Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

Ἄξιον Ἐστί Βασίλειος Γοντικάκης Ἀρχιμανδρίτης



Ἄξιον Ἐστί 
Βασίλειος Γοντικάκης
Ἀρχιμανδρίτης
«Παρθενική πανήγυρις σήμερον ἀδελφοί, …συνεκάλεσε γάρ ἡμᾶς ἡ ἁγία Θεοτόκος,…τό ἐργαστήριον τῶν δύο φύσεων, …ἡ παστάς, ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἐνυμφεύσατο τήν σάρκα…»
λος αὐτός ὁ Παράδεισος τῆς θείας Λειτουργίας καί τοῦ ναοῦ τούτου, ὅλη ἡ καινή κτίσις ὀφείλεται στήν Κυρία Θεοτόκο. Καί ὅποιος δέν ὁμολογεῖ τήν Παναγία, Παρθένο Θεότοκο, «χωρίς ἐστι τῆς Θεότητος». Αὐτό τό ὄνομα τῆς Θεοτόκου ὅλον συνιστᾶ τό μυστήριον τῆς θείας οἰκονομίας. 
Καί πρό ἡμερῶν κάποιος νέος μοναχός ρώτησε ἕνα γέροντα ὀγδόντα ἐτῶν, πού ζῆ χρόνια στό Ὄρος: «Γέροντα, τί κατάλαβες τόσα χρόνια πού ζῆς ἐδῶ; Τί πρέπει νά προσέξη ὁ μοναχός, γιά νά σωθῇ;» Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀγράματου και σοφοῦ γέροντα ἦταν σύντομη καί σαφής: «Νά πιστεύης ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος καί ἡ Παναγία Μητέρα Του Θεοτόκος καί Παρθένος». 
Μά γιατί νά δίδεται τόση σημασία στήν ὀρθή πίστι στόν Θεάνθρωπο Κύριο καί στήν ἀειπάρθενο Θεοτόκο; Γιατί τόσο νά ἐπιμένη σ᾽ αὐτό τό σημεῖο ὁλόκληρη ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπό τούς μεγάλους Πατέρας μέχρι τόν τελευταῖο μοναχό; 
Σ᾽ αὐτό τό σημεῖο μᾶς βοηθᾶ πολύ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ ὅσα γράφει στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρό τοῦ ἐλθεῖν τήν πίστιν ὑπό νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τήν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρίν ἔλθη ἡ πίστις, ἡ καινή κτίσις μέσα στήν ὁποία ζοῦμε τώρα, ἤμασταν κλεισμένοι καί ἐφρουρούμεθα ἀπό τό νόμο ἀναμένοντας «τήν μέλλουσαν πίστιν». Ἀλλά ὁ νόμος δέν μπορεῖ νά μᾶς σώση. Δέν μπορεῖ νά μᾶς δώση αὐτό πού ζητᾶμε. Ὁ νόμος εἶναι μιά κατάρα. 
Εἶναι μιά φυλακή. Τό πολύ-πολύ νά ἀποδειχθῆ, νά γίνη μιά φρουρά, μιά προφύλαξι. Δέν μπορεῖ ὅμως νά μᾶς δώση αὐτό πού βαθειά λαχταρᾶ ἡ φύσι μας. 
Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ᾽ εἰκόνα ἰδική Του καί ὁμοίωσι. Ὅπως λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, «ἐκ τῶν ἀρχεγόνων στοιχείων» ἔπλασε τό σῶμα μας. Καί ἐνεφύσησε σ᾽ αὐτό πνεῦμα ζωῆς. Μᾶς ἔδωσε «μοῖραν Θεοῦ», κατά τόν Μέγα Βασίλειο. Ἔτσι θά μπορούσαμε ἐμεῖς, ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά φτάναμε στό καθ᾽ ὁμοίωσιν, στή θέωσι. Ἐμεῖς ὅμως δέν τό κάναμε. Παρακούσαμε τοῦ Κτίσαντος ἡμᾶς. Ἀμαυρώσαμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἰλύν τῶν παθῶν. Καί δέν μπορούσαμε πιά νά ἐλευθερωθοῦμε. Δέν μπορούσαμε νά ἐπανέλθωμε στόν παράδεισο, νά βροῦμε τό δρόμο πρός τή θέωσι. 
Καί γεννᾶται τό ἐρώτημα: Ὁ Θεός δέν μποροῦσε νά μᾶς σώση; Αὐτός εἶναι Θεός. Σ᾽ αὐτόν ὅλα εἶναι δυνατά. Δέν θά μποροῦσε νά μᾶς ἐπαναφέρη πάλι στόν παράδεισο πού ἐχάσαμε; 
Ἡ ἀπάντησι δέν εἶναι τόσο εὔκολη καί ἁπλή. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι μεγάλο, ὅπως ἐλέχθη. Εἶναι προικισμένος μέ τήν ἐλευθερία. Εἶναι κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Καί πρέπει νά συνεργήση γιά τή σωτηρία του. Ἀλλοιῶς ἡ διά τῆς βίας καί παρά τή θέλησί του σωτηρία εἶναι κόλασι γιά τόν ἄνθρωπο, ἐξαφάνισι καί ἐξουδετέρωσι τῆς δυνατότητας πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός νά μπορέση νά γίνη Θεός κατά χάριν. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός περίμενε αἰῶνες καί γενεές. Γιά νά βρεθῆ τό κατάλληλο πρόσωπο, ἐκεῖνο πού οἰκείᾳ βουλῇ, μέ τή θέλησί του, ἐλεύθερα θά ἔλεγε ναί στό Θεό. Θά ὑπάκουε στό θεῖο θέλημα γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. 
Καί ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλε ὁ Θεός τόν Υἱόν Αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράση, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. Τό πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ Παρθένος. Σκοπός τῆς δημιουργίας ἦταν νά γεννηθῆ ἡ Παρθένος. Ὅταν αὐτή παρουσιάστηκε, ὅταν αὐτή γεννήθηκε, βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θά διόρθωνε τό πταῖσμα τῶν πρωτοπλάστων. Θά γεννοῦσε τόν Σωτῆρα. Θά ἀνεδεικνύετο Θεοτόκος. «Θεοτόκε Παρθένε, ἡ τεκοῦσα τόν σωτῆρα, ἀνέτρεψας τήν πρώην κατάραν τῆς Εὔας…» 
Αὐτή εἶναι ἡ καλή ἐν γυναξί. Ἡ τῷ Θεῷ προορισθεῖσα γενέσθαι μήτηρ αὐτοῦ. Ἡ προεκλεχθεῖσα ἀπό πασῶν τῶν γενεῶν. Αὐτή πού ἦταν ἄμωμος καί ἀμόλυντος. Πού ἀπό τή βρεφική ἡλικία εἰσῆλθε εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. «Τῶν Ἁγίων εἰς Ἅγια ἡ Ἁγία καί ἄμωμος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται…». 
Ἐκεῖ μένει. Τρέφεται κατά τό σῶμα μέ τροφή ἀγγέλων. Τρέφεται κατά τόν νοῦν μέ οὐράνια νοήματα. Δέν ζῆ γιά τόν ἑαυτό της. Ζῆ γιά τό Θεό. Καί φθάνει στήν ὡριμότητα ἐκείνη νά δεχθῆ τόν ἀρχαγγελικό ἀσπασμό. Νά πῆ ναί στό Θεό. Νά πῆ τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: Ἄς γίνη σέ μένα, στήν ψυχή καί στό σῶμα μου, κατά τό ρῆμα σου, κατά τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ. Καί ἀρχίζει νά σαρκοποιῆ τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ. Καί ἀναδεικνύεται Θεοτόκος. 
Δέν διῆλθε δι᾽ αὐτῆς ὡς διά σωλῆνος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ἄλλος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἄλλος ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ εἷς Θεός μέ δύο φύσεις, εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Καί ὅποιος αὐτό δέν πιστεύει, ἐκπίπτει τῆς υἱοθεσίας πού ἔχει ἐπαγγελθῇ, πού εἶναι ὑποσχεμένη στούς πιστούς. 
Αὐτή σαρκοποιεῖ διά τῶν ἰδίων ἀχράντων αἱμάτων της, τῇ ἐπισκιάσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός. Αὐτή ἀναδεικνύεται ἡ κλίμαξ δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός καί ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν. Αὐτή εἶναι τό μεθόριον τῆς κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως καί οὐδείς ἄν ἔλθοι πρός Θεόν, εἰ μή δι᾽ αὐτῆς τε καί τοῦ ἐξ αὐτῆς Μεσίτου. 
Εἶναι ἡ οὐρανώσασα τό γεῶδες ἡμῶν φύραμα. Διά τῆς προσφορᾶς τοῦ καθαροῦ καί ἀμόλυντου ἑαυτοῦ της ἀρτοποιήθηκε ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Μπῆκε στό ἀνθρώπινο φύραμα ἡ ζύμη τῆς Βασιλείας. Ἔκαμε τή γῆ οὐρανό, τήν κτίσι δυνάμει παράδεισο. 
Αὐτή εἶναι τό πέρας τῶν προφητικῶν προρρήσεων. Αὐτήν προκατήγγειλαν ἄνωθεν οἱ Προφῆται στάμνον, ράβδον, τράπεζαν, χρυσοῦν θυμιατήριον, ὅπως ἀκούσαμε νά ψάλουν οἱ ψάλται κατά τήν ὥρα πού ἐνεδύετο τήν ἀρχιερατική στολή ὁ Ἀρχιερεύς. Καί αὐτή ἡ ἔνδυσις τοῦ Ἀρχιερέως τήν ἀνάληψι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπό τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰκονίζει. Καί ὅπως δέν ἦταν δυνατή ἡ πλάσις τοῦ ἀνθρώπου πρίν ὑπάρξη ὁ πηλός, ἔτσι καί μετά τήν πτώσι δέν ἦταν δυνατή ἡ ἀνάπλασι, χωρίς νά γίνη ἡ φύσι μας ἔνδυμα τοῦ κτίσαντος. Σ᾽ αὐτήν λοιπόν τήν Παναγία Παρθένο καταλήγουν καί πέρας λαμβάνουν ὅλες οἱ προφητεῖες καί προτυπώσεις. Ἡ βάτος, ἡ κλίμαξ τοῦ Ἰακώβ, ἡ θάλασσα ἡ ἐρυθρά, τό ἀλατόμητον Ὄρος αὐτήν προεμήνυαν. 
Ἀλλά καί ὅλη ἡ δημιουργία- χρόνος καί ἱστορία-σ᾽ αὐτή βρίσκει τήν καταξίωσι καί χαρά της. «Ἐπί σοί χαίρει, κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις…». Εἶναι ἐκείνη ἐν ᾗ θεωροῦσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται. 
Καί οἱ θεῖοι μελωδοί, γιά νά ἐκφράσουν τό ἄρρητο κάλλος τῆς Παρθένου, ἐπιστρατεύουν ὅλη τή δημιουργία, φέρουν ὅλες τίς λαμπρές εἰκόνες τῆς φύσεως. Καί τήν ὀνομάζουν ἄρουραν εὔκαρπον, θάλασσαν καί πέλαγος χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, ὄρθρον φαεινόν, φωτεινήν νεφέλην, ἄμπελον εὐκληματοῦσαν, ἐλαίαν κατάκαρπον, περιστεράν ἀμόλυντον. Καί καταλήγουν καί καταλαβαίνουν οἱ ψαλμωδοί τήν ἀδυναμία τους, καί ὁμολογοῦν: «Ὑπερίπταται, Θεοτόκε ἁγνή, τό θαῦμα σου τήν δύναμιν τῶν λόγων». 
Ξεπερνᾶ τό θαῦμα καί τό ἄρρητον κάλλος τῆς Παρθένου τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς δημιουργίας. Καί ἕνας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζει τά δημιουργήματά Του «καλά λίαν», μέ τό πρόσωπο τῆς Παρθένου: Τό «καλά λίαν» ἀναφέρεται στό κάλλος καί τήν καλωσύνη τῆς Παρθένου. Εἶναι καλά, γιατί ὁδηγοῦν στήν Παρθένο, καταλήγουν σ᾽ αὐτήν πού εἶναι ἡ «καλλονή τοῦ Ἰακώβ». Ὁ Θεός μέσω ὅλης τῆς δημιουργίας διέκρινε τό σκοπό, τό τέλος, τόν ἀνθό της, πού εἶναι ἡ Παρθένος. Γι᾽ αὐτό εἶδε καί ὀνόμασε καλά λίαν τά πάντα. 
Σ᾽ αὐτήν καί δι᾽ αὐτῆς χρόνος καί φύσις καινοτομοῦνται. Τότε λοιπόν πού παρουσιάζεται ἡ Παρθένος, ξαναμπαίνομε στόν παράδεισο τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ θείου κάλλους. Ξαναπαίρνουμε τήν υἱοθεσία. Μποροῦμε νά γίνωμε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καταγλαΐζεται ὄντως ὁ κόσμος. Εἶναι ἡ «μόνη κοσμήσασα τήν ἀνθρωπότητα τῷ τόκῳ αὐτῆς». Ὅλο τό κάλλος τῆς Παρθένου εἶναι ἔσωθεν. Εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλίας της, εἶναι ὁ Υἱός της, τό φῶς τοῦ κόσμου. Τώρα ὁ κόσμος φωτίστηκε, ἔγινε καινός. Ἔγινε τό σπίτι μας. Μποροῦμε νά ζήσωμε, νά τραφοῦμε, νά σωθοῦμε ἀπό τόν Υἱόν τῆς Παρθένου καί Θεόν ἡμῶν. 
Τώρα δέν εἴμαστε δοῦλοι τοῦ νόμου, ἀλλά φίλοι τοῦ Χριστοῦ. «Ἐγώ δέν σᾶς λέω δούλους, ἀλλά φίλους, γιατί ὅσα ἤκουσα παρά τοῦ Πατρός μου σᾶς τά ἐγνώρισα». Μποροῦμε νά ἀπολαύσωμε τήν υἱοθεσία, νά ξαναγίνωμε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί κατά θέσι παιδιά τῆς Ἀειπαρθένου, τήν ὁποία μᾶς ἐμπιστεύθηκε διά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ὡς Μητέρα. Τώρα ὅλα κινοῦνται, ἱερουργοῦνται πνευματικῶς μέ ἄλλους νόμους. Τώρα προχωροῦμε πρός τό Πάσχα, τό Χριστό. Τήν ὁδό, τήν διάβασι, τό ξεπέρασμα, τήν ἐπέκτασι. Καί ὁ μακαρισμός τῆς γυναικός ἐκ τοῦ ὄχλου, πού εἶπε γιά τόν Ἰησοῦ: «μακαρία ἡ βαστάσασά σε καί μαστοί οὕς ἐθήλασας», συνεπληρώθη ἀπό τόν Κύριον καί τόν Υἱόν της μέ τό: «Μενοῦνγε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν». 
Καί τοῦτο πολλές φορές ἑρμηνεύεται ἀπό τούς ἐκτός τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σάν ὑποτίμησι τῆς Παρθένου, ἐνῶ εἶναι ἐπαύξησι τοῦ μακαρισμοῦ της καί ἐπέκτασι καί ἅπλωμα τῆς εὐλογίας τῆς Θεοτόκου σ᾽ ὅλους: Δέν εἶναι μόνον αὐτή μακαρία. Δι᾽ αὐτῆς, τῆς ἀειμακαρίστου καί παναμώμου, μποροῦν ὅλοι νά γίνουν μακάριοι. Αὐτή εἶναι πού ἄκουσε τό Λόγο τοῦ Θεοῦ διά τοῦ ἀγγέλου, τόν δέχτηκε ὑπάκουα καί ἁγνά. Καί δέν τόν φύλαξε μόνο, ἀλλά συνεκράθη μέ αὐτόν καί σαρκοποίησε καί γέννησε τό Θεάθρωπο Κύριο. Καί ἁγιάστηκε ἡ ἴδια ἐξ αὐτοῦ. Καί ἔγινε Παναγία. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ παρθενικήν μήτραν ἡγίασεν τῷ τόκῳ αὐτοῦ. Καί τώρα κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀκούση τό Λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά τόν φυλάξη μέσα του. Καί, κατά τό ὑπόδειγμα τῆς Παρθένου, νά συλλάβη τή χαρά τήν ἄφατη καί νά γίνη κατά χάριν μήτηρ Θεοῦ. Καί μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος: «Μακάριος ὁ τό φῶς τοῦ κόσμου ἐν ἑαυτῷ μορφωθέν θεασάμενος, ὅτι αὐτός ὡς ἔμβρυον ἔχων τόν Χριστόν, μήτηρ αὐτοῦ λογισθήσεται, καθώς ἐκεῖνος ὁ ἀψευδής ἐπηγγείλατο· «Μήτηρ μου» λέγων «καί ἀδελφοί καί φίλοι οὗτοί εἰσι». Ποῖοι; «Οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί ποιοῦντες αὐτόν». Αὐτή εἶναι ἡ Θεοτόκος δι᾽ ἧς ἔλαμψεν ἡμῖν ὁ Ἐμμανουήλ πού ἀνέτρεψεν τήν πρώην κατάραν τῆς Εὔας. Αὐτή εἶναι πού ἔγινε μήτηρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός. Καί ἦλθε ἡ καινή κτίσις. Καί φωτίζει τά πάντα ὁ Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου. Καί σκέπει τά πάντα ἡ Θεομητορική στοργή τῆς Παναγίας. Καί ὑπάρχουν οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ, τά ὑπάκουα παιδιά τῆς Παναγίας. Πού μιμοῦνται τή ζωή της κατά δύναμιν, πού δέχονται τήν εὐλογία τοῦ Υἱοῦ της. Καί ἕλκονται καί νικῶνται ἀπό τή στοργή της. «Χαῖρε, στοργή, πάντα πόθον νικῶσα». Καί δέχονται ἐπισκέψεις ἀρχαγγελικές. 
Ἕνα τέτοιο ὑπάκουο παιδί τῆς Παναγίας, ἐκλεκτός ἐν μοναχοῖς, εἶναι καί ὁ ἀνώνυμος ὑποτακτικός πού δέχτηκε ἀπό τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ τόν οὐράνιο ὕμνο στό λάκκο τῆς Καψάλας. Σταματᾶνε οἱ σκέψεις, οἱ ἰδέες, καί ἐκβλύζουν τά πάντα σ᾽ ἕνα ὕμνο δοξολογίας, αἶνο καί μακαρισμό τῆς Παρθένου Θεοτόκου: «Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς…». Εἶναι ὁ ὕμνος πού ἐψάλη ἀπό τόν Ἀρχάγγελο. Εἶναι τό μεγαλυνάριο πού συγκεντρώνει ὅλους τούς ὕμνους καί προχωρεῖ ἀπό τό λάκκο τοῦ Ἄδειν στή θάλασσα τῶν χαρισμάτων τῆς Παναγίας. ἔκαμε δῶρο τήν πέτρα πού χαράκτηκαν τά λόγια τοῦ ὕμνου, τόν ἀγγελοδίδακτο ἦχο, καί τήν ἅγια εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μπροστά στήν ὁποία ἔψαλε ὁ ἄγγελος. 
Καί αὐτός ἔφυγε. Ἔμεινε ἄγνωστος καί ἀνώνυμος. Τοῦ φτάνει νά ζῆ μέ τούς ἀγγέλους ἐσαεί καί νά ψάλλη μέ τίς οὐράνιες χοροστασίες τόν ὕμνο τῆς Παρθένου, τό «Ἄξιον ἐστί». Καί νά μετέχη τῆς χάριτος τοῦ ἀνωνύμου ὀνόματος, πού εἶναι ὁ Κύριος. Καί ὁ ἀνώνυμος μοναχός χαίρεται μόνον ὅταν ἐμεῖς χαιρώμαστε τή χαρά τῶν ἀγγέλων καί ὑμνοῦμε τή Θεομήτορα καί δεχόμαστε τή θεία της εὐμένεια. Καί αὐτό εἶναι τό ὄνομα του, ὁ πλοῦτος του, ἡ ζωή του, ἡ τρυφή του, ἡ δόξα καί ἡ ἀνάπαυσί του· νά μήν ἔχη ἀνάπαυσι (Ἀποκ. δ’, 8) καί νά ψάλλη διά παντός μετά τῶν μακαρίων πνευμάτων τό «Ἄξιον ἐστί» τῆς Παρθένου. Καί τό «ἄξιον τό ἀρνίον» τῆς Ἀποκαλύψεως (ε’, 12). 
Καί ὁ ὕμνος αὐτός ἔγινε ὕμνος παναγιορείτικος. Ὕμνος πανορθόδοξος. Ὕμνος πού μπῆκε στήν καρδιά τῆς θείας λειτουργίας. Καί ἡ εἰκόνα τοῦ «Ἄξιον ἐστίν τοποθετήθηκε στήν κεντρικώτερη καί ψηλότερη θέσι τοῦ συνθρόνου στό ναό τοῦ Πρωτάτου. Καί στήν θεία ἀναφορά, ἀφοῦ θά ὑμνήση ὁ Ἱερεύς τό Θεό μέ τούς λόγους: «Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν, σέ αἰνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν…», καί μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων ὁ λαός ἐκφώνως καί ἐμμελῶς ψάλει τό «Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον…». Ἀφοῦ δοξολογηθῆ καί ὑμνηθῆ, ἀναπεμφθῆ εὐχαριστία στόν ἀόρατο καί ἀκατάληπτον Θεό, δοξολογοῦμε καί τήν ἀειπάρθενο κόρη, τή Θεοτόκο Μαρία, τῶν ἀσωμάτων τό ἆσμα καί τῶν πιστῶν τό ἐγκαλώπισμα. Αὐτή εἶναι ἡ προσφορά τῆς ἀνθρωπότητος στό Θεό, ἡ καθαρότητι ἀγγέλους ὑπεράρασα. «Ἡμεῖς προσφέρομεν Μητέρα Παρθένον». 
Καί τώρα πού γιορτάζουμε τά χίλια χρόνια τοῦ ἀγγελοδίδακτου ὕμνου, δέν κάνουμε ἁπλή ἱστορική ἀναδρομή. Ζοῦμε ἐδῶ ἐκεῖνο τό θαῦμα τώρα. Ἔχομε τήν ἴδια ἅγια εἰκόνα μπροστά μας. Ἔχομε τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ πού ψάλλει μετά τῶν μακαρίων πνευμάτων. Ἔχομε τόν ἀνώνυμο μοναχό καί τόν ἄγνωστο ἁγιογράφο. Ἔχομε συγκεντρωμένους ὅλους τούς ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους, οἱ ὁποῖοι στούς αἰῶνες πού πέρασαν, ταπεινώθηκαν, ἔκλαψαν, πόνεσαν, ἀγάπησαν καί ἄκουσαν ὕμνους ἀνάκουστους, εἶδαν ὁράματα μυστικά, τράφηκαν μέ οὐράνιο μάννα, ἐνετρύφησαν στή χαρά τοῦ παραδείσου, νίκησαν τή φθορά καί μπῆκαν θεία χάριτι στήν ἐλευθερία τῆς μελλούσης Βασιλείας. 
Ἐδῶ, διά τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Θεανθρώπου, στή θεία Λειτουργία εἶναι παρόντα πάντα. Αὐτή εἶναι πού κατήργησε τούς φραγμούς, εἶναι ἡ ἐν χρόνῳ τόν ἄχρονον ἀφράστως κυήσασα, ἡ τῷ θείῳ τόκῳ της τυπώσασα τόν ἔξω τόπου τῇ θεότητι ὑπάρχοντα. Καί τούς κοσμικῶς καί χρονικῶς διεσπαρμένους ὁμοχώρους καί συγχρόνους ποιεῖ. Διά τοῦ θείου τόκου της ἀνήχθημεν ἐν ὑπερώῳ λειτουργικῷ τόπῳ ὅπου τά φοβερά τελεσιουργεῖται. 
Γιά ὅλα αὐτά ἄξιον ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν τήν Θεοτόκον. 
Καί μεῖς ἀξιωνόμαστε νά μένομε στό περβόλι της. Καί εἶναι κατά χάριν μεθ᾽ ἡμῶν. Ἐνῶ μετέστη πρός τήν ζωήν, τόν κόσμον οὐ κατέλιπε. Καί γέμισε τούς λάκκους καί τά ὑψώματα τοῦ Ὄρους μέ παιδιά δικά της, ταπεινά καί ἅγια, πού ψάλλουν μέ ἀγγέλους. Καί τούς κάνει συντροφιά ἡ Θεομήτωρ. Καί γράφονται στίς καρδιές καί τίς πέτρες θεῖοι ὕμνοι. Καί μένουν στήν ἀτμόσφαιρα καί στά κελλιά καί τά χώματα καί τή μνήμη ἀρώματα οὐράνιας εὐωδίας. Καί φωτίζουν τόν ὁρίζοντα τή νύχτα καί τή μέρα θεῖες ὀπτασίες. Καί καθημερινῶς ὑμνοῦμε «τήν καθαράν οἱ ἀκάθαρτοι». 
Εἶναι τά κελλιά, τά μοναστήρια, τά ἡσυχαστήρια, τά μονοπάτια, τά κοιμητήρια γεμάτα θεομητορική παρουσία καί κατάνυξι, πού νίκησε τό θάνατο, καταργεῖ τίς ἀποστάσεις καί γεμίζει τά πάντα παρηγοριά. Γι᾽ αὐτό δοξολογοῦμε, εὐγνωμονοῦμε καί νοιώθουμε ὅτι εἶναι φοβερός ὁ τόπος οὗτος. Δέν εἶναι τίποτα ἄλλο, ἀλλ᾽ οἶκος Θεοῦ. Καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. 
Εἶναι ἀναρίθμητα τά θαύματα τῆς Παναγίας, τῆς Παρθένου, τῆς φοβερᾶς προστασίας τοῦ Ὄρους, τῆς Πορταϊτίσσης, τῆς Γλυκοφιλούσης, τῆς Ὁδηγητρίας, τῆς Γοργοϋπηκόου, τῆς Ἐσφαγμένης, τῆς Κουκουζέλισσας. Τῆς χάριτος τῆς φανερᾶς καί ἀγνώστου τῆς Παναγίας. 
Παρ᾽ ὅλες τίς ἀδυναμίες μας, παρ᾽ ὅλες τίς ἐπιθέσεις διά τῶν αἰώνων, τῶν πειρατῶν, τῶν κουρσάρων, τῶν κατακτητῶν, τῶν δαιμόνων, τῶν ποικίλων πειρασμῶν, τό Ὄρος μένει ἅγιο καί ἱερό, μοναχικόν καταγώγιον, ἰδιαίτατον ἐνδιαίτημα τῆς Παρθένου. Καί εἶναι σ᾽ αὐτό κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσί της ἡ Θεοτόκος ἄμαχος σύμμαχος, τῶν πρακτέων ὑφηγητής, τῶν μή πρακτέων ἑρμηνευτής, τροφεύς, κηδεμών καί ἰατρός. 
Καί ἐφ᾽ὅσον τόσες φορές κάθε μέρα, τώρα καί χίλια χρόνια, ἔμεινε ἡ Κυρία Θεοτόκος πιστή στήν ὑπόσχεσί της, εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτή ἡ ὄντως φιλόστοργος μητέρα θά μᾶς συμπαρασταθῆ καί τήν ὥρα τή φοβερά τῆς δίκης καί θά γίνη πρέσβυς πρός τόν Υἱόν της, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε, ὅταν ἐκεῖνος ἔλθη κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς. 
Ἔτσι, ἐκτός ἀπό τά μέγιστα γεγονότα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα δι᾽ αὐτῆς διεπράχθη, εἶναι ἄξιον καί δίκαιον νά ποῦμε καί νά ψάλωμε καί γιά τά χίλια χρόνια τῆς παρουσίας τῆς Κυρίας Θεοτόκου στό Περβόλι της ἀκόμη μιά φόρα μ᾽ ὅλη μας τήν καρδιά τό: 
«Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς
μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον…»


Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

Αγία Syra της Ιρλανδίας.


Αγία Syra της Ιρλανδίας.

  8 Ιουνίου.

Η Αγία Syra γεννήθηκε στην Ιρλανδία τον έβδομο αιώνα. Ήταν αδερφή του Αγίου Fiacre [1η Σεπτεμβρίου] και τον ακολούθησε από την Ιρλανδία στη Γαλλία.

Ζήτησε την προστασία του Αγίου Faro Επισκόπου Meaux [28 Οκτωβρίου], ο οποίος την έδωσε στη φροντίδα της αδερφής του, Αγία Burgudofara, ηγουμένης του Brie [3 Απριλίου και 7 Δεκεμβρίου].

Ως ερημίτισσα υπό την καθοδήγηση του Αγίου Faro, η Αγία Syra έγινε πρότυπο ταπεινότητας, φιλανθρωπίας και αφοσίωσης.

Η Αγία Syra κοιμήθηκε οσιακά στην Meaux της Γαλλίας και τιμάται εκεί μεταξύ των Αγίων παρθένων. Η μνήμη της τηρείται επίσης σε ορισμένα μέρη της Ιρλανδίας.

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

Παρακλητικός Κανών εις τον εν Αγίοις Πατρός ημών Παναγή Μπασιά


Παρακλητικός Κανών εις τον εν Αγίοις Πατρός ημών Παναγή Μπασιά Προστάτου καὶ πολυεύκτου τῆς πόλεως Ληξουρίου τῆς νήσου Κεφαλληνίας

Συνταχϑέντος ὑπὸ ἐλαχίστου Ἀρχιμ. Γαβριὴλ Σταματελάτου

Εορτάζεται στις 7 Ιουνίου

Εὐλογήσαντος τοῦ ίερέως άρχόμεθα άναγινώσκοντες τον 

ΡΜΒ’ (142) Ψαλμόν.

Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἶτα τὰ παρόντα τροπάρια.

Ἦχος δ΄, Ταχὺ προκατάλαβε.

Ταχὺ προχατάλαβε, πάτερ Παναγῆ Παΐσιε, καὶ σῶσον τοὺς δούλους σοῦ τῶν ἐνεστώτων δεινῶν, καὶ θλίψεων᾽ ἔχεις γὰρ πρὸς τὸν κτίστην, καὶ Θεὸν παρρησίαν, πάρεσο οὖν ἐν τάχει, τοῖς πιστῶς σὲ καλοῦσι, τὴν σὴν νῦν προστασίαν, καὶ σκέπην δωρούμενος,

Δόξα. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοὔ ἱερέως τῇ πανσέπτῳ Εἰκόνι, πιστοὶ προσπέσωμεν αὐτῷ ἐχβοῶντες, οἱ ἁμαρτίαις πολλαῖς ἐγκυλινδούμενοι, σπεῦσον ᾧ Παναγῆ Παΐσιε, ἱερέα Κυρίου͵ σαῖς πρὸς τὸν φιλάνθρωπον, ἱεραῖς ἱκεσίαις, παντὸς χινδύνου, λύπης χαὶ φθορᾶς, καὶ δεινῶν νόσων
ἀπάλλαξον ἅπαντας.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Τἣν χαριτόβρυτον πιστοὶ τῆς Παρθένου, τῆς Διωτίσσης θείαν Εἰκόνα προσκυνοῦντες ἐν πίστει, χαρμονικῶς ὐμνήσωμεν βοῶντες αὐτῇ· χαίροις ὃ ἀένναος ποταμὸς τῶν θαυμάτων, πίστει τοὺς προστρέχοντας ἅπαντας καταρδεύων, τὴν προστασίαν ἔχομεν τὴν σήν, θλίψεσι πάσαις Διώτισσα πανάχραντε.

Ν΄ (50) Ψαλμός.

λέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Καὶ ἀρχόμεϑα τοῦ Κανόνος τοῦ ὁσίου

ᾨδή α΄, Ἦχος πλ. δ΄, Ὑγρὰν διοδεύσας.

Ρἡμάτων ψυχῆς μου τῆς ταπεινῆς, ἐπάκουσον μάκαρ, καὶ παράσχου μοι συμπαθῶς, τῆς σῆς ἀντιλήψεως τὴν χάριν, ὅσιε θεόφρον Παναγῆ Παΐσιε.

ς δῶρον πλουτήσαντες ἱερόν, Παναγῆ Παΐσιε ὅσιε, τὸν σὸν τάφον προσφεύγομεν, τούτῳ πάσῃ ὥρᾳ, καὶ παντὸς πόνου ταχέως λυτρούμεθα,

Νοσοῦσάν μου ἴασαι τὴν ψυχήν, Παναγῆ Παΐσιε τρισμάκαρ, τῶν νοσούντων ὃ ἰατρός, καὶ βαίνειν τὰς τρίβους τοῦ Κυρίου, σῇ μεσιτείᾳ παμμάκαρ ἐνίσχυσον,

Θεοτοκίον.

Κυρίως σε οἴδαμεν ἀληθῶς, πάντες Θεοτόκον, τὰς ἐλπίδας μετὰ Θεόν, ἐπὶ σοὶ σαλεύομεν σωθῆναι, τοῦ σοῦ Παϊσίου λιταῖς τοῦ θεόφρονος.

ᾨδή γ΄. Οὐρανίας ἁψίδος,

χοντές σε προστάτην πρὸς τὸν Θεὸν ἅγιε, Ληξουρέοι τιμῶμέν τε καὶ γεραίρομεν, πάτερ Παναγῆ Παΐσιε, τοὺς δὲ πιστῶς εὐφημοῦντας πειρασμῶν ἀπάλλαξον τῇ μεσιτείᾳ σου.

Δαιμονίων ἐνέδρας τῶν ἀπηνῶν ὅσιε, πάσας ὕπεξῆλθες πανσόφως πάτερ Παναγῆ Παΐσιε, σὺ τὸ πολίτευμα, ἐν οὐρανοῖς κεκτημένος, ὅθεν ἱκετεύω σε σύ μοι προΐστασο.

κετεύω σε μάκαρ, τὴν φυχικὴν σκότωσιν, καὶ τὴν τῆς σαρκὸς ἀρρωστίαν μου τάχος ἴασαι, σὺ γὰρ τοῦ αἴροντος τὰς ἀσθενείας τοῦ κόσμου, τὴν πτωχείαν ἔστερξας πάτερ Παναγῆ Παΐσιε.

Παρρησίαν ὡς ἔχων, πρὸς τὸν Θεὸν ἅγιε, ἐπὶ γῆς ὁσίως ᾧ σὺ ἐλάτρευσας, πάτερ μὴ παύσῃ ὑπὲρ ἡμῶν ἱκετεύειν, τῶν μακαριζόντων σε, θεῖε Παναγῆ Παΐσιε.

Θεοτοκίον.

Τοὺς ἰδὲ ἐν τῇ ποίμνῃ, τῇ σῇ ἁγνὴ Δέσποινα, πάσῆς ἐπηρείας τοῦ βίου καὶ περιστάσεως, τήρει ἀπήμονας, ἀλλὰ καὶ ταύτην συντήρει, σῇ δυνάμει ἄτρωτον, θεία Διώτισσα.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου θεοφόρε, ὧν ἐκ Θεοῦ προστάτης γεγένησαι, καὶ φύλαξ καὶ ρύστης τούτων Παναγῆ Παΐσιε.

πάκουσον, Διώτισσα κόρη, θεογεννῆτορ τὰς ἵκεσίας Παρθένε, τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἐκ παντοίων κινδύνων.

Αἴτησις καί τό Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.

Προστάτης θερμὸς ὑπάρχεις ὦ Παΐσιε, τοῖς πόθῳ τῷ τάφῳ σου προστρέχουσι, καὶ πίστει γεραίρουσι καὶ βοῶσί σοι μακάριε, ἐκ τῶν κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς ὡς φύλαξ ἄγρυπνος καὶ μέγας πρόμαχος.

ᾨδή δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.

Νέος σὺ ὡς ἀνέτειλας, ἀληθῶς καὶ λαμπρὸς ἀστὴρ τῇ ᾿Εκκλησίᾳ ἅγιε, τοὺς πάντας καταυγάζων καὶ φωτίζων τοὺς εὐσεβεῖς Παναγῆ Παΐσιε.

Θεοφόρε Παναγῆ Παΐσιε, πάντας σοῦ ὃ βίος βροτοὺς ἐξέπληξε͵ καὶ οὐράνια στρατεύματα, σοῖς ἀγῶσι, πάτερ ὑπερηύφρανας.

Τοὺς θορύβους τοῦ βίου μου, Ὄσιε κόπασον ταῖς πρεσβείαις σου, καὶ τὸν κλύδωνα κατεύνασον, τῶν παθῶν ψυχῆς καὶ τοῦ σαρκίου μου.

Τὧν Κεφαλληνέων ἀγλάϊσμα, δόξα οἰκουμένης, Ληξουραίων καύχημα, ἀνεδείχθης ὦ Παναγῆ Παΐσιε, ᾿Ἔκκλησίας κλέος καὶ ἑδραίωμα.

Θεοτοκίον
δυνῶν ἐλευθέρωσον, τῶν κατὰ ψυχὴν καὶ σῶμα πανάμωμε, ὡς ἡμῶν θεία Διώτισσα, τοὺς τὰ μεγαλεῖα σου δοξάζοντας.

ᾨδή ε΄. Ἵνα τί με ἀπώσω.

ν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ, σὲ ἐπικαλοῦμαι τὸν μέγαν προστάτην μου, ἐν παντί με τόπῳ καὶ καιρῷ διαφύλαξον ἄτρωτον, ἀπὸ πάσης βλάθης, καὶ ἐπηρείας ἐναντίων, τὸν εἰς σὲ τὴν ἐλπίδα μου θέμενον.

ναιμάκτους θυσίας, λειτουργῶν προσέφερες Θεῷ τρισόλβιε, ἱερεὺς ὑπάρχων, τοῦ Ὑψίστου Παναγῆ Παΐσιε ἀοίδιμε, ἀλλὰ τοῦτον πάτερ, ἐκδυσωπῶν μὴ διαλείπῃς, ὑπὲρ πάντων τῶν πίστει τιμώντων σε.

ς τὸ βάρος βαστάσας, τῆς ἡμέρας οἷα ἐργάτης δόκιμος, καὶ τὸ δεδομένον τάλαντον αὐξήσας ἀκήκοας, τῆς φωνῆς τῆς θείας, δεῦρο δὴ ὦ πιστέ μοι δοῦλε, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου,

Θεοτοκίον

Κόσμου οὖσα προστάτις, Μῆτερ Διώτισσα ἀειπάρθενε, σύ με κυβέρνησον, ὁδήγησόν με εἷς εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ κατεύθυνον, πρὸς δικαιοσύνης, τρίδους ὀρθὰς τὸν λογισμόν μου, τῆς ψυχῆς τὰς πορείας ἰθύνουσα.

ᾨδή ς΄. Τὴν δέησιν ἐχκεῶ.

Θανάτου φθοροποιοῦ ἀπάλλαξον, τὴν ψυχήν μου ὦ Παναγῆ Παΐσιε πάτερ, τοῦ τῷ τάφῳ σου ἐν πίστει, προσπεφευγότος καὶ ρῦσαι πρεσβείαις σου, ἐκ πάσης νόσου χαλεπῆς, καὶ δεινῶν συνεχῶν περιστάσεων.

ς ἄλλον σε Σαμουὴλ ὃ Κύριος, ἐγνωκὼς τὸ εὖγενὲς τῆς ψυχῆς σου, ἱερουργόν, ὦ τρισμάχαρ προκρίνει, τῆς ᾿Εκκλησίας Ληξουραίων Παναγῆ Παΐσιε, ἣν ὥσπερ πάγκαλος ποιμήν, πρὸς νομὰς παραδείσου ὡδήγησας,

ς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα, καὶ ψυχῶν ἀσφαλῆ σωτηρίαν, καὶ γλυκασμὸν ἐν ταῖς θλίφψεσι μάκαρ, καὶ τῇ μορφῇ σου ἀεὶ καυχώμεθα, Παναγῆ Παΐσιε καὶ νῦν ἡμᾶς, ἐκ παντοίων κινδύνων διάσωσον.

Θεοτοκίον

άτρευσον τὴν ψυχήν μου νοσοῦσαν, δραστικῷ σου Θεοτόκε φαρμάκῳ, καὶ τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν σου δυσώπει, μετὰ τοῦ θείου σου Παϊσίου ρυσθῆναί με, γεέννης ἐκείνης τοῦ πυρός, καὶ τυχεῖν τῆς ἐκεῖ ἀπολαύσεως.

Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων καὶ θλίψεων τοὺς σοὺς δούλους, σὲ γὰρ πάντες φρουρὸν καὶ τεῖχος κεκτήμεθα, ὡς ἄρρηκτον, Παναγῆ Παΐσιε ὦ τρισμάκαρ.

᾿Απέλασον, τῆς ἀθυμίας τὰ νέφη ἐκ τῆς ψυχῆς μου, καὶ χαρὰν ἁγνὴ τῷ σῷ ἱκέτῃ παράσχου μοι, ὡς τῆς χαρᾶς τὸ δοχεῖον ὑπάρχουσα.

Αἴτησις καί τό Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Τἢ προστασίᾳ σου σπεύδοντες Ἄγιε, τῶν πατρικῶν δωρεῶν σου πληρούμεθα, Χριστὸν μεγαλύνοντες ὅσιε͵ τὸν σὲ προστάτην ἡμῖν ἀναδείξαντα, Παναγῆ Παΐσιε Ληξουρίου ἀγλάϊσμα,

Καὶ εὐϑὺς τὸ Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου, ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ. (δίς)
Στίχ. Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἣμῖν;
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ,

Εὐαγγέλιον.Ἔκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον.

Εἵπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς᾽ πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰμὴ ὃ Πατήρ, οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰμὴ ὁ Υἱός, καὶ ᾧ ἐὰν δούληται ὁ Υιὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι κἀγὼ ἀναπαύσω ἡμᾶς. Ἀρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾽ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσητε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν, Ὃ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι.

Δόξα.

Ταἷς τοῦ σοῦ ὁσίου πρεσβείαις ἐλεήμων, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.

Ταἷς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις ἐλεήμων, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.

λην ἀποθέμενος͵ ἐν οὐρανοῖς τὴν ἐλπίδα, τὸ θεῖον μελέτημα ταμιεύσας ἔνδοθεν ἐχαλίνωσας, τὸν δεινὸν δράκοντα, τὸν πολλοὺς τρώσαντα, καὶ σταυροῦ δυνάμει ὅσιε, νεκρώσας τέλεον βίον ἐβιώσω ἰσάγγέλου, πατέρων τε γενόμενος πάντων ἀκροθίνιον ἔξοχον, ὅθεν ἐντυγχάνων, μεγίστης παρρησίας πρὸς Χριστόν, ὑπὲρ ἡμῶν καθικέτευε, μέγιστε Παναγῆ Παΐσιε,

Σῶσον ὃ Θεὸς τὸν λαόν σου…

ᾨδή ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας.

Διανοίᾳ εὐθείᾳ, καὶ ἀγάπῃ τελείᾳ καὶ σεμνοῖς ἤθεσι, καὶ πάσῃ ἐπιδόσει, ἀμέμπτου πολιτείας, ζῆν ἡμᾶς καταξίωσον, τῇ σῇ θερμῇ πρὸς Χριστὸν Παΐσιε πρεσβείᾳ.

Πεἰρασμῶν καὶ κινδύνων καὶ ἀνάγκης καὶ θλίψεὡς ἐλευθέρωσον, καὶ βλάθης τῶν δαιμόνων τοὺς σῇ σκέπῃ θαρροῦντας καὶ ἐν πίστει κραυγάζοντας· ὅ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ,

Τὧν ἀγγέλων ὑπάρχων, ἰσοστάσιος ὄντως πάτερ τρισόλβιε, Παναγῆ Παΐσιε θεόφρον, ἐκλύτρωσαι. κινδύνων, τοὺς ἐν πίστει κραυγάζοντας· ὅ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον

Μἡτρός σου ἱκεσίαις, ἀνεξίκακε Λόγε κινδύνων ρῦσαι ἡμᾶς, τοὺς πόθῳ σε τιμῶντας, καὶ ταῖς τοῦ Παϊσίου ἰσχυραῖς παρακλήσεσιν· ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

ᾨδή η΄. Τὸν Βασιλέα.
Τοὺς ἐν ἐπίστει, καὶ πόθῳ ζητοῦντας, εἰς ἴασιν τὸ σῷ τάφῳ θεόφρον, φύλαττε καὶ σκέπε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

γίων βίον, ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, μιμησάμενος Παΐσιε παμμάκαρ, ὀλύζεις τοῖς σοῖς δούλοις, ἁγιασμὸν καὶ χάριν.

Τοὺς δεομένους, ἐκτενῶς θεοφόρε, καὶ τὴν χάριν αἰτοῦντας προσδέχου, καὶ δοξολογοῦντας Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Θεοτοκίον

Ταἷς ἱκεσίαις, Χριστὲ Σωτὴρ τῆς Μητρός σου, καὶ Παϊσίου σῶσον πάντας, τοὺς ὑπερυψοῦντας σὸν κράτος εἰς αἰῶνας.

ᾨδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον,

Βοᾶ σοι εὐχαρίστως, Παναγῆ Παΐσιε ἣ σὴ πόλις, τῶν Ληξουραίων χαριστηρίους ὠδὰς καὶ ἐγκαυχωμένη ἐν σοί, ὡς σωζομένη κινδύνων καὶ θλίψεων ταῖς ἱκεσίαις σου.

Μονῆς τῆς Θεοτόκου Κορωνιωτίσσης, θεοπρεπὲς ἀγαλλίαμα πέφηνας· ὅθεν ἡμᾶς πάσης λύπης ῤῦσαι Παναγῆ Παΐσιε,

Λὑτρούμενος ὡς ὥφθης, πρότερον Παΐσιε, τοὺς ἐν Ληξουρίῳ καὶ Κεφαλληνίᾳ πιστῶς σοι προστρέξαντας· οὕτω καὶ νῦν πάσης ρῦσαί με περιστάσεως.

Χαρᾶς μοὺ τὴν καρδίαν πλήρωσον τρισμάκαρ, τῇ θείᾳ εἰκόνι σου προστρέχοντι, καὶ τὸν Δεσπότην “Χριστὸν μεγαλύνοντι.

Θεοτοκίον.
Η πάναγνός σου Μήτηρ, σὺν τῷ Παϊσίῳ ἐκδυσώπει σε τὸν μόνον μακρόθυμον, κινδύνων σῶσαι τοὺς πίστει σὲ μεγαλύνοντας.

ξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια,

Πρόφθασον καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς, καταιγίδος τῆς ἀπειλούσης Παναγῆ Παΐσιε, τοὺς σὲ καταφεύγοντας καὶ μνήμην σου τὴν θείαν γεραίροντας.

Τὃν φωστῆρα πάντες τὸν παμφαῆ, τὸν ἐκ Ληξουρίου ἀπαστράψαντα φαεινῶς, τῶν ὁσίων δόξα καὶ κλέος ἱερέων, Παναγῆν Παΐσιον τὸν θεῖον πάντες ὑμνήσωμεν.

Χαίροις Κεφαλλήνων ὅ φωστήρ, καὶ τῶν δεομένων  ἀπροσμάχητος βοηθός, χαίροις ἐκκλησίας κλέος, Παναγῆ Παΐσιε παμμάκαρ σκχέπε τοὺς δούλους σου.

Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Παναγῆν Παΐσιον τὸν θεῖον ἱερέα τε τοῦ Χριστοῦ͵ ὅπως ἡμᾶς σώζῃ, καὶ νῦν ἀπειλουμένους, νόσου παντοίας πάντας καὶ βλάθης τοῦ ἐχθροῦ.

Υψωσον τὰς χεῖράς σου πρὸς Θεόν, ὑπὲρ τῶν σῶν δούλων, ὅσιε Παναγῆ Παΐσιε ὡς πατὴρ ἡμῶν, γαὶ τοῦτον δυσώπει, πολλῶν ἀμπλακημάτων, ρυσθῆναι τῆς μελλούσης ὀργῆς καὶ θλίψεως.

Χαίροις Ληξουρίου θεῖος βλαστός, καὶ τῆς νήσου Κεφαλληνίας, ἀντιλήπτωρ καὶ ἀρωγός, χαίροις μοναζόντων, Παναγῆ Παΐσιε τὸ κλέος, καὶ πάντων τῶν ὁσίων ὃ ἰσοστάσιος.

Φὕλαττε τοὺς δούλους σοὺ ἐν παντί, κλήσει σοῦ ἁγίᾳ, τοὺς ζητοῦντάς σε βοηθόν, ἔν τε τῷ παρόντι καὶ μέλλοντι αἰῶνι, ταῖς πρὸς Θεὸν λιταῖς σου θεῖε Παΐσιε.

Τὃν ἀστέρα πάντες τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Ληξουρίου ἀπαστράψαντα νοητῶς, ὁσίων τὸ κλέος καὶ Κεφαλληνίας δόξαν, τὸν θεῖον Παναγῆν Παΐσιον ὕμνοις τιμήσωμεν.

ξέπληξεν οὕτως βίος ὃ σός, Παΐσιος πάτερ τῶν ᾿Αγγέλων τὰς στρατιάς, ἔζης γὰρ παμμάχαρ, ὡς ἄσαρκος ἐν κόσμῳ, νηστείᾳ καὶ δεήσει διὸ τεθαύμασαι.

Δἕσποινα Παρθένε Διώτισσα, Μἤτηρ Θεοῦ σὺν Παναγῆ Παϊσίῳ ἐκδυσώπει τὸν σὸν Υἱόν, ἡμᾶς ἀπαλλάξαι κινδύνων πολυτρόπων, καὶ θλίψεων παντοίὧν τοὺς εὐφημοῦντάς σε.

Δεὖτε εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, τοὺς πιστοὺς ἀγῶνας, Παναγῆ Παϊσίου τοῦ ἱεροῦ, τοῦ ἐν τοῖς ἐσχάτοις, χαιροῖς ἀναφανέντος, φαεινοῦ φωστῆρος, τῆς θείας πίστεως.

Δεῦτε εὐφημήσωμεν ἀδελφοί, τοὺς δυὸ μεγάλους καὶ ἀγίους ἀσκητάς, Παΐσιον θεῖον σὺν τῷ Γερασίμῳ, τοὺς δύο προστάτας Κεφαλληνίας ὕμνοις τιμήσωμεν.

λεως γενοῦ μοι τῷ ταπεινῷ, Κύριε Θεέ μου, τῶν ἁγίων σου ταῖς εὐχαῖς, καὶ τῆς Διωτίσσης Μητρός, σου τῆς Κυρίας, ἁπάντων τῶν ἁγίων ἣν μεγαλύνομεν.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον

γιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς.(Τρίς).
Δόξα Πατρί, καί Υἱῶ, καί ἁγίῳ Πνεύματι,
καί νῦν, καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τάς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον.
Δόξα Πατρί…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καί ἐπί τῆς γῆς. Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον· καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

τι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

καί τά Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί  προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.

Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν  ὡς  εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου  καί  τό  ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.

Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν  περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα τὸ Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἀγίου.
Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν.

Τὧν Ληξουραίων ἀδελφοὶ φρουρὸν καὶ φύλακα, καὶ ἱερέων εὐλαβῶν ἔρεισμα ἄσειστον, Παναγῆν Παΐσιον θαυμαστὸν τὸν ἐν ἁγίοις, προσφώνως νῦν ἕορτάσωμεν ἐν ᾧδαῖς, βοῶντες ἀκαταπαύστως φρούρει ἧμᾶς, καὶ περίσωζε “Αγιε, παντοδαπῶν ἀσθενειῶν καὶ πάσης ἄλλης θλίψεως, καὶ δεινῶν παντοίων ἐλευθέρῶσον.

Ἀναγινώσκουμε τὴν Εὐχὴν τοῦ Ἀγίου.
Η Εύχη.

πάτερ ὁσιώτατε ἱερέα τοῦ Χριστοῦ Παναγῆ Παΐσιε, πρὸς σὲ στρέφομεν καὶ νοῦν καὶ καρδίἂν καὶ παρακαλοῦμέν σε μετ᾽ εὐλαβείας καὶ ἐκ βάθους ταπεινότητος, δέξαι τὰς ἱκεσίας καὶ ὕμνους, τοὺς ὁποίους σοὶ προσφέρομεν, εἰ καὶ ἀπὸ ἀναξίων ἐξέρχονται χειλέων’ γενοῦ προστάτης πρὸς Θεὸν καὶ πρέσβυς θερμότατος εἰς ὅλους, οἵτινες μετ᾽ ἀκραιφνοῦς πίστεως προστρέχουσι εἰς τὴν κραταιάν σου ἀντίληψιν καὶ πανηγυρίζουσιν ἐκ πόθου τὴν πανέορτον μνήμὴν σου, ἐξαιρέτως δὲ ἱκετεύομεν, σκέπε καὶ φρούρει τὴν ἠγαπημένην σοὺ πατρίδα Κεφαλληνίαν, ἣ ὁποία, λαμπροφανῶς καὶ χαρμοσύνως, κατὰ χρέος ἑορτάζουσα, χορεύει, σκιρτᾷ καὶ ἐπαγάλλεται μυστικῶς εἰς ταύτην τὴν ἔνδοξον ἡμέραν τῆς ἀθανάτου σου μεταστάσεως, κοινὴν δὲ χαρὰν ἀπολαμβάνουσιν ὅλοι οἵ συμπολῖται σου, ἀξιωθέντες εἰς τοὺς ἐσχάτους τούτους χρόνους, νὰ ἀποκτήσωσι τοιοῦτον προστάτην καὶ φύλακα. Πρέσβευε καὶ δι᾿ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀνάἔιον δοῦλον τοῦ Θεοῦ Γαβριὴλ ἱερομόναχον καὶ δός μοι ὑγείαν σώματος καὶ ψυχῆς, γενοῦ προστάτης τῶν διαβημάτων μου. Λύτρωσέ με ἀπὸ τὰς παγίδας τοῦ πονηροῦ δαίμονος, παρακαλῶν τὸν πανοικτίρμονα καὶ παντοδύναμον Θεὸν διὰ τῶν εὐπροσδέκτων σοὺ ἵκεσιὥν, ἐδῶ μὲν νὰ λυτρώσῃ ἡμᾶς ἀπὸ κάθε πονηρὸν συνάντημα ψυχῆς τε καὶ σώματος, μετὰ δὲ τὴν πρόσκαῖρον ταύτην παροικίαν νὰ μᾶς κάμῃ μετόχους τῆς οὐρανίου αὐτοῦ Βασιλείας, ἧς γένοιτο ἐν Χριστῷ τυχεῖν. ᾿Αμήν.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τα ἑξῆς

Ἦχος β’. Ότε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δεῦτε προσκυνήσωμεν πιστοί, καὶ μετ᾽ εὐλαβείας καὶ πόθου κατασπαζόμενοι, τάφῳ τε περίσεπτον καὶ πανυπέρτιμον, Παναγῆ Παϊσίου θεόφρονος, ἁγνίσωμεν ὅπως καὶ ἡμᾶς ἀξιώσῃ, τέλους σωτηρίου καὶ θείου, ταῖς αὐτοῦ πρὸς Κύριον δεήσεσιν.

Ἔτερον ὅμοιον.

Μέγας ὄντως ὥφθης ἀρωγός, πάτερ τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων καὶ παραμύθιον, ρῦσαι οὖν τοὺς δούλους σου, ἐκ πάσης θλίψεως, τοὺς ἐκ πόθου βοῶντάς σοι, καὶ προσκαλουμένους, μέγιστε Παναγῆ Παΐσιε, καὶ περιστάσεως, μάκαρ καὶ κολάσεως ὅπως, ἐν αἰνέσει πάντες τιμῶμεν, καὶ ᾧδαῖς τὴν μνήμην σου γεραίρομεν.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.

κ παντοίων κινδύνων, τοὺς δούλους σου φύλαττε, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἵνα σε δοξάζωμεν, τὴν ἐλπίδα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τἢ πρεσβείᾳ Κύριε πάντων τῶν ᾿Αγίων καὶ τῆς Θεοτόκου, τὴν σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς ὡς μόνος οἰκτίρμων.

Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς.
Ἀμήν.

Τέλος, σὺν Θεῷ Ἀγίῳ, τῆς Παρακλήσεως.
Δέξαι, ἱερέα τοῦ Ὑψίστου Παναγῆ Παΐσιε Μπασιᾶ, τὴν δέησίν μου ταύτην ὡς φόρον εὐλαβείας. Βοήθει τοὺς συμπολίτας μου Κεφαλληναίους, Βοήθει, “Αγιε, τοῖς τιμῶσι ἀδελφοῖς εὐλαβῶς, καὶ πᾶσι τοῖς λαοἷς σου. Πρέσβευε τῷ οὐρανίῳ Βασιλεῖ, καὶ διὰ τῆς Παναγίας Μητρός του Διωτίσσης, καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ πάντων τῶν ᾿Ορθοδόξων.

Γαβριὴλ ἱερομόναχος

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα!


Παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα! 
π. Δημητρίου Στανιλοάε. 
Νά πίνει κανείς πνευματικά ἀπό ἕνα πρόσωπο, σημαίνει κοινωνία μαζί του. Νά πίνει πνευματικά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, σημαίνει νά κοινωνεῖ μέ μία πηγή ἀτελεύτητης πνευματικῆς δύναμης, πού ἔκανε ἄφθαρτο καί τό σῶμα πού προσέλαβε καί τά σώματα ἐκείνων, πού κοινωνοῦν μαζί της. Τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει πνευματωθεῖ ἀπό τή δύναμη τοῦ θεωμένου πνεύματός του. Κι αὐτή ἡ πνευματοποιημένη κατάσταση τό πνευματώνει σέ τέτοιο βαθμό, πού δέν νοεῖται πιά ὡς ἀδιαπέραστο ἀντικείμενο, ἀλλά, μέ τό νά ἔχει ἀφομοιώσει τήν ἰδιότητα τοῦ ρευστοῦ ὑποκειμένου, (νοεῖται) ὡς διεισδυτικό καί μεταδόσιμο, ἱκανό νά ἐσωτερικευθεῖ στά ἄλλα ὑποκείμενα, ὡς τό καθαυτό πνευματικό ὑποκείμενο. «Τήν ἑαυτοῦ σάρκα λύχνου τρόπον ἐξάψας τῷ φωτί τῆς ἑαυτοῦ θεότητας», λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Τό σῶμα γίνεται φωτεινό ὅπως ἡ θεότητά του, καθώς αὐτή τό φωτίζει, ἤ ὅπως ἡ θεωμένη φύση τοῦ Χριστοῦ. 
Μέσα σ’ αὐτές τίς συνθῆκες, τό ὅριο ἀνάμεσα στό ὑποκείμενο καί τό ἀντικείμενο ὑπερβαίνεται. Ἀκόμη καί τά ὅρια ἀνάμεσα στό ἐγώ καί στό ἐσύ ὑπερβαίνονται, χωρίς νά συγχέονται. Εἶσαι μέσα μου, μέσα στό ὑποκείμενό μου κι ἐγώ γίνομαι ὑποκείμενο μέσα σου. Ὅλα εἶναι μέσα στήν ὑποκειμενικότητά μου, χωρίς νά χάνουν τήν πραγματικότητά τους ἤ τήν ἀντικειμενικότητά τους μέσα μου, ἄλλα νά βρίσκουν ὅλη τους τή σημασία καί τό βάθος καί νά παραμένουν πηγή ἀστείρευτή τοῦ πλούτου μου. 
Ἡ ἰδέα τῆς πανενότητας τῆς δημιουργίας ἐν Θεῷ (ἄνθρωποι, ἄγγελοι, φύση), ἔχει ἐκφραστεῖ ἀπό τόν ἅγιο Ἀθανάσιο μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο: «Ὁ Λόγος, πού δι’ αὐτοῦ κι ἐν αὐτῷ δημιουργήθηκαν τά πάντα, ὁδηγεῖ ἐκ νέου ὁλόκληρη τήν κτίση -πού εἶχε ἐγκαταλείψει τήν κίνηση πού τῆς εἶχε δοθεῖ (νά ἀκολουθεῖ) -καί τήν ἀνασυστήνει καί τήν συνάγει. Οἱ διαιρέσεις πού φάνηκαν μέσα στή κτίση, ἀπό τό χωρισμό τῶν στοιχείων -πού ἦταν προορισμένα νά συγκρατοῦν τή κτίση σ’ ἕνα ὅλον καί νά μήν τήν ἀφήνουν νά διαιρεθεῖ- ξεπεράστηκαν στό Χριστό καί ἡ ἑνοποιός ἐξουσία πραγματοποιημένη μέσα του, ἐνεργεῖ ἑνοποιητικά μέσα σ’ ὅλη τή δημιουργία. Μέ τό θάνατο καί τήν ἀνάστασή του ἀπομάκρυνε τό χωρισμό ἀνάμεσα στόν παράδεισο καί στόν κόσμο, πού φάνηκε μετά τήν πτώση καί ἄνοιξε στό ἀνθρώπινο γένος τόν ἀπαγορευμένο παράδεισο, γιατί Αὐτός ὁ Ἴδιος ξαναγυρνᾶ μετά τήν ἀνάσταση στή γῆ καί δείχνει πώς παράδεισος καί γῆ εἶναι ἕνα. Μέ τήν Ἀνάληψη στόν οὐρανό, ἑνώνει, τόν οὐρανό μέ τή γῆ καί ὑψώνει τό ἀνθρώπινο σῶμα, πού προσέλαβε, τό ἀποτελεσμένο ἀπό τήν ἴδια οὐσία καί ὕλη μέ τό δικό μας. Ἀνεβαίνοντας μαζί μέ τή ψυχή καί τό σῶμα ψηλότερα ἀπό τίς ἀγγελικές χοροστασίες, ἀποκαθιστᾶ τήν ἑνότητα ἀνάμεσα στόν αἰσθητό κόσμο καί στό νοητό καί ἐξασφαλίζει τήν ἁρμονία ὁλόκληρης τῆς κτίσης». (J, Meyendorff, Le Christ dans la theoologie byzantine, Cerf, Paris 1969 p. 194) 
Τά πάντα βρῆκαν τό πλῆρες φῶς τοῦ σκοποῦ τους μέ τήν ἀνάσταση. Ἄνοιξε ὁ παράδεισος τῆς πλήρους κοινωνίας ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί τό Θεό καί ἀναμεταξύ τους. Χάρη σ’ αὐτό, τώρα ὅλοι δοξάζουν συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα τό Χριστό. «Πεφώτισται τά σύμπαντα τῇ Ἀναστάσει σου, Κύριε, καί ὁ Παράδεισος πάλιν ἠνέωκται πᾶσα δέ ἡ κτίσις ἀνευφημοῦσα σε, ὕμνον σοι καθ’ ἑκάστην προσφέρει» (Ἀναστάσιμο στιχηρό τῶν Αἴνων γ’ ἤχου). Ὁ ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τήν ἐμπειρία τῆς οἰκουμενικῆς ἀπαρχῆς μιᾶς πλήρους κοινωνίας τῶν πάντων (πανενότητας) σάν παρόρμηση, πού κάνει τούς πιστούς ν’ ἀγκαλιάζονται, νά ἀποκαλοῦν ἀδελφούς καί τούς ἐχθρούς τους ἀκόμη, νά ἀλληλοσυγχωροῦνται: «Ἀναστάσεως ἡμέρα, καί λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν, ἀδελφοί, καί τοῖς μισοῦσιν ἠμᾶς· συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει…» (Δοξαστικό Κυριακῆς τοῦ Πάσχα). 
Ἡ διαφάνεια τῶν σωμάτων, ἐπειδή ἀντιστοιχεῖ στή διαφάνεια τῶν ψυχῶν, σημαίνει μία ὁλοκληρωτική ἐσωτερική οἰκειότητα. 
Μέσα σέ αὐτή τήν ἀμοιβαία καί βαθειά ἐσωτερικότητα τῶν προσώπων, πού ἔχει γιά κεντρικό ὑποκείμενο τό Χριστό, Αὐτός δέν εἶναι μόνο ἡ πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος μίας ἀνακαινισμένης αἰώνια καί ἀνεξάντλητης ὕπαρξης, σέ ὅλο τόν πλοῦτο καί τήν ἀνεξάντλητη ἀνανέωσή της, ἀλλά ἀκόμη εἶναι ἡ πηγή τοῦ φωτός πού φωτίζει ὁλόκληρη τήν πραγματικότητα, πού ἔχει γίνει κοινωνία τῶν πάντων (πανενότητα). Αὐτή ἡ ἐν προσώπῳ κοινωνία τῶν πάντων φωτίζεται ἀπό ἕνα φῶς ἰσοδύναμο μέ τήν τέλεια ἁπλότητα, μέ τήν καθαρότητα, μέ τήν ἁγιότητα αὐτῆς τῆς τέλειας καί παγκόσμιας κοινωνίας. Ὅπου δέν ὑπάρχει καθαρότητα μέσα στίς σχέσεις, δέν ὑπάρχει οὔτε ἡ πλήρης κοινωνία καί ἀντίστροφα. 
Ὁ Χριστός εἶναι τό φῶς ὡς θεανθρώπινο πρόσωπο, πού ἀνακαλύπτεται πλήρως. Ἀνακαλύπτεται ἀπό τήν ἀναστημένη ἀνθρωπότητα, σέ ὅλο τό ἀπέραντο βάθος μέ τήν ἰδιότητα τῆς δημιουργικῆς αἰτίας, πού συντηρεῖ τά πάντα μέσα στήν ἑνότητα, γιατί ἀπό Αὐτόν πηγάζει ἡ καθαρότητα τῆς ἀπέραντα γενναιόδωρης ἀγάπης γιά ὅλους καί γιά ὅλα. Αὐτή ἡ ἁγιότητα τῆς πλήρους κοινωνίας πού ἀρχίζει, πού πηγάζει ἀπό τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γεμίζει τόν κόσμο στή μέση τῆς νύχτας, μέ μία ἀτμόσφαιρα ἁγιότητας, φωτεινότητας, διαφάνειας καί προσέγγισης. Ὅλα αὐτά γεννοῦν τό ὁλικό συναίσθημα τῆς εἰρήνης πού ὑπερβαίνει τόν κόσμο. Ὁ οὐρανός εἰσχωρεῖ μέσα στόν κόσμο καί τόν φαιδρύνει, ὅπως στήν ἀρχή, δίνοντάς του τό μεγαλεῖο της γιορτῆς: «Ὡς ὄντως ἱερά καί πανέορτος αὕτη ἡ σωτήριος νῦξ καί φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας τῆς ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος ἐν ᾗ τό ἄχρονον φῶς ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν» (ζ’ ὠδή Κανόνα Ἀναστάσεως). 
Ἡ γιορτή τοῦ Πάσχα βιώνεται σάν μία ὁλική ὑπέρβαση, πού πραγματοποιεῖ ἡ κτίση μέσα στόν ἀναστημένο Χριστό. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση -ποὺ ὀνομάζεται ἀπ’ τήν Ἐκκλησία Πάσχα- βιώνεται μέσα σέ ἄφατη χαρά. Οἱ θαυμαστές ἰδιότητες αὐτῆς τῆς ζωῆς τοῦ ἐπέκεινα, στήν ὁποία μεταβάλλει τήν ἐπίγεια ζωή ἡ ἀνάσταση, ἐκφράστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ μία σειρά κατηγοριῶν χωρίς τέλος καί μέ τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία προσπαθεῖ νά περιγράψει τήν ἀπερίγραπτη τάξη, τήν ἐντελῶς καινούργια καί ἀπέραντα πλούσια αὐτῆς τῆς ζωῆς: «Πάσχα ἱερόν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται• Πάσχα καινόν, ἅγιον Πάσχα μυστικόν· Πάσχα πανσεβάσμιον Πάσχα Χριστός ὁ λυτρωτής· Πάσχα ἄμωμον Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν Πάσχα τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν, Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς» (θ’ ὠδή Κανόνα Ἀναστάσεως). 
Ἤδη ἀναφέραμε ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἶδε στό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Κυρίου, ἕνα λυχνάρι πνευματικοποιημένο, ἀπ’ ὅπου ἀκτινοβολεῖ ἡ θεότητα ἀνεμπόδιστα. Ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας προσθέτει σ’ αὐτό τό γεγονός, ὅτι αὐτή ἡ λειτουργία τοῦ ἀναστημένου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τόν ὑψηλότερο βαθμό, τόν ὁποῖο μπορεῖ νά φθάσει ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα. Εἶναι ὁ ἐσχατολογικός βαθμός, στόν ὁποῖο θά ὑψωθοῦν τά σώματα ὅλων. Τό φῶς πού ἀκτινοβολεῖ ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό ἀνέσπερο φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὁ Χριστός εἶναι ἔτσι τό τέλος τῶν αἰώνων. Στήν ἀνθρωπότητά του συμπυκνώνεται συνάμα καί τό φῶς, στό ὁποῖο θά ὑψωθεῖ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, μέσα ἀπό τίς ἱστορικές της προσπάθειες. Βλέπουμε ἀκόμη στό Χριστό τό ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας μελλοντικῆς ἱστορίας. Ὅλα τά σκοτάδια, ἀκόμα κι αὐτά ποὺ μπορεῖ νά προβάλλει ἡ κόλαση, σκοτάδια μέσα στά ὁποῖα συμπυκνώνονται καί τά ἱστορικά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, θά κλειστοῦν αὐστηρά στή κόλαση. Ἄν ὑπάρχει ἀκόμη κόλαση δέν μπορεῖ πιά νά ρίχνει πάνω στό κόσμο καμιά σκιά, τίποτε τό χωρίς νόημα. Οἱ δεσμοί της μέ τό κόσμο θά κοποῦν. Ἀναμφίβολα, πρόκειται γιά τό κόσμο ἐκείνων πού πίστεψαν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, γιατί σ’ αὐτό τό κόσμο, πού τό ὅριο μεταξύ ὑποκειμενικότητας καί ἀντικειμενικότητας ἔχει ξεπεραστεῖ, ἡ ἀντικειμενικότητα ἔχει μεταμορφωθεῖ πραγματικά ἀπό τήν ὑποκειμενικότητα τῆς πίστης, ἀπό τό φῶς τῆς πίστης. Τά σκοτάδια τῆς κόλασης θά ἔχουν κι αὐτά ἀκόμη μία ἀντικειμενικότητα, πού δύσκολα χωρίζεται ἀπό τή φαντασία ὅσων ἀλλοίωσαν ὁλοκληρωτικά τό εἶναι τους, κόβοντας τούς δεσμούς μέ τήν αὐθεντική πραγματικότητα. Δέν θά εἶναι μία ἀντικειμενική ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας καί τοῦ φωτός, στό ὁποῖο ὑψώθηκε ἡ ἐν Θεῷ πραγματικότητα. Ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἀναστημένοι θά μεταμορφώσουν τήν πραγματικότητα, κάνοντάς την ὑποκειμενική, σύμφωνα μέ τή δική τους θεωμένη κατάσταση, ἀντίθετα οἱ κάτοικοι τῆς κόλασης θά σχηματίσουν μία ὑποκειμενική εἰκόνα τῆς πραγματικότητας, ἀλλοιωμένη, χωρίς νά τήν τροποποιήσουν ἀντικειμενικά. 
Ἀντίστοιχα τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, παρόν μετά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δέν θά εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο φῶς, δηλαδή ἕνα σύστημα λογικῶν ἀρχῶν αἰωνίων, πλήρως ἀποκαλυμμένων. 
Θά εἶναι τό φῶς τοῦ ἀνώτερου Προσώπου, ταυτόχρονα θείου καί ἀνθρώπινου. Ἑπομένως καί ἡ πνευματική θαλπωρή τῆς ὑψηλότερης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γίνεται συγκεκριμένη κατά τρόπον ἀνθρώπινο, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔγινε καί παραμένει στόν αἰώνα καί ἄνθρωπος. «Ἑσπερινήν προσκύνησιν προσφέρομέν σοι τῷ ἀνεσπέρῳ φωτί, τῷ ἐπί τέλει τῶν αἰώνων, ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διά σαρκός λάμψαντι τῷ κόσμῳ καί μέχρις Ἅδου κατελθόντι καί τό ἐκεῖσε σκότος λύσαντι, καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῖς ἔθνεσι δείξαντι, Φωτοδότα Κύριε, δόξα σοι» (Στιχηρό Ἑσπερινοῦ Τετάρτης Πάσχα).
Στό φῶς τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, Κύμη, 1984

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2023

Με πολύ συμπάθεια ας μαλώσουμε λιγάκι τα ανάγωγα παιδιά της ΑΓΩΓΗΣ.


Άγιον Όρος! 
Με πολύ συμπάθεια ας μαλώσουμε λιγάκι τα ανάγωγα παιδιά της ΑΓΩΓΗΣ. 
Στην περίοδο της πανδημίας, φίλος καλός μου έστειλε βίντεο από το Κανάλι Αγωγή. Εκεί ένα νέο παιδί, ο Μάριος, αρκετά ανήσυχο , προειδοποιούσε για την εισβολή των λάθρο, επίσης και για το ενδεχόμενο οι γείτονες να επιτεθούν, συμβούλευε και τρόπους επιβίωσης. 
Είπα Δόξα τω Θεώ, υπάρχουν νέα παιδιά που ασχολούνται με εθνικά γεωστρατηγικά θέματα. 
Οι Τούρκοι τελικά, δεν "μας την έπεσαν", "μας την έπεσε" όμως ο κορονοϊός, και έτσι ο Μάριος, έδωσε βάση στο νέο πρόβλημα που προέκυψε με τις υποχρεωτικότητες και τις λοιπές απάτες του αφηγήματος Μητσοτάκη. 
Και πάλι είπαμε :"Εύγε" στο παλικάρι! 
Μάριε, μπορεί να μην το έχεις με τα εκκλησιαστικά, το πας καλά όμως στα υπόλοιπα... Πέρασε και η πανδημία και ήρθαν οι εκλογές, και ο Μάριος ξαφνικά θέλησε να κάνει το δημοσιογράφο και εκεί κάπου το "έχασε ". 
Κατάλαβα ότι το διαπίστωσαν πολλοί αδερφοί αυτό (ότι το έχασε δηλαδή) γιατί πολλοί μου έστειλαν βίντεο με βαρύγδουπους τίτλους, περί Χριστεμπορίας και παϊσιοεμπορίας . 
Βλέποντας το βίντεο, λυπήθηκα πολύ, είπα κρίμα, πόσο εύκολα υιοθετούν συκοφαντίες, και τις αναπαραγάγουν εμπλουτισμένες! 
Βρε τα "χαζοπούλια" του διαδικτύου, δεν τους κόβει να κάνουν πρώτα έρευνα; ξαφνικά όλοι έγιναν ένα; 
Μάριος, Σέργιος, συστημικός Ευαγγελάτος, Μητσοτάκης, όλοι εναντίον του Νατσιού . 
Είπα τα καημένα τα παιδιά, τα πείραξε ο διάβολος στο μυαλό, τριάντα πατριωτικά κόμματα κατεβαίνουν γιατί άραγε τους πείραξε μόνο ο Νατσιός; 
Αχ! βρε παιδιά, προβατάκια Του Χριστού χωρίς ποιμένα - και εντάξει ο Μάριος είναι ειδικός στις πολεμικές τέχνες και στα στρατιωτικά, αλλά ο άλλος ο λόγιος με το ύφος των πολλών καρδιναλίων ο Σέργιος τι έπαθε;...., πέταξε την πανοπλίαν Του Θεου και τις μεθοδίες του διαβόλου δεν τις βλέπει; 
Το Μάριο τον συγχωρούμε, φαίνεται καλό παιδί με άγνοια που διψά για προβολή και σιγά σιγά θα ωριμάσει, αργότερα θα μπει στη μυστηριακή ζωή της εκκλησίας και με τη Χάρη Του σίγουρα θα μετανοήσει για την πλάνη του και τη διασπορά συκοφαντιών και θα είναι δίπλα στο Νατσιό. 
Έρχεται η ώρα που θα μπορεί να διακρίνει την αρετή της διακρίσεως που κοσμεί τον δάσκαλο ! 
Ο Σέργιος όμως βλέπουμε, θέλει να παρουσιάζεται ως ειδικός, θεολόγος τάχα (μου θέλει κιόλας να εντυπωσιάζει με λόγο επιτηδευμένο εκκλησιαστικό ....και δίπλα ο Μάριος ψαρωμένος να τον χαζεύει με θαυμασμό). 
Βρε τι πάθαμε..! 
Βρε παιδιά! Όταν ο Νατσιός δίδασκε στους γονείς σας, εσείς δεν είχατε γεννηθεί. 
Έχετε καταλάβει ποιον συκοφαντείτε; Κάνατε έρευνα πρώτα να δείτε ποιος είναι ο δάσκαλος από το Κιλκίς; 
Έτσι, τόσο πρόχειρα πήρατε λάσπη από τον κουβά της Πόπης Σουφλή και του ταλαίπωρου "ξερόλα" Χίου και με το μυστρί σας τώρα την πετάτε στα μούτρα των παιδιών που σας βλέπουν; 
Και εντάξει, ο Μανώλης Βολουδάκης δε μπόρεσε να χαρεί για την άνοδο του Νίκη, δυστυχώς τυφλός από την πίκρα του, με ανοιχτές πληγές ακόμα, έτρεξε να πει τον πόνο του σ' εσάς με περισσή εμπάθεια, γιατί δεν μπορεί να χωνέψει ότι η ΝΙΚΗ το πάει καλά! 
Αραγε με ευλογία του πατέρα του δίνει συνεντεύξεις; 
Δεν θέλω να το πιστέψω!!! 
Ο άλλος, ο Στεφανόπουλος η "ανακατώστρα", επιτρέπεται να λασπολογεί έτσι; 
Τώρα έγινε "επικίνδυνος" ο Νατσιός...; 
Κι εντάξει οι άλλοι είναι παιδιά , εσύ κυρ- Αλέξανδρε Στεφανόπουλε από Αμερική, και Τάσο Λυμπερόπουλε από Ελβετία, πόσο γελοίοι είστε αντιλαμβάνεστε άραγε; 
Μόνο ανακάτεμα, ανακρίβειες ,διχασμό, εξυπνάδες, υπερβολές, μεταφορά λάσπης, λάτρεις της αποχής και της απογοήτευσης....!!! 
Βαλτοί είστε από ανθρώπους ή από δαίμονες τελικά; 
Ποιος
 δαίμονας σας ένωσε; Απορώ! 
Συστημικοί και αντισυστημικοί ξαφνικά ενωμένοι να πείσουν τους Έλληνες να προσέξουν καλά , μην τυχόν και μπει στην βουλή ο Νατσιός και καταστραφούμε. 
Και μέσα σ' όλα, τα άτακτα παιδιά της ΑΓΩΓΗΣ, θέλησαν να σχολιάσουν ανώνυμο άρθρο αγιορείτη μοναχού με τίτλο: "Αχ παππούλη μας Στυλιανέ" 
Εκεί γέλασαν τα χείλη κάθε πικραμένου, όπως λένε και οι νέοι "ότι να ναι"! 
Τα μισά από το απλοϊκό άρθρο του μοναχού μάλλον καταλάβαν, η τσαντίλα μεγάλη ... γιατί ο αρθρογράφος είναι δειλός και ανώνυμος! 
"Γιατί κρύβεται;" λέει ο Μάριος και συμπληρώνει ο "κανονολόγος" Σέργιος περί επιτιμίων και ιερών κανόνων..κτλ 
Παιδιά συνέλθετε, να προσευχηθούμε να δώσει ο Θεός τα καλύτερα για την ευλογημένη πατρίδα μας. Καλό παιδί κι αδικημένος ο νευρικός Κασσιδιάρης, σας καταλαβαίνω, σεβαστός ο αγώνας που κάνετε για αυτόν, αλλά έλεος βρε παιδιά! 
Δε βλέπετε ότι ο Πανάγαθος Θεός μας λυπήθηκε κι έδωσε ευκαιρία στον τόπο; 
Εδώ στο Άγιον Όρος τον Νατσιό τον γνωρίζουν και οι πέτρες! Γνωστός για τους αγώνες του, την εντιμότητα του... σε μερικούς έγινε γνωστός τώρα, στην πανδημία με τα εξής άρθρα του : 
"Τά τσοπανόσκυλα του συστήματος ” 
"Η απάτη του μένουμε σπίτι" 
"Είμαστε δάσκαλοι και όχι λοιμωξιολόγοι" 
Εσύ Μάριε , μόνο το άλλο άρθρο το "Ευλογία του μένουμε σπίτι " του Νατσιού που έγραψε για τους μικρούς μαθητές και γονείς βρήκες για να διαφημίζεις! 
Τα άλλα γιατί δεν τα προβάλλεις; 
Αν θέλετε να κάνετε σωστή δημοσιογραφία, να είστε έντιμοι, σοβαροί με παντελόνια, να λέτε Αλήθεια . 
Ντροπή παιδιά, λίγο φιλότιμο! 
Πρώτα δηλαδή λασπολογούμε και δηλητηριάζουμε και μετά έχουμε την απαίτηση να διαψεύσει ο άλλος; 
Και σα να μην έφτανε αυτό έχουμε και το θράσος να βγει και να απολογηθεί; 
Μήπως θέλετε να ασχολούνται μαζί σας; 
Και αν θέλετε, γιατί δεν ασχολείστε με Βαρουφάκη, Κωνσταντοπούλου που είναι υπέρ των λάθρο και λοάτκι........ γιατί;;;;; 
Περισσότερο βέβαια ο Σέργιος να ντραπεί. Ο Μάριος είναι αγαθιάρικο και θέλει το χρόνο του. 
Εσύ Σέργιε το πήρες στο λαιμό σου το παιδί, και μαζί δηλητηριάζετε την ακατήχητη νεολαία. 
Τώρα, όσον αφορά το άρθρο του ανώνυμου μοναχού που ενόχλησε, θα έπρεπε εσυ τουλάχιστον Μάριε, να ήξερες ότι στις Ειδικές Δυνάμεις, έχουμε και τους ελεύθερους σκοπευτές, αυτοί από μακριά χτυπούν χωρίς να φαίνονται, κανείς δεν καταλαβαίνει από πού ήρθε η σφαίρα. 
Ο ελεύθερος σκοπευτής όταν τελειώσει ο πόλεμος θα εμφανιστεί. 
Τώρα έχουμε πόλεμο! Περισσότερο πνευματικό και λιγότερο πολιτικό, για αυτό και παίρνουμε μέρος. 
Να βάλουμε το μυαλουδάκι μας να δουλέψει. 
Ποιοί και γιατί δεν θέλουν τον κύριο Νατσιό. 
Τελικά ούτε Μαρινάκηδες, ούτε μαξιλαράκια και δεκανίκια, αλλά μόνο μίσος για τα ορθόδοξα, πατροπαράδοτα ιδεώδη και ιδανικά υπάρχει. 
Μάριε, Σέργιε, είστε αξιόλογα παιδιά... τα λάθη ανθρώπινα, όλοι κάνουμε! Μετά τις εκλογές κερνάμε ρακί! 
Ένα προσκυνηματάκι στο Άγιον Όρος θα ήταν καλό! Θα χαρώ να μιλήσουμε στην γλώσσα σας, κοσμικά αλλά και πνευματικά. Όλοι τώρα έχουμε ιερό χρέος να βοηθήσουμε τους αδερφούς μας να δουν το φως που θέλετε να σβήσετε! 
Μια προσευχούλα όλοι μαζί! 
"Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός,ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος και σώσον αγαθέ τας ψυχάς ημών. Αμήν ." 
Βοήθεια μας!!

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

Σοφίας Οσίας της εξ Αίνου.


Sfânta Cuvioasă Sofia | Doxologia

4 ΙΟΥΝΙΟΥ 

Tη αυτή ημέρα μνήμη της Oσίας Mητρός ημών Σοφίας, της ασκητικώς και οσίως βιωσάσης.

+ Oυκ εμποδών σοι κόσμος ώφθη Σοφία,

Προς την τελειότητα αρετής φθάσαι.


Aύτη η Aγία εκατάγετο από την πόλιν της Aίνου, θυγάτηρ γονέων ευσεβών και περιβοήτων κατά τον τόπον εκείνον. Όταν δε έφθασεν εις ηλικίαν, συνεζεύχθη από τους γονείς της με νόμιμον άνδρα, με τον οποίον εγέννησεν έξι παιδία. Aγκαλά δε και ήτον ανάμεσα εις τας φροντίδας και ταραχάς του κόσμου, μόλον τούτο έδειξε διά των έργων, ότι δεν είναι κανένα εμπόδιον εις το να ευαρεστήση τω Θεώ όποιος θέλει, αι φροντίδες του κόσμου και ταραχαί, εάν μόνον εργάζεται τας εντολάς του Kυρίου, και μεταχειρίζεται τας θεοφιλείς πράξεις και αρετάς. Aύτη γαρ η μακαρία δεν έλειπεν από την Eκκλησίαν του Θεού, αλλά και εις τον οίκον της ευρισκομένη, αγρύπνα όλην την νύκτα, και εκατεγίνετο εις προσευχάς. Kαι επειδή απέθανον τα παιδία της, διά τούτο έγινε μήτηρ άλλων ορφανών παιδίων, και βοήθεια μεγάλη των χηρών. Διαμοιράσασα δε τα υπάρχοντά της εις τους πτωχούς, από τότε και ύστερα επέρνα την ζωήν της με δίαιταν ασκητικήν, και φαγητόν μεν είχε, τον ξηρόν άρτον, πιοτόν δε, το απλούν ύδωρ. Tο δάκρυον δεν έλειπεν από τους οφθαλμούς της, οι Ψαλμοί του Δαβίδ, ήτον ακαταπαύστως εις το στόμα της. Δεν αδυνάτησεν, ουδέ αμέλησεν εις την προσευχήν. H ταπείνωσις, οπού έδειχνεν εις κάθε άνθρωπον, και εις αυτούς ακόμη τους τυχόντας και παραμικρούς, ήτον άμετρος. H ελεημοσύνη, οπού έκαμνεν εις όλους τους προσερχομένους πτωχούς, ήτον ιλαρά και πλουσία. Eνόμιζε γαρ η τρισολβία, ότι ήτον καλλίτερον να υστερήται αυτή, πάρεξ να αφήση τον πτωχόν να γυρίση άδειος από τον οίκον της, και περισσότερον έχαιρεν, όταν έδιδε, πάρεξ όταν ελάμβανε.

     Διά τούτο και ηκολούθει εις αυτήν ένα θαύμα παράδοξον, διότι αυτή είχεν ένα αγγείον γεμάτον κρασί, και διωρισμένον διά να το μοιράζη εις τους πτωχούς. Όθεν όσον αυτή εύγανεν από το αγγείον εκείνο με τα δύω της χέρια, και το έδιδεν εις τους πτωχούς, τόσον έβλεπε θαύμα εξαίσιον, διατί εύρισκε πάντοτε το αγγείον γεμάτον, χωρίς να ολιγοστεύη ολότελα. Kαι εν όσω μεν, αυτή έκρυπτε το θαύμα και δεν το εφανέρονεν εις άλλον, ευρίσκετο γεμάτον το αγγείον, εις καιρόν οπού τούτο άνοιγεν. Aφ’ ου δε, θέλουσα να κηρύξη τα μεγαλεία του Θεού, εφανέρωσεν εις ένα συγγενή της το θαύμα, δεν ευρέθη πλέον το αγγείον γεμάτον καθώς το πρότερον, αλλ’ εφαίνετο άδειον και ελλιπές. Tούτο δε ελύπησε την μακαρίαν κατάκαρδα. Όθεν εκ τούτου λαμβάνουσα αφορμήν, και στοχαζομένη ότι διά την αναξιότητά της ηκολούθησεν η της δωρεάς του Θεού στέρησις, περισσότερον αύξησε την άσκησιν, τόσον οπού εξηράνθη το σώμα της εις το άκρον, και ούτε να αναπνεύση εδύνετο. Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον καλώς αγωνισαμένη η αοίδιμος, και τελείως μη εμποδισθείσα εις την αρετήν από τας φροντίδας και δυσκολίας του βίου, έζησε χρόνους τριαντατέσσαρας, όλοι δε οι χρόνοι της ζωής της έγιναν πενηντατρείς και επέκεινα. Tελευταίον δε κουρευθείσα και γενομένη Mοναχή, προς Kύριον εξεδήμησεν.

 

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου 
Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. 
Τόμος Γ´. Εκδόσεις Δόμος, 2005

Δημοφιλείς αναρτήσεις