Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ.


ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΕΛΕΣΕΩΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ. 
Τοῦ ᾿Αρχιμ. Μαξίμου Ματθαίου
Τό παρόν ἄρθρο δημοσιεύθηκε στήν «ΣΥΜΒΟΛΗ» Ἐπιθεώρησις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τυπικοῦ, τεῦχος 11 σ. 3 κἑ. (www.symbole.gr)
Σύμφωνα μέ τό ἰσχύον Τυπικό, ὅταν τά Χριστούγεννα τύχουν ἡμέρα Κυριακή ἤ Δευτέρα, ἡ ἀκολουθία τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, μεταφερομένη, ψάλλεται τήν προηγούμενη Παρασκευή, μετά τήν ἐνδιάτακτη ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς ἡμέρας (22ας ἤ 23ης Δεκεμβρίου). Ὁ δέ Μ. Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς τελεῖται κανονικά τήν ἑσπέρα τῆς παραμονῆς (Σαββάτου ἤ Κυριακῆς) χωρίς τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἐπεκράτησε δέ αὐτή τήν Παρασκευή νά μήν τελεῖται Θ. Λειτουργία. 
Ἡ ὑπαρκτή μέν, ἀλλά φαινομενική αὐτή ἀπαγόρευση τελέσεως Θείας Λειτουργίας, ὀφείλεται μᾶλλον σέ παρεξήγηση ἤ παρανόηση τῶν παλαιῶν Τυπικῶν, τά ὁποῖα δίδοντας ὁδηγίες γιά τίς περιπτώσεις πού ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων «τύχοι» Κυριακή ἤ Δευτέρα, ὥριζαν τήν μεταφορά τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τήν Παρασκευή καί στή συνέχεια ἐπεξηγοῦσαν, ὅτι σήμερα (Παρασκευή) δέν θά τελεσθεῖ στή συνέχεια τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ὁ Μ. Ἑσπερινός μετά τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου. Περιεκτικότερα καί ἐν κατακλεῖδι ἔγραφαν «μή τελουμένης σήμερον τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου»
Αὐτό τό «μή τελουμένης σήμερον τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου» ἐξελήφθη ὡς «μή τελουμένης σήμερον Θείας Λειτουργίας» καί προστίθεται (αὐθαιρέτως;) ὡς ἀπαγόρευση στά κατ’ ἔτος κυκλοφοροῦντα βοηθητικά ἐγκόλπια τῶν εἰδικῶν τυπικῶν διατάξεων καί ὁδηγιῶν. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι οὔτε τό ἰσχῦον Τ.Μ.Ε. οὔτε τό Τ.Κ.Π. κάμνουν τοιαύτην ἀναφορά, ἀλλά ἁπλῶς γράφουν: τό μέν Τ.Μ.Ε. «ψάλλονται αἱ Μ. Ὧραι μόναι· μετά δέ τήν Εὐχήν τῆς Θ΄ Ὥρας γίνεται ἡ συνήθης Ἀπόλυσις.», τό δέ Τ.Κ.Π. «τῇ Παρασ. πρωῒ ψάλ. αἱ ὧραι κατὰ τὴν τάξιν ὡς εἴθιστ. μετὰ δὲ τὴν θ΄. ἡ Εὐχή, ἅμα καὶ Ἀπόλ.». Αὐτό τό «μόναι» τοῦ Τ.Μ.Ε. σημαίνει ὅτι ἀπαγορεύεται νά γίνει Θ. Λειτουργία ἤ ὅτι δέν θά ψαλεῖ σήμερα καί ὁ Μ. Ἑσπερινός μετά τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου; Πάντως στά Ἁγιορείτικα Τυπικά καί στό Τ.Γ.Ρ. ἀναγράφεται σαφῶς ὅτι «δέν τελεῖται λειτουργία ἐν τῇ Παρασκευῇ ταύτῃ»
Μία τέτοια ἀπαγόρευση τελέσεως Θείας Λειτουργίας σέ ἡμέρα, πού δέν ἀνήκει στίς «μή λειτουργήσιμες ἡμέρες», ὅπως ἡ Μ. Παρασκευή καί ἡ Τετάρτη καί Παρασκευή τῆς Τυροφάγου, φαίνεται ἀπίθανη. 
Ἡ μόνη ἐξήγηση, ἐκτός τῆς παρεξηγήσεως, φαίνεται νά εἶναι, ὅτι ἡ ἀκολουθία τῶν Μ. Ὡρῶν, ἡ ὁποία συνετέθη «κατ’ ἀπομίμησιν» τῶν Μ. Ὡρῶν τῆς Μ. Παρασκευῆς, συμπαρέσυρε καί τό «ἀλειτούργητον» [1]. Ἀλλά μέχρι ποίου σημείου μπορεῖ ἡ ἀπομίμηση αὐτή νά ἀκολουθεῖ πάντα τά ἰδιάζοντα τῆς Μ. Παρασκευῆς; τή στιγμή πού οὔτε ἡ παραμονή τῶν Χριστουγέννων, καθ᾿ ἥν ψάλλονται κανονικά οἱ Μ. Ὧρες, δέν εἶναι ἀλειτούργητος ἡμέρα, ἀλλά ἁπλῶς τελεῖται Θ. Λειτουργία μέ τόν Ἑσπερινό, διά τό νήστιμον τῆς ἡμέρας, μέ «τήρηση ἐνάτης» κατά ἀρχαιότατη τάξη. 
Καί ἡ Σαρακοστή τῶν Χριστουγέννων θεσπίσθηκε μεταγενέστερα κατά μίμηση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά δέν ἀκολούθησε τήν αὐστηρή ἀπαγόρευση τελέσεως τελείας Θ. Λειτουργίας κατά τίς καθημερινές της! Ἀντίθετα κατά τή Σαρακοστή τῶν Χριστουγέννων ἐπεκράτησε νά τελεῖται στίς ἐνορίες καί τίς μονές καθημερινά Θ. Λειτουργία, τό λεγόμενο σαρανταλείτουργο. Καί πῶς νοεῖται μέσα σ’ αὐτό τό σαρανταλείτουργο, μιά ἡμέρα νά ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας; 
***
Καί δέν θά ὑπῆρχε πρόβλημα ἀπ’ αὐτή τήν (ἔστω φαινομενική ἀλλά ὑπαρκτή) ἀπαγόρευση, ἄν οἱ συνθῆκες τῶν μεγάλων ἐνοριῶν τῶν μεγαλουπόλεων, ἀλλά καί κάθε ἐνορίας, δέν καταστοῦσαν ἀναγκαία τήν τέλεση Θ. Λειτουργίας γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν τίς παραμονές τῶν Χριστουγέννων[2], ἀλλά κυρίως γιά τόν ἐκκλησιασμό τῶν μαθητῶν τῶν σχολείων, τῶν ὁποίων οἱ διευθύνσεις φορτικῶς ἀπαιτοῦν νά ἔλθουν τά παιδιά στήν ἐκκλησία, τήν τελευταία αὐτή ἡμέρα πρίν ἀπό τίς διακοπές τῶν Χριστουγέννων γιά ἐκκλησιασμό καί θ. κοινωνία. Δέν ἀναφερόμαστε βέβαια στό πρόβλημα πού δημιουργεῖται μέ τούς πανηγύριζοντες Ναούς τῆς ἁγ. Ἀναστασίας (22 Δεκ.) ἤ τῶν τοπικῶν ἁγ. Δέκα μαρτύρων τῶν ἐν Κρήτῃ (23 Δεκ.), οὔτε στήν εὐλάβεια τῶν πιστῶν γιά τήν εἰρημένη ἁγία ἤ ἁγίους, τούς ὁποίους θέλουν νά τιμοῦν μέ Θ. Λειτουργία. 
Μέ τά παραπάνω σέ καμμία περίπτωση δέν πρεσβεύουμε ὅτι οἱ ἱερεῖς μας ἀπό ποιμένες πρέπει νά γίνουν ποιμενόμενοι –κατευθυνόμενοι ἀπό τίς παράλογες πολλές φορές ἀπαιτήσεις τῶν χριστιανῶν, παραβαίνοντες σαφεῖς καί βασικές διατάξεις τοῦ Τυπικοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας, τό ὁποῖο ἄλλωστε διασώζει περισσήν σοφίαν καί μετρικήν διάκρισιν. 
Ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας τήν Παρασκευή 22 ἤ 23 Δεκεμβρίου δέν ἐμπίπτει στίς περιπτώσεις ἀγνοίας ἤ καταστρατηγήσεως τοῦ Τυπικοῦ, ἀπειθείας ἤ ἐλλείψεως σεβασμοῦ στή λειτουργική μας παράδοση, οὔτε κἄν ἐμπίπτει στίς περιπτώσεις χρήσεως «οἰκονομίας», οὔτε «χατιρικῆς» ἐνδόσεως καί ἰκανοποιήσεως ἐγωϊστικοῦ θελήματος τῶν χριστιανῶν. 
Σέ καμμιά περίπτωση δέν πρεσβεύουμε, ὅτι, ἐπειδή πολλάκις δέν γίνεται ἀντιληπτή ἡ σοφία τοῦ Τυπικοῦ καί ἡ ἐξαιρετική νοηματοδότηση ἐξεχουσῶν ἡμερῶν τοῦ ἑορτολογίου μας, θά ὀφείλαμε ἐνδεχομένως νά τελέσουμε Θ. Λειτουργία τή Μ. Παρασκευή ἤ τίς ἄλλες «μή λειτουργήσιμες» ἡμέρες ἤ νά τελέσουμε τελεία Θ. Λειτουργία κατά τίς (ἐκτός Σαββάτου καί Κυριακῆς) ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀλλά ἡ Παρασκευή 22α ἤ 23η Δεκεμβρίου δέν ἀνήκει σ᾿ αὐτές τίς «μή λειτουργήσιμες» ἡμέρες. Ἄρα δέν ὑπάρχει λόγος στενοχωρίας, προστριβῶν καί διενέξεως. 
***
Θά ἀντέτεινε κανείς ὅτι ἀφοῦ ἡ παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἤ τῶν Θεοφανείων εἶναι ἡμέρα νήστιμη, ὅταν δέ αὐτή συμβαίνει Σάββατο ἤ Κυριακή, σέ μή νήστιμη δηλ. ἡμέρα, δέν θά ἔπρεπε νά μεταφέρεται αὐτή ἡ νήστιμος ἡμέρα τήν προηγουμένη Παρασκευή; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὄχι! Δέν μεταφέρεται αὐτή ἡ ἀρχαία λειτουργική νηστεία τῆς παραμονῆς μέ τά ἰδιάζοντα ἀρχαιότατα στοιχεῖα, κατά τά ὁποῖα, ὡς ἐλέχθη, «τηρεῖται ἐνάτη» δηλ. ἡ Θ. Λειτουργία τελεῖται τό ἑσπέρας (μέ τόν Ἑσπερινό), ἁπλῶς καταλιμπάνεται. Καί γιά μέν τά Θεοφάνεια αὐτό εἶναι ἐμφανές, ἀφοῦ ἡ Παρασκευή 3 ἤ 4 Ἰανουαρίου ἐμπίπτει ἐντός τοῦ δωδεκαημέρου· ἀλλά καί γιά τά Χριστούγεννα τό αὐτό ἰσχύει, ὅσο ἀφορᾷ τίς λειτουργικές ἐπιπτώσεις τῆς αὐστηρᾶς νηστείας τῆς παραμονῆς μέ «τήρηση ἐνάτης», δηλ. Θ. Λειτουργία στόν Ἑσπερινό. 
Ἐνδεικτικό αὐτοῦ εἶναι ὅτι κατά τό Τυπικό τῆς Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος (ιβ΄ αἰ.), ὅταν συνέβαινε ἡ παραμονή τῶν Χριστουγέννων Σάββατο ἤ Κυριακή, οἱ Μ. Ὧρες ἀργοῦσαν (κατελιμπάνοντο), δέν ἐτελοῦντο καθόλου. Τελικά ἐπεκράτησε ἡ λύση τοῦ Τυπικοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Σωτῆρος Μεσσήνης (1131), νά μεταφέρεται ἡ ἀκολουθία τῶν Μ. Ὡρῶν τήν ἀμέσως προηγούμενη Παρασκευή, καί καλῶς ἐπεκράτησε[3]. Γιατί νά χαθεῖ αὐτή ἡ αὐτοτελής ἑορταστική καί ἀνεπανάληπτη δι᾿ ἕκαστον ἔτος ἀκολουθία; 
Αὐτή ὅμως ἡ «οἰκονομική» μετάθεση τῆς σημαντικῆς αὐτῆς αὐτοτελοῦς καί ξεχωριστῆς ἀκολουθίας τῶν Μ. Ὡρῶν, πού ἐνδεχομένως νά θεωρήθηκε καί «νεωτερισμός» τήν ἐποχή ἐκείνη, δέν μπορεῖ νά συμπαρασύρει καί ὅλα τά στοιχεῖα τῆς παραμονῆς, ὅπως σαφῶς δέν συμπαρέσυρε καί τήν ἑσπερινή τέλεση Θ. Λειτουργίας· οὔτε καί νά δεσμεύει τήν ἡμέρα χωρίς Θ. Λειτουργία. Πρόκειται ἁπλῶς περί μιᾶς μεταθέσεως τῆς σημαντικῆς αὐτῆς ἐνιαύσιας ἀκολουθίας, χωρίς τά παρεπόμενα τῆς παραμονῆς τῆς ἑορτῆς, πολλῷ δέ μᾶλλον χωρίς τά παρεπόμενα τῆς Μ. Παρασκευῆς. 
Ἄν κατά τά κτιτορικά Τυπικά προβλέπεται σήμερα «τήρηση ἐνάτης», αὐτό ἀφορᾶ τήν τράπεζα καί μόνον, καί ὄντως ὀφείλεται στή μεταγενέστερη προσπάθεια τῆς, ὅσο τό δυνατόν, περισσοτέρας ἀποτυπώσεως τοῦ χαρακτῆρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στή (κτιτορική ἄλλωστε) Σαρακοστή τῶν Χριστουγέννων, κάτι πού φαίνεται καί στίς τυπικές τους διατάξεις καί εἶναι ὄντως νεωτερισμός. Δέν ἀκολουθήθηκε ὅμως καί ἡ λειτουργική τάξη καί δέν προβλέφθηκε καί τέλεση ἑσπερινῆς Λειτουργίας (τελείας ἤ προηγιασμένης), γιατί ἡ ἡμέρα αὐτή δέν ἀνήκει στίς ἀρχαίες ἰδιαίτερες ἡμέρες, ὅπως τίς παραμονές Χριστουγγένων, Θεοφανείων, Μ. Πέμπτη, Μ. Σάββατο ἤ τίς καθημερινές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς κατά τίς ὁποίες τελεῖται ἑσπερινή Θ. Λειτουργία, ἀλλά στίς συνήθεις νήστιμες ἡμέρες (ὅπως ἡ -κατά τούς κανόνας-Τετάρτη καί Παρασκευή) κατά τίς ὁποῖες δέν ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας. 
*** 
λλά ἄς ἔλθουμε στό πρακτικό μέρος, πῶς δηλαδή μπορεῖ νά τελεσθεῖ ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου καί ἡ ἑορταστική ἀκολουθία τῶν Μ. Ὡρῶν -κάτι πού ἴσως τελικά νά δημιούργησε καί τήν παράδοξη αὐτή ἀπαγόρευση. 
Σήμερα οἱ περισσότερες μεγάλες καί πολυπληθεῖς ἐνορίες στήν περίπτωση πού ἐξετάζουμε, τελοῦν τήν ἀκολουθία τῶν Μ. Ὡρῶν τήν ἑσπέρα μετά τοῦ προεορτίου ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου, γιά νά δυνηθοῦν περισσότεροι πιστοί νά προσέλθουν στήν ἅπαξ τοῦ ἔτους ψαλλομένη ἑορταστική αὐτή ἀκολουθία[4] μέ τούς ὑπέροχους ὕμνους, τούς μεσσιανικούς ψαλμούς, τά Παλαιοδιαθηκικά καί Καινοδιαθηκικά Ἀναγνώσματα. Ἔτσι τό πρωΐ τῆς Παρασκευῆς τελοῦν μόνον τόν Ὄρθρο, ἀπαγορευομένης τῆς τελέσεως Θ. Λειτουργίας. 
Ἡ προσφορότερη, λοιπόν, λύση στήν περίπτωσή μας εἶναι ἡ ἀκολουθία τῶν Μ. Ὡρῶν νά τελεῖται τήν ἑσπέρα τῆς Παρασκευῆς μετά τοῦ προεορτίου ἑσπερινοῦ, ὅπως ἀναφέρθηκε, τό δέ πρωΐ τῆς Παρασκευῆς συναπτῶς μέ τόν προεόρτιο Ὄρθρο τῆς ἡμέρας νά τελεσθεῖ καί ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου. 
Ἄλλη λύση εἶναι νά ψαλοῦν οἱ Μ. Ὧρες μετά τήν ἀπόλυση τῆς Θ. Λειτουργίας τό πρωΐ, ὅπως προβλέπουν τά ἀρχαιότερα Τυπικά γιά τήν σύμπτωση Μ. Παρασκευῆς καί Εὐαγγελισμοῦ, ἤ ἀκόμη μία λύση εἶναι νά ψαλεῖ ὁ Ὄρθρος καί στή συνέχεια οἱ Μ. Ὧρες, μετά δέ τήν ἀπόλυση τῆς Θ΄ Ὥρας νά τελεσθεῖ ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου, ὅπως προβλέπουν τά νεώτερα Τυπικά γιά τήν ἴδια περίπτωση, ὅταν δηλ. συμπίπτει ἡ ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μέ τήν Μ. Παρασκευή[5]
[1] Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἔκδοσις Α΄ 2003, τ. Ε΄, σελ. 230. 
[2]Δέν ἀναφερόμαστε στήν ἀντίστοιχη περίπτωση τῶν Θεοφανείων, γιατί δέν ὑπάρχει τόσο σοβαρός λόγος, παρ᾿ ὅτι καί γι᾿ αὐτή τήν περίπτωση ἰσχύει ὁ ἴδιος προβληματισμός. 
[3]Ἰω. Φουντούλη, ὅ.π., σελ. 229. 
[4]Τείνει νά ἐπικρατήσει γιά τόν ἴδιο λόγο, ἡ τέλεση τοῦ προεορτίου ὄρθρου καί τῶν Μ. Ὡρῶν ἀπό βραδύς τῆς παραμονῆς, δηλ. τό βράδυ τῆς προπαραμονῆς (κατά τόν τύπον τῶν «παννυχίδων» τῆς Μ. Ἑβδομάδος) καί στίς περιπτώσεις πού τά Χριστούγεννα τύχουν ἀπό Τρίτης ἕως Παρασκευῆς, τελουμένου τό πρωΐ τῆς παραμονῆς μόνον τοῦ Μ. Ἑσπερινοῦ μετά τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου. 
[5]Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἔκδοσις Γ΄ 1989, τ. Β΄, σελ. 20.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις