Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα. Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό....


Η παραβολή του Ασώτου Υιού (Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)


Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα.
Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό

Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.

Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι, αρνείται να μπη μέσα.

Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήματα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θόλωση την καθαρότητα της γιορ­τής. Να μην αφήση καρδιά απλήγωτη. Αλλά ο πα­τέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανο­χής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».

Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύ­τερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γι' αυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει -«δραμών»- όπως στην περίπτωσι του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Και δεν τον «καταφιλεί» -αν έκανε κά­τι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο- ούτε καν τον φιλεί. Μόνο του μιλά παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρε­σβύτερου υιού.

Σαν να είχε έτοιμη την επίθεσι (όπως ο νεώτε­ρος την εξομολόγησι). Λες και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι...»

Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως πατέρα, αλλά σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.

Μέσα σ' όλην αυτή τη νομικίστικη σχέσι δικαιώ­νει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει από­λυτα τον πατέρα του.

«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είμαι εν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.

Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».

Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.

Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιο του πατέρα του. Και το σφάλμα του νεωτέρου, που δεν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε πε­ριουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πορνών».

Η πρώτη διόρθωσι του πατέρα γίνεται με την προσφώνησι: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.

Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτε­ρου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Συ πάντοτε μετ' εμού ει». Είσαι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ιω. 8, 35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ιω. 14, 10).

Και στην αίτησι του ελαχίστου και μικρού -ερι­φίου- απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σα εστί».

Στην οργή και στο μίσος που τον κατατρώει («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») αντιπαραθέτει το «ευφρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Άγιος Χρήστος ο Αλβανός Κηπουρός 12 Φεβρουαρίου


άγιος Χρήστος ο Αλβανός Κηπουρός 

Τμηθείς ο Χρήστος δι’ αγάπην κυρίου,
κηπουρός ώφθη της Εδέμ του χωρίου.

Αυτός ο Μάρτυρας του Χριστού καταγόταν από την Αρβανιτιά, και όταν έφτασε στην ηλικία των σαράντα ετών, αναχώρησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη και εκεί έγινε κηπουρός. Κάποια μέρα, πουλώντας μήλα στο παζάρι, συμφώνησε με έναν Τούρκο να του πουλήσει τα μήλα που είχε. Πάνω όμως στη συμφωνία, άρχισαν να φιλονικούν και να μαλώνουν μεταξύ τους. Κι ο Τούρκος για να εκδικηθεί, συκοφάντησε τον ευλογημένο Χρήστο, πως είπε τάχα ότι θα γίνει τούρκος. Κι από εκεί παίρνει αμέσως τον Άγιο και τον πηγαίνει στο δικαστήριο του τσαούσμπαση, και παρουσιάζει και ψευδομάρτυρες, ότι είπε στ’ αλήθεια να τουρκέψει. Κι ο τσαούσμπασης ρώτησε τον Μάρτυρα για αυτό, κι εκείνος απάντησε με μεγάλη γενναιότητα ότι είναι Χριστιανός και ότι τέτοια λόγια δεν είπε, ούτε υπάρχει τρόπος να αλλάξει την πίστη του, ακόμα κι αν δεχτεί χιλιάδες βάσανα.

Τότε ο τσαούσμπασης πρόσταξε και τον ράβδισαν άσχημα, κι έπειτα δένοντάς τον, τον χτύπησαν στο κεφάλι μέχρι που έτρεχαν πολλά αίματα και τον έβαλαν στη φυλακή και του έσφιξαν τα πόδια του στο κακωτικό ξύλο.

Έτυχε τότε να είναι μέσα στη φυλακή και ο οσιολογιώτατος Καισάριος Δαπόντες (ο οποίος συνέγραψε και το Μαρτύριο αυτό) και βλέποντας τον Μάρτυρα στο κούτσουρο, τον συμπόνεσε. Κι έτσι βρήκε τον τρόπο και τον έβγαλε κρυφά από το κούτσουρο και του έφερε να φάει, για να δυναμώσει, αλλά ο Μάρτυρας δεν θέλησε ούτε να δοκιμάσει, αλλά είπε: «Και γιατί να φάω; Μήπως πρόκειται να ζήσω; Ας πεθάνω λοιπόν για τον Χριστό μου πεινασμένος και διψασμένος». Και έδωσε ο Μάρτυρας στον Καισάριο ένα ακόνι από χάλυβα που είχε στη ζώνη του και τον παρακάλεσε να το δώσει για να κάνουν μετά το θάνατό του μερικές Λειτουργίες. Μετά από αυτά έβγαλαν τον Μάρτυρα από την φυλακή και τον αποκεφάλισαν την ίδια μέρα, κι έτσι έλαβε ο μακάριος τον στέφανο του Μαρτυρίου εν Χριστώ Ιησού, του οποίου η δόξα να είναι στους αιώνες. Αμήν.

Απόδοση στα νέα Ελληνικά από τον Συναξαριστή Νεομαρτύρων 
των Εκδόσεων Ορθοδόξου Κυψέλης
Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email