Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

Θαυμαστὴ διάσωση τοῦ π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαὴλ



Θαυμαστὴ διάσωση τοῦ π. Δημητρίου Γκαγκαστάθη ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη Μιχαὴλ 
Μπούσιας Χαράλαμπος

ἀοίδιμος καὶ χαριτωμένος ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, τὸ σέμνωμα τῆς ἱερωσύνης, τῆς ἀπλανοῦς ποδηγεσίας τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ πολύτεκνος, ἀγαθὸς καὶ ἁπλοικὸς λευΐτης τοῦ Πλατάνου (Βάνιας) τῶν Τρικάλων, ἀγαποῦσε καὶ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν Ταξιάρχη μας Μιχαήλ. 
Ὁ Πάπα-Δημήτρης δὲν ἦταν κάτοχός τῆς σοφίας τοῦ κόσμου. Μὲ δυσκολίες τελείωσε τὸ δημοτικὸ στὸ χωριό του. Ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνει καὶ βοσκὸς ψυχῶν. Ἀπὸ μικρὸς εἶχε πλήρη ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ μας μέσα ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, εἶχε μνήμη θανάτου καὶ πόθο ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ὅταν ἔκλεινε τὰ πρόβατα στὴν στάνη πήγαινε μὲ δάκρυα κατ’ εὐθείαν στὴν Ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, στοὺς ἀγαπημένους του Ταξιάρχες, γιὰ νὰ ζητήσει τὴν χάρη τους, νὰ τοὺς διακονήσει, νὰ τοὺς νοιώσει κοντά του. Ὅταν δέν κατόρθωνε νὰ τὸ κάνει, γιὰ κάποιους λόγους ποὺ ἦταν πέρα ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, γονάτιζε ἐκεῖ ποὺ ἦταν στὰ βουνὰ καὶ ἔκλαιγε, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ συγγνώμη, γιατί βρισκόταν μακριὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Του. Διάβαζε μὲ πολλὴ κατάνυξη βίους Ἁγίων καὶ τοὺς αἰσθανόταν φύλακες, εὐεργέτες καὶ προστάτες, τοὺς ἔνοιωθε δίπλα του. Εἶχε ζωντανὴ τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας τους. Φεύγοντας κάθε πρωΐ γιὰ νὰ φυλάξει τὰ πρόβατα, περνοῦσε πρῶτα ἀπὸ τοὺς Ταξιάρχες, τὸν κοντινὸ στὸ σπίτι του Ναό τους μὲ τὶς κατανυκτικὲς τοιχογραφίες τοῦ 1600, γιὰ νὰ τοὺς χαιρετήσει, νὰ τοὺς πεῖ «καλημέρα». 
Εἶχε τόση οἰκειότητα μαζί τους, ὥστε ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ πάει στὸν στρατό, τὸ 1921, καὶ μάλιστα στὸ μικρασιατικὸ μέτωπο, τοὺς προσκύνησε καὶ τοὺς ἔκανε συμφωνητικὸ λέγοντας: 
«Σᾶς ζητῶ μία χάρη. Ἐγὼ σᾶς ὑπηρετῶ ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καθαρίζω τὰ καντήλια σας, κάνω ὅ,τι μπορῶ. Τώρα ποὺ μὲ καλεῖ ἡ πατρίδα θέλω νὰ μὲ ἐνισχύσετε, νὰ μὲ βοηθήσετε, νὰ μὲ φέρετε πίσω χωρὶς νὰ μὲ ἀγγίξει κανένα κακό. Νὰ μὲ φέρετε σῶο καὶ ἀβλαβῆ. Εἶσθε ὑποχρεωμένοι. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ ἀνταποδώσω. Θὰ ὑπηρετήσω τὴν χάρη σας μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά. Ἂς μὴν μοῦ φέρει κωλύματα ἱερωσύνης ἡ στρατιωτική μου θητεία».
Ἕνα βράδυ κάπου στὴν Σμύρνη, τὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ποὺ κατέληξαν στὴν τραγωγία τῆς καταστροφῆς, ὁ νεαρὸς τότε στρατιώτης Δημήτριος, φύλαγε σκοπιὰ μαζὶ μὲ ἄλλους δύο συστρατιῶτες του. Τὰ μεσάνυκτα ἔφθασε ἕνα τουρκικὸ ἀπόσπασμα ἱππικοῦ καὶ ἔπεσε πάνω στοὺς σκοποὺς ἀπειλητικό. Ὁ πιστὸς στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος, ὁ Δημήτριος, προφθάσε νὰ φωνάξει: 
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε μέ!
Μὲ γρηγοράδα ἔπεσε στὸν διπλανὸ λαχανόκηπο. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔσπρωξε καὶ τὸν ἔκανε ἀόρατο. Οἱ Τοῦρκοι γύρισαν ὅλον τὸν κῆπο μὲ τὰ ἄλογα. Ἕνας ἔφθασε μισὸ μέτρο ἀπὸ αὐτόν. Τὸ ἄλογο φοβήθηκε, ἀλλὰ ὁ Δημήτριος προσευχόμενος καὶ καλυπτόμενος ἀπὸ ἀρχαγγελικὴ προστασία ἔμεινε ἀκίνητος. Μία φωνὴ ἀπομάκρυνε τοὺς Τούρκους. Οἱ δύο στρατιῶτες, δυστυχῶς, φονεύθηκαν, ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὁ Δημήτριος σώθηκε καὶ γύρισε σῶος, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ὑποσχέση του. Νὰ ὑπηρετήσει τοὺς Ταξιάρχες ὡς Ἱερεὺς στὸν Ναό τους. 
Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1945, ὁ ἐμφύλιος σπαραγμὸς κατέτρωγε τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους. Ὁ Πάπα-Δημήτρης μία Κυριακὴ πρωΐ βλέποντας τὸν κίνδυνο ἐπιδρομῆς κτύπησε τὴν καμπάνα καὶ ἔφυγε πρὸς τὸ διπλανὸ χωριό. Καβαλάρηδες, ὅμως, ἐπιδρομεῖς ἔτρεχαν ὀπίσω του καὶ σὲ μία στιγμὴ τὸν περικύκλωσαν. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης ἔχοντας ἰσχυρὴ προστασία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σήκωσε τὰ χέρια ψηλὰ καὶ φώναξε: 
-Μιχαὴλ Ἀρχιστράτηγε, σῶσε μέ, κινδυνεύω.
Ἀμέσως τότε σὰν ἀστραπὴ παρουσιάσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος, πλησίασε τὸν ἀρχηγό τους, ἔκοψε μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ τὰ λουριὰ τῆς σέλας καὶ τὸν ἔρριξε κάτω. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν ἀκίνητοι, σὰν νὰ τοὺς εἶχε κτυπήσει ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. Πῆρε τότε τὸν λόγο ὁ ἀρχηγὸς καὶ τοῦ λέει: 
-Παπά μου, νὰ μᾶς συγχωρᾶς. Πήγαινε στὸ καλό. Ἔχεις ἰσχυροὺς προστάτες!
Ἔκτοτε ὁ Πάπα-Δημήτρης πιστὸς στὰ ἱερατικά του καθήκοντα λετουργοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη στοὺς Ἁγίους Ταξιάρχες στὸν Ναό τους. Μάλιστα ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἐπιτελεῖ θαυμαστὰ σημεῖα. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία καταθέτω τὴν μυροβλυσία τῆς Ἁγίας Τραπέζης κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων. Τὸ θαῦμα μᾶς εἶχε διηγηθεῖ ὁ φίλος του, Ὅσιος Φιλόθεος, ὁ Ζερβάκος, ὁ ὁποῖος καὶ σὲ μία ἐκδρομὴ ποὺ εἶχε ὀργανώσει μᾶς εἶπε καὶ τοποθετήσαμε βαμβάκια στὴν βάση τοῦ Ἐσταυρωμένου, πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὅταν τελείωσε ἡ Θεία Λειτουργία, ἱερουργούντων τῷ δύο αὐτῶν ὀσιακῶν μορφῶν, τοῦ Πάπα-Δημήτρη καὶ τοῦ Πάπα-Φιλόθεου, τὰ βαμβάκια ἔσταζαν μύρο.

Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ὀσίοις Αὐτοῦ καὶ μεγάλη ἡ δύναμη καὶ προστασία τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων καὶ μάλιστα τοῦ Ταξιάρχη Μιχαήλ, τοῦ «Ἀρχιστρατήγου Δυνάμεως Κυρίου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις