Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Το "πως" που σώζει...

ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΚΑΤῌ ΕΚΤῌ
ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
ιη΄ 9 - 14

 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλουστα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής  4 Φεβρουαρίου του 2001

Τὸ ηχητικό απόσπασμα από την ομιλία - σε mp3 εδώ

Αρχομένου του Τριωδίου και θέλουσα η Εκκλησία να μας οδηγήσει στην κάθαρση των πραγμάτων, που είναι η ανάσταση του Χριστού μας, έταξε αυτή η πολύ γνωστή, μα η τόσο πολύ γνωστή περικοπή του Τελώνου και του Φαρισαίου, να δίνει έναυσμα σε αυτή την πορεία τής βαθιάς καθάρσεως. Όλοι σας βέβαια γνωρίζετε τα ποικίλα νοήματα, τα προκύπτοντα από την περικοπή. Αλλά μέσα της κρύβεται, όπως συμβαίνει σε όλες τις περικοπές, ένα πολύ μεγάλο κάλλος, που θα προσπαθήσουμε, ακολουθώντας τον δρόμο των μυσταγωγικών ερμηνειών των Πατέρων, να σας ανοίξουμε στα μάτια σας και στις ακοές σας αυτή ακριβώς την πτυχή αυτής της περικοπής.

Ο κόσμος παίζει τις μάχες του στα μεγέθη, στις ποσότητες. Το μεγάλο, το κυρίαρχο, το βίαιο, το διαφημιζόμενο, το ψευτο-φωτεινό. Όλα αυτά είναι μεγέθη, και η μάχη γίνεται στο μέγεθος. Ο πιο μεγάλος, ο πιο δυνατός, ο πιο ισχυρός, ο κατέχων τα περισσότερα φαίνεται που κυριαρχεί. Ενώ η Εκκλησία δίνει τη μάχη της σε ποιοτικά μεγέθη. Και εδώ ακριβώς στην περικοπή αυτή γίνεται η ανάλυση του ποιοτικού μεγέθους, που αν δεν το έχουμε μπορεί να υπάρχει σύγχυση.

Ακούστε απλά παραδείγματα προκύπτοντα από την περικοπή. Ένα πρώτο ρήμα: «ἀνέβησαν» και οι δύο. Καμία διαφορά στο ποσοτικό μέγεθος. Και οι δύο ανέβηκαν. Αν δεν ξέρεις το ποιοτικό μέγεθος, το «πώς» ανέβηκαν, τότε δεν μπορείς να ξεχωρίσεις πού είναι αλήθεια και πού είναι το ψέμα. Γιατί όπως λένε οι ερμηνευτές Πατέρες, όλοι έχουμε μέσα μας την πορεία, να ανεβαίνουμε. Σημασία έχει «πώς» ανεβαίνουμε. Γιατί αν ανέβεις θεϊκώς προς το Θεό, ξέροντας πως είναι ο σκοπός σου, θα πας σε Εκείνον και θα πας στο Αιώνιο. Αν ανέβεις χωρίς Αυτόν, «πού» θα ανέβεις; είναι το ερώτημα· όπου θα βρεθείς μπρος την απελπισία το «πού». Το ποιοτικό μέγεθος είναι το «πώς» ανεβαίνεις και προς τα «πού» ανεβαίνεις.

Το δεύτερο μεγάλο ποιοτικό μέγεθος που από την περικοπή προκύπτει. Και οι δύο «προσηύχονταν» και οι δύο έκαναν προσευχή. «Πώς προσεύχεσαι» είναι το δεύτερο ερώτημα  το ποιοτικό που προκύπτει. Βλέπετε ο ένας λέει «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν». Προσεύχομαι σημαίνει αναφέρομαι, προσεύχομαι σημαίνει λατρεύω. Πώς λατρεύω και τι λατρεύω. Αν «σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν προσηύχετο», τότε αυτό που έκανε ήταν αυτο-ειδωλοποίηση και αυτο-θεοποίηση του εαυτού του. Και αυτό είναι καταστροφικό, αυτό είναι το δαιμονιώδες. 

Ενώ ο άλλος δεν εστάθη προς εαυτόν. Και μάλιστα τονίζει το κείμενο από «μακρόθεν ἑστὼς»: ένιωθε το πόσο μακριά είναι απ' τον Θεό. Άρα γνώριζε την απόσταση που είχε απ' αυτόν, δεν στάθηκε προς εαυτόν. Και «ἔτυπτεν» τον εαυτόν του. Αυτό το «πώς προσεύχεσαι», το «τι λατρεύεις», το «πού αναφέρεσαι». Αν δεν υπάρχει η θεϊκή αναφορά της λατρείας, τότε όλα τα άλλα είναι μια ειδωλοποίηση του κόσμου και του εαυτού μας.

Και εκεί ακριβώς έρχεται η πλήξη, η καταστροφή και όχι αυτό που έκανε ο Τελώνης. Έτυπτε τον εαυτόν του. Βλέπετε, δεν λέει ότι είχε τύψεις, είναι πολύ σπουδαίες λέξεις, δεν είχε τύψεις μέσα του. Έτυπτε· ένιωσε ακριβώς την απόστασή του, τη λανθασμένη μέχρι τότε κίνησή του προς τον Θεό, την αυτο-ειδωλοποίηση τού εαυτού του· και ακριβώς άρχισε η πορεία της βαθιάς αλλαγής που είναι αυτό το «ἔτυπτεν». Αυτή η βαθιά αλλαγή έχει πόνο. Αλλά δεν έχει τύψεις. Ένας πόνος ο οποίος πάει αναγωγικώς τον άνθρωπο προς τα πάνω.

Και μετά κατέβησαν και οι δύο. Το «πώς» κατέβηκαν. Ο ένας θεϊκώς και ο άλλος ανθρωπίνως. Βλέπετε τα μέτρα είναι πάντα τα του Θεού ή του ανθρώπου. Άρα η ποσότητα, αν μετριέται ανθρωπίνως, τότε είναι μια χαμένη ιστορία. Αν η κίνηση μετριέται, όχι ποσοτικά, αλλά ποιοτικά, θεϊκώς, τότε υπάρχει δυνατότητα να ζήσουμε. Εδώ η περικοπή δίνει απάντηση. Το πώς ζούμε κάθε μέρα. Το ποια ερείσματα έχουμε. Το ποιοι είναι οι άξονές μας. Και αν οι άξονές μας δεν είναι το θεϊκώς «πώς» ζην, αλλά το μέτρο του ανθρώπου είναι το προσφερόμενο μοντέλο, οι προσφερόμενες συντεταγμένες, που γύρω μας λειτουργούν, ως προτάσεις ζωής, φιλοσοφίας, πολιτικής εκφράσεως, σκέψεως, διδαχής, παιδείας, και αν εκεί μέσα δεν κρύβεται το θεϊκό «πώς», όλα τα άλλα είναι μια απελπισία και μια έκφραση φαρισαϊκής κινήσεως. Βλέπετε ο κόσμος λέει που κάνει κάτι, όλο κινείται. Αλλά είναι το ποσοτικό φαρισαϊκό, χωρίς το ποιοτικό μέγεθος το θεϊκό, κι εκεί είναι η απελπισία του κόσμου κι εκεί είναι η αγωνία του κι εκεί είναι η φθορά του. Η απάντηση λοιπόν έρχεται απλά όχι στο ποσοτικό μέγεθος που συγκρίνει τα πράγματα, αλλά στο θεϊκό.

Και εδώ ακριβώς στο πρόσωπο του Τελώνη αποκαλύπτεται το θεϊκό κι ας είναι ο Τελώνης και στο πρόσωπο του Φαρισαίου αποδεικνύεται το ποσοτικό, που μετρούσε πόσα έδωσε και τι έκανε, κι ας είναι ο Φαρισαίος. Ούτε λοιπόν η ταμπέλα του προσώπου, ούτε το δεδικαιωμένο από μια κοινωνική έκφραση μπορεί να λύσει κάτι. Αλλά το πώς μετράμε τα πράγματα: θεϊκώς ή ανθρωπίνως;

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου
Ελένη Κονδύλη

Περισσότερες ομιλίες του πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα :  www.floga.gr  

Καλό Τριώδιο



Καλό Τριώδιο
Δύο πράγματα ἀπαιτοῦνται ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νὰ κατακρίνουμε τὰ ἰδικὰ μας ἁμαρτήματα καὶ νὰ συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού βλέπει τὰ ἰδικὰ του ἁμαρτήματα, συγχωρεῖ πιὸ εὔκολα τούς ἄλλους· ἐνῶ ἐκεῖνος πού κατακρίνει τοὺς ἄλλους, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του κατακρίνει καὶ καταδικάζει, ἔστω καὶ ἂν ἔχη πολλὲς ἀρετές. Ἀληθῶς μεγάλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ μὴ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλά τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί. Ἐμεῖς ὅμως, ἀφήνοντας τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες, τοὺς ἄλλους ἰδίως κατακρίνουμε, τοὺς ἄλλους ἐξετάζουμε, μὴ γνωρίζοντας ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἴμεθα δικαιότεροι ἀπὸ ὅλους, ἐὰν κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους, γινόμεθα ἔνοχοι καὶ εἴμεθα ἄξιοι τῆς ἰδίας τιμωρίας καὶ τῶν ἰδίων βασάνων τῶν ὁποίων εἶναι ἄξιος καὶ αὐτός τὸν ὁποῖον κρίνουμε·«Ὧ γὰρ κρίματι κρίνετε» λέγει «τούτῳ καὶ κριθήσεσθε». Διότι αὐτός πού πορνεύει, παραβαίνει ἐντολή, ὅπως καὶ ἐκεῖνος πού τὸν κρίνει. Ὥστε καὶ οἱ δύο παραβαίνουν θείαν ἐντολή, καὶ αὐτός πού πορνεύει καὶ ἐκεῖνος πού κρίνει.

Ἀλλὰ ἂς μεταφέρουμε μᾶλλον τὴν ἐξέτασι τῶν ἄλλων καὶ τὴν λεπτομερῆ ἐνασχόλησι στοὺς ἑαυτούς μας, ἀγαπητοί. Καὶ ἐὰν δοῦμε κάποιους νὰ ἁμαρτάνουν, ἐμεῖς ἂς ἔχουμε τὶς δικὲς μας ἁμαρτίες ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας καὶ ἂς θεωροῦμε τὰ δικὰ μας χειρότερα ἀπὸ τῶν ἄλλων. Διότι ἐκεῖνος πού ἁμάρτησε, ἴσως καὶ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας νὰ μετενόησε, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε πάντοτε ἀδιόρθωτοι κατακρίνοντας καὶ ἐξετάζοντας ἄλλους. Ἐκεῖνος ὁ Λώτ, ἂν καὶ κατοικοῦσε στὰ Σόδομα, κανέναν δὲν κατέκρινε, κανέναν δὲν κατηγόρησε. Γιʼ αὐτό ἐδικαιώθη καὶ διεσώθη ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὴν πανωλεθρία, στὰ ὁποῖα κατεδικάστησαν οἱ Σοδομίτες. Ἂς ταπεινωθοῦμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κατακρίνοντας τοὺς ἑαυτούς μας, τοὺς ἑαυτούς μας νὰ ὀνειδίζωμε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, νὰ γίνουμε ἀκατάκριτοι.

Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη. Μὲ αὐτή ἐδικαιώθη ὁ Τελώνης καὶ ἀπέβαλε τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἂς μισήσουμε τὴν ὑψηλοφροσύνη, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος ἀπὸ αὐτή κατεκρίθη καὶ ἔχασε τὶς ἀρετές πού εἶχε. Ὁ Φαρισαῖος, ἐπειδὴ διέπραξε τὰ καλὰ μὲ ὄχι καλὸ τρόπο, κατεκρίθη. Ὁ Τελώνης ἀπορρίπτοντας μὲ καλὸ τρόπο τὰ μὴ καλὰ ἔργα, ἐδικαιώθη. Διότι ὁ Θεὸς εἶδε μὲ συμπάθεια τὸν στεναγμὸ τοῦ Τελώνου καὶ τὴν συντριβή του καὶ τὰ κτυπήματα τοῦ στήθους του καὶ ἀφοῦ ἐδέχθη τὸ «ἱλάσθητι» τὸν δικαίωσε μαζὶ μὲ τὸν Ἄβελ. Τὶς δὲ θυσίες καὶ τὶς ἀρετές καὶ τὰ κατορθώματα τοῦ καυχησιολόγου καὶ ὑπερήφανου Φαρισαίου τὶς ἐσιχάθη καὶ τὶς ἀπεστράφη καὶ τὸν κατεδίκασε, ὅπως τὸν ἀδελφοκτόνο Κάϊν, γιὰ τὴν ἴδια αἰτία. Νὰ μάθουμε, ἀδελφοί, καὶ νὰ διδαχθοῦμε νὰ κάνουμε μεγάλα κατορθώματα. Νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ὅμως γιʼ αὐτά καὶ ἂν γίνουμε καλοί, δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς καὶ πονόψυχοι καὶ ἐλεήμονες, καὶ ἔτσι νὰ εἶναι, ἐμεῖς νὰ ταπεινωνώμεθα καὶ νὰ μὴν ἔχουμε ὑπεροψία καὶ ἀλαζονεία, μήπως χάσουμε τοὺς κόπους καὶ τοὺς πόνους μας. Διότι λέγει ὁ Κύριος «ὅταν ταῦτα πάντα ποιήσητε, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι, πεποιήκαμεν».

Εἶναι ἀναγκαῖο καὶ ἀπαραίτητο χρέος νὰ προσφέρουμε στὸν Θεὸ τῶν ὅλων τὴν δουλικὴ ταπείνωσι, τὴν ὑπομονή, τὴν ὑποταγή, τὴν ὑπακοή, τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴν εὐχαριστία, καὶ νὰ μεγαλύνουμε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ πανάγιο θέλημά του, καὶ νὰ μὴν αἰσθανώμεθα σὰν δαγκώματα τοὺς ἐλέγχους καὶ τὶς ὕβρεις τῶν ἄλλων, οὔτε νὰ καταβαλλώμεθα στοὺς πειρασμούς, οὔτε νὰ δυσανασχετοῦμε, ὅταν μᾶς κατηγοροῦν, διότι καὶ ἀπὸ αὐτά καρπωνόμεθα πολλὴ ὠφέλεια.

Ἂς μάθουμε καὶ ἂς γνωρίσουμε, ἀδελφοί μου, τὴν δύναμι καὶ τὴν ἐνίσχυσι καὶ τὴν βοήθεια τῆς ταπεινώσεως. Ἂς μὰθουμε τὴν καταδίκη καὶ τὴν ζημία καὶ τὴν ἀπώλεια πού προξενεῖ ἡ ὑψηλοφροσύνη: ἡ σκιὰ τοῦ Βεεμώθ, κατὰ τὸν Ἰώβ, στοὺς ὑγρούς τόπους καὶ στὶς καλαμιὲς καὶ ἡ ἐκτροπή ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης.

Καὶ ἐπειδὴ εἶναι μεγάλο ἀγαθό ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγησις καὶ ἡ συντριβὴ καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας μας στεναγμοὶ καὶ ἡ κατάνυξι, γιʼ αὐτό παρακαλῶ νὰ ἐξομολογῆσθε στὸν Θεὸ συνεχῶς καὶ νὰ τοῦ φανερώνετε τὰ ἁμαρτήματά σας. Διότι ἐὰν τοῦ παρουσιάζουμε γυμνὴ τὴν συνείδησί μας καὶ τοῦ δείχνουμε τὰ τραύματα τῶν ψυχῶν μας καὶ δὲν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, οὔτε ἀποθηριωνόμεθα μὲ τὶς ὕβρεις τῶν συνανθρώπων μας, οὔτε λυπούμεθα γιὰ τὶς κατηγορίες καὶ τὶς ἀδικίες τους, θὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος καὶ θὰ μᾶς κεράση τὰ φάρμακα τῆς συμπαθείας καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας του· θὰ τὰ βάλη στὰ τραύματά μας καὶ θὰ μᾶς θεραπεύση. Ἂς δείξουμε τὰ ἁμαρτήματά μας στὸν Κύριο πού δὲν ντροπιάζει, ἀλλά θεραπεύει· διότι καὶ ἂν ἐμεῖς σιωπήσουμε, ἐκεῖνος τὰ γνωρίζει ὅλα.

Ἂς εἰποῦμε λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματά μας, ἀδελφοί, καὶ ἂς ἐξομολογοηθοῦμε καθαρὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν συμπάθειά του. Ἂς ἀφησουμε τὶς ἁμαρτίες μας ἐδῶ γιὰ νὰ πᾶμε ἐκεῖ καθαροὶ καὶ ἕτοιμοι καὶ νὰ εἰσαχθοῦμε ἀπὸ τὸν δίκαιο Κριτὴ στὴν Βασιλεία του τὴν ἀτελεύτητο καὶ αἰωνία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὶς μελλοντικὲς ἐκεῖνες καὶ ἀγέραστες διαμονὲς καὶ τὴν ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἀπόλαυσι…

Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ : ΟΚΤΩ ΣΗΜΕΙΑ

 


ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ :
ΟΚΤΩ ΣΗΜΕΙΑ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου,
ἐπάνω στό χωρίο τῆς Β’ πρός Τιμόθεον ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφάλαιο 3ο, στίχοι 10 ἕως 15, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας τοῦ κηρύγματος τῆς Κυριακῆς, πού ἔγινε τήν Κυριακή στίς 9-2-2014.

ρχίζει σήμερα ἡ εὐλογημένη περίοδος τοῦ Τριωδίου. 
Μιά περίοδος πού ὅπως ξέρετε μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς μεγάλης Ἑβδομάδας θά μᾶς ὁδηγήσει στά πάθη καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Μιά περίοδος βαθιά θεολογική ἀλλά καί ταυτόχρονα, κατά τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας μας, βαθιά παιδαγωγική· καί λέω βαθιά παιδαγωγική γιατί ἡ Ἐκκλησία παιδαγωγεῖ τό λαό Της μέσα ἀπό μιά μακροχρόνια πορεία πολλῶν ἑβδομάδων, γιά νά καταλήξουν νά γίνουν φωτοφόροι καί θεοφόροι. Αὐτή εἶναι ἡ βαθύτερη παιδαγωγία πού μπορεῖ νά γίνει στόν κόσμο. 
Καί πραγματικά πολύ πετυχημένο καί τί κρίμα πού τό λέω μέ αὐτή τή φτωχή λέξη, ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε σήμερα, στό πρῶτο ἀνάγνωσμα πού ἀκούσαμε, τό ἀνάγνωσμα ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο, νά δώσει ἕνα κείμενο πού εἶναι, ἔτσι νομίζω μπορεῖ νά κάνω λάθος, ὁ καλύτερος ὁρισμός καί προσδιορισμός τῆς παιδείας. 
Τό κείμενο συγκροτεῖται ἀπό ἑπτά - ὀκτώ λέξεις καί δέν νομίζω νά ὑπάρχει κάτι πού λείπει μέσα ἀπό ἐκεῖ καί τά ἔχει ὅλα. Ἀλλά προσέξτε εἶναι ἑπτά – ὀκτώ λέξεις πού εἶναι ὅλες· ὅπως ἕνα πλοῖο γιά νά λειτουργήσει πρέπει νά λειτουργήσουν ὅλα τά ἐξαρτήματά του, τά κατάρτια, οἱ μηχανές, ἡ καρίνα, τά πάντα. Δέν παίρνεις κάτι ἀπό αὐτό μόνο. Ἤ ὅλα ἤ τίποτε εἶναι. Οἱ λέξεις εἶναι ὀκτώ. Δέν θέλω νά μακρηγορήσω. Πολύ ἁπλά θά προσδιορίσω τίς λέξεις. Θά τίς τονίσω μέ μία πρόταση τήν κάθε μία καί τά ὑπόλοιπα τά ἀφήνω σέ σᾶς. Κρατῆστε ὅμως τήν πρόταση πού κάνω. Εἶναι ὁ ὁρισμός τῆς πραγματικῆς, τῆς ὄντως παιδείας. 
Οἱ λέξεις: 
Ἡ πρώτη λέξη εἶναι ἡ διδασκαλία. Αὐτό τό καταλαβαίνετε. Ὑπάρχει παιδεία χωρίς διδασκαλία; Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἄλλες ἑφτά λέξεις, ἔ; Ἐμεῖς ὅταν λέμε σχολεῖο, παιδεία, λέμε διδασκαλία μόνο. Τά ὑπόλοιπα; Δεῖτε καί τά ὑπόλοιπα. Νά δεῖτε πώς ἡ παιδεία πού στέκεται μόνο στή διδαχή εἶναι λανθασμένη, [πού] εἶναι τό ξεκίνημα, [ἀλλά ἐάν μείνει ἐκεί] εἶναι ἀτελέστατη καί εἶναι ἐλλιπέστατη. 
Ἀγωγή, τό δεύτερο. Ἀγωγή. Προσέξτε τή λέξη ἀγωγή. Ἐμεῖς ὅταν λέμε τή λέξη ἀγωγή τήν προσδιορίζουμε ὅτι κάνουμε ἀγωγή σέ κάποιον. Λάθος. Νά τό πῶ μέ ἕνα φυσικό φαινόμενο. Βλέπετε ὅταν εἶμαι πλάι σέ ἕνα χῶρο πού εἶναι θερμός καί ἔχω ἕνα ἀντικείμενο πού εἶναι ἀγωγός καλός τῆς θερμότητας, θά περάσει τή θερμότητα καί θά τή μεταδώσει. Ἡ ἀγωγή ἀφορᾶ ἐμᾶς. Ἀφορᾶ ἐμᾶς πού κάνουμε αὐτή τήν ὁποιαδήποτε παιδεία. Μεταδίδουμε αὐτή τή θερμότητα, αὐτή τήν ἀγωγή, πού ἐδῶ διδάσκεται καί ἐδῶ πέρα προτείνεται ὡς δυνατότητα ἀλλαγῆς ὅλου τοῦ κόσμου; Ἀγωγή λέει. Εἴμαστε καλοί ἀγωγοί αὐτῆς τῆς ἐν Χριστῷ παιδείας, τῆς μοναδικῆς παιδείας, τό λέω ὁλοκληρωτικά: τῆς μοναδικῆς παιδείας πού εἶναι ὁλοκληρωμένη. Τά ἄλλα εἶναι ἀποσπάσματα. Νά ἡ διδασκαλία ἕνα ἀπόσπασμα εἶναι, δέν εἶναι ἀρκετό. Δεύτερο, ἀγωγή. Αὐτό τό ὁποῖο βιώνεται μέσα σέ αὐτό τό χῶρο, πού εἶναι ὁ χῶρος τῆς βαθιᾶς παιδαγωγίας. Μεταδίδεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἀγωγούς – παιδαγωγούς τούς ὁποιουσδήποτε. Καί πιά ὁμιλῶ γιά ὁποιαδήποτε παιδεία. Γονική, σχολική, ὁποιασδήποτε μορφῆς κοινωνική προσέγγιση τῶν γεγονότων καί τῶν δρωμένων τοῦ κόσμου. 
Ἡ τρίτη φράση. Λέει πρόθεση. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεση αὐτῆς τῆς παιδείας. Ποιός εἶναι ὁ στόχος μιᾶς παιδείας; Ἐμεῖς ξέρουμε μέσα ἀπό τή δική μας βαθύτατη θεολογία, ἀνθρωπολογική καί χριστολογική θεολογία, [ὅτι] ἡ πρόθεση εἶναι ὁ ἁγιασμός τῶν ἀνθρώπων· ἄρα πρέπει νά ὑπάρχει πρόθεση. Ἄν ἀστοχήσαμε στήν πρόθεση, ὅλη ἡ παιδεία μεταβαίνει στά σκουπίδια. Γι᾽ αὐτό μεταβαίνει στά σκουπίδια καί γι᾽ αὐτό πολλές φορές τά παιδιά μας τή φτύνουνε. Λείπει ἡ πραγματική πρόθεση. Ποιά εἶναι ἡ πρόθεση τῆς παιδείας; Γιατί; 
Μετά λέει πίστη. Τήν ξέρουμε τή λέξη πίστη. Χωρίς τή βαθιά πίστη σέ ἕνα γεγονός τό ὁποῖο ξεπερνάει τό δικό σου νοῦ, τίς ἀναλύσεις σου, τίς θεωρίες σου, τίς δικές σου ἰδεολογίες, νά εἶσαι σταθερός κάπου. Νά λές αὐτό εἶναι καί τίποτε ἄλλο. Ποιό εἶναι τό μόνο ἀναλλοίωτο; Ἡ πίστη στόν Θεό. Ἄν αὐτή λείπει, ἡ ὁποιαδήποτε παιδαγωγία εἶναι ἕνα ἀπέραντο «μπλαμπλαδολόγιο» καί τίποτε ἄλλο. Δέν εἶναι στηριγμένο πουθενά. Γι᾽ αὐτό ἀκοῦμε δεκάδες θεωρίες πού συζητᾶνε γι᾽ αὐτά ὅλα τά πράγματα. Τί κρίμα, ἀκόμη καί στά πράγματα τῶν θεολογικῶν δεδομένων ὑπάρχουν δεκάδες «μπλαμπλαδολογίες» γιά ὑποθέσεις γιά τά πράγματα. Εἶναι σταθερό ἤ δέν εἶναι. Εἶναι ἀκλόνητη ἡ παιδαγωγία. Ἀκλόνητη ὄχι στίς ἀξεπέραστες ἀξίες, στίς μοναδικές ἁγίες ἀξίες πού ὑπάρχουν. 
Μετά ἀπό ἐκεῖ, λέει τή λέξη μακροθυμία. Συγκροτεῖ, βλέπετε, τό χῶρο τῆς παιδείας ἡ μακροθυμία, τό μακρό θυμικό. Ἐδῶ χωροῦν τά πάντα. Χωροῦν τά πάντα. Ἡ λέξη θυμικό καί μακροθυμικό. Χωροῦν τά πάντα ἐκεῖ πέρα μέσα, ὅλα, ὅ,τι μπορεῖτε νά φανταστεῖτε. Ἄν κάνεις παιδαγωγία, χωροῦν τά πάντα μέσα. Ἀντέχεις τά πάντα. Εἶναι ἡ πλήρης ἀπαντοχή τῶν πάντων. Αὐτή εἶναι ἡ πλήρης μακροθυμία καί παιδαγωγία, ἡ ὁποία μετά ὁρίζεται μάλιστα. 
Ἀκολουθεῖ ἡ λέξη ἀγάπη πού σημαίνει (Ἀγάπη, τήν ξέρουμε τή λέξη ἀγάπη) ὅ,τι κάνεις τό κάνεις χωρίς νά περιμένεις τίποτε. Χωρίς κανένα ἀντάλλαγμα. Μά γονιός εἶσαι, μά δάσκαλος εἶσαι, μά ὅποιος καί νά εἶσαι. Δέν περιμένεις τίποτε. Μά δέν περιμένεις τίποτε. Ἡ ἀγάπη σημαίνει κάτι τό ὁποῖο γίνεται χωρίς νά περιμένεις τίποτε. 
Καί μετά ἀκολουθεῖ ἡ λέξη ὑπομονή. Μένεις. Ὅ,τι καί νά γίνει, μένεις. Δέν φεύγεις. Δέν τό βάζεις στά πόδια. Δέν κάνεις ἀπεργίες. Δέν πουλιέσαι. Δέν πουλᾶς τίποτα ὅ,τι εἶναι παιδεία. Εἶναι παιδεία, εἶναι ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου, ἄν εἶναι ὁλοκληρωμένη παιδεία. 
Καί στήν τελευταία φράση μιλάει γιά τό διωγμό. Τό ἀποτέλεσμα τῆς παιδείας εἶναι ὁ διωγμός. Καί τό λέει τό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅσοι θέλουν νά ζήσουν εὐσεβῶς, διωχθήσονται. Ὅλη αὐτή ἡ πορεία τῆς σπερματικῆς παιδείας ὁλοκληρώνεται μέ τό διωγμό. Εἶναι ἀπαντοχή τῶν πάντων. 
Αὐτή εἶναι ἡ παιδεία, ἡ μοναδική παιδεία ὅπως τήν προσδιορίζω καί τήν καταλαβαίνω. Καί γι᾽ αὐτό οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, πολύ βαθιά καί σοφά φερόμενοι, αὐτό τό κείμενο βάζουν σήμερα. Ὄχι μόνο γιά νά προτείνουν τήν παιδαγωγία πού θά ἔχουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί μέσα στή Σαρακοστή· τήν πλήρη, καθοριστική, καθολική παιδαγωγία τῶν πάντων. Χωρίς αὐτά τά μεγέθη, χωρίς αὐτούς τούς βηματισμούς, ὁποιοσδήποτε μιλάει γιά παιδεία, γιά παιδαγωγία, μιλάει ἀνοήτως. Μιλάει ἀποσπασματικῶς καί μετά τή σκοτώνει. Ὅταν σκοτώνεις ἕνα πράγμα καί τό κάνεις μισό, εἶναι μισό. Καί αὐτό πού ζοῦμε σήμερα στά παιδιά μας, παντοῦ, στά σπίτια μας, στά σχολεῖα μας, εἶναι μισά πράγματα. Εἶναι παιδαγωγία ἤ δέν εἶναι. 
Μεγάλη Σαρακοστή. Μιά συγκλονιστική περίοδος. Ἀλλά μιά περίοδος πού ἔχει πολλή διδαχή μέσα της ἀλλά προσέξτε, ἡ διδασκαλία ἦταν τό πρῶτο μέγεθος. Ἀλίμονο ἄν λείψουν τά ὑπόλοιπα. Ἀλίμονο ἄν οἱ πιστοί μείνουν στήν ἀρχή τῆς Σαρακοστῆς ἤ στά ἐξωτερικά της δρώμενα. Πολύ καλά ἡ νηστεία καί τά δρώμενα, [ἀλλά ἄν] χάσουν τή μεγάλη βαθιά παιδαγωγία, θά τή χάσουν σέ ὅλα τά μεγέθη. Ἄν τή χάσουν τή Σαρακοστή, θά τή χάσουν στό σπίτι τους, στό σχολεῖο τους, θά τή χάσουν παντοῦ. Καί τότε ἀποτύχαμε. Καί δέν θά ἤθελα πραγματικά ἡ Ἐκκλησία πού διδάσκει, [πού] ἀλλάζει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, νά διδάσκει καί οἱ ἄνθρωποι νά μήν ἀλλάζουν. 
Τί κρίμα θά ἦταν νά πάει χαμένη μιά ἀκόμη Σαρακοστή;

πηγή: floga.gr 

Με Ποιον γίνεται η αναμέτρηση;



Το να θεωρείς τον εαυτό σου πιο τελευταίο και πιο αμαρτωλό από τους άλλους. Αυτή είναι γνωστή φράση, αλλά πώς γίνεται;
Για σταθείτε! Άλλο να το λες και να λες: «εγώ είμαι πολύ αμαρτωλός» - είναι πάρα πολύ εύκολο - κι άλλο να το ζεις, όχι να το αισθάνεσαι, το αισθάνομαι είναι μια κατάσταση ψυχολογική. Εδώ οι Πατέρες λένε να το ζεις, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστὸς», προσέξτε άλλο το αισθάνομαι, γιατί το αισθάνομαι είναι μια φράση: το φαντάζομαι, το φτιάχνω κι επάνω μου, πάω να απωθήσω τα υπόλοιπα· ενώ η θεραπευτική είναι να το ζεις.
Μα πώς θα γίνει αυτό το πράγμα; Να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό. Όχι σε σχέση μόνο με αυτούς που έχεις μπροστά σου, σίγουρα κι οι άλλοι αμαρτωλοί είναι, ποιος μετράει την αμαρτία; Σε σχέση με το αναμάρτητο του Θεού, προσέξτε, γιατί «τῷ Θεῷ» αμαρτάνουμε, αυτό είναι το κλειδί αυτής της ισορροπίας των Πατέρων, ότι είσαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους, ποιο είναι το μέτρο; Το μέτρο είναι ο Θεός. Εφόσον λοιπόν αμαρτάνουμε, λίγο ή πολύ, θα πω, κοίταξε αυτό το πράγμα εγώ το έκανα μία φορά, ο άλλος το έκανε δέκα φορές, αυτό είναι μαθηματικό μέγεθος, αλλά ενώπιον του Θεού και το μία και το μισό και το ένα δευτερόλεπτο…., για ένα δευτερόλεπτο κάμφθηκε ο Μωυσής και με το πρώτο κτύπημα της πέτρας δεν βγήκε το νερό, για ένα δευτερόλεπτο. 
Λοιπόν τα μαθηματικά του Θεού είναι αλλιώτικα. Αν μπούμε σε αυτά τα μαθηματικά, ότι εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους θα το λέμε, είναι όμως έτσι; 
Είναι εάν αμάρτησα ενώπιον του Θεού, βλέπετε καταλυτική σύγκριση στην ιστορία του ασώτου, ο άσωτος αναμετριέται με την αγαθότητα του πατέρα, «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15:21), ο άλλος ο γιος όμως αναμετριέται με την αμαρτωλότητα του άλλου αδελφού. Βλέπετε το παράδειγμα; Βλέπετε τι θησαυρούς έχει μέσα η Αγία Γραφή, αυτή που ξέρουμε, είναι οι διηγήσεις πάρα πολύ γνωστές. Με ποιον γίνεται η αναμέτρηση; «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». Αυτό δεν κάνει και ο Τελώνης; «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» (Λουκ. 18:13), λέει, ενώ έλεγε ο Φαρισαίος: «δέν εἶμαι ἐγώ σάν τόν Τελώνη», ίδιο πράγμα. 
Με αυτά που λέμε τώρα εδώ πέρα, πασίγνωστα, απλώς κωδικοποιώ γνωστά πράγματα για τη ζωή σας. Αλλά δεν θα πείτε: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από τους άλλους», και μόνο που το είπες θα πεις: «μα, εγώ;» Ο άλλος από την 17 Νοέμβρη σκότωσε τόσους ανθρώπους, εγώ δεν σκότωσα, άρα υπάρχουν και χειρότεροι αμαρτωλοί από εμένα. Η άλλη κλέβει, η άλλη κουτσομπολεύει, η άλλη παράτησε τον άνδρα της, θα βρεις χίλιους αμαρτωλούς και θα λες: «εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από όλους» κι όμως θα το αισθάνεσαι, αλλά δε θα είναι. Η αμαρτία μας θα σταθεί ενώπιον του Θεού και με την αμαρτία, λένε οι Πατέρες, τι κάνουμε; Θίξαμε την ισορροπία τη δημιουργική του Θεού, που τα έκανε όλα τέλεια. Τα κάναμε εμείς ανάποδα. 
Κρατήστε αυτό το μέγεθος για να μη γίνει η ταπείνωση μια περιττολογία ή ταπεινολογία. Το λένε οι Πατέρες· άλλο ταπείνωση κι άλλο ταπεινολογία.
π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος 

Το απόσπασμα αυτό είναι από μια Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου που έγινε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας στις 14-03-2010

Αν θέλεις να δεις όλο το κείμενο : ΕΔΩ

† ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ. 

Ἄρχεται τὸ Τριῴδιον 
Σημείωσις. πὸ σήμερον ἄρχονται συμψαλλόμενοι οἱ ἐν τῷ λειτουργικῷ βιβλίῳ τοῦ Τριῳδίου περιεχόμενοι ὕμνοι. 
ν τισι ναοῖς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἑσπερινοῦ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐν τῷ τέμπλῳ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ ηὐτρεπισμένου σκίμποδος τὸ λειτουργικὸν βιβλίον τοῦ Τριῳδίου, ἔνθα μεταβαίνει ὁ πρωτοψάλτης (ἐκπροσωπῶν τοὺς ἐν τοῖς ἀναλογίοις ὑπηρετοῦντας), βάλλει πρὸ τῆς εἰκόνος μετανοίας 3, ἀσπάζεται αὐτήν, λαμβάνει μετὰ χεῖρας τὸ Τριῴδιον καὶ ἀσπάζεται αὐτό, ποιεῖ πάλιν μετανοίας μικρὰς 3 καὶ ἀπέρχεται μετὰ τοῦ Τριῳδίου εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν αὐτοῦ.

Mετὰ δὲ τὸν ν΄ ψαλμὸν ψάλλονται τὰ εἰδικὰ τροπάρια τῶν Κυριακῶν τοῦ Τριῳδίου (μέχρι τῆς ε΄ Κυριακῆς τῶν νηστειῶν), ἤ τοι Δόξα, «Τῆς μετανοίας», Καὶ νῦν, «Τῆς σωτηρίας», καὶ εἰς τὸν στίχον «Ἐλέησόν με, ὁ Θεὸς» τὸ ἰδιόμελον «Τὰ πλήθη».

 

Εἰδήσεις. 
1. ν τύχῃ ἁγίου ἑορταζομένου μνήμη ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, πλὴν τῆς Κυριακῆς, κατὰ τὰς τρεῖς πρώτας ἑβδομάδας τοῦ Τριῳδίου, κοντάκιον ἐν τῇ λειτουργίᾳ λέγεται τὸ «Προστασία τῶν χριστιανῶν», καθόσον καὶ ἐν τῷ ὄρθρῳ καταβασίαι λέγονται «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» (Τ.Μ.Ε., Προθεωρία, σελ. 34, ὑποσημ. 13)
2. Τῇ Τετάρτῃ καὶ τῇ Παρασκευῇ τῆς παρούσης ἑβδομάδος, ἥ τις καὶ «προφωνήσιμος» καλεῖται, «καὶ διὰ κρέατος ἀκινδύνως καταλύομεν» (Θεόδωρος Βαλσαμῶν).


Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου


Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου 
Σήμερα, Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου, με τη βοήθεια του Θεού, αρχίζουμε το Τριώδιο. Πολλοί από τους θεοφόρους Πατέρες μας, που κατείχαν την τέχνη της μουσικής, φωτιζόμενοι από το Άγιο Πνεύμα μελοποίησαν εξαίρετα και όπως έπρεπε τις ωδές του Τριωδίου. 
Πρώτος επινόησε το τριώδιο, δηλαδή κανόνα με τρεις ωδές, ο μεγάλος ποιητής Κοσμάς για την αγία και μεγάλη εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κάνοντας την ακροστιχίδα των τροπαρίων του από την ονομασία της κάθε μιας ημέρας. Μετά απ’ αυτόν και οι άλλοι άγιοι πατέρες, και περισσότερο ο Θεόδωρος και ο Ιωσήφ οι Στουδίτες, μιμούμενοι εκείνον τον ιερό Κοσμά, έκαναν και αυτοί τριώδια για τις άλλες έξι εβδομάδες της Τεσσαρακοστής, τα οποία αμέσως παρέδωσαν στο δικό τους μοναστήρι, του Στουδίου. 
Επειδή, λοιπόν, πρώτη μέρα της εβδομάδας είναι η Κυριακή, ως αναστάσιμη, και η Κυριακή είναι και πρώτη και όγδοη και τελευταία, γι’ αυτό και οι πατέρες όρισαν σοφότατα τη Δευτέρα να λέγεται η πρώτη ωδή, την Τρίτη η δεύτερη ωδή, την Τετάρτη η τρίτη ωδή, την Πέμπτη η τέταρτη ωδή, την Παρασκευή η πέμπτη ωδή και το Σάββατο η έκτη και η έβδομη και οι άλλες δύο ωδές, η όγδοη και η ένατη, τις οποίες ως κυριότερες έχουν και οι άλλες μέρες της εβδομάδας. Έτσι όρισε και ο θείος Κοσμάς για το Μεγάλο Σάββατο, κάνοντας εκεί τετραώδιο, αν και αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο σοφός διέταξε τον Μάρκο επίσκοπο Ιδρούντος και έφτιαξε πλήρη κανόνα. Τριώδιο ωστόσο ονομάζεται καταχρηστικά, επειδή δεν έχει παντού τριώδια, αλλά έχει και ολόκληρους κανόνες. Όμως πήρε αυτή την ονομασία, κατά τη γνώμη μου, είτε επειδή τα τριώδια είναι περισσότερα από τους ολόκληρους κανόνες είτε γιατί πρώτα έγιναν τα τριώδια της Μεγάλης Εβδομάδας, όπως είπαμε. 
Ο σκοπός των αγίων πατέρων μας με το βιβλίο του Τριωδίου είναι να υπενθυμίσουν με συντομία σε όλους όλη την ευεργεσία που έκανε ο Θεός από την αρχή σ’ εμάς: πώς δηλαδή πλασθήκαμε από τον Θεό και πώς διωχτήκαμε από την τρυφή του Παραδείσου εξαιτίας του φθόνου του αρχέκακου φιδιού και εχθρού, με το να αθετήσουμε την εντολή που μας δόθηκε για να δοκιμαστούμε, και μέναμε διωγμένοι από τα αγαθά του παραδείσου και βρισκόμασταν κάτω από την εξουσία του διαβόλου· πώς ο Υιός και Λόγος του Θεού, από ευσπλαχνία και συμπάθεια, κατέβηκε από τους ουρανούς και κατοίκησε στην Παρθένο και έγινε άνθρωπος για χάρη μας, και με την ίδια του τη ζωή, με το παράδειγμα της άκρας του ταπεινώσεως, της νηστείας, της αποχής από τα κακά και με τις υπόλοιπες πράξεις του, έδειξε σε όλους εμάς την ανάβαση στους ουρανούς· πώς επιπλέον έπαθε, δηλαδή πέθανε, και αναστήθηκε και πάλι ανέβηκε στους ουρανούς και έστειλε το Άγιο Πνεύμα στους αγίους μαθητές και αποστόλους του και πώς κηρύχθηκε από αυτούς Υιός του Θεού και Θεός τέλειος κατά πάντα, και τι έκαναν οι άγιοι απόστολοι με τη χάρη του παναγίου Πνεύματος, και ότι με το κήρυγμά τους σύναξαν από τα πέρατα της οικουμένης όλους τους αγίους και αναπλήρωσαν τον άνω κόσμο, πράγμα που από την αρχή ήταν ο σκοπός τού Θεού που μας δημιούργησε. 
Με λίγα λόγια, λοιπόν, αυτός είναι ο σκοπός του Τριωδίου. Οι τρεις τώρα πρώτες εορτές, του Τελώνου και του Φαρισαίου, του Ασώτου και της Δευτέρας Παρουσίας, επινοήθηκαν από τους αγίους πατέρες ως μια προγύμναση και παρακίνηση, για να γίνουμε έτοιμοι για τους πνευματικούς αγώνες των νηστειών. 
Πρώτα-πρώτα μας παρουσιάζουν την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου και ονομάζουν την εβδομάδα «Προφώνηση». Οι άγιοι πατέρες δηλαδή προσαλπίζουν, προαναγγέλλουν τη μάχη που θα κάνουμε εναντίον των δαιμόνων κατά τη αγία Τεσσαρακοστή, έτσι ώστε, αν στις ψυχές μας υπάρχει κάποιο παλιό πάθος, να το καθαρίσουμε, και αν μας λείπει κάποιο καλό, να σπεύσουμε να το αποκτήσουμε, και να οπλιστούμε όπως πρέπει, ώστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στους αγώνες της νηστείας. 
Και επειδή το πρώτο όπλο για την αρετή είναι η μεταμέλεια και η ταπείνωση, και το μεγαλύτερο εμπόδιό της η αλαζονεία και η υπερηφάνεια, οι άγιοι πατέρες παρουσιάζουν πρώτη-πρώτη την παρούσα αξιόπιστη παραβολή από το ιερό Ευαγγέλιο (Λουκ. 18:10-14). Και με τον Φαρισαίο μάς προτρέπουν να αποβάλουμε το πάθος της αλαζονείας και της υπερηφάνειας, ενώ με τον Τελώνη, να επιδιώκουμε την ταπείνωση και τη μετάνοια. Συμβουλεύουν δηλαδή οι άγιοι, κανένας να μην υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του και καταφρονεί τον πλησίον του, αλλά πάντοτε να είναι ταπεινός, γιατί, όπως λέει η Γραφή, «ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους ταπεινούς δίνει χάρη» (Παροιμ. 3:34, Ιακ. 4:6). Γιατί είναι καλύτερος ένας αμαρτωλός που μετανοεί παρά ένας ενάρετος που υπερηφανεύεται. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε για τους δύο αυτούς, ότι ο Τελώνης έφυγε δικαιωμένος και όχι ο Φαρισαίος. 
Η παραβολή, λοιπόν, φανερώνει ότι κανείς δεν πρέπει να υπερηφανεύεται ακόμη και αν έχει αρετές, αλλά πάντοτε να ταπεινώνεται και να παρακαλεί από το βάθος της ψυχής του τον Θεό, ακόμη και αν έπεσε στις χειρότερες αμαρτίες, γιατί δεν είναι μακριά από τη σωτηρία. 
Τελώνης τώρα ήταν αυτός που αγόραζε από τους άρχοντες τους φόρους και με την είσπραξή τους αισχροκερδούσε από υπερβολική αδικία. Φαρισαίος σημαίνει αποκομμένος από τους άλλους και ανώτερός τους τάχα ως προς τη γνώση. Σαδδουκαίος, τέλος, από το όνομα κάποιου Σαδώκ, σημαίνει δίκαιος, γιατί στα εβραϊκά σεδέκ είναι η δικαιοσύνη. Γιατί στους Εβραίους υπήρχαν τρεις αιρέσεις, οι Εσσαίοι, οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι –οι τελευταίοι δεν δέχονταν ούτε την ανάσταση των νεκρών, ούτε ότι υπάρχει άγγελος ή πνεύμα.
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 269

Ἄρχεται τό Τριῴδιον.


 Ἄρχεται τό Τριῴδιον

ΚΥΡΙΑΚΗ 
ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου).

 

Τήν ἑβδομάδα ταύτην γίνεται κατάλυσις εἰς πάντα.

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός - Ψαλτήριον. 
Εἰς τό· «Τῆς Παναγίας Ἀχράντου...» τῆς Μ. Συναπτῆς κατέρχονται ἀπό τά στασίδια αὐτῶν ὁ Πρωτοψάλτης καί ὁ Λαμπαδάριος, ποιοῦσι σχῆμα εἰς τήν Ὡραίαν Πύλην, καί προσέρχονται ὁ μέν Πρωτοψάλτης ἔμπροσθεν τῆς Εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ, ὁ δέ Λαμπαδάριος ἔμπροσθεν τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας, ποιοῦσι μετάνοιαν, προσκυνοῦσι τήν εἰκόνα, λαμβάνουσι τά Τριῴδια, ποιοῦσι καί αὖθις μετάνοιαν, προσέρχονται ἔμπροσθεν τοῦ Πατριάρχου, ποιοῦσι μετάνοιαν, ἀνέρχονται κατά σειράν τάς βαθμίδας τοῦ Θρόνου, ἀσπάζονται τήν δεξιάν Αὐτοῦ, ποιοῦσι καί αὖθις μετάνοιαν καί ἀνέρχονται εἰς τά στασίδια αὐτῶν.

31 Ιανουαρίου - ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

 


Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου - Αγιογραφία

 


Ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου. 
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι» καὶ τὰ ἑξῆς (Λουκ. ιη΄, 10 κἑ). Ἱστορία. Ναὸς μὲ σκάλαν καὶ ἐπάνω αὐτοῦ, ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, ὁ Φαρισαῖος, γέρων μακρυγένης μὲ φαρδιὰ ῥοῦχα καὶ τυλιγμένος τὴν κεφαλὴν μὲ μανδήλι, ἱστάμενος καὶ βλέπων πρὸς οὐρανόν, ἔχων τὸ ἕνα χέρι ἁπλωμένον ἄνω καὶ μὲ τὸ ἄλλο δεικνύων τὸν Τελώνην, καὶ εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ὁ δαίμων τῆς ὑπερηφανείας, καθήμενος· καὶ ἄντικρυς αὐτοῦ ὁ Τελώνης βλέπων κάτω καὶ τύπτων τὸ στῆθός του, καὶ εἷς ἄγγελος ἄνωθεν αὐτοῦ εὐλογῶν αὐτόν.

 

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΦΟΥΡΝΑ 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 

 σελ.174

Οι Τρεις Ιεράρχαι



του (†) Ιωάννη Φουντούλη 
Την 30η Ιανουαρίου εορτάζει η Εκκλησία την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου.Δεν πρόκειται περί «μνήμης» με την κυρία έννοια της λέξεως, δηλαδή επετείου του θανάτου των Πατέρων αυτών, αλλά περί κοινής εορτής, «συνάξεως» κατά την λειτουργική ορολογία. Ο Μέγας Βασίλειος απέθανε την 1η Ιανουαρίου του έτους 379 και η μνήμη του εορτάζεται, ως γνωστόν, την 1η Ιανουαρίου. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25η Ιανουαρίου του έτους 389, και την 25η Ιανουαρίου εωρτάσαμε την μνήμη του. Τέλος ο Χρυσόστομος απέθανε στην εξορία την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 407, κατά την ημέρα της εορτής της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του όμως μετετέθη, λόγω του ύψους της δεσποτικής εορτής της ημέρας αυτής, και εορτάζεται την 13ην Νοεμβρίου. 

Η εορτή της 30ης Ιανουαρίου είναι μεταγενεστέρα, γι’ αυτό και δεν την συναντούμε στα παλαιά εορτολόγια. Καθιερώθη κατά τον ΙΑ΄ αιώνα επί της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081 -1118). Την αιτία της συστάσεως της κοινής και για τους τρεις εορτής μας αφηγείται εκτενώς το συναξάριο της ημέρας. «Στάσις», διένεξις, υπήρχε στην Κωνσταντινούπολι μεταξύ «των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών». Από τους τρεις Ιεράρχας άλλοι εθεωρούσαν σπουδαιότερο τον Χρυσόστομο, άλλοι τον Βασίλειο, και άλλοι τον Γρηγόριο, και υποτιμούσαν τους άλλους δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν τρεις διαμαχόμενες παρατάξεις: των Ιωαννιτών, των Βασιλειτών και των Γρηγοριτών. Στην έριδα έθεσε τέλος ο μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, λόγιος και ευλαβής κληρικός. Αυτός, κατά την διήγησι του συναξαριστού, είδε σε οπτασία τους τρεις αγίους, πρώτα τον καθένα χωριστά και ύστερα και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν με ένα στόμα: «Ημείς οι τρεις είμεθα ένα, καθώς βλέπεις, κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζη ή να μας κάνη να αντιδικούμε… Πρώτος δεν υπάρχει μεταξύ μας ούτε δεύτερος… Σήκω λοιπόν και ειπέ σ’ εκείνους που μαλώνουν, να μη χωρίζωνται σε παρατάξεις για ημάς. Γιατί ημείς και στην ζωή μας και μετά τον θάνατό μας δεν έχομε άλλη επιθυμία, παρά να ειρηνεύη και να ομονοή όλος ο κόσμος». Σαν σύμβολο και έκφρασι της ενότητός των του συνέστησαν να συστήση κοινή εορτή και των τριών. Έτσι ο Ευχαΐτων ανέλαβε την συμφιλίωσι των διαμαχομένων μερίδων και συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου. Έκρινε τον Ιανουάριο ως καταλληλότερο μήνα για τον εορτασμό των, αφού κατ’ αυτόν εώρταζαν και οι τρεις σε διάφορες ημέρες, την 1η ο Βασίλειος, την 25η ο Γρηγόριος και την 27η η ανακομιδή των λειψάνων του Χρυσοστόμου.
Η σύστασις της εορτής επέτυχε του σκοπού της. Απετέλεσε το ορατό σύμβολο της ισότητος και της ενότητος των μεγάλων διδασκάλων και της συμφιλιώσεως των διισταμένων πριν μερίδων. Κοινή ακολουθία και για τους τρεις συνέθεσε ο Ευχαΐτων, ανταξία των τριών μεγάλων Πατέρων. Από τότε σε κοινή εικονογραφική παράστασι περιλαμβάνονται και οι τρεις, ντυμένοι τα αρχιερατικά των άμφια, με το Ιερό Ευαγγέλιο στο ένα χέρι, ευλογούν με το άλλο, σαν να παρευρίσκωνται όχι μόνον εν πνεύματι, αλλά και εν σώματι μεταξύ μας. Και είναι πράγματι οι αιώνιοι και αθάνατοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας του Χριστού. Εδίδαξαν με τον άγιο βίο των, με την έξοχο δράσι των, με τα σοφά των συγγράμματα. Σ’ αυτούς ενεσαρκώθη το τέλειο χριστιανικό ιδεώδες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου. Και προ πάντων στα πρόσωπα αυτών των τριών Ιεραρχών συνηντήθη η παιδεία, η μόρφωσις και η ελληνική φιλοσοφική κατάρτισις με την χριστιανική αλήθεια. Ήσαν οι σοφοί κατά κόσμον και σοφοί κατά Θεόν. Αρμονικωτέρα σύζευξις ελληνισμού και χριστιανισμού σ’ όλη των την τελειότητα δεν παρουσιάσθηκε ποτέ στον κόσμο. Γι’ αυτό και η εορτή των απέβη εορτή της ελληνοχριστιανικής παιδείας, της οποίας διδάσκαλοι και πρότυπα υπήρξαν οι τρεις Ιεράρχαι.
Και της χριστιανικής όμως λατρείας υπήρξαν δημιουργικά στοιχεία οι τρεις Ιεράρχαι. Όχι μόνο την ετέλεσαν, ως ιερείς και αρχιερείς, αλλά και συνέβαλαν στην διαμόρφωσι και εξέλιξί της. Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι με τα ονόματα και των τριών η εκκλησιαστική παράδοσις συνέδεσε την συγγραφή τριών λειτουργιών: των δύο γνωστών βυζαντινών λειτουργιών του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και μιας της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας που φέρεται υπό το όνομα του Γρηγορίου. Εξ άλλου και στους τρεις, και ιδιαιτέρως στον Μέγα Βασίλειο, αποδίδονται σειρές ολόκληρες ευχών, που κοσμούν τα λειτουργικά μας βιβλία. Είναι γνωστή και από τις ιστορικές πηγές η συμβολή του Μεγάλου Βασιλείου στην διαμόρφωσι των «ευκοσμιών του βήματος» και των διατάξεων των ευχών, καθώς και η προσπάθεια του Χρυσοστόμου για την αναζωογόνησι της λειτουργικής ζωής μεταξύ του ποιμνίου του στην Κωνσταντινούπολι. Ο Γρηγόριος ήταν και ποιητής και οι ύμνοι του, αν και δεν έχουν εισαχθή στην λατρεία μας, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των καλλιτέρων και ωραιοτέρων προϊόντων της εκκλησιαστικής μας ποιήσεως.
Μπορείτε να ιδήτε στους βυζαντινούς μας ναούς να εικονίζωνται οι τρεις ιεράρχαι στην κόγχη του αγίου βήματος, με τα ειλητάρια της θείας λειτουργίας στα χέρια, να περιβάλλουν το θυσιαστήριο σαν να λειτουργούν αδιαλείπτως, όχι μόνο στο υπερουράνιο, αλλά και στο επίγειο θυσιαστήριο του Θεού, μαζί με τους ιερείς που τελούν τα μυστήρια σήμερα. Σαν να παρακάθηνται μαζί με ημάς στην ιδία κοινή ιερά τράπεζα και να μετέχουν της ιδίας πνευματικής τροφής.
Και σε μία άλλη εικονογραφική παράστασι θα συναντήσετε τους τρεις Ιεράρχας. Στην μεγάλη εξεικόνησι της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, που ζωγραφείται από τους βυζαντινούς ζωγράφους στους νάρθηκας των ναών επάνω και γύρω από την κυρία πύλη του ναού. Στην ομάδα των σεσωσμένων, που εισέρχονται στον Παράδεισο του Θεού, θα διακρίνετε εύκολα τις τρεις σεβάσμιες μορφές των, όπως μας τις διέσωσε η εικονογραφική παράδοσις της Εκκλησίας μας και όπως περιγράφονται στο συναξάριο της εορτής των: «Ήσαν δε την θέσιν του σώματος και την μορφήν οι άγιοι ούτοι, έχοντες ούτως: Ο μεν θείος Χρυσόστομος, την ιδέαν του σώματος ην βραχύς πάνυ την ηλικίαν, μεγάλην κεφαλήν τοις ώμοις αιωρών, ισχνός εις το ακριβέστατον, επίρρινος, ευρύς τους μυκτήρας, ωχρότατος μετά του λευκού, κοίλους τους κόχλους των οφθαλμών έχων και βολβοίς τούτων κεχρημένος μεγάλοις, εφ’ οις και συνέβαινε, χαριέστερον, ταις όψεσιν αποστίλβειν, ει και τω λοιπώ χαρακτήρι τον αχθόμενον παρεδήλου∙ ψιλός και μέγας το μέτωπον και πολλαίς ταις βολίσι κεχαραγμένος∙ ώτα περικείμενος μεγάλα και το γένειον μικρόν και αραιότατον, υποπολιαίς ταις θριξίν εξανθών, τας σιαγόνας πεπιεσμένας είσω έχων τη νηστεία εις τον ακρότατον… Ο δε μέγας Βασίλειος ην την θέσιν του σώματος εις πολύ μήκος επί του ορθίου σχήματος αναδραμών∙ ξηρός και λιπόσαρκος, μέλας το χρώμα, ωχρότητι το πρόσωπον σύγκρατος∙ επίρρινος, εις κύκλον τας οφρύς περιηγμένος∙ το επισκύνιον συνεσπακώς, φροντιστικώ εοικώς, ολίγαις το πρόσωπον αμαρυγαίς ρυτιδούμενος∙ επιμήκης τας παρειάς∙ κοίλος τους κροτάφους, ηρέμα έχων εν χρω κουρίας∙ την υπήνην αρκούντως καθειμένος και μεσαιπόλιος… Ο δε γε ιερός Γρηγόριος ο Θεολόγος, κατά τον τύπον της ηλικίας του σώματος ετύγχανε μέτριος∙ ύπωχρος βραχύ μετά του χαρίεντος∙ σιμός, επ’ ευθείας τας οφρύς έχων∙ ήμερον βλέπων και προσηνές θάτερον, των οφθαλμών, ος ην δεξιός, στυγνότερον κεκτημένος, ον και ουλή κατά τον κανθόν συνήγε∙ τον πώγωνα ου βαθύς, δασύς δε επ’ ευθείας, ικανώς φαλακρός ταις θριξί, τα άκρα της γενειάδος ως περικεκαπνισμένα υποφαίνων».

Έτσι ακριβώς μας παρουσιάζει η Εκκλησία μας τα τρία μεγάλα αυτά τέκνα της. Σοφούς διδασκάλους και Πατέρας, που μας εδίδαξαν και μας διδάσκουν διαρκώς με την θεία σοφία των λόγων και των παραδειγμάτων των∙ ιερουργούς ενθέους των μυστηρίων της Εκκλησίας μας, συλλειτουργούντας μαζί μας και συνδοξολογούντας τον Θεό∙ πολίτας του ουρανού και οικήτορας του Παραδείσου της τρυφής. Και προς τον σκοπό αυτόν υπηρετούν όλα τα στοιχεία της λατρείας μας. Το εορτολόγιο, που φέρνει στην μνήμη μας τα ιερά αυτά πρόσωπα κατ’ έτος. Η υμνογραφία, που με τους ύμνους της εγκωμιάζει τους αγώνας και την δόξαν των. Τα συναξάρια, που μας περιγράφουν τον βίο και τας αρετάς των. Η εικονογραφία που ανιστορεί τις ιερές μορφές των και μας δίδει την δυνατότητα να βλέπωμε σαν ζωντανά τα πνευματικά αυτά αναστήματα.
Αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της τιμής των αγίων στην Εκκλησία μας. Να δείξη αυτή την αδιάλειπτο και αδιάσπαστο κοινωνία των μελών της Εκκλησίας. Κοινωνία ζώντων εν Χριστώ πιστών, είτε στη γη αυτή είτε στην μακαρία κατάστασι του ουρανού. Κοινωνία για την οποία δεν υπάρχουν νεκροί, αλλά μόνο ζώντες, εφ’ όσον όλοι όσοι αποτελούν μέλη της ηνώθησαν δια των μυστηρίων με τον αιώνιο και αθάνατο χορηγό της ζωής, τον Χριστό. Όλοι μαζί συνδοξολογούν και συνυμνούν τον Θεό και δέονται οι ζώντες για τους κεκοιμημένους και οι κεκοιμημένοι για τους ζώντας. Όλοι είναι πολίται της Βασιλείας, με την σφραγίδα της αθανασίας, με τα ονόματά των γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.
Η ακολουθία των τριών Ιεραρχών αποδίδεται από τον συντάκτη του συναξαρίου της εορτής των στον Ιωάννη τον Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων, που «την εορτήν ταύτην παρέδωκε τη Εκκλησία εορτάζειν Θεώ» και συνέταξε γι’ αυτήν κανόνες, τροπάρια και εγκώμια. Εκτός όμως από τον Μαυρόποδα συνέβαλαν και άλλοι υμνογράφοι στην ολοκλήρωσι της υμνογραφίας της εορτής. Τα ιδιόμελα της λιτής και τα στιχηρά των αποστίχων του εσπερινού αποδίδονται στον Νείλο Ξανθόπουλο, το δε ιδιόμελο στο «Και νυν» των αποστίχων είναι ποίημα του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού. Ρητώς στον Ιωάννη αποδίδονται οι τρεις κανόνες. Θα παρατεθούν το πρώτο στιχηρό του εσπερινού του δ΄ ήχου, προσόμιο του «Ως γενναίον εν μάρτυσι», «Τα της χάριτος όργανα…». Το πρώτο των αποστίχων του πλ. α΄ ήχου, προσόμοιο του «Χαίροις ασκητικών», «Χαίροις Ιεραρχών η τριάς…». Το πρώτο των στιχηρών των αίνων του β΄ ήχου, προσόμοιο του «Ποίοις ευφημιών», «Ποίοις ευφημιών στέμμασι στεφανώσωμεν τους διδασκάλους…» και το δοξαστικό των στιχηρών του εσπερινού, ιδιόμελο του πλ. α΄ ήχου, «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…». Είναι από τα πιο χαρακτηριστικά τροπάρια της εορτής.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από το βιβλίο «Λογική Λατρεία», Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Έκδοση Τρίτη, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σελ. 380 -388. 
Η/Υ επιμέλεια, Κωνσταντίνας Κυριακούλη
πηγή: ΕΔΩ

30 Ιανουαρίου - ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

 


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ



ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

Ο αββάς Ισαάκ, ο πρίγκιπας των ερημιτών και μέγας διδάσκαλος της μυστικής ζωής, γεννήθηκε κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα, στον Μπέιτ Κατραγιέ, στην περιοχή του Κατάρ, στην νότια άκρη του Περσικού Κόλπου. Νέος ακόμη εισήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Λαύρα του Αγίου Ματθαίου και, αφού προόδευσε αρκούντως στην οδό των αρετών, στην υπακοή και στην γνώση των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε στην ησυχία. Απαλλαγμένος από κάθε δεσμό με τον κόσμο, καθάρισε τον νου του με νηστεία, αγρυπνίες, αδιάλειπτα δάκρυα και προσευχή. Ο αδελφός του όμως εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και δεν έπαυε να τον πιέζει να επιστρέψει στην Λαύρα για την πνευματική ωφέλεια των αδελφών.

Η φήμη του αγίου αναχωρητή έφθασε ως την Νινευί και οι πιστοί αυτής της ονομαστής πόλης κατόρθωσαν να πείσουν τον καθολικό (αρχιεπίσκοπο) Γιβαρτζή να τον χειροτονήσει επίσκοπο (περί το 648). Ο Ισαάκ υπάκουσε στο θέλημα του Θεού και άρχισε να καθοδηγεί με πολλή σοφία το πνευματικό του ποίμνιο. Δεν είχαν όμως περάσει ούτε πέντε μήνες, όταν δύο πιστοί που τον είχαν παρακαλέσει να λύσει τη διαφορά τους σχετικά με την εξόφληση ενός δανείου, απέρριψαν τις συμβουλές του και του είπαν: «Άσε για την ώρα στην άκρη τις διδαχές του Ευαγγελίου!». Αυτό ήταν αρκετό για να αποφασίσει ο άνθρωπος του Θεού να επιστρέψει πίσω στην έρημο, λέγοντας: «Εάν το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να είναι εδώ παρόν, τι ήλθα να κάνω;». Παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποσύρθηκε στο όρος Ματούτ, στην περιοχή του Μπέιτ Χουζάγιε (σημ. Κουρδιστάν), όπου εγκαταβίωναν πολλοί ασκητές και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή Αββά Σαμπούρ, στο όρος Τσουχτάρ (βόρειο Κουρδιστάν). 
Μελετούσε την Αγία Γραφή με τόσο ζήλο και έχυνε τόσα δάκρυα που έχασε το φως του. Αποξενωμένος από τον κόσμο, δεν έτρωγε παρά τρεις άρτους την εβδομάδα με μερικά λαχανικά, χωρίς ποτέ ν’ αγγίζει μαγειρεμένο φαγητό και η καρδία του φλεγόταν από αγάπη για όλους τους αδελφούς του, κάνοντας να αναβλύζουν σαν ζωογόνα νάματα ουράνιες διδαχές, τις οποίες κατέγραφαν οι μαθητές του. 
«Αγαπητοί», έγραφε, «έγινα πια μωρός, γιατί δεν αντέχω άλλο να κρύψω στη σιωπή το μυστήριο του Θεού, αλλά τουναντίον γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών!» (Λόγος ΛΗ΄). Με ασύγκριτη τέχνη και λεπτότητα, μοναδική σε όλη την πατερική γραμματεία, περιγράφει όλες τις καταστάσεις της ψυχής που πορεύεται προς την λύτρωση και την ένωσή της με τον Θεό. «Πολλές φορές όταν τα έγραφα όλα αυτά, δεν είχαν δύναμη τα δάχτυλά μου να γράψουν πάνω στο χαρτί, μην αντέχοντας από την πνευματική ηδονή που ερχόταν και πλημμύριζε την καρδιά μου και έπαυε την λειτουργία των αισθήσεων» (όπ.π.). 
Το βιβλίο του αγίου Ισαάκ δεν αποτελεί συστηματική πραγματεία, αλλά είναι μάλλον μια μόνιμη πρόσκληση για προσευχή, ένα εφαλτήριο απ’ όπου η ψυχή φτερουγίζει προς την Βασιλεία του Θεού. Κατά τον αββά Ισαάκ, το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης από την υποδούλωση στον κόσμο και στα πάθη είναι η πίστη. Με την πίστη ο άνθρωπος αφυπνίζεται και αρχίζει τότε το έργο με την αποταγή, την νηστεία, την νίψη, την μελέτη της Αγίας Γραφής, την αγρυπνία και την προσευχή. Με την πίστη, που συνοδεύεται από αυτές τις ενάρετες πράξεις, μπορεί να εισέλθει μέσα του και να βρει στην καρδιά του την θύρα του ουρανού: «Ειρήνευσε μέσα σου και θα ειρηνεύσουν με σένα ο ουρανός και η γη. Κοίταξε να μπεις μέσα στο δωμάτιο που βρίσκεται εντός σου και θα αντικρίσεις μετά και τον χώρο τ’ ουρανού. Το ίδιο και το αυτό είναι το ένα και το άλλο. Με την ίδια είσοδο που θα κάνεις, θα βλέπεις και τα δύο ταυτόχρονα. Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σου κρυμμένη στην ψυχή σου. Βούτηξε τον εαυτό σου μέσα στον καθαρμό από την αμαρτία και θα βρεις απ’ αυτόν αναβάσεις που μπορείς ν’ ανέβεις» (Λόγος Λ΄). 
Έχοντας ασπασθεί την ησυχαστική ζωή και την σιωπή - η οποία «είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος» (Επιστολή Γ΄) - ο μοναχός (αλλά και κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός) θα δει να αναδύονται μέσα του χωρίς προσπάθεια θαυμαστά που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει. Με την κάθαρση της καρδίας θα δυνηθεί να φθάσει και να προοδεύσει αδιάκοπα στην ταπείνωση, την αρετή που αποτελεί την «στολή της θεότητας», διότι αυτήν ακριβώς ενδύθηκε ο Λόγος του Θεού για να γίνει άνθρωπος (Λόγος Κ΄). «Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο κανένας δεν τον μισεί, κανένας δεν τον επιπλήττει με λόγια, κανένας δεν τον καταφρονεί. Γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά ο δικός του ο Δεσπότης Χριστός κι έτσι αγαπιέται απ’ όλους· όλους τους αγαπά κι όλοι τον αγαπούν· όλοι τον θέλουν και όπου κι αν περάσει σαν άγγελο του φωτός τον βλέπουν. Ένας τέτοιος ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τ’ άγρια θηρία και με το που τον βλέπουν αυτά αμέσως ημερεύει η αγριότητά τους και τον πλησιάζουν σαν να είναι αυτός ο κύριός τους, με το κεφάλι κατεβασμένο γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Γιατί αισθάνθηκαν σ’ αυτόν τον ταπεινό άνθρωπο εκείνη την ευωδία που έβγαινε από τον Αδάμ πριν την παρακοή» (Λόγος Κ΄). Η ταπείνωση περικλείει όλες τις άλλες αρετές και μας παρέχει την καθαρότητα, η οποία μας κάνει να θεωρούμε τους πάντες καλούς ή αθώους (Λόγος ΜΘ΄). 
Προοδεύοντας στην ταπείνωση ο ησυχαστής θα αποκτήσει εμπειρία των διαδοχικών βαθμών της προσευχής, οι οποίοι οδηγούν από την επώδυνη προσευχή της μετανοίας στα εκούσια δάκρυα και, από εκεί, στα αυθόρμητα και αδιάκοπα δάκρυα που καθαρίζουν και φωτίζουν τον νου και που οδηγούν προς την καθαρά προσευχή. Κατόπιν, όταν φθάσει στην κατάσταση πέραν της προσευχής, πέρα από κάθε κίνηση και φθαρτή πραγματικότητα, τότε θα δει τον Θεό και θα εισέλθει στην Βασιλεία Του. 
Καρπός της προσευχής και σκοπός της, πάντα κατά τον αββά Ισαάκ, είναι η ένωση με τον Θεό εν αγάπη. Μετά από μακρά περίοδο ησυχαστικής βιοτής και μετά από συχνές επισκέψεις της θείας Χάριτος, ο καθαρμένος και ειρηνεμένος άνθρωπος θα γίνει για όλους ζωντανή εικόνα της αγάπης του Θεού και της ευσπλαχνίας Του. 
«Και τι σημαίνει ελεήμων καρδιά;», τον ρώτησαν. Και είπε: «Το να καίγεται κάποιος για όλη την κτίση· για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, ακόμη και για τους δαίμονες, αλλά και για κάθε κτίσμα. Και μόνο από την μνήμη και την θεωρία τους, χύνουν οι οφθαλμοί του άφθονα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή ελεημοσύνη που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή καρτερία που δείχνει σε όλους, σμικρύνεται η καρδιά με την ταπείνωση και δεν μπορεί να βαστάξει ν’ ακούσει ή ν’ αντικρίσει την παραμικρή βλάβη ή λύπη να γίνεται κάπου στην κτίση. Γι’ αυτό τον λόγο και κάθε ώρα και στιγμή προσφέρει με δάκρυα ευχή για όλα τα άλογα όντα, για τους εχθρούς της αλήθειας, γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους φυλάξει· το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ερπετό στη γη, κι όλα αυτά από την πολλή ελεημοσύνη που κινεί άμετρα την καρδιά του, σύμφωνα με την κατάσταση της ομοιότητας του Θεού στην οποία έχει φτάσει και την οποία βιώνει» (Λόγος ΠΑ΄). 
Από μαρτυρίες ορισμένων χειρογράφων φαίνεται ότι η μνήμη του αγίου Ισαάκ εορταζόταν στο Άγιον Όρος στις [28 Σεπτεμβρίου]. Μεταφέρθηκε κατόπιν στις [28 Ιανουαρίου] για να συνδεθεί με εκείνη του αγίου Εφραίμ, αλλά τελικά δεν διατηρήθηκε στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, ενώ μνημονευόταν στην ρωσική Εκκλησία. Ο αββάς Ισαάκ ανήκε στην συριακή Εκκλησία της Ανατολής, η οποία λόγω της απομόνωσής της εν μέσω της περσικής αυτοκρατορίας δεν ακολούθησε τις εξελίξεις του χριστολογικού δόγματος και έμεινε προσκολλημένη στην διδασκαλία του Θεόδωρου Μοψουεστίας, διδασκάλου του Νεστορίου. Μολονότι δεν απείχε από την διδασκαλία του Θεοδώρου, η περσική Εκκλησία ήταν ξένη στην αντίληψη του Νεστορίου περί «δύο υιών» και κατά ακυριολεξία αποκαλείται «νεστοριανή». Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αββά Ισαάκ δεν φέρουν κανένα ίχνος χριστολογικής αίρεσης και η σπουδαία θέση που κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση δικαιολογεί την σεβάσμια μνήμη που του αφιερώνεται.

Το βιβλίο του αββά Ισαάκ μαζί με την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου [30 Μαρτ. - Δ΄ Κυριακή Νηστειών] είναι ο απαραίτητος οδηγός κάθε ορθόδοξης ψυχής για να βαδίσει προς τον Θεό με ασφάλεια. Γι’ αυτό και ένας σύγχρονος Γέροντας, ο Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966), συμβούλευε να μην διστάσουμε ακόμη και να ζητιανέψουμε για να αποκτήσουμε ένα αντίτυπο των έργων του αββά Ισαάκ.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος πλ. α΄. 
Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ρετῶν ταῖς ἀκτίσι
καταλαμπόμενος,
τῆς ἐν Χριστῷ πολιτείας
φωστὴρ πολύφωτος,
θεοφόρε Ἰσαὰκ
ὤφθης ἐν Πνεύματι,
καὶ κατευθύνεις ἀσφαλῶς,
σωτηρίας πρὸς ὁδόν,
διδάγμασι θεοπνεύστοις,
τοὺς εὐφημοῦντάς σε Πάτερ,
ὡς τοῦ Χριστοῦ
θεῖον θεράποντα.
 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ

ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ 

28 Ιανουαρίου  

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ - εδώ

ΕΡΓΑ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ - ΕΔΩ 

Το λαμπρό αυτό άστρο της Εκκλησίας ανέτειλε στην Ανατολή, στην πόλη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, περί το 306. Νέος ήταν ακόμη όταν ο πατέρας του -ο οποίος ήταν ιερέας των ειδώλων- τον έδιωξε από την οικογενειακή του κατοικία εξαιτίας της συμπάθειάς του για τον χριστιανισμό. Τον δέχθηκε τότε ο άγιος επίσκοπος Ιάκωβος [13 Ιαν.], ο οποίος τον δίδαξε την αγάπη για την αρετή και την αδιάλειπτη μελέτη του λόγου του Θεού. Η μελέτη της Αγίας Γραφής άναψε μέσα του φλόγα που τον έκανε να καταφρονήσει τα αγαθά και τις μέριμνες του κόσμου, για να υψώσει τη ψυχή του προς την απόλαυση των ουρανίων αγαθών. Η πίστη και η εμπιστοσύνη του στον Θεό, ακλόνητες σαν το όρος Σιών, τον οδήγησαν να ασπασθεί ένα θαυμαστό τρόπο ζωής. Διέθετε τέτοια καθαρότητα σώματος και ψυχής, ώστε υπερέβαινε τα όρια της ανθρώπινης φύσης του, μην αφήνοντας ρυπαρό λογισμό να αναφανεί στον ορίζοντα του νου. Στο τέλος της ζωής του, αναγνώριζε ότι δεν είχε πει κακό λόγο για κανένα, ούτε είχε αφήσει να ξεφύγει από το στόμα του μάταιη κουβέντα. 
Απογυμνωμένος από τα πάντα, όπως οι άγιοι Απόστολοι, αγωνιζόμενος την ημέρα κατά της πείνας και τη νύχτα κατά του ύπνου, ενδύοντας τις πράξεις και τους λόγους του με την αγία ταπείνωση του Χριστού, έλαβε από τον Θεό το χάρισμα της κατανύξεως και των αδιάλειπτων δακρύων σε τέτοιο βαθμό, ώστε καταλαμβάνει στη χορεία των αγίων την προνομιακή θέση του «Διδασκάλου της κατανύξεως». Από θαύμα, γνωστό μόνο σε όσους προσφέρουν όλη την ύπαρξή τους θυσία στον Κύριο, οι οφθαλμοί του είχαν μεταμορφωθεί σε δύο αέναες πηγές δακρύων. Για πολλά χρόνια, ουδέ μια στιγμή της ημέρας ή της νύχτας αυτά τα φωτοβόλα νερά, τα καθαρτήρια και αγιαστικά, αυτό το «δεύτερο βάπτισμα των δακρύων», δεν έπαυσαν να τρέχουν από τα μάτια του, μετατρέποντας το πρόσωπό του σε ακηλίδωτο καθρέπτη που αντανακλούσε την παρουσία του Θεού. Θρηνούσε αδιάκοπα τα αμαρτήματά του ή τα αμαρτήματα των άλλων και καμιά φορά, όταν αναλογιζόταν τα όσα θαυμαστά έπραξε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, τα δάκρυά του μεταβάλλονταν σε δάκρυα χαράς. Σαν ένας θαυμαστός κύκλος, όπου δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αρχή και τέλος, οι στεναγμοί του γεννούσαν μέσα του τα δάκρυα, τα δάκρυα γεννούσαν την προσευχή, η προσευχή τη διδασκαλία, που κι αυτή ακόμη τη διέκοπτε νέος θεοστάλακτος θρήνος. Διαβάζοντας τους θαυμάσιους λόγους του περί κατανύξεως ή τις τόσο ρεαλιστικές περιγραφές του για τη Δευτέρα Παρουσία, ακόμη και οι πιο σκληροτράχηλοι δεν μένουν ασυγκίνητοι. Επί γενεές γενεών, έως τις ημέρες μας, η ανάγνωση των έργων του αγίου Εφραίμ φέρνει δάκρυα στα μάτια, ανοίγοντας στους αμαρτωλούς την οδό της μετανοίας και της επιστροφής. 
Λίγο μετά το άγιο Βάπτισμά του -ήταν τότε περίπου είκοσι ετών- ο Εφραίμ εγκατέλειψε τη σύγχυση της πόλης και αποτραβήχτηκε στην έρημο για να συνομιλήσει με τον Θεό στην ησυχία και να ζήσει συντροφιά με τους αγγέλους. Πήγαινε από τόπο σε τόπο, ελεύθερος από κάθε δεσμό, όπου τον οδηγούσε το Άγιο Πνεύμα, για ωφέλεια δική του και των αδελφών. Μετέβη στην πόλη Έδεσσα για προσκύνημα αναζητώντας έναν άγιο άνθρωπο στον οποίο θα μπορούσε να υποταγεί και να ζήσει ως μοναχός. Συναντώντας στον δρόμο του μια πόρνη, προσποιήθηκε ότι αποδέχεται τις φιλήδονες προτάσεις της και, λέγοντάς της να τον ακολουθήσει, την οδήγησε στην κεντρική πλατεία, αντί να αναζητήσει ένα μέρος απόμερο, κατάλληλο για την αμαρτία. Η πόρνη τού είπε: «Γιατί με έφερες εδώ; Δεν ντρέπεσαι να εκτεθείς στα βλέμματα των ανθρώπων;». Ο άγιος αποκρίθηκε: «Δυστυχισμένη! Σε φοβίζει το βλέμμα των ανθρώπων και δεν φοβάσαι το βλέμμα του Θεού, που βλέπει τα πάντα και που θα κρίνει στην έσχατη ημέρα τις πράξεις και τις πιο κρύφιες σκέψεις μας;». Φοβισμένη η γυναίκα μετανόησε και αφέθηκε να οδηγηθεί σε μέρος κατάλληλο για τη σωτηρία της. 
Ύστερα από μερικά χρόνια στην Έδεσσα, ο άγιος Εφραίμ αναχώρησε ξανά για την έρημο. Είχε ακούσει να επαινούν τις αρετές του Μεγάλου Βασιλείου [1 Ιαν.], και ο Θεός τού αποκάλυψε σε όραμα ότι ο επίσκοπος Καισαρείας έμοιαζε με πύρινη στήλη που ένωνε τη γη με τον ουρανό. Χωρίς αργοπορία ο Εφραίμ ξεκίνησε για την Καππαδοκία. Έφθασε στην Καισάρεια κατά την ημέρα των Θεοφανείων και εισήλθε στον ναό τη στιγμή που τελούνταν η θεία Λειτουργία. Μολονότι ο ίδιος δεν ήξερε και δεν καταλάβαινε ελληνικά, τον έπιασε θαυμασμός βλέποντας τον μεγάλο ιεράρχη να κηρύττει, γιατί έβλεπε ένα κατάλευκο Περιστέρι καθισμένο στον ώμο του, να του ψιθυρίζει στο αυτί θεϊκά λόγια. Το ίδιο αυτό Περιστέρι αποκάλυψε στον Μέγα Βασίλειο την παρουσία ανάμεσα στο πλήθος του ταπεινού Σύρου ασκητή. Έστειλε τότε αμέσως ανθρώπους να τον βρουν, συνομίλησε λίγο μαζί του στο βάθος του ιερού και απαντώντας στο αίτημά του, ο Θεός παραχώρησε να αρχίσει ξαφνικά ο Εφραίμ να μιλά ελληνικά, σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα. Κατόπιν ο Βασίλειος χειροτόνησε τον Εφραίμ διάκονο και τον άφησε να επιστρέψει στην πατρίδα του. 
Την εποχή εκείνη άρχισε μακρά σειρά πολέμων μεταξύ Βυζαντινών και Περσών (από το 338 μέχρι το 387), καθώς και ανελέητοι διωγμοί των χριστιανών σε όλη την Περσία, επειδή θεωρούνταν σύμμαχοι των Ρωμαίων. Μαθαίνοντας στην έρημο τα βάσανα των αδελφών του, ο άγιος Εφραίμ επέστρεψε στη Νίσιβη για τους συνδράμει με τα έργα του και τους λόγους του. Όταν ήταν μικρός, του είχε αποκαλυφθεί η κλήση στην οποία τον καλούσε ο Θεός, βλέποντας σε όραμα να φύεται από το στόμα του μια μεγάλη κληματαριά που απλώθηκε σε ολόκληρη τη γη. Όλα τα πουλιά του ουρανού έρχονταν να καθίσουν πάνω της και να χορτάσουν από τους καρπούς της και, όσο αυτά τσιμπολογούσαν τις ρώγες, τόσο περισσότερο αυτή γέμιζε σταφύλια. Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος τον κατείχε τόσο άφθονα, ώστε, όταν απευθυνόταν στον λαό, η γλώσσα του δεν προλάβαινε να προφέρει τις ουράνιες σκέψεις που του ενέπνεε ο Θεός και έμοιαζε να τραυλίζει. Γι’ αυτό απηύθυνε στον Θεό αυτή την ασυνήθιστη προσευχή: «Συγκράτησε, Κύριε, τα κύματα της Χάριτός Σου!». 
Όταν δεν ήταν απασχολημένος με τη διδασκαλία για τη στερέωση της Πίστεως έναντι των ειδωλολατρών και των αιρετικών, έθετε τον εαυτό του ταπεινά στην υπηρεσία όλων, ως αληθινός διάκονος, μιμούμενος κατά πάντα τον Χριστό, ο οποίος έγινε «δούλος» μας. Από ταπείνωση λοιπόν αρνιόταν πάντα να εισέλθει στον βαθμό του πρεσβυτέρου. Οι αρετές του, η προσευχή του, οι καρποί της θεωρίας και της μελέτης, όλα τα χαρίσματα που του παρείχε ο Θεός, δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του, αλλά με αυτά κοσμούσε την Εκκλησία, τη Νύμφη του Χριστού, ωσάν με διάδημα χρυσό με πολύτιμους λίθους. Όταν οι Πέρσες πολιόρκησαν τη Νίσιβη (338), η πόλη σώθηκε χάρη στην προσευχή του αγίου Εφραίμ και του αγίου Ιακώβου [13 Ιαν.]. Όμως, ύστερα από διαδοχικούς πολέμους, παραδόθηκε τελικά στον σκληρό ηγεμόνα των Περσών το 363. Αρνούμενος να ζήσει υπό την κυριαρχία των ειδωλολατρών, ο άγιος Εφραίμ και πολλοί άλλοι χριστιανοί έφυγαν τότε για την Έδεσσα. Εκεί πέρασε τα δέκα τελευταία χρόνια του βίου του συνεχίζοντας το έργο της Ερμηνευτικής Σχολής, που είχε ιδρύσει στη Νίσιβη ο άγιος Ιάκωβος, διδάσκοντας στη Σχολή της Έδεσσας, που έφτασε να επονομάζεται «Σχολή των Περσών». Εκεί συνέταξε το μεγαλύτερο μέρος των θαυμαστών έργων του, όπου η γνώση του για τον Θεό και τα άγια δόγματα ενδύεται την υπέροχη στολή μιας ασύγκριτης ποιητικής γλώσσας. Λέγεται ότι συνέθεσε στα συριακά περισσότερους από τρία εκατομμύρια στίχους: ερμηνείες στα περισσότερα βιβλία της Αγίας Γραφής, συγγράμματα κατά των αιρέσεων, ύμνους στον Παράδεισο, στην Παρθενία, στην Πίστη, στα μεγάλα μυστήρια της Σωτηρίας και στις μεγάλες εορτές του έτους. Μεγάλο μέρος από αυτούς τους ύμνους ενσωματώθηκε στη σύνθεση λειτουργικών βιβλίων της συριακής Εκκλησίας, εξ ου η επωνυμία του «Λύρα του Αγίου Πνεύματος» και «Οικουμενικός Διδάσκαλος». Πολλά άλλα συγγράμματα μάς παραδόθηκαν με το όνομά του στα ελληνικά. Αφορούν κυρίως τη συντριβή της καρδίας, την άσκηση και τις μοναχικές αρετές. 
Ο άγιος Εφραίμ οργάνωσε την κοινωνική περίθαλψη της πόλης τον καιρό του λιμού, το 372, και παρέδωσε τη ψυχή του στον Θεό το 373, περιστοιχιζόμενος από μεγάλο αριθμό μοναχών και ασκητών που άφησαν σκήτες, ερήμους και σπήλαια για να παρευρεθούν στις τελευταίες του στιγμές. Τους άφησε μια συγκινητική «Διαθήκη», πλήρη ταπεινώσεως και κατανύξεως, στην οποία ζητάει ικετευτικά από όλους όσοι τον αγαπούν να μην τον τιμήσουν με λαμπρή κηδεία, αλλά να αποθέσουν το σώμα του στην τάφρο την προορισμένη για τους ξένους και να του προσφέρουν αντί για λουλούδια και αρώματα, το στήριγμα των προσευχών τους.
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δημοφιλείς αναρτήσεις