να απολεστούν οι ψυχές των ανθρώπων λόγω του αμαρτωλού επαγγέλματός της, προσευχήθηκε πολύ στο Θεό. Και του ήρθε ένας φωτισμός. Άφησε το ερημητήριο του και κατέβηκε στο σπίτι του πατέρα του και του ζήτησε, αυτός ο ασκητής ο μοναχός, δέκα λίτρες χρυσού για να παντρευτεί. Έβγαλε τον τρίχινο χιτώνα του, φόρεσε λαμπρά ενδύματα και πήγε στο σπίτι της Πανσέμνης της πόρνης. Αφού έφαγε και ήπιε, τη ρώτησε πόσο καιρό είναι σε αυτό το άθλιο επάγγελμα. Δώδεκα χρόνια, του είπε. Όμως από όλους τους εραστές μου εσύ είσαι ο ομορφότερος, του είπε εκείνη. Και τότε είπε ο Θεοφάνης, «αφού είμαι όμορφος, θέλεις να με παντρευτείς»; Και της είπε μάλιστα, «να, πάρε και χρυσάφι σαν προίκα σου». Εκείνη δέχτηκε. Και της είπε : «πάμε να κάνουμε τις ετοιμασίες του γάμου». Πήγε λοιπόν εκεί που ήταν το κελί του κι απέναντι έκτισε ένα άλλο κελί κοντά στο δικό του. Και επέστρεψε για να επιτελέσει την υπόσχεσή του, το γάμο με την Πανσέμνη. Βέβαια της είπε : «επειδή είμαι χριστιανός, σε παρακαλώ πρέπει να γίνεις χριστιανή για να παντρευτούμε». Εκείνη δίστασε στην αρχή, αλλά το δέχτηκε. Δεν είχε να χάσει και τίποτε. Ωραίος άντρας, νέος και πολλά χρήματα. Κι άρχισε η κατήχηση. Κατά την περίοδο της κατηχήσεως άκουσε η Πανσέμνη για την μέλλουσα κρίση. Και ότι όλες μας οι αμαρτίες μας θα κριθούν από το Θεό. Κι ανάλογα θα κριθούμε για τη σωτηρία μας. Και περιήλθε σε σωτήρια συντριβή. Βαπτίστηκε, ελευθέρωσε τους δούλους της, μοίρασε όλη την περιουσία που απέκτησε με τις αμαρτίες της, και αποσύρθηκε στο κελί που ετοίμασε γι’ αυτήν ο Θεοφάνης. Και οι δυο ασκήθηκαν θεοφιλώς. 
Πράγματι ανεξιχνίαστες οι βουλές του Θεού. Το ανέλπιστο. Καμιά φορά αφήνουμε το Θεό να λειτουργήσει πάνω στη ζωή μας το ανέλπιστο; Ήταν τολμηρό αυτό που έκανε ο Θεοφάνης. Αλλά για το Θεό τα τολμηρά είναι σωτήρια. Μήπως κάποια φορά το μυαλό μας είναι τόσο στατικό και τόσο κλεισμένο, ακόμη - να τολμήσω να το πω- και σε χριστιανικές συμβατικότητες, και δεν αντέχουμε αυτό το ξεπέρασμα; Αυτή την έξοδο; 
Μέσα από αυτές τις σκέψεις πιθανώς μπορώ να καταλάβω τον Άγιο Ευθύμιο της Ουσδαλίας. Μια μεγάλη περιοχή της Ρωσίας όπου ήταν επίσκοπος. Είχε πολλές αρετές αλλά τις έκρυβε. Και ποτέ δεν τις απεκάλυπτε. Το μόνο που κατάλαβαν από αυτόν ήταν η απάντηση που έδινε στο ερώτημα που τον ρωτούσαν. Άνθρωπε του Θεού, ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή, μας λες; Κι απαντούσε «η κρυφίως επιτελουμένη». Κι όλη η ζωή ήταν ένα κρυφτούλι. Όχι από το Θεό. Από τα μάτια των ανθρώπων. Μετά ο Θεός τον δόξασε και τον αγίασε. Άλλη τρέλα. Άλλη υπέρβαση. Ποια η μεγαλύτερη αρετή; Η «κρυφίως επιτελουμένη»! 

 


Αν δεν σας κούρασα ήδη, να μιλήσω με δυο λόγια για έναν άλλον άγνωστο Άγιο και πάλι της Ρωσικής γης. Τον άγιο Αρτέμιο της Βέρκολα. Ήταν νέο παιδί 13 χρονών όταν βρισκόταν στο χωράφι του για να δουλέψει εκεί που ήταν τα χωράφια του πατέρα του. Χτύπησε κεραυνός μέσα σε μια καταιγίδα και πέθανε 13 χρονών. Τι είχε κάνει αυτό το παιδί άραγε; Τι άσκηση πρόλαβε να κάνει; Οι χωρικοί βλέποντας ότι το παιδί πέθανε από τον κεραυνό, θεώρησαν ότι ήταν μια κατάρα θεϊκή και μάλιστα ότι το παιδί ήταν πολύ αμαρτωλό. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε από το Θεό. Γρήγορα-γρήγορα τον έθαψαν κάτω από κάτι ξερόκλαδα μπας και δαιμονιστούν από τον κακό άνθρωπο που χτυπήθηκε από την οργή του Θεού, όπως έλεγαν. Εικοσιδύο χρόνια αργότερα -το 1547- ένας νεωκόρος του ναού του Αγίου Νικολάου της περιοχής, ο Αγάθων, είδε στον τόπο εκείνον ένα φως μυστηριώδες. Κι ανακάλυψε το σώμα του παιδιού. Το οποίο ευωδίαζε. Κι από τότε και μετά άρχισε να κάνει ατέλειωτα θαύματα. Τι έκανε αυτό το παιδί στη ζωή του; Κανείς δε το ξέρει. Το μυστήριο του Θεού. Το μυστήριο της αγάπης του Θεού. Οι ανεξιχνίαστες βουλές Του. Ποιος μπορεί να τις συλλάβει; Ποιος μπορεί να τις προσεγγίσει; 
Ποιος μπορεί να καταλάβει το μυστήριο της ανεξιχνίαστης βουλής του Θεού που παίχτηκε εκεί - το Μάιο του ’41- στη Σερβική γη; Όταν οι συνεργάτες των Ναζί, οι Ουστάσι, συνέλαβαν κάποιους δήθεν στασιαστές ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο γιος του ιερέα της περιοχής - ο γιος ενός ευσεβούς ιερέως. Ήταν ο πατήρ Μπράνκο Ντομπροσάλεβιτς. Συνέλαβαν το γιο του και πήγαν να τον εκτελέσουν με τους άλλους. Και πήραν μαζί και τον ιερέα. Εκτέλεσαν μπρος στα μάτια του το γιο του και του είπαν, «ξέρεις γιατί σε φέραμε; Για να κάνεις την νεκρώσιμή του ακολουθία». Ο ιερέας, ευσεβέστατος ων, τους είπε : «βεβαίως». Κι έκανε πλήρως την Ορθόδοξη ακολουθία. Υπάκουσε στο θέλημα του Θεού. Και μόλις είπε το «δι’ ευχών», τον εξετέλεσαν. Μυστήριο η αγάπη του Θεού. Και πώς αναδεικνύει τους Αγίους. 

 

Τι έκανε το μυστήριο του Θεού στην καρδιά του οχτάχρονου Ιωάννη του Κινέζου όταν στο μεγάλο αντιχριστιανικό κίνημα των Μπόξερς στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μαρτύρησαν πολλοί Κινέζοι Ορθόδοξοι. Έπιασαν το παιδί και το ακρωτηρίασαν και του είπαν: «Πονάς; Υποφέρεις;» Και είπε το παιδάκι, «δεν είναι δύσκολο να υποφέρει κανείς όταν είναι με το Χριστό». Τι μυστήριο έκανε αυτό το παιδάκι να πει ότι δεν υποφέρει; Τι μυστήριο επέτρεψε κατά τη δική μας την εσφαλμένη λογική ένα παιδάκι οχτώ χρονών να πεθάνει; 
Ποιος ξέρει για τον Άγιο Μάλχο από τη Συρία; Που έφυγε κρυφά από το σπίτι του το πατρικό γιατί ήθελαν να τον παντρέψουν. Κι εκείνος δεν ήθελε. Ήθελε να γίνει μοναχός. Και πήγε κι έγινε μοναχός. Κοντά στην Αντιόχεια και πάλι. Όταν πέθανε ο πατέρας του γύρισε σπίτι για να παρηγορήσει τη μητέρα του. Και να ρυθμίσει κάποιες υποθέσεις οικογενειακές. Παρόλη την εντολή του γέροντά του, “μη γυρνάς πίσω, κάνε προσευχή για τον πατέρα σου”. Έγινε επιδρομή Σαρακηνών και τον συνέλαβαν οι Σαρακηνοί σα δούλο. Τον πούλησαν μαζί με μια γυναίκα σε ένα καραβάνι. Αυτός που τους αγόρασε τους υποχρέωσε να παντρευτούν. Πού να το περίμενε ο Μάλχος. Από μια ανυπακοή να βρεθεί με το ζόρι παντρεμένος. Αλλά ο Θεός έχει άλλες βουλές. Στο χείλος της απελπισίας ο Μάλχος σκεφτόταν να αυτοκτονήσει. Όταν τότε αυτή η γυναίκα με την οποία δια της βίας τον πάντρεψαν του πρότεινε να ζήσουν με αγνότητα και να παραμείνουν ως ασκητές σε όλη τη ζωή τους. Διδάχτηκε από τη γυναίκα ο Μάλχος. 


 

Και τελειώνοντας πώς να ξεχάσω άλλες ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού μας. Ας τελειώσω με τον Άγιο Θαλάσσιο το Λίβυο. Από τη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος. Αν ψάξετε το συναξάρι της ζωής του δεν θα δείτε κάτι που να μυρίζει -έτσι φαίνεται- αγιότητα. Άλλα τα μέτρα του Θεού όμως. Ο Θεός επέτρεψε να συναντήσει εκεί στη Λιβύη ο Άγιος Θαλάσσιος έναν από τους μεγαλύτερους Αγίους της Εκκλησίας μας. Τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Και επειδή είχε πολλά ερωτήματα, τον ρώτησε μερικά. Κι ο άγιος Μάξιμος του απαντούσε. Του είπε : “τώρα φεύγεις για το ταξίδι σου. Μπορώ να σου γράφω γράμματα και να μου απαντάς; ” «Ναι» του είπε ο Άγιος Μάξιμος. Άρχισε να του γράφει γράμματα. «Απορίες του Αγίου Θαλασσίου». Κι ο άγιος Μάξιμος απαντούσε. Έχουν εκδοθεί αυτές οι απαντήσεις. Απαντούσε, απαντούσε, απαντούσε. Κι ο άγιος Θαλάσσιος αυτά που έβλεπε γραμμένα άρχισε να τα ζει. Κι άρχισε η ζωή του να είναι μια μίμηση του αγίου Μαξίμου. Ολόκληρη η ζωή του. Ζούσε από τα γράμματά του. Κι είπε αυτός ο άγιος άνθρωπος μου δίνει απαντήσεις κι εγώ θα είμαι μόνο αναγνώστης; Κι όλη η ζωή του έγινε αγιασμένη. Και τόσο πολύ φωτίστηκε, που στο τέλος έγραψε κι αυτός ένα περίφημο έργο. «Περί αγάπης κι εγκρατείας». Σπουδαίο έργο. Με τέσσερις εκατοντάδες κεφαλαίων. Μιμούμενος τον άγιο Μάξιμο. Από μια γνωριμία. Από κάποια γράμματα. Οι βουλές του Θεού. Το ανεξιχνίαστο του Θεού. Αυτό που δεν μπορείς να καταλάβεις. «τις γαρ έγνω νουν Κυρίου»; 
Η Αγία Μαρία η Αιγυπτία 44 χρόνια στην Αίγυπτο. Ο ληστής σε ένα λεπτό. Δεν είναι αυτά τα μαθηματικά σωστά. Ο Θεός έχει άλλα μαθηματικά για κείνους σίγουρα τους αγίους που ανέφερα και για όλους εμάς. Το μυαλό μας να είναι πάντοτε ανοιχτό στην αγάπη του Θεού. Το πώς και το γιατί και το πόθεν μπορεί να είναι ανθρώπινα ερωτήματα. Και δεν τα απεμπολούμε. Αλλά έχουμε την τόλμη να ξεπεράσουμε τα δικά μας μαθηματικά για να μπούμε μέσα στην αγάπη του Θεού που έχει άλλα μαθηματικά; Και μας σώζει με έναν άλλο τρόπο; Μέσα από μια σαλότητα και μέσα από μια έξοδο;
Εύχεστε Σεβασμιώτατε Δέσποτα η ζωή μας να χαρακτηριστεί από αυτή την ελευθερία κι από αυτήν την έξοδο!

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις