Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Mελέτα αδιαλείπτως την νοερά προσευχή απο το βάθος της καρδίας σου.



Απόσπασμα από τον έκτο λόγο 


Mελέτα αδιαλείπτως, ώ ταπεινέ μονα­χέ [Χριστιανέ], την ιεράν μελέτην της νοεράς προσευχής από το βάθος της καρδίας σου, έως όπου να γένη η  καρδία σου όλως διόλου ευχή, ωσάν γίνεται το σίδηρον όμοιον με την φωτίαν, όταν καίεται από ταύτην. Έτι δε επίμενε είς ταύτην την καρδιακήν ευχήν, εως όπου να γένη πληγή έσω σου, εκεί όπου μελετάται αύτη η εύχή. Διότι αυτή η πληγή, όπου λαμβάνεις θεληματικώς έσω σου εκ της βιαίας σου ευχής - επί Θεώ μάρτυρι σου λέγω - θέλει σου γίνει μία πνευματική πηγή της θείας κατανύξεως, από την όποιαν θέλει βρύει αεννάως η κατάνυξις, οσάκις θέλης, δίχως καμμίαν βίαν. Όταν δέ, χάριτι Χρίστου, φθάνης είς ταύτην την πνευματικήν κατάστασιν, τότε γεύεσαι μυστικώς την χρηστότητα του Κυρίου σου. «Γεύσασθε, λέ­γει ο προφήτης, και  ίδετε, ότι χρηστός ο Κύριος», ήγουν γευσάμενος, μυστικώς μεν, όμως ωσάν αισθητώς, την Χά­ριν του Κυρίου σου, επληροφορήθης και εκατάλαβες φανε­ρά ότι ο μελετόμενος Κύριός σου Ιησούς Χριστός είναι πάνυ γλυκύτατος και πάσης πάνυ γλυκύτητος επέκεινα. 
Στοχάσου λοιπόν τώρα, ταπεινέ, εάν από την ολίγην ταύτην Χάριν, όπου εγεύθης μυστικώς, εκατάλαβες πραγματικώς καί εβεβαιώθης αληθώς ότι ο Κύριος ημών Ί­ησούς Χριστός είναι τόσον γλυκύς είς την ψυχήν σου, είς την καρδίαν σου, είς την διάνοιαν σου και είς όλον τον έσω εαυτόν σου, οπού δεν ημπορείς να διηγηθής, μήτε ολιγοστώς, την γλυκύτητά Του με το έργον. 
Άραγε, όταν έβγη η ψυχή από το σώμα και υπάγη ουσιωδώς προς αυτόν τον Κύριον και Θεόν της και απολαύση τα αγαθά εκείνα, α οφθαλμός γήινος δεν τα είδεν, αυτίον σαρκικόν δεν τα άκουσε και καρδία ρυπαρά δεν τα εστοχάσθη, τότε λέγω, όταν ήθελεν απολαύσει φανερά ό­λα εκεΐνα, οπού δεν είναι δυνατόν είς τον άνθρωπον να τα λαλήση, βλέπουσα πρόσωπον προς πρόσωπον τον Δημιουρ­γόν της Κύριον, τον ανέκφραστον και ακατανόητον, ωσάν τάχα τί λογής χαράν καί αγαλλίασιν θέλει έχει εκείνη η ψυχή; Αμήν, αμήν λέγω σοι, αγαπητέ, ότι, ανίσως τινάς ήθελε στοχασθή το τοιούτον λίαν νουνεχώς και λίαν ακριβώς, γίνεται το στόμα του άφωνον, ωσάν το οψάριον και δεν έχει τι να συντύχη περί τούτου.
 ***
από το βιβλίο 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ 
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ 
 Έκδοσις Ιεράς Μονής - Ξενοφώντος 
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 
*

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν... π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος


Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 4ο, στίχοι 12 ἕως 17, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 14-1-2007.

Πόσο ἁπλό λιτό καί σύντομο ἦταν τό εὐαγγελικό κείμενο πού ἀκούσατε. Ἄν κάποιος τό πλησιάσει γιά νά τό προσεγγίσει ἑρμηνευτικά, ἄλλο τόσο πολυσύνθετο μέν θά τό βρεῖ, ἀλλά ταυτόχρονα καί βαθύτατα ἐκκλησιολογικό καί ἀναφερόμενο στήν πνευματική μας ζωή θά τό καταλάβει πώς εἶναι. Εἶπα πώς τό κείμενο εἶναι πολυσύνθετο, γιατί ἀκουμπάει τά θέματα τῆς ἐκκλησιολογίας μας, δηλαδή πῶς ζεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, καί ταυτόχρονα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς.

Νά τό δοῦμε λοιπόν κάτω ἀπό αὐτήν τήν προοπτική, χωρίς νά ξεχάσουμε τήν ἁπλή του πορεία. Μαθαίνει ὁ Χριστός πώς συνελήφθη ὁ Ἰωάννης, πηγαίνει σέ κάποια ὅρια τῆς Γαλιλαίας, κάπου ὑπάρχουν τά ὅρια τῆς χώρας αὐτῆς, καί ἐκεῖ μᾶς θυμίζει τό κείμενο τήν προφητεία τοῦ Ἡσαΐου γι᾿ αὐτούς πού κάθονται «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου»· καί ὁ Χριστός λέει «μετανοεῖτε». Νά μποῦμε λοιπόν στήν ἔκφραση, προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἐκκλησιολογική καί ταυτόχρονα πνευματική πορεία πού μᾶς χαράσσει αὐτό τό κείμενο.

Προσέξτε, ξεκινᾶ τό κείμενο ἀπό τήν πρόταση τοῦ ὅτι ὁ Χριστός μόλις μαθαίνει ὅτι συνελήφθη ὁ Ἰωάννης ἀλλάζει ἕναν τόπο καί ἐκεῖ πού πάει εἶναι τά ὅρια τῆς Ζαβουλών, καί μάλιστα τή χαρακτηρίζει «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Ἐδῶ ἀλλάζει κάτι. Ὅπως ξέρετε ὅλοι, ὁ Πρόδρομος εἶναι τό μεταίχμιο μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Κάτι ἀλλάζει ἐδῶ, ἦρθε ὁ καινούργιος κόσμος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐκκλησιολογικά εἶναι μιά προετοιμασία τῆς Ἐκκλησίας μας, μιά πολύ βαθιά προετοιμασία, καί αὐτή ἡ προετοιμασία ἀπαιτοῦσε ἕναν κλειστό Ἰσραήλ. Δέν ἦταν ἕτοιμος νά ἀνοιχθεῖ πρός τά ἔξω· ἐξάλλου δέν εἶχε νά κηρύξει καί τήν Ἀνάσταση - γιατί ἐκεῖ πέρα στηρίζεται τό κήρυγμα. Εἶναι λοιπόν μιά προετοιμασία. Ταυτόχρονα καί ἐμεῖς στήν πνευματική μας ζωή, λένε οἱ Πατέρες πού ἑρμηνεύουν τό κείμενο, κάνουμε πολλές φορές μιά τέτοια βαθιά προετοιμασία γιά νά μποροῦμε νά λειτουργήσουμε τό παρακάτω τῆς ζωῆς μας.

Νά λοιπόν, μόλις κλείνει αὐτή ἡ περίοδος προετοιμασίας, ὁ Χριστός μετατίθεται γεωγραφικά καί πηγαίνει στά ὅρια -προσέξτε- στή Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν. Πράγματι ἡ Γαλιλαία τότε ἦταν ἕνας χῶρος, ἄς τό πῶ ἔτσι, «διεθνής» κατά τά μέτρα τῆς σημερινῆς ὁρολογίας, ὅπου γινόταν ἡ ἀναμέτρηση τῶν ἐθνῶν. Σέ αὐτόν τόν χῶρο λοιπόν τῆς Γαλιλαίας τῶν ἐθνῶν ὁ Χριστός ἀρχίζει τήν ἀναμέτρηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ἄλλα τά ἔθνη -κάτι ὁποῖο δέν τό γνώρισε ἡ Συναγωγή· ἦταν χῶρος κλειστός- καί ἀρχίζει τό ἄνοιγμα. Θά τολμοῦσα νά πῶ, ἐκκλησιολογικά, χωρίς αὐτό τό ἄνοιγμα ἡ Ἐκκλησία ἀναιρεῖ τόν ἑαυτό της. Χωρίς αὐτό τό ἄνοιγμα ἡ Ἐκκλησία παύει νά εἶναι Ἐκκλησία. Χωρίς τήν κατανόηση τοῦ ἄλλου, τοῦ ξένου, τῆς Γαλιλαίας τῶν ἐθνῶν, τήν ὁποία σήμερα τή ζοῦμε πάρα πολύ ἔντονα καί πολύ ἐκρηκτικά σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῶν πόλεών μας, ἀναιροῦμε τόν ἑαυτό μας, τήν πνευματική μας ζωή ταυτόχρονα καί τήν ἐκκλησιολογία μας. Ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, τό σήμερα ὅπως βιώνεται [εἶναι] καί μιά ἐκκλησιολογική ἀπαίτηση καί ταυτόχρονα μιά πνευματική προσωπική ἀπαίτηση. Ἡ κατανόηση τοῦ ἄλλου - καί τοῦ σύνεγγυς, ἀλλά καί τοῦ ξένου, τοῦ ἀλλόκοτου, τοῦ ἄλλου πολιτισμοῦ.

Καί μέσα σ᾿ αὐτή τήν πορεία τοῦ κειμένου, τό κείμενο μᾶς θυμίζει τό τοῦ Ἡσαΐα[Ἡσαΐας, 9:1-2], πού εἶναι βαθιά προφητικό, πού λέει «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει». Προσέξτε, «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει» καί μετά λέει «τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου». Ἀναφέρεται σέ δύο καταστάσεις. Ὑπάρχει ἕνας λαός πού κάθεται στό σκοτάδι. Εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μέν, τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ. Ἄκουσε καί δέν κατάλαβε, ἀλλά εἶναι ὁ λαός. Καί μετά ὑπάρχουν οἱ καθήμενοι «ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου», πού εἶναι ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ἀλλά ὅλοι βρίσκονται σέ ἕνα σκοτάδι καί μάλιστα στή σκιά θανάτου ἡ δεύτερη κατηγορία. Καί ἔρχεται ὁ Χριστός νά κάνει ἕνα ξεκαθάρισμα τῆς καταστάσεως, πώς πρέπει νά καθαρίσει ὁ νοῦς καί ταυτόχρονα νά ξεπεραστεῖ ἡ σκιά τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστός αὐτό τό κάνει, γι᾿ αὐτό σᾶς εἶπα, χωρίς τό κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως δέν ἔχουμε νά ποῦμε τίποτε στόν κόσμο σάν εὐαγγελικό κήρυγμα, σάν ἀποστολή πρός τόν κόσμο, ἀλλά ταυτόχρονα χωρίς τή βαθιά παρέμβαση τή θεραπευτική τῆς θεραπείας τοῦ σκοτισμένου νοός μας. Ἔτσι, τό κείμενο ἐδῶ πέρα παρεμβαίνει μέ τόν Ἡσαΐα καί δηλώνει τί εἶναι αὐτό πού κάνουμε πιά. Μετά ἀπό τό κλείσιμο, τήν προετοιμασία μας, αὐτό τό ἄνοιγμα ποῦ ὁδηγεῖ τά πράγματα; Σέ μιά ταυτόχρονη πορεία ἐκκλησιολογική, ἡ ὁποία δηλώνει ἀνάσταση καί τό ζεῖ ὡς ἀνάσταση τό γεγονός τοῦ Χριστοῦ, καί ταυτόχρονα μιά βαθιά θεραπευτική τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου τοῦ ἐσκοτισμένου λαοῦ, πού ἔχει ἐσκοτισμένο νοῦ.

Καί ὅλη αὐτή ἡ πορεία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀνοίγεται πιά, ἔχει τό ἁπλό, βαθύ ἀλλά καί οὐσιαστικό ἐκρηκτικό κήρυγμα «μετανοεῖτε· ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Αὐτό ἔχουμε νά ποῦμε, καί σάν Ἐκκλησία φυσικά, ἀλλά καί προσωπικά σάν χριστιανοί πού ζοῦμε στόν κόσμο. Βλέπετε ἡ μετάνοια, ἀλλαγή, ὁ νοῦς νά πάει παρακάτω, ἡ μετάθεση τοῦ νοός σέ ἄλλα πράγματα, ἡ βαθιά ἀλλαγή τῆς ζωῆς. Προετοιμάστηκες, κλείστηκες. Ποῦ θά πάει αὐτό; Τί θά δηλώσει; Αὐτό θά εἶναι κάτι ἐκρηκτικό πού θά ἀλλάξει τόν κόσμο; Ἡ μετάνοια καί ταυτόχρονα «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἐμεῖς αὐτό ἔχουμε νά φωνάξουμε στόν κόσμο. Ἡ ζωή μας, ἡ βιοτή μας, τό ἦθος μας, ὁ πολιτισμός μας, οἱ νόμοι μας, ὅλα αὐτά πρέπει νά εἶναι χαραγμένα κάτω ἀπό αὐτό τό μήνυμα. «Μετανοεῖτε» -μιά βαθιά ἀλλαγή, οὐσιαστική ἀλλαγή, νά πάει ὁ νοῦς παρακάτω- καί ταυτόχρονα «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Ἄν αὐτό δέν τό κηρύττουμε μέ τό ἦθος μας, ἄν δέν ἀποκαλύπτουμε ὅτι ὑπάρχει ἐδῶ κάτι ἄλλο. Κάτι τό ὁποῖο οὐσιαστικά τροποποιεῖ τά κύτταρα, τά γονίδια τοῦ κόσμου, τούς δηλώνει κάτι ἄλλο. Ἄν μείνουμε στατικοί στά προηγούμενα, σέ ὁποιαδήποτε στατικότητα εἴχαμε μάθει, σέ ὁποιαδήποτε ἠθικολογία προσκοπική εἴχαμε μάθει καί δέν δηλώσουμε μέ τή ζωή μας αὐτή τή μετάνοια καί αὐτό τό «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἐμεῖς καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, τότε ἀποτύχαμε, τότε αὐτό πού κάνει ὁ Χριστός εἶναι μιά ἱστορία φιλολογική, εἶναι μιά ἱστορία πού δέν μᾶς ἀγγίζει. Οὔτε ἐμᾶς ἀγγίζει, οὔτε τήν κοινωνία μας, ἀλλά οὔτε καί τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις· καί φυσικά δέν πιάνει καθόλου τή Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν. Καί θά γίνεται πιό σκοτισμένη καί πιό βαθιά ἀρρωστημένη ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν.

Τό κείμενο λοιπόν εἶναι συγκλονιστικό πραγματικά, γιατί μᾶς προτείνει μιά εὐθύνη, μᾶς ἀποκαλύπτει μιά εὐθύνη. Ἐρεθίζει τό νοῦ μας καί ξυπνάει πολύ βαθιά πράγματα πού ἔχουμε μέσα μας καί τά ἔχουμε ξεχάσει. Ἡ εὐθύνη μας γιά τή δική μας μέν πνευματική πορεία καί ἡ εὐθύνη ὁλόκληρη τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος αὐτοῦ ὁλόκληρου στό ὁποῖο μετέχουμε σάν κύτταρα, γιά νά ἀποκαλύψουμε αὐτό τό ἐκρηκτικό μέγεθος, πού λέγεται «ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

Ἡ γλυκεῖα ἐκείνη φιλονεικία τὸ ἑαυτὸν βούλεσθαι νικᾶν ἐν τῇ ἀγάπῃ ἑκάτερον.



Ἡ γλυκεῖα ἐκείνη φιλονεικία τὸ ἑαυτὸν βούλεσθαι νικᾶν ἐν τῇ ἀγάπῃ ἑκάτερον.
Εἶναι γλυκιὰ ἐκείνη ἡ φιλονικία, το νὰ θέλει δηλαδὴ ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς δύο νὰ νικᾶ τὸν ἑαυτό του στὴν ἀγάπη. 
Άγιος Γρηγόριος Νύσσης 
 

Σύντομος δρόμος προς απόκτηση των αρετών και αποχή των παθών: όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός



Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός

Τίποτε άλλο δεν σκοτίζει το νου, λέει ο Μέγας Βασίλειος, όσο ή πονη­ρία, και τίποτε δε φωτίζει το νου, όσο η ανάγνωση στην ησυχία. Τίποτε δεν οδηγεί πιο γρήγορα στον πόνο της ψυχής, όσο η ενθύμηση του θανάτου. Τί­ποτε δεν οδηγεί σε αφανή προκοπή, όσο η αύτομεμψία και το κόψιμο των θελημάτων ούτε σε αφανή απώλεια, όσο η οίηση και ή αυταρέσκεια- τίποτε δεν προξενεί την αποστροφή του Θεού και την τιμωρία του άνθρωπου, όσο ο γογγυσμός- ούτε την ευκολία στην αμαρτία, όσο η σύγχυση και ή πολυλο­γία. Δεν υπάρχει άλλος συντομότερος δρόμος για την απόκτηση της αρετής, από τη μόνωση και τη συγκέντρωση του νου. Ούτε για την ευγνωμοσύνη και την ευχαριστία, από τη μελέτη των δωρεών του Θεού και των δικών μας α­μαρτιών. Ούτε για την αύξηση των ευεργεσιών, από τον έπαινό τους. Τίπο­τε άλλο δεν προσφέρει τόσο συχνά σωτηρία ακούσια, όσο οι πειρασμοί. Ούτε υπάρχει πιο σύντομος δρόμος προς το Χριστό, δηλαδή προς την απάθεια και τη σοφία του Πνεύματος, από το βασιλικό δρόμο, εκείνον δηλαδή πού σε όλα απέχει από υπερβολές και ελλείψεις. Ούτε άλλη αρετή μπορεί να επιτύ­χει το θείο θέλημα τόσο, όσο ή ταπεινοφροσύνη και ή εγκατάλειψη κάθε δι­κού μας νοήματος και θελήματος. Ούτε υπάρχει άλλος συνεργός σε κάθε κα­λό έργο, σαν την καθαρή προσευχή. Ούτε άλλο εμπόδιο για απόκτηση των αρετών, σαν τον περισπασμό και το μετεωρισμό της διάνοιας, έστω κι αν εί­ναι σε πολύ μικρό βαθμό.
Όση καθαρότητα έχει κανείς, τόσο φαίνεται ότι αμαρτάνει πιο πολύ, γιατί βλέπει. Και όσο πιο πολύ αμαρτάνει, τόσο σκοτίζεται, και ας φαίνεται ότι έχει καθαρότητα. Και πάλι, όση γνώση έχει, τόσο φαίνεται σαν να μην έχει. Και όσο δε γνωρίζει την άγνοια του και τη μερική πνευματική του γνώση, τόσο νομίζει πώς είναι γνωστικός. Και όσο υπομένει τις θλίψεις ό αγωνιστής, στο βαθμό αυτό θα νικήσει τον εχθρό. Και όσο καλό αγωνίζεται κανείς να κάνει σε μία ήμερα, τόσο χρεωστεί όλες τις ήμερες της ζωής του, λέει ο άγιος Μάρκος*. Αν δηλαδή δική του είναι ή δύναμη και ή προθυμία, ή χάρη είναι του Θεού. Και γι’ αυτό, αφού μπορούσε όταν ήρθε ή χάρη, τί καύχηση μπορεί να έχει ο άνθρωπος αυτός; Επειδή νομίζει ότι μπορεί μόνος του να κάνει κάτι καλό, και κατακρίνει άδικα εκείνους πού δεν μπορούν. Εκείνος πού απαιτεί κάτι από τον πλησίον του, είναι πιο δίκαιο να απαιτεί από τον εαυτό του μάλλον. Όπως εκείνοι πού αμαρτάνουν οφείλουν να τρέμουν γιατί παρόργισαν το Θεό, έτσι και αυτοί πού τους σκέπασε και τους φύλαξε ή χάρη για την αδυναμία τους και την ετοιμότητα τους προς απόγνωση, οφεί­λουν να τρέμουν περισσότερο γιατί χρεωστούν πολλά. Και όσο μεγάλος γκρεμός είναι ή άγνοια των Γραφών, λέει ο άγιος Επιφάνειος, τόσο μεγαλύτερο κακό είναι ή εν γνώσει παράβαση.
Είναι σπουδαιότερο να ευεργετεί κανείς μια ψυχή με το λόγο παρά με την προσευχή και να κάνει υπομονή όταν αδικείται από τον πλησίον του, για να μη στενοχωρείται αυτός πού αδικεί, άλλα να του ικανοποιήσει το θέλημα στον καιρό της ταραχής του, όπως λέει ο άγιος Δωρόθεος, και έτσι να σηκώ­νει το βάρος τού πλησίον από ευσπλαχνία για την ψυχή του και να προσεύχε­ται γι’ αυτόν, ποθώντας τη σωτηρία του και οποιοδήποτε άλλο αγαθό, σω­ματικό και ψυχικό. Και αυτή είναι ή καθαρή ανεξικακία, ή οποία καθαρίζει την ψυχή και την ανυψώνει στο Θεό. Γιατί ή θεραπεία του άνθρωπου είναι ανώτερη από κάθε εργασία και κάθε αρετή. Ούτε υπάρχει μεγαλύτερη και τελειότερη μεταξύ των αρετών από την αγάπη του πλησίον. Σημάδι της α­γάπης αυτής είναι όχι μόνο το να μην έχει κανείς κάτι πού ο άλλος το έχει α­νάγκη, αλλά και το θάνατο γι’ αυτόν να υπομένει με χαρά, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου225, και αυτά να τα θεωρεί σαν χρέος· και εύλογα. Γιατί καθένας χρεωστεί να αγαπά τον πλησίον μέχρι θανάτου όχι μόνο γιατί έχει την ίδια φύση μ’ αυτόν, αλλά και για το υπέρτιμο αίμα πού έχυσε για μας ο Χριστός, πού έδωσε και την εντολή της αγάπης του πλησίον. Μην είσαι φί­λαυτος, λέει ο άγιος Μάξιμος*, και θα είσαι φιλόθεος· μη γίνεσαι αυτάρε­σκος, και θα είσαι φιλάδελφος. Η αγάπη λοιπόν αυτή προξενείται από την ελπίδα. Ή ελπίδα είναι να πιστεύει κανείς αδίστακτα με όλη τη διάνοια, ότι οπωσδήποτε θα επιτύχει εκείνο πού ελπίζει. Και αυτή πάλι γεννιέται από τη βέβαιη πίστη, δηλαδή από το να μη φροντίζει κανείς διόλου για τη ζωή του ή το θάνατο του, άλλα όλη τη φροντίδα να την αφήσει στο Θεό, όπως προείπαμε για εκείνον πού θέλει να επιτύχει την απάθεια με τα σημάδια, στα ο­ποία ή πίστη είναι θεμέλιο. Όποιος έχει αυτή την πίστη, οφείλει να σκέφτε­ται ότι όπως ο Θεός δημιούργησε τα πάντα και μαζί με αυτά, κι εμάς από την ανυπαρξία από άκρα αγαθότητα, έτσι θα οικονομήσει οπωσδήποτε και την ψυχή και το σώμα μας, όπως Αυτός γνωρίζει.
________________________________________________________
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τόμος Γ΄, Εκδόσεις: ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Τρεις είναι οι αρετές, τις όποιες όταν δει ο νους να είναι μαζί του, πιστεύει ότι έφτασε στην αθανασία...


Του αββά Ησαΐα

Αν είσαι νέος και δεν έκανες ακόμη την εργασία του σώματος, και ακούσεις για τις υψηλές αρετές των πατέρων, μην ορμίσεις σε αυτές θέλοντας να τις φτάσεις με ανάπαυση. Γιατί δεν έρχονται σ’ εσένα, αν δεν καλλιεργήσεις κατάλληλα το έδαφος, αν όμως το κάνεις αυτό, θα σου έρθουν από μόνες τους.

Τρεις είναι οι αρετές, τις όποιες όταν δει ο νους να είναι μαζί του, πιστεύει ότι έφτασε στην αθανασία: η διάκριση, το να ξεχωρίζει δηλαδή το ένα από το άλλο, η πρόβλεψη όλων πριν συμβούν, και το να μη συγκατατίθεται σε κάποιον άπρεπο λογισμό.

Υπάρχουν άλλες τρεις αρετές, οι όποιες διαρκώς χορηγούν φως στον νου: το να μη βλέπουμε κακία σε άνθρωπο, το να κάνουμε καλό σε εκείνους που μας κάνουν κακό, και το να υπομένουμε ατάραχα όσα μας έρχονται.

Οι τρεις αυτές αρετές γεννούν άλλες τρεις, μεγαλύτερες από αυτές. Το να μη βλέπουμε κακία σε άνθρωπο γεννά την αγάπη, το να κάνουμε καλό σε εκείνους που μας κάνουν κακό οδηγεί στην απόκτηση της ειρήνης, και το να υπομένουμε ατάραχα όσα μας έρχονται προξενεί την πραότητα, σε αυτές τις αρετές αναπαύεται το Πνεύμα του Θεού.

Είναι και άλλες τέσσερις αρετές που εξαγνίζουν την ψυχή: η σιωπή, η τήρηση των εντολών, η στενόχωρη ζωή και η ταπεινοφροσύνη.

Είναι ακόμη τέσσερις αρετές, τις όποιες ο νους χρειάζεται συνεχώς και οι όποιες τον φυλάγουν: το να πέφτει μπροστά στον Θεό και να προσεύχεται αδιάλειπτα, το να ρίχνει τον εαυτό του μπροστά στον Θεό, το να μην τον νοιάζει για κανέναν άνθρωπο, έτσι ώστε να μην κρίνει κανέναν, και το να γίνει κουφός προς τα πάθη που του μιλούν, δηλαδή προς τους εμπαθείς λογισμούς. Όλα αυτά τα φυλάγει το να αντιστέκεται ο νους στη λησμοσύνη.

Από τέσσερα πράγματα σκοτίζεται η ψυχή: από το να μισήσει τον συνάνθρωπο και να τον περιφρονήσει και να γογγύσει και να φθονήσει.

Η ψυχή ερημώνεται από τα εξής τέσσερα: από το να γυρίζει από τόπο σε τόπο, από το να αγαπήσει τον περισπασμό, από το να ποθήσει τα υλικά και από τη φιλαργυρία.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Υπόθεση ΚΔ΄ 24 , ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ λόγοι και διδασκαλίες αγίων πατέρων Τόμος Δ΄ 261-262, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ   

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Λόγος εις τα Άγια Θεοφάνεια Αγίου Πρόκλου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως


Λόγος εις τα Άγια Θεοφάνεια 
Αγίου Πρόκλου, Πατριάρχου 
Κωνσταντινουπόλεως

Φάνηκε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί τόν ἄχαρο κόσμο στόλισε μ᾿ ἀπέραντη εὐφροσύνη. Σήκωσε πάνω Του τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, καί καταπάτησε γιά πάντα τόν ἐχθρό τοῦ κόσμου. Ἁγίασε τίς πηγές τῶν ὑδάτων καί φώτισε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θαύματα ἀναμείχθηκαν μέ μεγαλύτερα θαύματα.

Σήμερα, ἀπό τή χαρά πού ἔφερε ὁ Σωτήρας μας Χριστός, χωρίστηκαν ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα καί ἀπ᾿ ἄκρη ὡς ἄκρη γέμισε ὁ κόσμος εὐφροσύνη. Ἡ σημερινή γιορτή ἀποκαλύπτει μεγαλύτερα θαύματα ἀπό ἐκείνη τῆς Χριστουγεννιάτικης νυχτιᾶς. Γιατί ἐκείνη τήν νύχτα πού μᾶς πέρασε χαιρότανε μονάχα ἡ γῆ, καθώς βάσταζε πάνω της στήν ἀγκαλιά τῆς φάτνης τόν Παντοκράτορα Θεό. Σήμερα ὅμως, πού γιορτάζουμε τά Θεοφάνεια, εὐφραίνεται μαζί της καί ἡ θάλασσα. Καί εὐφραίνεται γιατί διά μέσου τοῦ Ἰορδάνη λαμβάνει μέρος καί αὐτή στήν εὐλογία τοῦ ἁγιασμοῦ.

Στή γιορτή τῆς θείας Γέννησης ὁ Θεός φάνηκε βρέφος μικρό, νιογέννητο, δείχνοντας ἔτσι τή δική μας νηπιότητα. Σήμερα ὅμως τόν βλέπουμε τέλειο ἄνθρωπο, τέλειο Υἱό, ἀπό τέλειο Πατέρα γεννημένον. Ἐκεῖ φανέρωσε τό θεῖο βρέφος τό ἀστέρι πού ἀνέτειλε ἀπό τήν ἀνατολή, καί ἐδῶ ὁμολογεῖ γι᾿ Αὐτόν ἀπό τόν οὐρανό ὁ Θεός Πατέρας, ἀπό Τόν ὁποῖον γεννήθηκε πρό τῶν αἰώνων.

Ἐκεῖ Τοῦ πρόσφεραν – ὡσάν σέ βασιλιά – δῶρα οἱ Μάγοι, πού πεζοπόρησαν ἀπό τήν ἀνατολή. Ἐδῶ ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό φερμένοι Τοῦ πρόσφεραν τή διακονία πού πρέπει μόνο σέ Θεό. Ἐκεῖ τυλίχτηκε μέσα στά σπάργανα καί ἐδῶ λύνει μέ τό βάπτισμα τίς σειρές τῶν παραπτωμάτων καί τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας μας. Ἐκεῖ ὁ βασιλιάς τῶν οὐρανῶν ντύθηκε σάν βασιλική ἀλουργίδα τόν κόσμο, ἐδῶ ἡ πηγή τῆς ζωῆς ντύνεται ὁλόγυρα τά ποταμίσια κύματα.

Ἐλᾶτε λοιπόν νά ἰδεῖτε παράδοξα θαύματα. Ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης λούζεται στοῦ Ἰορδάνη τά νερά. Ἡ φωτιά βουτάει καί σμίγει μέ τά νερά. Καί ὁ Θεός ἀπ̉ ἄνθρωπο ἁγιάζεται. Σήμερα ὁλόκληρη ἡ κτίση βροντοφωνάζει καί ἀνυμνεῖ:

«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου!!» Σύ πού ἔρχεσαι διά τῆς Προνοίας Σου μέσα ἀπ᾿ ὅλα τά κτίσματά Σου. Σύ πού συντηρεῖς τό ὕψος τοῦ στερεώματος καί ἔντεχνα ὁδηγεῖς σάν ἥμερο ἄλογο μέ χαλινάρι τήν τροχιά τοῦ Ἥλιου. Σύ πού βάζεις σέ τάξη χωρίς διόλου ν᾿ ἀνακατεύονται τά πλήθη τῶν ἀστέρων καί μᾶς κερνᾶς πλούσια ἀγέρα γιά νά ἀναπνέουμε ἀσταμάτητα ζωή. Σύ πού ζεσταίνεις καί ζωογονεῖς τή μάννα γῆ ὥστε νά μᾶς χαρίζει τούς καρπούς της ὁλοχρονίς. Σύ πού δαμάζεις καί σταματᾶς τήν πολυκύμαντη θάλασσα ζώνοντάς την ὁλοτρόγυρα μ᾿ ἕνα μικρούτσικο χαλινάρι ἀπό ἀμμοχάλικο. Σύ πού σπρώχνεις τά νερά ἀπό τῆς γῆς τά σπλάχνα καί φτιάχνεις τίς πηγές. Σύ πού καθοδηγεῖς τίς ποταμίσιες ὄχθες νά πορεύονται χωρίς χαμό καί περιπλάνηση ὡς τή θάλασσα. Τοῦτα ὅλα τά θαυμάσια ἀναλογιζόμαστε καί ἀπό τά κατάβαθά μας βγαίνει ἡ κραυγή: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Πές μας λοιπόν, Ποιός εἶν᾿ Αὐτός, μακάριε Δαυΐδ;

Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας πού μᾶς φανερώθηκε μ᾿ ἀνθρώπινη μορφή. Ἀλλά δέν τό λέει αὐτό μόνον ὁ προφήτης Δαυΐδ. Τό λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού συμφωνεῖ μαζί του καί διδάσκει: «Μᾶς φανερώθηκε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού σώζει κάθε ἄνθρωπο καί μᾶς διδάσκει ὅλους μας». Ὄχι μερικούς ἀλλά ὅλους μας. Σ᾿ ὅλους, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες χαρίζει μέ τό βάπτισμα τή σωτηρία καί ὑποδείχνει τό σωτήριο αὐτό λουτρό σάν εὐεργέτημα δοσμένο δωρεάν σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού τό ζητάει.

Ἐλᾶτε νά δεῖτε πρωτόγνωρο κατακλυσμό, πολύ μεγαλύτερον καί δυνατότερον ἀπ᾿ ἐκεῖνον πού γίνηκε τήν ἐποχή τοῦ Νῶε. Ἐκεῖ τό νερό ἔπνιξε τούς ἀνθρώπους καί ἐδῶ τό νερό τοῦ βαπτίσματος, κείνους πού εἶχαν πεθάνει πνευματικά ξαναζωντάνεψε, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ πού σήμερα βαπτίστηκε. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἔφτιαξε κιβωτό στέρεα ἀπό ξύλα καί ἐδῶ ὁ Χριστός ὁ νοητός Νῶε, προσέλαβε ἀπό τήν ἄφθορο παρθένο Μαρία τήν κιβωτό τοῦ σώματος. Ἐκεῖ ὁ Νῶε ἄλοιψε τήν κιβωτό ἐξωτερικά μέ ἄσφαλτο πίσσα. Ἐδῶ ὁ Χριστός δυνάμωσε καί περιφρούρησε τήν κιβωτό τοῦ σώματος μέ τό χρῖσμα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ περιστερά πού βάσταζε κλαδί ἐλιᾶς προμήνυσε τήν εὐωδία τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἐδῶ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ τή μορφή ὁλόασπρης περιστερᾶς παρουσιάστηκε καί σ᾿ ὅλους φανέρωσε τόν ἐλεήμονα Κύριο.

Ἀλλά μέ καταπλήττει ἡ ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Κυρίου. Γιατί δέν ἀρκέστηκε, Αὐτός ὁ γεννημένος τέλειος Υἱός ἀπό τέλειο Πατέρα, νά γεννηθεῖ καί ἐπί γῆς τέλειο βρέφος ἀπό τά σπλάχνα μιᾶς γυναίκας. Δέν ἀρκέστηκε Ἐκεῖνος πού εἶναι σύνθρονος μέ τόν Θεό Πατέρα νά λάβει τή μορφή τοῦ δούλου ἀλλά καί σάν τόν τελευταῖο ἁμαρτωλό προσέρχεται νά βαπτισθεῖ. Ἀλλά ἄς μή γίνει ἡ κοινή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους εὐεργεσία σκάνδαλο γι᾿ αὐτούς πού τούτη τήν ὥρα μέ ἀκοῦνε. Γιατί βαπτίζεται ὁ Δεσπότης πάντων Χριστός ὄχι γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ψυχικό καθαρισμό, ἀλλά γιά νά οἰκονομήσει μέ δυό τρόπους τό συμφέρον τῶν ψυχῶν μας, ὥστε καί μέ τό νερό νά μᾶς δωρίσει τήν ἁγιαστική χάρη καί νά προτρέψει τόν καθένα μας νά βαπτιστεῖ.

Καθώς μᾶς λέει ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Γαλιλαία στόν Ἰορδάνη ὅπου βρισκόταν ὁ Ἰωάννης γιά νά βαπτιστεῖ ἀπ̉ αὐτόν. Τό τί συνέβηκε τότε ἀδερφοί μου δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει νοῦς ἀνθρώπινος. Γιατί ξεπερνᾶνε κάθε θέαμα καί ἄκουσμα ὅσα συνέβηκαν ἐκεῖ. Τρέμει ὁ νοῦς. Χάνεται ἡ λαλιά μή τολμώντας νά ἐξιστορήσει τά ἀνέκφραστα. Γι‹ αὐτό λοιπόν καί ὅταν εἶδε ὁ Ἰωάννης τόν Δεσπότη μας Χριστό νά τόν πλησιάζει, μέ πολύ καρδιοχτύπι, πέφτοντας καί ἀγκαλιάζοντας τά πόδια Του τοῦ εἶπε παρακλητικά: Γιατί βιάζει ἐμένα τόν ἀδύνατο ἄνθρωπο ὁ Παντοδύναμος Θεός μου νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Δέν εἶμαι ἐγώ σέ θέση νά ἐπιχειρήσω κάτι τέτοιο. Πῶς νά τολμήσω νά Σέ βαπτίσω; Πότε συνέβηκε νά καθαριστεῖ ἡ φωτιά ἀπό τό ξερό χορτάρι; Πότε ἔπλυνε ἡ λάσπη τήν πηγή; Πῶς νά βαπτίσω Ἐσένα τόν Κριτή τῆς οἰκουμένης ἐγώ ὁ ὑπεύθυνος γιά τόσες ἁμαρτίες; Πῶς νά Σέ βαπτίσω Δέσποτά μου; Δέν βλέπω ἁμαρτία πάνω Σου. Δέν ἔχεις πέσει θῦμα τῆς κατάρας τοῦ προπάτορα Ἀδάμ. Δέν ἔχεις καθόλου λερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιατί ἄν καί ἔκλινες οὐρανούς καί κατέβηκες, τίποτα ἀπό τά θελήματα τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν παρέβηκες.

Τί κάνεις Δέσποτά μου;
Γιατί μ᾿ ἀναγκάζεις νά κάνω κάτι πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ποτέ καί τίποτα δέν τόλμησα νά κάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅσα παροργίζουν τήν ἀγαθωσύνη Σου. Σάν δοῦλος πιστός γεμάτος ἀγάπη καί σεβασμό γιά τόν ἀφέντη του πρότρεξα καί ἐμήνυσα στόν κόσμο τήν παρουσία Σου. Ἐνῶ βρισκόμουνα ἀκόμη μέσ᾿ τήν κοιλιά τῆς μάννας μου, δανείστηκα τή γλώσσα της καί Θεό τοῦ κόσμου Σέ ἐκήρυξα. Ὅλους τούς προετοίμασα νά Σέ δεχθοῦν, νά Σ᾿ ἀπαντήσουν. Πές μου λοιπόν Κύριέ μου, πῶς θ᾿ ἀνεχθεῖ νά δεῖ ὁ ἥλιος τόν Παντοκράτορα Θεό ἔτσι νά ἐξευτελίζεται ἀπό τήν τόλμη ἑνός δούλου Του καί δέν θά ρίξει καυτερές φωτοβολίδες νά μέ κατακάψει, ὅπως ἔκανε ἐκείνους τούς καιρούς τούς ἄσωτους Σοδομίτες; Πῶς θά ἀντέξει ἡ γῆ νά δεῖ Ἐκεῖνον πού ἁγιάζει τούς ἀγγέλους, ἀπέριττα νά βαπτίζεται ἀπό χέρι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ καί δέν θ᾿ ἀνοίξει τά σπλάχνα της γιά νά μέ καταπιεῖ, ὅπως ἔκανε τόν Ἀβειρών καί τόν Δαθάν;

Πῶς νά βαπτίσω Δέσποτά μου Ἐσένα πού δέν μολύνθηκες ἀπό τής φυσικῆς γέννησης τό λέρωμα; «Ἐξ ἀσπόρου γαστρός, ἄσπορος προῆλθε καρπός». Πῶς λοιπόν ἐγώ ὁ χιλιολερωμένος ἀπό τήν ἁμαρτία ἄνθρωπος νά ἁγνίσω τόν Θεό; Θεό ἀναμάρτητο; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα; Μ᾿ ἔστειλες νά βαπτίζω, Κύριέ μου, καί δέν παράκουσα τήν ἐντολή Σου. Πρότρεπα ὅλους πρός τό βάπτισμα καί τούς ἔλεγα: «Ὁμολογῆστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τίς ἁμαρτίες σας, γιατί Αὐτός εἶναι ὁ μόνος ἀγαθός. Αὐτός πού ἔρχεται πίσω μου δέν εἶναι βλοσυρός καί αὐστηρός. Εἶναι ἀγαθός καί Υἱός Πατέρα Ἀγαθοῦ. Δέν φέρεται γιά λίγο μονάχα μ᾿ ἀγαθωσύνη καί ὕστερα ἀλλάζει διάθεση γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἀλλά τό ἔλεός Του μένει εἰς τόν αἰώνα. Καί ἐπειδή τό ἔλεός Του εἶναι ἀμέτρητο γι᾿ αὐτό καί οἱ οὐράνιες δυνάμεις ἀνυμνώντας Τοῦ ἔλεγαν:

«Εὐλογημένος Σύ πού ἔρχεσαι στ̉ ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ὁ Κύριος καί ὁ Θεός μας μᾶς φανερώθηκε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καί διέλυσε τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας πού μᾶς περιέλουζε. Μᾶς φανερώθηκε ὁ οὐράνιος τσοπάνης καί ἔδιωξε ἀπό τό κοπάδι τῶν παιδιῶν Του τούς λύκους τοῦ διαβόλου. Μᾶς φανερώθηκε ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Πατρός καί χάρισε μέ τό βάπτισμα τήν υἱοθεσία στούς πιστούς. Μᾶς φανερώθηκε ἡ ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί μέ τό θάνατό Του θανάτωσε τόν θάνατο ὡς ἀθάνατος καί ἀξίωσε νά ζήσουν ζωή ἀθάνατη, ἐκεῖνοι πού εἶχαν πέσει στή φθορά καί στό θάνατο.

Ἀλλά ἐνῶ ἐγίνονταν ὅλα αὐτά, ὁ Θεός Πατέρας ἀγαλλώμενος μέ τήν ὑπερβολική ταπείνωση τοῦ Υἱοῦ, ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί μέ βροντερή φωνή ξεχειλισμένη ἀπό αἰσθήματα πού πλημμυρίζουνε μιά πατρική καρδιά, ἀνακράζει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Καί γιά νά μήν μπερδευτεῖ ὁ νοῦς ὅσων ἀκούγανε ὅλα τοῦτα – ἄν εἶναι δηλαδή Υἱός ὁ Βαπτιστής ἤ ὁ Χριστός- ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, σάν ἄσπρο περιστέρι καί δείχνει Ἐκεῖνον πού βαπτιζόταν καί πού ὁ Θεός Πατέρας τόν μαρτυροῦσε στούς ἀνθρώπους σάν μονογενή Υἱό Του. Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση σήμερα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Δημοφιλείς αναρτήσεις