Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, ο και «Πολιτικός» επονομαζόμενος

Μακάριος ο Αλεξανδρεύς,
ο και «Πολιτικός» επονομαζόμενος

Συνονόματος και σύγχρονος του ιδρυτή της Σκήτης, ο όσιος Μακάριος ήταν έμπορος ξηρών καρπών και γλυκισμάτων στην Αλεξάνδρεια, προτού αποσυρθεί, σε ηλικία σαράντα ετών, στην έρημο των Κελίων, η οποία βρισκόταν μεταξύ Νιτρίας και Σκήτης. Υπήρξε κι αυτός μαθητής του οσίου Αντωνίου του Μεγάλου, ο οποίος ευλογώντας τον, του είπε: «Ιδού, έχει αναπαυθεί το Πνεύμα το Άγιο σ’ εσένα, γι’ αυτό και μέλλει να γίνεις κληρονόμος των αρετών μου!». Είχε διάφορα κελιά: ένα στη Σκήτη, ένα στη Λίβα, ένα στα Κελία κι ένα άλλο στο όρος της Νιτρίας. Δύο από αυτά ήσαν χωρίς παράθυρα κι εκεί μέσα έμενε όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ένα άλλο κελί του ήταν τόσο στενό που ούτε να ξαπλώσει μπορούσε· και σε ένα άλλο, πιο ευρύχωρο, δεχόταν τους πολλούς επισκέπτες του.

Η άκρα εγκράτειά του και η μεγάλη του υπομονή στους πειρασμούς έλκυσαν προς αυτόν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και τον κατέστησαν άξιο να εκλεγεί από τους αδελφούς της Σκήτης για να γίνει πρεσβύτερος και προϊστάμενός τους (αρχιμανδρίτης). Αγαπούσε τόσο την αρετή, ώστε μόλις άκουγε να μιλούν για τον ασκητικό άθλο κάποιου ερημίτη, έσπευδε πάραυτα να κατορθώσει και να τον φέρει στην τελείωσή του. Άκουσε να λένε ότι οι μοναχοί του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου] δεν τρώνε τίποτε ψημένο στη φωτιά ολόκληρη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και επί επτά έτη δεν έφαγε μαγειρεμένο φαγητό παρά μόνον όσπρια βρασμένα και ωμά λαχανικά. Έβαζε το ψωμί του σ’ ένα πήλινο δοχείο με στενό άνοιγμα και επί τρία χρόνια δεν έτρωγε παρά μονάχα απ’ αυτό που έπιανε το χέρι του. Πεπεισμένος ότι πρέπει να νικήσει την τυραννία του ύπνου, έμεινε στο ύπαιθρο όρθιος είκοσι ημερονύκτια, να καίγεται τη μέρα από τη ζέστη και να τρέμει από το κρύο τη νύχτα. Μια άλλη φορά, σκότωσε με το χέρι του ένα κουνούπι που τον τσίμπησε. Συνειδητοποιώντας ότι θανάτωσε ένα πλάσμα του Θεού, καταδίκασε τον εαυτό του να μείνει γυμνός έξι μήνες σ’ έναν βαλτότοπο με θεόρατα κουνούπια και άλλα ζωύφια. Όταν γύρισε στο κελί του, ήταν τόσο παραμορφωμένος που τον αναγνώριζες μόνον από τη φωνή.

Καθώς είχε ακούσει να επαινούν τους Ταβεννησιώτες μοναχούς για τη βιοτή τους, άλλαξε ενδυμασία και παρουσιάσθηκε ως άγνωστος στο κατώφλι του μεγάλου και ονομαστού κοινοβίου, ζητώντας να γίνει εκεί δεκτός ως ένας απλός και αρχάριος δόκιμος. Ο άγιος Παχώμιος τού αρνήθηκε, λέγοντάς του ότι στην ηλικία του δεν θα ήταν δυνατό να εξοικειωθεί με την αυστηρή πολιτεία των μοναχών. Ο άγνωστος επέμενε και οι Ταβεννησιώτες δέχθηκαν παρ’ όλ’ αυτά να τον δοκιμάσουν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στεκόταν όρθιος σε μια γωνιά, πλέκοντας ασταμάτητα τα φοινικόφυλλά του, χωρίς όμως να αγγίζει το ψωμί και το νερό που είχαν βάλει πλάι του. Οι υπόλοιποι μοναχοί παραπονέθηκαν στον Παχώμιο, λέγοντας: «Πού βρήκες αυτό το καθαρό πνεύμα, για να μας ελέγξεις;». Ο Θεός αποκάλυψε τότε στον Παχώμιο ότι επρόκειτο για τον περιβόητο όσιο Μακάριο. Ο Παχώμιος έσπευσε προς αυτόν, τον ασπάσθηκε και τον ευχαρίστησε εκ βαθέων για το μάθημα ταπεινοφροσύνης που έδωσε προς τους μοναχούς του και τον αποχαιρέτισε ζητώντας του να προσεύχεται γι’ αυτούς.

Μια άλλη φορά, ο Μακάριος αποφάσισε να φυλάξει τον νου του απερίσπαστο στη θεωρία του Θεού για πέντε ημέρες. Αφού άντεξε δύο ημέρες, λέγοντας στο πνεύμα του: «Μη κατεβαίνεις από τα ουράνια! Έχεις μπροστά σου τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους και τον Κύριο του σύμπαντος! Μη κατεβαίνεις από τον ουρανό!», ο δαίμονας, εξαγριωμένος, έβαλε φωτιά σε όλα όσα βρίσκονταν μέσα στο κελί του εκτός από τη ψάθα πάνω στην οποία στεκόταν σε πύρινη και εκστατική προσευχή ο άγιος. Την τρίτη ημέρα άφησε το πνεύμα του να επανέλθει στον κόσμο για να μην καταληφθεί από την έπαρση.

Με την προσευχή του λύτρωνε δαιμονισμένους και θεράπευε αρρώστους. Μια μέρα, μια ύαινα τού έφερε το τυφλό νεογνό της. Ο άγιος γιάτρεψε το ζώο και την επομένη η μητέρα του τον ευχαρίστησε φέρνοντάς του μια προβιά, την οποία ο άγιος πρόσφερε με τη σειρά του στην αγία Μελάνη [31 Δεκ.].

Αφού διέλαμψε με τις αρετές του και τα θαύματά του, ο άγιος Μακάριος εκοιμήθη ειρηνικά σε ηλικία σχεδόν εκατό ετών. Μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνιζόταν κατά του διαβόλου, κατηγορώντας τον εαυτό του για αδηφαγία και ραθυμία, λέγοντας σ’ εκείνον: «Μήπως σου οφείλω κάτι άλλο τώρα; Δεν θα βρεις τίποτε σ’ εμένα. Φύγε μακριά μου!».

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις