Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Όσιος Θεοσέβιος ο Αρσινοΐτης και η συμβία αυτού.


Όσιος Θεοσέβιος ο Αρσινοΐτης και η συμβία αυτού. 
12 Οκτωβρίου. 
 
Ο Όσιος Θεοσέβιος γεννήθηκε στο μικρό χωριό Μελάνδρα, 12 χιλιόμετρα Νοτιοανατολικά της αρχαίας Αρσινόης, της σημερινής Πόλης της Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου, από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Μιχαήλ και την Άννα. Είχε δε αδελφό τον όσιο Αρκάδιο τον μετέπειτα επίσκοπο Αρσινόης [9 Αυγούστου]. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του µας είναι άγνωστη. Θα πρέπει όμως να τοποθετείται στα τέλη του 4ου µ.Χ. αιώνα, αν δεχτούμε, σύμφωνα µε τους επισκοπικούς καταλόγους της περιοχής, ότι ο αδελφός του Αρκάδιος ήταν επίσκοπος της Αρσινόης στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. 
Αν και ο αδελφός του πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει, αυτός έμεινε κοντά στους γονείς του και έγινε βοσκός. Ποιμαίνοντας τα πρόβατά του, είχε την ευκαιρία να επιδίδεται στην προσευχή, τη μελέτη του λόγου του Θεού και άλλες αρετές. Με πρόφαση τη βοσκή των προβάτων προχωρούσε στο βουνό σε µια απόσταση 3 χιλιομέτρων από το χωριό του και σε τόπο ήσυχο και απόμερο προσευχόταν απερίσπαστα. Εντόπισε μάλιστα στην περιοχή και κάποιο σπήλαιο στο οποίο πολύ συχνά εισερχόταν και µε νηστείες και γονυκλισίες προσευχόταν στο Θεό. 
Ο Όσιος Θεοσέβιος έτρωγε ελάχιστα, µόνο για να ζει. Τις µέρες της νηστείας μοίραζε όλη την τροφή που έπαιρνε μαζί του, που ήταν συνήθως µόνο ψωμί, σ' όσους έβρισκε μπροστά του και είχαν ανάγκη. Κι αν δεν έβρισκε κανένα τέτοιο άνθρωπο μπροστά του, έδινε το ψωμί του στα πουλιά, για να μην αθετεί την εντολή της νηστείας. 
Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, υπακούοντας και στην επιθυμία των γονέων του, προχώρησε σε γάμο µε µια ενάρετη κόρη από το διπλανό χωριό, τη Φιλούσα. Είχε ήδη όμως προχωρήσει τόσο στην πνευματική ζωή που αποφάσισε, αφού δέχτηκε την πρότασή του και η σύζυγός του, να ζήσει βίο αγνό και παρθενικό, μέσα στο γάμο, έχοντας µε τη σύζυγό του απλώς σχέσεις αδελφικές. 
Κάποια µέρα, διαισθανόμενος το τέλος του, ίσως αυτό να του μηνύθηκε κατά κάποιο τρόπο από το Θεό, ο Θεοσέβιος κάλεσε τη γυναίκα του και µε τρόπο παραβολικό της είπε ότι φεύγει πιο μακριά για βόσκηση των προβάτων κι εκεί θα μείνει για αρκετό χρόνο. Την προέτρεψε να συνεχίσει την προσπάθεια της τελείωσης µε υπομονή και σωφροσύνη παραμένουσα είτε στο σπίτι τους στη Μελάνδρα είτε μεταβαίνουσα στη Φιλούσα, κοντά στους γονείς της. Κι αφού αντάλλαξαν σκέψεις για την αιώνια ζωή αναχώρησε στο τόπο της προσευχής. Άφησε το κοπάδι να βόσκει κι αυτός προχώρησε στο σπήλαιο, προσευχήθηκε µε θέρμη και εκεί ήρεμα παρέδωσε το πνεύμα στο Θεό. Ήταν 12 Οκτωβρίου. 
Ο σκύλος του Αγίου, που βρισκόταν στο στόμιο του σπηλαίου σα να εκτελούσε χρέη θυρωρού, μάζεψε την επόμενη µέρα το κοπάδι και το οδήγησε στη Μελάνδρα. Οι γονείς και η σύζυγος του Αγίου βλέποντας το κοπάδι χωρίς τον ίδιο, ανησύχησαν. Τον αναζήτησαν στη Φιλούσα κι όταν δεν τον βρήκαν, καθοδηγούμενοι από το σκύλο του, έφτασαν μετά τρεις µέρες στο σπήλαιο. Εκεί βρήκαν το λείψανο του Αγίου να ευωδιάζει. Κι επειδή δεν μπόρεσαν να το μετακινήσουν και να το μεταφέρουν στο χωριό για ταφή, κι επειδή είχε ήδη νυχτώσει, έμειναν το βράδυ στο µέρος εκείνο, λογαριάζοντας να επιχειρήσουν τη μεταφορά την εποµένη. Φάνηκε όμως το βράδυ εκείνο ο Άγιος στον πατέρα του και του ζήτησε να τον θάψει εκεί. Πράγματι τον κήδεψαν εκεί όπου και αργότερα κτίστηκε ναός επ' ονόµατί του. Ο ναός του έγινε καταφύγιο πολλών Χριστιανών τόσο από τα γύρω όσο και τα μακρινότερα χωριά. Κατέφευγαν σ' αυτό µε πίστη και θεραπεύονταν από διάφορες ασθένειες κι έπαιρναν κουράγιο και δύναμη για συνέχιση του πνευματικού αγώνα. 
Ο Άγιος Νεόφυτος αναφέρει πάµπολλα θαύματα που έγιναν από τον Άγιο Θεοσέβιο µετά το θάνατό του. Κατά τρόπο θαυμαστό υπέδειξε σε μοναχό που ήθελε να κτίσει κελιά κοντά στο ναό του, τον τόπο όπου υπήρχε ασβέστης τον οποίο και βρήκε και χρησιμοποίησε. Προστάτεψε το μικρό περιβόλι του ίδιου μοναχού από τους κόρακες, πάλι µε τρόπο πρωτάκουστο. Άνοιξε οφθαλμούς τυφλών και θεράπευσε κωφούς. Κάποτε, δύο βοσκοί σύλησαν τον Ναό του Αγίου, ωμολόγησαν την αμαρτία τους, επέστρεψαν όσα έκλεψαν και ζήτησαν και πήραν συγχώρεση. Κι άλλα πολλά ενεργεί μέχρι τις µέρες µας ο Άγιος Θεοσέβιος µε τη βοήθεια του Θεού. 
Στις µέρες µας επιδεικνύεται ακόμη «το σπήλαιον του Αγίου Θεοσεβίου». 
 
Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'.
Θείον φρόνημα, έχων παμμάκαρ, εκ νεότητος, εν τη ψυχή σου, θεοφρόνως τω Θεώ ευηρέστησας. Και αρεταίς λαμπρυνθείς Θεοσέβιε, θαυμάτων χάριν θεόθεν απέλαβες. Πάτερ ’Οσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ Λόγος Α΄ Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου

Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου 
ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ  
Λόγος Α΄
Για την αγάπη, και το έργο των πνευματικών ανδρών.
Για την αγάπη˙ και ποιοί είναι οι δρόμοι και τα έργα των πνευματικών ανδρών˙ και μακαρισμός προς εκείνους που έχουν την αγάπη μέσα στην καρδιά τους.
Αδελφοί και πατέρες, θέλω να πω σ’ εσάς αυτά που συντελούν στην ωφέλεια της ψυχής και ντρέπομαι την αγάπη σας, μάρτυράς μου ο Χριστός, που είναι η αλήθεια,[1] επειδή γνωρίζω την αναξιότητά μου. Γι’ αυτό μάλιστα ήθελα πάντοτε να σιωπώ, όπως γνωρίζει ο Κύριος, και να μη σηκώνω διόλου τα μάτια μου και να κοιτάζω πρόσωπο ανθρώπου, διότι με ελέγχει η συνείδησή μου ότι ορίσθηκα εντελώς ανάξια να βαδίζω μπροστά από όλους εσάς, επειδή τάχα γνωρίζω τον δρόμο εγώ, που δεν γνωρίζω ούτε αυτά που είναι μπροστά στα πόδια μου, και που δεν άγγιξα ακόμη το δρόμο που οδηγεί στον Θεό. 
Λοιπόν και με κατέχει γι’ αυτό μεγάλη και ασυνήθιστη λύπη, διότι, αν και προτιμήθηκα εγώ ο μηδαμινός να οδηγώ εσάς τους τιμιότατους, που θα έπρεπε καλύτερα να σας έχω ο ίδιος οδηγούς, επειδή είμαι τελευταίος από όλους στη μοναχική ζωή και σε χρόνο και σε ηλικία,[2] δεν διαθέτω το λόγο που συνοδεύεται από τα έργα και βεβαιώνεται από το βίο, για να σας παροτρύνω και να σας θυμίζω αυτά που αναφέρονται στις εντολές και στο θέλημα του Θεού, επειδή ακόμα και γι’ αυτά, που θέλω να πω, γνωρίζω ότι δεν έκανα ποτέ κανένα απ’ αυτά. Γνωρίζω μάλιστα με ακρίβεια ότι ο Κύριος και Θεός μας δεν μακαρίζει αυτόν που μόνο λέει, αλλά αυτόν που πριν να πει κάτι το κάνει˙ διότι λέει: «Είναι μακάριος αυτός που κάνει και διδάσκει˙ αυτός θα ονομασθεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών».[3] Διότι έναν τέτοιο διδάσκαλο, όταν οι μαθητές τον ακούν, γίνονται πρόθυμοι να τον μιμηθούν˙ και δεν ωφελούνται από τα λόγια του τόσο, όσο παροτρύνονται από τις καλές πράξεις και αναγκάζονται να κάνουν τα ίδια, κάτι που εγώ δεν το βλέπω στον εαυτό μου˙ διότι η συνείδησή μου μαρτυρεί ότι δεν έχω κανένα καλό. Αλλά σας ικετεύω και σας παρακαλώ, αγαπητοί αδελφοί μου, να μην προσέχετε στην ακατάστατη ζωή μου, αλλά στα προστάγματα του Κυρίου και στις διδασκαλίες των αγίων πατέρων μας˙ διότι εκείνοι οι φωτεινοί αστέρες δεν έγραψαν τίποτε που πρώτα δεν το έκαναν πράξη, και που, κάνοντάς το πράξη, δεν το έκαναν στην εντέλεια. 
Γι’ αυτό λοιπόν ας έχουμε εμείς έναν κοινό δρόμο, τις εντολές του Χριστού, που μας επαναφέρουν στον ουρανό και στον Θεό. Διότι, αν και ο λόγος υπονοεί διάφορους δρόμους, είναι βέβαιο ότι δεν λέγεται με την έννοια ότι χωρίζεται σε πολλούς δρόμους ως προς τη φύση του, αλλά ότι χωρίζεται σε πολλούς δρόμους ως προς τη δυνατότητα και την πρόθεση του καθενός. Διότι, αρχίζοντας εμείς από πολλά και διάφορα έργα και πράξεις, είναι σαν να αναχωρούμε καθένας από διαφορετικούς τόπους και από πολλές πόλεις, και σαν να αγωνιζόμαστε να φθάσουμε στο ίδιο κατάλυμα, στη βασιλεία των ουρανών δηλαδή. Άλλωστε πράξεις και δρόμους των ανθρώπων, που ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πρέπει να εννοούμε τις πνευματικές αρετές. Γι’ αυτό, όσοι άρχισαν να βαδίζουν σ’ αυτούς τους δρόμους έχουν καθήκον να τρέχουν προς ένα σκοπό, ώστε, ενώ ξεκινούν από διάφορα μέρη και από διάφορους τόπους, να συναντηθούν, όπως είπαμε, στην ίδια πόλη, στη βασιλεία των ουρανών δηλαδή, και να αξιωθούν να βασιλεύσουν μαζί με τον Χριστό, με το να υποτάσσονται σε ένα Βασιλιά, στον Θεό και Πατέρα˙ πόλη μάλιστα να εννοήσεις εδώ μία και όχι πολλές, την αγία και αχώριστη τριάδα των αρετών,4 ή, μάλλον, την πρώτη απ’ αυτές, που την αναφέρουν τελευταία, επειδή είναι η κατάληξη των καλών, αλλά και επειδή είναι η μεγαλύτερη από όλες τις αρετές, εννοώ την αγάπη, που απ’ αυτή προήλθε, αλλά και σ’ αυτή έχει θεμελιωθεί όλη η πίστη και έχει οικοδομηθεί η ελπίδα, και που χωρίς αυτή δεν δημιουργήθηκε κανένα από τα όντα, ούτε πρόκειται ποτέ να δημιουργηθεί. 
Τα ονόματα της αγάπης είναι βέβαια πολλά, τα έργα της είναι πολλά, τα γνωρίσματά της είναι περισσότερα, τα ιδιώματά της θεϊκά και πάρα πολλά, η φύση της όμως είναι μία και εντελώς κρυμμένη εξίσου από όλους, και από τους αγγέλους και από τους ανθρώπους, αλλά και από κάθε άλλο δημιούργημα, που ίσως να μην το γνωρίζουμε. Είναι ακατανόητη ως προς το λόγο, απλησίαστη ως προς τη δόξα, ανεξερ4εύνητη ως προς τις βουλές. Είναι αιώνια, διότι είναι και άχρονη˙ είναι αθέατη, διότι γίνεται αντιληπτή με το νου, αλλά όμως δεν κατανοείται. Τα κάλλη αυτής της αχειροποίητης και αγίας Σιών, της αγάπης δηλαδή, είναι πολλά, ώστε αυτός που άρχισε να τα βλέπει, δεν ευφραίνεται πια με τα ορατά θεάματα, ούτε είναι πια προσκολλημένος στη δόξα αυτού του κόσμου. 
Αφήστε με λοιπόν από την αρχή του λόγου να συνομιλήσω λίγο με την αγάπη και να τη χαιρετήσω και να εκφράσω τον πόθο που έχω γι’ αυτή. Μόλις, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, έφερα στο νου μου το κάλλος της άμεμπτης αγάπης, βρέθηκε ξαφνικά το φως της μέσα στην καρδιά μου και κυριεύθηκα από τη γλυκύτητά της και έχασα τις σωματικές αισθήσεις, αγνοώντας εντελώς τα βιοτικά, και λησμόνησα αυτά που είναι μπροστά μου. Αλλά, δεν ξέρω πώς να το πω, απομακρύνθηκε πάλι από μένα και με άφησε να θρηνώ την αθλιότητά μου. 
Ω πολυπόθητη αγάπη, είναι μακάριος αυτός που σε ασπάσθηκε, διότι δεν θα επιθυμήσει πια να ασπασθεί με πάθος ανθρώπινο κάλλος. Είναι μακάριος αυτός που κινούμενος από θείο έρωτα αγκαλιάστηκε μαζί σου, διότι θα απαρνηθεί όλο τον κόσμο, και ενώ πλησιάζει όλους τους ανθρώπους, δεν θα μολυνθεί διόλου. Είναι μακάριος αυτός που αγάπησε και απόλαυσε τα κάλλη σου με άπειρο πόθο, διότι αυτός που θα αγιαστεί ψυχικά από το ύδωρ και το αίμα,[5] που στάζει άχραντο από σένα.[6] Είναι μακάριος αυτός που σε κατασπάσθηκε με πόθο, διότι θα υποστεί πνευματικά την καλή αλλοίωση και θα ευφρανθεί ψυχικά, διότι εσύ είσαι η ανέκφραστη χαρά. Είναι μακάριος αυτός που σε απέκτησε, διότι θα θεωρήσει ένα τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι εσύ είσαι αληθινά ο ανεξάντλητος πλούτος. Αλλά είναι μακάριος και τρισμακάριος και αυτός που εσύ έλαβες ως σύντροφό σου, διότι θα είναι στην ορατή αδοξία ενδοξότερος από όλους τους ένδοξους και τιμιότερους και σεβαστότερους από όλους τους άξιους για τιμή. Είναι αξιέπαινος εκείνος που σε αναζητά, πιο αξιέπαινος είναι εκείνος που σε βρήκε, αλλά μακαριότερος είναι εκείνος που αγαπήθηκε από σένα˙ εκείνος που έγινε δεκτός από σένα, εκείνος που διδάχθηκε από σένα, εκείνος που κατοίκησε μέσα σου, εκείνος που έλαβε με τη μεσολάβησή σου[7]τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας. 
Ω θεία αγάπη! Πες μας, πού έχεις τον Χριστό; Πού κρύβεις τον Χριστό; Γιατί πήρες τον Σωτήρα του κόσμου και έφυγες μακριά μας; Άνοιξε και σ’ εμάς τους ανάξιους μία μικρή σου θύρα, για να δούμε και εμείς τον Χριστό, που έπαθε για μας, και να πιστέψουμε στο έλεός σου, ότι δηλαδή δεν θα πεθάνουμε πια από τη στιγμή που θα τον δούμε. Άνοιξε σ’ εμάς εσύ, που έγινες για τον Χριστό η θύρα για την ένσαρκη φανέρωσή του, εσύ, που ώθησες τα πλούσια και αβίαστα σπλάχνα του δικού μας Δεσπότη, ώστε να σηκώσει τις αμαρτίες[8] και τις αρρώστιες[9] όλων των ανθρώπων, και μη μας αρνηθείς λέγοντας: «Δεν σας γνωρίζω».[10] Έλα μαζί μας, για να μας γνωρίσεις, διότι σου είμαστε άγνωστοι. Κατοίκησε μέσα μας, για να έρθει και να επισκεφθεί και εμάς τους ταπεινούς, χάρη σ’ εσένα, ο Δεσπότης, καθώς θα τον προϋπαντήσεις εσύ, διότι εμείς είμαστε εντελώς ανάξιοι˙ ώστε να μείνει για λίγο, μιλώντας μαζί σου, και να δεχθεί και εμάς τους αμαρτωλούς να προσπέσουμε στα άχραντα πόδια του˙ και να συνομιλήσεις και να πεις για μας καλά λόγια˙ και να μεσιτεύεις, για να αφεθεί σ’ εμάς το χρέος από τις αμαρτίες μας, ώστε να αξιωθούμε να υπηρετήσουμε πάλι χάρη σ’ εσένα τον ίδιο τον Δεσπότη˙ και να μας λάβει στην πρόνοιά του και να μας διατρέφει. Διότι το να μη χρωστά τίποτα κανείς, αλλά να πεθαίνει από την πείνα και από τη φτώχεια, δεν διαφέρει σχεδόν διόλου από την τιμωρία και την κόλαση εκείνου που τιμωρείται, επειδή χρωστά. 
Ας λάβουμε, αγία αγάπη, τη συγχώρηση από σένα και ας αξιωθούμε να απολαύσουμε με τη μεσολάβησή σου τα αγαθά του δικού μας Δεσπότη, που χωρίς εσένα δεν θα γευθεί κανείς τη γλυκύτητά τους. Διότι εκείνος που δεν σε αγάπησε όπως πρέπει, και δεν αγαπήθηκε από σένα όπως χρειάζεται, τρέχει ίσως, αλλά δεν φθάνει στο τέρμα[11]˙ άλλωστε κάθε δρομέας, πριν να τελειώσει τη διαδρομή του, είναι αβέβαιος για τον τερματισμό. Αλλά εκείνος που κατέκτησε εσένα, ή, μάλλον, εκείνος που κατακτήθηκε από σένα, είναι οπωσδήποτε βέβαιος για τον τερματισμό, επειδή εσύ είσαι το τέλος του νόμου.[12] Εσύ που με περικυκλώνεις, εσύ που με φλογίζεις και με ανάβεις από τον πόνο της καρδιάς μου σε άπειρο πόθο για τον Θεό και τους αδελφούς και πατέρες μου. Διότι εσύ ήσουν η διδασκάλισσα των προφητών, η συνοδοιπόρος των αποστόλων, η δύναμη των μαρτύρων, η έμπνευση των πατέρων και διδασκάλων, η τελείωση όλων των αγίων, αλλά και τώρα εσύ είσαι η δική μου εκλογή για την παρούσα διακονία.[13] 
Αλλά συγχωρήστε με, αδελφοί, που ξέφυγα λίγο από την υπόθεση της κατήχησης, διότι αυτό το έκανε ο πόθος της αγάπης. Έφερα δηλαδή στο νου μου την αγάπη και ευφράνθηκε η καρδιά μου, όπως λέει ο θείος Δαβίδ,[14] και στράφηκα στην εξύμνηση των θαυμαστών έργων της. Γι’ αυτό παρακαλώ και τη δική σας αγάπη να ακολουθήσετε με όση δύναμη έχετε πίσω από την αγάπη, και να τρέξετε με πίστη να τη φθάσετε, και τότε δεν θα διαψευσθούν διόλου οι ελπίδες σας. Διότι κάθε προθυμία και κάθε άσκηση, που γίνεται με πολλούς κόπους, αλλά δεν φθάνει στην αγάπη με πνεύμα συντριβής, είναι μάταιη και δεν καταλήγει σε καμία ωφέλεια. Άλλωστε, ούτε και με καμία άλλη αρετή και εκπλήρωση κάποιας εντολής του Κυρίου μπορεί να αναγνωρισθεί κανείς μαθητής του Χριστού˙ διότι «απ’ αυτό», λέει ο Χριστός, «θα γνωρίζουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας».[15] Για χάρη της αγάπης ο Λόγος σαρκώθηκε και έστησε τη σκηνή του μέσα μας,[16] και για χάρη της αγάπης υπέμεινε εκούσια, με το να γίνει άνθρωπος, όλα τα ζωοποιά πάθη, για να ελευθερώσει το πλάσμα του, τον άνθρωπο, από τα δεσμά του άδη, και να τον πάρει μαζί του και να τον ανεβάσει στους ουρανούς. Για χάρη της αγάπης οι απόστολοι έτρεξαν εκείνο τον ασταμάτητο δρόμο, και έπιασαν με το αγκίστρι και με το δίχτυ του λόγου όλη την οικουμένη και την ανέσυραν από το βυθό της ειδωλομανίας και τη διέσωσαν στο λιμάνι της βασιλείας των ουρανών. Για χάρη αυτής της αγάπης οι μάρτυρες έχυσαν τα αίματά τους, για να μη χάσουν τον Χριστό. Γι’ αυτή την αγάπη οι θεοφόροι πατέρες μας και διδάσκαλοι της οικουμένης θυσίασαν πρόθυμα τη ζωή τους για την καθολική και αποστολική Εκκλησία, αλλά και εγώ ο ανάξιος ανέλαβα την προστασία σας, που είστε οι τιμιότατοι πατέρες και αδελφοί μου, ώστε να μιμηθώ εκείνους ανάλογα με τη δύναμή μου, και να πάθω και να υπομείνω όλα για σας, αλλά και να κάνω για την οικοδομή και την ωφέλειά σας όλα για σας, για να σας παρουσιάσω στην τράπεζα του Θεού[17] θυσιάσματα τέλεια, ολοκαυτώματα λογικά. Διότι εσείς είστε τα τέκνα του Θεού, που ο Θεός έδωσε σ’ εμένα σαν παιδιά[18]˙ εσείς είστε τα δικά μου σπλάχνα˙ εσείς είστε τα δικά μου μάτια˙ εσείς είστε, για να εκφραστώ με αποστολική έκφραση, το καύχημά μου[19] και η γνησιότητα της διδασκαλίας μου.[20] 
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, όπως με όλα τα άλλα, έτσι και με την μεταξύ μας αγάπη, να υπηρετούμε τον Θεό, αλλά και αυτόν που εκλέξατε να έχετε στη θέση του πνευματικού πατέρα, εμένα δηλαδή, αν και απέχω πολύ από το αξίωμα αυτό˙ ώστε και ο Θεός να χαίρεται για την ομόνοια και την τελείωσή σας, αλλά και εγώ ο ταπεινός να χαίρομαι, βλέποντας να αυξάνει συνεχώς προς το καλύτερο η προκοπή της κατά Θεόν ζωή σας στην πίστη, στην αγνότητα, στον φόβο του Θεού, στην ευλάβεια, στην κατάνυξη και στα δάκρυα, με τα οποία καθαρίζεται ο εσωτερικός άνθρωπος και γεμίζει από το θείο φως και κυριεύεται ολόκληρος από το Άγιο Πνεύμα, με το φρόνημα της ψυχής γεμάτο από συντριβή και ταπείνωση˙ και τότε η δική μου χαρά θα γίνεται δική σας ευλογία και προσθήκη άφθαρτης και μακάριας ζωής, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

Υποσημειώσεις.
1. Πρβ. Ιω. 14, 6
2. Ο άγιος Συμεών αναγορεύτηκε ηγούμενος το 988, τρία χρόνια μετά την κοινοβίασή του.
3. Ματθ. 5, 19.
4. Α’ Κορ. 13, 13
5. Πρβ. Ιω. 19, 34.
6. Ταύτιση της αγάπης με τον Χριστό.
7. Αναφέρεται στην αγάπη ως προϋπόθεση για την κοινωνία των αχράντων μυστηρίων.
8. Ιω. 1, 29
9. Ματθ. 8, 17
10. Πρβ. Ματθ. 25, 12
11. Πρβ. Α’ Κορ. 9, 24
12. Πρβ. Ρωμ. 10, 4. 13, 10
13. Παρούσα διακονία˙ το διακόνημα του ηγουμένου.
14. Ψαλμ. 15, 9
15. Ιω. 13, 34
16. Ιω. 1, 14
17. Τράπεζα του Θεού˙ συνεκδοχικά, η βασιλεία των ουρανών.
18. Πρβ.Ησ’. 8, 18. Εβρ. 2, 13
19. Πρβ. Β’ Κορ. 1, 14
20. Πρβ. Α’ Κορ. 9, 2

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).

Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

Παλάτι ἐργάσου


 
Παλάτι ἐργάσου

ΠΑΛΑΤΙ τὸ σπίτι ἐργάσου τῆς ψυχῆς σου
νὰ ζήσει ἐκεῖ ὁ Χριστὸς παντοῦ βασιλεύοντας. …

Κι ἂς μονάζει, ὅποιος ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἶναι μόνος,
ἂς κάθεται στὴν ἔρημο, ἂς εἶναι σὲ σπηλιά!
Ἂν δὲν συνάντησε Αὐτόν, τὸν ἴδιο, ἂν δὲν γνώρισε,
Ὁλόκληρον Αὐτόν, ποὺ πῆρε σάρκα, τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ
ἂν δὲν ἔλαβε – μοναχὸς δὲν ἔχει γίνει, ἀλίμονο, καθόλου.

Καὶ εἶναι αὐτὸς πραγματικὰ μόνος : ἀπ’ τὸν Θεὸ ἔχει χωριστεῖ -
καὶ μεῖς, καθένας χωρισμένος σίγουρα,
ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους ὅλους, ὁπωσδήποτε,
εἴμαστε ὅλοι ὀρφανοί, ἀποκομμένοι.
Ἡ συγκατοίκηση - ἂς μοιάζει - δὲν εἶναι ἕνωσή μας
ἡ ἀνάμιξή μας, ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο ὅπου μαζεύονται πολλοί :
εἴμαστε ὅλοι χωρισμένοι ἀπ’ ὅλους, στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.
Ἀλήθεια αὐτό, ὁ θάνατος ἀπόδειξη.
Καθένα μας τὸν ἀποκόβει ἀπὸ φίλους καὶ συγγενεῖς
μέσα μας κάνει καὶ ξεχνᾶμε ὅλους, ποὺ τώρα ἀγαπᾶμε.
Καὶ νύχτα, ὕπνος, πράξεις βιωτικές,
τοὺς πολλούς, τὴν ἕνωσή μας, δὲν διαλύουν;

Οὐρανὸ τὸ κελλί του ἀπὸ ἀρετὴ ἔκανε ἐκεῖνος.
Οὐρανοῦ καὶ γῆς τὸν Δημιουργό, στὸ κελλί του
κάθεται κι ὅμως νοεῖ, βλέπει, προσκυνάει,
μὲ τ’ ἄδυτο Φῶς εἶναι μαζὶ χωρὶς διακοπή.
Φῶς τὸ ἀνέσπερο, Φῶς τὸ ἀπρόσιτο,
καθόλου δὲν τὸ ἀποχωρίζεται, δὲν ἀπομακρύνεται ποτέ,
οὔτε μέρα, οὔτε νύχτα, τρώγοντας ἢ πίνοντας,
στὸν ὕπνο, στὸ περπάτημα, τόπο ἀλλάζοντας,
ὅπως ζεῖ, τὸ ἴδιο ἀφοῦ πεθάνει - τρανότερα μᾶλλον -
μὲ τὴν ψυχή του τελείως μαζί Του εἶναι στοὺς αἰῶνες. …

Μοναχοὶ αὐτοί ἀληθινά, μόνοι αὐτοὶ μονάζοντες,
μὲ μόνο τὸν Θεὸ μαζὶ καὶ στὸν Θεὸ μέσα μόνοι,
γυμνοὶ ἀπὸ ἐνθυμήσεις, ἀπὸ σκέψεις ὁποιεσδήποτε,
βλέπουν μόνο τὸν Θεό, σὲ νοῦ χωρὶς ἔννοιες,
σὲ νοῦ μπηγμένο στὸ Φῶς, ὅπως στὸν τοῖχο τὸ βέλος,
ἢ ὅπως ἀστέρι στὸν οὐρανό, ἢ πῶς νὰ πῶ δὲν ἔχω.
Σὰν ἄλλο νυμφῶνα, φωτεινό, κατοικοῦν τὰ κελλιά τους,
στὸν Οὐρανὸ τοὺς φαίνεται ζοῦν
- ἢ ἀλήθεια ζοῦν - βλέπε! μή διστάσεις!

Γιατὶ δὲν βρίσκονται στὴ γῆ, ἂν κι ἀκουμπᾶνε στὴ γῆ
ζοῦν στὸ Φῶς τοῦ αἰώνα ποὺ ἔρχεται,
ὅπου κατοικοῦν οἱ Ἄγγελοι, ποὺ ἐπάνω περπατοῦν,
ἀπ’ ὅπου διαρπάζονται οἱ Ἀρχές, οἱ Ἐξουσίες,
ἀπ’ ὅπου οἱ Θρόνοι καὶ κάθε Κυριότητα παίρνει τὴ δύναμή της.

Ἀκουμπάει ὁ Θεὸς στοὺς ἅγιους καὶ ἀναπαύεται,
ὅμως στὸν Θεὸ οἱ ἅγιοι ζοῦν καὶ κινοῦνται
βαδίζοντας στὸ Φῶς ὅπως ἐπάνω σ’ ἔδαφος.
Τρανὸ θαῦμα! Ὅταν διαβοῦν ἐκεῖ
θὰ εἶναι σὰν Ἄγγελοι καὶ σὰν Παιδιὰ τοῦ Ὕψιστου,
Θεοὶ μὲ τὸν Θεὸ ζῶντας μαζί,
μ’ Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὴ φύση θεϊκή, μέσα στὴ χάρη Του Θεοί.

Τώρα μόνο, ὑστεροῦν ἀπὸ τοὺς Ἄγγελους
μὲ τὸ σῶμα ποὺ τοὺς κρατάει, τοὺς σκεπάζει, τοὺς καλύπτει.
Ἀλίμονο, βλέπουν τὸν ἥλιο σὰν φυλακισμένοι,
τὶς ἀκτίνες νὰ εἰσδύουν ἀπὸ φεγγίτη,
ἀδύνατο νὰ καταλάβουν τὸν Ὁλόκληρο
νὰ δοῦν καλά, ἔξω ἀπ’ τὴ φυλακὴ νὰ βρεθοῦν,
ν’ ἁπλωθοῦν, ν’ ἀναβλέψουν τρανὰ στὸν ἀέρα.
Ἡ μόνη τους λύπη αὐτή : ὁλόκληρο
δὲν βλέπουν τέλεια τὸν Χριστό, ἂν κι ὁλόκληρο τὸν βλέπουν,
ἀπ’ τὰ δεσμὰ τοῦ σώματος νὰ δραπετεύσουν δὲν μποροῦν,
ἔχοντας λύσει δεσμὰ παθῶν, ὅλες τὶς ἀγωνίες,
ἔχουν λύσει τὰ πολλά, ἕνα τοὺς κρατάει ἀκόμα. …

Μή λέτε, ‘ἀδύνατο νὰ πάρεις ἅγιο Πνεῦμα’,
Μή λέτε, ‘δυνατὸ νὰ σωθεῖς χωρὶς τὸ Πνεῦμα’
Πιά, μή λέτε γιὰ κανένα πὼς ‘ἔχει Πνεῦμα χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει’!
Μή λέτε, ‘ὁ Θεὸς δὲν βλέπεται ἀπὸ ἀνθρώπους’,
Μή λέτε, ‘οἱ ἄνθρωποι δὲν βλέπουν θεῖο Φῶς’,
ἢ ὅτι ‘ἀδύνατο νὰ δοῦν στὴν τωρινὴ ζωή’!
Φίλοι! Αὐτὸ ποτὲ δὲν ἔγινε ἀδύνατο, ἀντίθετα!
Γιὰ ὅποιους τὸ θέλουν δυνατὸ πολύ!
Σ’ ὅποιους χάρισε ὁ βίος κάθαρση ἀπὸ πάθη,
καθαρὸ ἐργάστηκε τοῦ νοῦ τους τὸ μάτι,
καὶ στοὺς ἄλλους τύφλωση πραγματικά,
βρωμιὰ ἁμαρτιῶν, ποὺ καί ἐδῶ καί ἐκεῖ
χωρὶς τὸ θεῖο Φῶς θὰ τοὺς ἀφήσει - μή πλανιέστε! -
Σὲ φωτιὰ καὶ σκοτάδι θὰ τοὺς ὁδηγήσει.
[Ὕμνος ΚΖ’, στ. 1-2, 22-48, 76-107, 125-137]

ΠΗΓΗ: AHDONI 

Ὕμνος ΚΖ’ εδω  το αρχαίο κείμενο 





Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

Όποιος λυπηθεί από τον δίκαιο έλεγχο κάποιου...

 


36. Όποιος λυπηθεί από τον δίκαιο έλεγχο κάποιου και, πριν προσκληθεί από αυτόν, ζητήσει συγχώρηση, δεν χάνει τίποτε απ' όσα του ανήκουν. Εκείνος που ζήτησε συγχώρηση μετά την πρόσκληση, έχασε το μισό καρπό. Εκείνος πάλι που η λύπη από τον έλεγχο ποτέ δεν τον οδηγεί στο να εγκαταλείψει τους άλλους και να απομονωθεί στον εαυτό του, κέρδισε όλη την προκαταβολή, ενώ εκείνος που σε κάθε τι ρίχνει το σφάλμα πάνω του, παίρνει μισθό.
Άγιος Ηλίας ο Έκδικος

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

Ζῶ καὶ μιλῶ κι ἀκινητῶ, Χριστέ μου, καὶ βαδίζω μὲ τὴ δική σου δύναμη ποὺ μὲ χειροσκεπάζεις.


36. Ἐνόδια

 

λα σὺ τὰ καλά, Χριστέ, γιὰ τὴ θνητή σου πλάση
γίνεσαι, βασιλιά, μαζὶ καὶ δρόμος ἴσιος σ’ ὅλους.
Τὸ λαό σου μὲ τὸ σύννεφο καὶ τὴ φωτιὰ ὁδηγοῦσες,
καὶ στὸ σκισμένο πέλαγο στοὺς φίλους δρόμο ἀνοίγεις
τὸ Φαραὼ σκεπάζοντας. Παράξενο τοὺς στέλνεις
ψωμὶ ἀπ’ τὰ οὐράνια καὶ πηγὴ τοὺς βγάζεις ἀπὸ βράχον
ἀπόγκρεμο, θάμα τρανὸ στὴν ἐρημιά, καὶ παύεις
λαοῦ ἐχτρικοῦ τὴ μάνητα ποὺ χέρια σὰν ἁπλώνει ὁ
Μωυσῆς στὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ-βοηθός μου. Τὸ φεγγάρι
μαζὶ κι ὁ ἥλιος σταματοῦν. Κι ὅπως πισωγυρίζει
τὸ ρέμα στὴ βιασύνη τους, νάτος στὴ γῆς ὁ δρόμος
πλατὺς ὅπως τὸ τάξιμο κι ὅπως ἡ ἀπόφασή του.
Σὺ καὶ τὸ δρόμο τὸ στερνὸ κι οὐράνιο στοὺς ἀνθρώπους
δείχνεις καὶ σμίγεις τὸ παλιὸ στρατὶ μὲ τὸ καινούργιο,
ὅταν στὴ γῆ μας, Θεὸς μαζὶ κι ἄνθρωπος περπατώντας
κι εὐθὺς στὸν οὐρανὸ ξανὰ πετώντας, θἄρθεις πάλι
λαμπρότερος ἀπ’ ὅ,τι πρίν. Σὺ καὶ στὸ πέλαο πάνω
περπάτησες κι ἡσύχασε στὸ βῆμα σου τὸ κῦμα
κι ἂς τὄσπρωχνε ἄνεμος κακός. Μὰ συνοδίτης μου ἔλα,
μακάριε σύ, πού σε καλῶ. Καλὸ ταξίδι δός μου
καὶ στεῖλε μου ἄγγελο ὁδηγό, βοηθό μου καὶ προστάτη,
μακριὰ ἀπὸ μέρας καὶ νυχτιᾶς κακὸ ἂς μὲ διαφεντεύει.
Τέλος καλὸ στὸ δρόμο μου ποὺ μόχτησα ἂς χαρίσει,
ἀπὸ τὸ σπίτι μου ἄφοβο κι ἐκεῖ πάλι ἂς μὲ φέρνει
σὲ φίλους καὶ σὲ συγγενεῖς προστάτες τῆς ζωῆς μου·
ἐλεύθερος, νυχτόημερα σ’ αὐτὸ καὶ δίχως φόβο
θὰ σὲ ἱκετεύω φέρνοντας ζωὴ χωρὶς ψεγάδι.
Σὲ σέ τὸ νοῦ μου φτερωτὸ καὶ τὴ λαμπρὴ ζωή μου
νὰ ὑψώνω πάντα, τὴ στερνὴν ὡς νὰ περάσω στράτα
καὶ νἄρθω ἐκεῖ ποὺ σταματᾶ πιὰ τῶν πιστῶν ὁ μόχτος.
Ζῶ καὶ μιλῶ κι ἀκινητῶ, Χριστέ μου, καὶ βαδίζω
μὲ τὴ δική σου δύναμη ποὺ μὲ χειροσκεπάζεις.
Μὰ ἐμὲ καὶ τώρα σὲ καλὸ τέλος ὁδήγησέ με.
 
ΛΣΤ΄. Ἐνόδια.

 

Χριστὲ ἄναξ, ὃς πάντα πέλεις σοῖσιν μερόπεσσιν
Ἐσθλὰ, καὶ ἐν πάντεσσιν ὁδὸς ἰθεῖα τέτυξαι,
Ὃς πυρὶ καὶ νεφέλῃ στρατὸν ἤγαγες, ὅς θ’ ὁδὸν εὗρες
Ἐν πελάγει τμηθέντι φίλοις, Φαραὼ δ’ ἐκάλυψας,
Ἄρτον δ’ οὐρανόθεν ξένον ὤπασας, ἐκ δ’ ἄρα πέτρης
Ἔβλυσας ἀκροτόμοιο ῥόον, μέγα θαῦμ’, ἐν ἐρήμῳ·
Δυσμενέων ἀνδρῶν στῆσας μένος, εὖτε διέσχε,
Σταυρὸν ὑποσκιάων, Μωσῆς χέρας, ἄλκαρ ἐμεῖο.
Μήνη δ’ ἠέλιός τε δρόμον σχέθον. Ὡς δὲ ῥέεθρον
Εἶξεν ἐπειγομένοισιν, ὁδὸς δ’ ἐπὶ γαῖαν ἐτύχθη
Ῥηϊδίη, τὴν αὐτὸς ὑπέσχεο καὶ κατένευσας.
Αὐτὸς δ’ οὐρανίην οἶμον μερόπεσσιν ἔδειξας
Ὕστατον, ἀρχαίῃ δὲ νέην ἐπέμιξας ἀταρπὸν,
Εὖτε Θεὸς θνητός τε κραθεὶς, ἐπὶ γαῖαν ὁδεύσας
Ἡμετέρην, αὖθις δὲ πρὸς οὐρανὸν ἔνθεν ἀερθεὶς,
Ἵξεαι ἐλδομένοισι φαάντερος, ἢ τὸ πάροιθεν.
Αὐτὸς καὶ πελάγους ἐπεβήσαο, σοῖς δὲ πόδεσσιν
Οἶδμα πέσεν, χαλεποῖσι βιαζόμενον ἀνέμοισιν.
Ἀλλὰ μάκαρ, καὶ ἐμοί γε συνέμπορος ἐλθὲ καλεῦντι
Σήμερον, εὐοδίην δὲ πόροις, καὶ ἄγγελον ἐσθλὸν,
Πομπὸν, ἀλεξητῆρα, βοηθόον, ὄφρα με πάντων
Ἠματίων νυχίων τε κακῶν ἄπο τηλόθ’ ἐέργων,
Καὶ τέλος ἐσθλὸν ὁδοῖο χαριζόμενος μογέοντι,
Οἴκοθεν ἀρτεμέοντα, καὶ οἴκαδέ μ’ αὖθις ἀγινοῖ
Πηοῖσίν τε φίλοις τε ὁμὸν βίον ἀμφιέπουσιν,
Ἔνθα σε νύκτα καὶ ἦμαρ ἐλεύθερος, ἀτρεμέων τε
Λισσοίμην, κακότητος ἀμιγέα σοι βίον ἕλκων,
Σοί τε νόον πτερόεντα, βίου φάος, αἰὲν ἀείρων,
Μέσφ’ ὅτε καὶ πυμάτην ξυνὴν ὁδὸν ἐξανύσαιμι,
Ἐς δὲ μονὴν ἔλθοιμι μόγου τέλος εὐσεβέεσσι.
Σοὶ ζῶ, σοὶ λαλέω, σοὶ δ’ ἕζομαι, ὦ ἄνα Χριστέ,
Σοὶ δ’ αἴρω ποδὸς ἴχνος, ἐπεὶ σύ με χειρὶ καλύπτεις·
Ἀλλά με καὶ νῦν ἄγοις ἐσθλὸν ἐπὶ τέρμα πορείης.

 

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ κι αἰνίγματα

 


24. Παραβολὲς τοῦ Χριστοῦ κι αἰνίγματα

μπρός, κοίταξε λόγων σκοτεινῶν αἰνίγματα.
Τὸ σπίτι ποὺ στὴν κούφιαν ἄμμο ὀρθώθηκε.
Τὸ σπόρο ἰσόμερα στὴ γῆ σπαρμένο ποὺ σοδειάσανε ἄνισα.
Τὸ σπόρο ποὺ στὸν καλὸ κακὸς ἀνακατώθη.
Τοῦ σιναπιοῦ τὸ σπέρμα δέντρο ὁλάκερο, τὴ ζύμη
κρυμμένη μὲς στ’ ἀλεύρι, τὸ χωράφι ἀγορασμένο
γιὰ κάποιο θησαυρὸ καὶ τὸ μαργαριτάρι τὸ πολύτιμο,
ποὺ ὅλα τὰ πάντα ὅσα εἶχε δίνοντάς τα ὁ ἔμπορος τ’ ἀγόρασε.
Τὸ δίχτυ ποὺ μὲ ψαριοῦ κάθε εἶδος βγῆκε ἀπὸ τὴ θάλασσσα.
Τὸ πλανημένο πρόβατο στοὺς ὤμους κρατημένο.
Τὸ σκληρὸ ἀφέντη δίπλα στὸ σκληρὸ στὰ χρέη του δοῦλο.
Τοὺς τελευταίους ποὺ ἔχουν τὸ ἴδιο μὲ τοὺς πρώτους μεροκάματο.
Τοὺς γιοὺς ποὺ στέλνονται στ’ ἀμπέλι ἀνόμοιοι ὁλότελα
μὲ τοὺς ἐργάτες ποὺ στὸ θάνατο ἔσπρωξαν τὸν κληρονόμο.
Τοὺς αὐτοσχέδιους καλεσμένους τοῦ γαμπροῦ ποὺ τὴ λαμπρὴ γιορτὴ γεμίσαν.
πειτα τίς ἀκοίμητες παρθένες στὶς λαμπάδες τους.
Τὸν κύριο ποὺ στοὺς δούλους του ὄχι ἴσα τάλαντα μοιράζει.
Κι ἀπέναντι στὰ πρόβατα νὰ στέκονται τὰ ἐρίφια.

ΚΔ΄. Τοῦ αὐτοῦ παραβολαὶ καὶ αἰνίγματα.

Εἰ δ’ ἄγε, καὶ σκοτίων αἰνίγματα δέρκεο μύθων·
Οἶκον ἐπὶ ψάμμου κείμενον ἀδρανέος,
Καὶ σπόρον, ὡς ἐπὶ γαῖαν ὁμοίϊος, ἦλθεν ἄνισος·
Καὶ σπόρον, ᾧ καλῷ σπέρματα ἐχθρὰ μίγη·
Καὶ δένδρον, ὀλίγον νάπυος σπόρον· εἶτ’ ἐν ἀλεύρῳ
Ζύμην κρυπτομένην· ὤνιον ἀγρὸν ἔτι
Θησαυροῖο χάριν· καὶ μαργαρίτην πολύτιμον,
Ἔμπορος ὃν πάντων ἐπρίατο κτεάνων·
Καὶ νεπόδων ἕλκουσαν ἅπαν γένος ἐξ ἁλὸς ἄρκυν·
Αἰρόμενόν τ’ ὤμοις πλαζόμενον πρόβατον·
Καὶ πικρῷ θεράποντι χρέους πέρι, πικρὸν ἄνακτα
Καὶ πρώτοις πυμάτους μισθὸν ἔχοντας ἴσον·
Πεμπομένους θ’ υἱῆας ἐς ἄμπελον οὐδὲν ὁμοίους,
Καὶ τοὺς κληρονόμον ὠσαμένους θανάτῳ·
Καὶ σχεδίους νυμφῶνι φίλην πλήσαντας ἑορτήν·
Ἔνθεν ἀκοιμήτους ἐν δαΐδεσσι κόρας
Καὶ κύριον δούλοισι νέμοντ’ οὐκ ἶσα τάλαντα·
Ἔμπαλιν αὖ προβάτοις ἱσταμένους ἐρίφους.

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις