Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

Τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Εὐφροσύνης Συναξάριον.


Τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Εὐφροσύνης

Συναξάριον.

Τῇ ΚΕ´ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Εὐφροσύνης, θυγατρὸς Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου.
Στίχοι. 
Τὴν γυναικεία σου φύση κρύβεις Εὐφροσύνη μὲ ὄψη ἄνδρα, καὶ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σου βλέπεις τὸν Δεσπότη ποὺ βλέπει τὰ πάντα. 
Τὴν εἰκοστὴ πέμπτη ἡμέρα ἡ Εὐφροσύνη παρέδωσε τὸ πνεῦμα. 
Αὐτὴ ποὺ παρέβλεψε φύση καὶ ἀπολαύσεις τῆς ζωῆς, 
Σμάραγδος στὸ ὄνομα καὶ στὸ νοῦ Εὐφροσύνη,
ἐγκατέλειψε κάθε εἴδωλο τῆς ζωῆς
καὶ ἀγάπησε το βίο τῶν μοναχῶν. 
νας εὐνοῦχος σὰν σὲ παλάτι βασιλικό,
μὲ ὄψη ἄντρα, ἐντελῶς ἄγνωστος,
προσῆλθε στὴν μονὴ, ἀπέβαλε θέλημα καὶ τὰ μαλλιά, κρύφτηκε ἀπὸ τὸν πατέρα της
καὶ πέτυχε αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε μὲ πόσους
κόπους καὶ μόχθους καὶ ἔντονες προσευχές·
ἔλειωσε τὴν τρυφερή της σάρκα
ἐκπλήσσοντας ὅλους μὲ τὴν κακοπάθεια. 
Τὸ πῶς; Ἀδύνατον νὰ πεῖ καὶ νὰ τὸ ἐκφράσει κάποιος. 
Πῶς κρύφτηκες ἀπὸ τον πατέρα, παράξενο πρᾶγμα! 
Κόρη καλή, ποὺ τρέχει ἐν μέσῳ τῶν μοναχῶν,
μιὰ πέτρα ποὺ ἔγινε σμαράγδι. 
ταν πολλὴ ἡ ἀναζήτηση ἀπὸ τοὺς δικούς της·
στέναζε ἡ καρδιὰ τοῦ πατέρα της, σωστὴ βροντή,
γιὰ τὴν μακρινὴ φυγὴ τῆς Εὐφροσύνης·
τριάντα ὀχτὼ χρόνια, ἀλλοίμονον,
στὰ ὄρη, στὶς χαράδρες καὶ στὶς ἐρημίες,
περπατοῦσε ἀναστενάζοντας βαθειά. 
λλὰ ὁ Σμάραγδος ὁ ἴδιος, ἡ Εὐφροσύνη,
μὲ τελευταῖο στὰ λόγια της τὸ «Πατέρα μου»,
ἀνέλαβε τοὺς μεγάλους κόπους σὰν νὰ ᾿ταν ἐμπόρευμα,
καὶ εὐφράνθηκε γιὰ τὴν μετάστασή της στοὺς οὐρανούς. 
Κι ἐκεῖνος, σαστισμένος, ἀλλοίμονο στὴν ἀδυναμία,
ἔπεσε στὴ γῆ σὰν ἄψυχος νεκρός. 
Διότι ἄκουσμα παράδοξο καὶ ἀλλόκοτο
ἄκουσε πράγματι· τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ πάθει;
Ἐγκατέλειψε λοιπὸν ζωὴ καὶ πατρίδα,
ἔβαλε μέσα του ζῆλο σὰν τοῦ παιδιοῦ του
τοὺς ἀξιέπαινους κόπους, ἔδειξε φλογερὸ πόθο
καὶ ὡς πατέρας ποὺ τὸ βίο τοῦ παιδιοῦ του
κληρονόμησε, μετέστη στὶς οὐράνιες κατοικίες.

 


Στίχοι.

Τὸ θῆλυ κρύπτεις ἀνδρικῶς, Εὐφροσύνη,
Καὶ κρυπτὰ τὸν βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.

Εἰκάδα Εὐφροσύνη κατὰ πέμπτην πότμον ὑπέστη.

τὴν φύσιν λαθοῦσα καὶ τερπνὰ βίου,
Κλῆσιν Σμάραγδος, τὸν δὲ νοῦν Εὐφροσύνη,
Λιποῦσα πᾶσαν τοῦ βίου φαντασίαν,
Ἀνδρῶν μοναστῶν ἀγαπήσασα βίον,
Εὐνοῦχος ὥσπερ βασιλικῶν δωμάτων,
Ἐν ἀνδρικῷ σχήματι γνωστὸς οὐδόλως,
Μονῇ προσῆλθε, καὶ θέλημα καὶ τρίχας
Ἐκδοῦσα, καὶ σπεύδουσα λαθεῖν πατέρα.
Καὶ εὖ τυχοῦσα τοῦ ποθουμένου, πόσοις
Κόποις, πόνοις τε καὶ προσευχαῖς συντόνοις,
Τὸ μαλακὸν τέτηκε δεινῶς σαρκίον,
Ἅπαντας ἐκπλήττουσα τῇ κακουχίᾳ.
Οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, ἀδυνατεῖ καὶ λόγος.
πῶς λαθοῦσα πατέρα, πρᾶγμα ξένον!
Καλὴ θυγάτηρ, τῶν μοναστῶν ἐν μέσῳ
Τρέχουσα, λίθος ὡς σμάραγδος εὑρέθη·
Πολλὴ γὰρ ἡ ζήτησις ἐκ τῶν ἰδίων,
Πατρὸς βρύχοντος ἐκ πόνου τῆς καρδίας,
Τῆς Εὐφροσύνης τὴν μακρὰν ἐκδημίαν,
Τριπλῇ δεκάδι πρὸς ὀκτώ, φεῦ! χρόνοις,
Ὄρη, βάραθρα καὶ τόπου ἐρημίας
Περιπολοῦντος καὶ στένοντος ἐκ βάθους.
λλ᾿ ὁ Σμάραγδος αὐτός, ἡ Εὐφροσύνη,
Ὦ Πάτερ, εἰπὼν τὸν τελευταῖον λόγον,
Ὡς ἐμπόρευμα τῶν μακρῶν λαβὼν κόπων,
Τῶν οὐρανῶν γέγηθε τῇ μεταστάσει.
Κἀκεῖνος, ὥσπερ ἐκπλαγείς, φεῦ τοῦ πάθους!
Πέπτωκεν εἰς γῆν ὥσπερ ἄψυχος νέκυς.
Ἄκουσμα καὶ γὰρ παράδοξον καὶ ξένον
Ἤκουσεν ὄντως· τί γὰρ ἄλλο καὶ πάθοι;
Καὶ λοιπὸν ἀφεὶς καὶ βίον καὶ πατρίδα,
Καὶ ζῆλον ὥσπερ αἰνετῶν παιδὸς πόνων
Ἐνθεὶς ἑαυτῷ καὶ πόθου δείξας φλόγα,
Διάδοχος βίου τε ὡς πατὴρ τέκνου

Γεγώς, μετέστη πρὸς μονὰς οὐρανίους. 


Ο οσιομάρτυς Γαλακτίων της Βόλογκντα

Ο οσιομάρτυς Γαλακτίων της Βόλογκντα

Ο όσιος Γαλακτίων - κατά κόσμον Γαβριήλ - ήταν υιός του ευσεβούς βογιάρου Ιβάν Μπέλσκι. Όταν έγινε επτά ετών, οι γονείς του τον έστειλαν κρυφά στην πόλη Στάριτσα, για να τον διασώσουν από τον τσάρο Ιβάν Δ’ τον Τρομερό (1533 – 1584).
Κρυμμένος εκεί ο άγιος σε οικογένεια υποδηματοποιού, έμαθε την τέχνη του προστάτου του και περνούσε τον χρόνο του με προσευχή, συχνό εκκλησιασμό και μελέτη ιερών βιβλίων. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην πόλη Βόλογκντα, όπου νυμφεύθηκε και ζούσε βίο ήσυχο και ευτυχισμένο. 
Όταν ο αδελφός του Δημήτριος έγινε αυλικός του τσάρου, τον κάλεσε να λάβει το μερίδιό του από την πατρική κληρονομιά, αλλά ο άγιος προτίμησε να αποκρύψει την ευγενή καταγωγή του και συνέχισε να αποζή από την εργασία των χεριών του. 
Μετά τον θάνατο της νεαρής συζύγου του ο Γαβριήλ μοίραζε τον καιρό του στην προσευχή και στην ανατροφή της μικρής κόρης του, μέχρις ότου αυτή μεγάλωσε. Τότε την εμπιστεύθηκε σε συγγενείς και αυτός αποσύρθηκε από τον κόσμο. Κατασκεύασε ξύλινο κελλί κοντά σε ποτάμι, εκάρη μοναχός με το όνομα Γαλακτίων και ζούσε ως ερημίτης. 
Με υπόδειξη του οσίου Ειρηνάρχου, εγκλείστου του Ροστώφ [13 Ιαν.], φορούσε αλυσίδες, τρεφόταν μόνον με ξηρό ψωμί και νερό και κοιμόταν ελάχιστα. 
Από τα κέρδη της χειρωνακτικής του εργασίας κρατούσε για τον εαυτό του το ένα τρίτο και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στις εκκλησίες και στους πτωχούς. Οι κάτοικοι της Βόλογκντα τον ηυλαβούντο πολύ και τον επεσκέπτοντο συχνά, για να τον συμβουλευθούν και να ζητήσουν τις προσευχές του. 
Σε εποχή ανομβρίας ο όσιος από υπακοή στον επίσκοπο άφησε το ησυχαστήριό του, για να συμμετάσχη στην λιτανεία. 
Μία φορά ακόμη βγήκε από την ησυχία του, προκειμένου να μεταβή στις τοπικές αρχές και να προαναγγείλη την επιδρομή των Λιθουανών. Ο όσιος έκανε έκκληση στον λαό να μετανοήση και να ανεγείρη μέσα σε μία ημέρα ναό προς τιμήν της Θεοτόκου. Τα λόγια του όμως δεν εισακούσθηκαν και η τρομερή πρόρρηση πραγματοποιήθηκε. 
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1612 οι Πολωνοί και οι Λιθουανοί εισέβαλαν στην Βόλογκντα. Τότε κτύπησαν και τον Γαλακτίωνα με ξίφη και του συνέτριψαν το κεφάλι με ένα δοκάρι. 
Ο όσιος επί δύο ημέρες υπέμεινε σιωπηλά το μαρτύριο, γενόμενος συμμέτοχος του πάθους του Κυρίου, και στις 24 Σεπτεμβρίου παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό. 
Επάνω στον τάφο του οι κάτοικοι της Βόλογκντα ανήγειραν εκκλησία αφιερωμένη στην Θεοτόκο. Αργότερα στον τόπο των ασκητικών παλαισμάτων του εγκαταβίωσε μία αδελφότης, και εγίνοντο πολλά θαύματα, τόσο από τον όσιο Γαλακτίωνα όσο και από το ιαματικό νερό της πηγής που ο ίδιος είχε σκάψει. 
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Τόμος 1ος, Σεπτέμβριος, 28. Εκδόσεις Ορμύλια

Η μορφή του αγίου Σιλουανού...





Ημείς εγνωρίσαμεν τον Γέροντα κατά την περίοδον ταύτην της ζωής αυτού. Είχον παρέλθει οι μακροί χρόνοι της τιτανίου μάχης κατά των παθών. Τότε ήτο αληθώς μέγας εις το πνεύμα. Μαθητευθείς εις τα μυστήρια του Θεού και καθοδηγηθείς άνωθεν εις τον πνευματικόν αγώνα, ανήρχετο ήδη σταθερώ ποδί εις την απάθειαν.

Εξωτερικώς ο Γέρων ήτο πολύ απλούς. Εις το ανάστημα υψηλότερος του μέσου ανδρός αλλ’ ουχί μεγαλόσωμος. Το σώμα αυτού ούτε ξηρόν ούτε πολύσαρκον ήτο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδες δυνατοί, σύμμετροι προς τον κορμόν μετά μεγάλων πελμάτων, χείρες εργάτου στιβαραί, μεγάλαι παλάμαι και ανάλογοι δάκτυλοι· πρόσωπον και κεφαλή πολύ αρμονικών αναλογιών. Ωραίον, μέτριον στρογγύλον μέτωπον, μόλις μεγαλύτερον του μήκους της ρινός. Η κάτω σιαγών έντονος, δυνατή και αποφασιστική, αλλ’ άνευ σημείων αισθησιασμού ή τραχύτητος. Οφθαλμοί βαθύχρωμοι, ουχί μεγάλοι, βλέμμα επιεικές, προσεκτικόν, διορατικόν, πολλάκις καταπεπονημένον εκ της πολλής αγρυπνίας και των δακρύων. Γένεια μεγάλα, δασέα, εν μέρει φαιόχροα. Οφρύες χαμηλαί, ευθυτενείς. Η κόμη της κεφαλής μαύρη μέχρι του γήρατος, μάλλον πυκνή. Έτυχε να φωτογραφήσουν αυτόν, αλλ’ άνευ επιτυχίας. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου αυτού απετυπούντο σκληρά, ενώ εις την πραγματικότητα είχε την όψιν πραείαν, συμπαθή, μετά γαληνίου βλέμματος. Το πρόσωπον ωχρόν εκ του ολίγου ύπνου και της πολλής νηστείας, συχνάκις κατανενυγμένον, ουδέποτε τραχύ.

Ούτως ήτο συνήθως, αλλ’ ενίοτε μετεμορφούτο, ώστε να γίνηται αγνώριστος. Το χλωμόν, καθαρόν πρόσωπον ελάμβανε τοιαύτην πεφωτισμένην έκφρασιν, εγίνετο τοσούτον καταπληκτικόν, ώστε δεν είχες την δύναμιν να προσβλέψης εις αυτό· οι οφθαλμοί υπεστέλλοντο. Ακουσίως ήρχετο εις την μνήμην η Αγία Γραφή λέγουσα ότι ένεκα της δόξης του προσώπου του Μωϋσέως ο λαός εφοβείτο να ατενίση εις αυτόν.

Η ζωή του Γέροντος ήτο μετρίως αυστηρά, μετά τελείας αδιαφορίας δια την εξωτερικήν εμφάνισιν και μεγάλης αφροντισίας δια το σώμα. Περιεβάλλετο χονδροειδή ενδύματα, ως οι εργάται μοναχοί, έφερε δε πολλά ενδύματα, έτι και κατά το θέρος, επειδή εις τους χρόνους της πλήρους αδιαφορίας δια το σώμα αυτού συχνάκις ησθένει και έπασχεν εκ ρευματισμών. Κατά την διαμονήν αυτού εν τω Παλαιώ Ρωσικώ έπαθε ψύξιν εις την κεφαλήν και μαρτυρικαί κεφαλαλγίαι ηνάγκαζον αυτόν να μένη πολλάκις εξηπλωμένος επί της στρωμνής. Κατ’ εκείνον τον καιρόν, χάριν μεγαλυτέρας μονώσεως, διήρχετο τας νύκτας έξω των τειχών της κυρίως Μονής, εις τινα γωνίαν μεγάλης αποθήκης τροφίμων, την οποίαν διεχειρίζετο.

Τοιούτον ήτο το απλούν και ταπεινόν εξωτερικόν αυτού του ανθρώπου. Αλλά να ομιλήσωμεν δια τον χαρακτήρα και την εσωτερικήν αυτού μορφήν είναι «και πρόβλημα εις διήγησιν».

Κατά τα έτη εκείνα, ότε εδόθη εις ημάς η ευκαιρία να παρακολουθήσωμεν αυτόν, ενεφάνιζε θέαμα εξαιρέτου αρμονίας των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων.

Ήτο ολιγογράμματος. Μικρός, εφοίτησεν εις το σχολείον του χωρίου αυτού μόνον «δύο χειμώνας», αλλά εκ της συνεχούς εν τω ναώ αναγνώσεως και ακροάσεως της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων ανεπτύχθη πολύ και, όσον αφορά εις την πνευματικήν ασκητικήν ζωήν, έδιδεν εντύπωσιν εγγραμμάτου ανθρώπου. Εκ φύσεως είχεν οξύν, δημιουργικόν νουν, η δε μακρά εμπειρία του πνευματικού αγώνος, της εσωτερικής νοεράς προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών αλλά και των εξαιρέτων θείων επισκέψεων κατέστησαν αυτόν υπερανθρώπως σοφόν και οξυδερκή.

Ο Γέρων Σιλουανός ήτο άνθρωπος αληθώς τρυφεράς καρδίας, συγκινητικής αγάπης, εξαιρέτου λεπτότητος και ευσπλαγχνίας εις πάσαν θλίψιν και πάντα πόνον, άνευ ουδεμιάς νοσηράς και θηλυπρεπούς αισθηματικότητος. Το συνεχές βαθύ πνευματικόν πένθος ποτέ δεν μετετρέπετο εις συναισθηματικούς κλαυθμηρισμούς. Η ακοίμητος εσωτερική έντασις ουδέ σκιάν νευρικότητος είχεν.


Αξία πολλού θαυμασμού είναι και η μεγάλη σωφροσύνη του ανδρός τούτου, παρά το ρωμαλέον σώμα. Εφύλαττεν εαυτόν ισχυρώς, προσέτι και από παντός λογισμού μη ευαρέστου εις τον Θεόν. Παρά ταύτα συμπεριεφέρετο και συνανεστρέφετο μεθ’ όλων των ανθρώπων εντελώς ελευθέρως και φυσικώς, μετ’ αγάπης και απλότητος, ανεξαρτήτως της θέσεως και του τρόπου ζωής αυτών. Εντός αυτού ουδέ σκιά αποστροφής υπήρχεν, έτι και δι’ ανθρώπους οίτινες έζων ρυπαρώς, αλλ’ εν τω βάθει της ψυχής αυτού εθλίβετο δια τας πτώσεις αυτών, καθώς ο πατήρ ή η μήτηρ θλίβονται δια τα ολισθήματα των ηγαπημένων αυτών τέκνων.

Εδέχετο τους πειρασμούς και έφερεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας.

Ήτο άνθρωπος παντελώς άφοβος και ελεύθερος, και συγχρόνως δεν υπήρχεν εντός αυτού ουδέ ίχνος θρασύτητος. Άφοβος ών, ενώπιον του Θεού έζη εν φόβω. Τω όντι, εφοβείτο να λυπήση Αυτόν έστω και δια κακού λογισμού.

Ήτο ανήρ μεγάλης ανδρείας, και εν τω άμα εξαιρέτου πραότητος· σπάνιος και ασυνήθους ωραιότητος συνδυασμός.

Ο Γέρων ήτο άνθρωπος βαθείας, γνησίας ταπεινώσεως, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Ηγάπα να δίδη το προβάδισμα εις τους άλλους, ηγάπα να είναι κατώτερος, να χαιρετίζη πρώτος, να λαμβάνη ευλογίαν παρά των φερόντων ιερατικόν βαθμόν, ιδίως παρά των επισκόπων και του ηγουμένου, και πάντα ταύτα άνευ ουδεμιάς ανθρωπαρεσκείας ή κολακείας. Ετίμα ειλικρινώς τους ανθρώπους οίτινες είχον αξίωμα ή θέσιν, και τους πεπαιδευμένους, αλλ’ ουδέποτε εντός αυτού υπήρχεν αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητος, ίσως επειδή βαθέως εγνώριζε το εφήμερον πάσης κοσμικής θέσεως, εξουσίας, πλούτου, προσέτι δε επιστημονικών γνώσεων. Εγνώριζε «πόσον πολύ αγαπά ο Κύριος τους ανθρώπους Αυτού», και εξ αγάπης προς τον Θεόν και τους ανθρώπους ετίμα αληθώς και εσέβετο πάντα άνθρωπον.


Η εξωτερική αυτού διαγωγή ήτο απλή, και ταυτοχρόνως η αναμφίβολος ποιότης αυτού ήτο η εσωτερική ευγένεια, η αριστοκρατία, αν θέλητε, εν τη υψηλοτέρα σημασία της λέξεως. Εν τη υπό διαφόρους συνθήκας επικοινωνία μετ’ αυτού ο άνθρωπος και της λεπτοτέρας εισέτι διαισθήσεως δεν ηδύνατο να παρατηρήση εις αυτόν τραχείας κινήσεις καρδίας: αντιπάθειαν, απροσεξίαν, περιφρόνησιν, προσποίησιν και τα παρόμοια. Ήτο ανήρ όντως ευγενής, ως δύναται να είναι μόνον ο χριστιανός.

Ο Γέρων ποτέ δεν εγέλα ηχηρώς. Ποτέ δεν ωμίλει κατά τρόπον διφορούμενον. Ουδέποτε περιεγέλασε και ουδέποτε ηστειεύθη άλλους ανθρώπους. Επί του συνήθως σοβαρού γαληνίου προσώπου αυτού μόλις εσχεδιάζετο ενίοτε ελαφρόν τι μειδίαμα, μη ανοιγομένων των χειλέων (εκτός εάν ωμίλει).

Ανθίστατο εις τους πειρασμούς και υπέμενεν αυτούς μετά μεγάλης ανδρείας. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέσιν εις αυτόν. Αλλά παρά την φανεράν απλότητα, την σπανίαν διαλλακτικότητα και την υπακοήν, ήτο απολύτως αντίθετος προς παν ψευδές, πονηρόν και άσχημον. Κατάκρισις, χυδαιότης, μικρότης και τα τοιαύτα εις αυτόν δεν ευρίσκοντο. Επί τούτου εξεδήλου έμμονον ακαμψίαν, αλλά και τρόπον ώστε να μη θλίβη τον αμαρτάνοντα, και προσείχε να μη προσβάλη αυτόν ουχί μόνον εξωτερικώς, αλλά, το κυριώτερον, ούτε και δια της κινήσεως της καρδίας αυτού, διότι ο λεπτός άνθρωπος αισθάνεται και τας κινήσεις της καρδίας. Επετύγχανε δε τούτο προσευχόμενος εσωτερικώς και μένων ήσυχος, ανεπηρέαστος από παντός δυστρόπου.

Παρετηρείτο εις αυτόν θέλησις σπανίας δυνάμεως, άνευ πείσματος· απλότης, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία μετά πραότητος και προσηνείας· ταπείνωσις και υπακοή, άνευ δουλοπρεπείας και ανθρωπαρεσκείας: Ήτο αληθώς άνθρωπος, εικών και ομοίωσις Θεού. 
Ωραίος ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου
Θεού· αλλ’ ουδέν θαυμασιώτερον του ανθρώπου, του αληθούς ανθρώπου, του υιού Θεού!
 
Ποτέ δεν ενδιεφέρθημεν δια τα γεγονότα της εξωτερικής ζωής του μακαρίου Γέροντος. Ίσως αποτελεί σφάλμα εκ μέρους ημών, αλλά δεν δυνάμεθα πλέον να επανορθώσωμεν τούτο. Κατά τας συναντήσεις ημών μετά του Γέροντος η προσοχή ημών ήτο τελείως απερροφημένη εκ του πόθου να κατανοήσωμεν την πνευματικήν αυτού διδαχήν· να συλλάβωμεν αυτήν δια του νου, να συγκρατήσωμεν δια της καρδίας, να αφομοιώσωμεν δια της ψυχής τους λόγους ή μάλλον την πνευματικήν αυτού κατάστασιν.

Ενίοτε εφαίνετο εις ημάς ότι εις τον Γέροντα εδόθη η δύναμις να επιδρά δια της προσευχής επί των συνομιλητών αυτού. Τούτο ήτο απαραίτητον, διότι ο λόγος αυτού εξωτερικώς ήτο απλούς, ως εάν ουδέν το «ιδιαίτερον» να περικλείετο εις αυτόν. Κατ’ ουσίαν όμως ήτο λόγος περί καταστάσεως υπερφυσικής και, ως εκ τούτου, ήτο αναγκαίον να μεταδοθή δια της προσευχής, ει δε μη ο λόγος αυτού θα παρέμενεν ακατανόητος, ασύλληπτος, κεκρυμμένος.

Η μετά του Γέροντος επικοινωνία έφερε χαρακτήρα απλότητος και ελευθερίας από δισταγμού ή φόβου ότι ενδέχεται να σφάλης εις τι. Υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη ότι ουδεμία ενέργεια ή λόγος αδέξιος, ή εισέτι και ανόητος, θα καταστρέψη την ειρήνην, θα συναντήση εις απάντησιν μομφήν ή σκληράν απώθησιν. Συγχρόνως όμως χορδή τις εις τα βάθη της ψυχής σου ενετείνετο μετ’ εσχάτης εντάσεως προσευχής, ίνα αξιωθής να αναπνεύσης εκείνο το πνεύμα, δια του οποίου ήτο ούτος πεπληρωμένος.

Όταν εισέρχησθε εις τόπον πλήρη ευωδίας, το στήθος υμών σπεύδει, ίνα ανοίξη και δεχθή αυτήν μετά βαθείας εισπνοής. Καθ’ όμοιον τρόπον εκινείτο και η ψυχή κατά την ώραν της επικοινωνίας μετά του Γέροντος. Γαλήνιος, ειρηνικός, αλλά συγχρόνως και ισχυρός, βαθύς πόθος εκυρίευε της ψυχής να εμποτισθή υπό της ευωδίας του Πνεύματος του Χριστού.

Οποίαν εξαίρετον και όλως ιδιαιτέραν πνευματικήν τέρψιν δίδει η κοινωνία μετά τοιούτου ανθρώπου!

Ο Γέρων ηδύνατο να ομιλή μεθ’ απλότητος άνευ κενοδοξίας περί πραγμάτων εξερχομένων των κοινών ανθρωπίνων ορίων. Εάν ο ακροατής είχε πίστιν εις αυτόν, τότε δια της απλής αυτής εξωτερικής συνομιλίας εδέχετο, εις μέτρον εφικτόν δι’ αυτόν, την υπερφυσικήν εκείνην κατάστασιν, εν τη οποία ευρίσκετο ο ίδιος ο Γέρων.

 



Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1995, σελ.62-67

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ



ΑΓΙΟΣ  ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ  Ο  ΑΘΩΝΙΤΗΣ
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΟΣΙΟΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟΝ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ ΕΔΩ

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΕΔΩ

Αυτό το νεοφανές άστρο του στερεώματος της Εκκλησίας, ο όσιος Σιλουανός -κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ- γεννήθηκε το 1866 από γονείς χωρικούς της περιφέρειας Ταμπώφ της Ρωσίας. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αναρωτιόταν: «Πού είναι αυτός ο Θεός; Όταν μεγαλώσω, θα γυρίσω όλη την γη αναζητώντας Τον!».

Όταν μεγάλωσε, οι «Βίοι των Αγίων» και τα θαύματά τους πυρπόλησαν την νεανική του καρδιά από αγάπη προς τον Θεό, ο νους του προσκολλήθηκε στην αδιάλειπτη μνήμη Του και προσευχόταν πολύ με δάκρυα. Η χαρισματική αυτή κατάσταση που διήρκησε τρεις μήνες, διήγηρε μέσα του τον πόθο για την μοναχική ζωή. Νέος όμως, εύθυμος εκ χαρακτήρος και προικισμένος με εξαιρετική φυσική δύναμη, επανήλθε στην κοσμική ζωή και συμμετείχε σε όλες τις διασκεδάσεις του χωριού. Κάποια ημέρα, σε μία συμπλοκή παρά λίγο θα σκότωνε έναν συγχωριανό του. Λίγο καιρό μετά από αυτό το επεισόδιο, αποκοιμήθηκε ελαφρά και είδε στον ύπνο του ένα φίδι να σύρεται μέσα του από το στόμα. Μαζί με την αηδία που ένιωσε, άκουσε την φωνή της Θεοτόκου να του λέει με ασυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στο όνειρό σου φίδι και δεν σου άρεσε· το ίδιο δεν αρέσει και σε μένα να βλέπω τα έργα σου!».

Ύστερα από την κλήση αυτή η ζωή του άλλαξε ριζικά. Αισθάνθηκε βαθειά αποστροφή προς την αμαρτία και κυριευμένος από θερμή μετάνοια δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο παρά μόνον το Άγιον Όρος και την Μέλλουσα Κρίση. Το 1892, αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, ζήτησε από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης [20 Δεκ.] να εύχεται γι’ αυτόν «να μην τον κρατήσει ο κόσμος» και αναχώρησε για το Περιβόλι της Παναγίας. Εισήλθε ως δόκιμος στην ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία τότε βρισκόταν στο ύψιστο σημείο της ακμής της και αριθμούσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.

Μετά την γενική εξομολόγηση που έκανε στην αρχή της νέας του ζωής, ο πνευματικός τού είπε ότι συγχωρήθηκαν όλες του οι αμαρτίες και ο νεαρός δόκιμος παραδόθηκε αφελώς στην χαρά. Έτσι, έχασε την βαθειά του μετάνοια και άρχισε να πολεμείται από σαρκικούς λογισμούς, που τον έδιωχναν στον κόσμο για να νυμφευθεί. Ο πνευματικός τον συμβούλευσε ποτέ να μην συγκατατίθεται στους λογισμούς, αλλά να τους διώχνει αμέσως με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Από την στιγμή εκείνη και κατά τα σαράντα πέντε χρόνια της μοναχικής του ζωής, ο μακάριος δούλος του Θεού δεν δέχθηκε ούτε έναν απρεπή λογισμό. Πήρε την μεγάλη απόφαση και είπε στον εαυτό του: «Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου!» και άρχισε με πύρινη αδιάλειπτη προσευχή να ζητά από τον Κύριο να τον ελεήσει, την μεν ημέρα στην βαριά και κοπιαστική διακονία του μύλου, που εκτελούσε με ακρίβεια και ολοκληρωτική απάρνηση του ιδίου του θελήματος, κυρίως όμως την νύκτα, την οποία περνούσε όλη σχεδόν με ζέουσα προσευχή, όρθιος ή καθισμένος σε ένα σκαμνί. Όταν απέκαμνε από την εξάντληση, δεν ξάπλωνε, αλλά κοιμόταν καθισμένος στο σκαμνί δεκαπέντε έως είκοσι λεπτά και σηκωνόταν πάλι για προσευχή. Συνολικά κοιμόταν δύο ώρες το εικοσιτετράωρο και αυτές διακεκομμένες.

Είχαν περάσει τρεις μόνον εβδομάδες από την άφιξή του στο Μοναστήρι, όταν κάποιο βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η Ευχή του Ιησού εισέδυσε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί μόνη της ακαταπαύστως ημέρα και νύκτα. Την σπάνια και μεγάλη αυτή δωρεά, που μερικές φορές χαρίζει ο Θεός και στους αρχαρίους, ακολούθησε σκληρός αγώνας κατά των λογισμών που του υπέβαλλαν οι δαίμονες. Άλλοτε του έλεγαν ότι είναι άγιος, άλλοτε πάλι τον έριχναν σε απόγνωση πως δεν θα σωθεί. Μία νύκτα, της ώρα της προσευχής το κελί του γέμισε έξαφνα από ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε όλο του το σώμα. Η ψυχή του ταράχθηκε. Αν και η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του, ο δόκιμος Συμεών είχε χάσει ωστόσο την συντριβή και τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο περί σατανικής πλάνης.

Έξι μήνες πάλευε με αυτές τις δαιμονικές επιθέσεις, προσευχόμενος με όλη την δυνατή ένταση οπουδήποτε και αν βρισκόταν, είτε στον ναό είτε στο διακόνημα του μύλου είτε στο κελί, ώσπου έφθασε σε εσχάτη απόγνωση. Καθισμένος μία ημέρα στο κελί του, πριν από τον Εσπερινό, σκέφθηκε: «Ο Θεός είναι αδυσώπητος!». Την ίδια στιγμή ένιωσε μέσα του τελεία εγκατάλειψη και η ψυχή του για μία ώρα περίπου βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας. Την ώρα του Εσπερινού, ενώ προσευχόταν με την Ευχή, «Κύριε Ἰησού Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», έχοντας το βλέμμα του προσηλωμένο στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου του παρεκκλησίου του μύλου, ξαφνικά τον περιέλαμψε υπερφυσικό φως -ιλαρό και γλυκύτατο αυτή την φορά- και είδε τον Σωτήρα Χριστό ζωντανό να τον ατενίζει με ανεκλάλητη πραότητα. Η θεία αγάπη διαπέρασε όλη του την ύπαρξη και άρπαξε με ειρηνική βία το πνεύμα του προς την θεωρία του Θεού, έξω από τα σχήματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου. Στα
επόμενα σαράντα πέντε χρόνια του μοναχικού του βίου ακατάπαυστα μαρτυρούσε ότι διά του Αγίου Πνεύματος γνώρισε τον Ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος του εμφανίσθηκε και του αποκάλυψε την Χάρη Του στην πληρότητά της. Το όραμα αλλοίωσε τόσο την ψυχή του από άμετρη αγάπη προς τον Κύριο, ώστε ακόρεστα πια το πνεύμα του, νύκτα και ημέρα στραμμένο προς τον Ηγαπημένο Κύριο, έκραζε: «Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ πρώτος με ζήτησες και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Πνεύματος του Αγίου, και η ψυχή μου Σε αγάπησε ολοκληρωτικά».

 

Μόλις πέρασε ο πρώτος καιρός μετά την εμφάνιση του Κυρίου, οι δαίμονες όρμησαν πάλι εναντίον του με λογισμούς τώρα υπερηφανείας. Ο δόκιμος ακόμη Συμεών συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για καθαρή προσευχή. Κατά καιρούς παρηγοριόταν από ολιγόχρονες επισκέψεις της Χάριτος, αλλά όταν αυτή τον εγκατέλειπε και εμφανίζονταν δριμείς προς αυτόν οι δαίμονες, η εσωτερική οδύνη της ψυχής του ήταν πραγματικά απερίγραπτη. Προκειμένου να κρατήσει αναφαίρετη την Χάρη μέσα του, άρχισε έναν μακροχρόνιο και εξαιρετικά επίπονο αγώνα, που συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνάμεις.

Το έτος 1896 εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Σιλουανός. Εξωτερικά συνέχισε να ακολουθεί με πιστότητα την γενική τάξη της Μονής, αλλά η ένταση του εσωτερικού και αφανούς βίου του τον δίδασκε σταδιακά την τελειότερη ασκητική τάξη του μυστικού ένθεου βίου.

Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικών αγώνων από την ημέρα που του εμφανίσθηκε ο Κύριος· και μία νύκτα, όταν σηκώθηκε από το σκαμνί του για να κάνει μετάνοιες, ένας δαίμονας εμφανίσθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού περιμένοντας να δεχθεί αυτός την εδαφιαία προσκύνηση. Ο Σιλουανός με οδύνη καρδίας ζήτησε την βοήθεια του Κυρίου και άκουσε στην ψυχή την άνωθεν απάντηση: «Οι υπερήφανοι πάντα έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες!». «Κύριε», είπε τότε ο Σιλουανός, «τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;». Και πήρε την απάντηση από τον Χριστό: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μη απελπίζου!».

Με τον λόγο αυτόν -παρακαταθήκη στην γενεά μας- ο Θεός τού αποκάλυψε ότι κάθε ασκητικός αγώνας πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση της Ταπεινώσεως του Χριστού, κατά τον λόγο Του «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29)· και ότι αυτή η Ταπείνωση είναι η βασιλική και ασφαλής οδός που οδηγεί στην καθαρή προσευχή και στην απάθεια. Έλεγε πως, μόλις ο νους του έφευγε από την μνήμη του πυρός της κολάσεως, οι λογισμοί αποκτούσαν πάλι δύναμη.

Στο εξής, τηρώντας ως κανόνα απλανή τον λόγο του Κυρίου, πορευόταν σταθερά την οδό της Δεσποτικής Ταπεινώσεως. Η Χάρις ενοίκησε μονίμως μέσα του· αλλά, όταν αυτή ελαττωνόταν εξαιτίας του ευμετάβλητου της ανθρώπινης φύσεως -από το οποίο έπασχε ακόμη ο Σιλουανός-, έχυνε οδυνηρά δάκρυα. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια εντατικού αγώνος, μέχρις ότου αποκτήσει πλήρη κυριαρχία επάνω σε κάθε κίνηση της καρδιάς του και εισέλθει, κατά την τελευταία δεκαπενταετία του επίγειου βίου του, στην μακαρία κατάσταση της απαθείας.

 


Το 1911 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Εκείνη περίπου την εποχή, ποθώντας η αδιάλειπτη προσευχή του να είναι απερίσπαστη, ζήτησε από τον ηγούμενο την ευλογία να αφήσει το διακόνημα του οικονόμου και να πάει στο «Παλαιό Ρωσικό» -εξάρτημα της Μονής που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό- όπου χάρη στην ερημική ησυχία του τόπου ζούσαν τότε αυστηροί ασκητές. Εκεί έπαθε ψύξη στο κεφάλι και έως τον θάνατό του υπέφερε από μαρτυρικούς πονοκεφάλους, τους οποίους θεώρησε ως παιδαγωγική τιμωρία επειδή παραβίασε την κρίση του ηγουμένου και είχε κάνει το θέλημά του.


Ενάμισι όμως χρόνο αργότερα το Μοναστήρι τον ανακάλεσε στο διακόνημα του οικονόμου, στο οποίο παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Επιστρέφοντας στην υπακοή του, μολονότι ανέλαβε υπό την ευθύνη του διακόσιους περίπου εργάτες, η προσευχή του έγινε θερμότερη παρά στο «Παλαιό Ρωσικό». Κάθε πρωί περιερχόταν τα εργαστήρια για να κατανείμει τις εργασίες της ημέρας και επέστρεφε πάλι στο κελί του για να προσευχηθεί με δάκρυα γι’ αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, «για τον λαό του Θεού». Έχοντας λάβει από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα να βιώνει ενεργώς την απέραντη αγάπη του Χριστού προς τον κόσμο, με πύρινα δάκρυα προσευχόταν αδιαλείπτως για την ανθρωπότητα, για όλον τον Αδάμ, ιδιαιτέρως δε για τους κεκοιμημένους. Έλεγε: «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα»· και δίδασκε ότι το κριτήριο της αληθινής πίστεως είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.

Ο ταπεινός αυτός Αγιορείτης Μοναχός, που έζησε όλα τα χρόνια της μοναχικής του ζωής έναν μαρτυρικό αγώνα στην αφάνεια, άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά στην Εκκλησία -σαν ένας νέος προφήτης των τελευταίων καιρών- την προσευχή υπέρ του κόσμου· αυτή είναι η σύνθεση του Χριστιανισμού και η συντομότερη οδός για την επίτευξη της εν Χριστώ τελειότητος. Στηρίζοντας τον κόσμο με την προσευχή του και δεόμενος διακαώς προς τον Κύριο να Τον γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι λαοί της γης, ετελείωσε εν ειρήνη τον επίγειο δρόμο του στις 24 (11) Σεπτεμβρίου του 1938. Η επίσημη αναγνώρισή του σε άγιο έγινε το 1988 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Εκκλησίες του παλαιού ημερολογίου τον εορτάζουν στις 11 Σεπτεμβρίου. Για τον εκτενή και κατά πλάτος Βίο και για τις Γραφές του Αγίου Σιλουανού βλέπε το περισπούδαστο και θεολογικότατο έργο του πιστού μαθητή και μόνου βιογράφου του, του μακαριστού Γέροντος Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», έκδοση της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας,

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),

Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΞΕΝΗ



 

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΞΕΝΗ


Οι δύο αυτές άγιες ήταν αδελφές και έζησαν στην Ισπανία κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Η Ξανθίππη ήταν σύζυγος του Πρόβου, άρχοντος της χώρας, και οδηγήθηκε στην Πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, όταν αυτός βρισκόταν στην πατρίδα της. Η Πολυξένη ήταν παρθένος, προτού δε λάβει το άγιο Βάπτισμα, είχε αρπαγεί από κάποιον άνδρα ασελγή, αλλά η Χάρις του Θεού την προστάτευσε και δεν του επέτρεψε να την διαφθείρει. Μεταβαίνοντας από τόπο σε τόπο άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου και κατόπιν το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου στην Ελλάδα. Τέλος, έγινε μαθήτρια του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος την βάπτισε. Επανήλθε στην πατρίδα της μαζί με τον Απόστολο Ονήσιμο. Έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στην Ισπανία μαζί με την Ξανθίππη, κηρύττοντας την Πίστη του Χριστού. Οι δύο αδελφές εκοιμήθησαν εν ειρήνη.



«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

 

Η ΑΓΙΑ ΡΑΪΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΘΛΗΤΕΣ ΤΗΣ


 

Η ΑΓΙΑ ΡΑΪΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΘΛΗΤΕΣ ΤΗΣ

Η αγία Ραΐς καταγόταν από ένα χωριό της Αιγύπτου και ήταν θυγατέρα χριστιανού ιερέως και από μικρή ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Μια μέρα, την ώρα που αντλούσε νερό από το πηγάδι, είδε άνδρες, γυναίκες και νεαρές κοπέλες να σύρονται δέσμιοι και ρώτησε για ποια αιτία ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Οι νέες τής απάντησαν: «Φορέσαμε τα δεσμά χάριν του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε γι’ Αυτόν και να σωθούμε». Ανδρεία τότε και τόλμη κατέλαβε την ψυχή της μικρής παρθένου και, φωνάζοντας δυνατά προς τους στρατιώτες: «Είμαι κι εγώ χριστιανή και περιφρονώ τα είδωλα!», παρεκάλεσε τον αρχηγό της φρουράς να δέσει και αυτήν μαζί με τους υπόλοιπους δέσμιους του Χριστού. Έτσι, συνελήφθη και η Ραΐς και οδηγήθηκαν όλοι μαζί στην Αλεξάνδρεια, όπου ο εκεί έπαρχος υπέβαλε την ομάδα των μαρτύρων σε πολλά βασανιστήρια. Κανείς τους όμως δεν υπέκυψε. Και έλαβαν όλοι τον διά ξίφους θάνατο.  

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δημοφιλείς αναρτήσεις