Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

31η Ιουλίου μνήμη του αγίου πατρός Γερμανού επισκόπου Ωξέρ.



ένα μικρό περιστατικό από το συναξάρι του Αγίου  
τους κατήχησαν την Μεγάλη Σαρακοστή και αφού έφτιαξαν μια εκκλησία από κλαδιά, βάφτισαν πολλούς από αυτούς το Πάσχα. Αναγγέλθηκε τότε η άφιξη των εχθρών. Αμέσως οι νεόφυτοι έβγαλαν τους χιτώνες του Βαπτίσματος για να πάρουν τα όπλα και ο Γερμανός αναλαμβάνοντας την ηγεσία του συμβούλεψε να στήσουν ενέδρα σε μια κλειστή κοιλάδα …  όταν οι επιτιθέμενοι μπήκαν εκεί, οι δύο επίσκοποι εξέβαλαν ως πολεμική κραυγή ένα τριπλό «Αλληλούια» που επαναλαμβανόμενο από τον στρατό σαν βουητό έτρεψε σε φυγή τους εχθρούς από τους οποίους πολλοί χάθηκαν μέσα στον πανικό 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΒΙΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ (Χριστιανών): απόδοση στα Νέα Ελληνικά


ΕΠΙΣΤΟΛΗ 22 του Μεγάλου Βασιλείου
ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΒΙΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ (Χριστιανών)

1. Από τα πολλά πράγματα τα οποία δεικνύει η θεόπνευστος Γραφή και τα οποία οφείλουν να πραγματοποιηθούν από τους αποφασισμένους να ευαρεστήσουν τον Θεό έκρινα αναγκαίο να σημειώσω σε σύντομο υπόμνημα μόνο εκείνα τα οποία επί του παρόντος ανακινήθηκαν μεταξύ σας. Την δια κάθε σημείο μαρτυρία που είναι ευκατάληπτος αφήνω να την ανεύρουν οι απασχολούμενοι με την ανάγνωση της Γραφής, οι οποίοι θα είναι ικανοί να την υπενθυμίσουν και στους άλλους. 
Ότι πρέπει ο Χριστιανός στο χώρο της διακονίας του εν Χριστό να έχει φρόνιμα άξιο της επουρανίου κλήσεως και να ακολουθεί βίο άξιο του Ευαγγελίου του Χριστού. 
Ότι δεν πρέπει ο Χριστιανός να παίρνει επιπόλαιες αποφάσεις και να παρασύρεται από λόγους, καταστάσεις και πράγματα ο νους του μακράν της μνήμης του Θεού και της θελήσεως και των κριμάτων αυτού. 
Ότι πρέπει ο Χριστιανός γινόμενος με τον τρόπο ζωής του εις όλα ανώτερος από την «κατά νόμο δικαίωση» να μην ορκίζεται ούτε να ψεύδεται. 
Ότι δεν πρέπει να βλασφημεί ούτε να υβρίζει ούτε να μάχεται ούτε να αποδίδει κακό αντί κακού ούτε να οργίζεται. 
Ότι πρέπει να μακροθυμεί, οτιδήποτε και αν πάσχει, και να ελέγχει καταλλήλως τον αδικούντα, όχι όμως από πάθος εκδικήσεως άλλα από επιθυμία διορθώσεως του αδελφού, κατά την εντολή του Κυρίου. 
Ότι δεν πρέπει να λέει κάτι εναντίον απόντος αδελφού με σκοπό να τον διαβάλλει, πράγμα το οποίο είναι συκοφαντία, ακόμα και αν είναι αληθινά τα λεγόμενα. 
Ότι πρέπει να αποστρέφεται αυτόν που διαβάλει τον αδελφό του. 
Ότι δεν πρέπει να λέει ευτράπελα. 
Ότι δεν πρέπει να γελά ούτε να ανέχεται τους γελωτοποιούς. 
Ότι δεν πρέπει να ματαιολογεί λέγοντας κάτι που ούτε εις ωφέλεια των ακουώντων αποβαίνει ούτε εις την αναγκαία και επιτρεπτή οικειότητα με τον Θεό συντελεί. Ούτω και οι εργαζόμενοι πρέπει να φροντίζουν, όσο είναι δυνατό, να εργάζονται με ησυχία και τους αγαθούς λόγους να απευθύνουν προς εκείνους που είναι εμπιστευμένοι να οικονομούν τον λόγο μετά διακρίσεως προς οικοδομή της πίστεως, δια να μη λυπείτε το Άγιον του Θεού Πνεύμα. 
Ότι δεν πρέπει κάποιος που έρχεται έπειτα από άλλους να λαμβάνει το θάρρος να πλησιάζει ένα από τους αδελφούς και να του ομιλεί, πριν οι έχοντες αναλάβει την φροντίδα της ευταξίας δοκιμάσουν πώς αρέσει εις το Θεό δια το κοινό συμφέρον. 
Ότι δεν πρέπει να υποδουλώνεται είς τον οίνο, ούτε να καταλαμβάνεται από πάθος δια την κρεοφαγία, ούτε να γίνεται λαίμαργος δι’ οποιοδήποτε φαγητό και ποτό, διότι ο αγωνιζόμενος εγκρατεύεται τα πάντα. 
Ότι από όσα δίδονται εις τον καθένα προς χρήση δεν πρέπει να έχει τίποτα ως δικό του ή να αποθηκεύει, αλλά προσέχοντας με φροντίδα δι’ όλα ωσάν ν’ ανήκουν είς τον Κύριο, να μην περιφρονεί τίποτε από όσα τυχόν ρίπτονται ή παραμερίζονται.

 

Ότι δεν πρέπει να είναι κανείς ούτε του εαυτού του κύριος, αλλα να σκέπτεται και να ενεργεί εις όλα κατά τέτοιον τρόπο, ωσάν να έχει παραδοθεί υπό του Θεού εις δουλείαν εις τους ομοψύχους αδελφούς και παντός ο καθένας να μένει εις την τάξη του.

2. Ότι δεν πρέπει να γογγύζει ούτε από στεναχώρια δια την έλλειψη των αναγκαίων, ούτε από την κόπωση δια την εργασία, διότι εις κάθε περίπτωση την κρίση έχουν οι εμπεπιστευμένοι την αντίστοιχη εξουσία. 
Ότι δεν πρέπει να γίνεται κραυγή ούτε άλλη εκδήλωση ή κίνηση εις την οποία μαρτυρείτε θυμός ή απομάκρυνση από την βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι παρόν. 
Ότι πρέπει η φωνή να είναι σύμμετρος με την εκάστοτε ανάγκη. 
Ότι δεν πρέπει ν’ αποκρίνεται σε κάποιον ή να κάνει κάτι, με θρασύτητα και καταφρόνηση άλλα να δεικνύεις όλα και προς όλους την επιείκεια και την εκτίμηση. 
Ότι δεν πρέπει να κάνει νοήματα δια του οφθαλμού με δόλο ή να χρησιμοποιεί άλλο σχήμα ή κίνημα μέλους, το οποίο λυπεί τον αδελφό ή μαρτυρεί καταφρόνηση. 
Ότι δεν πρέπει να καλοπίζεται είς τον ιματισμό και την υπόδηση, πράγμα που δεικνύει κενοδοξία. 
Ότι πρέπει να χρησιμοποιεί απλά πράγματα για τις σωματικές του ανάγκες. 
Ότι δεν πρέπει να ξοδεύει τίποτε περισσότερο από τα αναγκαία και χάρη πολυτελείας, πράμα που είναι κατάχρηση. 
Ότι δεν πρέπει να ζητεί τιμές και να επιδιώκει πρωτεία. 
Ότι πρέπει ο καθένας να προτιμά από τον εαυτό του όλους τους άλλους. 
Ότι δεν πρέπει να είναι ανυπάκουος. 
Ότι εκείνος που μπορεί να εργασθεί, δεν πρέπει να τρώει αργόσχολα, αλλ’ ακόμα και ο ασχολούμενος με καθήκον που επιδιώκει την δόξα του Χριστού πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια ώστε να εκτελεί το καταδύναμιν έργο. 
Ότι ο καθένας πρέπει με την έγκριση των προϊσταμένων να κάνει τα πάντα με λόγο και βεβαιότητα, μέχρι και αυτού του φαγητού και του ποτού, σαν αυτά να γίνονται είς δόξαν Θεού. 
Ότι δεν πρέπει να μεταβαίνει κανείς από ένα έργο εις άλλο χωρίς την δοκιμασία των εχόντων την εξουσία να ρυθμίζουν τα τοιαύτα πράγματα, εκτός και αν κάποιον τον καλεί απαραίτητος ανάγκη εις επείγουσα βοήθεια εκείνου που του λείπουν οι δυνάμεις. 
Ότι πρέπει ο καθένας να μένει εις ότι ετάχθη και να μην επεμβαίνει υπερβαίνων την αρμοδιότητα του εις ξένα έργα εκτός και αν οι έχοντες την ευθύνη δια τα τοιαύτα κρίνουν ότι κάποιος χρειάζεται βοήθεια. 
Ότι δεν πρέπει να ευρίσκεται κανείς εις άλλο εργαστήριο αντί του δικού του. 
Ότι δεν πρέπει να κάνει κάτι με πνεύμα φιλονικίας ή έριδας.

3. Ότι δεν πρέπει να φθονεί για την ευδοκίμηση του άλλου ούτε να επιχαίρει για τα ελαττώματα κάποιου προσώπου. 
Ότι πρέπει με αγάπη Χριστού να λυπάται και να συντρίβεται για τα ελαττώματα του αδελφού και να ευφραίνεται για τα κατορθώματα του. 
Ότι δεν πρέπει να αδιαφορεί για τους αμαρτάνοντας η να εφησυχάζει. 
Ότι ο ελέγχων πρέπει να ελέγχει με κάθε ευσπλαχνία με φόβο Θεού και με σκοπό να επιστρέψει ο αμαρτωλός. 
Ότι δεν πρέπει όταν κάποιος κατηγορείτε, άλλος ενώπιον εκείνου ή μερικών άλλων να αντιλέγει προς τον κατήγορο. Εάν δε συμβεί κάποτε να φανεί σε κάποιον η κατηγορία παράλογη, να συζήτηση το θέμα ιδιαιτέρως με τον κατήγορο και να τον πείσει ή να πεισθεί. 
Ότι πρέπει ο καθένας, όσο του είναι δυνατό, να κατευνάζει εκείνον που έχει έχθρα εναντίον του. 
Ότι δεν πρέπει να μνησικακεί εναντίον του αμαρτήσαντος και μετανοούντος, αλλά να τον συγχωρεί εκ καρδίας. 
Ότι δεν πρέπει εκείνος, που λέει ότι μετανοεί για κάποιο αμάρτημα να μην λυπάται μόνο για το αμάρτημα άλλα και να κάνει καρπούς άξιους της μετανοίας. 
Ότι εκείνος που επαιδεύθει για τα πρώτα αμαρτήματα και αξιώθηκε της αφέσεως, εάν αμαρτήσει πάλι, κατασκευάζει εις τον εαυτό του το κρίμα θείας οργής χειρότερο από το προηγούμενο. 
Ότι πρέπει αυτός που μετά την πρώτη και δεύτερη νουθεσία επιμένει εις στο σφάλμα του να οδηγηθεί εις τον προεστότα μην τυχόν αισθανθεί ντροπή, όταν επιτιμηθεί από περισσότερους. Εάν δεν διορθωθεί ούτε με αυτόν τον τρόπο, να αποκόπτεται πλέον ως σκάνδαλο και να θεωρείτε ως εθνικός και τελώνης, χάριν της διασφαλίσεως των καλλιεργούντων την υπακοή με ζήλο κατά το λεγόμενο « όταν κρημνίζωνται οι ασεβείς, οι δίκαιοι καταλαμβάνονται από φόβο». Πρέπει δε να πενθούν δι’ αυτού, ως μέλος που αποκόπηκε από το σώμα. 
Ότι δεν πρέπει ο ήλιος να δύει επί του εξοργισμένου αδελφού, μη τυχόν η νύχτα τον φέρει εις πλήρη διάσταση και αφήσει αναπόφευκτον κατηγορία κατά την ημέρα της κρίσεως. 
Ότι δεν πρέπει να αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία προς διόρθωση εαυτού, διότι δεν είναι βέβαιος περί της αύριον. Πράγματι πολλοί πολλά εσχεδίαζαν δι’ αύριο, αλλά δεν την έφθασαν. 
Ότι δεν πρέπει να απατάται από χόρτασμα κοιλίας, από την οποία προέρχονται νυκτερινές φαντασιώσεις. 
Ότι δεν πρέπει να περισπάτε εις άμετρον εργασία και να υπερβαίνει τα όρια της αυτάρκειας κατά τον απόστολο που είπε « έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα θ’ αρκεστόμεν εις αυτά», διότι η πέραν από την ανάγκη αφθονία παρουσιάζει εικόνα πλεονεξίας, η δε πλεονεξία έχει αποκηρυχθεί ως ειδωλολατρία. 
Ότι δεν πρέπει να είναι φιλάργυρος ούτε να θησαυρίζει ανώφελα πράγματα, που δεν έχει ανάγκη. 
Ότι πρέπει ο προσευχόμενος εις τον Θεό ν’ ασπάζεται την ακτημοσύνη κατά πάντα και να είναι προσηλωμένος εις τον φόβο του Θεού, κατά τον ειπόντα. «Προσήλωσε εις τον φόβο σου τας σάρκα μου, διότι εφοβήθην από τας κρίσεις σου». 
Είθε δε να δώσει ο Κύριος να δεχθήται τις οδηγίες μου με όλη την πεποίθησης, ώστε να επιδείξετε καρπούς αξίους του Πνεύματος εις δόξαν Θεού, με την ευδοκία του Θεού και την συνεργία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αμήν.

ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΒΙΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ (Χριστιανών)


Επιστολή 22η του Μεγάλου Βασιλείου
ΠΕΡΙ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΒΙΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ (Χριστιανών)

22.1 Πολλῶν ὄντων τῶν ὑπὸ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς δηλουμένων καὶ τῶν κατορθοῦσθαι ὀφειλόντων τοῖς ἐσπουδακόσιν εὐαρεστῆσαι τῷ Θεῷ, περὶ μόνων τέως τῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος κινηθέντων παρ' ὑμῖν, ὡς ἔμαθον ἐξ αὐτῆς τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς, ἐν συντόμῳ ὑπομνήσει εἰπεῖν ἀναγκαίως προεθυμήθην, τὴν περὶ ἑκάστου μαρτυρίαν εὔληπτον οὖσαν καταλείψας ἐπιγινώσκειν τοῖς περὶ τὴν ἀνάγνωσιν ἀπασχολουμένοις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους ὑπομιμνήσκειν.
Ὅτι δεῖ τὸν χριστιανὸν ἄξια τῆς ἐπουρανίου κλήσεως φρονεῖν καὶ ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολι τεύεσθαι.
Ὅτι οὐ δεῖ τὸν χριστιανὸν μετεωρίζεσθαι οὐδὲ ἀφέλ κεσθαι ὑπό τινος ἀπὸ τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ θελημάτων καὶ κριμάτων.
Ὅτι δεῖ τὸν χριστιανόν, κρείττονα τῶν κατὰ νόμον δικαιωμάτων γενόμενον ἐν πᾶσι, μήτε ὀμνύειν μήτε ψεύ δεσθαι.
Ὅτι οὐ δεῖ βλασφημεῖν, ὅτι οὐ δεῖ ὑβρίζειν, ὅτι οὐ δεῖ μάχεσθαι, ὅτι οὐ δεῖ ἑαυτὸν ἐκδικεῖν, ὅτι οὐ δεῖ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόναι, ὅτι οὐ δεῖ ὀργίζεσθαι.
Ὅτι δεῖ μακροθυμεῖν, πᾶν ὁτιοῦν πάσχοντα, καὶ ἐλέγ χειν εὐκαίρως τὸν ἀδικοῦντα, οὐ μὴν ἐν πάθει τῆς αὑτοῦ ἐκδικήσεως, ἀλλ' ἐν ἐπιθυμίᾳ τῆς τοῦ ἀδελφοῦ διορθώσεως, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου.
Ὅτι οὐ δεῖ κατὰ ἀπόντος ἀδελφοῦ λέγειν τι σκοπῷ τοῦ διαβάλλειν αὐτόν, ὅπερ ἐστὶ καταλαλιά, κἂν ἀληθῆ ᾖ τὰ λεγόμενα.
Ὅτι δεῖ τὸν καταλαλοῦντα ἀδελφοῦ ἀποστρέφεσθαι.
Ὅτι οὐ δεῖ εὐτράπελα φθέγγεσθαι.
Ὅτι οὐ δεῖ γελᾶν, οὐδὲ γελοιαστῶν ἀνέχεσθαι.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀργολογεῖν λαλοῦντά τι ὃ μήτε πρὸς ὠφέ λειαν τῶν ἀκουόντων ἐστί, μήτε πρὸς τὴν ἀναγκαίαν καὶ συγκεχωρημένην τοῦ Θεοῦ χρείαν· ὥστε καὶ τοὺς ἐργαζο μένους σπουδάζειν, καθ' ὅσον δυνατόν, μετὰ ἡσυχίας ἐργάζεσθαι, καὶ αὐτοὺς δὲ τοὺς ἀγαθοὺς λόγους πρὸς ἐκείνους κινεῖν, τοὺς πεπιστευμένους μετὰ δοκιμασίας οἰκονομεῖν τὸν λόγον πρὸς οἰκοδομὴν τῆς πίστεως, ἵνα μὴ λυπῆται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ.
Ὅτι οὐ δεῖ τῶν ἐπεισερχομένων τινὰ ἐπ' ἐξουσίας ἐγγίζειν ἢ λαλεῖν τινι τῶν ἀδελφῶν, πρὶν ἂν οἱ ἐπιτεταγ μένοι τὴν φροντίδα τῆς ἐν πᾶσιν εὐταξίας δοκιμάσωσι πῶς ἀρέσκει Θεῷ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον.
Ὅτι οὐ δεῖ οἴνῳ δεδουλῶσθαι οὔτε περὶ κρέα ἐμπαθῶς ἔχειν, καὶ καθόλου περὶ οὐδὲν βρῶμα ἢ πῶμα φιλήδονον εἶναι· ὁ γὰρ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται.
Ὅτι τῶν διδομένων ἑκάστῳ εἰς χρῆσιν οὐδὲν ὡς ἴδιον ἔχειν δεῖ ἢ ταμιεύεσθαι, ἐν μέντοι τῇ φροντίδι, πᾶσιν ὡς δεσποτικοῖς προσέχοντα, μηδὲν τῶν παραρριπτομένων ἢ ἀμελουμένων, ἂν οὕτω τύχοι, παρορᾶν.
Ὅτι οὐ δεῖ οὔτε αὐτὸν ἑαυτοῦ κύριον εἶναί τινα, ἀλλ' ὡς ὑπὸ Θεοῦ παραδεδομένον εἰς δουλείαν τοῖς ὁμοψύχοις ἀδελφοῖς, οὕτω καὶ φρονεῖν πάντα καὶ ποιεῖν, ἕκαστον δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι.

22.2 Ὅτι οὐ δεῖ γογγύζειν, οὔτε ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῶν πρὸς τὴν χρείαν, οὔτε ἐν τῷ καμάτῳ τῶν ἔργων, ἐχόντων τὸ κρίμα περὶ ἑκάστου τῶν ἐπιτεταγμένων τὴν τούτων ἐξου σίαν.
Ὅτι οὐ δεῖ κραυγὴν γίνεσθαι, οὔτε ἄλλο τι σχῆμα ἢ κίνημα ἐν ᾧ χαρακτηρίζεται θυμὸς ἢ μετεωρισμὸς ἀπὸ τῆς πληροφορίας τοῦ παρεῖναι τὸν Θεόν.
Ὅτι δεῖ τῇ χρείᾳ συμμετρεῖν τὴν φωνήν.
Ὅτι οὐ δεῖ θρασέως ἢ καταφρονητικῶς τινι ἀποκρίνεσ θαι ἢ ποιεῖν τι, ἀλλ' ἐν πᾶσι τὸ ἐπιεικὲς καὶ τὸ τιμητικὸν πρὸς πάντας δεικνύειν.
Ὅτι οὐ δεῖ ἐννεύειν ὀφθαλμῷ μετὰ δόλου, ἢ ἄλλῳ τινὶ σχήματι ἢ κινήματι μέλους κεχρῆσθαι ὃ λυπεῖ τὸν ἀδελφὸν ἢ καταφρόνησιν ἐμφαίνει.
Ὅτι οὐ δεῖ καλλωπίζεσθαι ἐν ἱματίοις ἢ ὑποδήμασιν, ὅπερ ἐστὶ περπερία.
Ὅτι δεῖ εὐτελέσι κεχρῆσθαι τοῖς πρὸς τὴν χρείαν τοῦ σώματος.
Ὅτι οὐ δεῖ ὑπὲρ τὴν χρείαν καὶ πρὸς δαψίλειαν ἀνα λίσκειν οὐδέν, ὅπερ ἐστὶ παράχρησις.
Ὅτι οὐ δεῖ τιμὴν ἐπιζητεῖν ἢ πρωτείων ἀντιποιεῖσθαι.
Ὅτι δεῖ ἕκαστον προτιμᾶν ἑαυτοῦ πάντας.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀνυπότακτον εἶναι.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀργὸν ἐσθίειν τὸν ἐργάζεσθαι δυνάμενον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀσχολούμενον περί τι τῶν κατορθουμένων καὶ εἰς δόξαν Χριστοῦ ἐκβιάζεσθαι ἑαυτὸν εἰς τὴν σπουδὴν τοῦ κατὰ δύναμιν ἔργου.
Ὅτι δεῖ ἕκαστον δοκιμασίᾳ τῶν προεστώτων μετὰ λόγου καὶ πληροφορίας, οὕτω ποιεῖν πάντα, ἄχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν, ὡς εἰς δόξαν Θεοῦ.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀφ' ἑτέρου εἰς ἕτερον ἔργον μεταβαίνειν ἄνευ τῆς δοκιμασίας τῶν εἰς τὸ διατυποῦν τὰ τοιαῦτα ἐπιτεταγμένων, ἐκτὸς εἰ μή πού τινα ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἰς βοήθειαν τοῦ ἀδυνατήσαντος καλοίη αἰφνίδιον.
Ὅτι δεῖ ἕκαστον μένειν ἐν ᾧ ἐτάχθη καὶ μὴ ὑπερβαί νοντα τὸ ἴδιον μέτρον ἐπιβαίνειν τοῖς μὴ ἐπιτεταγμένοις, εἰ μή τι ἂν οἱ ταῦτα πεπιστευμένοι δοκιμάσωσί τινα χρῄ ζοντα βοηθείας.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀφ' ἑτέρου ἐργαστηρίου εἰς ἕτερον εὑρισ κεσθαί τινα.
Ὅτι οὐ δεῖ κατὰ φιλονεικίαν ἢ ἔριν τὴν πρός τινα ποιεῖν τι.

22.3 Ὅτι οὐ δεῖ φθονεῖν τῇ ἑτέρου εὐδοκιμήσει, οὔτε ἐπι χαίρειν ἐλαττώμασί τινος.
Ὅτι δεῖ ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ λυπεῖσθαι μὲν καὶ συντρί βεσθαι ἐπὶ τοῖς τοῦ ἀδελφοῦ ἐλαττώμασιν, εὐφραίνεσθαι δὲ ἐπὶ τοῖς κατορθώμασιν.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀδιαφορεῖν ἐπὶ τοῖς ἁμαρτάνουσιν ἢ ἐφησυ χάζειν αὐτοῖς.
Ὅτι δεῖ τὸν ἐλέγχοντα, μετὰ πάσης εὐσπλαγχνίας, φόβῳ Θεοῦ καὶ σκοπῷ τοῦ ἐπιστρέψαι τὸν ἁμαρτάνοντα, ἐλέγχειν.
Ὅτι δεῖ τὸν ἐλεγχόμενον ἢ ἐπιτιμώμενον καταδέχεσθαι προθύμως, γνωρίζοντα τὸ ἑαυτοῦ ὄφελος ἐν τῇ διορθώσει.
Ὅτι οὐ δεῖ, ἐγκαλουμένου τινός, ἄλλον ἐνώπιον ἐκείνου ἢ ἄλλων τινῶν ἀντιλέγειν τῷ ἐγκαλοῦντι. Ἐὰν δὲ ἄρα ποτὲ ἄλογον φανῇ τινι τὸ ἔγκλημα, κατ' ἰδίαν κινεῖν λόγον πρὸς τὸν ἐγκαλοῦντα καὶ ἢ πληροφορεῖν ἢ πληροφορεῖσθαι.
Ὅτι δεῖ ἕκαστον, ὅση δύναμις, θεραπεύειν τὸν ἔχοντά τι κατ' αὐτοῦ.
Ὅτι οὐ δεῖ μνησικακεῖν τῷ ἁμαρτήσαντι καὶ μετα νοοῦντι, ἀλλ' ἐκ καρδίας ἀφεῖναι.
Ὅτι δεῖ τὸν λέγοντα μετανοεῖν ἐφ' ἁμαρτήματι μὴ μόνον κατανυγῆναι ἐφ' ᾧ ἥμαρτεν, ἀλλὰ καὶ καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας ποιῆσαι.
Ὅτι ὁ ἐπὶ τοῖς πρώτοις ἁμαρτήμασι παιδευθεὶς καὶ τῆς ἀφέσεως ἀξιωθείς, ἐὰν πάλιν ἁμάρτῃ, χεῖρον τοῦ προτέρου κατασκευάζει ἑαυτῷ τὸ κρίμα τῆς ὀργῆς.
Ὅτι δεῖ τὸν μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν ἐπι μένοντα τῷ ἐλαττώματι ἑαυτοῦ φανεροῦσθαι τῷ προεστῶτι, ἐὰν ἄρα ὑπὸ πλειόνων ἐπιτιμηθεὶς ἐντραπῇ. Ἐὰν δὲ μηδὲ οὕτω διορθώσηται, ὡς σκάνδαλον ἐκκόπτεσθαι τοῦ λοιποῦ καὶ «ὡς ἐθνικὸν καὶ τελώνην ὁρᾶσθαι» πρὸς τὴν ἀσφά λειαν τῶν τὴν σπουδὴν τῆς ὑπακοῆς ἐργαζομένων, κατὰ τὸ εἰρημένον· «Ἀσεβῶν καταπιπτόντων, δίκαιοι ἔμφοβοι γίνονται.» ∆εῖ δὲ καὶ πενθεῖν ἐπ' αὐτῷ, ὡς μέλους ἐκκοπέντος ἐκ τοῦ σώματος.
Ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ παροργισμῷ ἀδελφοῦ ἐπιδῦναι τὸν ἥλιον, μή ποτε ἡ νὺξ διαστῇ μεταξὺ ἀμφοτέρων καὶ καταλίπῃ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως ἀπαραίτητον ἔγκλημα.
Ὅτι οὐ δεῖ καιρὸν ἀναμένειν ἐπὶ τῇ ἑαυτοῦ διορθώσει, διὰ τὸ μὴ ἀσφαλὲς ἔχειν περὶ τῆς αὔριον, ὅτι πολλοὶ πολλὰ βουλευσάμενοι τὴν αὔριον οὐ κατέλαβον.
Ὅτι οὐ δεῖ ἀπατᾶσθαι χορτασίᾳ κοιλίας, δι' ἧς γίνονται φαντασίαι νυκτεριναί.
Ὅτι οὐ δεῖ περισπᾶσθαι εἰς ἄμετρον ἐργασίαν καὶ ὑπερ βαίνειν τοὺς ὅρους τῆς αὐταρκείας, κατὰ τὸν εἰπόντα Ἀπόστολον· «Ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα, ὅτι ἡ περισσεία ἡ ὑπὲρ τὴν χρείαν εἰκόνα πλεονεξίας ἐμφαίνει, ἡ δὲ πλεονεξία ἀπόφασιν ἔχει εἰδωλολατρείας.
Ὅτι οὐ δεῖ φιλάργυρον εἶναι οὐδὲ θησαυρίζειν εἰς ἀνω φελῆ ἃ μὴ δεῖ.
Ὅτι δεῖ τὸν προσερχόμενον Θεῷ ἀκτημοσύνην ἀσπά ζεσθαι κατὰ πάντα καὶ καθηλωμένον εἶναι τῷ φόβῳ τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν εἰπόντα· «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην.» ∆ῴη δὲ ὁ Κύριος, μετὰ πάσης πληροφορίας ὑμᾶς ἀνα δεξαμένους τὰ εἰρημένα, εἰς δόξαν Θεοῦ καρποὺς ἀξίους τοῦ Πνεύματος ἐπιδείξασθαι, Θεοῦ εὐδοκίᾳ καὶ συνεργίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Ο ΓΑΜΟΣ


Τὸ ἀναρχο, τὸ ἀπολυτο Εἶναι μας ἀποκαλύφθηκε ὡς Προσωπικό. Αὐτὸ εἶναι τὸ Προαιώνιο γεγονὸς του Εἶναι. Τό πως εἶναι δυνατὸ αὐτὸ τὸ Γεγονὸς θὰ παραμείνει στην αἰωνιότητα ἀπρόσιτο Μυστήριο για ὅλα τὰ κτίστα ὄντα. Ὅταν ὅμως γίνεται λόγος για κτίστα πρόσωπα, ἐννοοῦμε ὅτι αὐτὰ ἔχουν δημιουργηθεῖ «ἐν ἄρχῃ» (Γεν. 1,26) ὡς καθαρῇ δυνατότητα, ποὺ ὀφείλει να πραγματοποιηθεῖ ὡς ἐκεῖνο τὸν βαθμὸ πληρότητος ὅπου τὸ προσωπο γίνεται «καθαρῇ ἐνέργεια». Ὅλη ἡ ὁδὸς αὕτη τῆς «πραγματώσεως» τοῦ προσώπου περνὰ πλέον ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὴν συνέργεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ να ἀποκαλυφθεῖ ὡς τὸν ἔσχατο βαθμὸ συναντώντας τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ να ὁμοιωθεῖ ἐντελῶς με Αὐτόν. Μπορεῖ ὅμως ἐπίσης να ἀρνηθεῖ τὸν Δημιουργὸ κατά τις ἀναζητήσεις τοῦ για τὶς μορφὲς καί τις ὁδοὺς τοῦ εἶναι. 
Ἐπειδὴ τὸ προσωπο εἶναι ἡ ἀρχή που φέρει μέσα τῆς ὅλο τὸ πλήρωμα, εἶναι φυσικὸ μπροστὰ μας να διανοιχθοὺν ὄλες οἱ ἄβυσσοι τοῦ κόσμου μέ τις θετικὲς καί τις ἀρνητικὲς τοὺς μορφές. Συνεπώς, ὅταν βλέπουμε μέσα μας «διχασμὸ προσωπικότητος», παρουσία καὶ τοῦ οὐρανίου Φωτὸς καὶ τοῦ καταχθονίου σκότους, δεν σκεφτόμαστε ὅτι αὐτὸ εἶναι πραγματικὰ «διχασμὸς» προσωπικότητος ... Ὄχι τὸ φαινόμενο ἀποτελεῖ για μας ἀποκαλύψῃ ὅλων τῶν δυνατοτήτων μας, ἀλλὰ τὸ προσωπο παραμένει ἀπαράλλακτα ἐνιαῖο καὶ δεν ὑπόκειται σὲ καμία «διαίρεση»... Ἀπὸ τὸ Θεῖο Ἀγαθό που ἀποκαλύπτεται ἐνώπιον μας, καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων γενικά, καὶ μεταξὺ τῶν προσώπων στον γάμο εἰδικότερα. 
Μία ἀπό τις πιὸ καταστροφικὲς πλευρὲς τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, ὅπως νομίζω, ἡ ὁλοένα αὐξανομένη ἀπωλείᾳ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως σχετικά με τὸν ἑαυτὸ τοὺς καί τις διαπροσωπικὲς σχέσεις τούς. Ἐπειδὴ ἐξέπεσαν ἀπὸ τὴν πιστὴ στην Ἀναστάσῃ, καταδικάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοὺς σὲ θάνατο ὀμοῖό με τὸν θάνατο τῶν ζῴων, οἱ ἄνθρωποι βυθίζονται στην ἄβυσσο τῆς ἀπογνώσεως. Ὁλο τὸ νόημα τῆς ἐπιγείας ὑπάρξεως συνίσταται γι' αὐτοὺς στο να ἅρπαξουν ὀσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη μερίδα «ἀπολαύσεων», «εὐχαριστων». Μὲ τὴν ἀπωλείᾳ τῆς προσωπικῆς εἰκόνας τοῦ εἶναί που μας ἀποκαλύφθηκε, οἱ ἄνθρωποι στην ἀπογνώση τοὺς ἔφθασαν ὡς τὴν ἄγρια ἰδέα να ἀνατρέψουν ὅλα ὅσα προυπήρχαν πρὶν ἀπὸ αὖτο τὸ «ταμπού», καὶ να οἰκοδομήσουν νέα, «ἐλευθερη κοινωνία» που να παρέχει τῇ δυνατότητα μεγαλύτερου ἀριθμοῦ ἐμπειριων. 
Ἡ γνώμη μου, ὄχι ὡς «κληρικοὺ» ἀλλὰ ὡς «προσώπου», εἶναι ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα δεν γνώρισε τῇ μονογαμίᾳ ἐξαιτίας τῆς πτώσεως τῆς. Για τὸν πεπτωκότα ἀνθρωπο ἡ πολυγαμία εἶναι φυσική. Ἡ χριστιανικὴ μονογαμία εἶναι ὑπερφυσική· εἶναι κλῄσῃ πρὸς τὴν ὑπευθυνοτητα μας για τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν βαθυτέρη συναισθήσῃ τῆς προσωπικῆς ἀρχῆς μας. Ἡ προσωπικὴ ἀγάπη, δηλαδὴ ὅταν κάποιος ἀγαπᾷ ἔνα προσωπο συγκεκριμένο, δεν εἶναι ψυχικὴ ἡ φυσιολογική, για να μὴν ποῦμε συνδεδεμένη με τὴν ἀνατομία ἡ, στην καλύτερη περιπτωση, μὲ τὸν ψυχισμό. Ὁ προσωπικὸς γάμος, μιλώντας κυριολεκτικά, δεν ἐπαναλαμβάνεται εἶναι πάντοτε μοναδικός. Τὸ νόημά του ἔγκειται στο να μὴν παραμείνουμε στα ὅρια τῆς φύσεως, ἄλλα στην ἀπὸ κοινοῦ προσπάθεια να γίνουμε «ναὸς» για τῇ λατρείᾳ τοῦ Ἄναρχου Πατρός. Τότε ὁ γάμος γίνεται ὁδὸς πρὸς σωτηρία. Κανένας ἀπὸ μας στῇ δεδομένη μας καταστάσῃ δεν ἀποτελεῖ τελειότητα. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη, ὥστε καί με τὴν Ἄνωθεν ἐνέργεια καί με τὴν προσπάθεια μας να ἀναπτυχθοῦμε στῇ γνώση τοῦ Θεοϋ. Ἂν κάποιος μας δεχθεῖ ὅπως εἴμαστε, τότε βεβαίως θὰ δεχθεῖ κάτι, ποῦ πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν τελειότητα. Καὶ ἐμεὶς ἐπίσης, ἂν δεχθοῦμε τὸν ἀγῶνα να ζήσουμε ἀπὸ κοινοῦ με τὸ δεδομένο προσωπο, τότε τὸ δεχόμαστε αὖτο ὅπως εἶναι. Συνεπὼς ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἀναγκαιότητα ἀμοιβαίων δημιουργικῶν προσπαθειῶν για τὴν ἀποκτήσῃ τῆς ποθούμενης αἰωνίας διαμονῆς ἐν τῷ Θεῷ. 
Στην Ἰταλία ἀνέκυψε τὸ ζήτημα για τὸν νόμο σχετικά με τὸ διαζύγιο. Δεν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καμία ἐγκύκλιος τοῦ πάπα τῆς Ῥώμης δεν πείθει τοὺς ἀνθρώπούς του καιροῦ μας. Μόνο ἐλάχιστοι ἀπὸ αὐτοὺς «προβληματίζονται», ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι βαθμηδὸν θὰ ἐπαναστατήσουν ἐναντίον τῆς ἐξουσίας. Στην ἐκπεσμενη τοὺς καταστάσῃ, ἀποπροσωποποιημένοι ἄνδρες καὶ γυναῖκες, μᾶλλον ἄρρενες καὶ θήλεις, θὰ ὑποδουλωθοὺν στους «νόμους τῆς φύσεως».
Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς τηροῦσε τῇ «μέθοδο» να μεταδίδει στον ἀνθρωπο τὶς «βασικὲς ἄρχες», μετὰ τὴν ἀφομοιωση τῶν ὁποίων θὰ μπορέσει ἀνεξάρτητα να βρίσκει λύσεις στις διαφορες βιωτικὲς περιστάσεις. Καὶ ἑγὼ νομίζω ὅτι στην κατὰ Θεὸν ζωὴ μας αὕτη εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀληθινὴ ὁδός. Ἐΐναι «ἀντιθέτη» πρὸς τὴν ἐπιστημονική, ἐπαγωγικη μέθοδο. Καὶ αὖτο, διότι ἡ Ἀποκαλύψῃ μας μεταδίδει τὴν προαιώνια ἰδέα τοῦ Θείου Πατρὸς μας για τὸν ἀνθρωπο, καὶ ἐμεὶς βασιζόμαστε στα δεδομένα τῆς Ἀποκαλύψεως, δηλαδὴ πορευόμαστέ με τὴν ἀπαγωγικὴ μέθοδο. Αὖτο δεν σημαίνει ὅτι ἡ ἐμπειρικὴ ἐπαγωγικη γνώση ἀποκλείεται ἐντελῶς στῇ δικὴ μας περιπτωση, ἀλλὰ να γνωρίζουμε ὅτι ἀπὸ μόνη τῆς εἶναι ἐλλιπής.

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ) 
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας σελ. 190-194

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Θα συγκεντρώνετε το νου σας στην καρδιά, τους λέει, εκεί που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό …


Θα συγκεντρώνετε το νου σας στην καρδιά, τους λέει, εκεί που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό, στην πιο βαθιά γωνίτσα της, και δε θα τον αφήνετε να σκορ­πά κατά δω και κατά κει, στα πράματα του κόσμου, κι εντέλει να παρασέρνεται από τα πράματα του κόσμου. Όταν το καταφέρετε αυτό, ο νους σας θα φέρει και τη θέληση σας στη γωνίτσα που φυλάτε την αγάπη σας για το Θεό. Και τότε δε θα θέλετε τίποτε άλλο. Γιατί η θέληση σας κι η αγάπη σας για το Θεό θα ενωθούν, θα γίνουν ένα. Και καμιά χαρά, από αυτές που μας δίνουν τα πράγματα του κόσμου δε θα σας ενδιαφέρει πια. Κανένα από τα πράγματα του κόσμου δε θα σας δίνει χαρά. Μόνο η αγάπη σας για το Θεό. Κι έτσι ο νους σας μόνο στο Θεό θα κατευθύνεται. Γιατί μόνο αυτή η κίνηση θα γεμίζει την καρδιά σας με χαρά.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
«Όταν ο νους αναχωρήσει από τα πράγματα του κόσμου, που μας περιτριγυρίζουν, και υψωθεί πάνω από τα καθημερινά, που τον απασχολούν, σκύψει κατόπι μέσα στον κόσμο της καρδιάς, τότε θα δει, σαν μέσα σε καθρέφτη, όλη την ασκήμια της ψυχής, εξαι­τίας της περιπλάνησης της στον κόσμο της αμαρτίας, και θα κλάψει. Θα κλάψει για τούτη την ασκήμια. Μα ακριβώς αυτά τα δάκρυα θα λούσουν την ψυχή και θα την καθαρίσουν. Λουσμένη και πεντακάθαρη η ψυχή δε θ’ ασχολείται πια με τα πράγματα του κόσμου. Τα πράγματα του κόσμου δε θα την αγγίζουν, κι ο νους μπορεί να μπει μες στο ναό της και να προσεύχεται στον Πατέρα μυστικά. Ο Θεός που τον ακούει, του αντιγυρίζει ως δώρο την ειρήνη, δώρο πολύτιμο, γιατί τη διώχνουνε συνήθως οι πονηροί λογισμοί. Αυτή η ειρήνη αποτελεί την προϋπόθεση για τις θεολογικότερες αρετές, που θα κατακλύσουν στη συνέχεια την ψυχή. Κι αυτές είναι η πίστη, είναι η ελπίδα, είναι η αγάπη. Τέλος ο νους, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, που θα γεμίσει και αυτό την ψυχή μένα τρόπο άρρητο, όπου η συμμετοχή του μονάχου παύει πια να είναι αναγνωρίσιμη, ανέρχεται προς το Θεό κι ακούει άρρητα ρήματα, βλέπει τα αθέατα και κατέχε­ται από θαυμασμό, ο οποίος αποκτά απίστευτη διάρ­κεια. Ο άνθρωπος γίνεται τότε άγγελος του Θεού στη γη. Εντός του ανακαλύπτει άλλον ουρανό και άλλον ήλιο. Ανακαλύπτει τη νοητή σιγή».


απόσπασμα από το βιβλίο της ΖΩΗΣ ΚΑΝΑΒΑ
Με την προσευχή και το κοντύλι
Γρηγόριος ο Παλαμάς : Μυθιστορηματική βιογραφία
Εκδόσεις: ΑΣΤΗΡ

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ 

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


(Ευαγγέλιο: Λουκ. ιη' 10-14)

Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέ­ξει ένα καλό δέντρο, απ' όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέ­ντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, άλλα το εσωτερικό του, ό πυρήνας του, ήταν σά­πιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ό κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ό άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τί μπορεί να μου χρη­σιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιά­ζει ανώμαλο, άσχημο, άλλα τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό. Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισ­σότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό.

Το ίδιο θα χάνει κι ό Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους πού βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον πού φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον πού ή καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.

Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψω­μένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλη­μένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, πού έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ό Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους πού ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα.

Ό Θεός είναι γιατρός. Πλησιάζει στο κρεβάτι όπου κείτεται ό καθένας μας και ρωτάει: «Που πονάς;» Ό άνθρωπος πού αξιοποιεί την παρουσία του γιατρού κο­ντά του και του φανερώνει όλους τους πόνους και τις αδυναμίες του, είναι σοφός. Εκείνος πού κρύβει τις αμαρτίες του και καυχιέται μπροστά στο γιατρό πώς είναι υγιής, είναι ανόητος. Λες κι ό γιατρός επισκέπτε­ται τον άνθρωπο για να δει πόσο καλά είναι κι όχι από τί πάσχει.

Λέει ό Ιερός Χρυσόστομος:

«Το ν' αμαρτάνεις είναι κακό, όταν όμως το ομολο­γείς, μπορείς να λάβεις βοήθεια. Όταν όμως αμαρτάνεις και δεν το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει ελπίδα να βοη­θηθείς».

Γι' αυτό ας γίνουμε σοφοί, συνετοί. Όταν στεκόμα­στε για να προσευχηθούμε μπροστά στο Θεό, πρέπει να νιώθουμε πώς βρισκόμαστε μπροστά στον πιο καλό και πιο ελεήμονα γιατρό. Εκείνος ρωτάει τον καθένα μας με αγάπη και μέριμνα: «Που πονάς;» Εμείς ας μην αμελήσουμε καθόλου να του αποκαλύψουμε την αρρώ­στια μας, να του φανερώσουμε τις πληγές και τις αμαρ­τίες μας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΟΙΑΣ, απο την Κυριακή του Τελώνου & του Φαρισαίου ώς την Μεγάλη Παρασκευή, ΟΜΙΛΙΕΣ Β΄ Μετάφραση – Επιμέλεια: ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ

Δημοφιλείς αναρτήσεις