Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

ΤΗ ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.


 ΗΧΟΣ Α’

ΤΗ ΤΡΙΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑΪΤΩΝ
ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΠΟΔΟΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ.

Ωδή α’. Ήχος α’.
Σου η τροπαιούχος.
Το στόμα μου πλήρωσον αγνή, θείας αινέσεως όπως υμνήσω σου, την δόξαν Πανύμνητε, και μεγαλύνω την μεγαλοπρέπειαν, όλην την ημέραν, του σε σεπτώς μεγαλύναντος.

Χάρισαί μοι πένθος χαρμονής, και παρακλήσεως θείας παραίτιον, χαρά και παράκλησις, των ορθοδόξων Θεοτόκε Δέσποινα, η χαράν τω κόσμω, και σωτηρίαν πηγάσασα.

Ως έμψυχος νέος ουρανός, δικαιοσύνης ανέτειλας ήλιον, Κόρη και εβλάστησας, ως λογικός και μυστικός παράδεισος, ξύλον ζωηφόρον, εξ ου φαγόντες ου θνήσκομεν.

Υπερτέρα γέγονας αγνή, των ποιημάτων Θεόν σωματώσασα˙ όθεν ικετεύω σε, από κοπρίας παθών με ανάστησον, και προς θείον ύψος της απαθείας εισάγαγε.

Ωδή γ’.
Ο μόνος ειδώς.
Η μόνη την φύσιν των βροτών, θεώσασα πανάμωμε, τω υπέρ φύσιν τόκω σου αίτησαι, αμαρτημάτων ημίν συγχώρησιν, και την αγαλλίασιν, την διαιωνίζουσαν, Παναγία Παρθένε πανύμνητε.

Η χώρα τον στάχυν της ζωής, ασπόρως η εκφύσασα, και ανηρότως αναβλαστήσασα, λιμώ τακείσαν ενθέου βρώσεως, την ψυχήν μου στήριξον, άρτω θείων πράξεων, αρετών εν ελαίω πιάνασα.

Εκ σου ανεβλάστησεν ημίν, το άνθος το αμάραντον, ευωδιάζον πάσαν την ανθρωπότητα, τω θείω μύρω της αυτού φύσεως, ο Πατρί συνάναρχος, και εκ σου γενόμενος, υπό χρόνον Μαρία Πανάμωμε.

Το είδος μορφής σου της σεπτής, Αγγέλοις μεν αιδέσιμον, τοις δε βροτοίς υπάρχει σωτήριον˙ και φρικτόν της πονηρίας τοις πνεύμασι, όπερ πίστει σέβοντες, και κατασπαζόμενοι, Θεοτόκε ψυχάς φωτιζόμεθα.

Ωδή δ’.
Όρος σε τη χάριτι.
Όρος τε προείδε, Δανιήλ αλατόμητον˙ κατάσκιον ο Αββακούμ, τετυρωμένον ο Δαβίδ˙ όρος άλλος άγιον, και εμφανές και πίον όρος Πανύμνητε˙ ώ ο Θεός κατοικήσαι ηυδόκησεν.

Θείόν σε παλάτιον, του Λόγου γινώσκομεν, εν ώ οικήσας σαρικώς εκαινοποίησεν ημάς, φθαρέντας τοις πάθεσιν, όθεν αγνή Θεού μητέρα σε σέβομεν, και τον εκ σου γεννηθέντα δοξάζομεν.

Θείόν σε νοούμεν, ακηλίδωτον έσοπτρον, ως δεξαμένη την αυγήν, της θεϊκής μαρμαρυγής, και ταύτην αστράψασαν, σωματικώς παντί τω κόσμω Πανύμνητε, προς σωτηρίαν των υμνούντων σε.

Ναόν σε γινώσκομεν, Θεού καθαρώτατον, του ποιητού των ουρανών, και πάσης κτίσεως αγνή˙ όθεν σοι κραυγάζομεν, ναούς ημάς του θείου Πνεύματος ποίησον, τους την θερμήν σου πρεσβείαν πλουτίσαντας.

Ωδή ε’.
Ο φωτίσας τη ελλάμψει.
Ίασαί μου της ψυχής τα αλγήματα πάναγνε, η τεκούσα τον τας νόσους ημών ιασάμενον, τοις αυτού παθήμασι, τοις σωτηρίοις και πανσέπτοις˙ ίνα πιστώς μεγαλύνω σε.

Ρυπωθείσαν την αθλίαν ψυχήν μου τοις πάθεσι, τω υσσώπω της ενθέου πρεσβείας σου κάθαρον, Θεοτόκε άχραντε, παρεχομένη σωτηρίας, ταύτη φαιδρότατον ένδυμα.

Σε ετοίμην προς το σώζειν βοήθειαν κέκτημαι˙ δια τούτό σοι προσπίπτω και κράζω συν δάκρυσι, Θεοτόκε ρύσαί με, εκ των βελών του αλλοτρίου, και της μελλούσης κολάσεως.

Συ ισχύς μου συ και καύχημα και αγαλλίαμα, και φρουρός μου και αντίληψις και καταφύγιον, και προστάτις άμαχος, Υπεραγία Θεοτόκε˙ διο με σώζε τον δούλόν σου.

ωδή ς’.
Εκύκλωσεν ημάς.
Λικμήσασα Παρθένε ταις πρεσβείαις σου, τω πτύω του πνεύματος, θημωνίας των εμών αμαρτιών, κάθαρον καρδίας μου την άλωνα, μακράν αυτής παν αχυρώδες ποιούσα νόημα.

Ιδούσά μοι την κάκωσιν Πανάμωμε, ην η ψυχή υφίσταται, κρατουμένη εν Αιγύπτω των παθών, και πλινθοπλαστούσα την πηλόν σαρκός, δεύρο ταχύ και της ατίμου δουλείας με λύτρωσαι.

Σπαράττομαι τα σπλάγχνα και συστρέφομαι, τον χρόνον τελειούμενον, της ζωής μου καθορών και εμαυτόν, χείροσιν εκάστοτε προκόπτοντα, και ταις πληγαίς επιτιθέντα πληγάς και μώλωπας.

Νυν ήγγικε ψυχή το τέλος ήγγικεν˙ απόθου τοίνυν άπαντα, τα του σκότους και νυκτός έργα δεινά, και τα του φωτός όπλα ενδύθητι, περιπατείν ως εν ημέρα πράττουσα εύσχημα.

Κάθισμα. 
Ήχος α’.
Χορός Αγγελικός.
Ημέρα μυστική, ανεδείχθης Παρθένε, τον ήλιον Χριστόν, καταυγάζουσα πάσι, τοις ζόφω απογνώσεως, καθημένοις Θεόνυμφε˙ όθεν άπαντες, οι δια σου φωτισθέντες, μακαρίζομεν, χρεωστικώς ως αιτίαν, βροτών αναπλάσεως.

Ωδή ζ’.
Σε νοητήν.
Ο φωτεινός του Δεσπότου θάλαμος, χαίρε πανθαύμαστε αγνή˙ χαίρε τείχος το των πιστών˙ χαίρε κλίμαξ άγουσα, προς θείαν κατάπαυσιν, τους μελωδούντας τω τόκω σου˙ ο αινετός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος.

Ον ου χωρεί, ουρανός εχώρησας, ως πλατυτέρα ουρανών, Θεοτόκε ο λογικός, ουρανός και έμψυχος, του κατασκευάσαντος, τους ουρανούς τω βουήματι, μόνου Θεού ουρανού και της γης το εγκαλλώπισμα.

Ίνα Θεός γένηται ο άνθρωπος, εκ σου σεσάρκωται Θεός˙ ον ικέτευε εκτενώς άχραντε πανάμωμε, σώζεσθαι τους δούλους σου, επηρειών του αλάστορος, και χαλεπής εκ γεέννης φλογός και πάσης θλίψεως.

Την εν εμοί ραθυμίαν Δέσποινα, και νυσταγμόν τον χαλεπόν, ταις αγρύπνοις σου προς Θεόν, δέομαι δεήσεσιν, άχραντε απέλασον, και μελωδούντά με οίκτειρον˙ ο αινετός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος.

Ωδή η’.
Εν καμίνω παίδες.
Ως εκ ρίζης της του Ιεσσαί, βλαστήσασα προφέρεις, το άνθος Θεοκυήτορ, το αμάραντον Χριστόν˙ όθεν ικετεύω σε, των παθών μου πάσας προρρίζους, ανάσπασον ακάνθας, και τον θείον φόβον, εμφύτευσόν μοι Κόρη.

Ως ωραίαν ως περικαλλή, ως άμωμόν σε Κόρην, ως νύμφην εκλελεγμένην, ως νεάνιν καθαράν˙ Παρθένον ως άσπιλον και αγίαν, σε ανυμνούμεν και πόθω προσκυνούμεν, την ευλογημένην εις πάντας τους αιώνας.

Σε και τείχος καταφυγήν, και κλίμακα προς ύψος, μετάγουσαν το ανθρώπινον Παρθένε Μαριάμ, ειδότες κραυγάζομεν˙ ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου, τον Κύριον υμνείτε, και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

Η αγία γη και εκλεκτή, εν η κεκαλυμμένοι, καλύμματι απιστίας, αμφιβόλων λογισμών, πόδες ουκ επάτησαν των γηΐνων˙ δείξον φροντίδων ανώτερον τον νουν μου, και της των πραέων γης καταξίωσόν με.

Αινούμεν. 
Ο Ειρμός.
«Εν καμίνω παίδες Ισραήλ, ως εν χωνευτηρίω, τω κάλλει της ευσεβείας, καθαρώτερον χρυσού, απέστιλβον λέγοντες, ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου, τον Κύριον υμνείτε, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας».

Ωδή θ’.
Τύπον της αγνής.
Όρος του Θεού πανάγιον, ο δεξιά Κυρίου προκατειργάσατο, απωλείας με, περιπλανώμενον όρεσι, και κρημνοίς και βαράθροις ωθούμενον, ζητήσασα προς όρος, της αρετής με χειραγώγησον.

Ήδη ο νυμφών ηυτρέπισται, και η παστάς του γάμου εγκεκαλλώπισται˙ και εισέρχονται, μετά χαράς οι τηρήσαντες, την αγνείαν αυτών αδιάφθορον˙ εγώ δε Θεοτόκε, μόνος εις σκότος απελεύσομαι.

Νόμους του Θεού ηθέτησα, και εμαυτόν τω νόμω αμαρτίας εδούλωσα, νόμω του νοός, ουχ υποκύψας ο άθλιος˙ η τους νόμους λαθούσα της φύσεως, εν τω σεπτώ σου τόκω, νόμους σαρκός μου καθυπόταξον.

Ίνα τον βυθόν τον άπειρον, των οικτιρμών ενδείξης της σης χρηστότητος, και την ευσπλαγχνίαν, του Υιού σας Πανύμνητε, υπέρ πάντας καμοί αμαρτήσαντι, συγχώρησιν παράσχου, και Παραδείσου την κατοίκησιν.

Προσόμοια. 
Ήχος α’.
Πανεύφημοι Μάρτυρες.
Χαίροις πόλις έμψυχε Θεού, χαίρε Μητροπάρθενε˙ χαίρε Θεόνυμφε Δέσποινα˙ χαίρε Παράδεισε, της ζωής εν μέσω, ξύλον εκβλαστήσασα, Χριστόν τον ζωοδότην και Κύριον˙ ον καθικέτευε, μητρικαίς σου νυν δεήσεσι, του ρυσθήναι κινδύνων τους δούλους σου.

Χαίρε το κατάσκιον Θεού, όρος απειρόγαμε, ο Αββακούμ εθεάσατο˙ χαίρε πολύευκτον, κάλος Θεοτόκε˙ χαίρε θεία τράπεζα, τον άρτον τον ουράνιον φέρουσα, Χριστόν τον Κύριον˙ ον ικέτευε τους δούλους σου, από πάσης ρυσθήναι κακώσεως.

Χαίρε το παλάτιον Θεού, Λόγου παναμώμητε, εν ώ οικήσας εκαίνωσε, φθαρέντας άπαντας˙ χαίρε η τον στάχυν, της ζωής βλαστήσασα, ασπόρως Θεοτόκε Πανύμνητε˙ ον νυν δυσώπησον, διαθρέψαι άρτω πράξεων, εναρέτων την ψυχήν μου δέομαι.

Πολλών με χειμάζουσι δεινών, προσβολαί Θεόνυμφε, θλίψεις ποικίλαι και μάστιγες, κινδύνων πέλαγος, νυν κατακαλύπτει, τον δούλόν σου άχραντε, προς τίνα καταφύγω ο άθλιος; Προς σε την εύσπλαγχνον˙ τω ελέει σου ουν Δέσποινα, οίκτειρόν με και σώσον πρεσβείαις σου.

 


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα



 A perspektíva jelentősége a rajzolásban - Művészház
Ἀπομαγνητοφωνημένο κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τήν Κυριακή 25 Μαρτίου 2001.

«Κατά πόσο οἱ λειτουργοί μας, ὅταν λειτουργοῦν μέ κλειστές τίς θύρες τοῦ ναοῦ διατηροῦν ἀδιατάρακτο τόν ψυχοσωματικό ὀργανισμό τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας;».


γιορτή, ἡ κάθε γιορτή, μέσα σέ αὐτόν τόν χῶρο πού λέγεται Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει πάντοτε ἕναν διττό χαρακτήρα. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὄχι μόνο μνημειακό κι οὔτε κἄν μουσειακό. Διττό χαρακτήρα ἐκφραζόμενο κατά τήν οὐράνια καί [κατά] τήν ἀνθρωπολογική της διάσταση. Οὐράνια, καταπῶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί ἐκφράζεται καί ἐκφράζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό τό ἀκοῦμε καί τό δεχόμαστε καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο μᾶς ἀφορᾶ ἄμεσα, εἶναι τί προεκτάσεις ἀνθρωπολογικές ἔχει πάνω μας αὐτή ἡ γιορτή, δηλαδή πόσο βαθιά θεραπευτικές προεκτάσεις μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ γιορτή. Καί ἀξίζει τόν κόπο αὐτή τή γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καί ὅπως καί ὅλες τίς γιορτές, ἄν θέλουμε νά τίς συλλάβουμε πρακτικά γιά τή ζωή μας χωρίς νά τίς χάσουμε σέ μιά μνημειακή μόνο ἀναμέτρηση μαζί τους, νά τή δοῦμε καί ἔτσι. Τό οὐράνιο εἶναι δεδομένο. Ὁ Θεός ἐκφράζεται καί συγκαταβαίνει. Νά δοῦμε τό ἀνθρώπινο καί τί προεκτάσεις ἔχει πάνω μας. Τό πρῶτο μέρος εἶναι κατά τά ἀνθρώπινα κατανοητό, γίνεται ὁ Θεός ἄνθρωπος καί ἀλλάζει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου ὁλόκληρου καί αὐτό ἔχει ἀπροσμέτρητες συνέπειες πάνω στή ζωή μας. Προσέξτε τώρα τό βαθύ ἀνθρωπολογικό πού λειτουργιέται στό κάθε μέρα τῆς ζωῆς μας καί λειτουργεῖ μιά βαθιά θεραπεία καί μιά ἰσορροπία ὅλου τοῦ ψυχοσωματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. 

  Τί εἶναι ὁ Εὐαγγελισμός; Ἡ λειτουργία δύο προσώπων, τοῦ Ἀγγέλου καί τῆς Παναγίας. Ἀκοῦστε τί κάνει ὁ Ἄγγελος. Ὁ Ἄγγελος πρῶτα-πρῶτα, εἶναι ἕνα πνεῦμα λειτουργικό πού ἀποστέλλεται γιά νά διακονήσει τόν ἄνθρωπο. Βλέπετε τί κάνει; Εἶναι λειτουργικό πνεῦμα, ὑπηρετεῖ τόν Θεό, Τόν λειτουργεῖ καί ταυτόχρονα, ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο. Διττός ὁ χαρακτήρας του. 

  Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ Παναγία, πού φαίνεται νά δέχεται ἕνα μήνυμα, κάνει ἀκριβῶς τό ἴδιο τό πράγμα. Αὐτή ἡ ἀποδοχή εἶναι λειτουργία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπηρετεῖ καί διακονεῖ τόν ἄνθρωπο. Καί οἱ δύο, πού φαίνεται νά ἀντιτάσσονται σέ μία διαλογική ἀναμέτρηση, κάθε ἄλλο παρά σέ αὐτή βρίσκονται. Καί οἱ δύο ἀπό τό μέρος τους, μέσα ἀπό τό δικό τους κοίταγμα καί μέ τόν τρόπο τους, ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο ταυτόχρονα σκοπό διττῶς: ὑπηρετοῦν τόν Θεό καί ὑπηρετοῦν τόν ἄνθρωπο.  
  Γι᾽ αὐτό ἡ γιορτή εἶναι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ὄχι ἁπλῶς τῆς Συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ γίνεται ἕνα ἄγγελμα τό ὁποῖο μᾶς καλεῖ σέ μία διπλή ἰσορροπία. Τό «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τό] «ὑπηρετεῖν» τόν ἄνθρωπο πού σημαίνει, προσέξτε τώρα τίς ἀπίθανες ἀνθρωπολογικές προεκτάσεις τῆς καθημερινότητας: Ἄν ἔχεις στόχους, παραδείγματος χάριν, νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους καί [νά] γίνεις ἀνθρωπιστής καί κάνεις μόνο αὐτό, κάνεις μισή δουλειά, γιατί ἡ λειτουργία, τοῦ «τούς ἀνθρώπους ἐξυπηρετεῖν», δέν μπορεῖ νά λειτουργήσει ἄν δέν εἶναι ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ νά γίνει δαιμονιώδης. Μπορεῖ νά γίνει καταστροφική, μπορεῖ νά γίνει ἀπάνθρωπη. Καί πόσες τέτοιες ἐκφράσεις δέν ἔχουμε μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς μας καί [στήν ἱστορία] τοῦ κόσμου. Ἡ ἱστορία τοῦ «λειτουργεῖν τῷ Θεῷ» καμία προοπτική [δέν ἔχει], ἄν δέν ἔχει μέσα της τό «λειτουργεῖν» τοῦ ἀνθρώπου. Μπορεῖ νά γίνει μέσα της μιά διαλογιστική ἀτομικιστική κίνηση δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς εὐωχίας. Δηλαδή ἕνα ἀπίθανο κλείσιμο, τό ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά ἄλλη ἀνθρωπολογική καταστροφή καί σέ πολύ βαθιές διαταραχές τῆς ψυχοσωματικῆς μας ἰσορροπίας. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει παρά μόνο ἀπό αὐτή τήν καθημερινή ἔκφραση, σέ αὐτό τό διπλό σχῆμα, τοῦ «ὑπηρετεῖν» τόν Θεό καί [τοῦ] «ὑπηρετεῖν» τούς ἀνθρώπους. Ἄν δέν ἀντέχεις νά ὑπηρετεῖς τούς ἀνθρώπους, δέν μπορεῖς νά ὑπηρετεῖς τόν Θεό. Καί τά δύο λειτουργοῦν μαζί. Καί αὐτό πιά ἀποκτάει ἕνα κάλλος μέσα στήν Ὀρθόδοξη ζωή καί μᾶς δίνει ἰσορροπίες οἱ ὁποῖες ἀκριβῶς δίνουν ἀπαντήσεις στό πῶς θά σταθοῦμε καί πῶς θά ζήσουμε πάνω στή ζωή μας.  
  Γιορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί αὐτή ἡ ἰσορροπία, πού ἄν τή διαταράξουμε, διαταραχθήκαμε ὁλόκληροι. Οὔτε ἀνθρωπιστές εἴμαστε, οὔτε θεϊστές εἴμαστε. Ἐμεῖς λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τῆς προσφορᾶς μας, τῆς ζωῆς μας στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Καί τά δύο μαζί. Καί τότε ἀκριβῶς, ὁ Εὐαγγελισμός βρίσκει τό κάλλος του καί τότε ἡ ζωή μας ἰσορροπεῖ, γιατί ἀκριβῶς αὐτή ἡ γιορτή δηλώνει αὐτή τήν ἰσορροπία τοῦ Θείου μέ τό ἀνθρώπινο, σέ μία, προσέξτε, μυστική συνάφεια. Δέν μποροῦμε νά ἐκφράσουμε πῶς ἔγινε τό γεγονός, εἶναι ἄφραστο. Καί εἶναι πράγματι ἄφραστο. Ἄν ρωτήσετε δηλαδή, πόσα χιλιοστά τῆς ζωῆς μου νά βάλω γιά τόν Θεό καί πόσα γιά τούς ἀνθρώπους, αὐτό δέν γίνεται. Τά βάζεις καί τά δύο πέρα ἀπό ποσοστά. Καταπῶς μπορεῖς καί καταπῶς ζεῖς καί καταπῶς ὑπάρχεις. Δηλαδή τά βάζεις ὅλα. Τά ὅλα εἶναι ὅλα καί δέν εἶναι ποσοστά. Γι’ αὐτό, αὐτό εἶναι μυστήριο, αὐτή ἡ συνάφεια. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς δέν μπορῶ νά ἐκφραστῶ τό τί συμβαίνει. Εἶναι μυστήριο καί ἡ ζωή μας γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι μυστήριο. Δέν μπορεῖς νά πεῖς τί ποσοστά δίνεις γιά τόν Θεό καί τί γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι μία προγραμματική μαθηματική ἔκφραση καί τίποτα ἄλλο. Τά δίνεις ὅλα καί στά δύο καί χωρᾶνε ὅλα σέ ὅλα, καί τότε ἔχουμε ἰσορροπία. Καί ἐπειδή οἱ ὧρες μου εἶναι εἴκοσι τέσσερις, ἔτσι μοῦ τίς ἔδωσε ὁ Θεός, σημαίνει ὅτι καί τά δύο χωρᾶνε μέσα σέ εἴκοσι τέσσερις ὧρες, ταυτόχρονα μ’ ἕναν μυστικό τρόπο νά λειτουργήσουνε καί ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ θεραπεία [τοῦ] ἀνθρώπου καί δέν λέει τώρα θά δώσω τόσες ὧρες γιά τόν Θεό καί τόσες γιά τούς ἀνθρώπους. Αὐτό εἶναι τό μυστήριο, πού ἡ ζωή μας εἶναι ἀνθρώπινη κατεξοχήν καί κατεξοχήν Θεία. Καί δέν ὑπάρχουν ὧρες μεμονωμένες καί τότε ἀποκτοῦμε ἰσορροπία καί τότε βρίσκουμε τό κάλλος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.

ΗΧΟΣ Α’ , ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ. ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

 

ΗΧΟΣ Α’ 

ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ.
ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.
ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ.

Ωδή α’. Ήχος α’.
Χριστιανών καταφύγιον, πιπτόντων επανόρθωσις Πάναγνε˙ πταιόντων το ιλαστήριον˙ ρύσαί με καταδίκης της φοβεράς, και πυρός ασβέστου, την αιώνιον ζωήν παρεχομένη μοι.

Εν απογνώσει συνέχομαι, το πλήθος εννοών των πταισμάτων μου, και την του Κριτού απόφασιν˙ Δέσποινα Θεοτόκε συ μοι γενού, θεία μεσιτεία, καταλλάσσουσα αυτόν τη ευπλαγχνία σου.

Παρθένε μόνη πανύμνητε˙ Παρθένε η Θεόν σωματώσασα˙ Παρθένε η πάσι πρόξενος ζωής της αιωνίου, λάμψον μοι φως, το της μετανοίας, διαλύουσαν τον ζόφον των πταισμάτων μου.

Ιδού προς σε νυν κατέφυγον, την σκέπην μου και θείαν αντίληψιν, τα σπλάγχνα της σης μοι χάριτος, δείξον ανεωγμένα, μη οργισθής μηδέ παραβλέψης, μη εάσης με Παρθένε απολλύμενον.

Ωδή γ’.
Τω προ των αιώνων.
Πάντες οι Προφήται, σε Μητέρα Θεού ανεκήρυττον δια συμβόλων παραδόξων, ων ημείς τας εκβάσεις, τρανώς ιδόντες πιστεύομεν, και εξαιτούμεν, τυχείν δια σου, θείας ιλαρότητος.

Ώφθης πλατυτέρα, ουρανών συλλαβούσα τον πάντων Θεόν, και εν αγκάλαις σου συνέχεις, τον συνέχοντα πάντα, αγνή όθεν ικετεύω σε, των συνεχόντων δεινών με παθών, τάχος ελευθέρωσον.

Συ των εν ανάγκαις, και εν θλίψεσι πρόμαχος πέφυκας˙ συ των εν ζάλη τη του βίου, αγαθή κυβερνήτις˙ διο ικετεύων κράζω σοι την σην βοήθειαν Κόρη αγνή, δώρησαι τω δούλω σου.

Δέσποινα του κόσμου, σωτηρία πιστών και αντίληψις, τους εκ βαθέων στεναγμούς μοι, πεμπομένους καρδίας, προς σε και δάκρυα Πάναγνε, προσδεδεγμένη πταισμάτων πολλών, ρύσαί με και θλίψεων.

Ωδή δ’.
Ράβδος εκ της ρίζης.
Μόνην σε πιστοί μετά Θεόν, ελπίδα ακαταίσχυντον, και προστασίαν Κόρη έχομεν, ταις σαις πρεσβείαις ημάς, λύτρωσαι εκ παντοίων, εχθρών ορατών και αοράτων, και βλάβης και πειρασμών˙ ίνα σε απαύστως δοξάζωμεν.

Υλώδους εμφάσεως αγνή, τον νουν μου εκκαθάρασα, έρωτος θείου δείξον έμπλεων, τα θεία λέγειν αεί, φαντάζεσθαι τα θεία˙ τα θεία ποιείν εμμελώς έργα, όπως εκφύγω φρικτήν, κα διαιωνίζουσαν κόλασιν.

Ου κέκτημαι άλλη επί γης, προστάτιν και υπέρμαχον, και τείχος απροσμάχητον ειμή σε μόνην αγνή, Θεοτόκε άχραντε˙ συ γαρ μοι ελπίς και σωτηρία, και σκέπη και βοηθός, και παραπτωμάτων συγχώρησις.

Κατάβαλε θράσος πονηρόν, εχθρού και πανουργεύματα, τα κατ’ εμού επιφερόμενα, και ένδυσόν με την σην, ισχύν παναμώμητε, άτρωτον αεί διατηρούσα, απήμονα αβλαβή, τον ειλικρινώς σε γεραίροντα.

Ωδή ε’.
Θεός ών ειρήνης.
Ανόρθωσις πάντων, πιπτόντων συ εί˙ ασθενούντων ταχεία επίσκεψις˙ διο ταις παραπτώμασι πεσόντα χαλεπώς, και την ψυχήν νοσούντα, θεράπευσον και σώσον, ανορθούσά με Κόρη, τη παναλκεί χειρί σου Δέσποινα.

Σωτήρια όπλα, εξ ύψους ταχύ, δυσωπώ σε Παρθένε παράσχου μοι, την θείαν σου αντίληψιν και σκέπην και ισχύν, μεθ’ ών του αρχεκάκου νικήσας πανουργίαν, σωτηρίας ενθέου, αξιωθώ Θεομακάριστε.

Παλάτιον θείον του Λόγου αγνή, εμέ των πονηρών εργαστήριον, υπάρξαντα πνευμάτων δια πράξεων αισχρών, και τούτων εκπληρούντα, το θέλημα αφρόνως, δια της μετανοίας, δείξον Θεού κατοικητήριον.

Εν ώρα εσχάτη της εξόδου μου, και ψυχής χωρισμού εκ του σώματος, βοήθειά μοι φάνηθι και πρόμαχος γενού, τους επιτιθεμένους, εχθρούς τους αοράτους, αγνή αποσοβούσα, και προς Θεόν χειραγωγούσά με.

Ωδή ς’.
Σπλάγχνων Ιωνάν.
Πύλη θεϊκής, ακτίνος συ πέφυκας, πηγή τε φωτός αδύτου γέγονας˙ το γαρ πλήρωμα, της Θεότητος άπαν εσκήνωσεν, απορρήτως εν τη μήτρα σου Πανάμωμε˙ ούπερ φυσικήν ενέργειαν, και την αίγλην βραβεύεις τοις χρήζουσιν.

Έστη μέχρι σου, Παρθένε ο θάνατος˙ ζωήν γαρ Χριστόν εκυοφόρησας, τον δωρούμενον, καθαρώς εις αυτόν τοις πιστεύουσι, την αθάνατον και θείαν απολύτρωσιν˙ τούτον Παναγία αίτησαι, λυτρωθήναι πταισμάτων τους δούλους σου.

Μύρου νοητού, δοχείον γεγένησαι, του πάσαν την γην ευωδιάσαντος, της Θεότητος, τοις ατμοίς Παναγία Θεόνυμφε˙ δι’ όπερ τη ευωδία της πρεσβείας σου, πάσαν αηδίαν έλασον, εκ ψυχής της εμής παραπτώσεων.

Πυρ των ηδονών, σφοδρώς κατακαίει με, και θλίβει αεί την ταπεινήν μου ψυχήν, και προς άτοπον, εργασίαν συνωθεί και άθεσμον˙ η το πυρ το θεϊκόν αποκυήσασα, σβέσον τούτο καταμάρανον, η εμή σωτηρία Θεόνυμφε.

Κάθισμα. 
Ήχος α’.
Τον τάφον σου Σωτήρ.
Λυχνία χρυσαυγής, του ηλίου της δόξης˙ λαμπάς λευκοφαής, του φωτός του αδύτου, νεφέλης πυρσεύουσα, του Πατρός το απαύγασμα, της καρδίας μου, αμβλυωπούσας τας κόρας, φωταγώγησον, μαρμαρυγαίς ακηράτοις, και θείοις πυρσεύμασιν.

Ωδή ζ’.
Οι παίδες ευσεβεία.
Λαβίς ην Ησαΐας, ο Προφήτης πάλαι εθεάσατο, τον θείον άνθρακα Χριστόν, εν κοιλία συ ει φέρουσα, πάσαν ύλην αμαρτίας καταφλέγοντα, των δε πιστών τας ψυχάς φωταγωγούντα.

Ως όμβρος επί πόκον, καταβάς εν ση γαστρί σεσάρκωται, ο της ειρήνης ποταμός, η πηγή της αγαθότητος, ο σταγόνας υετού εξαριθμούμενος˙ ο των Πατέρων Θεός ευλογητός ει.

Θεόνυμφε Μαρία, η ελπίς και χαρά των υμνούντων σε, τας των πταισμάτων μου σειράς, διαρρήξασα πρεσβείαις σου, τω συνδέσμω της αγάπης Χριστού σύνδησον, τους εναρέτους καρπούς ανθηφορείν με.

Ανάγαγε Παρθένε, εκ βυθού με των αισχρών μου πράξεων, και καταπράϋνον αγνή, των παθών μου το κλυδώνιον, και καρδίας μου την πώρωσιν διάλυσον, και δώρησαί μοι πηγήν την των δακρύων.

Ωδή η’.
Θαύματος υπερφυούς.
Μώμος εν τω κάλλει σου ουκ έστι Κόρη˙ συ γαρ μόνη πανάχραντος ώφθης, εξ αιώνος Άχραντε παρθενίας μαρμαρυγαίς, καταυγάζουσα τον κόσμον παρθενίας φωτί˙ διο ανυμνούντές σε κραυγάζομεν˙ ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας.

Στάμνον σε το μάννα κεκτημένην, της Θεότητος έγνωμεν Κόρη, κιβωτόν και τράπεζαν, και λυχνίαν θρόνον Θεού, και παλάτιον και γέφυραν μετάγουσαν, προς θείαν ζωήν τους αναμέλποντας˙ ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας.

Άγκυραν πανασφαλή σε κεκτημένοι, σωτηρίας ημών τας ελπίδας, επί σοι πιστεύομεν, Θεοτόκε αλλά γενού, τοις ικέταις σου λιμήν και τείχος άρρηκτον, και προς το βοάν απαύστως ίθυνον˙ ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας.

Άγκυραν πανασφαλή σε κεκτημένοι, σωτηρίας ημών τας ελπίδας, επί σοι πιστεύομεν, Θεοτόκε αλλά γενού, τοις ικέταις σου λιμήν και τείχος άρρηκτον, και προς το βοάν απαύστως ίθυνον˙ ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας.

Άκουσον του εκ καρδίας στεναγμού μου, ενωτίσθητι φωνής κλαυθμού μου, Παναγία Δέσποινα, μη παρόψη τον συντριμμόν, της αθλίας μου ψυχής αλλά παράσχου μοι, την τελείαν λύσιν των πταισμάτων μου, και χαράς της μελούσης με αξίωσον˙ ίνα σε δοξάζω εις πάντας τους αιώνας.

Αινούμεν. 
Ο Ειρμός.
«Θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος, εξεικόνισε κάμινος τύπον, ου γαρ ους εδέξατο φλέγει νέους, ως ουδέ πυρ, της Θεότητος Παρθένου ην υπέδυ νηδύν˙ διο ανυμνούντες αναμέλψωμεν˙ ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κύριον, και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας».

Ωδή θ’.
Τύπον της αγνής.
Ίνα χαρμοσύνως άσμασι, χαριστηρίοις Κόρη καταγεραίρω σε˙ ίνα δια πάσης μου, ζωής μεγαλύνω σε, εξελού με εκ στόματος λέοντος, δεινώς ωρυομένου, και καταβρώξαί με σφαδάζοντος.

Ώφθης ιερόν ανάκτορον, και καθαρόν Παρθένε Χριστού παλάτιον, του προ των αιώνων, αληθώς βασιλεύοντος, και κρατούντος απάσης της κτίσεως˙ διο μου την καρδίαν, εξ ακαθάρτων παθών κάθαρον.

Στήσον της σαρκός το φρόνημα, και των παθών Παρθένε παύσον τον τάραχον, του προσφεύγοντος, Θεογεννήτορ τη σκέπη σου, και ελπίδος κρηπίδα σε έχοντος, και θείαν προστασίαν, πεπλουτηκότας και αντίληψιν.

Ήρα την ψυχήν μου Δέσποινα, προς σε και πάση γνώμη επί σοι πέποιθα˙ μη καταισχυνθείην, εις αιώνα ο δούλός σου˙ μηδ’ εχθροί μου καταγελασάτωσαν, οι νοητοί εν ώρα, της εκδημίας συλλαβόντες με.

Προσόμοια. 
Ήχος α’.
Των ουρανίων ταγμάτων.
Χαίρε Θεού Παναγίου ναέ Πανάγιε, χαίρε βασιλευόντων, το ανίκητον θάρσος˙ η πάντων προστασία των γηγενών, χαίρε βάθος αμέτρητον˙ ακατανόητον ύψος χαίρε χαρά, θλιβομένων και παράκλησις.

Χαίρε Πατρός προανάρχου νύμφη πανάμωμε, χαίρε του συνανάρχου, Υιού Μήτηρ Παρθένε˙ το σκεύος της αγνείας χαίρε Αδάμ, την Εδέμ η ανοίξασα, χαίρε νεφέλη ολόφωτε τους πιστούς, περιθάλπουσα και σκέπουσα.

Χαίρε φωτός απροσίτου θείον ανάκτορον, χαίρε εύκαρπε χώρα, η βλαστήσασα στάχυν, χαίρε δυστυχούντων η ασφαλής. Θεοτόκε ανόρθωσις, χαίρε η γέφυρα πάντας προς την ζωήν, επανάγουσα πρεσβείαις σου.

Πάθη ποικίλα χειμάζει, την ταπεινήν μου ψυχήν˙ και προς βυθόν καθέλκει, απογνώσεως όλον, προφθάσασά με σώσον ως αγαθή˙ επί σε γαρ κατέφυγον, την κραταιάν προστασίαν και ισχυράν, μη εκπέσω της αιτήσεως. 


 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Κατήχησις περί ἐγκρατείας (καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων) - Άγίου Θεοδώρου του Στουδίτου

Κατήχησις περί ἐγκρατείας 
(καί περί τῆς ὁμολογίας τῶν ἁγίων εἰκόνων)
δελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν.Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ’ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει. 
Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας. 
Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου. 
Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6). 
Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη. 
Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους,ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του. 
Τήν πολιτεία αὐτῶν τῶν μακαρίων κι ἐμεῖς οἱ ταπεινοί ἀκολουθοῦμε· καί τό ὅτι θέλουμε νά τούς μιμηθοῦμε τό μαρτυρεῖ ἡ μοναχική μας τελείωσις, ἡ ἄρνησις τοῦ κόσμου, ἡ ἀποξένωσίς μας ἀπό τήν πατρίδα μας, τούς συγγενεῖς μας, τούς φίλους μας, τά ὑπάρχοντά μας. Τό μαρτυρεῖ ἐπίσης ἡ ὑποταγή μας, ἡ ὑπακοή, ἀλλά καί αὐτή ἡ ὁμολογία μας τώρα (ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων), γιά τήν ὁποία ἔχουμε διωχθῆ. Λοιπόν νά χαιρώμαστε καί νά συγχαίρουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον πού μᾶς χαρίσθηκαν ὅλα αὐτά ἀπό τόν Θεό καί πού διανύουμε πνευματική ζωή, κατά τήν ὁποία ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά ἑορτάζουμε, ἄν θέλουμε, κάθε ἡμέρα καί νά χαιρώμαστε ἀτελεύτητη χαρά. 
Γι᾽ αὐτό, παρακαλῶ, μέ ἀκόμη περισσότερο ζῆλο νά ἀγωνιζώμαστε καί νά συνεχίζουμε τήν ὁμολογία μας αὐτή, ἐπειδή μάλιστα ἀκούστηκε ὅτι ὁ βασιλεύς ἐξαγγέλει διαταγές ἐναντίον μας καί ἴσως νά ἔλθη ξαφνικά κανείς ἀπεσταλμένος του. Ἀλλά ἄς μή θορυβηθοῦμε μέ αὐτά πού ἀκούγονται. Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν (Ρωμ. η’ 31); Καί ἀφοῦ καί προηγουμένως μᾶς βοήθησε, δέν θά μᾶς βοηθήση καί στό ἑξῆς; 
Μόνο ἄς ἔχουμε γενναῖο φρόνημα, μόνο νά προσέχουμε καλά, καί αὐτός θά μᾶς δώση δύναμι σέ ὅλα νά Τόν εὐαρεστήσουμε μέ τήν ζωή μας μέχρι τέλους καί νά ἐπιτύχουμε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 
(Μετάφρασις ἐκ τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου) 
(Πηγή: imkby.gr)
 

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΗΧΟΣ Α΄ - ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ.

 ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ

  ΗΧΟΣ Α΄ 

ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ.

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ.

Οὐ ἡ μέν μέθοδος τοιαύτη.
Ἐν τῷ ἀ’ τροπαρίῳ ἑκάστης ᾠδῆς, δέεται ὁ ἁμαρτωλός πρός τήν Θεοτόκον. Ἐν τῷ β’. δέεται ἡ Θεοτόκος πρός τόν Χριστιανόν. Ἐν τῷ γ’ ἀποκρίνεται ὁ Χριστός πρός τήν Θεοτόκον. Καί ἐν τῷ δ’. ἀποκρίνεται ἡ Θεοτόκος πρός τόν ἁμαρτωλόν.

Ἡ δε ἀκροστιχίς.
Δέσποινα νεῦσον πρός λιτάς Θεοδώρου.

ᾨδὴ ἀ’. Ἦχος ἀ’. ᾨδὴ ἐπινίκιον.
Ὁ ἁμαρτωλός πρός τήν Θεοτόκον.
Δοχεῖον τῆς φύσεως τῆς ἀχωρήτου, Χριστόν ἐκδυσώπησον, ἶνα πυρός ῥύσηται τοῦ ἀφεγγοῦς με ἁγνή, καί ἀναδείξῃ κοινωνόν τῆς Βασιλείας αὑτοῦ.

Ἡ Θεοτόκος πρός τόν Χριστόν.
μήν δέξαι δέησιν Υἱέ καί Λόγε, καί ῥῦσαι κολάσεως τόν βοῶντα δοῦλον σου, πρός με ἐκ βάθους ψυχῆς, καί καταξίωσον αὑτόν τῆς βασιλείας σου.

Ὁ Χριστός πρός τήν Θεοτόκον.
Σὗ Μῆτερ ἐλέους με πηγήν γινώσκεις˙ καί γάρ τούς καθ’ ὤραν μοι τῷ Δεσπότῃ πταίοντας, ἁμαρτωλούς ελεώ˙ ἀλλ’ οὗτος λίαν με αἰσχροῖς, παραπικραίνει κακοῖς.

Ἡ Θεοτόκος πρός τόν ἁμαρτωλόν.
Πολλοίς παραπτώμασι καί ἀτοπίαις, αἰσχραῖς παρεπίκρανας, τόν Υἱόν μου˙ ὅθεν σοι, εἰς ἀγανάκτησιν νῦν, κεκίνηται καί εἰς ὀργήν ἡ εὐσπλαγχνία αὑτοῦ.

ᾨδὴ γ’. Τῷ πρό τῶν αἰώνων.
λον μου τόν βίον, ἀληθῶς ἐν κακοῖς εδαπάνησα˙ καί δία τοῦτο σοι κραυγάζω, τόν Υἱόν σου δυσώπει, ἁγνή ἶνα ὡς τόν ἄσωτον, ἀνακαλέσῃ καί σώσῃ με νῦν, κείμενον τοῖς πταίσμασιν.

Ίλαθι Παντάναξ, ὁ τεχθείς ἀπορρήτως ἐκ μήτρας μου, καί κατοικτείρησον σόν δοῦλον, ὡς τόν ἄσωτον πάλαι, υἱόν καί δεῖξον πανάγαθε, τῆς δεξιάς παραστάτην τῆς σής, ἐν ἡμέρα κρίσεως.

Νουνεχώς ὦ Μῆτερ, ἐκβοῶ σοι κἀγώ επακούσαί μου˙ ὁ ἀσωτίαις εμβιώσας, ἐν θερμή μετανοίᾳ, ἐλθών ἔκραζε τό ήμαρτον˙ ἀλλ’ οὗτος κἀν σοι βοᾶ μεταγνούς, ἐν ὑστέροις ψεύδεται.

 μοι ἔφης εἶπον, τῷ Υἱῶ μου κραυγάζουσα ἶνα σε, καταξιώσῃ Βασιλείας˙ ἀλλ’ αὑτός μοι αντέφη˙ θερμή πίστει οὐ προσῆλθε μοι, καί δία τοῦτο ἐκπέμπω αὑτόν ἀπό τοῦ προσώπου μου.

ᾨδὴ δ’’. Ἐν Πνεύματι προβλέπων.
Νοήσας ὦ Παρθένε τήν δύναμιν τήν σήν, μετά δέους κράζω σοι τῆ μόνη αγαθή˙ εἰ καί μετάνοιαν ὅλως θερμήν οὑκ έχω˙ ἀλλά ταῖς σαῖς πρός τόν Δεσπότην ἱκεσίαις, δίδου μοι τελείαν διόρθωσιν.

πάκουσον ὁ φύσει φιλάνθρωπος, Θεός, τῆς μητρός σου Δέσποτα βοώσης ἐκτενῶς, καί τόν σόν δοῦλον εκλύτρωσαι καταδίκης˙ εἰ δε καί πίστιν οὐ κέκτηται τήν τελείαν, ταύτην ὡς Θεός αὑτῷ δώρησαι.

πόθεσιν, ὦ Μῆτερ αὑτῷ παντοδαπήν, τοῦ σωθῆναι δέδωκα˙ ἀλλ’ οὗτος οὑκ ἐᾷ τάς ἁμαρτίας, εἰσῆλθε καί ἐν θανάτῳ, καί δία τοῦτο οὐδέ δύναται σωθῆναι, ἕως οὐ εἰς πῦρ ἀπελεύσεται.

Σἕ νῦν επιγινώσκω αἰτίαν τῆς σαυτοῦ, ἀπωλείας ὡς φησί ὁ θεῖος μου Υιός˙ σύ γάρ κατάκεισαι ὅλως τῆ ἁμαρτία, καί παρεδόθης τελείως τῆ ραθυμία˙ τίς ἐξαναστήσει σε κείμενον;

ᾨδὴ ἕ’. Θεός ὤν εἰρήνης.
 δούς μετανοίας, Παρθένε ποθῶ, διατρίβειν ἀεί τάς φερούσας με, ζωήν πρός ατελεύτητον˙ ἀλλ’ αὖθις τά δεινά, συστήματα δαιμόνων, καθέλκουσι κρημνίσαι, εἰς βυθόν ἁμαρτίας, καί ἀπωλείας δεινόν βόρβορον.

Νεκρώσας τόν θάνατον Σῶτερ τό πρίν, τόν Ἀδάμ τῶν δεσμῶν ηλευθέρωσας˙ διό καί νῦν τόν δοῦλον σου, Υἱέ μου δυσωπῶ, ἐξάρπασον δαιμόνων τῶν επηρεαζόντων˙ αὐτοί γάρ οὑκ ἐῶσι μετανοήσαί τινά πώποτε.

Πανύμνῆτε Μῆτερ βοῶ σοι καγώ˙ προσευχή καί νηστεία ἐξέρχονται, τά πλήθη τά παμπόνηρα, δαιμόνων ἐξ αυτού˙ ἀλλ’ οὗτος ἐγκρατείᾳ, δεήσει καί ἁγνεία, μή καθάρας τό σῶμα, δαιμόνων φεῦ γέγονε σπήλαιον.

ἠμάτων τῶν πρίν τοῦ Υἱοῦ μου καλῶς, ἐνωτίζου καί γνῶθι τά δέοντα˙ ἡνίκα γάρ οὑκ ἴσχυσαν οἱ τούτου μαθηταί, τό πνεῦμα ἐκδιώξαι, ἐβόα τούτοις λέγων˙ προσευχή καί νηστεία, δαιμόνων γένος ἐκδιώκεται.

ᾨδὴ ς’. Τόν προφήτην Ἰωνᾶν.
ὗ ῥημάτων εὐπορῶ, ἀρετῶν τε απορώ˙ οὐ γάρ στέργω προσευχήν, καί νηστείαν ἐκτελεῖν, Θεόνυμφε˙ καί δία τοῦτο πρός σε κατέφυγον.

Σύνες εὔσπλαγχνε Υἱέ, σής μητρός εκδυσωπώ˙ ὁ προστρέχων ἐπ’ ἐμέ, χρηστρών ἔργων ἀπορεῖ, καί κράζει μοι˙ οὑκ ἔχω πλήν σου ἐλπίδα Δέσποινα.

Λιτανεύουσα θερμῶς, παύσαι Μῆτερ τοῦ λαλείν˙ καί γάρ οὗτος ἀφορῶν ὅτι εὔσπλαγχνος εἰμί, μολύνεται, μή ἐπιβλέπων εἰς τήν ὀργήν τήν ἐμήν.

Ίκετεύω ὑπέρ σου, τόν Υἱόν μου καί Θεόν, ἶνα τύχης ιλασμού˙ ἀλλ’ αὑτός μοι ἐκβοᾷ, τοῦ παύσασθαι, καί μή πρεσβεύειν εἰς τό σωθῆναι σε.

Κάθισμα. Ἦχος ἀ’. 

Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Παράδεισον ἐν γῆ, λογικόν σε φυτεύσας, Χριστός ὁ φυτουργός, Παραδείσου τοῦ πρώτου, ἐν μέσῳ σου Δέσποινα, ὡς ζωῆς ξύλον έφυσεν˙ ὀν ἱκέτευε, τοῦ τῆς τρυφῆς Παραδείσου, αξιώσαί με, καί ἐφ’ ὑδάτων ἐκθρέψαι, τερπνῆς ἀναπαύσεως.

ᾨδὴ ζ’. Οἱ παῖδες εὐσεβείᾳ.
Τἤν πᾶσαν μου ἐλπίδα, ἐπί σε ἀνατίθημι Δέσποινα, καί μή ἀπώσῃ εἰς βυθόν, ἀπωλείας με τόν δείλαιον˙ ἀλλ’ ἀνάστρεψον τῷ σῶ βοῶσα πάλιν Υιώ˙ μή ἀπολέσῃς τό πλάσμα τῶν χειρῶν σου.

μετρητόν ὡς ἔχων, εὐσπλαγχνίας τό πέλαγος Δέσποτα˙ δέξαι με πάλιν δυσωπῶ, σε τόν μόνον εὐδιάλλακτον καί οικτείρησον τῶν σῶν χειρῶν τό ποίημα, ὁ οικτειρήσας ποτέ τήν Χαναναίαν.

Ίλάσκομαι καί σῴζω, τόν ἐν πόθῳ, πολλῷ προσερχόμενον˙ καί γάρ οὐ θέλω τό ἐμόν, απωλέσθαι πλάσμα πώποτε˙ εἰς τό σώσαι γάρ αὑτό, ὅλος ἐτέχθην ἐκ σου˙ ἀλλ’ οὗτος πόρρω, τῶν ἔργων μου ὑπάρχει.

Σοφία τοῦ Ὑψίστου, προϋπάρχων ὁ Υἱός μου γέγονεν, ἄνθρωπος ὅλος ἐξ ἐμοῦ, ἶνα σώσῃ τούς φυλάσσοντας, μετά πίστεως θερμῆς τό θεῖον βάπτισμα˙ ἀλλά σύ τούτων ἀμέτοχος ἐδείχθης.

ᾨδὴ ἡ’. Ὀν φρίττουσιν Ἄγγελοι.
Θαρρήσας προσῆλθον σοι Παρθένε θεωρῶν, τόν σόν Υἱόν σώσαντα, τήν πόρνην καί ληστήν˙ αὐτοί γάρ νομίμως οὐδέν ἔργον χρηστόν, ἔπραξαν ἐν βίῳ, ἀλλ’ ἔτυχον συγγνώμης.

ξ ὕψους ἐπίβλεψον εἰσάκουσον τῆς σής, Μητρός δεομένης σου καί ῥῦσαι τοῦ πυρός, τόν δοῦλον σου τοῦτον ὡς τήν πόρνην τό πρίν, καί ὡς ἐλυτρώσω, λῃστήν ἐν τῷ Σταυρῶ σου.

 πάλαι κρεμάμενος λῃστής ἐν τῷ Σταυρῶ, ἐν πίστει ἐκραύγαζε τό μνήσθητι καμού˙ ἡ πόρνη δε πάλιν τῶν δακρύων πηγάς, έβλυζεν, ἀλλ’ οὗτος, αὑτοῖς οὐχ ὡμοιώθη.

Δακρύουσαν σέσωκε τήν πόρνην ὁ Χριστός˙ ὡσαύτως πιστεύσαντα λῃστήν ἐν τῷ Σταυρώ˙ εἰ οὑν θέλεις ἄρτι σωτηρίας τυχεῖν, πρόσδραμε Κυρίῳ, σύν δάκρυσι καί πίστει.

Ὁ Εἱρμός.
ν φρίττουσιν Ἄγγελοι, καί πάσαι στρατιαί, ὡς Κτίστην καί Κύριον ὑμνεῖτε ἱερεῖς, δοξάσατε παῖδες, εὐλογεῖτε λαοί, καί ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ’. Τήν φωτοφόρον νεφέλην.
φθην ἁπάντων ἀνθρώπων, αμαρτωλότερος Κόρη, καί δία τοῦτο προσελθεῖν, τῷ Υἱῶ σου αιδούμαι˙ ἀλλά δυσώπησον αὑτόν, καί ἵλεων ποίησον, τοῦ δέξασθαι, ἐν θερμή με τῆ πίστει, καί ἐν πόθῳ προσερχόμενον αὑτῷ.

ὕσαι κολάσεως Λόγε, τόν προσελθόντα σοι δοῦλον, καί μή μνησθῇς ἀνομιῶν, τῶν αὑτοῦ δυσωπῶ σε˙ εἰ γάρ καί ἥμαρτε Σωτήρ˙ ἀλλά μοι προσπέφευγε, καί δέομαι˙ δι’ ἐμέ τοῦτον δέξαι, ὁ τοῖς πᾶσι τά αἰτήματα πληρῶν.

υκ ἔστιν ἄξιος Μῆτερ, ὁ προσφυγῶν σοι ελέους˙ καί γάρ ἀνθρώπων με οὐδείς, ὡς αὑτός παροργίζει˙ ἀλλά πρεσβείαις σου σεπταῖς, αὑτόν τῆς κολάσεως, ἀμέτοχον ἐν τῆ κρίσει ποιήσω, εἰ προσάξει μετανοίας μοι καρπούς.

πό τόν ἄδην ὑπάρχων, ἀνεβιβάσθης πρός ὕψος, ταῖς πρός τόν θεῖον μου Υἱόν, ἱκεσίαις καί πρόσχες, μή τοῖς προτέροις σου δεινοῖς, ἐμπέσῃς εγκλήμασιν˙ ἀλλ’ ἄπελθε, εἰς ὀδούς μετανοίας, μήπως πάλιν τῆ γεέννῃ ἐμβληθῇς.

Προσόμοια. 

Ἦχος ἀ’. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.
Χἀρά τοῦ κόσμου ὑπάρχεις, ἁμαρτωλῶν ὁ λιμήν˙ χειμαζομένων ρύστις, Θεοτόκε Παρθένε˙ δέξαι οὑν βοῶ σοι καμού τήν εὐχήν, καί τήν δέησιν ἄχραντε, ἤν καί προσάγαγε τάχει τῷ σῶ Υἱῶ, ἶνα σώσῃ με τόν ἄσωτον.

Χἀράς αἰτία μοι πάσης Υἱέ μου φίλτατε, συγχώρησιν πταισμάτων, δώρησαι τῷ σῶ δούλω˙ ἶνα γνῶσι πάντες ὅτι πρός σε, παρρησίαν ὡς Μήτηρ σου, μεγίστην ἔχω Χριστέ μου τοῦ δυσωπεῖν, ὑπέρ πάντας τούς ἁγίους σου.

Χἀράς δοχεῖον Μῆτερ, τῆ σή δεήσει καμφθείς, τήν ἄφεσιν πταισμάτων, τῷ ἀγνώμονι τούτῳ, δίδωμι καί ἄφες τοῦ εκβοάν˙ ἀλλ’ εἰπέ τούτῳ παύσασθαι, τοῦ ἁμαρτάνειν καί ἕλκειν με πρός οργήν˙ φύσει γάρ εὔσπλαγχνος πέφυκα.

Ίδοῦ τήν ἄφεσιν ἔσχες τῶν ἐγκλημάτων σου, ἐμοῦ λιταῖς καί πρόσχες, τόν ὑπόλοιπον βίον, θεάρεστον τελέσαι ὅπως τρυφῆς, ἀπολαύσῃς τήν εὔκλειαν, ἐν Παραδείσῳ σύν πᾶσι τοῖς ἐκλεκτοῖς, τήν οὐδ’ ὅλως λῆξιν ἔχουσαν.


Το ήθος του Α΄ Ήχου

 

Το ήθος του Α΄ Ήχου

Ήχος Α΄
Τέχνη μελουργός σους αγασθείσα κρότους,
Πρώτην νέμοι σοι τάξιν ω της αξίας!
Ηχος ο πρώτος Μουσική κληθείς τέχνη,
Πρώτος παρ΄ ημών ευλογείσθω τοις λόγοις.
Τα πρώτα πρώτε των καλών λαχών φέρεις.
Πρωτεία νίκης πανταχού πάντων έχεις. 
Η ερμηνεία των παραπάνω στίχων έχει ως εξής: Η τέχνη της μουσικής, επειδή θαύμασε τους ζωηρούς σου ήχους, σε τοποθετεί πρώτο στην τάξη των ήχων. Ω, πόση η αξία σου είναι! Ο ήχος που ονομάστηκε πρώτος στην τέχνη της μουσικής, ας επαινείται πρώτος από εμάς με τους λόγους μας. Σε σένα πρώτε, έλαχε η τιμή να παρουσιάζεις πρωτεύοντα ρόλο σε ωραιότατα μέλη. Και συ πανταχού απ΄ όλους τους ήχους κρατάς τα πρωτεία της νίκης.
Ο Α’ Ήχος χαρά, λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια. 
πρβλ.Πασχαλινούς Ύμνους «Αναστάσεως ημέρα»

Δημοφιλείς αναρτήσεις