Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος της Μονής Μηδικίου.



Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής 
Ηγούμενος της Μονής Μηδικίου. 

Ο πατέρας του γίνεται Μοναχός

Ο Άγιος Νικήτας, ήταν γέννημα της Καισαρείας, που βρίσκεται στη Βιθινία της Μικράς Ασίας. Γεννήθηκε δε γύρω στο 700 μ.Χ. Οι γονείς του, ήταν άρχοντες της πόλεως αυτής και είχαν σαν φροντίδα τους την λύση των διαφορών των κατοίκων και την βοήθεια των αδυνάτων. Βοηθούσαν κάθε άνθρωπο, που θα τους χτυπούσε την πόρτα. Τον πατέρα του Οσίου τον έλεγαν Φιλάρετο, της δε μητέρας του το όνομα μας είναι άγνωστο γιατί η ευσεβής αυτή γυναίκα, αφού γέννησε τον Όσιο, σε οκτώ ημέρες αναχώρησε δια την Βασιλεία των Ουρανών. 
Τα παιδικά του χρόνια, ο Όσιος Νικήτας, τα πέρασε κάτω από την στοργική φροντίδα της γιαγιάς του. Όταν έφθασε δώδεκα ετών, ο πατέρας του του έδωσε ένα μεγάλο κομμάτι της περιουσίας για να μη δυστυχίσει στη ζωή. Το υπόλοιπο μέρος, ο ευσεβής Φιλάρετος το χάρισε στην Εκκλησία και στα διάφορα γηροκομεία και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, που είχε η Εκκλησία. Μετά από αυτά ο Φιλάρετος, αναχώρησε από την Καισαρεία και έγινε Μοναχός, θέλοντας να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέσα σε μια ατμόσφαιρα καθαρά πνευματική, που να ευωδιάζει από την αγιότητα. Ο Νικήτας έμαθε τα ιερά Γράμματα, από τον τότε Επίσκοπο Καισαρείας. Αυτός λοιπόν ο Επίσκοπος, έκανε τον Νικήτα, Αναγνώστη των Ιερών Γραμμάτων και τον τοποθέτησε στις τάξεις του Κλήρου της Εκκλησίας. Ο Όσιος κατά την διάρκεια της μαθήσεως του, έδειξε μεγάλη ευφυΐα και διάβασε όλα τα Ιερά βιβλία, μέσα σε συντομότατο χρονικό διάστημα. 
Ασκητής μέσα στο σπήλαιο 
Αλλά όμως η θεία Χάρις έκανε πάλι το θαύμα της. Ανοιξε τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής του. Το πατρικό παράδειγμα που πήγε και έγινε Μοναχός, είχε βαθιά επίδραση στην νεαρή ψυχή του Οσίου. Και έτσι, αφού θέρμανε την πίστη του από την φλόγα του θείου έρωτος, εγκατέλειψε όλα τα υπάρχοντά του και βγήκε έξω από την πόλη, με τον σκοπό να αφιερωθεί στον Μοναχικό βίο. 
Επεσκέφθη ένα σπήλαιο, που χρησίμευε ως κατοικία ενός Μοναχού, του Στεφάνου, και του ανέφερε την ζωηρή επιθυμία του να γίνε και αυτός Μοναχός. Ο Στέφανος τον δίδαξε και κατόπιν τον προέτρεπε να πάει να παραδώσει τον εαυτό του στη κοινοβιακή ζωή. 
Στο Μοναστήρι του Μηδικίου 
Ο Όσιος Νικήτας υπήκουσε στα λόγια του γέροντα Στεφάνου και ξεκίνησε για την νέα του ζωή. Ο Θεός οδήγησε τον Όσιο στο Μοναστήρι του Μηδικίου. Ηγούμενος στο Μοναστήρι αυτό ήταν ο Όσιος Νικηφόρος, του οποίου η ζωή έλαμπε από αγιότητα. Ο Νικηφόρος, όταν έμαθε τον ερχομό του νέου, φωτίσθηκε από το Άγιο Πνεύμα και είδε στην ψυχή του Νικήτα την βαθιά ευσέβεια, και την προσήλωση του στον Θεό. Τον δέχθηκε στη μοναχική αδελφότητα του Μηδικίου. Η Μονή του Μηδικίου βρισκόταν στα Μουδανιά της Μ. Ασίας. Αυτός δε ο Ηγούμενος Νικηφόρος τόσο πολύ θαύμασε την αρετή του Οσίου Νικήτα, ώστε σκέφθηκε να τον ανεβάσει στο αξίωμα του Ιερέως και να του αναθέσει την φροντίδα του μοναστηριού. 
Χειροτονείται από τον Πατριάρχη Ταράσιο 
Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Νικηφόρος με τον Νικήτα και φθάσανε στην Κωνσταντινούπολη Εκεί συναντησαν τον τότε Πατριάρχη Ταράσιο. Ο αγιώτατος αυτός Πατριάρχης, όταν έμαθε την αρετή του Νικήτα, τον χειροτόνησε ιερέα. Όταν επιστρέψανε, ο Νικηφόρος ανέθεσε στον Ιερέα Νικήτα την διεύθυνση του Μοναστηριού, διότι αυτός ήταν γέροντας και άρρωστος από μια σοβαρή ασθένεια. Έτσι ο Νικήτας έγινε ο δεύτερος στο Μοναστήρι, μετά τον Ηγούμενο. Αυτό δεν τον έκανε υπερήφανο και εγωιστή, αλλά αντιθέτως ήταν αφορμή να ταπεινώνεται μπροστά στην θεία Παντοδυναμία και να σκεφθεί βαθύτερα την βαριά αποστολή, που του ανέθεσε ο Θεός. 
Όλη του η ημέρα περνούσε με νηστεία και προσευχή και διδασκαλία στους Μοναχούς και εργασία. Επί των ημερών του, το μικρό Μοναστήρι του Μηδικίου, έγινε κέντρο πνευματικό, στο οποίο έτρεχαν μοναχοί από όλα τα μέρη του Βυζαντινού Κράτους. Η αγιότης του Οσίου Νικήτα είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε ο Θεός του χάρισε πλούσια τα δώρα της θείας Χάριτος. Έλαβε ο Όσιος, το προορατικό χάρισμα, να προβλέπει δηλαδή τα γεγονότα, που επρόκειτο να συμβούν. Επίσης έλαβε και το χάρισμα να θαυματουργεί. 
Μετά από λίγο καιρό, ο Μακάριος Νικηφόρος, ο ευσεβής αυτός ηγούμενος, ανεχώρησε για την άλλη ζωή, και ο Όσιος Νικήτας ανέλαβε όλες τις ευθύνες του Μοναστηριού. 
Στον καιρό της Εικονομαχίας 
Ο Ιωάννης ο Γραμματικός ήταν μεν πολύ μορφωμένος, αλλά και πολύ κακός στην ψυχή. Ο ασεβής αυτός άνθρωπος επί του ασεβούς αυτοκράτορος Λέοντος του Αρμένιου, χρησιμοποίησε την μόρφωση του και όλες γενικά τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την καταπολέμηση της Ορθοδοξίας. Έλαβε πολλά χρήματα από τον αυτοκράτορα και άρχισε το καταστρεπτικό έργο του. Ο Ιωάννης βρήκε και άλλους κακόψυχους και πονηρούς ανθρώπους που ήθελαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδια του. 
Οι πονηροί αυτοί άνθρωποι συμβούλεψαν τον αυτοκράτορα να καλέσει τον Πατριάρχη, όλους τους κληρικούς της αυτοκρατορίας και όλους τους ηγουμένους των μοναστηριών. 
Να ειδοποιήσει δε ότι τους ζητά, για κάποια επείγουσα υπόθεση. Του είπαν ακόμη, ότι όταν έλθουν όλοι αυτοί να τους μιλήσει με καλό τρόπο για να τους πάρει με το μέρος του. 
Αυτοί κατόπιν θα τους αποστομώσουν και ο βασιλεύς εν συνεχεία θα νομοθετήσει μπροστά στους υπηκόους του αυτό που θέλει. Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι όλα αυτά, που του προτείνουν είναι πολύ συμφέροντα και γι αυτό την επομένη ημέρα διέταξε και συγκεντρώθηκαν έξω από τα ανάκτορα οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πατριάρχης Νικηφόρος. Ο Νικηφόρος ήταν πολύ συνετός και ευσεβής πατριάρχης και ούτε ίχνος από τα σατανικά σχέδια του αυτοκράτορα γνώριζε. Οι Πατέρες επειδή αντελήφθησαν, ότι οι λόγοι του βασιλέως είναι γεμάτοι από ψευδός και υποκρισία φώναξαν: 
Αυτοκράτορα, καταλάβαμε την εναντίον της Ορθοδοξίας συνωμοσία. Μάταια προσπαθείς να συζητήσεις μαζί μας, χρησιμοποιώντας την δύναμη σου και την εξουσία σου. 
Οι Πατέρες έχουν απαγορεύσει την συζήτηση γι αυτό το θέμα. Οι άγιοι Πατέρες έχουν ειπεί ότι κάθε άγια εικόνα θα προσκυνήται και τώρα και στους αιώνες. Εσύ, είσαι υπεύθυνος για τις υποθέσεις του κράτους και όχι για τα θέματα της πίστεως και της θρησκείας. Γι αυτά είναι υπεύθυνος η Εκκλησία και ο Πατριάρχης. 
Μεταξύ των Πατέρων, οι οποίοι ήσαν εμπρός στον αυτοκράτορα, ήτο και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, θερμός αγωνιστής και υποστηρικτής της Ορθοδοξίας. Θέλησε λοιπόν να αντισταθεί ο Θεόδωρος ο Στουδίτης στον αυτοκράτορα. 
Δεν αρμόζει σε σένα αυτοκράτορα, είπε ο Στουδίτης, να ασχολήσαι με τα ζητήματα της Εκκλησίας. Εμείς δεν θα υπακούσουμε σε σένα, διότι ο Απόστολος λέγει, ότι μόνον οι Προφήτες, οι ποιμένες και οι διδάσκαλοι έχουν διορισθεί από τον Θεό, για να ρυθμίζουν τα θέματα της Εκκλησίας. Ματαίως λοιπόν συ προσπαθείς να μας πείσεις, διότι εμείς δεν θα υπακούσωμε σε ότι θα πεις. 
Ο βασιλεύς, επειδή οργίσθηκε από τους λόγους των Πατέρων, τους εξόρισε, ενώ τους μοναχούς τους έκλεισε στα μοναστήρια, και διέταξε συγχρόνως να καταδικάζεται σε θάνατο, όποιος υπερασπίζει την προσκύνηση των εικόνων. Επίσης τον ακλόνητο μοναχό τον Θεόδωρο Στουδίτη εξόρισε μέχρι του θανάτου του. 
Ο Όσιος Νικήτας φυλακίζεται 
Έπειτα από τα γεγονότα αυτά ο βασιλεύς διέταξε να έλθουν στα ανάκτορα οι ηγούμενοι των μοναστηριών που ευρίσκονται έξω από την Πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και ο θαυμαστός Νικήτας. Ο αυτοκράτορας άρχισε να ομιλεί προς τους μοναχούς με λόγους γλυκείς. 
Από εσάς, πνευματικοί Πατέρες, είπε ο βασιλεύς, τίποτε το παράδοξο δεν ζητώ. Λέγει η Γραφή: «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν, εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυκείν». Συμφώνως προς αυτό, συνέχισε ο ασεβής αυτοκράτορας, είναι περιττό, αφού ο Θεός είναι Πνεύμα, να ζωγραφίζουμε και να προσκυνούμε τον Χριστόν και τους Αγίους στις εικόνες. 
Στους λόγους του αυτοκράτορα απάντησε με παρρησία ο Όσιος Νικήτας. 
Βασιλεύ, φαίνεται, ότι δεν γνωρίζεις τον λόγο για τον οποίο είπε το ρητό αυτό ο Κύριος, και δεν παραδέχεσαι ακόμη την ενανθρώπηση του Κυρίου.
Ο βασιλεύς, όταν αντελήφθη, ότι δεν επέτυχε τον σκοπό του, θύμωσε και αμέσως φυλάκισε τον όσιο Νικήτα σε υγρή, στενή και σκοτεινή φυλακή, δια να πεθάνει πολύ γρήγορα. 
Εξόρισε ακόμη τον Πατριάρχη, ο οποίος από την πρώτη στιγμή είχε αντισταθεί στα σχέδιά του, και όλους τους Ορθοδόξους κατεδίωξε. Στον πατριαρχικό θρόνο ο ανόητος βασιλεύς ανεβίβασε τον Θεόδοτο, άνθρωπο, ο οποίος ήταν ανήθικος, ανόητος και είχε άθλια ψυχή. 
Οι Πατέρες βασανίζονται 
Ο ασεβής αυτοκράτορας έδωσε άδεια στους ειδωλολάτρες να έρχονται μέσα στις φυλακές και να περιφρονούν τους μοναχούς, μεταξύ των οποίων ήταν φυλακισμένος ο όσιος Νικήτας. Έτσι ο λαός έβριζε και κτυπούσε τους μοναχούς. Περισσότερο από όλους έβριζε τον όσιο Νικήτα κάποιος νέος, με το όνομα Νικόλαος. Μία νύκτα λοιπόν, συνέβη το εξής παράδοξο με τη βοήθεια του Θεού στον Νικόλαο. Ενώ εκοιμάτο τη νύκτα ο Νικόλαος, νόμισε ότι είδε τον πατέρα του, ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε πεθάνει. Και ο πατέρας του του είπε: 
Παιδί μου να αφήσεις τη συμπεριφορά που έχεις προς τον Όσιο Νικήτα. Να μη τον βασανίζεις διότι και εγώ εξαιτίας σου βασανίζομαι. Εάν παιδί μου, συνέχισε ο πατέρας, συνεχίσεις να είσαι ασεβής προς τον Όσιο Νικήτα, σε όλη σου τη ζωή θα παραδοθείς στο Σατανά, και θα σε τιμωρεί.
Από αυτούς τους πατρικούς λόγους, τόσο πολύ συγκινήθηκε ο Νικόλαος, ώστε, από τότε δεν ενόχλησε τον Άγιον και έζησε από τη στιγμή εκείνη ζωή ενάρετη. 
Ο Όσιος Νικήτας έξορίζεται 
Αλλά δεν ήτο αρκετή η φυλακή μόνο να βασανίσει τον Όσιο Νικήτα. Διότι ο αυτοκράτορας, όταν έμαθε ότι ο Όσιος διδάσκει και στη φυλακή, τον εξόρισε. Κατά διαταγή του αυτοκράτορα ανέλαβε κάποιος στρατιώτης να οδηγήσει τον Όσιο Νικήτα στην εξορία. Έτσι πεζός απομακρύνεται ο υπερασπιστής της Ορθοδοξίας από την Βασιλεύουσα και έφθασε στην κωμόπολη Μασαλεών. Εκεί έμεινε ο Όσιος πέντε ημέρες. Όταν ήλθε νέα διαταγή από τον αυτοκράτορα, ο στρατιώτης οδήγησε με σκληρό τρόπο τον Όσιο Νικήτα. 
Ο αθλητής του Χριστού επτά ημέρες συνεχώς βάδιζε μέσα σε μεγάλο ψύχος, σε βροχές και χιόνια. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τον οδηγήσουν σε μέρος, όπου δεν θα ήταν δυνατόν να διδάξει ο Όσιος Νικήτας. Ο αυτοκράτορας αν και εξόρισε τον Όσιο δεν ησύχαζε. Δι’ αυτό, επειδή ήθελε να τον θανατώσει, κατέστρωσε το εξής σχέδιο. Κάλεσε τον Ιωάννη τον Γραμματικό, τον ασεβή και κακόψυχο αυτόν άνθρωπο, και του είπε: 
Ιωάννη, φρόντισε πολύ γρήγορα να συναντήσεις τον Νικήτα, ο οποίος δεν υπακούει στις αποφάσεις μου. Να τον αφανίσεις με οποίον τρόπο θέλεις. Έτσι να κακοποιείς καθένα, ο οποίος δεν είναι πιστός σε μένα.
Έτσι έκλεισε τον Όσιο Νικήτα μαζί με τους άλλους Πατέρες σε πάρα πολύ στενές και σκοτεινές φυλακές. Εκεί ζούσαν οι μάρτυρες με εν πολύ μικρό τεμάχιο ψωμιού από κριθάρι, έπιναν ακάθαρτο νερό και εκοιμώντο μέσα στις ακαθαρσίες. Ενώ όμως υπέφεραν πολύ, δεν απηλπίζοντο, διότι γνώριζαν, ότι πονούν χάριν του Χριστού, που σταυρώθηκε γι αυτούς. Ο ανόητος Ιωάννης, τον Όσιο Νικήτα τον βασάνιζε περισσότερο από τους άλλους. Ο Άγιος όμως δεν εγόγγυζε για τα μαρτύρια, αλλά αντιθέτως χαιρόταν διότι έτσι θα κληρονομούσε τη Βασιλεία των Ουρανών. 
Ελέγχει τον Αυτοκράτορα 
Όταν όμως είδε ο Ιωάννης, ότι τα μαρτύρια δεν πείραζαν τους φυλακισμένους, έκανε άλλο σχέδιο. Έτσι λοιπόν μία ημέρα ήλθε στις σκοτεινές φυλακές. Φερόταν με συμπάθεια προς τους Πατέρες και άρχισε να τους λέγει. 
Πατέρες, θέλω να καταλάβετε, ότι αιτία δια τα μαρτύρια σας δεν είμαι εγώ, διότι εγώ είμαι υπάλληλος του αυτοκράτορα. Σας συμβουλεύω να συναντήσετε τον Πατριάρχη ο οποίος είναι πολύ αγαπητός στον βασιλέα και αμέσως θα βγείτε από τη φυλακή. 
Οι φυλακισμένοι άκουσαν τους λόγους του Ιωάννη και τους δέχθηκαν. Συμφώνησαν με τα λόγια του, όχι επειδή δεν μπορούσαν άλλο να υπομείνουν τα μαρτύρια, αλλά διότι έτσι τους φώτισε ο Θεός. Έρχονται λοιπόν οι Πατέρες στο κελί του Οσίου Νικήτα και του προτείνουν να δεχθεί και αυτός τα λόγια του Ιωάννη. Του λέγουν ότι θα δυναμώσει η πίστις των άλλων, όταν τον δουν να ευρίσκεται σε καλή κατάσταση αν και πέρασε τόσα βασανιστήρια. Ο ήρεμος και άκακος όσιος Νικήτας δέχθηκε τους λόγους των Πατέρων και έτσι μαζί με τους άλλους βγήκε από τις φυλακές. Ενώ όμως οι άλλοι μοναχοί επήγαν στα μοναστήρια τους ο Όσιος Νικήτας δεν πήγε στο δικό του. Έτσι με την δικαιολογία, ότι θέλει να πάει να κλάψει και να προσευχηθεί στο Θεό να τον ελεήσει, για τη στάση του απέναντι στον αυτοκράτορα, ανέβηκε σε ένα μικρό πλοίο και ξεκίνησε για το νησί. Αφού έπλευσε πολύ και δεν εφαίνετο από την παραλία, γύρισε τα πανιά και επέστρεψε πάλι στην Βασιλεύουσα και άρχισε να λέγει στον λαόν της Κωνσταντινουπόλεως, ότι η πίστη του βασιλέως δεν είναι ορθή. Ο βασιλιάς, όταν έμαθε αυτά κάλεσε τον όσιο Νικήτα στα Ανάκτορα και του είπε: 
Για πιο λόγο εσύ, ενώ οι άλλοι Πατέρες γύρισαν στα μοναστήρια τους, είσαι ακόμη στην Πόλη και παρανομείς και είσαι ασεβής απέναντί μου; Πρόσεξε, λοιπόν, αν δεν υπακούσεις στις διαταγές μου, πολύ γρήγορα θα πεθάνεις με φριχτά βασανιστήρια. 
Γνώριζε, άθεε βασιλιά, απήντησε ο Όσιος με δυνατή φωνή, ότι εγώ δεν θα υπακούσω σε σένα διότι οι διαταγές σου δεν συμφωνούν με τη διδασκαλία του Χριστού. Θα συνεχίσω να λατρεύω τον Χριστό μου και θα προσκυνώ τους αγίους και τις εικόνες τους. Αναθεματίζω εσένα, που δεν έχεις ορθή πίστη.
Ο τύραννος βασιλιάς, όταν άκουσε τα λόγια του Οσίου οργίσθηκε και αμέσως διέταξε τον Ζαχαρία, ο οποίος ήταν διοικητής των φυλακών, να βασανίσει και να φυλακίσει τον Άγιο. 
Ο Ζαχαρίας όμως, επειδή ήταν ευσεβής άνθρωπος, δεν τον φυλάκισε και δεν τον βασάνισε. Αλλά αντιθέτως του έδειχνε συμπάθεια και στοργή και συχνά τον περιποιείτο. 
Οι τελευταίοι αγώνες του 
Ο Λέων ο Αρμένιος, επειδή ήθελε να βασανίσει περισσότερο τον Άγιο, τον έστειλε στον Άνθιμο, που ήταν έξαρχος των Μοναστηριών, τα οποία ήσαν γύρω από τον κόλπο της Νικομήδειας. Ο Άνθιμος ήταν σκληρός, μοχθηρός και απάνθρωπος προς τους μοναχούς. Αυτός πήρε τον Όσιο και τον οδήγησε στο νησί, που τιμάται η Οσία Γλυκερία και τον έκλεισε μέσα σε σκοτεινή και πολύ στενή φυλακή. Εκεί εβασανίζετο ο άγιος από την πείνα, τη δίψα και τις ακαθαρσίες. Το σώμα του εκόπτετο από τα ξύλα του κρεβατιού του. 
Τα πάντα τα έκανε ο ασεβής Άνθιμος δια να αλλάξει την πίστη του Νικήτα. Δεν κατόρθωσε όμως αυτό, που ήθελε. Διότι ο Θεός, βλέποντας την τόσο μεγάλη υπομονή του Οσίου, δεν επέτρεψε να βασανισθεί κι άλλο ακόμη. Τότε μερικοί επαναστάτες φόνευσαν τον αυτοκράτορα με το μαχαίρι μέσα στο Ναό των Ανακτόρων. Έτσι πέθανε ο ασεβής και ανόητος βασιλιάς, που τόσο κατάτρεξε την Εκκλησία και τους Χριστιανούς. 
Με την βοήθεια του Θεού κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μιχαήλ, ο οποίος έδωσε ελευθερία στους Πατέρες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Πατήρ των Πατέρων, ο Ομολογητής και ο Μάρτυς, καίτοι δεν έχυσε αίμα, ο Όσιος Νικήτας. Ο Άγιος αφού απέκτησε την ελευθερία του πήγε και έζησε, για λίγα ακόμη χρόνια σε Μοναστήρι, που ήταν στο βόρειο μέρος της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Όσιος έκανε πολλά θαύματα. Σε αυτό το μοναστήρι απέθανε ο Άγιος και έφθασε στον Ουρανό, και έλαβε τα βραβεία της νίκης από την Αγία Τριάδα.


ΠΗΓΗ: ΕΔΩ 

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Περί φιλαργυρίας (Καθώς και περί ακτημοσύνης)

 
ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΕΚΤΟΣ 
Περί φιλαργυρίας
(Καθώς και περί ακτημοσύνης)

1.Πολλοί από τους σοφούς διδασκάλους μετά από τον προηγούμενο τύραννο συνηθίζουν να τοποθετούν τον παρόντα μυριοκέφαλο δαίμονα της φιλαργυρίας. Και για να μη μεταβάλωμε την σειρά των σοφών εμείς οι άσοφοι, ακολουθήσαμε τον ίδιο κανόνα και την ίδια απόφασι. Έτσι αφού ομιλήσωμε ολίγο με την αρρώστεια, θα ομιλήσωμε έπειτα εν συντομία και για την κατάστασι της υγείας. 
2.Η φιλαργυρία είναι προσκύνησις των ειδώλων, θυγατέρα της απιστίας, προφασίστρια νόσων, μάντις γηρατειών, υποβολεύς ανομβρίας, προμηνυτής λιμών. 
3.Φιλάργυρος είναι εκείνος πού καταφρονεί τις ευαγγελικές εντολές και τις παραβαίνει ενσυνείδητα. Όποιος απέκτησε αγάπη διεσκόρπισε χρήματα. Όποιος όμως ισχυρίζεται πώς συμβιβάζει στην ζωή του και τα δύο, αυτοαπατήθηκε. 
4.Όποιος πενθεί για τις αμαρτίες του, απαρνήθηκε και το σώμα του. Διότι όταν το εκάλεσε η περίστασις, ούτε αυτό το λυπήθηκε. 
5.Μη ισχυρίζεσαι ότι μαζεύεις χρήματα για τους πτωχούς. Διότι δύο μόνο λεπτά αγόρασαν την ουράνιο βασιλεία. (Λουκ. κα΄ 2) 
6.Ο φιλόξενος και ο φιλάργυρος συναντήθηκαν. Και ο δεύτερος αποκαλούσε τον πρώτο αδιάκριτο και ασύνετο. 
7.Όποιος ενίκησε το πάθος αυτό, έπαυσε να έχη μέριμνες. Όποιος είναι δεμένος μαζί του, ποτέ δεν θα κάνη καθαρά προσευχή. 
8.Αρχή της φιλαργυρίας, η πρόφασις της ελεημοσύνης. Τέλος δε αυτής, το μίσος προς τους πτωχούς. Έως ότου κάποιος συγκεντρώση τα χρήματα, κάνει ελεημοσύνες. Όταν όμως τα συγκεντρώση, σφίγγουν τα χέρια του. 
9.Είδα ανθρώπους πτωχούς ως προς τα χρήματα, οι οποίοι επλούτησαν στην ζωή των «πτωχών τώ πνεύματι»∙ δηλαδή επλούτησαν στην μοναχική ζωή. Και έπαυσαν πλέον να ενθυμούνται την προηγουμένη πτωχεία τους. 
10.Ο φιλοχρήματος μοναχός είναι ξένος προς την ακηδία(!), ενθυμούμενος κάθε ώρα τον αποστολικό λόγο «Ο αργός μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσ. γ΄ 10), καθώς και το: «Αί χείρες αύται διηκόνησαν εμοί και τοίς σύν εμοί»! (Πράξ. κ΄ 34). 
11.Η ακτημοσύνη είναι απαλλαγή από τις φροντίδες, αμεριμνία βίου, οδοιπορία ανεμπόδιστη, αποξένωσις από την λύπη, πίστις στις εντολές του Θεού. 
12.Ο ακτήμων μοναχός είναι κύριος όλου του κόσμου. Έχει αναθέσει στον Θεόν την φροντίδα του, και με την πίστι του αυτή τους έχει όλους δούλους του. Δεν θα ομιλήση σε άνθρωπο για ανάγκες του. Όλα δε όσα του προσφέρονται, τα δέχεται σαν από το χέρι του Κυρίου. Ο ακτήμων εργάτης της αρετής είναι υιός της απροσπαθείας, και αυτά που έχει θεωρεί σαν να μη τα έχη. Όταν ήλθε η ώρα της αναχωρήσεως για την άσκησι, τα εθεώρησε όλα σαν σκύβαλα. Εάν όμως λυπήται για κάποιο πράγμα, σημαίνει ότι δεν έγινε ακόμα ακτήμων. Ο ακτήμων άνθρωπος έχει καθαρά προσευχή, ενώ ο φιλοκτήμων προσεύχεται έχοντας τον νου του σε υλικά πράγματα. 
13.Όσοι ζουν ως υποτακτικοί, είναι ξένοι προς την φιλαργυρία. Διότι εκείνοι πού και το σώμα ακόμη παρέδωσαν, τι κρατούν λοιπόν ως ιδικό τους; Αυτοί σε ένα μόνο σημείο συνήθως υστερούν: Παρουσιάζονται εύκολοι και έτοιμοι σε τοπικές μετακινήσεις. 
14.Είδα υλική περιουσία πού έκανε μερικούς μοναχούς να παραμένουν υπομονητικά στον τόπο τους. Εγώ δε περισσότερο απ’ αυτούς εμακάρισα εκείνους που περιπλανώνται για την αγάπη του Κυρίου. 
15.Όποιος εγεύθηκε τα ουράνια, εύκολα καταφρονεί τα επίγεια. Ο άγευστος όμως εκείνων αγάλλεται με τα γήϊνα υπάρχοντά του. 
16.Όποιος ασκεί την ακτημοσύνη χωρίς λόγο και πνευματική βάσι, υφίσταται δύο αδικίες: και από τα παρόντα απέχει και τα μέλλοντα στερείται. 
Ας μη φανούμε λοιπόν, ώ μοναχοί, πιο άπιστοι από τα πτηνά, πού ούτε μεριμνούν ούτε συγκεντρώνουν τροφές (πρβλ. Ματθ. ς΄ 26). 
17.Μέγας είναι εκείνος που απαρνείται κατά τρόπον θεάρεστο τα χρήματα. Άγιος όμως είναι εκείνος που απαρνείται το ιδικό του θέλημα. Ο μέν πρώτος θα λάβη εκατονταπλάσια είτε με χρήματα είτε με χαρίσματα. Ο δε δεύτερος θα κληρονομήση ζωήν αιώνιο. 
18.Δεν θα λείψουν τα κύματα από την θάλασσα. Ούτε από τον φιλάργυρο η οργή και η λύπη. 
19.Όποιος καταφρονεί τα υλικά, απηλλάγη από τις δικαιολογίες και τις αντιλογίες, ενώ ο φιλοκτήμων και για μία βελόνα ακόμη αγωνίζεται μέχρι θανάτου. 
20.Η ακλόνητη πίστις θα περιορίση τις μέριμνες, ενώ με την μνήμη του θανάτου κατορθώνεται ακόμη και η απάρνησις του σώματος. 
21.Στον Ιώβ δεν υπήρχε ίχνος φιλαργυρίας∙ γι’ αυτό και όταν τα στερήθηκε όλα, έμεινε ατάραχος. 
22.«Ρίζα πάντων των κακών, και είναι και λέγεται η φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. ς΄ 10). Διότι αυτή είναι που δημιούργησε μίση και κλοπές και φθόνους και χωρισμούς και έχθρες και ζάλες και μνησικακίες και ασπλαγχνίες και φόνους. 
23.Με ολίγη φωτιά μερικοί έκαψαν μεγάλο δάσος. Αντιθέτως με μία αρετή άλλοι εσώθηκαν από όλα τα τωρινά και προηγούμενα πάθη. Αυτή ονομάζεται απροσπάθεια. Την εγέννησε δέ η πείρα και η γεύσις της αγάπης του Θεού και η φροντίδα για την μεταθανάτιο απολογία. 
24.Δεν ξεχάσθηκε από τον πολύ προσεκτικό αναγνώστη ο λόγος της μητροκάκου, δηλαδή της μητέρας όλων των κακών γαστριμαργίας. 
Αναφέρει η ίδια σαν δεύτερο απόγονό της στην κακή και επάρατη τεκνογονία της τον λίθο της αναισθησίας, δηλαδή την σκληρότητα της καρδίας. Αλλά με εμπόδισε να την τοποθετήσω (την αναισθησία) στην θέσι της ο πολυκέφαλος όφις της ειδωλολατρείας, (η φιλαργυρία), η οποία, χωρίς να ξέρω πώς, αριθμείται τρίτη στην αλυσίδα των οκτώ παθών από τους διακριτικούς Πατέρας. 
Αφού λοιπόν χωρίς πολλά λόγια ετελειώσαμε τον λόγο περί φιλαργυρίας, επιθυμούμε να ομιλήσωμε τώρα περί αναισθησίας, εξετάζοντάς την τρίτη στην σειρά, αν και στην τάξι της γεννήσεώς της είναι δεύτερη. Έπειτα απ’ αυτήν θα ειπούμε ολίγα λόγια περί ύπνου και αγρυπνίας, καθώς επίσης και περί της νηπιώδους και ανάνδρου δειλίας. Διότι αυτά τα νοσήματα είναι των αρχαρίων. 
Ένα βραβείο ακόμη! Όποιος το κατέκτησε προχωρεί σαν άϋλος προς τον ουρανό. 
Δεκάτη έκτη πάλη! 
Όποιος ενίκησε σ΄αυτήν, ή έχει αποκτήσει αγάπη ή έπαυσε να έχη μέριμνες. 

ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ 

ΟΥΡΑΝΟΔΡΟΜΟΣ ΚΛΙΜΑΞ 

ΣΤΗ «ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»; Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΕΝΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ



ΣΤΗ «ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»; Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΕΝΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 
Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την -εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη- άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία. 
Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά. 
Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων… 
Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς; 
Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος. 
Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς. 
Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους. 
Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας. 
Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

ΓΕΡΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΤΗΣ Ι. Μ. ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΝΟΤΗΤΑ Α΄ (1/ 3

 


ΓΕΡΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ 
ΤΗΣ Ι. Μ. ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΝΟΤΗΤΑ Α΄ (1/ 3)

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Από τα Φάρασα στον Ουρανό / Επεισόδιο 8ο

 


Άγιος Παΐσιος, 
Από τα Φάρασα στον Ουρανό / tv series (2022)

Επεισόδιο 8ο εδώ

ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΕΔΩ


Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΡΩΣΟΟΥΚΡΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


  

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 
Ας διακρίνουμε την προσπάθεια εξήγησης από την προσπάθεια δικαιολόγησης ενός πολέμου. «Εξηγώ» πώς προκύπτει ένας (ας πούμε εδώ: διακρατικός) πόλεμος αξιοποιώντας, συνήθως, γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων, μαζί με ιστορικά ακριβείς περιγραφές των συνθηκών που οδηγούν στο ξέσπασμά του. Όταν η συζήτηση αφορά τη «δικαιολόγηση» ενός πολέμου, καλούμαι κατά κανόνα να λάβω θέση ανάμεσα σε δύο αδρώς διακριτές ηθικές στάσεις: α) τον πασιφισμό, ο οποίος, μέσες-άκρες, τονίζει ότι κανένας πόλεμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά (υπάρχει πάντα κάποια ανώτερη, μη-βίαιη, εναλλακτική) ή β) την υποστήριξη του «δίκαιου πολέμου», της ιδέας, δηλαδή, ότι, μερικές φορές, είναι ηθικά επιτρεπτό ένα κράτος να διεξαγάγει πόλεμο με κάποιο άλλο. Χωρίς κανένα σχόλιο, θα προχωρήσω παραβλέποντας την πασιφιστική θέση. 
Η εξήγηση και η δικαιολόγηση αποτελούν, οπωσδήποτε, διαφορετικά αντικείμενα εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, ασκώ το δικαίωμα του παρατηρητή των εμπολέμων, στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο του θιασώτη. Από τη θέση του παρατηρητή, προσωπικά, αναγνωρίζω την υπεροχή της «ρεαλιστικής» κατανόησης των διεθνών σχέσεων. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή: α) ο πόλεμος και η ηθική δεν έχουν καμία εγγενή σχέση μεταξύ τους και β) το διεθνές περιβάλλον είναι υπό μια έννοια «άναρχο», αφού απουσιάζει μία αξιόπιστη ή αποτελεσματική διεθνής κανονιστική αρχή ικανή (τουλάχιστον επί του παρόντος) να ρυθμίσει τα «αντικειμενικά» δικαιώματα των μεμονωμένων κρατών της γης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι στην ουσία μόνα τους και σμιλεύουν συμμαχίες ή διεξάγουν πόλεμο με βασικό γνώμονα τα δικά τους λελογισμένα συμφέροντα. Η περιγραφική δύναμη της ρεαλιστικής παράδοσης συνδέεται με τη σταθερή επιτυχία της θεωρητικής θέσης (β) να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για το ξέσπασμα ενός πολέμου. Βρίσκω λιγότερο πειστική τη θεωρητική θέση (α). Αυτό αξίζει, ίσως, έναν σύντομο σχολιασμό. 
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι, τόσο στην προσπάθεια να εξηγήσει όσο και στην προσπάθεια να δικαιολογήσει κανείς έναν πόλεμο, μπορεί να σφάλει. Πορευόμαστε συλλογιστικά και στις δύο περιπτώσεις. Ο δε συλλογισμός μπορεί να είναι άλλοτε ορθός και άλλοτε όχι. Τα αντίθετα των δύο εννοιών είναι επίσης προφανή: άγνοια στη μία περίπτωση (αποτυγχάνω να εξηγήσω τον πόλεμο), απαξίωση στην άλλη (απορρίπτω/ελέγχω το σκεπτικό της δικαιολόγησης). Τώρα, αν και θα έπρεπε τα δύο επίπεδα επιχειρηματολογίας να είναι διακριτά, παρατηρείται συχνά, ιδίως σε συνθήκες πόλωσης, μια σύγχυση ή/και συνειδητή παράβλεψη της διαφοράς τους, ακόμα και η εξομοίωσή τους. Με άλλα λόγια, ένας παρατηρητής καταλήγει να εξηγεί συχνά πώς προέκυψε ένας πόλεμος έχοντας ως γνώμονα τις ηθικές ή κανονιστικές του πεποιθήσεις, ή δικαιολογεί τον πόλεμο δίνοντας μια ερμηνεία (ή διαστρέβλωση) των ιστορικών συγκυριών και πραγματικοτήτων τέτοια, ώστε να παρουσιάζεται το ξέσπασμά του ως ηθική αναγκαιότητα. Στην πρώτη περίπτωση, παρουσιάζουμε τον πόλεμο ως αναπόφευκτη εξέλιξη των διαφορετικών ηθικών/κανονιστικών αποφάσεων που καθοδηγούν τα εμπόλεμα μέρη (κατά κανόνα του επιτιθέμενου), δίνοντας σαφές προβάδισμα στις οικείες ηθικές αρχές. Στη δεύτερη περίπτωση, παρουσιάζουμε τον πόλεμο ως «δίκαιη» απόληξη ιστορικών αναγκαιοτήτων. 
Η πολυπλοκότητα αυτή δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει. Για να ξεμπλέξουμε όμως το κουβάρι, θα πρέπει πρώτα να βρούμε την άκρη του νήματος. Και τη βρίσκουμε εντοπίζοντας την πρωτεύουσα έννοια. Αυτή, σε έναν πόλεμο, είναι πάντοτε η δικαιολόγηση. Τον πόλεμο κηρύσσει ένα μέρος που επικαλείται μια ηθική/κανονιστική επιταγή (ασφάλεια, ζωτικό ή πανανθρώπινο συμφέρον, παραβίαση πρότερης συμφωνίας -ο κατάλογος είναι αμέτρητος). Κανένας σκεπτικιστής δεν κήρυξε ποτέ κανέναν πόλεμο. Ομοίως, αν και η αλήθεια αυτή ξενίζει, κανένας δεν κάνει πόλεμο επειδή απλώς έχει τη δύναμη και «μπορεί». Η «δύναμη» από μόνη της δεν προκαλεί κανέναν πόλεμο. Η ηθική/κανονιστική ερμηνεία της δύναμης όμως (η ευθύνη της, η ανάγκη διατήρησής της, η αποτροπή της), θα οπλίσει τον δυνατό, όπως συχνά και τον αδύνατο. Τώρα, ακόμα και αν (μεγάλο) μέρος της ηθικής/κανονιστικής επιχειρηματολογίας ενδέχεται να είναι επίπλαστο, ή οι συναφείς συλλογισμοί για γέλια και για κλάματα, πάντοτε είναι ρητή η (συχνότατα ειλικρινής) αναφορά σε κάποιο jus ad bellum. Ακόμα και εκείνος που υφίσταται την επίθεση, παρότι μπορεί να πλειοδοτήσει τελικά στη δικαιολόγηση του πολέμου (αν δεν αρκεστεί, δηλαδή, και μόνον, στο «δίκαιο του αμυνόμενου»), σε κάθε περίπτωση τον δικαιολογεί. Απώτατος στόχος της δικαιολόγησης είναι, φυσικά, η υπόδειξη εκείνου του εμπόλεμου μέρους που πρέπει να θεωρηθεί «υπαίτιο». 
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι είναι αδύνατον να κατανοήσει κανείς το ξέσπασμα ενός πολέμου, χωρίς να αντιληφθεί ότι οι πεποιθήσεις των εμπολέμων γύρω από το Δέον του πολέμου, αποτελούν τελικά μέρος του Είναι του. Και ενώ αποτελεί κλασικό περιγραφικό σφάλμα να συγχέει κανείς την «υπαιτιότητα» με την αιτιολογία, ταυτόχρονα, όμως, η αιτιολόγηση δεν μπορεί να αγνοεί τις πεποιθήσεις των μερών ως προς την υπαιτιότητα. Απόρροια των παραπάνω είναι ότι, αν θέλει κανείς να εξηγήσει έναν πόλεμο, πρέπει να ανέλθει σε ένα επίπεδο ανάλυσης στο οποίο η ηθική/κανονιστική δικαιολόγηση από την πλευρά των εμπόλεμων μερών, αποτελεί η ίδια αντικείμενο διερεύνησης. Και αυτό είναι ίσως το λάθος του, ας πούμε, «χυδαίου» ρεαλισμού, της αναλυτικής δηλαδή τάσης που αντιλαμβάνεται την κανονιστική δικαιολόγηση ως προσχηματική/συγκυριακή. Τα εμπόλεμα μέρη αντιλαμβάνονται κατά κανόνα τον εαυτό τους ως τον «καλό» της ιστορίας. Κανένας πόλεμος δεν διεξάγεται «μακριά» από τη σφαίρα των ιδεών και των κανονιστικών αρχών. Η ηθική/κανονιστική σκέψη κινητοποιεί αέναα τους εκάστοτε εμπλεκομένους. (Δυστυχώς, δε, κανένα πανανθρώπινο ιδεώδες δεν φαίνεται να έχει την ικανότητα -ή υπεροπλία- να διαλύσει την αναρχία του διεθνούς συστήματος σχέσεων, και, ως εκ τούτου, τον πόλεμο εν γένει). 
Ας εφαρμόσουμε τώρα αυτές τις θεωρητικές παρατηρήσεις στον ουκρανικό πόλεμο. Θα υποστηρίξω ότι η επικρατούσα δυτική εξήγηση: α) συγχέει την εξήγηση με την πίστη σε οικείες ηθικές καταβολές και β) διαστρεβλώνει ή αγνοεί κατάφωρα τη σημαίνουσα κανονιστική δικαιολόγηση. Ως προς το πρώτο σημείο, η κυρίαρχη γραμμή εξήγησης είναι ότι η Ρωσία θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο ανασύστασης της αυτοκρατορίας της. Τώρα, τυφλούμενος κανείς από την εδαφική έκταση του ρωσικού κράτους, από μύθους σχετικά με το μέγεθος και την αποτελεσματικότητα του στρατού της, και από τον προφανή αυταρχισμό του ηγέτη της, ίσως και να θεωρεί ότι έχει άμεσα τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πρόθεση του επιτιθέμενου είναι να αποκαταστήσει την πρότερη παγκόσμια ηγεμονία του. Αυτό, όμως, αποτελεί -δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς- κλασική περίπτωση αναχρονιστικής πλάνης, βγαλμένης σχεδόν από το εγχειρίδιο: η εξήγηση τοποθετεί μια σύλληψη προηγούμενων αιώνων σε ένα μυθικό και αδύνατο παρόν. Ας μην αναλύσω εδώ πράγματα που θα έπρεπε να είναι γνωστά: την ανεπίστρεπτη εκπαραθύρωση της Ρωσίας από το καθεστώς υπερδύναμης, τη με μεγάλη δυσκολία ανόρθωσή της σε καθεστώς μεγάλης δύναμης ή το γεγονός ότι το καθεστώς αυτό είναι το υψηλότερο επίπεδο στο οποίο μπορεί να προσβλέπει (και το γνωρίζει) για πολλές δεκαετίες (χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι της λείπει το φρόνημα και η ευθιξία που χαρακτηρίζουν, εν γένει, τις μεγάλες δυνάμεις). Και όσο ανυπόστατo είναι αυτό το σκεπτικό «εξήγησης» της ρωσικής εισβολής, άλλο τόσο άστοχη είναι η επιβολή, στην ανάλυση, οικείων ηθικών θέσεων. Ακούμε ότι η Ρωσία επιτίθεται στην Ουκρανία επειδή απαξιώνει τον παγκόσμιο πολιτισμό: η Ρωσία πολεμά τις δυτικές «αξίες». Σύμφωνοι, είναι εξωπραγματικό να αποκαλεί κανείς την εισβολή «στρατιωτική επιχείρηση» ή να κάνει λόγο για «αποναζιστικοποίηση» μιας χώρας που έχει εκλέξει Εβραίο πρόεδρο. Αλλά η απόλυτη δαιμονοποίηση του Πούτιν ως νέου Χίτλερ, η διαρκής υπόμνηση ότι κάνει όσα κάνει επειδή είναι «ανήθικος», «παράφρων», ή επειδή αποσκοπεί να επιβάλει έναν ολοκληρωτισμό «ασιατικού» τύπου, δεν είναι παρά απόρροια μιας τετριμμένης/βολικής εμμονής σε έναν κακόπιστο ηθικό αναγωγισμό (βλέπε: ο Πούτιν πράττει όσα πράττει «επειδή» είναι -ο- κακός). Και ο αναγωγισμός αυτός λέει περισσότερα για τους θιασώτες της εναντίωσης στον Πούτιν, από όσα καταφέρνει να πει για τον ίδιο τον Πούτιν. Τώρα, το πρόβλημα μεγεθύνεται αν λογαριάσουμε πόσο συστηματικά συμφύρονται οι αδύναμες αυτές αιτιολογικές και αξιολογικές κρίσεις. Και αναρωτιέμαι: είναι δυνατόν να αρκούμαστε να εξηγούμε τον πόλεμο έχοντας ως κύριο γνώμονα τις δικές μας ηθικές τοποθετήσεις, μπολιασμένες με ριζικές παρανοήσεις των ιστορικών και διεθνών συσχετίσεων; 
Ας δούμε τώρα πιο προσεκτικά το σκεπτικό της δικαιολόγησης, ένθεν κακείθεν. Το ενδιαφέρον είναι μεγάλο. Από την πλευρά της Δύσης, έχουμε ουσιαστικά το παρακάτω: 
Α(i)Οποιαδήποτε χώρα εισβάλλει σε κυρίαρχο (δημοκρατικό)[1] κράτος είναι απολύτως καταδικαστέα 
A(ii)Η Ρωσία εισέβαλε σε κυρίαρχο (δημοκρατικό) κράτος 
Άρα 
A(iii)Η Ρωσία είναι απολύτως καταδικαστέα 
Στην τωρινή συζήτηση, η Δύση φαίνεται να έχει συμπυκνώσει με επιτυχία τους όρους της συζήτησης στον ως άνω συλλογισμό (ο οποίος είναι μια παραλλαγή του «δίκαιου του αμυνόμενου»). Το κύριο αντικείμενο διαμφισβήτησης είναι, ασφαλώς, η μείζων προκείμενη. Οι φιλελεύθεροι δημοκράτες απαιτούν ένα «ναι» ή ένα «όχι», και tertium non datur. Οφείλω να αναγνωρίσω την ευφυΐα της στάσης αυτής. Ως φιλελεύθερος δημοκράτης, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον συλλογισμό. Μάλιστα, όταν τολμώ να ακολουθήσω αποκλίνουσες εκτιμήσεις και ερμηνείες, το 99% των φιλελεύθερων δημοκρατών φίλων μου, σφίγγει τα λουριά και με ρωτά: «δηλαδή, λες ότι η Ρωσία ΔΕΝ είναι καταδικαστέα;». Και όταν απαντώ «Ναι, ΑΛΛΑ…», η αντίδρασή τους με κάνει λίγο-πολύ να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε καθεστώς δίωξης. Οι πιο κακόπιστοι συνομιλητές (και πάντοτε υπάρχουν καλοί φίλοι που είναι κακόπιστοι συνομιλητές), με τοποθετούν ευθέως στη φιλοπουτινική αρμάδα ή, στην καλύτερη περίπτωση, στην κατηγορία του χρήσιμου ηλίθιου της φιλορωσικής απολογητικής. Φαίνεται ότι, στο τεταμένο κλίμα των ημερών, το να ασκείς κριτική στο στρατόπεδό σου, ισοδυναμεί με αυτομόληση στο αντίπαλο. 
Για να αντιληφθεί κανείς ότι ο ως άνω συλλογισμός είναι διαστρεβλωτικός, πρέπει να τον δει ως άλλοθι για τον λανθάνοντα και πραγματικό, ο οποίος κυνικά συγκαλύπτεται: 
B(i)Οποιαδήποτε χώρα εισβάλλει σε κυρίαρχο (δημοκρατικό) κράτος φέρει την αποκλειστική υπαιτιότητα 
B(ii)Η Ρωσία εισέβαλε σε κυρίαρχο (δημοκρατικό) κράτος 
Άρα 
B(iii)H Ρωσία φέρει την αποκλειστική υπαιτιότητα 
Ε, λοιπόν, η Β(i) είναι ευθέως ψευδής και όποιος αντιλαμβάνεται (αν δεν προωθεί) την Α(i) ως ταυτόσημη με την Β(i), κάνει, απλώς, λάθος. Η Α(i) σε παρασύρει σε μια συζήτηση η οποία επικεντρώνεται στη «στιγμή», την «ημέρα», την «κρίσιμη απόφαση» της εισβολής. Η Β(i), όμως, σε υποχρεώνει να αναλύσεις και τη διαχρονία, την «ιστορία» της. Και η απόδοση ρήτρας ενοχής με βάση τη Β(i) είναι απονενοημένη. Τώρα, στην περίπτωση των ρωσο-ουκρανο-δυτικών σχέσεων, σοβαρή ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική έρευνα διαψεύδει την Β(i) επισημαίνοντας, εδώ και χρόνια, τους παταγωδώς λαθεμένους χειρισμούς της βορειοατλαντικής πλευράς, η οποία, όπως και να το κάνουμε, αποτελεί τον κύριο παράγοντα στην εξίσωση. Όποιος έχει την εντύπωση ότι η Ρωσία θα εισέβαλλε κάποια στιγμή «ούτως ή άλλως» στην Ουκρανία, ότι η ουκρανική κρίση θα είχε ξεσπάσει ακόμα και εάν δεν είχε εμπλακεί ποτέ, έμμεσα ή άμεσα, η βορειοατλαντική πλευρά, είναι, λυπάμαι που θα το πω, κάπως αδιάβαστος, και βολεύεται, φυσικά, με το αφήγημα ότι η ιστορία ξεκινά, ως δια μαγείας, με την κατάληψη της Κριμαίας. 
Η βασική δικαιολόγηση που προτάσσει η ρωσική πλευρά είναι ότι η πρόσδεση της Ουκρανίας στο βορειοατλαντικό άρμα αποτελεί, για εκείνη, “υπαρξιακή απειλή”. Χάριν γλαφυρότητας, ας δοκιμάσουμε μια παρουσίαση της υπόθεσης σε ένα φανταστικό δικαστήριο, µε βάση το ρητορικό σχήµα των στάσεων [Κ = θέση των κατηγόρων, Υ = θέση της υπεράσπισης, ∆ = τι «εκδικάζεται»]: 
Κ1: Η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. 
Υ1: Η εισβολή ήταν επιτρεπτή. 
∆1: [ζήτηµα]: Ήταν η εισβολή στην Ουκρανία επιτρεπτή; 
Υ2: [αἴτιον]: Η εισβολή ήταν επιτρεπτή διότι πραγματοποιήθηκε για να διαφυλαχθεί η ασφάλεια της χώρας 
Κ2: [συνέχον]: Η Ρωσία δεν είχε καµία δικαιοδοσία να εισβάλει στην Ουκρανία για να διαφυλάξει την ασφάλειά της 
∆2: [κρινόµενον]: Είχε η Ρωσία τη δικαιοδοσία να εισβάλει στην Ουκρανία εφόσον διακυβευόταν η ασφάλειά της; 
«Quid facit causam?», τι δηµιουργεί τη διαμφισβήτηση εδώ; Είναι προφανώς η Υ2. Όπως θα έλεγε ο Κικέρων, «Hoc tolle, causa non erit», «αποµάκρυνε αυτό και δεν προκύπτει καµία υπόθεση». Πράγματι, οποιαδήποτε εξήγηση της ρωσικής εισβολής αποτυγχάνει να λάβει σοβαρά υπόψη την Υ2, είναι αναγκασμένη να αποτύχει, καθώς παραβλέπει τη ραχοκοκαλιά της επιχειρηματολογίας και αυτο-κατανόησης του επιτιθέμενου. 
Ότι ο ρωσικός επεμβατισμός στην Ουκρανία είναι αποτέλεσμα λελογισμένης στρατηγικής προσπάθειας προάσπισης της (αίσθησης) ασφάλειας της χώρας (χαρακτηριστικά: μέσω της απομάκρυνσης της «υπαρξιακής» απειλής μιας Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ), είναι μια άβολη και πικρή, αλλά αδιαμφισβήτητη αλήθεια, την οποία επισημαίνουν εδώ και χρόνια κορυφαίοι αναλυτές των διεθνών σχέσεων. Το αν αυτό καθιστά την εισβολή ηθικά επιτρεπτή είναι διαφορετικό ζήτημα, δυστυχώς όμως και αδιάφορο για την κατανόηση της τωρινής ουκρανικής κρίσης. Το σημαντικό είναι ότι η Ρωσία δρα με βάση αυτό. Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα, λοιπόν, είναι: εάν γνωρίζεις εδώ και χρόνια ότι η Ρωσία θα δράσει με γνώμονα ένα κανονιστικό σχήμα σαν το Υ2, εάν σου το επαναλαμβάνει σε όλους τους δυνατούς τόνους και σε όλες τις συναντήσεις, τι πρέπει να κάνεις εάν στόχος σου είναι να αποτρέψεις έναν πόλεμο; Υπάρχουν, φαντάζομαι, δύο πιθανές απαντήσεις στο ερώτημα. Α) Δημιουργείς μια πειστική ανταπειλή Β) Επιδιώκεις τη συναίνεση, με τη διάθεση συμβιβασμού που αυτή προϋποθέτει. Προφανώς, και αυτό έχει καίρια σημασία, έπρεπε να επιδιωχθεί η συναίνεση -αυτό, βέβαια, θα απαιτούσε σεβασμό και κατανόηση των «κόκκινων» γραμμών του οιονεί αντιπάλου. Η Δύση όμως (κυρίως οι ΗΠΑ, ως προστάτιδες του δυτικού/φιλελεύθερου κόσμου) δεν έκανε τίποτα από τα δύο. Δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στο ρωσικό κανονιστικό σκεπτικό και, αντιθέτως, προώθησε μια de facto πρόσδεση της Ουκρανίας στο βορειοατλαντικό άρμα (εξοπλισμοί, στρατιωτικές ασκήσεις, στρατιωτική εκπαίδευση), θεωρώντας ότι έτσι αναχαιτίζει τη ρωσική «επιθετικότητα». Ενώ, φυσικά, στην πραγματικότητα, την ερέθισε. Εδώ έχουμε ένα σφάλμα κρίσης κολοσσιαίων διαστάσεων. Θα δεχθώ ότι ο πόλεμος δεν ήταν ο στόχος της δυτικής πολιτικής: ήταν σίγουρα όμως ένα από τα αποτελέσματα. 
Ας συνοψίσουμε. Διαχωρίσαμε τις έννοιες της εξήγησης και της δικαιολόγησης ενός πολέμου. Παρατηρήσαμε ότι αυτές συχνά συμφύρονται καθιστώντας το έργο της εξήγησης δυσχερές. Ωστόσο, ξεπερνά κανείς τη δυσκολία αντιλαμβανόμενος ότι η δικαιολόγηση (η οποία, κατά κανόνα, καταλήγει στην υπόδειξη του αντιπάλου ως «υπαιτίου») αποτελεί τελικά αναπόσπαστο μέρος του πολεμικού φαινομένου. Αν θέλει, λοιπόν, κανείς, να κατανοήσει έναν πόλεμο, πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπόψη την ηθική/κανονιστική αυτοκατανόηση των εμπλεκομένων, ιδίως δε εκείνου που καταφέρνει το πρώτο πλήγμα. Υποστηρίξαμε ότι η δυτική εξήγηση είναι αναχρονιστική και καθοδηγείται αφελώς και απλουστευτικά από οικείες ηθικές/κανονιστικές θέσεις. Στη συνέχεια αποτυπώσαμε το κανονιστικό σκεπτικό τόσο της δυτικής όσο και της ρωσικής πλευράς. Το πρώτο, καταλήξαμε, είναι παραπλανητικό. Για το δεύτερο, που είναι και πιο σημαντικό για το έργο της εξήγησης, διαπιστώσαμε ότι αγνοήθηκε συστηματικά. Επικεντρωνόμενος δε κανείς, όχι στο ερώτημα εάν δικαιολογεί το ρωσικό κανονιστικό σκεπτικό επαρκώς τον πόλεμο που η Ρωσία ξεκίνησε, αλλά στο ερώτημα εάν η δυτική πλευρά το έλαβε σοβαρά υπόψη ώστε να τον αποτρέψει, πρέπει να απαντήσει αρνητικά. 
Σύμφωνα με τον Τζων Μερσχάιμερ, για ό,τι συμβαίνει στην Ουκρανία «φταίει κυρίως η Δύση». Το ερώτημα της κύριας υπαιτιότητας είναι, ίσως, πιο σύνθετο, καθώς προϋποθέτει συμφωνία στα κανονιστικά κριτήρια με βάση τα οποία ένας πόλεμος μπορεί να αξιολογηθεί ως «δίκαιος» ή «άδικος». Και στο πεδίο των διεθνών σχέσεων η διαφωνία είναι, φοβάμαι, ανεπίκριτη. [Τα κριτήρια, από την άλλη, με βάση τα οποία αξιολογείται εάν ένας πόλεμος «διεξάγεται» δίκαια ή άδικα (jus in bello) είναι λιγότερο αμφισβητήσιμα. Και οι ανταποκρίσεις από την Ουκρανία δακτυλοδεικτούν τη Ρωσία.] Ωστόσο, ο Μερσχάιμερ έχει οπωσδήποτε δίκιο να τονίζει ότι οι ενέργειες και η πολιτική των ηγετών του ελεύθερου κόσμου απέναντι στη Ρωσία, συνέβαλαν στο ξέσπασμα του πολέμου, παρά το απομάκρυναν. Αποτελεί αυτή η παρατήρηση την «εξήγηση» του ξεσπάσματος του ρωσοουκρανικού πολέμου; Όχι. Αλλά οποιαδήποτε εξήγηση δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη -και ως λίαν αξιομνημόνευτο αιτιακό παράγοντα- τις δυτικές αστοχίες, είναι εσφαλμένη. It takes two to tango. Η Δύση και η Ρωσία διαμφισβητούσαν την ουδετερότητα της Ουκρανίας. Τώρα, προκαλούν την εκμηδένισή της. 
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 
[1] Αντιλαμβάνεται νομίζω ο αναγνώστης ότι, η τοποθέτηση της παρένθεσης «(δημοκρατικό)», είναι παραπάνω από καλοπροαίρετη παραχώρηση, προς όφελος της συνέχισης της συζήτησης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις